Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 85, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2003


ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΩΣ ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ
Η «πρωτοκαθεδρία του κοινωνικού»

Υπήρξε κάποτε μια εποχή –οι παλαιότεροι θα την θυμούνται ασφαλώς– κατά την οποία επικρατούσε ως κοινός τόπος η αντίληψη για «πρωτοκαθεδρία του κοινωνικού»: η «πολιτική» ήταν το βασικό εργαλείο με το οποίο μπορούσε να υποταχθεί η «οικονομία» στα κελεύσματα και τους συσχετισμούς δύναμης που ανάγονταν στο «κοινωνικό». Οι όποιες «στρεβλώσεις» παρήγαγε η πραγματικότητα, που φαίνονταν να μην υπακούουν σε αυτή την ιδεοληψία, είχαν ως αίτιό τους την ανάσχεση του «κοινωνικού» από τους «μηχανισμούς». Για τον λόγο αυτό η μεταπολίτευση του 1974 ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη του «κοινωνικού» απέναντι στους «μηχανισμούς» καθώς έφερε στο προσκήνιο τον «λαό» που διεκδίκησε, με μικρή επιτυχία αρχικά, με αυξανόμενο ειδικό βάρος στη συνέχεια, την ανατροπή της υπεροπλίας των «μηχανισμών» και την εγκαθίδρυση της «πρωτοκαθεδρίας του κοινωνικού». Η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ το 1981 που ολοκλήρωσε τη διαδικασία της μεταπολίτευσης ως «σταδιακής εναρμόνισης των πολιτικών διεργασιών με τις κοινωνικές πλειοψηφίες», έδωσε θεσμική υπόσταση σε αυτή την «πρωτοκαθεδρία του κοινωνικού»: με τον «λαό στην εξουσία» η πολιτική διεκπεραίωνε τον εκτελεστικό ρόλο της και οι κοινωνικοί συσχετισμοί αποκρυσταλλώνονταν σε διάφορες θεσμικές εκφράσεις που υλοποιούσαν το «κοινωνικό πρόγραμμα», ενώ τα κοινωνικά στηρίγματα αποκτούσαν τον καίριο ρόλο να «υπενθυμίζουν» στους διαχειριστές τα κελεύσματα της «πολιτικής βούλησης» που συχνά εκτρέπονταν από την αδράνεια των «μηχανισμών».
Αυτή η μαγική εικόνα δεν κράτησε πολύ. Σύντομα αποκαλύφθηκε μια άλλη πραγματικότητα πίσω από την «πρωτοκαθεδρία του κοινωνικού»: η «εθνική οικονομία» αποκτούσε νόμους που η «πολιτική» όφειλε να σεβαστεί, ενώ η κοινωνική πολιτική αποκτούσε σοβαρές εξαρτήσεις από την οικονομική πολιτική. Η «πολιτική» ταυτιζόταν ολοένα και περισσότερο με την κρατική διαχείριση και η τελευταία σε αύξοντα βαθμό με την τέχνη χειρισμού των περιορισμών και επιταγών που έθετε η «εθνική οικονομία». Παρά τις αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις που κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως τις μέρες μας και σημάδεψαν την πολιτική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών, παρά την αδιαμφισβήτητη διαφοροποίηση των πολιτικών που τέθηκαν στην πολιτική διελκυστίνδα στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, είναι φανερή η τάση που υπερίσχυσε όλο αυτό το διάστημα: υποχώρηση της αυθυπαρξίας του «κοινωνικού», απονεύρωση της βουλησιαρχίας της «πολιτικής», ενίσχυση του νομοτελειακού της «οικονομίας». Η πολεμική των μεγάλων πολιτικών αναμετρήσεων της περιόδου εστιάστηκε γύρω από αυτές τις μακροχρόνιες τάσεις που καταγράφηκαν στη συγκυρία, και φάνηκε να οδηγεί σε μια σταθερή και μη αντιστρεπτή διάβρωση των κοινωνικών στηριγμάτων του ΠΑΣΟΚ, τάση που δεν μπόρεσε να υποκατασταθεί –τουλάχιστον κατά το πλήρες εύρος της– από τον προσεταιρισμό νέων κοινωνικών κατηγοριών που διαμορφώθηκαν και από τις κοινωνικές ανακατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών.
Και ενώ το πολιτικό τοπίο φαινόταν να διαμορφώνεται στην κατεύθυνση του διαχειριστικού και οικονομικού ορθολογισμού, επανέκαμψε αίφνης το «κοινωνικό» ως επίδικο αντικείμενο της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης, αλλά και του πολιτικού και ιδεολογικού στίγματος των πρωταγωνιστών στη συγκυρία. Η πολυδιαφημισμένη «Κοινωνική Χάρτα» Σημίτη, η «λαϊκή δεξιά» του Καραμανλή, η πλειοδοσία κοινωνικής ευαισθησίας της περιόδου, η εκταφή των μεταπολιτευτικών ιδεολογιών ελέω επετείου «3 ης Σεπτέμβρη» αποτελούν απλές ενδείξεις μιας «επανάκαμψης» του κοινωνικού που δεν βρίσκει εμφανή αντιστοιχία στη συγκυρία. Οπότε τίθεται το ζήτημα: ποιος είναι ο πυρήνας αυτού του πολιτικού και ιδεολογικού flash back ;
Οι αναγκαιότητες της οικονομίας

Είναι ανάγκη κατ’ αρχάς να διακρίνουμε ότι υπάρχει περιοδικότητα στην επανεμφάνιση του «κοινωνικού»: οι επιθετικές πολιτικές εκκαθάρισης που εφαρμόζονται από τις αρχές της κρίσης υπερσυσσώρευσης μετά τη δεκαετία του ’70 δημιουργούν επιπτώσεις που κατά διαστήματα συντονίζονται και προκαλούν σημαντικές αντιδράσεις, αποδυνάμωση των κοινωνικών στηριγμάτων των προτάσεων διαχείρισης, διάβρωση των προσπαθειών οργάνωσης της συναίνεσης των κυριαρχούμενων τάξεων. Οι πρώτες πολιτικές λιτότητας μετά το 1985 και τα προγράμματα σταθεροποίησης αποδυνάμωσαν το πολιτικό μπλοκ που στήριζε το ΠΑΣΟΚ και συνέβαλαν αποφασιστικά στην πτώση του. Η νεοφιλελεύθερη επίθεση της ΝΔ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 επανέφερε όμως συσπειρώσεις που είχαν αποσαθρωθεί στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και συνέβαλε αποφασιστικά στην αποτυχία του επιθετικού νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος. Παράλληλα βέβαια προετοίμασε το έδαφος για τον ήπιο νεοφιλελευθερισμό της λελογισμένης εκκαθάρισης του ΠΑΣΟΚ, που απέσπασε τρεις διαδοχικές εκλογικές επιβεβαιώσεις αν και με σταδιακή εξασθένιση της ελκυστικότητάς του. Και τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε μια συγκυρία που δείχνει τα όρια του μοντέλου της «εκκαθάρισης με κοινωνικό πρόσωπο» που εφαρμόστηκε, και απαιτεί νέες δυναμικές πρωτοβουλίες πολιτικής συμπύκνωσης. Και ενώ η «φυσιολογική» εξέλιξη θα ήταν η φυγή προς τα εμπρός, αναβιώνουν «κοινωνικές» προσεγγίσεις που θεωρούνταν ξεπερασμένες.

Θα πρέπει εδώ βέβαια να διευκρινίσουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες αναβιώνει το «κοινωνικό». Υπάρχουν σταθερές που ούτε αμφισβητούνται ούτε εκπίπτουν: η δημοσιονομική πειθαρχία, η προσήλωση στις αξίες του σύμφωνου σταθερότητας, ο περιορισμός των ελλειμμάτων, η μείωση του χρέους, η συγκράτηση των κρατικών δαπανών. Μάλιστα η «μικρά Ελλάς» είναι στην πρώτη γραμμή της κοινοτικής «ορθοδοξίας», υπεραμυνόμενη των κατευθύνσεων του συμφώνου σταθερότητας απέναντι στις παρασπονδίες των «ισχυρών» (Γαλλία, Γερμανία …) που ήδη βρίσκονται σε ζώνη εκτός των «δημοσιονομικών ισορροπιών». Και οι λόγοι γι’ αυτό ανάγονται σε μια «ελληνική ιδιαιτερότητα» που είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή απέναντι στην ευρωπαϊκή συγχορδία. Αρκεί να αντικρίσει κανείς την αντικειμενική καθαρότητα των μακροοικονομικών δεδομένων.

Η μακρά περίοδος εκκαθαριστικών και περιοριστικών πολιτικών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει φέρει απτά αποτελέσματα. Οι οικονομίες διέρχονται φάση αντιπληθωρισμού με σχεδόν μηδενική ανάπτυξη, δραστική συρρίκνωση των δαπανών για επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, συστηματική αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος της εργασίας, εκ βάθρων αναδιάρθρωση των τεχνολογικών και οργανωτικών δεδομένων της καπιταλιστικής παραγωγής με παράλληλη ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, καθώς κάθε θεσμική προστασία της εργασίας γίνεται αντιληπτή μόνο ως περιοριστικός παράγων για την απρόσκοπτη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Ο αντιπληθωρισμός συνιστά το φάντασμα που πλανάται πάνω από την Ευρώπη αυτή την περίοδο και επιτάσσει τη λήψη μέτρων προκειμένου να αποτραπεί η είσοδος των ευρωπαϊκών οικονομιών στο βαθύ τούνελ της ανατροφοδοτούμενης ύφεσης.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω η Ελλάδα διανύει το όγδοο συνεχόμενο έτος οικονομικής ανάκαμψης που χαρακτηρίζεται από διαφορετικά δεδομένα: εκκαθαριστικές πολιτικές που πλήττουν την εργασία αλλά και βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, ως συνέπεια των ψηλών ρυθμών κεφαλαιακής συσσώρευσης: αύξηση της ζήτησης και ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, μείωση του σχετικού κόστους εργασίας και άνοδος της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη διετία 2003-04 ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ προβλέπεται σε 3,7%, έναντι 1,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αντίστοιχα, οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό αυξήθηκαν το 2002 κατά 3,4% στην Ελλάδα, έναντι μείωσης κατά 4,8% στην ΕΕ-15 κατά το ίδιο έτος. Για την οκταετία 1996-2004 ο ίδιος δείκτης προβλέπεται να παρουσιάσει μέση ετήσια μεταβολή 9,3% στην Ελλάδα, έναντι 4,2% στην ΕΕ-15.

Η Ελλάδα έχει λοιπόν την πολυτέλεια αυτή την περίοδο να υπεραμύνεται των «αρχών» της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης γιατί δεν αντιμετωπίζει το φάσμα της ύφεσης και στασιμότητας στον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας. Και ταυτόχρονα δύναται να φλυαρεί περί των «κοινωνικών διαστάσεων» που απορρέουν από τη διαδικασία μεγέθυνσης του παραγόμενου πλούτου, διότι ακριβώς η συντήρηση ενός πενιχρού βιοτικού επιπέδου για τις εργαζόμενες τάξεις δεν θέτει σε αμφισβήτηση την ολοένα αυξανόμενη ιδιοποίηση υπεραξίας: τα οφέλη από την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας επιμερίζονται κατά μέγιστο μέρος στον «συντελεστή παραγωγής» με το μεγαλύτερο «ειδικό βάρος», το κεφάλαιο.

Το εκκρεμές της πολιτικής

Υπάρχει κατ’ αρχάς μια συνηθισμένη διακύμανση των «κοινωνικών ευαισθησιών» που ακολουθεί τον εκλογικό κύκλο. Με διάφορα προσχήματα, το ΠΑΣΟΚ από το 1993 μέχρι σήμερα ανακαλύπτει ξανά και ξανά τη «δημοσιονομική πειθαρχία» αμέσως μετά από τις νίκες του στις εκλογές, είτε ως εξωτερική επιταγή («οικονομική σύγκλιση») είτε ως αιφνίδια έκλαμψη μετά από «θεία αποκάλυψη» (περιορισμός του εξωτερικού χρέους). Όμως, η ίδια «πειθαρχία» που ακυρώνει τις όποιες προεκλογικές επαγγελίες κοινωνικής ευαισθησίας με το πρόσχημα του οικονομικού ορθολογισμού, προκρίνεται σήμερα από το ΠΑΣΟΚ ως ο από μηχανής θεός της υποτιθέμενης κοινωνικής μεταστροφής: το «πλεόνασμα ανάπτυξης» που οφείλεται στη δημοσιονομική πειθαρχία του παρελθόντος επιτρέπει σήμερα την κοινωνική «αναδιανομή» και δυνητικά την κοινωνική «υποσχετική» του αύριο. Γιατί όμως αύριο (δηλαδή μετά τις εκλογές) να μην ισχύσει και πάλι η αντίστροφη λογική της περιοριστικής πολιτικής, προκειμένου να υπάρξει ένα ακόμα μεγαλύτερο «αναπτυξιακό πλεόνασμα» προς διανομή πριν την επόμενη εκλογική αναμέτρηση;

Αλλά και η ΝΔ είναι εξαιρετικά «κοινωνικά ευαίσθητη» την περίοδο που διανύουμε. Μόνο που η «κοινωνική ευαισθησία» της στηρίζεται σε μια εικόνα οικονομικής εξαθλίωσης που παρουσιάζει την Ελλάδα σαν χώρα με χαρακτηριστικά ανάλογα των καπιταλιστικών θυλάκων της Λατινικής Αμερικής. Η ΝΔ έχει υιοθετήσει μια προσπάθεια προσεταιρισμού όλων των κοινωνικών αντιστάσεων στις κυβερνητικές πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και εκκαθάρισης μέσα στην κρίση. Στο πλαίσιο αυτό υπερθεματίζει στις πολιτικές κοινωνικής προστασίας («ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα»), οι οποίες άλλωστε είναι και οι πιο ευάλωτες στις αυριανές συγκυριακές διακυμάνσεις (απαξίωση μέσω πληθωρισμού ή περιορισμός λόγω της «ανάγκης δημοσιονομικής πειθαρχίας»). Παράλληλα, παραμένει σε ακόμη περισσότερο γενικόλογες τοποθετήσεις από εκείνες της κυβέρνησης, αναφορικά με το απόθεμα που θα χρηματοδοτήσει τις αυριανές κοινωνικές παροχές: η επιτάχυνση της ανάπτυξης και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας θα στηρίξει την αυριανή κοινωνική πολιτική...

Το πλεονέκτημα που διαθέτει το ΠΑΣΟΚ σε αυτή τη συγκυρία συνίσταται στο γεγονός ότι μπορεί να υλοποιεί –επιλεκτικά και υπό χρονική αίρεση και αναστολή– κάποιες από τις υπεσχημένες πολιτικές. Μπορεί να βελτιώνει οριακά την εισοδηματική κατάσταση κάποιων αγροτών, των ανέργων, των «ευπαθών κοινωνικών ομάδων» και ταυτόχρονα να υπόσχεται δυναμικές αναπροσαρμογές για το μέλλον. Και σ’ αυτό στοχεύει το «πακέτο Σημίτη»: στη σηματοδότηση μιας έμπρακτης «κοινωνικής ευαισθησίας» σε αρμονία με την παραδοσιακή φιλολαϊκή ταλάντωση του πολιτικού εκκρεμούς προ των εκλογών, αλλά και ως προάγγελος των κατευθύνσεων που υποτίθεται ότι θα ισχύσουν σε ενδεχόμενη νέα κυβερνητική θητεία.

Όμως, ίσως περισσότερο ενδιαφέρον και από αυτά τα ίδια τα μέτρα, το χρονισμό και τη συμβολή τους στην αντιστροφή ή μη του πολιτικού κλίματος ή την επίδραση που θα ασκήσουν στο εκλογικό αποτέλεσμα, έχει αυτή καθεαυτή η πολιτική κατεύθυνσή τους. Ένα σημαντικό μέρος των ενισχύσεων πηγαίνει σε αγρότες (συνταξιούχους και μη) και αποτελεί πολύ ισχνή ανταπόδοση για το κόστος αναδιάρθρωσης του αγροτικού τομέα που υφίστανται. Ένα άλλο σημαντικό τμήμα του πακέτου αφορά αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις του δημοσίου, που έχουν συμπιεστεί γι’ αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ συνοδεύεται από επέκταση της μερικής απασχόλησης στο δημόσιο. Τέλος, από τα κονδύλια που προορίζονται για την ενίσχυση των ανέργων μόνο το 1/8 καταλήγει σε αυξημένα επιδόματα ανεργίας, ενώ όλα τα άλλα είναι αμυντικά και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ενισχύουν τις επιχειρήσεις για να μειώσουν το κόστος εργασίας.

Σε απάντηση των κυβερνητικών εξαγγελιών, και για να διασκεδάσει την αμηχανία που κατέλαβε πολλά από τα στελέχη της για τον αντίκτυπο του «πακέτου Σημίτη» στο εκλογικό σώμα, η συνταγή που πρόβαλε η ΝΔ στην προοπτική ανάληψης της διακυβέρνησης εκ μέρους της δεν προξενεί την παραμικρή έκπληξη: ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας με επικράτηση φιλελεύθερων πολιτικών που προωθούν τον ανταγωνισμό και τις διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία και το κράτος. Δηλαδή σε απλά ελληνικά ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, υπαγωγή των προσδοκιών της εργασίας στους «εθνικούς στόχους» ανταγωνιστικότητας και απελευθέρωσης των αγορών, προσάρτηση της εργασίας στο όχημα του κεφαλαίου. Και ως αντιστάθμισμα στις «κοινωνικές απώλειες» της νέας συσσώρευσης, το «φιλόπτωχο ταμείο» ενός απροσδιόριστου κατά τα άλλα «Κοινωνικού Fund» που θα λειτουργεί ως κοινωνική ελεημοσύνη.

Η νέα «κοινωνικότητα» της πολιτικής των δύο μεγάλων κομμάτων έχει λοιπόν κοινό παρονομαστή παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις. Ενώ στο παρελθόν, την εποχή που δεν είχε ακόμη εξανεμιστεί η δυναμική της μεταπολιτευτικής ευφορίας, το «πολιτικό» σηματοδοτούσε μια έστω και στρεβλή αναφορά στους κοινωνικούς συσχετισμούς και τα ίχνη τους στη συγκυρία, σήμερα το «κοινωνικό» από το οποίο αντλεί επιχειρήματα τόσο η πολιτική του ΠΑΣΟΚ όσο και της λαϊκής δεξιάς έχει ως κοινό παρονομαστή τις αγορές: πρόκειται για «κοινωνικές» αναφορές που εκτείνονται από την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων στην παγκόσμια αγορά, έως την επιδότηση των επιχειρήσεων για την καταπολέμηση της ανεργίας και την αποφυγή στρεβλώσεων στην αγορά εργασίας, ή την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας με φοροαπαλλαγές προκειμένου να τροφοδοτηθεί η ανάπτυξη –διευρύνοντας έτσι τα περιθώρια της κοινωνικής πολιτικής. Σε αυτή την κολυμβήθρα του επικαθορισμού του «κοινωνικού» από τις αγορές, ή ακόμη σαφέστερα μιας συμβολικής άσκησης κοινωνικής πολιτικής μέσω των αγορών, οι όποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων χάνουν τη σημασία τους.

Η επιστροφή του «κοινωνικού» πραγματοποιείται αυτή τη φορά και ως φάρσα και ως τραγωδία: αποτελεί εμπαιγμό για όσους πραγματικά εξαρτώνται από τα ψίχουλα κοινωνικής πολιτικής, εναποθέτει την κοινωνική αλληλεγγύη στις αόρατες χείρες των αγορών και αποποιείται της ευθύνης για τις παράπλευρες απώλειες της ανάπτυξης, τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ανεργίας, την επίμονη μακροχρόνια ανεργία, την παντελή έλλειψη κοινωνικής προστασίας για τους οικονομικούς μετανάστες, την ανεξέλεγκτη ελαστικοποίηση της εργασίας στις σκιώδεις περιοχές των οικονομικών δραστηριοτήτων. Το «κοινωνικό» είναι πλέον κατανοητό ως κοινωνική ελεημοσύνη των ισχυρών, ως φιλανθρωπική δραστηριότητα των αγορών.

Με αυτό τον τρόπο, η συντριπτική υπεροχή του κεφαλαίου στον συσχετισμό δύναμης με την εργασία δίνει τη δυνατότητα στους διεκδικητές της νέας λαϊκής εντολής να προχωρήσουν στην τελετουργία της αναμέτρησης έχοντας καλυμμένα τα «κοινωνικά» νώτα τους.

Μια εκλογική αναμέτρηση «υψηλού ρίσκου»

Στην επερχόμενη εκλογική μάχη θα παγιωθούν τάσεις που άρχισαν να διαφαίνονται και στις εκλογές του 2000.

Το ΠΑΣΟΚ όλο και λιγότερο θα στηριχθεί στην παραδοσιακή επίκληση της κοινωνικής αναμέτρησης των «δυο κόσμων», παρά το γεγονός ότι τα πολιτικά αντανακλαστικά του θα την επαναφέρουν στην ημερήσια διάταξη τις παραμονές των εκλογών. Η «ισχυρή Ελλάδα» απλώς θα μπορέσει να μοιράσει στους «ασθενέστερους» το «αναπτυξιακό πλεόνασμα» του ενισχυμένου ειδικού βάρους της στις αγορές και τις διεθνείς ισορροπίες. Η πρόγευση της εκλογικής θεματολογίας που μας δόθηκε με τις ομιλίες Σημίτη και Καραμανλή στη ΔΕΘ επιβεβαιώνει ότι τα διλήμματα που θα προβληθούν θα εγκαλούν τα πλέον συντηρητικά ανακλαστικά της νεοελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας:

Από τη μια πλευρά ο εκβιασμός με την Ολυμπιάδα, η επίκληση της έλλειψης «κυβερνητικής εμπειρίας» της ΝΔ, η αίγλη της διαχειριστικής δεινότητας κατά την Ελληνική Προεδρία, η επίκληση «εθνικών θεμάτων» μεταξύ των οποίων και η είσοδος της Τουρκίας στην ΕΕ, αποτελούν μερικές μόνον όψεις των μηχανισμών που θα επιχειρήσουν να συνθλίψουν τις εκλογικές επιλογές στο «μονόδρομο» της «προοδευτικής ψήφου».

Από την άλλη πλευρά, η ΝΔ προβάλλει με τον πιο καθαρό τρόπο τη «νέα» αντίληψη για άσκηση κοινωνικής πολιτικής μέσω ενός «Κοινωνικού ταμείου» αλληλοβοήθειας για τις «ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες», διανθισμένη βέβαια και με τις απίστευτες «δεσμεύσεις» για «ισχυρότερη ανάπτυξη» και «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας», μαζί με τις πάγιες ρητορείες για «αποκατάσταση της διαφάνειας» και «πάταξη της διαφθοράς», ώστε να μην ατονήσει η παραδοσιακή εικόνα του «κόμματος της τάξης», που τόσο ελκύει τον «λαό των νοικοκυραίων».

Δεν απαιτείται ιδιαίτερη ιδεολογική διεισδυτικότητα ή πολιτική ενόραση για να διακρίνει κανείς πως η πολιτική των δύο μεγάλων κομμάτων μετατρέπει την επερχόμενη αναμέτρηση σε μια από τις πλέον συντηρητικές εκλογές της μεταπολεμικής περιόδου: το «φως» των έμπειρων διαχειριστών οι οποίοι φροντίζουν να μη διακυβευτούν τα «επιτεύγματά» τους, με το «σκότος» των αναπαλαιωμένων losers που αναγκάζονται να στιγματίζουν το φωτεινό αντικείμενο των επιθυμιών τους, την «καθεστωτική λογική» των άλλων. Δεν υπάρχει ούτε ένα, έστω και συμβολικό στοιχείο στη μάχη αυτή που να παραπέμπει, ακόμα και με τον πλέον στρεβλό και διαμεσολαβημένο τρόπο, σε αναμετρήσεις ή διακυβεύματα που φέρουν ένα ελάχιστο κοινωνικό στίγμα. Αντιθέτως, το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα της αναμέτρησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ταύτιση του «κοινωνικού» με τη φιλανθρωπία, με τη φιλανθρωπική διάθεση του «πλεονάσματος» των αγορών, με την κοινωνική ελεημοσύνη του κεφαλαίου.

Μπορούμε λοιπόν να εικάσουμε ποιο θα είναι το κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση: η τετραετία που θα ακολουθήσει θα είναι υψηλού ρίσκου για όσους βρίσκονται στην αδύνατη πλευρά των συσχετισμών, για τους εργαζόμενους, τους ηττημένους των κοινωνικών ανακατατάξεων, για τους απόκληρους της «ισχυρής Ελλάδας». Οι οποίοι μπορούν όμως να κοιμούνται ήσυχοι αφού είναι πλήρως απαλλαγμένοι από διλήμματα και βασανιστικές επιλογές. Η «ισχυρή Ελλάδα» του κεφαλαίου τους αφήνει μόνο μια επιλογή: κορώνα – χάνω, γράμματα – κερδίζεις.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή