Σημείωση για τη σχέση Αλτουσέρ και Χέγκελ Εκτύπωση
Τεύχος 87, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2004


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΑΛΤΟΥΣΕΡ ΚΑΙ ΧΕΓΚΕΛ[1]

του Σπύρου Λαπατσιώρα


1. Γενικά για τον χαρακτήρα της παρέμβασης του Αλτουσέρ.

Ο Αλτουσέρ, όπως παρουσιάζει ο ίδιος το έργο που αναλαμβάνει, επιχείρησε μία ανάγνωση των κειμένων του Μαρξ. Η λέξη «ανάγνωση» δεν είναι αθώα και δεν πρέπει να ληφθεί με κάποιο τρέχον νόημα ή σημασία που αποδίδουμε στον όρο. Διαβάζω (ή αναγιγνώσκω) σημαίνει ότι εφοδιασμένος με ένα σύνολο κανόνων που μου εξασφαλίζονται από την «παιδεία μου», οικειοποιούμαι ένα κείμενο και αποδίδω ένα νόημα στα σύμβολα και περαιτέρω στις λέξεις και τις προτάσεις που σχηματίζονται στο χαρτί. Δηλαδή παράγω «το» νόημα του κειμένου και κλείνοντας το βιβλίο λέω (φωναχτά ή όχι) «να τι ήθελε να πει αυτό που διάβασα»[2].

Με αυτές τις λίγες διευκρινήσεις νομίζω ότι είναι εμφανές ότι τόσο στον όρο «ανάγνωση» όσο και στην πραγματική διαδικασία της ανάγνωσης ενός κειμένου συσσωρεύονται και εγείρονται πολλαπλά ζητήματα που αφορούν τόσο το γεγονός (θεωρητικό ή υλικό) της παρουσίας ενός κειμένου όσο και των κανόνων με τους οποίους συνδυάζουμε λέξεις και προτάσεις και αποδίδουμε ένα νόημα. Αλλά δεν αφορούν αυτά μόνο την εκπαίδευση ή την κουλτούρα ή τη διαδικασία παραγωγής βιβλίων και των μηχανισμών επικύρωσής τους ως «άξιων προς ανάγνωση». Ή, για να περιορίσουμε αυτά τα εισαγωγικά σχόλια, αφορούν τα παραπάνω με την έννοια ότι κάθε ανάγνωση συντελείται με τη χρήση εργαλείων που παρέχουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί που έχουν δράσει επάνω μας, και μας καθιστούν ικανούς να παράγουμε το νόημα ενός κειμένου, «καταναλώνοντάς» το και να αποτιμήσουμε τη σημασία αυτών που διακυβεύονται εντός του, στη συνάφειά τους με άλλα που διακυβεύονται εκτός του.

Με αυτά τα σχηματικά και, αυστηρά μιλώντας, παραπλανητικά σχόλια, μπορούμε να αντιληφθούμε τη σημασία του εγχειρήματος «διαβάζω το Κεφάλαιο»[3].

Ειδικότερα όταν πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο διατείνεται ότι επιτελεί μία κριτική και επαναστατική λειτουργία, τότε η ανάγνωσή του προϋποθέτει ότι πρέπει να επερωτήσουμε τα ίδια τα σχήματα σκέψης και τους κανόνες με τους οποίους το προσλαμβάνουμε. Ειδικότερα στο βαθμό που αναζητάμε τη Μαρξική φιλοσοφία, η οποία υπάρχει εν δράσει στο Κεφάλαιο αλλά δεν διατυπώνεται ρητά, πουθενά από τον Μαρξ.

Ο Αλτουσέρ προσδιορίζει το εγχείρημά του ως το εγχείρημα ενός κομουνιστή φιλόσοφου. Όπως ο ίδιος έλεγε δεν διάβαζε το Κεφάλαιο ως οικονομολόγος ή ως ιστορικός ή ως οτιδήποτε άλλο, αλλά ως κομουνιστής φιλόσοφος. Θέση η οποία τον οδηγούσε να θέσει ειδικού τύπου ερωτήματα που αφορούν το κείμενο του Κεφαλαίου. Δεν πρόκειται να αναλύσει την έννοια της υπεραξίας για παράδειγμα αλλά να επερωτήσει τις επιστημολογικές προϋποθέσεις της έννοιας.

Ωστόσο η φιλοσοφική ανάγνωση σημαδεύεται και από τη συγκυρία εντός της οποίας συντελείται. Εφόσον αυτή στοχεύει στο να παράγει ένα κείμενο, δηλαδή να παρέμβει σε μία θεωρητική συγκυρία, οφείλει να λάβει υπόψη της ότι η φιλοσοφία αποτελεί σε τελευταία ανάλυση ταξική πάλη στο χώρο της θεωρίας ή με μία άλλη διατύπωση επιτελεί μία διπλή αντιπροσώπευση: της επιστήμης στο χώρο της πολιτικής και της πολιτικής στο χώρο της επιστήμης. Ο Αλτουσέρ έγραφε σε μία εποχή όπου η συγχώνευση του εργατικού κινήματος με τη μαρξιστική θεωρία ήταν δεδομένη (ή τουλάχιστον τη λάμβανε ως δεδομένη). Σε μία ιδιαίτερη συγκυρία, η οποία καθόριζε τον τύπο, τα πεδία παρέμβασης και τις αναγκαιότητες αυτής της παρέμβασης.

Σ’ αυτό το κείμενο εκκινώ από μία διαφορετική θέση. Αντικειμενικά η συγκυρία είναι διαφορετική. Επίσης θα επικεντρωθώ σε θέματα που εντάσσονται σε ένα τμήμα της μαρξικής θεωρίας, και αφορούν έννοιες όπως αξία, αφηρημένη εργασία, χρήμα, εμπόρευμα κ.λπ. Με βάση τα παραπάνω θα εξετάσω πώς η φιλοσοφική παρέμβαση του Αλτουσέρ επηρεάζει κάποιες περιοχές στον θεωρητικό χώρο της Πολιτικής Οικονομίας, ίσως όχι άμεσα όσον αφορά τις έννοιες του, αλλά όσον αφορά φιλοσοφικές μορφές που επάγονται από αυτές και τις υποστηρίζουν.

2. Η παρέμβαση Αλτουσέρ

2.1. Ο ιστορικός χρόνος της παρέμβασης.

Το Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο εκδίδεται το 1965. Αυτό το έτος σηματοδοτεί μία συγκυρία στον οικονομικό θεωρητικό χώρο σε σχέση με τις μαρξικές αναλύσεις που αρκετά απλουστευτικά και σε γενικές γραμμές (επομένως ό,τι ακολουθεί δεν αποτελεί αυστηρά χαρτογράφηση μίας συγκυρίας) μπορούμε να την παρουσιάσουμε ως εξής:

Έχει μία μόνιμη συνιστώσα: Το έργο του Μαρξ αντιμετωπίζεται ως ένα έργο που ανήκει στην ιστορία των οικονομικών ιδεών. Επιπλέον το περιεχόμενό του εκλαμβάνεται ως μια εκδοχή ή αποσαφήνιση της θεωρίας που θεμελίωσε ο Ρικάρντο, ή απλά ως το έργο ενός φιλισόφου που ανακατεύει θεολογικές-χεγκελιανές εκφράσεις με οικονομικά αντικείμενα, τα οποία έχει ήδη επεξεργαστεί ο Ρικάρδο. Αυτά από την πλευρά της επίσημης ιστοριογραφίας.

Έχει μία συγκυριακή συνιστώσα: Εμφανίζεται το έργο του Σράφα, ένα αποτέλεσμα του οποίου είναι να ξανατεθεί με οξύ τρόπο το ζήτημα του καθεστώτος των Μαρξικών εννοιών και της ισχύος Μαρξικών αναλύσεων.

Επιπρόσθετα η νεοκλασική θεωρία, μέσω των αναγκών θεμελίωσής της, έχει οδηγηθεί σε μία μαθηματικοποιημένη μορφή παρουσίασης των εννοιών της και των αναλύσεων της[4].

Η παρέμβαση Αλτουσέρ δεν γίνεται σε αυτό τον θεωρητικό χώρο, τον στενά οικονομικό και δεν στοχεύει άμεσα σε αυτά τα θέματα. Ωστόσο οι αναλύσεις του[5] υπήρξαν αποτελεσματικές, με την έννοια ότι πρόσφεραν θεωρητική στήριξη σε προσεγγίσεις άλλων Μαρξιστών σε αυτόν το θεωρητικό χώρο. Επιπρόσθετα, και στο βαθμό που αυτά τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται και σήμερα, νομιμοποιείται με ένα άμεσο τρόπο η επερώτηση των κειμένων του και η αξία των αναλύσεών του πέραν της συγκυρίας γραφής τους.

2.2. Στοιχεία της παρέμβασης

Απαριθμούμε ενδεικτικά στοιχεία της παρέμβασής του[6]:

α) Καταρχάς θέτει το ζήτημα του εννοιολογικού συστήματος του Μαρξ και του τρόπου συγκρότησης των εννοιών. Το ζήτημα του αντικειμένου το οποίο αυτό το εννοιολογικό σύστημα προσπαθεί να γνωρίσει. Δείχνει ότι δεν πρόκειται απλά για την οικονομία, αλλά για μια θεωρία των τρόπων συγκρότησης και αλλαγής των ιστορικών κοινωνιών.

β) Διακρίνει τον Μαρξ τον από τον Ρικάρδο: αναδεικνύει ως καθοριστική την ανάλυση της μορφής της αξίας, που αποτελεί και προνομιακό τρόπο πρόσβασης στο εντελώς διαφορετικό αντικείμενο του Μαρξ, από το αντικείμενο της κλασικής πολιτικής οικονομίας.

γ) Απέναντι στην πρόταση «η αξία ενός εμπορεύματος είναι η ποσότητα εργασίας που έχει δαπανηθεί για την παραγωγή του», δηλαδή απέναντι στη ρικαρδιανή προσέγγιση, αναδεικνύει ότι οι όροι που ενέχονται (εργασία, αξία, υπεραξία[7], κεφάλαιο) αφορούν έννοιες που αποτελούν ή εκφράζουν σχέσεις, σχέσεις παραγωγής και όχι απλά τεχνικά δεδομένα, ομοιογενή μετρήσιμα μεγέθη.

δ) Υπερασπίζεται τη θέση ότι η μαθηματικοποίηση δεν αποτελεί κριτήριο επιστημονικότητας ούτε αναγκαία προσίδια μορφή με την οποία πρέπει να εκτίθενται τα αντικείμενα μίας θεωρίας. Μπορεί να αποτελεί και σημείο τύφλωσης και ελλιπούς συγκρότησης εννοιών, όπως αποτελεί για την οικονομική θεωρία όσο δεν έχει δείξει τα όρια ισχύος του μετρήσιμου και του ποσοτικοποιήσιμου. Η ανάλυση της μορφής της αξίας μάς οδηγεί στην έννοια των σχέσεων παραγωγής (οι οποίες καθορίζουν και τους όρους τους: φορείς και αντικείμενα), οι οποίες δεν «φαίνονται», δεν έχουν την τροπικότητα των αντικειμένων, πολύ περισσότερο ομογενών, μετρήσιμων αντικειμένων[8].

2.3. Η κληρονομιά του Χέγκελ.

Ο Αλτουσέρ όμως μας προειδοποιεί ότι όρος για την ανάγνωση του Κεφαλαίου που επιχειρεί, δηλαδή όρος για την ορθή κατανόηση του περιεχομένου της Μαρξικής ανακάλυψης αποτελεί η απαλλαγή από ορισμένες Εγελιανές προσλήψεις του Μαρξ.

Ας απαριθμήσουμε κάποια από τα ίχνη του Χέγκελ και των εγελιανών ερμηνειών, που διαπιστώνει ο Αλτουσέρ και από τα οποία πρέπει να απαλλαγούμε για να κατανοήσουμε ό,τι διακυβεύεται στο κείμενο του Κεφαλαίου:

1) Το ζήτημα της τάξης παρουσίασης των κατηγοριών στο Κεφάλαιο και της πραγματικής τάξης με την οποία εμφανίζονται στην Ιστορία. Ο Αλτουσέρ αποστασιοποιείται από την αντίληψη που θεωρεί ότι η τάξη παρουσίασης των εννοιών στο Κεφάλαιο αναπαράγει ευθέως την ανάπτυξη της ιστορίας. Μία εκδοχή, ή παραλλαγή αυτού του ζητήματος, αποτελεί η αντίληψη ότι στο Κεφάλαιο εμφανίζεται πρώτα μία κοινωνία απλών εμπορευματοπαραγωγών που αποτελεί το κοινωνικό φόντο που πάνω του αναπτύσσεται η θεωρία της ανταλλαγής και κατόπιν περνάμε στην καπιταλιστική κοινωνία. Μία άλλη εκδοχή είναι εκείνη η οποία θεωρεί ότι η ανάλυση της μορφής της αξίας που επιχειρεί ο Μαρξ περιγράφει την «απλή πρωτογενή μορφή» της αξίας, η οποία διαμορφώθηκε ήδη σε μυθικούς χρόνους, και ως «άμεση ανταλλαγή» αναπτύσσεται μέχρι τις μέρες του καπιταλιστικού συστήματος. Εκδοχές οι οποίες συνεπικουρούνται από αντίστοιχες ερμηνείες «ιστορικού» χαρακτήρα για αρκετές θεμελιώδεις έννοιες της Μαρξικής θεωρίας, όπως το ζήτημα της αφηρημένης εργασίας (ως μίας έννοιας η οποία αποκτά πραγματική υπόσταση στο πρόσωπο του ανειδίκευτου εργαζόμενου με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ερμηνεία που συγχέει κατηγορίες και ταυτίζει την αφηρημένη με την συγκεκριμένη εργασία).

2) Ο Αλτουσέρ ασκεί κριτική στην αντίληψη ότι ο Μαρξ εφάρμοσε απλά τον Χέγκελ, τη φιλοσοφία του Χέγκελ, σε ήδη προδεδομένες κατηγορίες από την Κλασική Πολιτική Οικονομία. Δηλαδή σε μία ερμηνεία η οποία στηρίζει μία υπόθεση συνέχειας του επιστημονικού αντικειμένου που συγκροτεί ο Μαρξ με τα θεωρητικά αντικείμενα που συγκροτούνται από τον Ρικάρδο. Ο Αλτουσέρ μας αποτρέπει από το να κατανοήσουμε τον Μαρξ ως κάποιον ο οποίος ιστορικοποιεί τον Ρικάρδο και δείχνει απλά την έλλειψη ιστορικότητας των εννοιών του Ρικάρδο. Από το να θεωρήσουμε με άλλα λόγια ότι συνδυάστηκαν μέσω της δράσης των εννοιών του Χέγκελ κάποια στοιχεία δεδομένα από τη θεωρία του Ρικάρδο και τα οποία στοιχεία παρέμειναν αναλλοίωτα από αυτή τη συνδρομή. (όπ. π. σ. 305). Κατά τον Αλτουσέρ, το ελάχιστο που πρέπει να αναγνωριστεί είναι ότι μετασχηματίστηκαν δια του συνδυασμού τους. Ο Μαρξ δεν έχει τις έννοιες του Ρικάρδο, υπάρχει ένας πραγματικός μετασχηματισμός του εννοιολογικού πλαισίου μέσω του οποίου ο Μαρξ στοχάζεται ένα άλλο αντικείμενο.

3) Ωστόσο τα κύρια ζητήματα εντοπίζονται στη διαλεκτική και πιο συγκεκριμένα στην έννοια της αντίθεσης/αντίφασης[9] και της αιτιότητας. Παρακάμπτω το ζήτημα της αιτιότητας εφόσον συνδέεται με την ανάλυση της έννοιας της αντίθεσης και δεν συνδέεται άμεσα και εμφανώς με το θέμα μας.

Ο Αλτουσέρ αναπτύσσει μία έννοια της αντίθεσης η οποία εμφανώς διακρίνεται από τις προγενέστερες χρήσεις αυτής της έννοιας στο μαρξιστικό θεωρητικό πεδίο, μέσω της ανισότητας, του επικαθορισμού, του πάντα ήδη δεδομένου όλου και της υλικότητάς της[10]. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι όταν εκφέρει την λέξη αντίθεση/αντίφαση συσχετίζοντας την με τον Χέγκελ σκέφτεται, όπως όλη η εποχή του, την πάλη των τάξεων, δηλαδή την κινητήρια δύναμη της Ιστορίας και τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται τα ιστορικά κοινωνικά φαινόμενα. Η αντίθεση/αντίφαση αποτελεί το φιλοσοφικό όνομα της πάλης των τάξεων[11].

Επομένως ο Χέγκελ στον οποίο άμεσα αντιπαρατίθεται ο Αλτουσέρ είναι ο Χέγκελ που σκέφτεται την οργάνωση της κοινωνίας και της ιστορίας. Ο Χέγκελ που συγκροτεί τα φιλοσοφικά σχήματα σκέψης τα οποία δίνουν τη δυνατότητα να σκεφτούμε την οργάνωση της κοινωνίας και την ιστορία. Τα σχήματα σκέψης φυσικά δεν είναι άμοιρα του ιδιαίτερου αντικειμένου και του τρόπου με τον οποίο αυτό εισήχθη στο θεωρητικό στοχασμό. Ο Αλτουσέρ διαπιστώνει μία ακαταλληλότητα αυτών των σχημάτων για το εγχείρημα της συγκρότησης μίας φιλοσοφίας για τον μαρξισμό. Συμπτώματα της χρήσης αυτών αποτελούν ο εξελικτισμός και ο μεσσιανικός ιδεαλισμός. Μία παραγωγή σχημάτων όπως το θέση - αντίθεση - σύνθεση ή τη περίφημη μετατροπή του ποσοτικού σε ποιοτικό με το παράδειγμα του νερού που βράζει, με τα οποία είναι αδύνατον να σκεφτούν οι μαρξιστές θεωρητικά την ιστορία και την ταξική πάλη.

Είναι χαρακτηριστικό για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται το νόημα του όρου «αντίθεση/αντίφαση» ότι στα θεμελιακά κείμενα με τίτλο «Αντίφαση και επικαθορισμός» και «Για την υλιστική διαλεκτική» (Αλτουσέρ 1978), όταν αναφέρεται στην αντίφαση, «φυσικά» δεν αναφέρεται στην αντίφαση μεταξύ κάποιων κατηγοριών, όπως συνήθως συμβαίνει σε φιλοσοφικά κείμενα. Αναπτύσσει το καθεστώς της έννοιας «αντίφαση» στη Μαρξική θεωρία αναλύοντας τη σχέση μεταξύ του φιλοσοφικού λόγου του μαρξισμού και του αντικειμένου που σκοπεύει μέσω αυτού του λόγου, την ταξική πάλη και την πολιτική, σχέση που την συσχετίζει με την ανάλυση των ιστορικών καταστάσεων που εμφανίστηκε αυτός ο λόγος, όπως για παράδειγμα η επανάσταση των μπολσεβίκων και η αντίληψη του Λενιν γι’ αυτή[12]. Αυτή η διαδικασία ανάλυσης συμπλέκεται με το αίτημα μίας τάσης συγκεκριμενοποίησης, ενός νομιναλισμού τόσο των όρων όσο και των σχέσεων[13], ως αναγκαιότητα για την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας: Να στοχαστεί την ενικότητα των ιστορικών γεγονότων και να διαμορφώσει τα κατάλληλα θεωρητικά σχήματα τα οποία επιτρέπουν την σκέψη πάνω στις συγκυρίες. Δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει αυτούς τους στόχους το απλό μοντέλο αντίθεσης που κληρονόμησαν οι μαρξιστές από τον Χέγκελ. Η έννοια του επικαθορισμού έρχεται να δηλώσει ότι δεν έχουμε ποτέ μία απλή αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά πάντα ένα σύνολο αντιθέσεων που επικαθορίζουν αυτήν και οι οποίες συγχρόνως καθορίζονται στον τρόπο δράσης τους από την πρώτη, σε τελευταία ανάλυση.

Βέβαια θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι θεωρητικά θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια απλή αντίφαση. Ο Αλτουσέρ αντιτείνει πειστικά ότι στην κοινωνία έχουμε πάντα ένα σύνθετο όλο αντιφάσεων και ότι αυτές δεν αποτελούν αναπτύξεις μίας πρωτογενούς αντίφασης. Η ίδια η απλότητα αποτελεί το παράγωγο μίας σύνθετης διαδικασίας. Επομένως, επιχειρηματολογεί, πρέπει να απομακρυνθούμε από το μοντέλο της απλής αντίφασης το οποίο παρέχει ο Χέγκελ.

Αυτή η αντίληψη, αναγκαία κατά τη γνώμη μου για τη μαρξιστική θεωρία και την ανάπτυξή της, φαινόταν να έχει ένα πρόταγμα: πορεία προς τα ίδια τα πράγματα, προς τη συγκρότηση εννοιών ώστε να γίνουν κατάλληλες, επιδεκτικές να γνωρίσουν τα αντικείμενα που σκοπεύουν, προς τη σύλληψη της συνθετότητας του κοινωνικού και ιστορικού χρόνου, προς ό,τι αποτελεί προϋπόθεση για τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Πρόταγμα το οποίο παρήγαγε μία απελευθερωτική προοπτική σε σχέση με τις αφαιρέσεις που κυριαρχούσαν στο μαρξιστικό χώρο εκείνη την εποχή.

Η ανάγνωση Αλτουσέρ, πέραν των άλλων, παρήγαγε τρία επιπλέον ειδικότερα σημεία, που αφορούν άμεσα ή έμμεσα στην έννοια της αξίας:

α) Μία πρόταση ανάγνωσης του Κεφαλαίου: περιληπτικά και αδικώντας την, πρότεινε να αρχίσουμε το διάβασμα του Κεφαλαίου από το 4ο κεφάλαιο και μετά. Παρακάμπτοντας τα τρία πρώτα και επανερχόμενοι σε αυτά εφόσον έχει ολοκληρωθεί η ανάγνωση του Κεφαλαίου.

Αυτή η προτροπή, κατ’ αρχάς, είχε ένα παιδαγωγικό χαρακτήρα. Αν ξεκινούσε κανείς να διαβάζει το Κεφάλαιο χωρίς να έχει διαβάσει τη Λογική του Χέγκελ, ή θα σταματούσε την ανάγνωση γιατί δεν θα καταλάβαινε, θα αισθανόταν κάτι σαν μυστικιστική θεολογία να αναβλύζει από τις σελίδες, ή θα παράκαμπτε τις πρώτες σελίδες. Ακριβώς λόγω του τρόπου παρουσίασης που είναι Εγελιανός. Όχι απλό φλερτ αλλά σε κρίσιμα σημεία άμεσα, αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Όπως το διαγιγνώσκει ο Αλτουσέρ: «Ο Χέγκελ είναι παρών όχι μόνο στην ορολογία αλλά και στην διάταξη της ύλης ήδη από το 1ο Κεφάλαιο στο Τμήμα 1 του 1ου βιβλίου» (Αλτουσέρ χ.χ., σ. 97).

Ωστόσο αυτή η πρόταση είχε και μία κρίσιμη συνέπεια. Πρώτα - πρώτα σε αυτές τις σελίδες εμφανιζόταν η ανάλυση της μορφής της αξίας και το χρήμα, στοιχεία που ο Αλτουσέρ ανάδειξε ως τα ειδικά στοιχεία διάκρισης του Μαρξ από τον Ρικάρδο, στοιχεία που αποτελούν προνομιακή οδό στο μετασχηματισμό που επέφερε η ανακάλυψη του Μαρξ στο θεωρητικό αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας[14].

β) Επιπλέον, ο Αλτουσέρ θέτει το ζήτημα της τάξης παρουσίασης των εννοιών του Κεφαλαίου (ειδικότερα παραπέμπουμε στο Αλτουσέρ 1986). Η εκκίνηση που επιλέγει ο Μαρξ από την έννοια της αξίας επιβάλλει κάποιους περιορισμούς. Πολύ σχηματικά: εφόσον το αντικείμενο στο Κεφάλαιο είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, η εκκίνηση από το εμπόρευμα και την αξία, με μέθοδο να εκτίθενται σε κάθε φάση ανάπτυξης μόνο οι προσδιορισμοί που έχουν θέση σε αυτή τη συγκεκριμένη φάση, δημιουργεί κάποιες «δυσκολίες κατανόησης». Αφενός οι έννοιες παραμένουν για μεγάλο διάστημα μη ολοκληρωμένες, αφετέρου δε τμήματα του αντικειμένου ανθίστανται στην ενσωμάτωσή τους σε αυτή τη γραμμή ανάπτυξης. Φαίνεται επομένως ότι η μέθοδος του Μαρξ επιβάλλει μία άνιση ανάπτυξη του θεωρητικού αντικειμένου και θέτει περιορισμούς στην εννοιολογική κατανόηση, αν δεν γίνει αντιληπτό ότι η συγκρότηση των εννοιών (π.χ. της έννοιας του χρήματος) επιτυγχάνεται μόνο όταν ολοκληρωθεί η όλη ανάπτυξη. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς επομένως μια άλλη μορφή, που να ξεκινάει από μία πολυπλοκότητα. Πέραν της αναλυτικής αξίας που έχει η παρατήρηση αυτή, ασφαλώς προγραμματικού χαρακτήρα, παρατηρούμε ότι αυτό που διακυβεύεται και εδώ είναι η σχέση του Μαρξ με το μοντέλο μίας απλής αντίφασης, φερ’ ειπείν της απλής αντίθεσης ανταλλακτικής αξίας - αξίας χρήσης, ή κεφαλαίου - εργασίας.

γ) Η επίμονη επαναφορά του ζητήματος της μίας απλής αντίφασης οδηγεί τον Αλτουσέρ σε μία νέα θέση σχετικά με το μοντέλο της απλής αντίφασης: «Η θέση αυτή το μόνο πού κάνει είναι ν' αλλάξει τις αναφορές με τις όποιες σκεφτόμαστε τις αντιθέσεις. Πιο συγκεκριμένα, παίρνει τις αποστάσεις της ως προς αυτό που ονόμασα απλή αντίφαση, ας την πούμε έτσι για την ώρα, προκειμένου να προσδιορίσουμε την αντίφαση με τη λογική έννοια του όρου, η οποία αντιπαραθέτει δύο ίσες ενότητες, που σηματοδοτούνται μόνον αντιθετικά, + ή –, Α και όχι –Α. Όμως, αν μπορώ να υπερβώ αυτά πού υποστήριξα στα πρώτα μου δοκίμια, αλλά προς την ίδια διεύθυνση, θα έλεγα ότι η αντίφαση, όπως μας παρουσιάζεται στο Κεφάλαιο, διακρίνεται από την εκπληκτική ιδιαιτερότητα να είναι άνιση, να αντιπαραθέτει αντίθετα μεγέθη, που δεν προκύπτουν από την αντίστροφη σηματοδότησή τους, αλλά γιατί βρίσκονται σε σχέση ανισότητας, η οποία αναπαράγει αδιάκοπα τους όρους ύπαρξής της από μόνο το γεγονός αυτής της αντίφασης. Αναφέρομαι, λόγου χάρη, στην αντίφαση που διατηρεί ενεργό τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής καταδικάζοντάς τον συγχρόνως μακροχρόνια, στην αντίφαση της σχέσης παραγωγής στο καπιταλιστικό σύστημα, στην αντίφαση που διαιρεί την κοινωνία σε τάξεις, όπου συγκρούονται δυο κυρίως κοινωνικές τάξεις που είναι εξόφθαλμα άνισες: η κεφαλαιοκρατική τάξη και η εργατική τάξη. Η εργατική τάξη δεν είναι το αρνητικό της κεφαλαιοκρατικής τάξης, η κεφαλαιοκρατική τάξη με σημείο –, απογυμνωμένη από τα κεφάλαιά της και από τις εξουσίες της, και η κεφαλαιοκρατική τάξη δεν είναι η εργατική τάξη με το σημείο + μπροστά της, με το σημείο δηλαδή του πλούτου και της δύναμης. Δεν έχουν την ίδια ιστορία, δε ζουν στο ίδιο περιβάλλον, δε διεξάγουν ίδιους ταξικούς αγώνες, δε διαθέτουν τα ίδια μέσα, και παρ' αυτά συγκρούονται, και τούτο αποτελεί φανερή αντίφαση, εφόσον η σχέση της σύγκρουσής τους αναπαράγει τους όρους της ίδιας της σύγκρουσης, αντί να τους υπερβεί μέσα στην ωραία συμφιλίωση του χεγκελιανού φιλοσοφικού συστήματος» (Αλτουσέρ 1983α, σ. 143).

Η ανισότητα φυσικά παραπέμπει στο σύνθετο επικαθορισμένο προδεδομένο όλο. Επίσης παραπέμπει ως δείκτης στην ανάλυση των όρων που καθιστούν την αντίφαση άνιση, στην υλικότητα της ταξικής πάλης. Ωστόσο, ένας σύντομος σχολιασμός του πιο πάνω μεγάλου αποσπάσματος μας επιτρέπει να εξάγουμε μερικά συμπεράσματα:

1) Πρώτα-πρώτα υπάρχει μη-παραίτηση από τη χρήση του φιλοσοφικού ονόματος της ταξικής πάλης. Παρά την απαίτηση της συγκεκριμενοποίησης διεκδικούμε τη χρήση και την αναφορά στην αντίφαση.

2) Επίσης υπάρχει μη-παραίτηση από ένα υπόδειγμα μίας απλής αντίφασης. Έχουμε μία σχέση αντίφασης, τη σχέση παραγωγής, που συγκροτεί τους όρους της (τις δύο τάξεις) ως διαφορετικούς αλλά αντίθετους και η αντίθεσή τους, η αντινομική τους συγκρότηση, αναπαράγει τη σχέση αντίφασης. Νομίζουμε ότι αυτό που διακυβεύεται είναι ότι από μία άποψη η απλή αντίφαση παραμένει. Ας πούμε ,στο Μαρξικό έργο ως η ταξική πάλη στο επίπεδο του αφηρημένου τρόπου παραγωγής. Επομένως παραμένει κάτι που εγγενώς από τη μία πλευρά πρέπει να τεθεί υπό τους όρους του σύνθετου όλου αλλά από την άλλη πλευρά έχει μία αναλυτική αξία. Με ένα διαφορετικό τρόπο, ας πούμε ότι δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από το φιλοσοφικό όνομα αντίφαση εφόσον αυτό σηματοδοτεί μία ορισμένη θέση στο φιλοσοφικό θεωρητικό χώρο και μία οφειλή του Μαρξ στον Χέγκελ. (Αναλυτικότερα βλ. σε Μπαλιμπάρ χχ, σ. 55-56).

3) Διακρίνεται από το μοντέλο μίας καθαρής αντίφασης με τον όρο «άνιση». Όρος ο οποίος παραπέμπει, ως έννοια-δείκτης, προς ό,τι αποτελεί τις προϋποθέσεις της ανισότητας, άρα προς τη συγκεκριμενοποίηση και την υλικότητα.

4) Διακρίνεται από ορισμένες αναγνώσεις της εγελιανής αντίφασης αλλά πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει εγελιανή «εκφορά», ή καλύτερα ανάγνωση ενός υποδείγματος απλής αντίφασης. Με μία ορισμένη ανάγνωση του Χέγκελ δεν έχουμε την αντιπαράθεση δύο ίσων ενοτήτων που σηματοδοτούνται αντιθετικά. Τα αντίθετα μεγέθη επίσης δεν είναι αντίθετα επειδή σηματοδοτούνται αντιθετικά, αλλά επειδή συγκροτούνται ως όροι ή σχέσεις αντινομικές από τη σχέση παραγωγής τους και η σχέση αυτή μπορεί να αναπαράγει τις προϋποθέσεις της από το γεγονός της αντιφατικής «φύσης» της[15].

Αλλά εδώ αγγίζουμε πλέον κάποια άλλα συμπεράσματα: Αφενός μπορούμε να σκεφτούμε την έμμονη αναφορά του Αλτουσέρ στον Χέγκελ. Μία επαναλαμβανόμενη αναφορά της απόστασης που πρέπει να πάρουμε από αυτόν αλλά και της οφειλής στη σκέψη του. Μία κίνηση η οποία συνίσταται σε δύο κινήσεις: α) Λέει «ο» Χέγκελ, στον ενικό. Αλλά προφανώς πρόκειται για έναν Χέγκελ, γιατί όπως υπάρχουν φιλοσοφικές αναγνώσεις του Μαρξ υπάρχουν και αναγνώσεις του Χέγκελ, γεγονός που επικυρώνει και η παράδοξη πρόταση του Αλτουσέρ: «Εδώ και 150 χρόνια κανείς δεν κατάλαβε τον Χέγκελ. Για να κατανοήσει κανείς τον Χέγκελ, θα έπρεπε πρώτα να μελετήσει κατά βάθος και να κατανοήσει το Κεφάλαιο του Μάρξ» (Αλτουσέρ χ.χ., σ. 111). Δηλαδή θα μπορούσε να υπάρχει και ένας άλλος Χέγκελ: ας πούμε όχι ένας φιλόσοφος της ιστορίας, όπου τα σχήματά του παραπέμπουν με άμεσο τρόπο στην εξήγηση των εν χρόνω μεταβολών, αλλά ένας φιλόσοφος της έννοιας, όπου τα σχήματά του παραπέμπουν στον τρόπο συγκρότησης και αλλαγής εννοιών και νοήματος[16]. β) Λέει ότι πρέπει να απομακρυνθούμε από αυτόν, αλλά προϋπόθεση αυτής της απομάκρυνσης, είναι η παρουσία αυτού που πρέπει να αποτινάξουμε. Αυτή η παρουσία νοείται όμως και υπό την προοπτική του δεσμού και της οφειλής σε αυτό τον λόγο από τον οποίο δεν πρέπει απομακρυνθούμε. Αυτός ο δεσμός έχει πάντα δύο ονόματα: α) Αντίφαση. β) Διαδικασία χωρίς υποκείμενο και τέλος (Αλτουσέρ 1983β, σ. 51-63). Η επεξεργασία των όρων απομάκρυνσης δεν συνιστά επομένως παρά ένα αίτημα στοχασμού μίας αντινομικής σχέσης που συγκροτεί τους όρους της ως εσωτερικούς σε αυτήν, με το όνομα επικαθορισμός και υλικότητα.

Έτσι δεν προξενεί έκπληξη αν η διατύπωση που επιλέγει ο Αλτουσέρ για την απλή αντίφαση του Μαρξ μπορεί να τεθεί με εγελιανή μορφή ή καλύτερα να την σκεφτούμε ως εγελιανή «εκφορά». Παρόμοια δεν προξενεί έκπληξη ότι η ανάγνωση που προτείνει ο Ρανσιέρ για τη μορφή της αξίας (ενδεικτικά μία ανάγνωση που όσον αφορά το ζήτημα της μορφής της αξίας αντιπαραθέτει τον Μαρξ στον Καντ κυρίως και όχι μία ανάγνωση που αντιπαραθέτει τον Μαρξ στον Χέγκελ· μάλιστα μία ανάγνωση που αντιπαραθέτει τον Μαρξ στον Καντ σε σημεία που και ο Χέγκελ αντιπαρατέθηκε) μπορεί να τεθεί με Εγελιανούς όρους. Στα ζητήματα αυτά ωστόσο δεν μπορώ να επεκταθώ περαιτέρω εδώ, με δεδομένο μάλιστα ότι αυτά περιπλέκονται αν στοχαστούμε την ανάλυση του Αλτουσέρ για τη σημασία τού να τεθεί κάτι υπό φιλοσοφική μορφή, ή διαφορετικά το πρόταγμά του για μια νέα φιλοσοφική πρακτική (Αλτουσέρ 1994, ειδικά το κείμενο «Ο μετασχηματισμός της φιλοσοφίας»). Διαφορετικά: ανεξάρτητα από τον αν ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον Χέγκελ ή και ο ίδιος ο Αλτουσέρ διατηρεί κάποιους δεσμούς με αυτόν, πάντα τίθεται το θέμα: ποια φιλοσοφία αρμόζει για τον μαρξισμό ως σύστημα εννοιών;

Θέτοντας αυτό το ερώτημα, θα αρκεστώ σε μερικές περαιτέρω ενδείξεις αναφορικά με τον «δεσμό» με και την οφειλή προς τον Χέγκελ.

3. Εγελιανές αναπτύξεις


3.1. Αναγνώσεις του Μαρξ με εγελιανά «ματογυάλια».

Υπάρχουν αρκετές αναγνώσεις του Κεφαλαίου που εμπνέονται, ρητά, από τον Χέγκελ. Στη μορφή που μας ενδιαφέρει εδώ, (δηλαδή, αφενός, στον προσανατολισμό τους σε μία ανάγνωση του Χέγκελ της Λογικής, του Χέγκελ ως φιλοσόφου της έννοιας, και αφετέρου, στην ανάδειξη του ζητήματος της μορφής της αξίας και της σημασίας που έχει για την συγκρότηση της Μαρξικής θεωρίας), εμφανίζονται χονδρικά μετά το 1970.

Εμείς θα ακολουθήσουμε μία από αυτές. Διεκδικεί το τίτλο «συστηματική διαλεκτική» ή «νέα διαλεκτική» και αυτοσυστήνεται ως μία διαλεκτική που αντιπαρατίθεται στην «ιστορική διαλεκτική»[17]. Πρόκειται για μία προσέγγιση που επερωτώντας τη σχέση Χέγκελ-Μαρξ ανασυγκροτεί και τους δύο. Εστιάζει στη θεωρητική δυνατότητα να αποτυπωθούν οι σχέσεις που συγκροτούν μία δεδομένη κοινωνική τάξη πραγμάτων, και όχι μία ιστορικού τύπου διαλεκτική της ανόδου και της πτώσης των συστημάτων. Από αυτή την πλευρά, μεθοδολογικά, η προσέγγιση αυτή βρίσκεται πολύ κοντά στον προγραμματικό στόχο του Αλτουσέρ για τη συγκρότηση της έννοιας μίας κοινωνίας «σε συγχρονικό επίπεδο».

Οι θεωρητικοί του ρεύματος αυτού αντιτίθενται σταθερά στην ομογενοποίηση που επιβάλλει η φυσικοποίηση των οικονομικών κατηγοριών, η αναγωγή τους απλά σε τεχνικά δεδομένα και προδεδομένες κατηγορίες και στην συνακόλουθη μαθηματικοποίηση, η οποία προσπερνά το ζήτημα της συγκρότησης των εννοιών, και καταδείχνουν τα όρια της ποσοτικοποίησης.

Τοποθετούνται με ένα Χεγκελιανό τρόπο ενάντια στη χρήση των διαλεκτικών τριάδων θέση-αντίθεση-σύνθεση, την εφαρμογή κενών σχημάτων σε προδεδομένα περιεχόμενα που δεν κομίζουν καμία γνώση και εστιάζουν στη διαλεκτική ως μία λογική συγκρότησης κατηγοριών και εννοιών.

Θέτουν στον Μαρξ το ερώτημα της αντιστροφής που ισχυρίζεται ότι έκανε στη διαλεκτική του Χέγκελ, παρατηρώντας ότι είναι αρκετά παράξενο και αντιχεγκελιανό να σκεφτόμαστε ότι διατηρούμε τη λογική του Χέγκελ (την μέθοδο) και αλλάζουμε της υλικές της προϋποθέσεις.

Δεν διαβάζουν το Κεφάλαιο θέτοντας το ερώτημα της σχέσης μεταξύ τάξης εμφάνισης των κατηγοριών και της τάξης εμφάνισής τους στην ιστορία. Δεν απαιτείται να αναζητηθεί μία τέτοια σχέση, εφόσον το ενδιαφέρον βρίσκεται στο τρόπο συγκρότησης των εννοιών. Το Κεφάλαιο αποτελεί μία συστηματική έκθεση κοινωνικοοικονομικών κατηγοριών, που ανασυγκροτεί τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής στη σκέψη, ως αντικείμενο σκέψης από την πιο αφηρημένη ως την πιο συγκεκριμένη κατηγορία.

Χαρτογραφούν τη μορφή της αξίας ως σημαντική κατηγορία που χαρακτηρίζει τη Μαρξική θεωρία και αποτελεί την ειδοποιό διαφορά της από τις άλλες θεωρητικές οικονομικές προσεγγίσεις. Θέτουν το αίτημα για μια χρηματική θεωρία της αξίας. Αίτημα το όποιο απουσιάζει τόσο από τη νεοκλασική θεωρία όσο και από τη νεορικαρδιανή, που αποτυγχάνουν να δουν ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις εμφανίζονται ως χρηματικές σχέσεις και ότι το χρήμα αποτελεί κεντρικό ζήτημα για κάθε επαρκή θεωρία του κεφαλαίου.

Θέτουν το ζήτημα της ενότητας της παρουσίασης του Μαρξ, που παραπέμπει στην ανάλυση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής ο οποίος προϋποτίθεται από την πρώτη σελίδα του Κεφαλαίου. Οι κατηγορίες που εκθέτει ο Μαρξ αποκτούν νόημα μόνο στον βαθμό που τίθεται η κεφαλαιακή σχέση, οι σχέσεις παραγωγής και ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας τους. Έτσι για παράδειγμα για τον Κρις Άρθουρ, η αναγωγή της αξίας σε εργασία θεωρείται υποχώρηση του Μαρξ από μία διαλεκτική έκθεση, διότι μπορεί να τεθεί μόνο εφόσον έχει οριστεί η κεφαλαιακή σχέση. Ερμηνεύεται η αξία ως μία έννοια η οποία μεσολαβεί μεταξύ της εργασίας και της τιμής και εκδηλώνεται μόνο μέσω του χρήματος. Ερμηνεύεται η αφηρημένη εργασία ως μία έννοια, ένας καθορισμός της κοινωνική μορφής παραγωγής, ανταλλαγής και διανομής και όχι ως η εργασία του ανειδίκευτου εργάτη.

3.2 Τα γραπτά της Ιένας

Με το ζήτημα της μορφής της αξίας καταπιάνεται ο ίδιος ο Χέγκελ, στα γραπτά της Ιένας[18]. Πρόκειται για αδημοσίευτα γραπτά, όσο ο Χέγκελ (αλλά και ο Μαρξ) ήταν εν ζωή, τα οποία γράφηκαν στα πρώτα χρόνια του 19 αιώνα πριν τη Φαινομενολογία του Νου. Σε αυτά τα κείμενα δεν διακρίνει ανάμεσα σε τεχνικό και κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, ακολουθώντας σε αυτό το σημείο τον Ανταμ Σμίθ από τον οποίο κληρονομεί την έννοια του καταμερισμού εργασίας και της δραστικότητας που αυτή έχει για τη συγκρότηση μιας κοινωνικής θεωρίας. Ωστόσο αντιλαμβάνεται ότι από τη σκοπιά της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής η εργασία γίνεται αφηρημένα καθολική, προβαίνει δηλαδή σε μια διάκριση μεταξύ συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας. Με συνέπεια για να ανταλλαχτούν τα προϊόντα και να ρυθμιστεί η παραγωγή να απαιτείται η μορφή της αξίας. Κάθε συγκεκριμένη εργασία αντιμετωπίζεται ως όν αξίας, κάθε εργασία συγκεκριμένη αποτελεί εργασία του ίδιου είδους με κάθε άλλη εργασία, αφηρημένη εργασία και αυτή αποτελεί τον αναγκαίο εννοιακό ακόμη σύνδεσμο που συνέχει το σύστημα κυκλοφορίας. Το ζήτημα είναι με ποιο τρόπο αυτός ο εννοιακός σύνδεσμος αποκτά πραγματικότητα; Η απάντηση του Χέγκελ είναι μέσω του χρήματος.

«Η καθολική τους έννοια πρέπει να γίνει ένα πράγμα όπως αυτές αλλά κάτι το οποίο ως καθολικό τις παριστά όλες. Το χρήμα είναι αυτή η υλικά υπάρχουσα έννοια, η μορφή της ενότητας», ή σε μία διαφορετική διατύπωση: «η καθολικότητα της εργασίας ή η αδιαφορία όλων των εργασιών τοποθετείται ως μεσαίος όρο με τον οποίο κάθε εργασία συγκρίνεται και στον οποίο κάθε εργασία μπορεί άμεσα να μετατραπεί· αυτός ο μεσαίος όρος, τεθειμένος ως κάτι πραγματικό, είναι το χρήμα»[19].

Αποτελεί μία αφηρημένη έννοια η αξία, δεν έχει ύπαρξη πέραν της σχέσης μεταξύ των προϊόντων. Για να μπορεί πραγματικά να μεσολαβεί τα προϊόντα, αυτή πρέπει να γίνει κάτι πραγματικό, ένα αντικείμενο όπως αυτά, μία ενικότητα, χρήμα.

Επειδή οι παραπάνω θέσεις έχουν μία εντυπωσιακή ομοιότητα με στοιχεία του τρόπου με τον οποίο ο Μαρξ αναπτύσσει την έννοια της αφηρημένης εργασίας και του χρήματος πρέπει να τονίσουμε και πάλι κάτι επίσης εντυπωσιακό: αυτά τα γραπτά δεν τα γνώριζε ο Μαρξ. Επιπλέον πρόκειται για αναπτύξεις που δεν εμφανίζονται με όμοιο τρόπο στα γραπτά του Χέγκελ που ήξερε ο Μαρξ. Εδώ όμως τίθεται το ζήτημα μίας προβληματικής που μπορεί να παράγει παρόμοιες αναπτύξεις από συγγραφείς που δεν γνωρίζουν ο ένας το κείμενο του άλλου.

4. Αντί επιλόγου

Με τα προηγούμενα δώσαμε τις ενδείξεις ότι ο Χέγκελ, ή καλύτερα ένας ορισμένος Χέγκελ «υπάρχει» στο κείμενο του Μαρξ. Επιπρόσθετα για να καταλάβουμε το κείμενο χρειάζεται το νήμα αυτού Χέγκελ. Δομές σκέψης όπως: η θέση των προϋποθέσεων, το σύνολο των σχέσεων το οποίο ορίζει τους όρους του, το σύνολο σχέσεων το οποίο εκδηλώνεται στα αποτελέσματά του και υπάρχει μέσω αυτών, η έννοια αντίφαση, η έννοια αυτοσχεσία, εφόσον το ίδιο το εμπόρευμα ορίζεται στο κείμενο του Μαρξ μέσω αυτής της εγελιανής δομής, το καθοδηγητικό για την ανάπτυξη της μορφής της αξίας σχήμα της αναζήτησης εκείνης της μορφής που αντιστοιχεί στην έννοια της, για να αναφέρουμε κάποιες από αυτές, επανέρχονται σταθερά στις συζητήσεις για τη Μαρξική θεωρία της αξίας.

Επίσης δώσαμε ενδείξεις μίας παραγωγής όμοιων θέσεων σε κάποια σημεία, κεντρικά όμως για την ανάπτυξη της ειδικής διαφοράς της μαρξικής θεωρίας από τους προκατόχους της, μεταξύ θεωρήσεων που εμπνέονται από μία αλτουσεριανή ή/και από μία εγελιανή οπτική. Από διαφορετικές προβληματικές δηλαδή, οι οποίες, να το σημειώσουμε, αναδεικνύουν εμφαντικά τη διαφορετικότητά τους όταν φύγουμε από τον πυρήνα του τρόπου παραγωγής: την κεφαλαιακή σχέση και την πάλη των τάξεων ως διαδικασία συγκρότησής τους στο οικονομικό επίπεδο του τρόπου παραγωγής.

Συμπτώσεις που αποκτούν χαρακτήρα συμπτώματος και ερωτήματα που ενισχύονται περαιτέρω αν σκεφτούμε τη σχέση του Αλτουσέρ με τον Χέγκελ ως προς τον τρόπο που οριοθετεί τη σχέση με αυτόν. Μορφικά μέσω της αναγνώρισης ενός χρέους αλλά και της απαίτησης, την οποία επεξεργάζεται, μίας απομάκρυνσης ή ρήξης.

Εδώ προφανώς ανοίγουν πολύ περισσότερα ερωτήματα από αυτά που η απλότητα τα παρουσίασής μου επιβάλλει. Ερωτήματα τα οποία απαιτούν όμως άλλου τύπου επεξεργασία. Ας επαναλάβω με ένα διαφορετικό τρόπο ότι ανέφερα προηγουμένως:

Στον βαθμό που ο μαρξισμός αποτελεί συγκρουσιακή επιστήμη[20], δηλαδή μία επιστήμη που η φύση του αντικειμένου της εγγενώς γεννά διαφορετικές ερμηνείες του ίδιου του μαρξισμού, έπεται ότι η συγκρότηση του εννοιολογικού συστήματος του Μαρξ και η ανάπτυξή του θα διέρχεται μέσα από αναγνώσεις και επαναγνώσεις του Κεφαλαίου. Φαίνεται μοιραίο για τους μαρξιστές επομένως, για να εκθέσουν το σύστημα εννοιών τους, να πρέπει να παραθέτουν και την επιστημολογία η οποία καθιστά αυτό το σύστημα νοητό.

Επομένως το ζήτημα του 1ου κεφαλαίου, της οργάνωσης και αποδεικτικής των εννοιών που διατυπώνονται σε αυτό, θα επανέρχεται συνεχώς και μαζί μία ανάγνωση του εγελιανού τρόπου παρουσίασης που αυτό κατέχει.

Έτσι μπορούμε να πούμε ότι θα επανέρχεται «πάντα» η ανάγκη μίας φιλοσοφικής μορφής με την οποία να τίθεται η πάλη των τάξεων[21], η ανάγκη για μία εγελιανή διαλεκτική αλλά και η ανάγκη απομάκρυνσης από αυτήν. Δηλαδή ενεργοποιώντας την ανάγνωση του Αλτουσέρ, υιοθετούμε τη διαπίστωση ότι «η διαλεκτική έχει ως αντικείμενο την πάλη των τάξεων και συγχρόνως δεν ανάγεται στη γνώση του αντικειμένου, δεν έχει θεωρητική σχέση μαζί του». Τίθεται η απαίτηση εννοιών οι οποίες την διαρθρώνουν, όπως επικαθορισμός, ανισότητα της ανάπτυξής της, πρωτείο της αντίθεσης πάνω στα αντίθετα, υλικότητα.

Ο Χέγκελ και ο Μαρξ σκέφτηκαν την κοινωνία. Και αν αληθεύει ότι η φιλοσοφία αποτελεί θεωρητικό εργαστήρι που παρέχει σχήματα σκέψης, σχήματα που προκλήθηκαν από το εξωτερικό της, τις άλλες θεωρητικές πρακτικές, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο Χέγκελ στη Λογική στοχάστηκε τον ιδιαίτερο τρόπο συγκρότησης εννοιών ώστε να μπορεί να σκεφτεί το νέο αντικείμενο, που βουβά, χωρίς να έχει βρει την εννοιολογική του έκφραση αναδυόταν: τη θεωρία των κοινωνιών ως καπιταλιστικά συγκροτούμενων κοινωνιών, που ήδη αναδύεται στο έργο του Άνταμ Σμιθ. Αυτή η υπόθεση δεν νομιμοποιεί αφ’ εαυτής τα θεωρητικά/φιλοσοφικά εργαλεία που παρέχει ο Χέγκελ, αλλά επιτρέπει να συλλάβουμε την επιδεκτικότητά τους σε κάποιες περιοχές μίας θεωρίας των κοινωνικών σχηματισμών. Υπό την προϋπόθεση ότι θα τον διαβάσουμε, αφού έχουμε μελετήσει το Κεφάλαιο, όπως προτείνει και ο Αλτουσέρ.

Βιβλιογραφία

Αλτουσέρ, Λ. χ. χ.: Ο Λένιν και η φιλοσοφία, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα.

Αλτουσέρ, Λ. 1977: Απάντηση στον Τζων Λιούϊς, Θεμέλιο, Αθήνα.

Αλτουσέρ, Λ. 1978: «Για τον Μαρξ», εκδ. Γράμματα, Αθήνα

Αλτουσέρ, Λ. 1983α: Θέσεις, Θεμέλιο, Αθήνα.

Αλτουσέρ, Λ. 1983β: Στοιχεία Αυτοκριτικής, Πολύτυπο, Αθήνα.

Αλτουσέρ, Λ. 1986: «Η έννοια του οικονομικού νόμου στο Κεφάλαιο», Θέσεις, τ.15.

Αλτουσέρ, Λ. 1987: «Σημείωση σχετικά με τους Ι. Μ. Κ», Θέσεις, τ. 21.

Αλτουσέρ, Λ. 1991: «Για τον Μάρξ και τον Φρόυντ», Θέσεις, τ. 35.

Αλτουσέρ, Λ. 1994: Φιλοσοφικά, εκδ. Ο Πολίτης, Αθήνα.

Αλτουσέρ, Λ. 2003: Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Arthur, C. 2002: The new Dialectic and Marx’s Capital, Brill, Leiden-Boston-Koln.

Άρθουρ, Κ., 2003: «Κεφάλαιο και εργασία», Θέσεις, τ.82.

Θέσεις 1991, τ.34, Αφιέρωμα στον Λουί Αλτουσέρ.

Μαρξ, Κ. 1985: Θεωρίες για την υπεραξία, 3 τόμοι, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Μαρξ, Κ. 1991: Εμπόρευμα και χρήμα, εκδ. Κριτική, Αθήνα.

Μαρξ, Κ. 1990, Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Β΄, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα.

Μηλιός, Γ. 1996: Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα.

Μηλιός, Γ. 2004: «Το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ μετά τον Αλτουσέρ», Θέσεις, τ.86.

Μπαλιμπάρ, Ε. χ. χ.: «Και πάλι για την αντίθεση», στον τόμο Διαλεκτική, εκδ. Gutenberg, Αθήνα.

Μπαλιμπάρ, Ε. 1989: «Σώπαινε ακόμη Αλτουσέρ», Ο Πολίτης, τ. 98.

Μπαλτάς, Α. – Φουρτούνης, Γ. 1994: Ο Λουί Αλτουσέρ και το τέλος του κλασικού Μαρξισμού, εκδ. Ο Πολίτης, Αθήνα

Σωτήρης, Π. 2004: «Η πρόκληση του νομιναλισμού και ο Λουί Αλτουσέρ», Θέσεις, τ.86.

Φαράκλας, Γ,. 2000: Γνωσιοθεωρία και μέθοδος στον Έγελο», εκδ. Εστία, Αθήνα.



[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί ανάπτυξη της εισήγησης του συγγραφέα στην Ημερίδα που διοργάνωσε στις 8.11.03 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο η Εταιρεία Πολιτικού Προβληματισμού Νίκος Πουλαντζάς με θέμα: «Να διαβάζουμε τον Αλτουσέρ».

[2] Αυτή η διαπίστωση βέβαια εγείρει πολλαπλά ζητήματα τα οποία προς το παρόν τα παρακάμπτουμε ακόμη και ως προς τη χαρτογράφησή τους. Δες Αλτουσέρ 2002 σ. 13-98, αλλά και Μπαλτά-Φουρτούνη 1994.

[3] Αναφερόμαστε στο Κεφάλαιο και ως σύντμηση για το σύνολο των γραπτών του Μαρξ τα οποία συμμετέχουν στη συγκρότηση της Μαρξικής θεωρίας.

[4] Κατάσταση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

[5] Τόσο για το καθεστώς των μαρξικών εννοιών όσο και για τη συγκρότηση του Μαρξικού επιστημονικού υποδείγματος και της φιλοσοφίας που επάγει.

[6] Προϋποθέτω το κείμενο «Το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ μετά τον Αλτουσέρ» [Μηλιός 2004] και δεν θα επαναλάβω ζητήματα που τέθηκαν εκεί πέραν των αναγκαίων για την ενότητα της παρουσίασής μου.

[7] Για παράδειγμα «Αν η υπεραξία δεν μπορεί να μετρηθεί, αυτό οφείλεται στο ότι είναι η έννοια των μορφών της, οι οποίες είναι μετρήσιμες. Αυτή η απλή διάκριση αλλάζει τα πάντα. Ο ομοιογενές και επίπεδος χώρος των φαινομένων της πολιτικής οικονομίας δεν είναι πλέον ένα απλό δεδομένο, αφού χρειάζεται τη θέση της έννοιάς του, δηλαδή: τον ορισμό των προϋποθέσεων και των ορίων που επιτρέπουν να θεωρούμε τα φαινόμενα ομοιογενή, τουτέστιν μετρήσιμα» (Αλτουσέρ 2002, σ. 402).

[8] Επίσης μπορούμε να αναφέρουμε: α) Δείχνει τον μετασχηματισμό της έννοιας της παραγωγής σε σχέση με τους προκατόχους του Μαρξ και δεν εξαντλεί την παραγωγή σε μία τεχνική έννοια που οι υπόλοιπες «στιγμές», διανομή και κατανάλωση ανάγονται σε αυτή (διαδικασία εργασίας, διαδικασία αξιοποίησης κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, οι υλικές συνθήκες της παραγωγής ως προδεδομένες, επομένως η αναγκαιότητα της αναπαραγωγής των υλικών συνθηκών ως ουσιαστικό στοιχείο για την ύπαρξη της εργασιακής διαδικασίας. β) Υπερασπίζεται το μη-αναγώγιμο χαρακτήρα του μαρξισμού στον homo oeconomicus και τις ανάγκες του. (Δες και Μηλιός 2004).

[9] «Αντίθεση», «αντίφαση»: δύο όροι τους οποίους θα χρησιμοποιήσουμε ως συνώνυμους στο επίπεδο γενικότητας που τοποθετούμαστε. Χωρίς να μπούμε στη συζήτηση για το καθεστώς των όρων και τη χρήση τους, απλά για λόγους συνεννόησης και για να δικαιολογήσουμε τη χρήση τους ως συνώνυμων στο παρόν κείμενο, αναφέρουμε τα εξής: Συνήθως με τον όρο «αντίθεση» αποδίδεται μία διαδικασία που αφορά πραγματικές δυνάμεις που αντιτίθενται. Για παράδειγμα η αντίθεση μεταξύ κεφαλαιοκράτη-εργαζόμενου για το μήκος της εργάσιμης ημέρας. Αν παραβλέψουμε το νοηματικό καθεστώς του όρου «πραγματικές» και αρκεστούμε σε ένα νοηματικό καθεστώς «καθημερινής χρήσης» γι’ αυτόν, τότε αυτή η αντίθεση δεν συνιστά αντίφαση, από μία πλευρά εφόσον απλά έχουμε δύο δυνάμεις που στοχεύουν σε διαφορετικά και αντίθετα σημαία: η μία, γενικά μιλώντας και τηρώντας τη σχηματικότητα του παραδείγματος, ζητά να επιμηκυνθεί η άλλη να σμικρυνθεί η εργάσιμη μέρα. Ωστόσο από τους όρους που τίθενται από την πώληση του εμπορεύματος εργατική δύναμη και οι δύο προοπτικές επί του μήκους της εργάσιμης ημέρας νομιμοποιούνται. Η κάθε μία αποτελεί μία έλλογη προοπτική και δεν υπάρχει μέσος όρος συγκερασμού τους. Αποτελούν αντινομικές προοπτικές. Η ίδια η διαδικασία ρύθμισης της εργάσιμης ημέρας, από μία άποψη, αποτελεί κατάφαση και στις δύο αντινομικές προοπτικές. Όμως η κατάφαση και των δύο προοπτικών συνιστά αντίφαση εφόσον είναι αντινομικές. Από τη σκοπιά της ενότητας της διαδικασίας αναπαραγωγής της σχέσης έχουμε «ταυτόχρονη» τοποθέτηση και των δύο προοπτικών, έχουμε δηλαδή από αυτή τη σκοπιά την μετατροπή της «αντίθεσης» στο «εμπειρικό» πεδίο σε «αντίφαση» στο «θεωρητικό» πεδίο. Τα παραπάνω πιστεύουμε ότι μας επιτρέπουν να χρησιμοποιήσουμε τους δύο όρους αντίθεση/αντίφαση κατ’ αρχή χωρίς διάκριση στο επίπεδο γενικότητας που κινείται το κείμενο. Σίγουρα όμως τίθενται πολύ περισσότερα προβλήματα, με ιστορικό και θεωρητικό φορτίο, τα οποία παρακάμπτουμε.

[10] Στοιχεία τα οποία αναπτύσσω υπό το πρίσμα των αναγκών του κειμένου στα επόμενα.

[11] Σε αυτό το σημείο θα κάνουμε μία παρέκβαση για να αναπτύξουμε περαιτέρω τους προσδιορισμούς της ταξικής πάλης, δηλαδή της έννοιας που παραπέμπουν οι χρήσεις του όρου «αντίθεση/αντίφαση». Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου κωδικοποιούμε μερικούς από τους προσδιορισμούς της που αφορούν το θεωρητικό επίπεδο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής κυρίως, και όχι το θεωρητικό επίπεδο του κοινωνικού σχηματισμού.

1) Η ταξική πάλη είναι άνιση. Σε κάθε επίπεδο που συγκροτεί το κοινωνικό όλο (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό), χωριστά αλλά και εν συνόλω στην κοινωνία, ο ταξικός ανταγωνισμός έχει δύο πλευρές εκ των οποίων η μία είναι η κύρια και η άλλη η δευτερεύουσα.

2) Οι τάξεις δεν προϋπάρχουν της ταξικής πάλης. Η ταξική πάλη δεν συνιστά ένα επεισόδιο που λαμβάνει χώρα σε κάποια ιστορική στιγμή μεταξύ δύο ήδη υπαρκτών τάξεων, π.χ. όταν ξεσπά μία απεργία ή μια εξέγερση. Η διαίρεση σε τάξεις «δεν γίνεται εκ των υστέρων, αλλά η εκμετάλλευση μιας τάξης από την άλλη, δηλαδή η πάλη των τάξεων, συνιστά την διαίρεση σε τάξεις» (Αλτουσέρ 1977, σ. 65. Βλ. και Μπαλιμπάρ 1989, σ. 64).

3) Η ταξική πάλη συνιστά ένα σύνθετο όλο πάντα ήδη δεδομένο. Το γεγονός πως οι βαθμίδες του εποικοδομήματος συνιστούν όχι μόνο μορφή ύπαρξης της βάσης αλλά και όρους ύπαρξης της σημαίνει πως δεν μπορούμε να δούμε σε καμία βαθμίδα του κοινωνικού όλου την αντίστοιχα οριζόμενη βαθμίδα του ταξικού ανταγωνισμού «καθαρή». Δεν μπορούμε να «δούμε» ποτέ ένα καθαρά οικονομικό ανταγωνισμό. Διότι αυτός διεξάγεται ήδη πάντα εντός μιας κοινωνίας, άρα ήδη πάντα προϋποτίθεται ένας υπάρχον τρόπος συγκρότησης του κράτους, των ιδεολογιών που διαμεσολαβούν τον ανταγωνισμό, του νομικού πλαισίου κ.λπ. Η ύπαρξη και αναπαραγωγή μίας βαθμίδας προϋποθέτει την όλη ταξική πάλη όσο μακριά και αν φτάσουμε στο παρελθόν μίας κοινωνίας.

4) Η ταξική πάλη συνιστά μία δομημένη σύνθετη ολότητα. Όλα τα επίπεδα του ταξικού ανταγωνισμού δεν είναι ισότιμα. Υπάρχει ένα θεμελιώδες επίπεδο (οικονομικό) που καθορίζει σε τελευταία ανάλυση όλα τα άλλα, επομένως υπάρχει μία σχέση (ο καθορισμός-σε-τελευταία-ανάλυση) μεταξύ των διαφόρων επιπέδων του συνόλου της ταξικής πάλης, η οποία καθιστά αυτό το σύνολο δομή. Εκτός από αυτή τη σχέση η δομή του ταξικού ανταγωνισμού διαθέτει και μια σχέση κυριαρχίας που χαρακτηρίζει κάποιο επίπεδο της ταξικής πάλης, ως δεσπόζον / κυρίαρχο επίπεδο επί των υπόλοιπων σε κάποια ιστορική στιγμή. Κάθε επίπεδο είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ως κυρίαρχο κάποια ιστορική στιγμή υπό συγκεκριμένες συνθήκες (Βλ. Αλτουσέρ 1978, σ. 202 επ.).

5) Ο ταξικός ανταγωνισμός είναι επικαθορισμένος: «Μέσα στην αντίθεση ο επικαθορισμός χαρακτηρίζει την ακόλουθη ουσιαστική ιδιότητα: την αντανάκλαση, μέσα στην ίδια την αντίθεση, των συνθηκών ύπαρξής της, δηλαδή την αντανάκλαση της κατάστασής της μέσα στην δομή με δεσπόζουσα του σύνθετου όλου. Η “κατάσταση” αυτή δεν είναι μονοσήμαντη… αφού αντανακλά μέσα της, στην ίδια της την ουσία, τη σχέση της προς την ανισωτική δομή του σύνθετου όλου» (Αλτουσέρ 1978, σ. 208-209). Επομένως η αντίθεση παύοντας να είναι καθορισμένη μια για πάντα, ως προς τον ρόλο της, τη θέση της και το νόημά της στο όλο, αποκαλύπτεται «ότι καθορίζεται από τη δομημένη συνθετότητα που της προσδίδει το ρόλο της, σαν –επιτρέψτε μου αυτή την ασυνήθιστη έκφραση! – σύνθετα-δομικά-ανισωτικά-καθορισμένη … Προτίμησα, ομολογώ, μία συντομότερη λέξη: επικαθορισμένη» (Αλτουσέρ 1978, σ. 209).

6) Ο ταξικός ανταγωνισμός χαρακτηρίζεται από υλικότητα. «Η πάλη των τάξεων δεν διαδραματίζεται ούτε στον ουρανό ούτε σ’ ένα συμβατικό γήπεδο: … Αυτή η υλικότητα είναι σε τελευταία ανάλυση, η ενότητα των σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων κάτω από τις σχέσεις παραγωγής ενός ορισμένου τρόπου παραγωγής … γιατί η εκμετάλλευση γίνεται μέσα στην παραγωγή και ο ταξικός ανταγωνισμός, η πάλη των τάξεων, έχουν τα θεμέλια τους μέσα στις υλικές συνθήκες της εκμετάλλευσης» (Αλτουσέρ 1977, σ. 66).

7) Η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Εφόσον για τη θεωρία του Μαρξ η εξήγηση κάθε φαινομένου απαιτεί την τοποθέτησή του εντός του (σύνθετου – δομημένου - πάντα ήδη προδεδομένου - με δεσπόζουσα) κοινωνικού όλου, και επίσης απαιτεί την αντιμετώπισή του ως καθορισμένου από τις σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής του κοινωνικού όλου, έπεται ότι κάθε φαινόμενο αντιμετωπίζεται ως προϊόν του ταξικού ανταγωνισμού, της συγκροτητικής αντίθεσης του κοινωνικού όλου. Επίσης έπεται ότι κάθε φαινόμενο αποτελεί συγχρόνως ένα από τους όρους ύπαρξης αυτής της αντίθεσης. Τα ιστορικά φαινόμενα είναι αποτελέσματα μιας συντελεσμένης διαδικασίας που είναι «απούσα», και καθώς δεν είναι «ορατός» ο ταξικός ανταγωνισμός καθίσταται γνωστός μόνο μέσω των αποτελεσμάτων του. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν επιτρέπουν να τον συλλάβουμε ως Υποκείμενο αλλά ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

[12] Παραδειγματικά και σχηματικά: Αναφέρεται στον τρόπο συγκρότησης της έννοιας μία κοινωνίας, ενός κοινωνικού σχηματισμού ως μη-αναγώγιμου άμεσα στην αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, η οποία αφορά τον τρόπο παραγωγής. «Η πραγματική αντίφαση ενσωματωνόταν σε τέτοιο βαθμό σ’ αυτές τις “περιστάσεις”, που δεν ήταν δυνατό να διακριθεί, να αναγνωριστεί και να τη διαχειριστεί κανείς παρά μόνο μέσω των περιστάσεων και μόνο μέσα σε αυτές» (Αλτουσέρ 1978, σ. 98-99]. Αυτή την έννοια αντίφασης την αντιπαραθέτει στον τρόπο που λειτουργεί στον Χέγκελ η αντίφαση στη φιλοσοφία της Ιστορίας του ή γενικά στην ερμηνεία της Ιστορίας. Όπως επίσης αντιπαραθέτει στην έννοια αντίφασης του Χέγκελ την αντίληψη του Μάο περί αντίφασης. (Αλτουσέρ 1978, σ. 94 υποσημείωση 6).

[13] Εν αντιθέσει με τον νομιναλισμό των εμπειριστών, όπου δεν υπάρχει νομιναλισμός των σχέσεων. Για ζητήματα που αφορούν το status του νομιναλιστικού αιτήματος στον Αλτουσέρ παραπέμπουμε στο Σωτήρης 2004 και στην βιβλιογραφία που παρατίθεται εκεί.

[14] Ο Αλτουσέρ στηρίζεται στις ρητές διατυπώσεις του Μαρξ για να υποστηρίξει τη θεμελιώδη σημασία που έχει η ανάλυση της μορφής της αξίας. Υπενθυμίζουμε, παρεκβατικά, ότι σε ένα σημείο των Grundrisse, με μία φράση προγραμματικού χαρακτήρα, ο Μαρξ μας λέει ότι μπορούμε να διαβάσουμε τους τρεις τόμους του ΚεφαλαίουGrundrisse, τετράδιο ΙΙ, 13 [κεφάλαιο «Αθροισμα Αξιών»], τ. 2, σ.182 της ελληνικής έκδοσης, σαν μία θεωρία του χρήματος και των μορφών που παίρνει: «Το χρήμα ως κεφάλαιο είναι ένας προσδιορισμός του χρήματος που ξεπερνά τον απλό του προσδιορισμό σαν χρήματος. Μπορεί να θεωρηθεί σαν ανώτερη πραγμάτωση• όπως μπορεί να ειπωθεί ότι ο πίθηκος εξελίσσεται σε άνθρωπο. Τότε ωστόσο η κατώτερη μορφή τοποθετείται σαν το υποκείμενο που επικρατεί πάνω στην ανώτερη. Οπωσδήποτε, το χρήμα σαν κεφάλαιο διακρίνεται από το χρήμα σαν χρήμα. Πρέπει να αναπτύξουμε τον καινούργιο προσδιορισμό. Από την άλλη μεριά, το κεφάλαιο σαν χρήμα φαίνεται σαν οπισθοδρόμηση του κεφαλαίου σε μία κατώτερη μορφή. Δεν είναι όμως παρά η τοποθέτησή του σε μία ιδιαιτερότητα, που σαν μη-κεφάλαιο υπάρχει ήδη πριν από αυτό και ανήκει στις προϋποθέσεις του. Το χρήμα παρουσιάζεται πάλι σε όλες τις κατοπινές σχέσεις• τότε όμως, ακριβώς δεν λειτουργεί απλά σαν χρήμα. Όταν, όπως εδώ, πρώτη μας δουλειά είναι να το παρακολουθήσουμε ως την ολότητά του σαν χρηματαγορά, τότε προϋποθέτουμε την υπόλοιπη εξέλιξη, και πρέπει κατά καιρούς να την εντάσσουμε στην ανάπτυξή μας. Αυτό γίνεται και εδώ με τον γενικό προσδιορισμό του κεφαλαίου πριν προχωρήσουμε στην ιδιαιτερότητά του σαν χρήματος»

[15] Για μία ανάγνωση του Χέγκελ δες Φαράκλας 2000.

[16] Αίτημα που μάλλον έχει μακρές ρίζες στην γαλλική επιστημολογία. Ας σκεφτούμε την περίπτωση Καβαγιές. Ομοίως αρνείται να μιλήσει για τον Χέγκελ, αλλά σε κρίσιμα σημεία του έργου του μπορούμε να δούμε τα ίχνη ενός Χέγκελ ως φιλοσόφου της έννοιας.

[17] Κάποια ονόματα, ενδεικτικά, που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα τέτοιο ρεύμα, παρά τις διαφορές μεταξύ τους είναι οι Christopher Arthur, Tony Smith, Michael Williams, Geert Reuten, Patrick Murray. Ένα άρθρο που ενεργοποιώντας εγελιανές κατηγορίες αναγιγνώσκει θεμελιώδεις έννοιες του μαρξικού θεωρητικού κειμένου, μεταφρασμένο στα ελληνικά, είναι το Άρθουρ 2003.

[18] Τα Γραπτά της Ιένας αναφέρονται κυρίως σε τρία έργα: «System der Sittlichkeit» (1802/1803), «Fragmente aus Vorleslungsmanuskripte zur Philosophie der Natur und des Geistes» (1803/1804), «Vorlesungsmanuskript zur Realphilosophie» (1805/1806). Ο Αλτουσέρ όταν διαβάζει τον Χέγκελ αναφέρεται και στο «Glauben und Wissen“ (1802) (σε αγγλική έκδοση, Faith and Knoweledge, translation: W.Cerf and H.S. Harris,Albany, State University of New York Press, 1977).

[19] Τα αποσπάσματα τα παίρνουμε από το Arthur 2002.

[20] Δες Αλτουσέρ 1991, Μηλιό 1996 και Μπαλτά-Φουρτούνη 1994 για τον μαρξισμό ως συγκρουσιακή επιστήμη.

[21] Δεν πρόκειται απλά για ένα ζήτημα προϋποθέσεων κατανόησης αυτών των σελίδων. Έτσι ώστε να πούμε ότι αλλάζουμε τη δομή παρουσίασης, εκκινούμε από το καπιταλιστικά οργανωμένο σύστημα, τον κοινωνικό και τεχνικό καταμερισμό της εργασίας, την κεφαλαιακή σχέση, τον ανταγωνισμό και τα διατυπώνουμε με μία διαφορετική γλώσσα που δεν είναι Εγελιανή. Υπάρχουν ενδείξεις οι οποίες θέτουν το εξής ζήτημα: αυτή η διαφορετική μορφή οργάνωσης της παρουσίασης, στον βαθμό που πρέπει να εκθέσουμε τον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής, θα εγείρει ζητήματα που άπτονται εγελιανών σχημάτων έστω και αν πρέπει να παρθούν αποστάσεις από αυτά, να δειχθούν οι όροι ισχύος τους.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή