Η αντισυνταγματικότητα της ευρωπαϊκής ενοποίησης Εκτύπωση
Τεύχος 88, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2004


Η ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ: Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟ
του Νίκου Τριμικλινιώτη[1]


1. Πρόλογος

Ώθηση για το κείμενο αυτό υπήρξε ο προβληματισμός που αναπτύχθηκε εν όψει των συζητήσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ στο Παρίσι (Νοέμβριος 2003) γύρω από το λεγόμενο «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα»[2]. Παρόλο που το ζήτημα της «συνταγματοποίησης» της Ε.Ε. έχει προσωρινά κλείσει, θα ξανανοίξει σύντομα δεδομένου ότι οι διαφωνίες εστιάστηκαν στο μοίρασμα των εξουσιών ανάμεσα στις κρατικές ελίτ κι άρχουσες τάξεις – ένα πρόβλημα που «ρυθμίζεται» με πάρε-δώσε και με διάφορους χειρισμούς εφόσον υπάρχει βούληση. Και πολιτική βούληση υπάρχει – έστω κι αν υπάρχουν επιμέρους διαφωνίες στο μοίρασμα της πίτας[3].

Αυτή η πρώτη αποτυχία δεν πρέπει να μας αποτρέπει από το να έχουμε σαν στόχο μας να κατανοήσουμε το τι τεκταίνεται και να απαντήσουμε ως Αριστερά με τη δική μας αντιπρόταση. Πρώτο, γιατί η υπόθεση Ευρωσύνταγμα βρίσκεται και πάλι στην επικαιρότητα μετά την επικύρωση του «Σχεδίου» στις 18.06.04. Δεύτερο, παρέχεται στην Αριστερά μια ευκαιρία να εξετάσει σε βάθος το ζήτημα και να αναπτύξει στρατηγική σε πανευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Τρίτο, ένα διάβασμα του «Συντάγματος» αποτελεί σημαντική πηγή γνώσης γιατί αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές δυνάμεις τη συγκεκριμένη στιγμή, ιδίως σε ζητήματα όπου δεν υπήρχε διαφωνία. Ένα απ’ αυτά ήταν η ρύθμιση των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας, όπου επήλθε θεσμική τουλάχιστο συναίνεση.

Ως γνωστό η Αριστερά, όλων σχεδόν των αποχρώσεων, καταψηφίζει κι αντιτάσσεται στο συνταγματικό αυτό μόρφωμα, κι αντιπροτείνει μια άλλη Ευρώπη, μια κοινή δημοκρατική Ευρώπη των λαών και των κινημάτων[4]. Ασφαλώς, η κριτική προς τη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, η οποία τώρα θεσπίζεται συνταγματικά με σαφή ροπή προς τον αυταρχικό Ευρω-κρατισμό των Βρυξελλών. Αποτελεί ωστόσο στάση συνέπειας και αγωνιστικής συνέχειας, η οποία δύναται να μετεξελιχθεί σε μια δυναμική διεκδίκησης.

Είναι πεποίθησή μου ότι όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι στο τελευταίο διάστημα έχει επιτέλους αρχίσει να διαφαίνεται ένα νέο κλίμα αντίστασης της κοινωνίας μετά από τις μαζικές αντιπολεμικές κινητοποιήσεις, το ογκούμενο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, την ανασυγκρότηση των δυνάμεων της εργασίας μέσα από την αναζωπύρωση απεργιακών κι άλλων κινητοποιήσεων σε αγώνες στις Ευρωπαϊκές χώρες. Οι δυνάμεις της κοινωνικής Αριστεράς (κοινωνικά κινήματα, συνδικάτα κι οργανώσεις) φαίνονται να συγκλίνουν, με προοπτικές κοινής δράσης, με την πολιτική Αριστερά, δηλαδή τις πολιτικές δυνάμεις και κόμματα, που αντιμάχονται τον νεοφιλελευθερισμό σήμερα – εξ ου η ρήξη μέσα στους κόλπους της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας ανάμεσα σε αριστερά και δεξιά σοσιαλδημοκρατία, σε ηγεσία και βάση, σε κομματικούς και συνδικάτα, σε παραγοντίσκους και πολίτες. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που τα κόμματα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (με την εξαίρεση ορισμένων, αμελητέων και, κατά κανόνα δεξιόστροφων αποκλίσεων) τάχθηκαν, και τάσσονται στους καθημερινούς αγώνες κατά του «Ευρωσυντάγματος». Έχει γίνει γνώση και κτήμα των ευρύτερων δημοκρατικών δυνάμεων ότι «δεν είναι η αγορά, αλλά το κοινωνικό κίνημα το οποίο “εκπολίτισε” την οικονομία της αγοράς»[5] κι ότι ο νέος Ευρωπαϊκός συνταγματισμός δεν είναι παρά «η πολιτικο-νομική διάσταση ενός ευρύτερου λόγου του πειθαρχικού νεοφιλελεύθερισμού».[6] Θα πρέπει λοιπόν να θεωρείται δεδομένο ότι η ιδέα της κοινωνικής Ευρώπης, ενώ ίσως πιο επιβεβλημένη παρά ποτέ, φαίνεται όλο και πιο απόμακρη, καθώς το ίδιο το κοινωνικό κράτος βρίσκεται υπό συνεχή συμπίεση: «η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας καταστρέφει ένα ιστορικό αστερισμό, ο οποίος προσωρινά είχε επιτρέψει το κοινωνικό κράτος ως συμβιβασμό»[7]. Η προσωρινότητα αυτή φαίνεται να εξαντλείται:

«Ο μετασχηματισμός και η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους είναι μια άμεση συνέπεια της προσανατολισμένης προς την προσφορά οικονομικής πολιτική, η οποία αποσκοπεί στην κατάργηση των ρυθμιστικών μέτρων για την αγορά, την άρση των επιδοτήσεων και τη βελτίωση των προϋποθέσεων για επενδύσεις και περικλείει μια αντι-πληθωριστική νομισματική πολιτική και πολιτική επιτοκίων καθώς και τη μείωση των άμεσων φόρων, την ιδιωτικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων και άλλα παρόμοια μέτρα» (Χάμπερμας 2002, Ο Μεταεθνικός Αστερισμός, εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα, σελ. 83).

Για την Αριστερά το ιστορικό στοίχημα της εποχής είχε τεθεί από τον Μπουρτιέ:

«Το ερώτημα αυτών που θέλουν πραγματικά να αντιτάξουν μια κοινωνική Ευρώπη στην Ευρώπη των τραπεζών και του νομίσματος – που είναι περιστοιχισμένη από μια (ήδη πολύ ανεπτυγμένη) αστυνομική και σωφρονιστική Ευρώπη καθώς και από μια στρατιωτική Ευρώπη – είναι με ποιο τρόπο θα μπορέσουν να κινητοποιηθούν οι δυνάμεις που θα πετύχουν αυτό τον στόχο και ποιες αρχές θα πρέπει να αναλάβουν αυτό το έργο»[8].

Η απάντηση φαίνεται ήδη στην πράξη από τις δυνάμεις που συσπειρώνονται, έστω κι αν δεν συμφωνούν ακριβώς πάνω στο εναλλακτικό πλαίσιο για ένα κοινό όραμα. Διαφαίνεται, έστω αμυδρά, διότι βρισκόμαστε ακόμα σε εμβρυακό στάδιο, η δυνατότητα σύμπλευσης και σύγκλισης στη βάση μιας ουσιαστικής, ανοικτής κι ισότιμης συζήτησης για ένα δημοκρατικό, αριστερόστροφο αντι-σύνταγμα ή ένα κριτικό μετα-συνταγματισμό στην Ευρώπη, το οποίο να αποτελέσει και το κοινό φαντασιακό για την Ευρώπη των λαών, των κινημάτων και των πολιτών .

Είναι αξιόλογο ότι η Αριστερά σ’ όλες τις εκδοχές της, τάσσεται βασικά κατά του «Ευρωσυντάγματος»: Από το ΚΚΕ στους διάφορους κοκκινο-πράσινους συνασπισμούς της βόρειας Ευρώπης, από την Επανίδρυση[9] μέχρι τις αντιρατσιστικές κι αντιεξουσιαστικές κινήσεις, τις κινήσεις πολιτών κατά της καταπίεσης, από τον κατά τα άλλα ευρωπαϊστικό Συνασπισμό της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας στα εργατικά συνδικάτα, από τις διάφορες τροτσκιστικές κι αναρχικές ομάδες μέχρι το Κ.Κ. Γαλλίας, από την αριστερή σοσιαλδημοκρατία μέχρι τον Αριστερό Συνασπισμό της Ισπανίας. Οι λόγοι για τους οποίους η Αριστερά συμφωνεί στη διαφωνία της με το «Σύνταγμα» μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

1. Στερείται ουσιαστικής και διαδικαστικής νομιμοποίησης, εφόσον οι ευρωπαϊκοί λαοί είναι απόντες και θα κληθούν κατόπιν εορτής τυπικά να επικυρώσουν, με αυτό που στην αγγλική ονομάζεται «rubber stamp».

2. Το οξύμωρο είναι ότι η ίδια η έννοια του «συντάγματος» είναι ανέφικτη χωρίς να προϋπάρχει «Ευρωπαϊκός λαός»: Δεν υφίσταται επίσης δημόσιος και δημοκρατικός Ευρωπαϊκός χώρος.

3. Η Ε.Ε., όπως αυτή θεσμοθετείται συνταγματικά, αποτελεί υλική αποτύπωση του υφιστάμενου συσχετισμού κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων που εκφράζει τη νεοφιλελεύθερη ισορροπία κι ιδεολογία και ταξική πολιτική. Επίσης μεταφέρει εξουσίες από δημοκρατικά εκλεγμένα σώματα σε μη εκλεγμένους φορείς, και καταργεί την ισότητα των κρατών-μελών με σταθμισμένα ισχυρότερη συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τις μεγάλες χώρες έναντι των μικρών.

4. Το δημοκρατικό έλλειμμα, το οποία διαπερνά τον ίδιο τον αρχιτεκτονικό πυρήνα της Ε.Ε., με το «Ευρωσύνταγμα» όχι μόνο δεν επιλύεται, αλλά επιδεινώνεται περαιτέρω σε βάρος των λαών, των μικρών λαών ιδιαίτερα, των εργαζομένων και των αδυνάτων, και σε τελική ανάλυση στρέφεται ενάντια στην ίδια τη δημοκρατία. Το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας που είναι το πιο σημαντικό και ουσιαστικό χαρακτηριστικό για μια πραγματική δημοκρατία καθίσταται όλο και πιο απόμακρο με το «Ευρωσύνταγμα».

5. Η θεσμοποίηση της Ευρώπης-Φρούριο προχωρεί με γοργούς ρυθμούς, καθότι το «Ευρωσύνταγμα» προχωρά στην ανάπτυξη κι ενσωμάτωση μιας «Ευρωπαϊκής πολιτικής μετανάστευσης», που ουσιαστικά περιθωριοποιεί τους μετανάστες, ενώ τυπικά καταργείται ο «τρίτος πυλώνας» (καθεστώς που αποκλείει τον δημοκρατικό, διοικητικό, δικαστικό έλεγχο). Ουσιαστικά η περιθωριοποίηση των μεταναστών «επιβιώνει» καθώς το καθεστώς αναφορικά με τα δικαιώματα των μεταναστών παραμένει νεφελώδες με αναφορές όπως «δίκαιη μεταχείριση υπηκόων τρίτων χώρων» (Άρθρο ΙΙΙ – 168). Παρόλο που τυπικά στο «Ευρωσύνταγμα» υπάρχουν ρητές αναφορές στην αρχή της ισότητας και μη διάκρισης (Άρθρο ΙΙ – 21) το «Ευρωσύνταγμα» ποινικοποιεί, αποπολιτικοποιεί κι αποκλείει τους μετανάστες με μια σειρά από άλλα μέτρα μέσα στο θεσμικό και πρακτικό πλαίσιο εφαρμογής τους.

6. Θεσμοθετείται η μυστική Ευρώπη του «μεγάλου αδελφού» των Βρυξελλών, με δύο κεφάλια: Ένα υπό ίδρυση πανίσχυρο «Ευρωπαϊκό υπουργείο εσωτερικών» και την επιβολή του καθεστώτος Schengen, ποινικοποιώντας μερίδα μεταναστών ως παρανόμους και τους αντιφρονούντες ως επικίνδυνους, και λειτουργώντας στη λογική της καταστολής και του αστυνομικού κράτους.


2. Είναι το Σύνταγμα υπόθεση της Αριστεράς;

Τα όσα συζητούνται γύρω από τις διαδικασίες θεσμοθέτησης ενός «Ευρωπαϊκού Συντάγματος» συνήθως ακούγονται τόσο απόμακρα κι άσχετα με την καθημερινότητα του εργαζόμενου που περνάνε σχεδόν απαρατήρητα, με ένα αδιάφορο «και λοιπόν»; Κι η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε παρά να κατανοήσουμε την αδιαφορία ως απλή αποχή: Απέχουν οι εργαζόμενοι από τη λεγόμενη «υψηλή» πολιτική των ελίτ που διαμορφώνουν, λένε, τη «νέα Ευρώπη». Ενώ είναι μεν κατανοητή η ανία που πιθανόν να προκαλούν οι ανούσιες, ανιαρές κι απόμακρες συζητήσεις γύρω από το «Ευρωσύνταγμα», τούτο όμως δεν σημαίνει ότι αυτό το οποίο γίνεται δεν είναι σημαντική εξέλιξη, που αξίζει να εξετάσει κανείς για να διαπιστώσει τι κρύβεται πίσω από τις νομικίστικες διεργασίες και τις συζητήσεις. Είμαι της άποψης ότι η γνώση για το τι τεκταίνεται μέσα στις διαδικασίες Ευρωπαϊκής ενοποίησης όχι μόνο δεν θα μεταβάλει την αποχή που οι εργαζόμενοι εκφράζουν διαισθητικά περισσότερο, αλλά πλέον η αδιάφορη αποχή ίσως μετατραπεί σε συνειδητή αποχή ή κριτική προσέγγιση ακόμα και συνειδητή μαχόμενη αντίσταση.

Κόντρα στη διάχυτη εντύπωση ανάμεσα σε αριστερούς που δυσανασχετούν μόνο στο άκουσμα της λέξης «σύνταγμα», εφόσον το «σύνταγμα» κι ο «συνταγματισμός» υπήρξε παραδοσιακά ιδεολογικό-πολιτικό όπλο του φιλελευθερισμού, πιστεύουμε ότι αποτελεί από τις σοβαρότερες προκλήσεις της Αριστεράς να κατανοήσει και να παρέμβει στις συνταγματικές ζυμώσεις και οσμώσεις. Τόσο ο εργατιστικός πρακτικισμός, όσο και ο αντιθεωρητικισμός αποτελούν στρεβλώσεις μέσα στον αριστερό χώρο, οι οποίες πρέπει επιτέλους να αντιμετωπιστούν με σοβαρότητα. Το σύνταγμα υπήρξε ζήτημα της Αριστεράς τουλάχιστον από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης – την περίοδο από την οποία μπορούμε να μιλούμε για τον σύγχρονο κόσμο. Εξάλλου το ίδιο το επαναστατικό σύνταγμα του 1793 δίδει και το λαϊκό-επαναστατικό του στίγμα: «Ένας λαός διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να αναθεωρήσει, να μεταρρυθμίσει και να αλλάξει το σύνταγμά του. Μια γενιά δεν δικαιούται να υποβάλλει στις μελλοντικές γενεές τους δικούς της νόμους»[10]. Το «Ευρωσύνταγμα» προτίθεται να καταργήσει αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα για όλους τους Ευρωπαϊκούς λαούς, γι’ αυτό και αντιπαλεύεται από την Αριστερά στην Ευρώπη.

Το θεωρητικό «οπλοστάσιο» της Αριστεράς στην ανάλυση και κατανόηση της σημερινής συγκυρίας παρέχει ισχυρά «όπλα» τα οποία όμως δεν έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς. Αναφέρομαι κυρίως στην ανάγκη σύνθεσης των μαρξιστικών κριτικών για τις οικονομικές ενώσεις, τις διαδικασίες ολοκλήρωσης κι ενσωμάτωσης με τις θεωρίες του κράτους και τη συνταγματική θεωρία, αντλώντας από κριτικές αναλύσεις για την εξουσία και τον έλεγχο[11] κι αναλύσεις για τον ρατσισμό και τον εθνικισμό[12]. Γι’ αυτό και θεωρώ το έργο του Γκράμσι ως την «αρχική» βάση όπου τέθηκαν τα ζητήματα της ενοποίησης και της καπιταλιστικής αναδόμησης, στο θεωρητικό του σχήμα περί ηγεμονίας. Επίσης ο Γκράμσι περιέχει στοιχεία εξαιρετικά γόνιμα για να κατανοήσουμε το δύσκολο ζήτημα του εθνικού έναντι του υπερεθνικού[13]. Ήδη αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται περαιτέρω σημαντικές αναλύσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης-ενοποίησης που ξεπερνούν τις κυριαρχούσες αντιλήψεις (νεολειτουργισμός, ρεαλιστική σχολή, θεσμικές προσεγγίσεις) μέσα από εναλλακτικές οπτικές, αντλώντας από τη θεωρητική του Γκράμσι, έτσι ώστε να γίνεται ορθή αποτίμηση των κοινωνικών δυνάμεων που συγκρούονται, συνεργάζονται και συνθέτουν τη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης όπως αυτή συνταγματοποιείται σήμερα[14]. Η εκτίμησή μου είναι ότι μια Γκραμσιανή προσέγγιση προσφέρει λύσεις στην υπέρβαση του εθνικού-λαϊκού στο μετά-εθνικό-λαϊκό και το υπέρ-εθνικό-λαϊκό. Ίσως τελικά είναι και λόγω των «αντινομιών» στο έργο του Γκράμσι[15] που προσφέρεται για διάβασμα της σημερινής συγκυρίας και συνεχίζει να μεταφράζεται και να επιτρέπει τις αναγκαίες θεωρητικές μεταλλαγές μέσα σε νέες συνθήκες, που θα ήταν αδύνατο να προβλέψει κανείς.

Ασφαλώς ο Γκράμσι διαβάζεται με πολλούς τρόπους, αντιθετικούς κι ανταγωνιστικούς. Στην Ελλάδα ο Γκράμσι διαβάζεται και «εθνικά» ως ο θεωρητικός της «εθνικής μοναχικής» πορείας[16], όπως διαβάζεται επίσης από πιο αντιεθνικιστικές- εκσυγχρονιστικές σχολές, που θέλουν να νομιμοποιήσουν την δεξιά στροφή της σοσιαλδημοκρατίας. Θεωρώ όμως κάπως παράδοξο και κάπως επιλεκτικό το «εθνικό» διάβασμα του Γκράμσι από μια αριστερο-εθνικιστική οπτική, προσαρμοσμένη, κομμένη και ραμμένη τρόπον τινά στα σχήματα που εισήγαγε ο Παλμίρο Τολιάτι ως ερμηνεία του Γκράμσι, για να νομιμοποιήσει και να διαφυλάξει, όπως πίστευε, το ΙΚΚ από τη Σοβιετική ηγεμονία, με τον «εθνικό δρόμο για τον σοσιαλισμό». Εξίσου άστοχο θεωρώ και το δεξιόστροφο διάβασμα του Γκράμσι, που δεν είναι παρά πορεία προς τον φιλελευθερισμό και την αποδοχή του καπιταλιστικού πλαισίου δράσης.

Το Γκραμσιακό σχήμα που αναδεικνύει την ταξική πάλη μέσα από τον ακατάπαυστο αγώνα για ηγεμονία, τη συσσωμάτωση των οικονομικών λογικών με όλες τους τις αναθέσεις κι αντιφάσεις μέσα στον ίδιο το θεσμικό – συνταγματικό πλαίσιο, δηλαδή τη συμπύκνωση των κοινωνικών-ταξικών αντιθέσεων μέσα στο «κράτος» και τους διάφορους επιμέρους κρατικούς αλλά και υπερκρατικούς θεσμούς, αποτελεί εξαιρετικά σημαντική συμβολή για την αριστερή στρατηγική. Επομένως το διάβασμα του «Ευρωσυντάγματος» μέσα σε αυτά τα θεωρητικά πλαίσια αποτελεί ισχυρό όπλο για την Αριστερά και τις δυνάμεις της εργασίας.


3. Συνταγματοποίηση «από τα πάνω» και συνταγματικές απορίες

Το «συνταγματικό ζήτημα» ξεκινά πάντοτε με την εγγενή δυσκολία ή καλύτερα την απορία που πηγάζει από τον ορισμό του: Το ερώτημα τι είναι σύνταγμα – δηλαδή ποια είναι η «φύση» του, αν έχει τέτοια, αν έχει ρόλο ή σημασία. Είναι γνωστή και εδραιωμένη η άποψη ότι το σύνταγμα είναι ο «νόμος πίσω ή πάνω από τον νόμο», ο «υπέρτατος νόμος», ο θεμελιακός εκείνος νόμος βάση του οποίου οικοδομείται ολόκληρο το νομικό-πολιτικό σύστημα εξουσίας και οι νόμοι και η δικαιοσύνη σε μια χώρα. Καθορίζει δηλαδή το ευρύτερο πλαίσιο που θέτει τον αξιακό, διαδικαστικό και ουσιαστικό χαρακτήρα του πολιτεύματος: Αν είναι δημοκρατικό ή όχι, αν είναι συγκεντρωτικό ή αποκεντρωτικό, αν είναι ενιαίο ή ομόσπονδο. Επίσης καθορίζει την κατανομή εξουσιών κι αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα όργανα του κράτους[17]. Στις πλείστες περιπτώσεις το σύνταγμα ορίζει και διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών του.

Μετά την Γαλλική κι Αμερικανική επανάσταση επήλθε μια ρήξη με το παρελθόν της απολυταρχίας, οπόταν τέθηκαν όρια στην εξουσία του κράτους. Σύμφωνα με την παραδοσιακή φιλελεύθερη ιδεολογία, η οποία και «επανεφεύρε» την έννοια της «δημοκρατίας» από την αρχαία Αθήνα, σε ένα κράμα ρεπουμπλικανισμού που έχει εν πολλοίς Ρωμαϊκές πηγές[18], κυρίως παίρνοντας από το Αθηναϊκό μοντέλο την έννοια της αντιπροσώπευσης, αντί της άμεσης δημοκρατίας (με κάποιες εξαιρέσεις, όπως στην Ελβετία για παράδειγμα), ο βαθύτερος ρόλος, η ουσία του συντάγματος είναι ότι οριοθετεί την εξουσία του κράτους έναντι του πολίτη. Με την καταγραφή και μόνο των εξουσιών εδραιώνει το «κράτος δικαίου» (rule of law), κι έτσι πετυχαίνεται τελικά η κατάργηση της απολυταρχίας, πολλές φορές με βίαια ρήξη με το παρελθόν, με επανάσταση (π.χ. Γαλλία), ενώ σε άλλες περιπτώσεις με πιο σταδιακό και ήπιο τρόπο (π.χ. Βρετανία που κατέληξε στη συνταγματική μοναρχία). Καταργείται, έτσι η ελέω Θεού απολυταρχία του βασιλέως προς όφελος του συνταγματικού κράτους δικαίου, ενός κράτους συνυφασμένου με την έννοια της δημοκρατίας, όπως αυτή όμως θεσπίστηκε την σύγχρονη εποχή. Ασφαλώς, υπάρχουν δημοκρατίες και «δημοκρατίες», κάτι που αντικατοπτρίζει τις συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες, από τις αποφασιστικές κοινωνικό-ταξικές συγκρούσεις, όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν μέσα σε συγκεκριμένους συμβιβασμούς που εδράζονται στις συνταγματικές διευθετήσεις, πιο προσωρινής ή πιο μόνιμης μορφής, ανάλογα με την περίπτωση.

Το κράτος, μέσα από το σύνταγμά του, δεν είναι παρά η θεσμική αποτύπωση ενός κοινωνικού σχηματισμού, όπως τούτο διαμορφώνεται από τον συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων, στον βαθμό που αυτός ο συσχετισμός γίνεται κοινωνικά αποδεκτός, ή τουλάχιστον ανεκτός, δηλαδή στον βαθμό που οργανώνεται επιτυχώς η ηγεμονία μέσα στο κράτος. Η κλασσική φόρμουλα «συναίνεση, αλλά αν χρειαστεί καταστολή» δεν αναιρείται από την ευρύτερη και πιο εμπλουτισμένη έννοια του κράτους ως συστήματος πολιτικής ηγεμονίας[19].

Το ερώτημα είναι μήπως το σύνταγμα είναι ένας παράγοντας πολύ πιο δυναμικός μέσα στην διαδικασία – κάτι περισσότερο από τον απλό παθητικό καταγραφέα που διατυπώνει τον συσχετισμό δύναμης; Μήπως είναι τελικά ένας «δρων» παράγοντας που μεταβάλλει ουσιαστικά τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις, μήπως αποκτά «δυναμική» από μόνο του; Μήπως μπορεί να συνυπάρχουν πολλαπλές συνταγματικές λογικές κι αντιφάσεις μέσα στο ίδιο το κράτος; Μέσα από αυτές λοιπόν τις προβληματικές οφείλουμε να κατανοήσουμε την Ευρωπαϊκή συνταγματοποίηση με μια βασική παρατήρηση ότι πρόκειται για σχέδιο συνθήκης που δυνάμει μπορεί να εξελιχθεί σε σύνταγμα.


4. Ουσιαστική και διαδικαστική έλλειψη νομιμοποίησης

Από οποιαδήποτε οπτική κι αν το εξετάσει κανείς το νέο Ευρωπαϊκό «Σύνταγμα», αυτό πάσχει από δημοκρατική νομιμοποίηση. Τα δημοκρατικά συντάγματα δεν γεννιούνται εκ του μηδενός, αλλά προκύπτουν από βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες σε μια ανοικτή διαδικασία διαλόγου. Ακόμα κι οι διανοούμενοι που υποστηρίζουν την αναγκαιότητα ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος ξεκινούν από τη βασική θέση ότι για να έχει νομιμοποίηση ένας τέτοιος θεσμός απαιτείται πρώτα να νομιμοποιηθεί μέσα από ένα πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα αφού προηγηθεί ένας ουσιαστικός διάλογος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ο οποίος αναπόφευκτα θα προκύψει πριν από το ίδιο το δημοψήφισμα. Ο Χάμπερμας για παράδειγμα, έχει ως βασική αφετηρία αυτή τη θέση, εφόσον η πρόταση συντάγματος θα λειτουργήσει ως κανονιστική πράξη και ως ώθηση για συζήτηση δεδομένου ότι «αντιπροσωπεύει» μια μοναδική ευκαιρία για μια υπερεθνική επικοινωνία, που μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοπραγματωμένη, αυτό-υλοποιημένη προφητεία[20].

Αντί αυτού οι Ευρωκράτες των Βρυξελλών, η υπερεθνική αυτή ταξική ελίτ, σε συνεννόηση με τις ελίτ των κυβερνώντων σε εθνικο-κρατικό επίπεδο, κάτω από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, προτίμησαν να ακολουθήσουν τη γνωστή τους αποκλειστική, ελιτιστική κι αντιδημοκρατική τακτική και παράδοση, αναθέτοντας το «τιμόνι» στη σύνταξη του «συντάγματος» σ’ έναν από τους πιο γνωστούς συντηρητικούς βετεράνους πολιτικούς τον Ζισκάρ Νταιστέν. Συνέθεσαν κατά το δοκούν ένα σώμα, το οποίο βάφτισαν για σκοπούς νομιμοποίησης «Συντακτική Συνέλευση», ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα ανομιμοποίητο «τσίρκο» που δημιουργήθηκε για τα μάτια του κόσμου και των ΜΜΕ. Απέκλεισαν τα κοινωνικά κινήματα, έκλεισαν έξω όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της εργασίας, τις κινήσεις πολιτών και τις πρωτοβουλίες δημοκρατικών διανοούμενων, επιτρέποντας μόνο στους αντιπροσώπους των κομμάτων της Αριστεράς να «συμμετάσχουν», όσο δηλαδή μπορεί να συμμετάσχει κανείς σε ένα τέτοιο αντιδημοκρατικό, κλειστό κι ελιτίστικο μόρφωμα: Το γεγονός ότι μόνο δύο αντιπρόσωποι από κάθε εθνικό κοινοβούλιο μπορούσαν να συμμετέχουν οδήγησε τελικά στον αποκλεισμό της Αριστεράς, δίνοντας απόλυτο έλεγχο στο δικέφαλο σχήμα δικομματισμού, πλην όμως με καθαρή ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού τόσο στη συντηρητική παράταξη, όσο και στη νέα σοσιαλδημοκρατία.

Το δημοκρατικό έλλειμμα αποτελεί το πιο σημαντικό πρόβλημα για την ΕΕ. Το ζήτημα, όπως το έθεσε ο Χάμπερμας[21], αποτελεί και το μεγαλύτερο εμπόδιο στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση:

«Το ότι τα έθνη-κράτη αποτελούν πρόβλημα για την ακανθώδη πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλεται λιγότερο στις δυσεπίλυτες διεκδικήσεις για κυριαρχία και περισσότερο σε ένα άλλο γεγονός: Οι δημοκρατικές διεργασίες μέχρι τώρα λειτουργούσαν αποκλειστικά μέσα σε εθνικά σύνορα».

Στην παραγωγή του «Ευρωσυντάγματος» δεν συμμετέχουν τα κινήματα, ούτε καν τα δημοκρατικά εκλεγμένα όργανα των χωρών-μελών της Ε.Ε., πλην μιας τυπικής παρουσίας «αντιπροσώπων» στην συντακτική συνέλευση, μια αντιπροσώπευση που ουσιαστικά «χάνεται», όντας τόσο απόμακρη από την καθημερινή κοινωνική και πολιτική ζωή στις χώρες της Ε.Ε. Εν ολίγοις, οι λαοί ουσιαστικά απέχουν από τη σύνταξη του «συντάγματος» το οποίο υποτίθεται ότι γίνεται γι’ αυτούς.

Το οξύμωρο είναι ότι η ίδια η έννοια του «συντάγματος» είναι ανέφικτη χωρίς να προϋπάρχει «λαός»[22]: Ο «Ευρωπαϊκός λαός» δεν υφίσταται, τουλάχιστον ακόμα – υπάρχουν μόνο επιμέρους λαοί, οι οποίοι μάλιστα είναι απόντες από την διαδικασία! Δυστυχώς, επί του παρόντος τουλάχιστον, και τονίζω το σημείο αυτό, είναι «ανέφικτη μια Ευρωπαϊκή ιδιότητα του πολίτη», διότι για να οικοδομηθεί προαπαιτείται η συγκρότηση, η «εφεύρεση» μιας νέας μορφής κράτους η οποία να ξεπεράσει το υφιστάμενο πλασματικό μόρφωμα, που ενσωματώνει μάλιστα ένα «ηπειρωτικό ηγεμονισμό» που στερείται λαϊκής βάσης κι η «δημοκρατική βούληση» εκφράζεται μέσα από έθνη-κράτη[23]. Λείπει παντελώς «μια ανοικτή πολιτισμική διαδικασία, που μπορεί να εξελιχθεί προς πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις, και στα πλαίσια της οποίας οι Ευρωπαϊκοί λαοί, στη διαφορετικότητα των πολιτισμών τους και των κοινωνικών τους συνθηκών, λαμβάνουν ενεργά μέρος»[24]. Η ιδιότητα του πολίτη μεταφέρεται υποτίθεται σε ένα άλλο υπερεθνικό επίπεδο δημοκρατικής οργάνωσης, στην πραγματικότητα όμως παραμένει μετέωρος ανάμεσα στο έθνος-κράτος και σε ένα Ευρωπαϊσμό παραγόμενο από τα πάνω.

Πρόκειται για μια διαδικασία ολοκλήρωσης-ενοποίησης, η οποία σ’ αυτό τουλάχιστον το στάδιο δεν είναι ούτε κράτος, ούτε ομοσπονδία, ούτε συνομοσπονδία κι ορίζεται από αυτό που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ονομάζει «νέα νομική τάξη», η οποία θεωρείται suigeneris. Πρόκειται μεν για προϊόν διακρατικότητας, δηλαδή μιας διακρατικής διεργασίας συνεργασίας μέσα από αλλεπάλληλες διεθνείς συνθήκες, αλλά και μιας υπερεθνικής-υπερκρατικής διαδικασίας, όπως αυτή παράγεται από ευρωπαϊκούς θεσμούς (Κομισιόν, Ευρωκοινοβούλιο, Ευρωδικαστήριο) που ωθείται βασικά από κοινωνικές-οικονομικές διαδικασίες με μηχανή τις πολιτικές που αντιστοιχούν στο ιδεολογικό πλαίσιο εξυπηρέτησης του κεφαλαίου.

Ο Ευρωπαίος πολίτης όχι μόνο παραμένει μετέωρος στο νέο τούτο συνταγματικό μόρφωμα αλλά ουσιαστικά μετατρέπεται σε υπήκοο, δεδομένης της μορφής και δομής της ΕΕ. Οι αναφορές στα «αναφαίρετα δικαιώματα του πολίτη» στο «Ευρωσύνταγμα» ουδέποτε πραγματώνονται, γι’ αυτό κι αρνούνται οι «σοφοί» συντάκτες να προσχωρήσουν στην πλήρη ενσωμάτωση μιας ήδη δομημένης νομικής τάξης, αυτής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ασφαλώς κι αν αυτό τελικά επιτευχθεί, κάτι που σίγουρα αξίζει να αξιωθεί, δεν θα ανατρέψει την ισορροπία δυνάμεων στην Ε.Ε: Πρόκειται για ένα συσσωματωμένο – ενσωματωμένο νεοφιλελευθερισμό που διαπερνά ολόκληρο το οικοδόμημα και τις ίδιες τις αρχιτεκτονικές βάσεις του νέου Ευρωπαϊκού συνταγματισμού από την ίδρυση της ΕΟΚ μέχρι σήμερα[25].

Η σημερινή απόπειρα συνταγματοποίησης της Ε.Ε. αποτελεί διαδικασία υλικής αποτύπωσης του υφιστάμενου συσχετισμού κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων από τα πάνω, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται κι εδράζεται μέσα στους θεσμούς της Ε.Ε. Αρθρώνεται έτσι ένας ηγεμονικός συνασπισμός στη βάση μιας πολιτικής που έχει ταξικό χαρακτήρα, όπως αυτός συγκροτείται μέσα στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία η οποία συγκλίνει μεν, αλλά δεν ταυτίζεται πλήρως με την Αμερικανική νεο-δεξιά τύπου Μπους. Η υπογραφή συμφωνίας έκδοσης μεταξύ Ε.Ε.-ΗΠΑ, που καταπατά αρχές δημοκρατικού δικαίου, εκφράζει ακριβώς αυτήν τη σύγκλιση[26]. Φυσικά δεν θα ήθελα να αποκλείσω a priori τη δυνατότητα και πιθανότητα σταδιακά ή ακόμα και μέσα από μια διαδικασία ρήξης να εκκολαφθεί, να αναδυθεί η συνείδηση Ευρωπαϊκότητας, που θα αποτελέσει τη βάση για ένα Ευρωπαϊκό «λαό» ή για να είμαστε ακριβείς «μετα-λαό». Απλά το «Ευρωπαϊκό σύνταγμα» - που δεν είναι «σύνταγμα» με την κλασσική έννοια της λέξης, καθώς δεν προέκυψε από τα κάτω αλλά από «πάνω», ούτε καν νομιμοποιήθηκε μέσα σε διαδικασίες λαϊκής συμμετοχής και συζήτησης.

Επειδή όμως η θέση αυτή μπορεί να θεωρηθεί σαν βολονταριστική και ότι βασίζεται στον «πλειοψηφισμό», σύμφωνα με τον οποίο η βούληση του «λαού» εκφράζεται «αναπόφευκτα» κατά πλειοψηφία[27], απαιτείται η διευκρίνηση του ζητήματος. Θεωρώ άκρως επικίνδυνη την προοπτική ενός νέου «πανευρωπαϊκού» ή «ευρωπαϊστικού πλειοψηφισμού», ο πυρήνας του οποίου βρίσκεται μέσα στο ίδιο το σχέδιο συντάγματος και ωθεί σε λογικές λύσεων στη λήψη αποφάσεων που κινούνται από τον διακρατισμό στη βάση των ισότιμων κρατών-μελών σε πιο πλειοψηφικού τύπου λογικές. Πρόκειται για ευρω-ιδεολογία που βασίζεται στην ηγεμονία μιας ιδιόμορφης συμμαχίας ανάμεσα στα ισχυρά / μεγάλα κράτη και την υπερεθνική ελίτ των Βρυξελλών κι «ακόλουθοί» της είναι οι κυβερνητικοί μηχανισμοί των κρατών μελών. Ο οιωνοί ευρωπαϊκός πλειοψηφισμός εύκολα μπορεί να διολισθήσει σε ευρωπαϊκό ολοκληρωτισμό.

Στην προσέγγιση που προτείνουμε για την Αριστερά γίνονται βέβαια αναφορές στον επαναστατικό λαϊκό-δημοκρατικό χαρακτήρα της Γαλλικής Διακήρυξης, και η επίκληση της έννοιας λαός και λαϊκός μπορεί να ερμηνευτεί κι ως μια βολονταριστική ή πλειοψηφική προσέγγιση, του τύπου του Γαλλικού ρεπουμπλικανισμού ή ακόμα λαϊκισμού τύπου αλά Jefferson, λογικές που διαπερνούν όμως και τις επαναστατικές παραδόσεις από τον Μάρξ, τον Λένιν, τον Στάλιν, τον Μάο, τον Γκράμσι μέχρι τον Νέγκρι[28] σχετικά με την άμεση δημοκρατία και τον ρόλο της ανακλητής εξουσίας. Εξάλλου η λαϊκή βούληση του Ρουσώ τι άλλο ήταν παρά μια βουλησιακή λογική; Η κριτική που ασκήθηκε στην πιο πάνω προβληματική αντιβαίνει επομένως στη «νέα» προβληματική ενός αποκεντρωτικού αντιπλειοψηφισμού[29],που τονίζει τη σημασία της ουσιαστικής εμπλοκής των μειονοτήτων, μειοψηφιών και κινημάτων μέσα σε ένα αναθεωρημένο αριστερό λόγο, που θα πάρει τα μαθήματα από το παρελθόν (από την Γαλλική μέχρι την Ρωσική Επανάσταση). Η ιδέα δηλαδή είναι ότι η Αριστερά των κινημάτων πρέπει να υπερβεί τον ίδιο της τον εαυτό σε μια σειρά από δύσκολα ζητήματα που παραμένουν απορίες για την Αριστερά: Το ζήτημα της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, τα δικαιώματα της αυτοδιάθεσης, το γυναικείο ζήτημα, το μειονοτικό και μεταναστευτικό ζήτημα, ο ρατσισμός, η συμμετοχή των αδυνάτων, η οριοθέτηση της κρατικής εξουσίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου πέρα της επίκλησης της λαϊκής βούλησης (όπως στον Ρουσσώ), οι κοινωνικές διακρίσεις και ευρύτερα οι σχέσεις εξουσίας όπως αυτές είναι διαχέονται κι επιδρούν στην κοινωνία.

Ενώ είναι δυνατόν να ερμηνευτεί με τέτοιο τρόπο η προσέγγιση που προτείνω, εντούτοις θεωρώ ότι είναι μια παράδοξη ερμηνεία. Το πλαίσιο προβληματικής που αναπτύσσεται εδώ είναι δυνατόν να αφομοιώσει αρμονικά τις έννοιες «λαός» και «λαϊκός» με τις πιο πάνω προβληματικές, εφόσον όμως γίνει αποδεκτό ότι η λαϊκή βούληση δεν είναι και δεν μπορεί να είναι απόλυτη, έστω κι αν κατέχει ιεραρχικά μια ουσιαστική ή διαδικαστική και ηθική υπεροχή έναντι άλλων εννοιών και λογικών. Υπάρχουν σαφέστατα όρια στη λαϊκή βούληση κι αυτά δεν είναι αποκλειστικά και μόνο τα ατομικά ή συλλογικά δικαιώματα που ασφαλώς είναι κι αυτά. Μπορούμε να εντάξουμε το λαϊκό-δημοκρατικό μέσα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιών που περιλαμβάνει για παράδειγμα «αμεσοδημοκρατικές λύσεις και διεξόδους» όπως προτείνεται από τον Κωνσταντίνου[30], η οποία όμως ασκείται μέσα σε ένα ευρύτερο καθορισμένο πλαίσιο ενός «αριστερού» ή καλύτερα «κριτικού συνταγματισμού»[31].

Μεταφέροντας λοιπόν αύτη την προβληματική εξουσίας στο ευρωπαϊκό επίπεδο, κι αν ακόμα υπάρχουν ερείσματα κι επιχειρήματα, τα οποία υπό ορισμένες προϋποθέσεις και σαφείς αναθεωρήσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτά σ’ ένα εθνο-κρατικό πλαίσιο, στο επίπεδο της Ε.Ε., αυτά είναι εντελώς χωρίς βάση. Ασφαλώς, με την κριτική αυτή με κανένα τρόπο δεν εκθειάζουμε ή εξιδανικεύουμε το έθνος-κράτος σαν τον πιο αποτελεσματικό ή νομιμοποιημένο δρόμο της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Δεν θεωρούμε ότι το έθνος-κράτος καταργείται, απλά μεταβάλλεται ουσιαστικά (σε ορισμένους τομείς όπως η αστυνόμευση, παραδείγματος χάριν, ενισχύεται, σε άλλους η ισχύς του μειώνεται, ενώ αναλαμβάνει νέους ρόλους)[32]. Εντούτοις, η εθνο-κρατική δημοκρατική βάση βρίσκεται σε κρίση και φαίνεται να έχει φτάσει στα όριά της, εξ ου και οι συζητήσεις περί ανάγκης υπέρβασης και πέρασμα της δημοκρατικής οργάνωσης σε ένα άλλο υπερεθνικό επίπεδο[33], ενώ το σύστημα διεθνών ή καλύτερα κρατικών σχέσεων βρίσκεται σε κρίση[34]. Ο συγκεκριμένος τύπος, η διαδικασία και μεθοδολογία αυτής της μετάβασης εξουσιών και αρμοδιοτήτων στην Ε.Ε., αλλά και η ουσία και το περιεχόμενο αυτής της υπερεθνικής ενότητας, όπως προτείνεται, είναι αντιδημοκρατικός κι επικίνδυνος. Το κανονιστικό πλαίσιο μέσα από το οποίο διεξάγεται η «μετάβαση», δεν νομιμοποιείται πολιτικά, ιδεολογικά και ηθικά. Πόσο μάλλον η ροπή προς τον αυταρχισμό, τον συγκεντρωτισμό και τον πλειοψηφισμό των ισχυρών. Σε επίπεδο οργάνωσης και δράσης των κομμάτων της Αριστεράς, των συνδικάτων και των κινημάτων απαιτείται μια ευέλικτη, ανοικτή κι αμφίδρομη τακτική κινητοποιήσεων, αντιστάσεων και δράσεων, η οποία να κινείται ανάμεσα σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, ανάλογα με την περίσταση και τη συγκυρία.


5. Ένα διάβασμα του Σχεδίου Συντάγματος

από την σκοπιά των δυνάμεων της εργασίας

Βασική θέση του κειμένου αυτού είναι ότι η διεργασία ευρωπαϊκής ενοποίησης, μια διαδικασία ρευστή κι αντιφατική μέσα από τη δυναμική που έχει δημιουργήσει, όπως αυτή διατυπώνεται μέσα από το σχέδιο συντάγματος της Ε.Ε., αποτελεί θέσπιση μιας ετεροβαρούς για τους εργαζόμενους συνθήκης, που ενσωματώνει κι εκφράζει τη νεοφιλελεύθερη λογική. Διαφαίνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι πρόκειται για ένα μόρφωμα που παρουσιάζεται μεν ως «σύνταγμα» δηλαδή βασικά «Χάρτα του Πολίτη» κ.λπ., ενώ στην ουσία αποτυπώνει και φωτογραφίζει το συσχετισμό δύναμης μέσα στην Ε.Ε., και την παγκόσμια τάξη πραγμάτων, ιδίως αναφορικά με τις εργασιακές σχέσεις. Οι μεταβολές στις εργασιακές σχέσεις, ουσιαστικά σε βάρος των εργαζομένων από τη δεκαετία 1980 και μετά (π.χ. «ευελικτοποίηση», επέκταση άτυπων μορφών εργασίας κ.λπ.), όπως αυτές υλοποιήθηκαν με την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών αλλά και λόγω παγκόσμιων κοινωνικών, πολιτικών, και οικονομικών μεταβολών, δεν είναι άσχετες με τον «συμβιβασμό» που αποτυπώνεται στο «Ευρωσύνταγμα». Εξ’ άλλου για να γίνει κατανοητό το «Ευρωσύνταγμα» πρέπει να πλαισιοθετηθεί μέσα στη δυναμική της εξέλιξής του.

Επιχειρείται έτσι εδώ ένα διάβασμα του Σχεδίου Συντάγματος από μια κριτική οπτική, έτσι ώστε να αποδομηθεί από την πολιτική σκοπιά που θέτει την πάλη των τάξεων (κι ευρύτερα την κοινωνική σύγκρουση και πάλη) στο επίκεντρο της θεώρησής της[35]. Οι Μαρξιστές, πέραν των θεωρητικών κι αναλυτικών πλαισίων εντός των οποίων αναπτύσσουν τον δικό τους εναλλακτικό επιστημονικό λόγο, οφείλουν να παρέμβουν ουσιαστικά και στον κυρίαρχο «επιστημονικό» θεωρητικό λόγο: Δηλαδή ο κυρίαρχος λόγος πρέπει να αναλυθεί κριτικά, να αποδομηθεί από τα μέσα και από τα έξω[36]. Έτσι λοιπόν χωρίς απολογητική διάθεση προβαίνω στην κριτική αποδόμηση του «Ευρωσυντάγματος» από τη σκοπιά των θέσεων των εργαζομένων.


5.1 Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων: Ένα ευχολόγιο στο οποίο απουσιάζει η Εργασία

Επισημάναμε ήδη ότι η διαδικασία «συνταγματοποίησης» της Ε.Ε. συντελείται χωρίς να έχει μέχρι σήμερα υπάρξει ο «ευρωπαϊκός λαός». Επιπλέον, μέχρι σήμερα απουσιάζουν οι ευρωπαϊκού λαοί από το πολιτικό γίγνεσθαι της ευρωπαϊκής ενοποίησης, πλην από τις κατά καιρούς διαδικασίες δημοψηφισμάτων σε ορισμένες χώρες, για σκοπούς επικύρωσης κατόπιν εορτής.

Στο σημείο αυτό θέλουμε να επισημάνουμε το γεγονός ότι απουσιάζει επίσης από το κείμενο, (έστω συμβολικά, γιατί τα προοίμια έχουν χαρακτήρα συμβολικό και θέτουν το πνεύμα του συνταγματικού κειμένου), η «εργασία», ως κεντρικός άξονας στην παραγωγή της κοινωνίας, της προόδου, της ανάπτυξης και του πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε. Χωρίς την εργασία όλα όσα γνωρίζουμε ως σύγχρονο κόσμο δεν θα υπήρχαν. Απουσιάζει λοιπόν η «εργασία» στο προοίμιο, γιατί κάτι τέτοιο θα εισήγαγε στοιχεία σύγκρουσης κι αντίφασης. Αντιθέτως το εμπόρευμα, οι υπηρεσίες και τα κεφάλαια, για τα οποία μάλιστα το Σύνταγμα εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία, αναφέρονται μαζί με τα «πρόσωπα», τα οποία έχουν δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και κυκλοφορίας. Η επιλογή αυτής της γλώσσας, αυτών των όρων, και της σχετικής φρασεολογίας, που επαναλαμβάνεται σε διάφορα συντάγματα, συμφωνίες και συμβάσεις δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη? κάθε άλλο. Περιέχει εκείνο το ιδεολογικό πλαίσιο που προσδίδει πολιτικό περιεχόμενο, δικαιώματα και νομική υπόσταση, με βαρύνουσα μάλιστα σημασία, στα εμπορεύματα, τα κεφάλαια και στα πρόσωπα μόνο ως φυσικά πρόσωπα, όχι ως φορείς συλλογικών (εργατικών ή άλλων) δικαιωμάτων (εκτός όπου επιμέρους αναφέρονται ρητά).

Το σχέδιο αναφέρεται στην απαγόρευση της μετατροπής του ανθρώπινου σώματος και των μερών του σε πηγή κέρδους, στην πραγματικότητα όμως αυτή η αναφορά γίνεται γιατί ήδη υπάρχει εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων οργάνων. Το ζήτημα της εργασίας, όπου βασικά οι εργαζόμενοι πουλούν την εργασιακή τους δύναμη, «αγνοείται» από τους «σοφούς» του «Ευρωσυντάγματος». Ασφαλώς, καλώς γίνεται αναφορά στις ελευθερίες, αλλά η αναφορά θέτει ένα πλαίσιο σαφώς κατώτερο από αυτό που ήδη ισχύει στις χώρες της Ευρώπης. Τίθεται τότε το ερώτημα γιατί αυτή η υποβάθμιση; Μήπως θέλουν μακροπρόθεσμα να πιέσουν τα δικαιώματα προς τα κάτω;

Επίσης υπάρχει ρητή αναφορά στην ιστορική κατάκτηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι με το Άρθρο ΙΙ-12 «Ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι». Το ερώτημα εδώ είναι πάλι γιατί αυτή η στατική προσέγγιση; Εκατό χρόνια μετά την ιστορική κατάκτηση των εργαζομένων στους συνδικαλιστικούς αγώνες μείναμε μέχρι εκεί; Ασφαλώς πρέπει να έχουμε υπόψη ότι όσα «δίνονται» στους εργαζομένους καθόλου δεν ανατρέπουν τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ εργασίας-κεφαλαίου, τον οποίο το Σχέδιο επιχειρεί να παγιώσει: Έτσι το Άρθρο ΙΙ-15 αναφέρει ρητά και το Άρθρο ΙΙ-16 ρητά διασφαλίζει την επιχειρηματική ελευθερία, ενώ το Άρθρο 11-17 διασφαλίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

Στο Σχέδιο υπάρχει αναφορά περί της «ισότητας», όμως εδώ «ισότητα» απλά σημαίνει «μη διάκριση». Το πλαίσιο της ισότητας που τίθεται δεν έχει να κάνει με την ουσιαστική ισότητα στη βάση της κοινωνικής τάξης, δηλαδή την αντιπαλότητα κεφαλαίου – εργασίας και γενικά την κοινωνική ανισότητα στον πλούτο ή την εξουσία. Επιπλέον, το πλαίσιο για ενσωμάτωση των εργασιακών σχέσεων εξαντλείται στον εύηχο τίτλο αλληλεγγύη. Οι αναφορές εδώ σε δικαιώματα είναι είτε σε δικαιώματα που ήδη διασφαλίζονται σε εθνικό ή κοινοτικό επίπεδο, ή απλά ευχολόγιο.

Στο κεφάλαιο ΙΙΙ, για την Απασχόληση, πέραν του ευχολογίου που δεν ορίζει κανένα μηχανισμό εφαρμογής, ή κυρώσεις για παραβιάσεις, τίθεται και το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής (που τώρα θεσμοθετείται πλέον και συνταγματικά): οι αναφορές πλέον είναι για εξειδικευμένο, εκπαιδευμένο και ευπροσάρμοστο εργατικό δυναμικό. Είναι προφανής η στόχευση: Περνούμε και τυπικά από το δικαίωμα στην απασχόληση στην απασχολησιμότητα, δηλαδή μετατοπίζεται η ευθύνη για την εξεύρεση εργασίας από το κράτος, έστω όπως τυπικά τουλάχιστον ετίθετο στο κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας και το παραδοσιακό κοινωνικό κράτος, στον ίδιο τον εργαζόμενο που οφείλει να διατηρείται ευπροσάρμοστος και σωστά καταρτισμένος με τα προγράμματα της λεγόμενης «δια βίου εκπαίδευσης». Τέλος, ένα ουσιαστικό ζήτημα διαδικασίας είναι ότι με απλή πλειοψηφία αποφασίζονται οι πολιτικές απασχόλησης της Ε.Ε.

5.2 Η διεύρυνση του δημοκρατικού ελλείμματος

Το υφιστάμενο δημοκρατικό έλλειμμα, το οποία διαπερνά την αρχιτεκτονική της Ε.Ε., όχι μόνο δεν μειώνεται με το «Ευρωσύνταγμα», αλλά διευρύνεται περαιτέρω σε βάρος των λαών, των μικρών λαών ιδιαίτερα, των εργαζομένων και των αδυνάτων και σε τελική ανάλυση στρέφεται ενάντια στην ίδια την δημοκρατία ως θεσμό. Στρέφεται επίσης ενάντια στον ίδιο τον πολίτη-φορέα της «ισο-ελευθερίας» κι αλληλεγγύης κι αδελφοσύνης, του προτάγματος τούτου της Γαλλικής επανάστασης, που παραμένει ανεκπλήρωτο ακόμα και μετά τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις[37].

Το πρόβλημα με την Ε.Ε., όπως αυτό διαφαίνεται από το «Ευρωσύνταγμα», δεν είναι μόνο ότι αποκρυσταλλώνει μια όποια νεοφιλελεύθερη λογική, γεγονός αναντίλεκτο δεδομένης αφενός της επιβολής του οικονομικού οράματος της λεγόμενης «ενιαίας αγοράς» κι «ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων» κι αφετέρου της συρρίκνωσης των δικαιωμάτων των πολιτών: Οικοδομείται, πολύ περισσότερο, και συγκροτείται συνταγματικά ένας «οικονομικός ολοκληρωτισμός» που καταργεί τα όποια στοιχεία μιας «κοινωνικής Ευρώπης» υπήρξαν μέχρι σήμερα σε εμβρυακή μορφή, επιδιώκοντας την ανατροπή κεκτημένων από δημοκρατικούς κι εργατικούς αγώνες. Όσο για την τυπική και συμβολική ενσωμάτωση του Χάρτη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αυτή δεν περιέχει καν την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ένα ασθενές καθεστώς από πλευράς οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που συμφωνήθηκε στις απαρχές του ψυχρού πολέμου.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στο «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» μοιάζει να καταργείται η «διάκριση εξουσιών», μια βασική αρχή στην ισορροπία της κρατικής εξουσίας των λεγομένων φιλελεύθερων (καπιταλιστικών) δημοκρατιών, μέσα από ένα νεφελώδες, απρόσωπο κι αντιδημοκρατικό σύστημα Ευρωγραφειοκρατίας που στερείται δημοκρατικής νομιμοποίησης και λογοδοσίας, καίτοι η κατεύθυνση αυτή παρουσιάζεται προς τα έξω ως εκδημοκρατισμός και συνταγματοποίηση. Η μεταφορά εξουσιών κι αρμοδιοτήτων σε όργανα που στερούνται οποιασδήποτε ουσιαστικής λογοδοσίας και αντιπροσωπευτικότητας δεν είναι επιμέρους θέμα, αλλά εκφράζει μια ισχυρή ροπή προς την απολυταρχία και την ασυδοσία, μια υποβάθμιση της αντιπροσωπευτικότητας και έναν εκφυλισμό της σημοκρατίας[38].

Θυμίζω ότι από τους θεσμούς δημοκρατικής αντιπροσώπευσης που οικοδομήθηκαν κατά τους δύο τελευταίους αιώνες στην Ευρώπη, αρχικά υπήρχε πλήρης αποκλεισμός των γυναικών, των μεταναστών που δεν ήταν πολίτες, ενώ σε πολλές χώρες η έννοια του πολίτη μέχρι σχετικά πρόσφατα προϋπόθετε και κάποιου είδους περιουσία (π.χ. Μ. Βρετανία). Τονίζω το ζήτημα του αποκλεισμού όχι τυχαία: Αποτελεί κατά την γνώμη μου έναν από τους κεντρικούς πυλώνες πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε η επίσημη δημοκρατία ως έννοια στη σύγχρονη εποχή, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχουν εγγενείς αντιφάσεις ανάμεσα στο πρόταγμα της δημοκρατίας και της εφαρμοσμένης δημοκρατίας στον σύγχρονο καπιταλισμό. Οι νέοι αποκλεισμοί που διαμορφώνονται σήμερα αποτυπώνονται στη θεσμοθέτηση «της Ευρώπης – Φρούριο».


5.3 Η Ευρώπη - φρούριο του «Μεγάλου Αδελφού»

Η Ευρώπη - φρούριο, που εκφράζει και τη διαδικασία θεσμοθέτησης και οριοθέτησης των συνόρων, εσωτερικών κι εξωτερικών, αποτελεί συνέχεια των πιο πάνω, δηλαδή της ουσίας και των ορίων της δημοκρατίας εντός των κρατών-μελών, αλλά και της υπό οικοδόμηση Ε.Ε. Η αδιαφανής Ευρώπη, το αστυνομικό κράτος και ο αποκλεισμός των μεταναστών αποτελούν εξαιρετικής σημασίας ζητήματα και συνθέτουν αυτό που ο Μπαλιμπάρ (2001) ονομάζει το «Ευρωπαϊκό άπαρχαϊντ».

Ασφαλώς η αδιαφάνεια, η ροπή προς μια όλο και πιο ελεγχόμενη πανοπτική Ευρώπη, η οποία δημιουργεί το κρατικό υπόβαθρο της λεγόμενης ελεύθερης οικονομίας, είναι μια μακρόχρονη τάση. Με το «Σύνταγμα» φαίνεται να θεσμοθετείται η μυστική Ευρώπη του «μεγάλου αδελφού» των Βρυξελλών, με δύο κεφάλια: Πρώτο, όπως ήδη σημειώσαμε, το υπό ίδρυση «Ευρωπαϊκό υπουργείο εσωτερικών» και δεύτερο, το καθεστώς Schengen[39]. Έτσι λοιπόν αυξάνονται οι έλεγχοι και επιτηρούνται όλο και περισσότερο οι πολίτες στο όνομα της «πάταξης του εγκλήματος» και της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας». Θεσμοθετείται μια «μυστική Ευρώπη», που οικοδομείται παράλληλα με την τράπεζα προσωπικών δεδομένων στις Βρυξέλλες και τα μέτρα που σχετίζονται με «τη δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις», τα οποία συνιστούν σαφή διολίσθηση στον αυταρχικό και αυθαίρετο ευρωκρατισμό. Με το καθεστώς αυτό πλήττονται τα δημοκρατικά δικαιώματα, ενώ το τεκμήριο της αθωότητας καταστρατηγείται και η Ευρώπη μετατρέπεται σε κοινωνία ελέγχου και επιτήρησης.

Στη βάση των πιο πάνω το Ευρωσύνταγμα προωθεί μια «Ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης», που ουσιαστικά περιθωριοποιεί τους μετανάστες. Η λογική των «πυλώνων» της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης τυπικά τουλάχιστον καταργείται, έτσι η μετανάστευση περνά από τον λεγόμενο «τρίτο πυλώνα» στο «Ευρωσύνταγμα», πλην όμως ουσιαστικά το ζήτημα παραμένει μετέωρο, καθώς η γενική αναφορά στη «δίκαιη μεταχείριση υπηκόων τρίτων χωρών» (Άρθρο ΙΙ-21) «επεξηγείται» από την παράγραφο ΙΙΙ – 167.5, που προστέθηκε την τελευταία στιγμή, η οποία ρητά κατοχυρώνει το δικαίωμα των κρατών-μελών να εφαρμόσουν τις δικές τους (περιοριστικές) πολιτικές[40]. Παρόμοιες διατάξεις ισχύουν και για την πολιτική παραχώρησης ασύλου, με την προθήκη ανάλογης διάταξης την τελευταία στιγμή[41]. Η διατύπωση του Άρθρου ΙΙΙ-167 είναι τέτοια που ουσιαστικά επιτρέπει διαφορετικές προσεγγίσεις σε κάθε Ευρωπαϊκή χώρα, στη βάση της διακρατικότητας, κι επιβιώνει έτσι, τρόπον τινά, ο «τρίτος πυλώνας», επιτρέποντας να διαιωνίζονται οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των μεταναστών και των αιτητών πολιτικού ασύλου σε εθνικό επίπεδο.

Είναι φανερό ότι το ζήτημα της μετανάστευσης μετατρέπεται ουσιαστικά σε ζήτημα ελέγχου, επιτήρησης και αστυνόμευσης, ξεκομμένα από τα τεκταινόμενα στην αγορά εργασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αναδιοργάνωση της εργασίας, οι πολιτικές απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων, οι απόπειρες επιβολής ευέλικτων, άτυπων κι απροστάτευτων μορφών εργασίας αποτελούν δομική ανατροπή του κεϋνσιανικού τύπου συμβιβασμού κεφαλαίου – εργασίας και βρίσκονται στη βάση των πολιτικών για τη μετανάστευση[42]: Η λογική της αναδιάρθρωσης μέσα στο νέο πλαίσιο απαιτεί ανατροπή του παλιού κοινωνικού κράτους σε βάρος των εργαζομένων, με βάση ένα νέο ιδεότυπο κράτους του νόμου και της τάξης. Το μεταναστευτικό φαινόμενο στην Ευρώπη και οι πολιτικές που εκ πρώτης όψης φαίνονται αντιφατικές, αφού αφενός γίνεται προσπάθεια ένταξης των μεταναστών με μέτρα κατά του ρατσισμού (π.χ. οδηγία 78/2000), και των διακρίσεων (π.χ. οδηγία 43/2000), κι αφετέρου οι ίδιοι ποινικοποιούνται και εκδιώκονται ως «παράνομοι» σε ένα κλίμα δίωξης και καταστολής όπου οι «ξένοι» θεωρούνται εκ πρώτης όψης ύποπτοι, εντάσσονται στη νέα αυτή κρατική στρατηγική.

Η λογική ότι για να «λυθεί» το πρόβλημα της μετανάστευσης πρέπει πρώτα να «λυθεί» το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης αποτελεί πλέον τον πυρήνα της Ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μετανάστευση. Σκόπιμα παραγνωρίζεται πλήρως το γεγονός ότι η λεγόμενη «παράνομη» μετανάστευση δεν είναι παρά το παράγωγο της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας στον πλανήτη, αλλά και της απόπειρας μεταναστευτικού ελέγχου κι αποκλεισμού. Επομένως όσο η μεταναστευτική πολιτική στηρίζεται στην καταστολή, το «πρόβλημα» αντί να λύνεται θα οξύνεται όλο και περισσότερο. Οι «παράνομοι» αυξάνονται όσο αυξάνονται οι έλεγχοι και η αστυνόμευση – αυτό δείχνουν όλες οι έρευνες για την μετανάστευση.

Το «Ευρωσύνταγμα» επιχειρεί να αμβλύνει τις πολιτικές καταπολέμησης των διακρίσεων, (βλ. ιδιαίτερα τις οδηγίες 78/2000 και 43/2000), πολιτικές που προέκυψαν από τον συνδυασμό συνθηκών και παραγόντων που δεν υφίστανται πλέον:

(α) Από τη μια ήταν αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων από μαζικά κινήματα, τα οποία για πρώτη φορά κατάφεραν να πείσουν την ευρωπαϊκή εξουσία (που κατά τα άλλα ήταν συντηρητική και νεοφιλελεύθερη) για τον κίνδυνο ενίσχυσης του νεο-φασισμού αν δεν παίρνονταν μέτρα κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας[43]. Τα ανατριχιαστικά ρίγη που προκάλεσαν οι εκλογικές επιτυχίες ακροδεξιών κομμάτων τα τελευταία 5 χρόνια σίγουρα έπαιξαν ρόλο στην επιτάχυνση των διαδικασιών για εισαγωγή αντιρατσιστικών μέτρων στην Ε.Ε. Οι συγκυρίες που οδήγησαν στις πιο πάνω πολιτικές είναι πολύ δύσκολο να επαναληφθούν μετά το κτύπημα στις 11/9/2001. Ο λεγόμενος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» έχει ριζικά ανατρέψει αυτό το κλίμα.

(β) Η ίδια η νεοφιλελεύθερη πολιτική, που επιδιώκει την άτυπη, απροστάτευτη κι απορυθμισμένη εργασία, δεν ξεπερνά ορισμένα όρια, που θα έθεταν σε κίνδυνο την «κοινωνική ειρήνη»: Aν δεν έπαιρναν μέτρα για προστασία από τις κοινωνικές διακρίσεις που ωθούν σε γκετοποίηση, περιθωριοποίηση κι εξαθλίωση, θα δυσκολεύονταν να ελέγξουν τις κοινωνικές εκρήξεις. Ο συνδυασμός της πόλωσης με τη διεύρυνση του χάσματος φτωχών - πλουσίων, με τα «φυλετικά» κοινωνικά αποτελέσματα της γκετοποίησης των μεταναστών αποτελούν εκρηκτικό μηχανισμό που παράγει τόσο την ακροδεξιά, όσο τις κοινωνικές αναταραχές και τη βία[44].

Επομένως οι ευρωπαϊκές οδηγίες κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων θα πρέπει να θεωρούνται αποτέλεσμα αυτής της ιδιαίτερης συγκυρίας, η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο αν όχι αδύνατο να επαναληφθεί.

Το Ευρωσύνταγμα επιχειρεί να διαχειριστεί τη σχέση μετανάστευσης, ρατσισμού και αντιρατσιστικών μέτρων σε μία σαφώς συντηρητική κατεύθυνση:

1. Η μετανάστευση παρουσιάζεται ως φαινόμενο παρά φύσιν, κι όχι ως φυσική συνέπεια της ανισότητας, των αντιφάσεων και της ανισομέρειας της «ανάπτυξης», σε συνδυασμό με τις πολιτικές αποκλεισμού νέων μεταναστών μέσα από την περιοριστική μεταναστευτική πολιτική των πλούσιων χωρών (συμπεριλαμβανομένων των χωρών της Ε.Ε.). Συνδέεται έτσι με την «παράνομη» πορνεία και το trafficking, ουσιαστικά ποινικοποιείται ως «παράνομη μετανάστευση».

2. Απολιτικοποιείται το ζήτημα της μετανάστευσης με δύο τρόπους: (α) «κλειδώνεται» σε τεχνικές επιτροπές σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, δηλαδή τίθεται έξω από τη δημόσια σφαίρα της συζήτησης στα κράτη-μέλη, και (β) μετατρέπεται σε καθαρά τεχνοκρατικό, ποινικό ή ανθρωπιστικό ζήτημα[45].

3. Γίνεται προσπάθεια να διαχωριστούν οι μετανάστες εργαζόμενοι στους υψηλά εξειδικευμένους, που θα τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης, και στους μετανάστες μάζας, που κυρίως αντιμετωπίζονται με σκληρά κατασταλτικά μέτρα.

Η διαχείριση της «μετανάστευση» έτσι μετατρέπεται σε ζήτημα ιδεολογικής πειθαρχίας και επιτήρησης που αφορά τους ειδικούς που γνωρίζουν τα καλά και τα όσια της οικονομίας της νέας μας «κοσμοπολίτικης πατρίδας».

6. Επίλογος

Οι όροι της συζήτησης γύρω από το «Ευρωσύνταγμα» πρέπει να ανατραπούν έτσι ώστε να αναδειχθούν τόσο οι ταξικές, εθνικές, εθνοτικές, «φυλετικές» και κοινωνικές διαστάσεις της συζήτησης, ενώ τα ζητήματα που άπτονται της υπερκρατικής - υπερεθνικής διάστασης πρέπει να ξεφύγουν από τα στεγανά και τα χιλιοειπωμένα περί κρατικής κυριαρχίας, εδαφικού έλεγχου κ.λπ. και να στραφούν στα ουσιώδη όπως η λαϊκή συμμετοχή, η άμεση δημοκρατία, η ισοκατανομή και ο δημοκρατικός έλεγχος. Η Αριστερά οφείλει να συμμετέχει σ’ αυτή την συζήτηση με τους δικούς της όρους και το ανάλογο θεωρητικό πλαίσιο, και με ανεπτυγμένη τη γνώση και την κριτική προς τον κυρίαρχο λόγο τόσο απέξω, όσο από μέσα. Η αντίληψη λοιπόν ότι η Ευρωπαϊκή συνταγματοποίηση καταργεί το έθνος-κράτος, το οχυρό, αλλά και εργαλείο ή μέσο με το οποίο η Αριστερά, όταν κατακτήσει τη εξουσία σε εθνικό-κρατικό επίπεδο θα εφαρμόσει σοσιαλιστική πολιτική, είναι ανακριβής κι εσφαλμένη. Δεν είναι εκεί η ουσία της υπόθεσης για την Αριστερά. Το δίλημμα δεν είναι «έθνος-κράτος ή Ε.Ε.», αφού πρόκειται για δύο (καπιταλιστικούς) θεσμούς συσσωματωμένους μέσα σε ένα νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο πλαίσιο που υποφέρουν από δημοκρατικά ελλείμματα και κρίσης νομιμοποίησης.

Μπορεί να είναι πιο νεοφιλελεύθερη η Ε.Ε. σε ορισμένους τομείς, σε σχέση με τις πολιτικές κάποιων κρατών-μελών, ωστόσο νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις ακολουθούνται σε κρατικό επίπεδο από τους κυβερνητικούς συνασπισμούς, ως πολιτική κι ιδεολογική επιλογή. Εξάλλου, ανεξάρτητα από το «Ευρωσύνταγμα», τα έθνη-κράτη είναι μέρος της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Επομένως, ο λόγος που αναπτύσσεται γύρω από τη «νοσταλγία» της χαμένης, δήθεν, κυριαρχίας των κρατών δεν αρμόζει σήμερα στην Αριστερά.

Το έθνος-κράτος αναδομείται ουσιαστικά στο νέο πλαίσιο, με βάση ένα ευρύτερο νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό, σε μια κατάσταση προφανώς πολύ πιο σύνθετη και πολυδιάστατη από αυτήν που περιγράφει το πιο πάνω ψευδοδίλλημα. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί ως επιχείρημα για το ότι, δήθεν, αναιρείται ή υποβαθμίζεται η σημασία των τοπικών αγώνων και των κοινωνικών και εργατικών διεκδικήσεων σε εθνικό επίπεδο, ή η πάλη για την εξουσία εντός των εθνών - κρατών. Αντίθετα, οι αγώνες για ενίσχυση των κοινωνικών κι ατομικών δικαιωμάτων και για το ζήτημα της εξουσίας, αναβαθμίζονται, γιατί το «υπερεθνικό» αποτελεί μια μείζονος σημασίας επιπρόσθετη διάσταση, η οποία όμως μεταβάλλει, μεταλλάσσει και πυροδοτεί «μοριακές αλλοιώσεις» στο εσωτερικό των κρατών, μεταθέτοντας τους όρους των αγώνων και εντατικοποιώντας τις ενδοκρατικές, ταξικές και κοινωνικές συγκρούσεις. Μετατοπίζονται έτσι τα πεδία σε νέα τοπία αγώνων και δράσεων όλο και περισσότερο από πλευράς έντασης κι έκτασης.

Η Αριστερά, λοιπόν, οφείλει να αντισταθεί στο Ευρωσύνταγμα, πέραν των κούφιων και αορίστων συνθημάτων, με βάση το δικό της συγκεκριμένο διεθνιστικό όραμα για ένα κριτικό υπερεθνικό συνταγματισμό.



[1]. Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας Κύπρου (ΙΝΕΚ-ΠΕΟ).

[2]. Το κείμενο προς το παρόν αποτελεί σχέδιο συνθήκης του συντάγματος της Ευρώπης κι έχει εκδοθεί από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (2003). Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί συντάγματος ως τέτοιο αλλά ως διακρατική συνθήκη που καταργεί κι αντικαθιστά τις άλλες συνθήκες περί Ε.Ε.

[3] Δεν συμμερίζομαι την άποψη του φίλου Σταύρου Τομπάζου ο οποίος θεωρεί ότι οι άρχουσες τάξεις των χωρών – μελών της Ε.Ε. είναι το κύριο εμπόδιο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, παρόλο που υπάρχουν σίγουρα τμήματα ή μερίδες της τάξης που τοποθετούνται έτσι (βλ. Τομπάζος, Σ. «Ευρωπαϊκή Ένωση και Αριστερά – Ο νεοφιλελευθερισμός εμπόδιο στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», και Τριμικλινιώτης, Ν. «Ευρώπη και Αριστερά: Προκλήσεις και προβληματισμοί για την Κυπριακή Αριστερά» στο Εξ Υπαρχής, Τεύχος 23ον, 2001.

[4]. Υπάρχουν ορισμένες δυνάμεις της Αριστερά που απέχουν από την διαδικασία, αλλά η αποχή είναι μορφή διαφωνίας ή καλύτερα μη συναίνεσης τέλος πάντων.

[5]. Βλέπε Bourdieu, P. «Για ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα», σε Bourdieu, P. (1999) Για ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα, Αντεπίθεση πυρών ΙΙ, εκδ. Πατάκη.

[6]. Gill, S. (2001) «Constitutionalising Capital and Disciplinary Neo-Liberalism», Bieler, A. and Morton, A. D. [eds.] (2001), Social forces in the Making of the New Europe, the restructuring of European social Relations in the Global Political Economy, Palgrave press, Hampshire.

[7]. Habermas, J. (2003) Ο Μεταεθνικός Αστερισμός, εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα, σελ. 85.

[8]. Bourdieu, P., ibid σελ. 37.

[9]. Βλέπε π.χ το άρθρο της Ροσάνα Ροσάντα «Ευρώπη - ένα σύνταγμα έξω από τον κόσμο», Εποχή 11/6/2003.

[10]. “Un peuple a toujours le droit de revoir, de reformer et de changer sa Constitution. Une generation ne peut assujettir a ses lois les generations futures”, απόσπασμα που παραθέτει ο Α. Negri (1996) «The Constituent Republic», σε P.Virno and Mirchael Hardt (ed.) Radical Thought in Italy, A Potential Politics, University of Minnesota Press, σελ. 220.

[11] Οι εργασίες του Φουκώ, Ντελέζ κ.λπ.

[12] Π.χ. Balibar, E. and Wallestein, I. (1991) Race, Nation, Class: Ambiguous Identities, Verso, London.

[Ελλ.: Μπαλιμπάρ Ε. και Βαλλεστάϊν Ι. (1991) Φυλή Έθνος Τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες, Ο Πολίτης].

[13] Ασφαλώς, θα δούμε τον Γκράμσι μέσα από τον φακό ενός αναδομημένου μαρξιστικού σχήματος όπως αυτός ανανεώθηκε και ζωντάνεψε από τις θεωρητικές παρεμβάσεις κυρίως της σχολής Αλτουσέρ: Η μετά-τον-Αλτουσέρ εποχή είναι άλλη για τον Μαρξισμό.

[14] Εξαιρετική εργασία, που θέτει το πλαίσιο μιας Γκραμσιακής και νέο-Γκραμσιακής προσέγγισης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί το συλλογικό έργο: Bieler, A. and Morton, A. D. [eds.] (2001), όπ. π.

[15] Anderson, P. (1985) Οι Αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι, Μαρξιστική Συσπείρωση, Αθήνα.

[16] Π.χ ο Λουκάς Αξελός στο Αφιέρωμα για τον Γκράμσι, Τετράδια, τ. 17-18,1987.

[17] Μάνεσης, Α. (1980), Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Θεσσαλονίκη.

[18]. Στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία γεννήθηκε ένας ιδιότυπος ρεμπουμπλικανισμός που έκανε την ιδιότητα του πολίτη σημαντική.

[19]. Η συζήτηση γύρω από τη φύση του κράτους παραμένει ανοικτή, αλλά οι όροι που τέθηκαν από τον Γκράμσι, τον Αλτουσέρ και τον Πουλαντζά συνεχίζουν να ισχύουν (βλ. Τριμικλινιώτης Ν. (2003), «Το Ελβετικό Σύνταγμα, το Σχέδιο Ανάν και η ομοσπονδιοποίηση της Κύπρου. Για έναν αριστερό συνταγματισμό», Θέσεις τ. 83, σ. 43 επ.).

[20]. Habermas, J. (2001) «Why Europe needs a Constitution», New Left Review, Sept. - Oct. 2001.

[21]. Habermas, J. (1994) «Citizenship and National identity», van Steenbergen, B. (ed.) The condition of Citizenship, SAGE publication, London, σελ. 29.

[22] Βλ. τα σχετικά άρθρα των Κ. Σταμάτη και Α. Μανιτάκη στην Εποχή: http://www.epohi.gr/

[23]. Βλέπε Μπαλιμπάρ Ε. (2001), «Η Ευρώπη: Το “ανέφικτο” μιας Ευρωπαϊκής ιδιότητας του πολίτη», Ο Πολίτης τ. 84, Ιανουάριος.

[24]. Μπαλιμπάρ Ε. ibid, σ. 67.

[25]. Βλέπε Δ. Τσάτσος (2001) Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Αθήνα.

[26]. Για λεπτομέρειες και συζήτηση του ζητήματος βλέπε Κτιστάκης (2003), «Η Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον Τομέα Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. Το παράδειγμα της δικαστικής συνεργασίας Ε.Ε. και ΗΠΑ», Εισήγηση στο Σεμινάριο Η Πολιτική της Ε.Ε. για Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις, Λευκωσία 10/09/2003, Ινστιτούτο Εργασίας Κύπρου – ΠΕΟ εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Κύπρου.

[27]. Σχόλιο του Μάριου Κωνσταντίνου για το παρόν κείμενο.

[28]. Η παρατήρηση αυτή ανήκει στον Μάριο Κωνσταντίνου, τον οποίο ευχαριστώ για το σχόλιο. Κι όμως θα ήθελα εδώ να εκφράσω τη θέση ότι η βουλησιακή λογική ενυπάρχει τόσο στον Λένιν, όσο και στον Γκράμσι. Ο Νέγκρι είναι δευτερευούσης σημασίας και επίδρασης για αυτό το κείμενο.

[29]. Την προβληματική του αντιπλειοψηφισμού την αναπτύσσω στο κείμενο «Το Ελβετικό Σύστημα, η Ζυρίχη και το Σχέδιο Ανάν: Για ένα Αριστερό Συνταγματισμό», όπου σχολίαζα το κείμενο του Μ. Κωνσταντίνου «Η Πολιτική Κοινωνιολογία του Ελβετικού Συστήματος», Θέσεις, 82/2003. Ο Κωνσταντίνου υποδεικνύει ότι στο κείμενό μου, στο απόσπασμα «Ενάντια στην εργαλειακή αντίληψη του κράτους και του πλειοψηφισμού», αναπτύσσεται μια λογική που είναι αντιφατική με την προβληματική που αναφέρω πιο πάνω.

[30]. Μ. Κωνσταντίνου «Η Πολιτική Κοινωνιολογία του Ελβετικού Συστήματος», Θέσεις, 82. Τα ζητήματα αυτά τα αναπτύσσει περισσότερο σε δύο άλλα σημαντικά κείμενα: Constantinou, M. (2002) “Constitutional Learning for Cypriots in the light of the Swiss and EU Experience: A Sociological Perspective”, Cyprus Review Vol. 14, No.2 και Constantinou, M. (2003) “Constitutional Learning for Cypriots in the light of the Swiss and EU Experience: A Sociological Perspective, Part II: Theoretical and Practical Stakes of Federalism”, Cyprus Review Vol. 15, No. 1.

[31] Βλέπε Τριμικλινιώτης 2003 για τις βάσεις μιας τέτοιας συνταγματικής λογικής.

[32] Μια θεωρητική θεμελίωση βλέπε Τριμικλινιώτης, Ν. (2000) The Role of State Processes in the Production and Resolution of ‘Ethnic’ and ‘National’ Conflict: The Case of Cyprus”, School of Social Sciences, University of Greenwich

[33]. Βλέπε π.χ. Held D. (1997) Democracy and Global Order, Polity Press.

[34]. Haliday, F (1994) Rethinking International Relations, Macmillan Press, London.

[35] Για το ζήτημα αυτό βλ. και τα κείμενα του Λένιν για την ενοποίηση στης Ευρώπης σε καπιταλιστικές συνθήκες. Επίσης Ν. Πουλαντζάς, Οι Τάξεις στο Σύγχρονο καπιταλισμό, Κεφ. Ι.

[36] Ευχαριστώ τον Ηλία Ιωακείμογλου γι’ αυτή την παρατήρηση, που αφορούσε τη νεοκλασική Οικονομική, αλλά μπορεί να επεκταθεί σε κάθε περιοχή της κυρίαρχης «επιστήμης».

[37]. Βλέπε Balibar, E (1994) «“Right of Man” and “Right of citizen”. The Modern Dialectic of Equality and Freedom», σε Balibar, E., Masses, Classes, Ideas, Studies on Politics and Philosophy Before and After Marx, Routledge, London, pp 39 – 60.

[38]. Βλέπε Steve Peers The EU Constitution and Justice and Home Affairs: the accountability gap, http://www.statewatch.org/news/2003/aug/constitution-jha.pdf

[39]. Bunyan, T. (2003) «The Creation of an EU Interior Ministry», STATEWATCH, http://www.statewatch.org/news/2003/apr/TBART.pdf

[40] Η παράγραφος 5 αναφέρει: «Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών-μελών να καθορίζουν τον όγκο των εισερχομένων υπηκόων τρίτων χωρών, προερχομένων από τρίτες χώρες, στο έδαφός τους με σκοπό την αναζήτηση μισθωτής ή μη μισθωτής εργασίας».

[41] Η παράγραφος 3 αναφέρει: «Το παρόν άρθρο δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών-μελών όσον αφορά τον γεωγραφικό καθορισμό των συνόρων τους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο».

[42]. Βλέπε Hans-Jurgen Bieling (2001) «European Constitutionalism and Industrial Relations», σε Bieler, A. and Morton, A. D. (ed.) Social Forces in the Making of the New Europe: the Restructuring of European Social Relations in the Global Political Economy, Palgrave press, Hampshire.

[43]. Βλέπε Chalmers, D. (2001) “The Mistakes of a Good European?”, σε Fredman, S. (ed) Discrimination and Human Rights, the case of Racism, Oxford University Press.

[44] Βλέπε Balibar E. (1991) «Racism and Nationalism», σε Balibar, E. και Wallestein, I. Race, Nation, Class: Ambiguous Identities, Verso, London.

[45]. Βλέπε Pellerin, H, και Overbeek, H. (2001) «Neo-liberal Regionalism and the Management of People Mobility», σε Bieler, A. and Morton, A. D. (ed.) Social Forces in the Making of the New Europe: the Restructuring of European Social Relations in the Global Political Economy, Palgrave press, Hampshire.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή