Αποτελεί ο «αντιιμπεριαλισμός» αριστερή ιδεολογία και πολιτική; Εκτύπωση
Τεύχος 88, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2004


ΑΠΟΤΕΛΕΙ Ο «ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ» ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ;
του Γιάννη Μηλιού


1. Είναι ο ιμπεριαλισμός αποκλειστικά «ξένος»;

Τον Δεκέμβριο του 1984, στο τεύχος 21 του περιοδικού Σχολιαστής γράφαμε[1]:

«Αντίθετα με τη μεταφυσική της “εξάρτησης”, ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός ούτε αντικείμενο “ληστείας και εκμετάλλευσης” από τον ιμπεριαλισμό έγινε, ούτε ένα “στρεβλό και μεταπρατικό” χαρακτήρα απόκτησε, ούτε τέλος υποχρεώθηκε σε μια “περιφερειακή”, ή έστω “μεσαία” θέση στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Οι εξαρτήσεις του ελληνικού καπιταλισμού, εξαρτήσεις της διαδικασίας αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, προσέδωσαν βέβαια στο ελληνικό κεφάλαιο ένα δευτερεύοντα, έναν ηγεμονευόμενο ρόλο στο εσωτερικό του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού μπλοκ. Η κύρια όψη όμως των πραγμάτων παραμένει πάντα η δυναμική της εσωτερικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, ο εσωτερικός ταξικός και πολιτικός συσχετισμός των δυνάμεων, που επέτρεψε στον ελληνικό καπιταλισμό να συγκλίνει στρατηγικά και να ενταχτεί στις διεθνείς πρακτικές του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

»Σφάλλει λοιπόν η Αριστερά όταν με βάση τη λογική της “εθνικής ανεξαρτησίας” αποσιωπά τις επεκτατικές τάσεις του ελληνικού κεφαλαίου. Όμως δεν πρόκειται μόνο για αυτό:

»Αν η Αριστερά σιωπά μπροστά στον διεθνή (ιμπεριαλιστικό) ρόλο του ελληνικού κεφαλαίου […] αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε να κάνουμε απλά με κάποιες “ανεπάρκειες”, ή με κάποια “λάθη” της Αριστεράς· δεν πρόκειται δηλαδή για κάποια αθώα “σιωπή”. Πρόκειται για κάποιους σημαντικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς που έχουν καταστήσει την Αριστερά κάτι διαφορετικό από πολιτική δύναμη της αντικαπιταλιστικής αλλαγής, που η ίδια διατείνεται ότι είναι.

[…]

Η προσήλωση της Αριστεράς στον “αντιιμπεριαλιστικό αγώνα”, στη στρατηγική της “εθνικής ανεξαρτησίας” και ταυτόχρονα η σιωπή της μπροστά στις ιμπεριαλιστικές όψεις του ελληνικού καπιταλισμού δεν αποτελεί λοιπόν αντίφαση. Διότι οι αντιλήψεις για την “αντίθεση” της “χώρας μας” ή της “εθνικής οικονομίας μας” με τα ξένα συμφέροντα, πάνω στις οποίες θεμελιώνεται ο “αντιιμπεριαλισμός” της Αριστεράς, επισφραγίζει τον εξοβελισμό της ταξικής ανάλυσης από τη θεωρία, την υποτίμηση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας στην πολιτική, την ενσωμάτωση τελικά της Αριστεράς στη στρατηγική του αστικού κράτους, την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής μέσα στην Αριστερά»[2].

Είναι λυπηρό που αναγκαζόμαστε να αντιγράψουμε τις γραμμές αυτές είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά τη δημοσίευσή τους, ως κριτική, και πάλι, στην Αριστερά της σοβιετικής παράδοσης (ΚΚΕ και ορισμένες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς). Σε μια εποχή που οι τάσεις που περιγράφαμε είκοσι χρόνια πριν είναι περισσότερο παρά ποτέ ορατές, σε μια εποχή, δηλαδή, που ο ιμπεριαλιστικός ρόλος του ελληνικού καπιταλισμού (τόσο στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής Δύσης όσο και σε αυτόνομη βάση) δεν είναι εύκολο ούτε να αμφισβητηθεί ούτε να κρυφτεί, η παραδοσιακή Αριστερά εξακολουθεί να παρατηρεί μόνο τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Ένας τέτοιος αντιιμπεριαλισμός, όμως, που ούτε εδράζεται στην αμφισβήτηση και κριτική των καπιταλιστικών σχέσεων στο εσωτερικό της χώρας όπου δρα η Αριστερά,[3] ούτε εστιάζει στον ιμπεριαλιστικό ρόλο και τον διεθνή επεκτατισμό και του εγχώριου καπιταλισμού, αναγκαστικά εκφυλίζεται σε μια συνήθη «πατριωτική στρατηγική»[4], δηλαδή σε μια αστική στρατηγική: Μεταπλάθει τα αποτελέσματα των ταξικών ανταγωνισμών και της κοινωνικής πόλωσης, που είναι σύμφυτα με την καπιταλιστική εκμετάλλευση και εξουσία, σε ανταγωνισμούς μεταξύ εθνών, σε συγκρούσεις «εθνικών» και «ξένων» συμφερόντων, ενώ παράλληλα λειτουργεί απολογητικά για τα «εθνικά» επεκτατικά οράματα του κεφαλαίου και της αστικής πολιτικής εξουσίας.

Στο παρόν άρθρο θα συνοψίσω επιγραμματικά τους βασικούς άξονες της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής του ελληνικού κράτους και κεφαλαίου, ώστε να μπορέσει να τεθεί το ερώτημα του τίτλου του άρθρου με ορθό τρόπο: Υπό ποίες προϋποθέσεις ο αντιιμπεριαλισμός είναι αριστερή πολιτική;

2. Άξονες του ελληνικού ιμπεριαλισμού

· Ως μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος συμμετέχει στις ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές («ειρηνευτικές») επεμβάσεις σε τρίτες χώρες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη μακροχρόνια στρατιωτική και «συμβουλευτική» παρουσία του στις γειτονικές βαλκανικές χώρες.

Τα τελευταία δέκα χρόνια ο ελληνικός στρατός συμμετείχε σε επτά τέτοιες επεμβάσεις: Βοσνία-Ερζεγοβίνη (Δύναμη SFOR/ΕΛΔΥΒ, από το 1996 και ECMM από 1994), Αλβανία (ΕΛΔΑΛ 1, 2 & 3, από το 1997), Κοσσυφοπέδιο (KFOR, από το 1999), Π. Γ. Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΕΛΔΥΣ, από το 2001), Αφγανιστάν (ΕΛΔΑΦ, από το 2001)[5]. Επίσης μικρός αριθμός Ελλήνων αξιωματικών και υπαξιωματικών βρίσκεται στο ΙΡΑΚ και το Κουβέιτ (από το 1991), στη Γεωργία-Αμπχαζία (UNOMIG, από το 1994) και στη Δ. Σαχάρα (MINURSO, από το 2001). Η στρατηγική αυτή του ελληνικού κράτους ευνοείται αλλά και συνοδοιπορεί με τη «νέα τάξη πραγμάτων» και την επί θύραις στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης. Αποστασιοποιείται από επιμέρους πλευρές των κατευθύνσεων αυτών μόνο στις περιπτώσεις που δυσχεραίνουν την «εθνική στρατηγική».

· Ως μέλος της ΕΕ[6] και της «ευρωζώνης» η Ελλάδα συμμετέχει στους διεθνείς Οικονομικούς Οργανισμούς από θέση ισχύος. Αξιοποιεί, δηλαδή, την «αλληλεγγύη» που εκ των πραγμάτων διαμορφώνεται μεταξύ των αναπτυγμένων ιμπεριαλιστικών χωρών. Χαρακτηριστικός είναι ο ρόλος που έπαιξε η χώρα κατά την 5η Υπουργική Διάσκεψη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) στο Κανκούν (Οκτώβριος 2003), όπου ουσιαστικά μπλόκαρε (μαζί με την Ισπανία και με την επίκληση της «Κοινοτικής αλληλεγγύης») το αίτημα των «αναπτυσσόμενων» χωρών για μείωση των περιορισμών του διεθνούς εμπορίου στο βαμβάκι, ώστε να αποκτήσουν οι χώρες αυτές πρόσβαση στις αγορές των αναπτυγμένων χωρών. Έτσι, ενώ κατά τη διάρκεια των ημερών της Διάσκεψης στο Κανκούν η ελληνική Αριστερά επαναλάμβανε απλώς τις γενικολογίες των τίτλων των ελληνικών εφημερίδων περί «σύγκρουσης Βορρά-Νότου», τα πραγματικά γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής:

«Στο Κανκούν διαμορφώθηκε, ίσως πρώτη φορά στην ιστορία, μια πρωτοφανής συμμαχία κρατών και ΜΚΟ. […] Όλα τα “ελάχιστα αναπτυγμένα κράτη”. Όλα τα “αναπτυσσόμενα”. Όλοι αυτοί περιόρισαν τα αιτήματα και τη θεματολογία της διάσκεψης στο εξής... ένα: Κατάργηση της στήριξης στην παραγωγή και στις εξαγωγές στη γεωργία! Άρα είχαν δύο αντιπάλους. Τις χώρες που υπερπροστατεύουν τη γεωργία τους. Δηλαδή την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ. Όλοι, στη συνέχεια, συγκέντρωσαν τα πυρά τους σε ένα μόνο προϊόν. Στο βαμβάκι. Με πρωτοβουλία των Μπενίν, Τσαντ, Μαλί και της Μπουργκίνα Φάσο, ζήτησαν την “απελευθέρωση του εμπορίου για το βαμβάκι”. Προτάσσοντας, όμως, το βαμβάκι, οι “εχθροί” έγιναν λιγότεροι. Οι ΗΠΑ και, από την Ε.Ε., οι μόνες δύο χώρες που παράγουν μπαμπάκι. Ελλάδα (κυρίως) και Ισπανία! Η χώρα μας ονοματίστηκε πολλές φορές. “Οι πλούσιοι από τις επιδοτήσεις έλληνες βαμβακοπαραγωγοί ζουν εις βάρος των φτωχών αφρικανών βαμβακοπαραγωγών”, τόνισε μεταξύ άλλων ο υπουργός Εξωτερικών της Τανζανίας. Όταν οι ΗΠΑ (και ιδίως ο τύπος) αντιλήφθηκαν τις συνέπειες μιας τέτοιας συμμαχίας, άρχισαν να κάνουν στροφή. Και να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες ενός νέου Κιότο (με απέναντί τους το 95% των 146 κρατών του ΠΟΕ). Από δημοκρατική ευαισθησία, πολιτική ευελιξία, μειωμένη κοινοτική συνείδηση ή συμφέρον, άρχισαν να λακίζουν και κάποιοι Ευρωπαίοι. Οι Σκανδιναβοί, οι Γάλλοι (περιβάλλον Σιράκ), οι Άγγλοι, η παριστάμενη Πράσινη υπουργός Ανάπτυξης της Γερμανίας κ.λπ. Και έτσι έμειναν ελάχιστοι --μεταξύ τους και οι Ελληνες-- ως “εχθροί του αναπτυσσόμενου κόσμου”».[7]

· Το ελληνικό κεφάλαιο πραγματοποιεί κατά τα τελευταία χρόνια σημαντικές άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό, κυρίως στις ΗΠΑ και τις χώρες της Βαλκανικής.[8] Από τις αρχές του 21ου αιώνα η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε καθαρή κεφαλαιοεξαγωγική χώρα, και μάλιστα σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ,[9] καθώς οι εκροές άμεσων ξένων επενδύσεων ξεπέρασαν σημαντικά τις αντίστοιχες εισροές (λόγω και της μικρής αύξησης των εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων).

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στις βαλκανικές χώρες (Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, Π. Γ. Δ. της Μακεδονίας, Ο. Δ. της Γιουγκοσλαβίας), όπου δραστηριοποιούνται περισσότερες από 3.500 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, οι οποίες έχουν επενδύσει εκεί το μεγαλύτερο τμήμα από τα ελληνικά αποθέματα εκροών άμεσων ξένων επενδύσεων (συνολικά 7.027 εκατ. δολάρια, ή 5% του ελληνικού ΑΕΠ το 2002, σύμφωνα με στοιχεία της UNCTAD): Καθώς η Ελλάδα αναδεικνύεται σε μια από τις σημαντικότερες κεφαλαιοεξωγωγικές χώρες στην περιοχή, οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στα Βαλκάνια αποκτούν όχι μόνον οικονομική αλλά και γεωπολιτική βαρύτητα, εξασφαλίζοντας σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και στρατηγικές «επιρροές».[10]

* Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει σταθεροποιηθεί στην πρώτη θέση της παγκόσμιας εμπορικής ναυτιλίας, με σημαντικά επίσης οικονομικά και γεωπολιτικά αποτελέσματα. Ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος αριθμεί 3.103 πλοία χωρητικότητας 149,8 εκατ. τόν., έναντι 2.910 πλοίων και 104,4 εκατ. τόν. της Ιαπωνίας, 1.691 πλοίων –58,1 εκατ. τόν. της Νορβηγίας, 2.321 πλοίων –44,3 εκατ. τόν. της Κίνας, 1.453 πλοίων –42,5 εκατ. τόν. των ΗΠΑ, κ.ο.κ.[11]
Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο διατηρεί ένα ποσοστό 30-40% της συνολικής του χωρητικότητας υπό ελληνική σημαία, γεγονός που αναδεικνύει την Ελλάδα (πλοία με ελλ. σημαία) σε ηγετική ναυτική δύναμη εντός της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, οι έλληνες εφοπλιστές χρησιμοποιούν ένα μικρό μόνο αριθμό «σημαιών ευκαιρίας», γεγονός που τους επιτρέπει να ελέγχουν το μεγαλύτερο ποσοστό του εμπορικού στόλου των εν λόγω χωρών (οι οποίες αποκτούν αντίστοιχα και «ειδικές σχέσεις» με το ελληνικό κράτος). Το 97% περίπου της συνολικής χωρητικότητας του ελληνόκτητου εμπορικού στόλου κατανέμεται στην ελληνική και σε οκτώ επιπλέον σημαίες: Μάλτας, Κύπρου, Παναμά, Μπαχάμες, Λιβερίας, Ν. Μάρσαλ, Αγ. Βικέντιου και Ν. Καϋμάν.[12]

Παρόμοιες «επιρροές» ασκούνται και στις χώρες από τις οποίες στρατολογούνται, συχνά κατόπιν διακρατικών συμβάσεων, τα κατώτερα πληρώματα του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου. Την ίδια κατεύθυνση θα ακολουθήσει και η γενική πολιτική μετανάστευσης (και ιθαγένειας) του ελληνικού κράτους, με δεδομένο το διογκούμενο ρεύμα οικονομικών μεταναστών από τις χώρες της Βαλκανικής και της Ανατολικής Ευρώπης.

· Τέλος, μια ειδική ανισοβαρής διακρατική σχέση, η οποία αξίζει να αποτελέσει ειδικό αντικείμενο ανάλυσης, έχει οικοδομηθεί ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και την Κύπρο, ιδίως μετά το 1974. Ο ισχυρός πόλος στη σχέση αυτή (τόσο οικονομικά, όσο, κυρίως, και σε γεωπολιτικό και στρατηγικό επίπεδο) είναι το ελληνικό κράτος.[13] Ιδίως αν η ελληνοκυπριακή αστική πολιτική εξουσία εμμείνει στη στρατηγική της, να μην εκχωρεί μέρος της κρατικής κυριαρχίας της στην τουρκοκυπριακή κοινότητα (με αντάλλαγμα φυσικά την ενοποίηση της κυπριακής επικράτειας και τη δημιουργία ενός ομόσπονδου –ελληνοτουρκικού– κυπριακού κράτους)[14], η σημασία της Ελλάδας για τη διατήρηση του σημερινού διεθνοπολιτικού στάτους της ελληνοκυπριακής πολιτικής εξουσίας (αναγνώρισή της ως του κυπριακού κράτους, παρά τη μεταβολή των συνθηκών μετά τα δημοψηφίσματα για το Σχέδιο Ανάν) θα παραμένει αυξημένος.

3. Επίλογος

Έχει όμως νόημα να μιλάει κανείς για τον ελληνικό ιμπεριαλισμό στη σημερινή εποχή του «διεθνούς πολέμου κατά της τρομοκρατίας», των αμερικανικών στρατιωτικών επεμβάσεων, της κατοχής του Ιράκ κ.ο.κ.; Φυσικά και έχει νόημα! Μάλιστα τώρα, στη σημερινή δηλαδή συγκυρία, γίνεται άμεσα επιτακτική η ανάγκη να μιλήσει κανείς για την καπιταλιστική εκμετάλλευση και τον ελληνικό ιμπεριαλισμό: Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» είναι και μέσα στη χώρα, και όχι μόνο αναφορικά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο ελληνικός καπιταλισμός εντείνει την εκμετάλλευση της εργασίας και την καταστολή των κινημάτων και των αντιστάσεων των εργαζομένων, ενώ παράλληλα εκμεταλλεύεται τη «νέα τάξη» για να ενισχύσει τις διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές επιρροές του. Η κριτική στον διεθνή ιμπεριαλισμό δεν μπορεί να είναι πειστική και μαζική αν δεν περνάει μέσα από την κριτική και την αμφισβήτηση του ελληνικού καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού. Αλλιώς απλώς θα επιβεβαιώνεται το σύνθημα που φωτογραφήσαμε σε τοίχο της Αθήνας και δημοσιεύσαμε στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού: «Ο αντιαμερικανισμός είναι το άλλοθι του ελληνικού ιμπεριαλισμού».


[1] Γ. Μηλιός (1984): «Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός και η Αριστερά», Σχολιαστής τ. 21, σσ. 10-11.



[2] Οι πιο πάνω θέσεις αναλύονται συστηματικά, από θεωρητική και ιστορική οπτική, στο βιβλίο: Γ. Μηλιός (2000): Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Β΄ αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα: Κριτική. (Α΄ έκδοση 1988, Αθήνα: Εξάντας). Για την ιστορική διαδικασία διολίσθησης της παραδοσιακής Αριστεράς από τη μαρξιστική ανάλυση της πάλης των τάξεων και την αντικαπιταλιστική στρατηγική στην αστική ιδεολογία της «πάλης των εθνών» και τη στρατηγική της «αντιιμπεριαλιστικής» και «δημοκρατικής» διαχείρισης του αστικού κράτους βλ. Γ. Μηλιός (1996): Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων. Τέσσερα παραδείγματα ελλήνων μαρξιστών: Κορδάτος, Μάξιμος, Λεκατσάς, Πουλαντζάς, Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις.



[3] Για το ζήτημα αυτό βλ. τα άρθρα: Δ. Δημούλης (2000): «Σκέψεις για την ανάγκη αντιπαράθεσης στο έθνος» και Ά. Γαβριηλίδης (2000): «“Αυτοτέλειες” και ιδιοτέλειες», αμφότερα στο τ. 73 των Θέσεων καθώς και στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.theseis.com



[4] Φορείς μιας τέτοιας «πατριωτικής» (που ενίοτε σημαίνει «αντιαμερικανικής») πολιτικής είναι όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας (κόμματα αλλά και μεμονωμένοι πολιτικοί), από τη Ν. Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ των κ. Τσοχατζόπουλου και Λαλιώτη μέχρι τον κ. Γ. Καρατζαφέρη και τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Αλλά και το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ των κ. Σημίτη και Παπανδρέου δηλώνει: «Πρώτα η Ελλάδα!».



[5] Βλ. επίσης τον Ιό της Ελευθεροτυπίας,(9/11/2003).



[6] Σύμφωνα με την Eurostat (http://europa.eu.int/comm/eurostat/newcronos/queen/display.do?screen= welcome&open=/&product=EUROIND&language=en), το ΑΕΠ της Ελλάδας σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης εκτιμάται για το έτος 2004 σε 73,5% της ΕΕ-15 και 80% της ΕΕ-25. Βλ. και http://www.economics.gr/AllMedia/_gr/, 3.6.04.



[7] Ν. Λιοναράκης (2003): «Ανατράπηκαν τα αυτονόητα», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 02.11.03. Για μια περισσότερο θεωρητική ανάλυση των αντιφάσεων στον ΠΟΕ, βλ. στο ίδιο φύλλο της Κ.Ε.: Γ. Μηλιός: «Τι έδειξε η αποτυχία στο Κανκούν».



[8] «Οι ελληνικές επενδύσεις στον υπόλοιπο (μη κοινοτικό) κόσμο αυξήθηκαν από 377 εκατ. ευρώ το 2000 σε 449 εκατ. ευρώ το 2001. Το 2000, από τα 377 εκατ. ευρώ που ήταν οι ελληνικές επενδύσεις, 175 εκατ. ευρώ επενδύθηκαν στις ΗΠΑ, 5 εκατ. στην Ιαπωνία και 197 εκατ. σε άλλες τρίτες χώρες. Το 2001 από τα 449 εκατ. ευρώ που ήταν οι ελληνικές επενδύσεις, 195 εκατ. ευρώ επενδύθηκαν στις ΗΠΑ, 15 εκατ. στον Καναδά και 239 εκατ. ευρώ σε άλλες τρίτες χώρες», www.flash.gr 4//7/02.



[9] «Για το 2001 η αναλογία των ελληνικών επενδύσεων στον υπόλοιπο κόσμο σε σχέση με τις ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα είναι τρία προς ένα ενώ για τους “15” είναι δύο προς ένα» (όπ. π.).



[10] Από την πρόσφατη αρθρογραφία του οικονομικού Τύπου σταχυολογούμε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Την επανενεργοποίηση του Ελληνικού Σχεδίου Οικονομικής Ανασυγκρότησης των Βαλκανίων (ΕΣΟΑΒ), ώστε μέσα από διαδικασίες διαφάνειας και ορθού προγραμματισμού να αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα σημαντικά αποτελέσματα, όχι μόνο στον τομέα των ιδιωτικών επενδύσεων αλλά και των έργων υποδομής, εξήγγειλε από το βήμα του 10ου Thessaloniki Forum ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Ευρυπίδης Στυλιανίδης (…) Αναφερόμενος στις σχέσεις της Ελλάδας με τις γειτονικές χώρες ο κ. Παπανδρέου είπε ότι οι άμεσες επενδύσεις ανέρχονται στα 10 δισ. δολάρια και αποτελούν το 48% των ξένων επενδύσεων τα τελευταία 10 χρόνια και η χώρα μας βρίσκεται στην πρωτοπορία των εμπορικών ανταλλαγών και σχέσεων με τις περισσότερες βαλκανικές χώρες, και έχει πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο» (Η Ναυτεμπορική, 25/05/2004, σ. 62). «Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων της Ρουμανίας, θέματα ανάπτυξης υποδομών και μακροοικονομικά θέματα συζήτησαν, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της χώρας Ion Iliescu με τον δρ. Σπύρο Ι. Λάτση, πρόεδρο του Ομίλου Λάτση και του EFG Bank Group κατά τη διάρκεια επίσκεψης του δεύτερου στο Βουκουρέστι» (Η Ναυτεμπορική, 26/05/2004, σ. 31). «Στην εναρκτήρια ομιλία του, ο πρόεδρος του ελληνο-βουλγαρικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, Παναγιώτης Κουτσίκος, τόνισε ότι 1.500 μεγάλες και μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις δίνουν δυναμικό παρόν στην αγορά της Βουλγαρίας, όπου πέντε ελληνικές τράπεζες ελέγχουν περίπου το 33% της τοπικής αγοράς, και πρόσθεσε ότι οι συνολικές ελληνικές επενδύσεις στη χώρα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, έχουν ξεπεράσει τα τρία δισεκατομμύρια δολάρια» (Η Ναυτεμπορική, 27/05/2004). Όλα τα αποσπάσματα συλλέχθηκαν από την ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.naftemporiki.gr/news/



[11] Review of Maritime Transport 2003



[12] www.flash.gr, 18/06/03.



[13] Βλ. και Τ. Κυπριανίδη και Γ. Μηλιού (1989-90): «Το Κυπριακό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ελληνική και η ελληνοκυπριακή στρατηγική», Θέσεις τ. 25, 26, 28, 29, 31 και www.theseis.com



[14] Βλ. Ν. Τριμικλινιώτη (2004): «Η κυπριακή κοινωνία αντιμέτωπη με τη λύση: Πατριωτικοί λόγοι ή ταξικά συμφέροντα;», Θέσεις 88.



 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή