Από την Οικουμενική Διακήρυξη του ΟΗΕ στη Σύμβαση της Ρώμης και το Ευρωσύνταγμα Εκτύπωση
Τεύχος 88, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2004


ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΟΗε ΣΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΣΥΝΤΑΓΜΑ
του Γιώργου Τσίπρα


«Καθεμιά απ’ αυτές τις ελευθερίες ανακηρύσσεται σαν απόλυτο δικαίωμα του γάλλου πολίτη, αλλά με τη σημείωση στο περιθώριο ότι είναι απεριόριστη μόνον ως εκεί που δεν περιορίζεται από τα «ίσα δικαιώματα των άλλων και από τη δημόσια ασφάλεια», ή από «νόμους» που έχουν για σκοπό να εξασφαλίσουν ακριβώς αυτή την αρμονία των ατομικών ελευθεριών μεταξύ τους και με τη δημόσια ασφάλεια.

…Το κάθε άρθρο του συντάγματος περιέχει την ίδια του την αντίθεση, τη δική του άνω και κάτω βουλή, δηλ. στη γενική φράση την ελευθερία και στη σημείωση του περιθωρίου την κατάργηση της ελευθερίας».

Καρλ Μαρξ,

Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

1. Ανθρώπινα δικαιώματα και Ευρωσύνταγμα: Οι αφετηρίες

Στην εποχή του αντιτρομοκρατικού πολέμου, της «ασφάλειας» και του νεοφιλελευθερισμού, η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ψηφίστηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1948, δηλαδή περισσότερο από μισό αιώνα πριν, μοιάζει περίπου με διακήρυξη αριστερής οργάνωσης. Μα και στις δύο προηγούμενες δεκαετίες, από την εποχή του ρηγκανισμού μέχρι και την επέμβαση στο Κόσοβο, όταν τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είχαν την τιμητική τους στην ιμπεριαλιστική ρητορική, η Οικουμενική Διακήρυξη (ΟΔ) ήταν έτσι κι αλλιώς «ξεχασμένη», ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις γενικές αρχές και τα κοινωνικά δικαιώματα. Τα κατά Ουάσιγκτον «ανθρώπινα δικαιώματα» τείνουν από χρόνια τώρα να ταυτίζονται με τα πιο εξωτερικά, τυπικά γνωρίσματα της δυτικού τύπου κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ενώ κι αυτά μπορούν κατά περίπτωση να περιστέλλονται αν πρόκειται για την προστασία της «ασφάλειας» ή των… «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Κι όμως η φιλολογία αυτή στη μεταπολεμική περίοδο είχε την αφετηρία της στην ίδια την ΟΔ στην οποία και --υποτίθεται ότι-- αναφερόταν. Στην προπολεμική περίοδο τα «ανθρώπινα δικαιώματα» δεν περιλαμβάνονταν στο μενού του προπαγανδιστικού λόγου της Δύσης, ακόμη και στην περίπτωση των χωρών που διατήρησαν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Χωρίς να αποτελούν το σύνολο του ζητήματος, τα δικαιώματα έγιναν πρόσφατα κοινός τόπος και σε όλες τις από τα αριστερά κριτικές του Σχεδίου Συνθήκης για το Σύνταγμα της Ευρώπης. Το πραγματικά καινούργιο εδώ είναι ότι το Σχέδιο διεκδικεί τη θέση συντάγματος. Αν αφαιρέσουμε αυτή τη «λεπτομέρεια», το Σχέδιο σε επίπεδο δικαιωμάτων δεν φέρνει τίποτα το καινούργιο αφού αποτελεί αντιγραφή-συρραφή παλιότερων κειμένων. Για όσους δεν τρέφουν την αυταπάτη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εκδημοκρατίζεται, οι θέσεις της αυτές ήταν παραπάνω από αναμενόμενες. Ακόμη και σε επίπεδο διατύπωσης, οι εμπνευστές του Σχεδίου θα κινούνταν εκ των πραγμάτων πάνω σε κείμενα ήδη εγκεκριμένα, στον βαθμό που επιθυμούσαν την έγκριση του Ευρωσυντάγματος σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Το δεύτερο μέρος (από τα τέσσερα συνολικά) του Σχεδίου, δηλαδή το μέρος που αφορά τα δικαιώματα, είναι σχεδόν αυτούσιος ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης που είχε αποφασιστεί στο περιθώριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Νίκαιας, το Δεκέμβριο 2000. Ο Χάρτης της Νίκαιας με τη σειρά του αποτελούσε παραλλαγή και επιλεκτική συρραφή από δύο παλιότερες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης όπως αυτές τροποποιήθηκαν κατά καιρούς μέχρι σήμερα: τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του 1961 σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες του 1950, ή Σύμβαση της Ρώμης, σε ό,τι αφορά τα ατομικά δικαιώματα. Οι προσθήκες στο Χάρτη της Νίκαιας είναι ελάχιστες και σχετίζονται με τη βιοηθική και την προστασία προσωπικών δεδομένων, ενώ έγιναν και ελάχιστες αλλαγές διατύπωσης όπως π.χ. στο δικαίωμα του γάμου ώστε να μην περιορίζεται σε ετεροφυλόφιλους.

Επιθυμία των Βρυξελλών ήταν και είναι να προσχωρήσει η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση ως οντότητα στη Σύμβαση της Ρώμης. Εξαιτίας διαδικαστικών προβλημάτων η επίσημη προσχώρηση αναβλήθηκε για το μέλλον, αλλά ο Χάρτης της Νίκαιας και, κατ’ επέκταση, το Σχέδιο αναφέρονται αποκλειστικά στη Σύμβαση της Ρώμης, ενώ δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην ΟΔ.

«Η Ένωση επιδιώκει την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.

…Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών µελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης»[1].

Η μόνη θετική διαφοροποίηση του Σχεδίου από την ΟΔ αφορά την άρνηση της θανατικής ποινής. Δεν είναι ασήμαντο αλλά είναι ελάχιστο μπροστά στην έκπτωση δικαιωμάτων που συνιστά η Σύμβαση της Ρώμης, ο Χάρτης της Νίκαιας και το Σχέδιο συγκριτικά με την ΟΔ. Η επίμονη αντιπολίτευση της ΕΕ προς τις ΗΠΑ αποκλειστικά στο ζήτημα της θανατικής ποινής την ίδια στιγμή που συνυπογράφουν την πρόσφατη Συμφωνία Δικαστικής Συνδρομής, Έκδοσης κ.λπ. αναδείχνει τον κοινό κατήφορο και των δύο σε επίπεδο δημοκρατικών δικαιωμάτων και όχι τη διαφορετικότητα της πρώτης από τις δεύτερες. Το ζήτημα της θανατικής ποινής συνιστά τη μόνη διακριτή «διαφορά αρχών» που έχει να επιδείξει η ΕΕ απέναντι στην υπερδύναμη.

Εισαγωγικά, παραθέτουμε την προσθήκη του Σχεδίου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, η οποία είναι ενδεικτική για το ότι το Ευρωσύνταγμα πορεύεται στο ίδιο «εκπτωτικό» πνεύμα που εγκαινίασε η Σύμβαση της Ρώμης στη μεταπολεμική «δημοκρατική» Δυτική Ευρώπη:

«Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και µε βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο»[2].

Η έλλειψη ιδιαίτερης αναφοράς στην παρακολούθηση πολιτών και οργανώσεων για πολιτικούς λόγους είναι προφανής. Με βάση τις αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες και τις ευρωενωσιακές ρυθμίσεις, τα όρια ανάμεσα στον «νόμιμο» πολιτικό ακτιβισμό και τη διωκόμενη «τρομοκρατία» είναι –επιεικώς-- δυσδιάκριτα: πρακτικά υπάρχουν και οι «νόμοι» και οι «θεμιτοί λόγοι» για την παρακολούθηση κάθε ενοχλητικής πολιτικής δραστηριότητας.

2. ΟΗΕ και Δυτική Ευρώπη

Αν και ανάμεσα στην ΟΔ του ΟΗΕ και τη Σύμβαση της Ρώμης (ΣΡ) μεσολαβούν μόνο δύο χρόνια, πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικές πολιτικές διαδικασίες της περιόδου εκείνης. Η πρώτη αφορά τη διαδικασία συγκρότησης του νεοσύστατου ΟΗΕ, την επόμενη μέρα από τη φρίκη του δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και την ήττα του φασισμού, όταν η αντιχιτλερική συμμαχία δεν έχει ακόμα τυπικά διαλυθεί και η απαίτηση των λαών του κόσμου για ειρήνη και δημοκρατία ήταν ισχυρότερη παρά ποτέ. Η δεύτερη αφορά τις απαρχές της μεταπολεμικής συγκρότησης του δυτικοευρωπαϊκού καπιταλιστικού πόλου, περισσότερο αυτόνομου απέναντι στην ηγεμονία των ΗΠΑ, σε αντικομμουνιστική βάση. Δεν είναι μόνο ο εξ ανατολών «κομμουνιστικός κίνδυνος», είναι κυρίως οι επικίνδυνες «ανησυχίες» των ίδιων των λαών της δυτικής Ευρώπης απέναντι σε κρατικές εξουσίες που δεν έχουν ακόμα σταθεροποιηθεί. Αυτό το τελευταίο θα καθορίσει και το πνεύμα της ΣΡ. Ήδη το 1949 έχει συγκροτηθεί το Συμβούλιο της Ευρώπης από δέκα αρχικά χώρες, για την «μεγαλύτερη ενότητα ανάμεσα στις ομόφρονες χώρες της Ευρώπης» και τη διατήρηση των ιδεωδών «των ατομικών ελευθεριών, της πολιτικής ελευθερίας και της έννομης τάξης», που «αποτελούν τη βάση της γνήσιας δημοκρατίας»[3]. Θα αποτελέσει τον προθάλαμο ενός στενότερου δυτικοευρωπαϊκού πόλου, με τη συγκρότηση της Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα το 1951 (έξι από τις δέκα χώρες), πρόδρομου της ΕΟΚ και της ΕΕ. Συμβούλιο της Ευρώπης και ΕΕ θα ακολουθήσουν παράλληλες πορείες διεύρυνσης με την πρώτη να περιλαμβάνει πλέον σήμερα 45 χώρες.

Από την άλλη πλευρά, οι διαδικασίες στον ΟΗΕ την περίοδο εκείνη, αν και είναι νωπή ακόμη η αντιχιτλερική συμμαχία, είναι ήδη λιγότερο συναινετικές από πριν αλλά και συγκριτικά με τις δεκαετίες ’70 και ’80. Μετά το 1945 η αμερικανοσοβιετική αντίθεση θα εκφράζεται όλο και πιο ανοιχτά, με τις ΗΠΑ να έχουν στο πλευρό τους στον ΟΗΕ την πλειοψηφία των χωρών-μελών. Στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αναλαμβάνει το 1946, υπό την προεδρία της χήρας Ρούσβελτ, να συντάξει ένα Διεθνή Νόμο Δικαιωμάτων συμμετέχουν και εκπρόσωποι από τη Σ. Ένωση και τις ανατολικές χώρες. Με επιμονή των ΗΠΑ η μελλοντική διακήρυξη δεν θα έχει τελικά τον χαρακτήρα δεσμευτικού συμφώνου, το δε εισηγητικό κείμενο θα διαμορφωθεί μονόπλευρα και η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ θα καταλήξει μετά από 81 συνεδριάσεις στην ΟΔ, αφού έχουν απορριφθεί οι περισσότερες προτάσεις και ενστάσεις των ανατολικών χωρών. Έτσι, Πολωνία, Λευκορωσία, Τσεχοσλοβακία, Ουκρανία, Γιουγκοσλαβία και Σ. Ένωση, καθώς και οι Σαουδική Αραβία και Ν. Αφρική, θα απέχουν από την ψηφοφορία, οι δύο τελευταίες διαφωνώντας από τα δεξιά για τα δικαιώματα των γυναικών και των μαύρων αντίστοιχα.

Οι ενστάσεις των ανατολικών χωρών απέναντι στις ελλείψεις της ΟΔ επικεντρώνονταν: α) στη ρητή αναφορά και καταδίκη του φασισμού και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να υπερασπίζεται τη δημοκρατία και να καταπολεμά τον φασισμό σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, β) στη ρητή αναφορά στις κοινωνικές προϋποθέσεις της ισότητας, γ) σε δικαιώματα που εξασφαλίζουν την εθνική κυριαρχία των κρατών ως προϋπόθεση ευημερίας των λαών τους, δ) στο δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης περιλαμβανομένων των αποικιών, στο δικαίωμα των εθνικών μειονοτήτων να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους, να έχουν τα δικά τους σχολεία κ.λπ., ε) στη γενική και αφηρημένη διατύπωση μιας σειράς δικαιωμάτων στην προτεινόμενη ΟΔ που μπορούν να ασκηθούν μόνο αν προβλέπεται η αντίστοιχη υποχρέωση του κράτους, και στην υποχρέωση των κρατών να εγγυηθούν με νόμους τα δικαιώματα που προβλέπονται και ιδιαίτερα, στ) στην εξασφάλιση υλικών δυνατοτήτων διάδοσης ιδεών (τυπογραφεία και εφημερίδες) στους εργαζόμενους και στο ρητό δικαίωμα των διαδηλώσεων, τέλος, ζ) στην κατάργηση της θανατικής ποινής σε καιρό ειρήνης. Ο πολωνός αντιπρόσωπος χαρακτήρισε την ΟΔ διακήρυξη «παραδοσιακών ελευθεριών και δικαιωμάτων της παλιάς φιλελεύθερης σχολής», «ένα βήμα πίσω αν συγκριθεί με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη που είχε συνταχθεί κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης»[4].

Η ΟΔ δεν μπορεί βέβαια να συγκριθεί με τη Διακήρυξη της γαλλικής εθνοσυνέλευσης τον Αύγουστο του 1789. Η τελευταία εξέφραζε έναν επαναστατημένο λαό, ενώ η πρώτη ένα συγκυριακό συμβιβασμό ανάμεσα στον ιμπεριαλιστικό κόσμο και τις δυνάμεις που μετά το τέλος του Πολέμου απαιτούσαν και μάχονταν για την ειρήνη, τη δημοκρατίας, την ανεξαρτησίας και τον σοσιαλισμό, δυνάμεις που το τέλος του Πολέμου έβρισκε εξαιρετικά ενισχυμένες. Η διατύπωση της δεύτερης προέρχεται από τη δεξιά πτέρυγα μιας μεγάλης επανάστασης ενώ της πρώτης από τους εκπροσώπους του παλιού κόσμου που είναι υποχρεωμένος να παραχωρήσει, να διασκεδάσει πόθους. Η ΟΔ του ΟΗΕ βρισκόταν πολύ πιο πίσω από τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης του 1948. Παρ’ όλα αυτά ήταν η πρώτη διακήρυξη που είχε μέχρι τότε υπάρξει σε επίπεδο διεθνούς συμφωνίας γύρω από λαϊκά δικαιώματα, ενώ η πονηριά της ιστορίας την έφερε σήμερα ώστε να βρίσκεται πιο «μπροστά» από το σύγχρονο συσχετισμό δύναμης και σε αντίθεση με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ και της ΕΕ.

3. Οικουμενική Διακήρυξη και Σύμβαση της Ρώμης

Τρία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της έκπτωσης της ΣΡ ως προς την ΟΔ: η απάλειψη των γενικών αρχών της δεύτερης, η απάλειψη μιας σειράς δικαιωμάτων και ιδιαίτερα η ολοκληρωτική απάλειψη των κοινωνικών δικαιωμάτων και, τέλος, η προσθήκη τόσων και τέτοιων εξαιρέσεων για καθένα από τα δικαιώματα που απέμειναν ώστε αυτά να τελούν ουσιαστικά υπό αίρεση. Το γεγονός ότι η ΣΡ σε αντίθεση με την ΟΔ αποτελεί σύμβαση, έχει δηλαδή τυπικά δεσμευτικό χαρακτήρα, μόνο σε ελάχιστο βαθμό αποτελεί το αίτιο αυτής της έκπτωσης. Άλλωστε, οι γενικές αρχές της ΟΔ και της ΣΡ ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους.

«Επειδή, με τον καταστατικό Χάρτη, οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών διακήρυξαν και πάλι την πίστη τους στα θεμελιακά δικαιώματα του ανθρώπου, στην αξιοπρέπεια και την αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας, στην ισότητα δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών, και διακήρυξαν πως είναι αποφασισμένοι να συντελέσουν στην κοινωνική πρόοδο και να δημιουργήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής στα πλαίσια μιας ευρύτερης ελευθερίας…

…Επειδή η παραγνώριση και η περιφρόνηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου οδήγησαν σε πράξεις βαρβαρότητας, που εξεγείρουν την ανθρώπινη συνείδηση, και η προοπτική ενός κόσμου όπου οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι να μιλούν και να πιστεύουν, λυτρωμένοι από τον τρόμο και την αθλιότητα, έχει διακηρυχθεί ως η πιο υψηλή επιδίωξη του ανθρώπου…

…Επειδή έχει ουσιαστική σημασία να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα από ένα καθεστώς δικαίου, ώστε ο άνθρωπος να μην αναγκάζεται να προσφεύγει, ως έσχατο καταφύγιο, στην εξέγερση κατά της τυραννίας και της καταπίεσης».[5]

Αντίθετα, η ΣΡ θα είναι πιο «ευπρεπής» και προσεκτική.

«Οι κυβερνήσεις που υπογράφουν το παρόν, μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης …

…Επιβεβαιώνοντας ξανά τη βαθιά πίστη σε εκείνες τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αποτελούν το θεμέλιο της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο και προστατεύονται καλύτερα αφενός με μια αποτελεσματική πολιτική δημοκρατία αφετέρου με μια κοινή κατανόηση και τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πάνω στις οποίες βασίζονται…

…Αποφασισμένοι, ως κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών που είναι ομόφρονες και έχουν μια κοινή κληρονομικά πολιτικών παραδόσεων, ιδεωδών, ελευθερίας και έννομης τάξης, να κάνουν το πρώτο βήμα για την συλλογική εφαρμογή ορισμένων από τα δικαιώματα που καθορίζονται στην Οικουμενική Διακήρυξη,

Συμφώνησαν τα παρακάτω»[6].

Στην ΟΔ η περιγραφή των δικαιωμάτων είναι λιτή, χωρίς εξαιρέσεις. Αντίθετα η ΣΡ είναι ιδιαίτερα «προνοητική». Έτσι για το δικαίωμα στη ζωή και την προστασία του από το κράτος η ΣΡ αναφέρει:

«Ο θάνατος δεν θεωρείται ως επιβαλλόμενος κατά παράβασιν του άρθρου τούτου, εις ας περιπτώσεις θα επήρχετο συνεπεία χρήσεως βίας καταστάσεως απολύτως αναγκαίας:

…γ. δια την καταστολήν, συµφώνως τω νόµω, στάσεως ή εξεγέρσεως»[7].

Για το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της

κατοικίας και των επικοινωνιών κάθε προσώπου:

«Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μιαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων»[8].

Για την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας:

«Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία, δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων»[9].

Για την ελευθερία έκφρασης:

«Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήµατος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας»[10].

Για την ελευθερία των συγκεντρώσεων (του συνέρχεσθαι) και του συνδικαλισμού:

«Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό µελών των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους»[11].

Επιπλέον απουσιάζει από τη ΣΡ οποιαδήποτε αναφορά αντίστοιχη του άρθρου 21 της ΟΔ:

«Καθένας έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στη διακυβέρνηση της χώρας του, άμεσα ή έμμεσα, με αντιπροσώπους ελεύθερα εκλεγμένους.

Καθένας έχει το δικαίωμα να γίνεται δεκτός, υπό ίσους όρους, στις δημόσιες υπηρεσίες της χώρας του.

Η λαϊκή θέληση είναι το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας. Η θέληση αυτή πρέπει να εκφράζεται με τίμιες εκλογές, οι οποίες πρέπει να διεξάγονται περιοδικά, με καθολική, ίση και μυστική ψηφοφορία, ή με αντίστοιχη διαδικασία που να εξασφαλίζει την ελευθερία της εκλογής»[12].

Κορωνίδα στις εξαιρέσεις που εκτέθηκαν παραπάνω και πρακτικά αναιρούν σχεδόν κάθε δικαίωμα που μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο για την καθεστωτική τάξη είναι το άρθρο 15 της ΣΡ όπου προβλέπεται η δυνατότητα περιορισμού της ισχύος της σύμβασης σε εθνικό επίπεδο, όχι μόνο «σε περίοδο πολέμου» αλλά και «άλλης δημόσιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης που απειλεί τη ζωή του έθνους». Μοναδική υποχρέωση του κράτους-μέλους που επωφελείται της δυνατότητας αυτής είναι η ενημέρωση του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα μέτρα και τους λόγους του περιορισμού καθώς και η υποχρέωση ενημέρωσής του όταν ο περιορισμός λήξει. Να σημειωθεί εδώ ότι μετά το απριλιανό πραξικόπημα του 1967 η Ελλάδα συνέχισε να είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης μέχρι το 1969.

Τέλος, όπως είπαμε, από τη ΣΡ έχουν αφαιρεθεί όλα τα κοινωνικά δικαιώματα που αναφέρονταν στην ΟΔ.

4. Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης

Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης του 1961 ήρθε ακριβώς να αποτελέσει ένα είδος συμπληρωματικής σύμβασης, να καλύψει το κενό κοινωνικών δικαιωμάτων της ΣΡ, σε μια περίοδο πλέον οικονομικής σταθεροποίησης και ανάπτυξης του δυτικοευρωπαϊκού καπιταλισμού. Σε αντίθεση με την ΟΔ που εκ των πραγμάτων περιορίζεται σε μια γενική κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων, ο Χάρτης είναι πιο αναλυτικός, ωστόσο δεν επεκτείνει και δεν προσθέτει ουσιώδη δικαιώματα πέρα απ’ όσα υπήρχαν ήδη στην ΟΔ, ενώ δεν λείπουν και εδώ οι εξαιρέσεις όπως για παράδειγμα στην παιδική εργασία, όπου τα μέλη υποχρεούνται:

«να εξασφαλίσουν ότι η ελάχιστη ηλικία πρόσληψης σε εργασία θα είναι το 15ο έτος, με την εξαίρεση για παιδιά που απασχολούνται σε καθορισμένη ελαφρά εργασία που δεν επιβαρύνει την υγεία, το ήθος και την εκπαίδευσή τους»[13].

Στον Χάρτη όπως και στη ΣΡ, προβλέπεται η δυνατότητα προσωρινής εξαίρεσης από τις υποχρεώσεις του κράτους-μέλους, αλλά ο πιο χονδροειδής όρος είναι ότι η προσχώρηση ενός κράτους στο Χάρτη σημαίνει ότι αυτό θεωρεί τον εαυτό του δεσμευμένο απέναντι μόνο σε έξι (τουλάχιστον) από συγκεκριμένα εννέα σε σύνολο τριάντα ένα άρθρων του Μέρους ΙΙ του Χάρτη[14]. Το Μέρος ΙΙ είναι αυτό του οποίου τα άρθρα δεσμεύουν τα κράτη-μέλη να εξασφαλίζουν στους πολίτες τους υλικούς όρους ικανοποίησης των κοινωνικών τους δικαιωμάτων, όπως αυτά περιγράφονται στο Μέρος Ι. Για παράδειγμα, στο Μέρος Ι το άρθρο 1 αναφέρει ότι,

«Καθένας έχει το δικαίωμα να κερδίζει τα προς το ζειν με μια απασχόληση που ελεύθερα θα επιλέγει»,

αλλά είναι το άρθρο 1 του Μέρους ΙΙ που δεσμεύει τα κράτη-μέλη ότι,

«αποδέχονται ως έναν από τους πρωταρχικούς στόχους και ευθύνες την κατάκτηση και διατήρηση ενός κατά το δυνατό υψηλού και σταθερού επιπέδου απασχόλησης, με προοπτική την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης».

Αντίστοιχα συμβαίνει και με τα υπόλοιπα δικαιώματα και το «χωρισμό» τους στο Μέρος Ι και ΙΙ. Απ’ αυτή την άποψη, και παρά την αναλυτικότητά του, ο Χάρτης συνιστά επίσης έκπτωση από την ΟΔ στο επίπεδο των κοινωνικών δικαιωμάτων που ενδεικτικά αναφέρει:

«Κάθε άτομο, ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, έχει δικαίωμα κοινωνικής προστασίας. Η κοινωνία, με την εθνική πρωτοβουλία και τη διεθνή συνεργασία, ανάλογα πάντα με την οργάνωση και τις οικονομικές δυνατότητες κάθε κράτους, έχει χρέος να του εξασφαλίσει την ικανοποίηση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων που είναι απαραίτητα για την αξιοπρέπεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Καθένας έχει το δικαίωμα να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το επάγγελμά του, να έχει δίκαιες και ικανοποιητικές συνθήκες δουλειάς και να προστατεύεται από την ανεργία.

…Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα δίκαιης και ικανοποιητικής αμοιβής, που να εξασφαλίζει σε αυτόν και την οικογένειά του συνθήκες ζωής άξιες στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η αμοιβή της εργασίας, αν υπάρχει, πρέπει να συμπληρώνεται με άλλα μέσα κοινωνικής προστασίας.

…Καθένας έχει το δικαίωμα στην ανάπαυση, σε ελεύθερο χρόνο, και ιδιαίτερα, σε λογικό περιορισμό του χρόνου εργασίας και σε περιοδικές άδειες με πλήρεις αποδοχές.

…Καθένας έχει δικαίωμα σε ένα βιοτικό επίπεδο ικανό να εξασφαλίσει στον ίδιο και στην οικογένεια του υγεία και ευημερία, και ειδικότερα τροφή, ρουχισμό, κατοικία, ιατρική περίθαλψη όπως και τις απαραίτητες κοινωνικές υπηρεσίες. Έχει ακόμα δικαίωμα σε ασφάλιση για την ανεργία, την αρρώστια, την αναπηρία, τη χηρεία, τη γεροντική ηλικία, όπως και για όλες τις άλλες περιπτώσεις που στερείται τα μέσα της συντήρησής του, εξαιτίας περιστάσεων ανεξαρτήτων της θέλησης του.

…Η μητρότητα και η παιδική ηλικία έχουν δικαίωμα ειδικής μέριμνας και περίθαλψης. Όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα αν είναι νόμιμα ή εξώγαμα, απολαμβάνουν την ίδια κοινωνική προστασία.

…Καθένας έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται δωρεάν, τουλάχιστον στη στοιχειώδη και βασική βαθμίδα της. Η στοιχειώδης εκπαίδευση είναι υποχρεωτική. Η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση πρέπει να εξασφαλίζεται για όλους. Η πρόσβαση στην ανώτατη παιδεία πρέπει να είναι ανοικτή σε όλους, υπό ίσους όρους, ανάλογα με τις ικανότητες τους »[15].

5. Ο Χάρτης της Νίκαιας και το Ευρωσύνταγμα

Στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης του 2000 στη Νίκαια, που είναι προϊόν της ΕΕ, γίνεται ένα βήμα παραπέρα με την απάλειψη όλου του Μέρους ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του 1961! Έτσι, ο Χάρτης της Νίκαιας και, κατ’ επέκταση το Σχέδιο Ευρωσυντάγματος, από την άποψη των κοινωνικών δικαιωμάτων βρίσκεται πιο πίσω και από το Χάρτη του 1961 του Συμβουλίου της Ευρώπης, και βέβαια από την ΟΔ. Ουσιαστικά δεν εξασφαλίζει κανένα κοινωνικό δικαίωμα με την έννοια της δέσμευσης των κρατών-μελών να παρέχουν τους όρους ικανοποίησής τους. Ωστόσο, στην ιστοσελίδα της ΕΕ διαβάζουμε με έκπληξη πως,

« ο Χάρτης είναι εντελώς νεωτερικός στο ότι περιλαμβάνει οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα από κοινού με τα πιο παραδοσιακά πολιτικά και ατομικά δικαιώματα που απορρέουν από τις συνθήκες της Κοινότητας. Αυτό είναι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει με κανένα άλλο διεθνές ή ευρωπαϊκό έγγραφο στο πεδίο αυτό»[16].

Η ανακρίβεια και μαζί το θράσος περισσεύουν… Για το ζήτημα της εργασίας και της διασφάλισης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, που παράδειγμα σύγκρισης ανάμεσα στην ΟΔ, τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του 1961 και τον Χάρτη της Νίκαιας αναφέρθηκε παραπάνω, το μόνο το οποίο τελικά αναφέρεται στο Σχέδιο είναι ότι:

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να εργάζεται και να ασκεί το επάγγελμα, το οποίο επιλέγει ή αποδέχεται ελεύθερα»[17].

Στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού δεν μπορεί βέβαια να γίνεται λόγος για πλήρη απασχόληση, μα ούτε και για την υποχρέωση του κράτους να παρέχει γενικά όρους ικανοποίησης του «δικαιώματος» στην εργασία… Αντίστοιχη είναι και η τοποθέτηση των υπολοίπων δικαιωμάτων στο Σχέδιο, όπως ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη ζωή» κ.ο.κ.

Στο επίπεδο των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων ο Χάρτης της Νίκαιας θα απαλείψει όλες τις εξαιρέσεις που συνοδεύουν τα δικαιώματα της ΣΡ ωστόσο θα κάνει σαφές ότι,

«Στο μέτρο που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες µε εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση»[18].

Επίσης, στο επίσημο κείμενο των επεξηγήσεων που συνοδεύει τον Χάρτη της Νίκαιας, γίνεται σαφές για κάθε άρθρο ξεχωριστά και πέρα από κάθε παρερμηνεία ότι τα αντίστοιχα άρθρα ανάμεσα στο Χάρτη της Νίκαιας και στη ΣΡ,

«έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια σύμφωνα µε το Χάρτη. Επομένως οι «αρνητικοί» ορισμοί που αναφέρονται στην ΕΣΑ πρέπει να θεωρούνται ότι αναφέρονται και στο Χάρτη»[19].

Αυτό επαναλαμβάνεται μονότονα σε κάθε περίπτωση αντίστοιχων άρθρων. Επιπλέον, η δεδηλωμένη πρόθεση να προσχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην ίδια τη Σύμβαση της Ρώμης δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ερμηνείας των δικαιωμάτων.

Τέλος, στο επίπεδο των πολιτικών δικαιωμάτων, το προβλεπόμενο στο Σχέδιο «δικαίωμα» ίδρυσης ευρωπαϊκών κομμάτων υπενθυμίζει απλώς ότι δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο δικαίωμα ύπαρξης και δράσης πολιτικών οργανώσεων και κομμάτων στις χώρες-μέλη, όταν είναι γνωστό ότι οι κομμουνιστικές οργανώσεις έχουν τεθεί εκτός νόμου σε πολλές χώρες της ανατολικής Ευρώπης ή τελούν υπό περιορισμούς σε χώρες ακόμη και της δυτικής Ευρώπης. Αυτή είναι και μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις ταυτόχρονης απουσίας δικαιώματος από το Ευρωσύνταγμα και την ΟΔ. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, πλην του ζητήματος της θανατικής ποινής, ο ΟΗΕ του 1948 βρίσκεται θαρρείς δεκαετίες εκδημοκρατισμού και κοινωνικής προστασίας μπροστά από την σύγχρονη «πολιτισμένη», «δημοκρατική», «κοινωνική» Ευρωπαϊκή Ένωση.



[1] Σχέδιο, μέρος Ι, τίτλος ΙΙ, άρθρο 7, παράγραφος 2 και 3. Η υπογ. του σ.

[2] ό.π., μέρ. ΙΙ, τίτ. ΙΙ, άρθ. 8, παρ. 2. Η υπογ. του σ.

[3] Statute of the Council of Europe

[4] United Nations Yearbook 1948

[5] ΟΔ, Προοίμιο. Με τον «Χάρτη» εδώ εννοείται ο ιδρυτικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών.

[6] ΣΡ. Η υπογ. του σ.

[7] ΣΡ, άρθ. 2, παρ. 2.

[8] ό.π., άρθ. 8, παρ. 2.

[9] ό.π., άρθ. 9, παρ. 2.

[10] ό.π., άρθ. 10, παρ. 2.

[11] ό.π., άρθ. 11, παρ. 2.

[12] ΟΔ, άρθ. 21.

[13] Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, μέρος ΙΙ, άρθ. 7

[14] Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, μέρος ΙΙΙ, άρθ. Α

[15] ΟΔ, άρθρα 22-26. Οι υπογ. του σ.

[16] http://europa.eu.int/comm/justice_home/unit/charte/en/faqs.html

[17] Σχέδιο, μέρος ΙΙ, τίτλος ΙΙ, άρθρο 15, παράγραφος 1.

[18] ό.π., μέρ. Ι, τίτ. VΙΙ, άρθ. 52, παρ. 3. Η υπογ. δική μας.

[19] Κείμενο των επεξηγήσεων σχετικά µε το πλήρες κείμενο του Χάρτη, που περιλαμβάνεται στο έγγρ. CHARTE 4487/00 CONVENT 50.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή