Η οργανική διαπλοκή αστικού κράτους και κατασκευαστικού κεφαλαίου Εκτύπωση
Τεύχος 89, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2004


Η ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
(Με αφορμή την ψήφιση του νόμου για τις μειοδοτικές αναθέσεις δημόσιων έργων)
του Ανέστη Ταρπάγκου


1. Οι προγραμματιζόμενες νέες θεσμικές ρυθμίσεις

Κατατέθηκε ήδη από τον Ιούλιο 2004 από την κυβερνητική εξουσία της ΝΔ και τέθηκε σε συζήτηση στις εργοληπτικές επιχειρήσεις και στον τεχνικό κόσμο το νομοσχέδιο για την καθιέρωση του «μειοδοτικού συστήματος ανάθεσης των δημόσιων έργων».[1] Το σχέδιο αυτό νόμου προορίζεται να ψηφιστεί στις αρχές Σεπτεμβρίου 2004. Με την εισαγωγή του μειοδοτικού συστήματος ανάληψης των τεχνικών κατασκευών από τις εργοληπτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις καταργείται ο τρόπος ανάθεσης των δημόσιων έργων με την εφαρμογή του «Μαθηματικού Τύπου» που είχε καθιερωθεί στα τέλη της προηγούμενης 10ετίας (Νόμος 2576 / 1998). Βέβαια πρόκειται για μία από τις δύο κυβερνητικές αλλαγές που προωθούνται στο κύκλωμα κατασκευής δημόσιων έργων: Μέσα στο φθινόπωρο προετοιμάζεται από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου οικονομικών η κατάθεση του δεύτερου νομοσχεδίου, που αφορά στη θεσμοθέτηση των διαδικασιών γενίκευσης της ιδιωτικοποίησης «μελέτης – κατασκευής – χρηματοδότησης – εκμετάλλευσης» των μικρότερων και μεγαλύτερων έργων, στη βάση της μέχρι σήμερα εφαρμογής του συστήματος των Συμβάσεων Παραχώρησης (Αττική Οδός, Αερολιμένας Αθηνών, Ζεύξη Ρίου – Αντιρρίου), κατά το αγγλικό κυρίως πρότυπο του Private Finance Initiative και του Public Private Partnership (Δημόσιος – Ιδιωτικός Συνεταιρισμός).

Με το πρώτο αυτό νομοσχέδιο επιχειρείται να απελευθερωθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των τεχνικών κεφαλαίων. Οι διακηρύξεις της κυβέρνησης της ΝΔ όπως αποτυπώνονται σ’ αυτό το σχέδιο νόμου για τη μειοδοτική ανάδειξη των εργοληπτικών επιχειρήσεων προβλέπουν ένα σύνολο οικονομικών θεσμικών ρυθμίσεων που στοχεύουν να καταστήσουν «λειτουργικότερο» τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, στο μέτρο που επιφέρουν την κατάργηση του προηγούμενου συστήματος των «προσυμφωνημένων μονοπωλιακών διευθετήσεων» (μοίρασμα των μεγάλων τεχνικών κατασκευών στις υψηλές τάξεις εργοληπτικών πτυχίων με χαμηλές εκπτώσεις).

Έτσι, οι «ασφαλιστικές δικλείδες» που καθιερώνονται στην επανεισαγωγή του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των τεχνικών κεφαλαίων προκειμένου να προσλάβει «ορθολογικότερα» αστικά χαρακτηριστικά είναι μεταξύ των άλλων:

Η προσαύξηση του ύψους των εγγυητικών επιστολών σε συνάρτηση με την αύξηση του ύψους των προσφερομένων εκπτώσεων κατά τις δημοπρατήσεις, πέρα από ένα προκαθορισμένο «λογικό όριο», με στόχο την αποτροπή των πολύ υψηλών εκπτώσεων.

Η τήρηση των διαδικασιών έκπτωσης των αναδόχων τεχνικών εταιριών, των χρονοδιαγραμμάτων κατασκευής των έργων και των προβλεπομένων ποινικών ρητρών, με «αυστηρότερους» όρους τεχνικής επίβλεψης από την πλευρά των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών.

Ο εκσυγχρονισμός και η επικαιροποίηση των τιμολογίων εργασιών των δημοπρατούμενων έργων σε συνδυασμό με την επαρκέστερη επεξεργασία των τεχνικών μελετών που συνοδεύουν την κατασκευή τους.

Εμφανίζεται λοιπόν μια θεσμική τομή στο κύκλωμα παραγωγής των τεχνικών έργων που επαναφέρει στο επίκεντρό του τον ελεύθερο ανταγωνισμό των τεχνικών κεφαλαίων (μειοδοτικό σύστημα με «ασφαλιστικές δικλείδες»), και έρχεται να πάρει τη θέση του προηγούμενου συστήματος το οποίο ίσχυσε την τελευταία 10ετία (1994- 2004) που βασίζονταν στον «προσυμφωνημένο διαμοιρασμό» των μεγάλων εργολαβιών ανάμεσα στις τεχνικές εταιρίες Ζ΄ Τάξης (εισηγμένων στο ΧΑΑ) και στις αντίστοιχες εργοληπτικές επιχειρήσεις ΣΤ΄ Τάξης (πολλές από τις οποίες είναι εξίσου εισηγμένες στο ΧΑΑ). Για μια ακόμα φορά το αστικό κράτος παρεμβαίνει στην αναδιάρθρωση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας του ελληνικού κατασκευαστικού καπιταλισμού. Κυρίαρχη κατεύθυνσή του είναι σε κάθε συγκυρία η επιδίωξη προσαρμογής της τεχνικής νομοθεσίας στους όρους υπεραξίωσης του τεχνικού κεφαλαίου, μέσα από κατάλληλες διευθετήσεις του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Για να ερμηνεύσει κανείς και να νοηματοδοτήσει αυτή την οργανική θεσμική και οικονομική σχέση και αλληλεπίδραση αστικού κράτους και τεχνικού κεφαλαίου στη σημερινή συγκυρία (η διετία 2004-06 αντιπροσωπεύει σε κάθε περίπτωση μια κρίσιμη καμπή για την εξέλιξη του κατασκευαστικού καπιταλισμού και την πάλη των τάξεων που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του) χρειάζεται να ανατρέξει στην αφετηρία της σημερινής κατάστασης και στην εξέλιξη που διαμεσολάβησε. Πραγματικά στην αφετηρία της σύγχρονης συγκυρίας βρίσκεται το πολυσήμαντο, από ευρύτερη οικονομική και κοινωνική άποψη, γεγονός της κατάρρευσης του ολιγοπωλιακού ελληνικού κατασκευαστικού κεφαλαίου στις αρχές της 10ετίας του 1980 μετά την ιμπεριαλιστική του επέκταση στις οικονομίες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής στη διάρκεια της 10ετίας του 1970 – 1980 (κυριολεκτικό σβήσιμο από τον κατασκευαστικό χάρτη των τεχνικών μεγαθηρίων της εποχής εκείνης όπως ο ΣΚΑΠΑΝΕΑΣ, η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, η ΕΔΟΚ-ΕΤΕΡ, η ΟΔΩΝ & ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ, η ΞΕΚΤΕ κ.ά.).[2] Σ’ εκείνη τη συγκυρία καταγράφεται η θεσμική παρέμβαση της κυβέρνησης της «αλλαγής δια μέσου του αστικού κράτους» του ΠΑΣΟΚ με την ψήφιση του Νόμου – Πλαίσιο 1418/1984, που επιχειρεί να ανασυντάξει θεσμικά και οργανωτικά τον ελληνικό κατασκευαστικό καπιταλισμό εν όψει των μελλοντικών Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ), μετά την κατάρρευση της προηγούμενης ιμπεριαλιστικής κατασκευαστικής επέκτασης.

2. Η ανασυγκρότηση του τεχνικού κεφαλαίου μετά την ιμπεριαλιστική του κατάρρευση στις διεθνείς αγορές

Μ’ αυτό τον Νόμο-Πλαίσιο η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιχειρούσε να θέσει τέρμα «στη νοσηρότητα του κυκλώματος παραγωγής δημοσίων έργων, στην καταστρατήγηση του ανταγωνισμού, στην προχειρότητα των μελετών, στην ανεπαρκή επίβλεψη της κατασκευής κ.λπ.» προάγοντας «την ορθολογική ανάπτυξη των συντελεστών παραγωγής, τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό, την σωστή διαχείριση των πόρων κ.ά.», με ουσιαστική στόχευση την ενίσχυση της επιχειρηματικής συγκρότησης των νέων αναδυόμενων τεχνικών εταιριών. Έτσι το αστικό κράτος αναλαμβάνει με τις θεσμικές του ρυθμίσεις τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την ανάπτυξη και διατήρηση «αξιόπιστων κατασκευαστικών (καπιταλιστικών) μονάδων», προκειμένου να αποφύγει «στρεβλές» καταστάσεις στις δημόσιες κατασκευές, ενισχύοντας τη δυναμική επιχειρηματική συγκρότηση των εργοληπτικών φορέων (οργανωμένα διευθυντικά τεχνοκρατικά επιτελεία, ισχυρός οικονομικός μηχανικός εξοπλισμός κ.λπ.). Ταυτόχρονα ενισχύεται ο ιεραρχικός καταμερισμός εργασίας στις τεχνικές εργοληπτικές επιχειρήσεις και προωθείται η άμεση ένταξη της επιστημονικής τεχνοκρατίας στην καπιταλιστική επιχειρηματική οργάνωση, με την πιο άρρηκτη σύνδεση του κεφαλαίου με την τεχνικό-επιστημονική γνώση. Επιπρόσθετα επιχειρείται να εμπεδωθεί η λειτουργία του «υγιούς ανταγωνισμού» μεταξύ των τεχνικών κεφαλαίων (μειοδοτικό σύστημα) ανάλογα με την κατηγορία των κατασκευών και του οικονομικού τους μεγέθους, προκειμένου να αποτραπούν οι «ολιγοπωλιακές καταστάσεις» της προηγούμενης 10ετίας του 1970 – 1980.

Τέλος, η κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να προάγει ένα είδος κρατικής διαχείρισης στην εξαγωγή τεχνικού κεφαλαίου και υπηρεσιών στις αγορές της Μ. Ανατολής και Β. Αφρικής ιδρύοντας την ΕΚΕΤΕ (Ελληνική Κρατική Εταιρία Τεχνικών Έργων). Στόχος ήταν η παροχή συντονισμένης (χρηματοδοτικής και διπλωματικής) υποστήριξης στην ιμπεριαλιστική επέκταση του τεχνικού κεφαλαίου, πράγμα όμως που τελικά έμεινε μετέωρο και χωρίς πεδίο υλοποίησης, εφ’ όσον είχε ήδη προηγηθεί, στην αρχή της 10ετίας του 1980, η κατάρρευσή της, μετά την πτώση των τιμών του πετρελαίου και την αδυναμία ή απροθυμία των κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους προς τις ξένες (μεταξύ των οποίων και τις ελληνικές) εταιρίες..

Η εφαρμογή από το ΠΑΣΟΚ αυτού του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των δημοσίων έργων από τα μέσα της 10ετίας του 1980, σε συνδυασμό με την απαρχή εφαρμογής του 1ου ΚΠΣ (1989 – 1994), συνέβαλε καθοριστικά στην ανάκαμψη του ελληνικού τεχνικού κεφαλαίου σ’ όλα τα επίπεδα: Άνδρωση νέων μεγάλων εργοληπτικών επιχειρήσεων (του τύπου της ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ, ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗΣ, ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗΣ κ.λπ.) στη θέση των χρεοκοπημένων κατασκευαστικών μεγαθηρίων της 10ετίας του 1970, εξασφάλιση επαρκούς τους κερδοφορίας και επανασυσσώρευση τεχνικού κεφαλαίου προς την αρχή της 10ετίας του 1990. Έτσι στην 4ετία και μόνον 1987 – 1990 τα ίδια κεφάλαια των μεγάλων τεχνικών επιχειρήσεων διπλασιάζονται όπως αντίστοιχα και ο κύκλος εργασιών τους, ενώ η αποδοτικότητα των ιδίων τους κεφαλαίων υπερβαίνει το 20%.[3] Για την 5ετία 1998 – 1992 τα ίδια κεφάλαια των 30 ηγεμονικών τεχνικών εταιριών υπερδιπλασιάζονται, από τα 24,6 δισ. δρχ. στα 56,1 δισ. δρχ., το συνολικό τους ενεργητικό εξίσου υπερδιπλασιάζεται από τα 37,1 δισ. δρχ. στα 85,1 δισ. δρχ., ενώ η καθαρή τους κερδοφορία υπερτριπλασιάζεται από 4,0 δισ. δρχ. σε 14,5 δισ. δρχ.[4]

Ο ανταγωνισμός των τεχνικών κεφαλαίων στο πεδίο του μειοδοτικού συστήματος ανάθεσης των έργων, με την προσφορά υψηλών εκπτώσεων, αντιμετωπίζονταν με τις διαδικασίες γενικευμένης συναλλαγής εργοληπτικής εργοδοσίας και κρατικών τεχνικών υπηρεσιών (κυρίως του ΥΠΕΧΩΔΕ). Αυτή η οργανική διαπλοκή τεχνικού κεφαλαίου και τεχνικών υπηρεσιών του αστικού κράτους υπήρξε και συνεχίζει να αποτελεί θεμελιακή παράμετρο (σε συνδυασμό με την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης), της ίδιας της «φύσης» του κατασκευαστικού καπιταλισμού και της εγγενούς διαφθοράς των εποπτικών κρατικών μηχανισμών: Με δύο λέξεις το οικονομικό προϊόν από τη συστηματική και πάγια πιστοποίηση των πρόσθετων πλασματικών ποσοτήτων τεχνικών εργασιών διαμοιράζεται πάντοτε, με ποσοστά που προκύπτουν από τους συσχετισμούς των δυνάμεων (μεταξύ κράτους και κεφαλαίου), ανάμεσα στις τεχνικές εταιρίες και στην αστική κρατική γραφειοκρατία.

3. Χρηματιστηριακό άλμα και όξυνση του ανταγωνισμού των τεχνικών κεφαλαίων

Η συσσώρευση τεχνικού κεφαλαίου στην 8ετία 1984-92, σε συνδυασμό με τον προγραμματισμό για την εφαρμογή του 2ου ΚΠΣ (1994-2000), όπου αυτή τη φορά οι κοινοτικές εισροές συγκεντρώνονται αποκλειστικά στα Μεγάλα Έργα, σε σχέση με τη διασπορά που είχε καταγραφεί στη διάρκεια του 1ου ΚΠΣ, οδηγεί στην περίοδο 1992-94 σ’ ένα διπλό φαινόμενο καθοριστικής σημασίας:

Αφενός στο χρηματιστηριακό άλμα του μεγάλου τεχνικού κεφαλαίου με την είσοδο στο ΧΑΑ άνω των 30 ισχυρών τεχνικών επιχειρήσεων (όλες της ανώτερης τότε Ζ΄ Τάξης), οι οποίες επιτυγχάνουν υπερκάλυψη των δημόσιων εγγραφών πολλαπλάσιες των αναμενομένων, στο μέτρο που τα μικροαστικά και μικρομεσαία στρώματα οδηγούνταν σε επενδύσεις που υποστηρίζονταν από την προσδοκία αποκόμισης υψηλής κερδοφορίας.

Αφ’ ετέρου στην απροσμέτρητη όξυνση του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ της πληθώρας των τεχνικών εταιριών, με αποτέλεσμα να προσφέρονται εκπτώσεις στις τότε εργολαβίες του ΠΑΘΕ, της Εγνατίας κ.λπ. που να προσεγγίζουν ποσοστά της τάξης μεταξύ του 70% και του 80%. Ένας οξύτατος ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός που κινδύνευε να αποδιαρθρώσει το ίδιο το συνολικό καπιταλιστικό τεχνικό οικοδόμημα και να οδηγήσει στη χρεοκοπία το εγχείρημα της χρηματιστηριακής εισόδου του μεγάλου τεχνικού κεφαλαίου.[5]

Σ’ αυτήν την οικονομική συγκυρία, και ακριβώς μια 10ετία μετά τη θέσπιση του Νόμου – Πλαίσιο 1418/1984, απέναντι στη συσσώρευση του ισχυρού κατασκευαστικού κεφαλαίου και τον ταυτόχρονο παροξυσμό του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού (υπερπληθώρα εταιριών Ζ΄ Τάξης και προσφορά υπέρμετρων εκπτώσεων), η αστική κρατική εξουσία (εν προκειμένω τότε του ΠΑΣΟΚ) προχωράει στην ψήφιση του καινούργιου Νόμου 2229/1994, που επιχειρεί να προσαρμόσει το θεσμικό πλαίσιο των τεχνικών κατασκευών στη συγκυρία του 2ου ΚΠΣ, ανατρέποντας γενικά το δόγμα του ανταγωνισμού των προηγούμενων χρόνων (όπως συμβαίνει με την κυβέρνηση της ΝΔ στη σημερινή συγκυρία), και εγκαθιδρύοντας ένα θεσμικό καθεστώς που επικεντρώνεται κυρίαρχα σε δύο κατευθύνσεις[6]:

Από τη μια πλευρά δίνει ώθηση στην πραγματοποίηση των συγχρηματοδοτούμενων Μεγάλων Έργων που τότε προγραμματίζονταν και έχουν μέχρι σήμερα ολοκληρωθεί, λειτουργώντας υπό το καθεστώς της ιδιωτικοποιημένης τους εκμετάλλευσης.

Από την άλλη πλευρά αποκρυσταλλώνει τη νέα ανώτατη Η΄ Τάξη του εργοληπτικού κεφαλαίου (ουσιαστικά τις 40 μεγάλες τεχνικές εταιρίες που έχουν ήδη διαβεί την πόρτα του ΧΑΑ), απομονώνει θεσμικά (εξ αιτίας του ύψους των εργολαβιών που καθορίζει σαν όριο εργοληψίας για τις εταιρίες Η΄ Τάξης) τις υπόλοιπες επιχειρήσεις Ζ΄ Τάξης, και οδηγεί στη μεγάλη «ολιγοπωλιακή συνενόηση» των ομάδων των τεχνικών εταιριών του ΧΑΑ. Τα Μεγάλα Έργα του 2ου ΚΠΣ διαμοιράζονται έτσι με «προσυμφωνίες» ανάμεσα στην 40αδα των εταιριών Η΄ Τάξης με εξαιρετικά χαμηλές εκπτώσεις (στη χειρότερη περίπτωση του 10%), και σ’ ολόκληρο το δεύτερο μισό της 10ετίας του 1990 επικρατεί πλέον η «μονοπωλιακή διευθέτηση», ενώ βέβαια παράλληλα συνεχίζει να λειτουργεί ο ανταγωνισμός με τις υπόλοιπες χαμηλότερες (οικονομικά και θεσμικά) τάξεις των τεχνικών κεφαλαίων, που αναλαμβάνουν συμπληρωματικά κατασκευαστικά τμήματα, έξω απ’ το «κλειστό κύκλωμα» των τεχνικών ολιγοπωλίων. Ήδη στο πρώτο μισό της 10ετίας του 1990 (1990-94) τα ίδια κεφάλαια των εργοληπτικών επιχειρήσεων που έχουν εισαχθεί στο ΧΑΑ υπερπενταπλασιάζονται, από τα 35,3 δισεκ. δρχ. στα 187,7 δισεκ. δρχ., ο κύκλος εργασιών του ηγεμονικού πυρήνα του τεχνικού κεφαλαίου υπερτριπλασιάζεται, από τα 71,4 δισεκ. δρχ. στα 236,6 δισεκ. δρχ., ενώ η κερδοφορία τους σχεδόν πενταπλασιάζεται, από τα 10,4 δισεκ. δρχ. στα 48,0 δισεκ. δρχ.[7]

Η αντικειμενική αυτή οικονομική κατάσταση («προσυνενοημένος διαμοιρασμός» των Μεγάλων ΄Εργων, με εξαιρετικά χαμηλές εκπτώσεις, μεταξύ των 50 ήδη συγκροτημένων τεχνικών εταιριών Η’ Τάξης) ως αποτέλεσμα των θεσμικών ρυθμίσεων του Νόμου 2229/1994, σε συνάρτηση με την προετοιμασία για την ανάληψη των εργολαβιών του προετοιμαζόμενου 3ου ΚΠΣ (2000-2006) που περιελάμβανε επαρκείς χρηματοδοτικές εισροές για το σύνολο του ολιγοπωλιακού τεχνικού κεφαλαίου, επέφερε και τη νομοθετική αποκρυστάλλωση της ήδη εμπεδωμένης εργοληπτικής πρακτικής με την ψήφιση του Νόμου 2576/1998 για την εφαρμογή του Μαθηματικού Τύπου στις δημοπρασίες των δημόσιων έργων. Η μεθοδολογία αυτή των εργοληψιών έδινε τη δυνατότητα, μέσα από τις σχετικές «προσυνενοήσεις» των ομάδων τεχνικών επιχειρήσεων, και τη διαμόρφωση «προσυμφωνημένων προσφορών», να καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα που προέκυπτε όλη την προηγούμενη 4ετία (1994 – 1998): Μοίρασμα των εργολαβιών μεταξύ των εργοληπτικών επιχειρήσεων Η’ Τάξης με χαμηλές εκπτώσεις κι’ έτσι διασφάλιση σίγουρης αποδοτικότητας και κερδοφορίας. Απλά ο Νόμος 2576/1998 παρείχε για ολόκληρη την επόμενη 6ετία, από την ψήφισή του και μέχρι σήμερα, την νομική κάλυψη για την ντεφάκτο διαμορφωμένη «ολιγοπωλιακή διευθέτηση» του μοιράσματος των εργολαβιών στη βάση της κοινής συναίνεσης μεταξύ τεχνικών υπηρεσιών του αστικού κράτους και των εταιριών Η’ Τάξης: Το 3ο ΚΠΣ που έρχονταν να ξεκινήσει στην αρχή του 21ου αιώνα παρείχε πολύμορφο οικονομικό κατασκευαστικό πεδίο για ολόκληρη τη σφαίρα του ολιγοπωλιακού τεχνικού κεφαλαίου.

3. «Μονοπωλιακές διευθετήσεις» και σταθεροποιημένη ανάπτυξη του ηγεμονικού εργοληπτικού κεφαλαίου

Για μια ολόκληρη 10ετία (1994 - 2004), στη βάση αυτής της «μονοπωλιακής διευθέτησης» οι τεχνικές εταιρίες των δύο ανώτερων τάξεων κατόρθωσαν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος (τα 2/3) της κατασκευαστικής αγοράς των δημόσιων έργων, και ένα σημαντικότατο τμήμα του συνολικού κατασκευαστικού προϊόντος (άνω του 1/3 στο σύνολο ιδιωτικών και δημόσιων κατασκευών). Έτσι και μόνον για την οικονομική χρήση του 2002 τα 14 ολιγοπωλιακά τεχνικά γκρουπ της νέας (μετά το 2001) Ζ΄ Τάξης (πρώην Η΄ Τάξης) πραγματοποίησαν κύκλο εργασιών ύψους 958 δισ. δρχ. που αντιπροσωπεύει το 49% της δημόσιας κατασκευαστικής αγοράς, ενώ παράλληλα οι 51 μεγάλες τεχνικές εταιρίες της καινούργιας (μετά το 2001) ΣΤ΄ Τάξης (πρώην Ζ΄ Τάξης) πραγματοποίησαν 303 δισ. δρχ. τζίρο στις δημόσιες τεχνικές κατασκευές, πράγμα που αντιστοιχεί σε μια συμμετοχή σε ποσοστό 19%: Συνολικά δηλαδή το μεγάλο τεχνικό κεφάλαιο ελέγχει το 68% του συνολικού δημόσιου κατασκευαστικού προϊόντος.[8]

Ωστόσο η διαδικασία αυτή των «μονοπωλιακών διευθετήσεων» στην αγορά των δημόσιων έργων, με την ενεργό νομοθετική υποστήριξη των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, βάδισε παράλληλα προς τα τέλη της 10ετίας του 1990 με την εξίσου πολυσήμαντη οικονομική και θεσμική εξέλιξη των «συγχωνεύσεων και εξαγορών» μεταξύ των μεγάλων τεχνικών εταιριών. Πραγματικά αυτή η οικονομική διαδικασία που προέκυπτε από τις ίδιες τις ανάγκες εξέλιξης του κατασκευαστικού καπιταλισμού οδήγησε την κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ να θεσμοθετήσει ένα σύνολο φορολογικών και θεσμικών κινήτρων προκειμένου να υποστηρίξει την ανασυγκρότηση των επιχειρήσεων του κατασκευαστικού τομέα,[9] πράγμα που κατέληξε στην ψήφιση του Νόμου 2940/2001, που στην ουσία στόχευε στη θεσμική επικύρωση του ήδη συσσωρευμένου τεχνικού κεφαλαίου μέσα από τις προηγηθείσες «συγχωνεύσεις και εξαγορές» της προηγούμενης 2ετίας (1999-2001), γεγονός που έγκαιρα είχε επισημανθεί ως αναγκαία τάση της συγκέντρωσης - συγκεντροποίησης του κατασκευαστικού καπιταλισμού. Πρόκειται για την τρίτη κατά σειρά φορά (μετά τις νομοθετικές ρυθμίσεις του 1984 και του 1994) όπου το αστικό κράτος θεσμοθετεί αφενός τις διαδικασίες ισχυροποίησης των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων, και αφετέρου επιχειρεί να διαμορφώσει το περιβάλλον για τη δράση τους στην επόμενη περίοδο και ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία της 2ετίας 2004-06 (ολοκλήρωση Ολυμπιακών Έργων και 3ου ΚΠΣ).

Τι συνέβαινε όμως στην οικονομική υποδομή των τεχνικών κατασκευών σ’ ολόκληρη την προηγούμενη 10ετία ώστε να απαιτηθεί η καινούργια νομοθετική ρύθμιση του 2001; Μπορεί ο κύκλος εργασιών του τεχνικού κεφαλαίου να παρουσιάζει μια συνεχή μεγέθυνση εξ αιτίας των χρηματοδοτήσεων και των τριών ΚΠΣ, ωστόσο όμως αυτός ο οικονομικός «αναπτυξιακός» δείκτης δεν είναι επαρκής για να χαρακτηρίσει την καπιταλιστική εξέλιξη των κατασκευών. Έτσι, ενώ η κερδοφορία και η αποδοτικότητα των τεχνικών επιχειρήσεων διατηρούνταν στη διάρκεια της 10ετίας του 1990 σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα (υπερδιπλάσια του βιομηχανικού κεφαλαίου), εντούτοις προς το τέλος της 10ετίας αυτής καταγραφόταν πλέον μια πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους τους. Αυτό το γεγονός προερχόταν από δύο θεμελιακούς παράγοντες που είχαν να κάνουν:

Από τη μια πλευρά με τη σε γενικές γραμμές εφαρμογή των τεχνικών κανονισμών κατασκευής και των πρότυπων τεχνικών προδιαγραφών για τα Μεγάλα Έργα, (λειτουργία των Constructor Managers), πράγμα που απαιτούσε άλλωστε και ο «ώριμος» ευρωπαϊκός καπιταλισμός δια μέσου των απαιτήσεων των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, με αποτέλεσμα την σχετική μείωση των περιθωρίων της καθαρής κερδοφορίας και αποδοτικότητας.

Από την άλλη πλευρά και κυρίως με το γεγονός ότι το ελληνικό κατασκευαστικό κεφάλαιο, προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στην κατασκευή πρωτόγνωρων για την ελληνική οικονομική πραγματικότητα τεχνικών έργων (λ.χ. μεγάλες οδικές σήραγγες Εγνατίας στην Καστανιά και στους ηπειρωτικούς ορεινούς όγκους, υποθαλάσσιες και υπερθαλάσσιες ζεύξεις κ.λπ.), χρειάστηκε να προχωρήσει, ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό της 10ετίας του 1990, σε πολύ σημαντικές επενδύσεις σε πάγιο (κυρίως μηχανολογικό) εξοπλισμό (δομικά μηχανήματα διατρήσεων, θεμελιώσεων, κατασκευής κοιλαδογεφυρών κ.ά.), με ρυθμούς εξαιρετικά σημαντικούς. Αυτό όμως το γεγονός οδήγησε στη μεγέθυνση της οργανικής σύνθεσης του τεχνικού κεφαλαίου, πράγμα που με τη σειρά του συνέτεινε στη σταδιακή πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους του. Η απάντηση του ελληνικού κατασκευαστικού καπιταλισμού (όπως και του κεφαλαίου γενικότερα στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας), ως κλάδου κυρίως έντασης εργασίας, δεν ήταν άλλη από την όξυνση της εκμετάλλευσης του εργατικού και τεχνικού προσωπικού, της εργατικής τάξης των κατασκευών, προσαυξάνοντας διαχρονικά την παραγωγικότητα της εργασίας από τις 25.300 ευρώ το 1997 ανά απασχολούμενο στις 44.000 ευρώ στα 2003.[10] Χαρακτηριστική επίσης απ’ αυτή την άποψη είναι η γενικευμένη εφαρμογή του 10ωρου – 6μερου – 60ωρου σ’ όλα τα τεχνικά εργοτάξια της χώρας, όχι σαν μια μορφή «έκτακτου» εργασιακού καθεστώτος απασχόλησης, αλλά σαν πάγιο σύστημα παραγωγικής απασχόλησης της εργατικής τάξης (ταυτόχρονη προσαύξηση της εξαγωγής σχετικής και απόλυτης υπεραξίας).

4. Από τις συγχωνεύσεις των εταιριών στη σημερινή κρίσιμη καμπή του κατασκευαστικού καπιταλισμού

Κατ’ αυτόν τον τρόπο κατορθώθηκε να συγκρατηθεί η πτωτική πορεία του μέσου ποσοστού κέρδους που προερχόταν από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου τουλάχιστον για τα μεγάλα τεχνικά ολιγοπώλια, ενώ απεναντίας οι κατώτερες μερίδες του τεχνικού κεφαλαίου εμφάνισαν στασιμότητα ή μείωση της αποδοτικότητάς τους. Αυτός ήταν ένας θεμελιώδης λόγος για την εξαγορά των λιγότερο αποδοτικών τεχνικών εταιριών από τα ισχυρότερα κατασκευαστικά ολιγοπώλια, ταυτόχρονα με την επιδίωξη περιορισμού των ανταγωνιστικών τάσεων, όσο και με την στόχευση της πλήρους ηγεμόνευσης των 14 ισχυρών τεχνικών ομίλων τής μετά το 2001 Ζ΄ Τάξης εργοληπτικών εταιριών. Σε κάθε περίπτωση, η κερδοφορία του ηγεμονικού κατασκευαστικού κεφαλαίου αντιμετώπισε τις πτωτικές της τάσεις δια μέσου και της πραγματοποίησης εξαιρετικά υψηλών «κερδών χαρτοφυλακίου» στη 2ετία 1999 – 2000, εξ αιτίας της τότε «χρηματιστηριακής φούσκας», πράγμα που ενίσχυσε ακόμη παραπέρα την οικονομική του θέση έναντι των υπολοίπων εταιριών του κλάδου που οδηγούνταν στην εξαγορά. Έτσι η θεσμική ρύθμιση του Νόμου 2940/2001 ήρθε να επικυρώσει νομοθετικά και ταυτόχρονα να προωθήσει ενεργητικά αυτή την οικονομική πραγματικότητα.

Αυτές οι αναδιαρθρώσεις του εργοληπτικού κεφαλαίου στην αρχή της τρέχουσας 10ετίας κατορθώνουν να επιτύχουν την ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας στις κατασκευές, μέσα σ’ ένα πλαίσιο «μονοπωλιακών διευθετήσεων» των μεγάλων εργολαβιών και ισχυρών χρηματοδοτικών ευρωπαϊκών εισροών του 3ου ΚΠΣ και της κατασκευής των Ολυμπιακών Έργων, ενώ συνεχίζεται αδιατάρακτη η λειτουργία του καθεστώτος «κοινωνικού φασισμού» για την εργατική τάξη των κατασκευών (εντατικοποίηση, εξαντλητική απασχόληση, καταστολή εργοταξιακού συνδικαλισμού, πληθώρα εργατικών θανατηφόρων ατυχημάτων κ.λπ.). Τα σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν στον κατασκευαστικό ουρανό με την προσέγγιση του 2004, την προοπτική της ολοκλήρωσης των έργων υποδομής της Ολυμπιάδας και την εμπλοκή του τελευταίου μέρους των κονδυλίων του 3ου ΚΠΣ από τις προσφυγές εναντίον των «προσυμφωνημένων διαγωνισμών» που είχαν αποτελέσει καθεστώς στην προηγούμενη 10ετία (1994 - 2004). Έτσι τείνει να αναδειχθεί μέσα στην τρέχουσα χρονιά μια νέα κρίσιμη καμπή στην πορεία του κατασκευαστικού καπιταλισμού και στον συσχετισμό των ταξικών κοινωνικών δυνάμεων στο εσωτερικό του. Αυτές είναι οι αφετηρίες που οδηγούν την κυβέρνηση της ΝΔ να προχωρήσει σήμερα σε μια καινούργια νομοθετική αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου κατασκευής των δημόσιων έργων, με την επανεισαγωγή του μειοδοτικού (ανταγωνιστικού) συστήματος ανάθεσης των εργολαβιών.

5. Για τις οικονομικές αφετηρίες των σύγχρονων νομοθετικών ρυθμίσεων

Η πρώτη κατά συνέπεια αφετηρία της σημερινής αλλαγής που επιχειρεί να επιφέρει η κυβέρνηση της ΝΔ στο κύκλωμα των δημόσιων έργων είναι το γεγονός ότι οι κατασκευές που απομένουν να ολοκληρωθούν με κοινοτικές χρηματοδοτήσεις (εξάντληση του 3ου ΚΠΣ στη 2ετία 2004-06) φτάνουν τα 2,5 περίπου δισ. ευρώ (υπολειπόμενα τμήματα των Μεγάλων Έργων όπως κυρίως της Εγνατίας και του ΠΑΘΕ), πράγμα που μετά βίας καλύπτει τον πραγματοποιούμενο κύκλο εργασιών των ανώτερων τάξεων εργοληπτικών επιχειρήσεων στη διάρκεια ενός και μόνον χρόνου. Εφ’ όσον λοιπόν περιορίζεται η «πίττα» των δημόσιων τεχνικών κατασκευών, επόμενο είναι να παίρνει τέλος ο «προσυμφωνημένος διαμοιρασμός» των εργολαβιών ελλείψει επαρκούς όγκου εργολαβιών προς διαμοιρασμό. Άλλωστε και οι σχετικές αναλυτικές εκτιμήσεις που γίνονται με τεκμηριωμένα επιστημονικά χαρακτηριστικά προβλέπουν αύξηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας μέχρι το 2006 (ποσοστό συμμετοχής στο ΑΕΠ δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο 9,5% σε σχέση με το 6,5% που ήταν το 1997), ενώ από εκεί και πέρα και μέχρι το 2012 προβλέπεται μείωση του ρυθμού αύξησης σε ποσοστά περί το 6% σε σχέση με τα ποσοστά αύξησης της τελευταίας περιόδου που φτάνουν στο 12%, πράγμα που κι αυτό θα τροφοδοτείται από την ιδιωτική κατασκευαστική οικοδομική δραστηριότητα, η οποία και αποτελεί προνομιακό πεδίο επιχειρηματικής δράσης του μεσαίου κατασκευαστικού κεφαλαίου.[11] Άρα λοιπόν η 10ετία των «μονοπωλιακών διευθετήσεων» παίρνει τέλος αποκλειστικά και μόνον επειδή εξαντλείται η προς διαμοιρασμό «πίττα» κι’ έτσι τίθεται σε κίνηση ο ανταγωνισμός των ισχυρών κατασκευαστικών ομίλων για το κέρδισμα της υπολειπόμενης δημόσιας κατασκευαστικής αγοράς.

Η δεύτερη αφετηρία των θεσμικών μεταλλαγών που προβλέπεται να ψηφισθούν αφορά στο πεδίο της κατασκευής των μεγάλων αυτοχρηματοδοτούμενων κατασκευών, κατ’ εξοχήν συγκοινωνιακών αξόνων, που θα αποτελέσει έδαφος οξυμένου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού των ηγεμονικών τεχνικών ομίλων Ζ΄ και ΣΤ΄ Τάξης, σε συνεργασία με τα υπερμεγέθη ευρωπαϊκά τεχνικά συγκροτήματα. Βέβαια από το σύνολο αυτών των έργων (Ιονία Οδός, Οδικός Άξονας Κεντρικής Ελλάδας σύνδεσης ΠΑΘΕ με Εγνατία, Οδική Σήραγγα Τεμπών κ.λπ.), για την ώρα μόνον η υποθαλάσσια Ζεύξη του Μαλλιακού Κόλπου πρόκειται να προωθηθεί με το σύστημα της Σύμβασης Παραχώρησης, ενώ οι υπόλοιπες ιδιωτικοποιημένες αυτές κατασκευές θέτουν ευρύτερα ζητήματα τραπεζικής χρηματοδότησης και προγραμματισμού. Σε κάθε περίπτωση, η άμεση εμπλοκή του ευρωπαϊκού και ελληνικού τραπεζικού κεφαλαίου στη χρηματοδότηση της κατασκευής αυτών των αυτοχρηματοδοτούμενων έργων (κατά τα πρότυπα της Αττικής Οδού και της Ζεύξης Ρίου - Αντιρρίου), από κοινού με τις ηγεμονικές ελληνικές εταιρίες και τους μεγάλους ευρωπαϊκούς κατασκευαστικούς ομίλους (όπως η γαλλική Vinci, η γερμανική Hochtief, η ισπανική Dragados κ.λπ.), και η ταυτόχρονη απόσυρση του ελληνικού δημοσίου απ’ αυτές τις κρατικές επενδύσεις, διαμορφώνουν το πεδίο ενός οξύτατου ιδιωτικού ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού, τον οποίο και επικυρώνει το σημερινό νομοσχέδιο.

Τέλος, η τρίτη θεμελιώδης αφετηρία για τις θεσμικές ρυθμίσεις της ΝΔ στο κύκλωμα των δημόσιων έργων έχει ως αναφορά το εγχείρημα της ιμπεριαλιστικής επέκτασης του ολιγοπωλιακού τεχνικού κεφαλαίου σε αγορές των βαλκανικών οικονομιών, της Μέσης Ανατολής, αλλά και της δυτικοευρωπαϊκής κατασκευαστικής αγοράς. Και σ’ αυτή την περίπτωση ο ανταγωνισμός μεταξύ των τεχνικών κεφαλαίων και η ανταγωνιστικότητά τους στις διεθνείς αγορές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Άλλωστε η «υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα» που έχει αναδειχθεί στις μεγάλες επιχειρήσεις του κατασκευαστικού καπιταλισμού, δηλαδή η υπερσυσσώρευση τεχνικού κεφαλαίου, ωθεί πιεστικά προς την διάνοιξη διόδων προσπέλασης στις διεθνείς αγορές. Βέβαια σ’ αυτό το επίπεδο τα πράγματα δεν εμφανίζονται τόσο ευοίωνα όπως είχαν καταγραφεί στη 10ετία του 1970 - 1980, λόγω του σκληρού ανταγωνισμού που αναπτύσσεται από τα ευρωπαϊκά κατασκευαστικά μεγαθήρια και εξ αιτίας επίσης της ισχύος που έχουν τοπικές εθνικές τεχνικές επιχειρήσεις στις βαλκανικές χώρες. Το γεγονός ότι ο ελλαδικός κατασκευαστικός καπιταλισμός κατέχει το 10% των μεσανατολικών αγορών (σε σχέση με το 20% της Ιταλίας ή το 12% της Γαλλίας) δεν είναι τόσο ενδεικτικό, γιατί κυρίως προέρχεται από την πολυεθνική επέκταση των κυπριακών τεχνικών κεφαλαίων και ιδιαίτερα της J & Ρ (Ιωάννου & Παρασκευαΐδης).

Αυτές οι τρεις οικονομικές αφετηρίες και αναγκαιότητες υπεραξίωσης του μεγάλου τεχνικού κεφαλαίου (στα δημόσια έργα, στις αυτοχρηματοδοτούμενες κατασκευές και στις διεθνείς αγορές) είναι που ωθούν τη σημερινή κυβερνητική εξουσία της ΝΔ προς την νομοθετική αναδιάρθρωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει την κίνηση του ολιγοπωλιακού κατασκευαστικού κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για κάποιον κρατικό-τεχνοκρατικό «ορθολογισμό» (σαν αυτούς που κανοναρχεί η μικροαστική τεχνοκρατία του ΤΕΕ). Και δεν πρόκειται για κανενός είδους «ανατροπή» του θεσμικού πλαισίου που λειτούργησε την προηγούμενη 10ετία: Τόσο στην πρώτη 10ετία της ανασυγκρότησης του κατασκευαστικού καπιταλισμού 1984-94 (ανταγωνισμός των τεχνικών κεφαλαίων με το σύστημα της μειοδοτικής ανάθεσης), όσο και στη δεύτερη δεκαετία 1994 - 2004 της αλματώδους ανάπτυξής του («μονοπωλιακή διευθέτηση» και διαμοιρασμός των μεγάλων εργολαβιών), όσο και στη σημερινή περίοδο που διαμορφώνεται με τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν (επιστροφή στον οξυμένο ανταγωνισμό με το σύστημα της μειοδοτικής ανάθεσης), λειτουργεί μια κοινή και ενιαία λογική στις σχέσεις αστικού κράτους και τεχνικού κεφαλαίου:

Η διασφάλιση των θεσμικών όρων υπεραξίωσης, ανάπτυξης και επέκτασης των ηγεμονικών εργοληπτικών επιχειρήσεων, με βάση την κάθε φορά διαμορφούμενη οικονομική συγκυρία, όπου ο σκληρός ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός δίνει τη θέση του στη μονοπωλιακή διευθέτηση και τανάπαλιν, σε μια συνεχή αλληλεπίδραση θεσμικών ρυθμίσεων του αστικού κράτους και οικονομικής λειτουργίας, αναγκών και επιδιώξεων του κατασκευαστικού καπιταλισμού.



[1] Ενημερωτικό Δελτίο ΤΕΕ, τεύχος 2304.

[2] Σχετικά η ανάλυσή μας «Η κατασκευαστική βιομηχανία και η κρατική παρέμβαση», Θέσεις, τ. 12.

[3] Σχετικά στην ανάλυσή μας «Ελληνικός κατασκευαστικός καπιταλισμός: Και μέσα και έξω πάει περίφημα», Πριν, 12 Δεκεμβρίου 1993.

[4] Σχετικά στην ανάλυσή μας «Κοινωνικές τάξεις και πολιτικές στρατηγικές στον ελληνικό κατασκευαστικό καπιταλισμό», Θέσεις, τ. 47].

[5] Σχετική είναι η ανάλυσή μας «Η ιδιωτικοποίηση των τεχνικών έργων υποδομής», Πριν, 10 Ιουλίου 1994.

[6] Σχετικά στην ανάλυσή μας «Μεγάλα Έργα: Ο Ντελόρ κερνάει, οι δικοί μας τρώνε», Πριν, 15 Ιανουαρίου 1995.

[7] Σχετικά βλ. την ανάλυσή μας «Οικονομικές εξελίξεις και κοινωνικές αντιθέσεις στον κλάδο των Κατασκευών», Θέσεις, τ. 56.

[8] Σχετικά βλ.: Ι. Γιάνναρος «Ανασκόπηση της πορείας εξέλιξης του κλάδου των κατασκευών και προσέγγιση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος που θα διαμορφωθεί στην αγορά μετά την Ολυμπιάδα του 2004», Ημερίδα του Ινστιντούτου Οικονομίας Κατασκευών, 7 Ιουλίου 2004.

[9] Ενημερωτικό Δελτίο ΤΕΕ, τεύχος 2136.

[10] Βλ. Ινστιντούτο Οικονομίας Κατασκευών «Μέγεθος και βασικά χαρακτηριστικά της απασχόλησης στον κατασκευαστικό κλάδο», Μάρτιος 2004.

[11] Συνδυασμένα συμπεράσματα από τις σχετικές μελέτες του ΙΟΒΕ, της Global Insight και του Ινστιντούτου Οικονομίας Κατασκευών: «Δημόσια και ιδιωτική κατασκευαστική δραστηριότητα: Εκτιμήσεις μέχρι και το 2006», Φεβρουάριος 2004.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή