Βιβλιοκριτική Εκτύπωση
Τεύχος 89, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2004


Σπύρος Σακελλαρόπουλος – Παναγιώτης Σωτήρης Αναδιάρθρωση και Εκσυγχρονισμός. Κοινωνικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90 Εκδόσεις Παπαζήση. Αθήνα 2004.

Διαβάζοντας το βιβλίο των Σπύρου Σακελλαρόπουλου και Παναγιώτη Σωτήρη, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αναγνώστης σχηματίζει την εντύπωση ότι πρόκειται για «ένα βιβλίο που εκκρεμούσε», «ένα βιβλίο που έπρεπε να γραφτεί». Οι συγγραφείς προσπαθούν να προσεγγίσουν τις πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές εξελίξεις στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 με αναλυτικά και ερμηνευτικά εργαλεία που προέρχονται από διάφορα ρεύματα της μαρξιστικής σκέψης. Άλλωστε, όπως διευκρινίζουν στην εισαγωγή της μελέτης τους, ενδιαφέρονται για την κριτική προσέγγιση του κοινωνικού γίγνεσθαι καθώς η έννοια της ουδετερότητας είναι ψευδεπίγραφη στις κοινωνικές επιστήμες. Τα μεθοδολογικά εργαλεία, τα ερμηνευτικά σχήματα και οι αναλυτικές κατηγορίες που επιλέγει ο κάθε ερευνητής αποτελούν εκούσια ή ακούσια αντανάκλαση της ταξικής πάλης.

Βασική θέση των συγγραφέων είναι ότι η πτώση της κεφαλαιοκρατικής κερδοφορίας ώθησε τις άρχουσες τάξεις των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών στην αναζήτηση πολιτικών που θα οδηγούσαν σε έξοδο από την κρίση. Η επιλογή της στρατηγικής της αναδιάρθρωσης, η οποία στη χώρα μας βαφτίσθηκε «εκσυγχρονισμός», ήταν ουσιαστικά η προσπάθεια περιορισμού του κοινωνικού κράτους, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και η μετατόπιση των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου και σε βάρος της ζωντανής εργασίας. Σε επίπεδο καθημερινής ζωής αυτή η στρατηγική μεταφράσθηκε σε λιτότητα, μείωση της αγοραστικής δυνατότητας των μισθωτών και των συνταξιούχων, αυξανόμενο αίσθημα ανασφάλειας, αύξηση του δανεισμού από τράπεζες για την ικανοποίηση καθημερινών καταναλωτικών δαπανών –σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και ανελαστικών (ενοίκιο, δίδακτρα)-- υψηλά επίπεδα ανεργίας και διεύρυνση της ευέλικτης και μερικής απασχόλησης.

Οι συγγραφείς χρησιμοποιώντας την κατηγορία της ηγεμονίας προσπαθούν να προσεγγίσουν και να αναδείξουν τόσο τους υλικούς όρους που επέτρεψαν σε συγκεκριμένα τμήματα της αστικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων να ανέβουν οικονομικά και να κυριαρχήσουν ιδεολογικά, την περίοδο που η ανυπαρξία ενός εναλλακτικού σχεδίου οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς οδήγησε στην παθητική αποδοχή της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης από τις κυριαρχούμενες τάξεις και την εμπέδωση της αντίληψης στις δυνάμεις της εργασίας ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέρα από αυτόν του «εκσυγχρονισμού». Παράλληλα, η αναδιάρθρωση της εργασίας προς την κατεύθυνση της ελαστικοποίησης και της διάρρηξης της συλλογικότητας –λόγω των νέων όρων παραγωγής– πέρα από τη διαμόρφωση του πολυλειτουργικού εργαζόμενου σε ιδεολογικό επίπεδο διαμόρφωσε την αναπαράσταση της εργασίας σαν «παροχής υπηρεσίας», σαν «στελέχωση» μιας επιχείρησης, όπου όλοι όσοι εργάζονται σε αυτήν είναι στελέχη της!!!

Σε πολιτικό επίπεδο, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση προκάλεσε την μετάλλαξη των πολιτικών κομμάτων στην κατεύθυνση της ομοιομορφίας των πολιτικών τους προγραμμάτων, με αποτέλεσμα την αυξανόμενη δυσχέρεια εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων. Προβάλλεται, συστηματικά από το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που ως κυβέρνηση ανέλαβε το ρόλο του «αναδιαρθρωτή», όχι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των «μη προνομιούχων» αλλά η επίλυση προβλημάτων και θεσμικών αδυναμιών και καθυστερήσεων του ελληνικού καπιταλισμού που «εκκρεμούσαν» από το 19ο αιώνα. Στην ενίσχυση του εκσυγχρονιστικού λόγου συνέβαλλαν οι θεωρίες περί «ανολοκλήρωτου καπιταλισμού», μιας αστικής μεταρρύθμισης η οποία «ακόμη δεν έγινε», που επί πολλά έτη είχαν καλλιεργηθεί τόσο από ορισμένους θεωρητικούς της εξάρτησης –ακόμη και στον χώρο της Αριστεράς-- όσο και από φιλελεύθερους συγγραφείς. Ο «εκσυγχρονισμός» ήταν το κυνήγι του «ανεύρετου καπιταλισμού» (όπως τον χαρακτηρίζουν με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο οι συγγραφείς) που θα ορθολογικοποιούσε τον «παράλογο» και «ανατολίτικο» ελληνικό καπιταλισμό. Έτσι, δεν πρέπει να παραξενεύει η υποστηρικτική στάση πολλών διανοουμένων, που είχαν χαρτογραφηθεί ως αριστεροί, στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Άλλωστε, όπως με αναλυτικό τρόπο δείχνουν οι συγγραφείς, ο «εκσυγχρονισμός» ήταν ουσιαστικά το αίτημα που υπέβοσκε στις αναλύσεις τους περί «εξάρτησης», «καθυστέρησης», «νόθας αστικοποίησης», «ελλείμματος αστικής ολοκλήρωσης», κ.λπ. Αυτό το ρεύμα της διανόησης βρήκε ουσιαστικά την πολιτική του έκφραση στο ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη, που ήταν ο θεωρητικός και πολιτικός εκφραστής του εκσυγχρονισμού της δεκαετίας του ’90.

Σε μια εποχή όπου η ελληνική «πνευματική αγορά» κατακλύζεται από μεταμοντέρνες αναλύσεις που, κινούμενες στη γραμμή των «μεταμαρξιστών» τύπου Λακλό και Μουφέ, υποστηρίζουν ότι οι σοσιαλιστές πρέπει να εγκαταλείψουν την «ταξική ανάλυση» ως βασικό ερμηνευτικό εργαλείο των κοινωνικών μετασχηματισμών, και από εγχειρήματα οπαδών του Γκίντενς, που σπάζοντας τον κοινωνικό σχηματισμό σε σφαίρες (οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, κ.λπ.) προσπαθούν να μελετήσουν την κάθε σφαίρα στην αυτονομία της από τις άλλες, η μελέτη των Σ. Σακελλαρόπουλου και Π. Σωτήρη αποτελεί ένα σοβαρό πολιτικό εργαλείο: συντίθεται μέσα από τη δεξαμενή της μαρξιστικής σκέψης και ταυτόχρονα μας δίνει τα μέσα ώστε να σκεφθούμε τους όρους ανάπτυξης και διάδοσης αυτών των προσεγγίσεων.
 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή