Βιβλιοκριτική Εκτύπωση
Τεύχος 89, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2004


ΜΙΑ ΤΑΞΙΚΗ ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΧΙ: ΜΗΠΩΣ ΤΟ Ε/Κ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΟΤΙΜΑ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ;
του Μιχάλη Ανδρέου

«Το Ελληνοκυπριακό κεφάλαιο ήταν εναντίον του Σχεδίου Ανάν, εναντίον της λύσης» ανέφερε υψηλόβαθμο πολιτικό πρόσωπο σε πρόσφατη ιδιωτική συνομιλία με τον υποφαινόμενο. Η ερώτηςή μου ήταν σχετικά με τη στάση των οικονομικών παραγόντων της Κύπρου που χρηματοδότησαν την καμπάνια του ΟΧΙ. Είναι άξιο απορίας, ανάφερα, πώς ενώ η λύση στη βάση του Σχεδίου Ανάν θα προσφέρει διέξοδο στο κεφάλαιο για νέες επενδύσεις και κατ’ επέκταση ανάπτυξη, ιδίως στον τουριστικό τομέα, οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες στην Κύπρο ήταν εναντίον ή τουλάχιστον δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον να χρηματοδοτήσουν την καμπάνια του ΝΑΙ, εξ ου η πενιχρή παρουσία του ΝΑΙ και η διάχυτη παρουσία του ΟΧΙ (T-shirts, διαφημίσεις στην τηλεόραση, πινακίδες, αφίσες, αυτοκόλλητα κ.λπ.) --μια εκστρατεία που κόστισε πάνω από 2 εκατομμύρια Λ.Κ. (3 εκ. ευρώ). Η απάντηση που πήρα ήταν καθαρή και κοφτή: «Απλά δεν ήθελαν να πληρώσουν για τη λύση. Δεν είδατε την εκστρατεία για τις οικονομικές πτυχές;» Τα κανάλια, κυρίως στην Λουκέρνη, καθόρισαν και την στάση του κόσμου, ούτε τα talk shows, ούτε οι πολιτικοί του ΝΑΙ και του ΟΧΙ. Ούτε το διαβόητο διάγγελμα του Τάσσου Παπαδόπουλου που επέδρασε κυρίως στο να εξουδετερώσει το ΑΚΕΛ. Η ιδέα ότι μια διεθνής συνωμοσία αναπτύσσεται σε βάρος της Κύπρου καθόρισαν τη στάση του λαού.

Τα κανάλια λοιπόν, τα οποία είναι ιδιοκτησία μεγαλοεπιχειρηματιών (ή κρατικά) έπαιξαν τον ρόλο τους στην «παραγωγή» των «ειδήσεων», στην παραγωγή του «βροντερού ΟΧΙ». Το γεγονός ότι η πολιτική ηγεσία (με ορισμένες εξαιρέσεις) δεν είχε το ανάστημα να πει το μεγάλο ΝΑΙ, απλά ακολουθώντας την τάση, μας έφερε εδώ που είμαστε. Οι μεγάλοι επιχειρηματίες των ΜΜΕ και τα κρατικά κανάλια καθόρισαν τη στάση για λόγους καθαρά διαπλοκής συμφερόντων, με το Προεδρικό να κατευθύνει τα νήματα. Παίζονται διάφορα μεγάλα συμφέροντα εδώ: Συμβόλαια, επιχειρήσεις, άδειες, κονδύλια για την άμυνα, εμπορικές αντιπροσωπείες. Εν ολίγοις τεράστια ταξικά και οικονομικά συμφέροντα και προοπτικές, προτιμώντας το σίγουρο, γρήγορο και άμεσο κέρδος. Η Κύπρος είναι μια μεταπρατική χώρα και ο μεταπρατισμός σκέφτεται και λειτουργεί βραχυπρόθεσμα κι όχι μακρόπνοα: Μια υπανάπτυκτη αστική τάξη, που έχει προνόμια εδώ και 40 χρόνια με τον μονομερή έλεγχο του κράτους, γιατί να το μοιραστεί, εφόσον κρίνει ότι οι συνέπειες του ΟΧΙ δεν θα είναι τόσες που να μην μπορέσει να κρατηθεί στην εξουσία για την επόμενη 5ετία – 10ετία τουλάχιστον;

Το δεύτερο στοιχείο που οφείλουμε να ερμηνεύσουμε είναι τις ιδέες που επικρατούν στην «επιχειρηματική κοινότητα», δηλαδή τους αστούς, σχετικά με «κόστος» και τις «επενδύσεις». Το Ελληνοκυπριακό «κεφάλαιο» --αν μπορούμε να το πούμε έτσι γιατί δεν πρόκειται καν για μια δομημένη, αναπτυγμένη και «κανονική» αστική τάξη, αλλά για μια ανομοιογενή πρόσφατα διαμορφωμένη «παρά φύσιν» και sui generic κοινωνική ομάδα, αν συγκριθεί π.χ. με την Ελληνική αστική τάξη ή με άλλες αστικές τάξεις. Φαίνεται ότι υπάρχει ισχυρό ταξικό τμήμα που προσομοιάζει περισσότερο με τις τάξεις που κυβερνούν χώρες και καθεστώτα «αρπακτικού καπιταλισμού» (Ρωσία, Λατινική Αμερική κ.λπ.). Η τρέλα του χρηματιστηρίου πριν από δυο-τρία χρόνια έπρεπε να μας προειδοποιήσει: Το κυνήγι για το εύκολο και γρήγορο κέρδος δεν οδηγεί σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις και η «ανάπτυξη» δεν επιτυγχάνεται με τρόπο ορθολογιστικό και ισομερή, αλλά σπασμωδικά κι απρογραμμάτιστα. Αυτή είναι η επικρατούσα τάση στον επιχειρηματικό κόσμο κι όχι η ιδέα της μακροχρόνιας επένδυσης στην πραγματική οικονομία, θυσιάζοντας μέρος του εισοδήματος τώρα για χάριν μακροπρόθεσμων απολαβών.

Η στάση ενός ισχυρού επιχειρηματικού παράγοντα, ο οποίος μέχρι πρόσφατα ήταν από τους πρωτεργάτες της «καπιταλιστικής επαναπροσέγγισης», σε σημείο μάλιστα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν «εμπροσθοφυλακή του υπερ-κοινοτικού κεφαλαίου» είναι ενδεικτική για τη στάση των οικονομικών παραγόντων στο Σχέδιο Ανάν: Γνωστοί επιχειρηματίες, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και βιομηχανιών, ενώ ήταν μέρος της «ομάδας Χολμπρουκ» και προωθούσαν εμπορικές συναλλαγές με τα κατεχόμενα και μέτρα για συμπράξεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλήνων και Τούρκων, ξαφνικά άλλαξαν στάση: Έγιναν επικριτικοί για το Σχέδιο Ανάν, κυρίως αναφορικά με το κόστος της λύσης. Απλά «δεν συμφέρει» η λύση – η «επανένωση» θα κόστιζε και το ερώτημα που ακούστηκε χιλιάδες φορές ήταν: «Γιατί να την πληρώσουμε εμείς;»

Ιδιωτικά πολλοί Ελληνοκύπριοι που τάσσονται εναντίον του σχεδίου Ανάν, συμπεριλαμβανομένων και επώνυμων ηγετών, βουλευτών και σχολιαστών θα παραδεχτούν ότι προτιμούν τη διχοτόμηση «χωρίς την υπογραφή μου» παρά την επανένωση στη βάση του Σχεδίου Ανάν. Εδώ είναι που αρχίζουν οι «πατριωτικοί» λόγοι: Λεν φραστικά ΟΧΙ στη διχοτόμηση, δηλαδή το Ντεκτασικό «Taksim», ενώ προτάσσουν μαξιμαλιστικές θέσεις για ανθρώπινα δικαιώματα και περί διεθνούς δικαίου, απομακρύνοντας έτσι την πιθανότητα συμφωνίας για λύση. Κι αυτό δεν γίνεται λόγω ηλιθιότητας.

Το τρίτο στοιχείο που ολοκληρώνει το τρίγωνο του «ΟΧΙ» στη λύση είναι ο καθοριστικός ρόλος τους κράτους ως μηχανισμού ηγεμονίας, χρησιμοποιώντας τους ισχυρούς θεσμούς και μηχανισμούς για οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς σχεδιασμούς. Ο εθνικισμός ως ιδεολογία αποτελεί ισχυρό όπλο για το κράτος που μπορεί να τον χρησιμοποιεί εργαλειακά στην χειραγώγηση της κοινωνίας, ώστε να ηγεμονεύσουν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν τη συντήρηση των προνομίων και της εξουσίας.

Διαφαίνεται ήδη μια πόλωση μεταξύ των αστικών και μικροαστικών κύκλων ανάλογα με τα οικονομικά και τα γεωγραφικά συμφέροντα: Δεν είναι τυχαίο που πολλοί εύποροι Βαρωσιώτες ήσαν τόσο υπέρμετρα υποστηρικτές του Σχεδίου Ανάν και καταριόνταν τον απορριπτισμό του Τ. Παπαδόπουλου κι αμέσως μετά μετατράπηκαν σε υποστηρικτές της πολιτικής του ιδίου, όταν πρότεινε ως «μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης» (ΜΟΕ), το οποίο παρεμπιπτόντως μέχρι χθες θεωρούσε ως «εθνική μειοδοσία», να δοθεί συναίνεση για «νόμιμη χρήση» του λιμανιού από κοινού με τους Τ/Κ, σ’ αντάλλαγμα για την επιστροφή της περιφραγμένης πόλης των Βαρωσίων (Αμμόχωστος).

Η σημασία του κράτους στη θεώρησή μας ουδέποτε πρέπει να υποτιμάτε, γιατί πρόκειται για έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που επιδρούν και υπερκαθορίζουν τις άλλες κοινωνικές σχέσεις. Ο συνδυασμός λοιπόν στην περίπτωση της Κύπρου είναι ότι το κράτος και το κυρίαρχο τμήμα του κεφαλαίου επικράτησαν, εξουδετερώνοντας τη μοναδική δυνατή αντίσταση που θα ερχόταν από την Αριστερά. Το πέτυχαν αυτό διαβρώνοντάς την από τα μέσα, ενσωματώνοντάς την μέσα σε κυβερνητικούς συνασπισμούς που την βραχυκύκλωναν και εμπόδισαν έτσι την αυτόνομη δράση υπέρ της λύσης. Επομένως, η κύρια νίκη του απορριπτισμού είναι ότι κατάφερε να εξουδετερώσει πολιτικά τους αντιπάλους του, είτε αναγκάζοντάς τους να προβάλουν σθεναρή αντίθεση, είτε καταφέρνοντας τέτοια πλήγματα στους αντιπάλους ώστε να μην έχουν αντίκρισμα από άποψης λαϊκού ερείσματος ή αν τολμήσουν να έχουν τεράστιο πολιτικό κόστος.

Ηγεμονία τόσο με την Μακιαβελική, όσο και με την Γκραμσιανή έννοια, πρώτα και κύρια, είναι να μπορείς να εξουδετερώνεις τον πολιτικό λόγο του αντιπάλου εξαναγκάζοντάς τον να υποτάσσεται σε ρόλο υπασπιστή. Εντούτοις η ηγεμονία είναι μια ρευστή κατάσταση σε συνεχή κίνηση. Τα νέα δεδομένα δημιουργούν ογκούμενες αντιφάσεις και η λεγόμενη «διαχείριση» του ΟΧΙ κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση θα είναι. Τελικά, το κεφάλαιο, το οποίο κι αυτό κλυδωνίζεται από τις δικές του αντιφάσεις, θα αναγκαστεί να «προσαρμοστεί» στα νέα δεδομένα, όπως και οι δυνάμεις της εργασίας –και δεδομένου ότι η ιστορία επιταχύνεται, το επόμενο «ραντεβού για την ιστορία» δεν θα είναι και πολύ μακριά, σίγουρα δεν θα είναι σε 30 – 40 χρόνια.

Εξάλλου ο απορριπτισμός εκμεταλλεύτηκε την κρίση του αντιιμπεριαλιστικού λόγου : Αποτελεί σαφέστατα ζήτημα τεραστίων διαστάσεων τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, το μεγάλο κενό που έχει αφήσει η θεωρητική ατροφία του αντιιμπεριαλιστικού λόγου. Η υπερχρήση, σε βαθμό κατάχρησης, του όρου κατά τις δεκαετίες ’50 – ’60 – ’70, σε επίπεδο ρητορικής, συνδυάστηκε με το θεωρητικό και ιδεολογικό κενό που έφερε η παρατεταμένη κρίση της Αριστεράς διεθνώς κατά τη δεκαετία του 1980, μέχρι την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», και οδήγησε μεγάλες μερίδες της Αριστεράς να εγκαταλείψουν πλήρως μια έννοια τόσο κεντρικής σημασίας, ιδιαίτερα για την κομμουνιστική Αριστερά. Έτσι η μαρξιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό παρέμεινε στο περιθώριο, και η Αριστερά όλο και πιο συχνά ταυτιζόταν με τους ακραιφνείς εθνικιστές που αρπάχτηκαν από τον αντιιμπεριαλιστικό μανδύα, μετατρεπόμενη σε ουραγό των γεγονότων, χωρίς πολιτική πυξίδα και διακριτή ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα, που να μπορεί να ερμηνεύει ταξικά τα τεκταινόμενα στη διεθνή πολιτική σκακιέρα.

Στην καρδιά του κενού αυτού βρίσκεται και η οξεία αντιπαράθεση ανάμεσα στους διαφορετικούς ιδεολογικούς πόλους της ίδιας της Αριστεράς στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο, που δεν μπόρεσαν ούτε καν να συζητήσουν, πόσο μάλλον να αναπτύξουν μια κοινά αποδεκτή μίνιμουμ θέση γύρω από το Σχέδιο Ανάν ή το οποιοδήποτε σχέδιο. Αν δεν μπορέσει η Αριστερά να αρθρώσει ένα νέο αντι-ηγεμονικό λόγο που να ξεπερνά την κρίση στην αντιιμπεριαλιστική στρατηγική της προς επίλυση του εθνικού ζητήματος στην Κύπρο, τότε οι ελπίδες για λύση του προβλήματος και της μετατόπισης της σύγκρουσης από εθνικο-κρατική σε ταξικο-κοινωνική βάση είναι περιορισμένες. Αν κάνει το άλμα η κυπριακή Αριστερά, έστω σε επίπεδο πρακτικής για τη λύση, τότε ξαναμοιράζεται η τράπουλα και ξαναπαίζεται το παιχνίδι του Κυπριακού σε μια νέα βάση.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή