Προς μια υπερεθνική αστική τάξη; Μια κριτική προσέγγιση Εκτύπωση
Τεύχος 89, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2004


ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΥΠΕΡΕΘΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ;ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
του Σπύρου Σακελλαρόπουλου[1]

1. Εισαγωγή

Με τη συγκεκριμένη εργασία θα επιχειρήσουμε να αναφερθούμε σε μία ιδιαίτερα δημοφιλή στη διεθνή βιβλιογραφία άποψη περί σχηματισμού, στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης, μιας μερίδας της αστικής τάξης η οποία ονομάζεται υπερεθνική αστική τάξη, όπως αυτή περιγράφεται στη θεωρία που έχει υποστηρίξει ο W. Robinson[2]. Αφού παρουσιάσουμε τα βασικά στοιχεία της προβληματικής του Robinson θα επιχειρήσουμε την ανασκευή των απόψεών του επικεντρώνοντας την επιχειρηματολογία μας σε τρία σημεία: α) Στο γεγονός πως δεν υπάρχει παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου αλλά ούτε και παγκοσμιοποίηση της εργασίας. β) Στο ότι τα κράτη συμμετέχουν στους λεγόμενους υπερεθνικούς οργανισμούς υπερασπίζοντας τα συμφέροντα των εθνικών τους αστικών τάξεων. γ) Στο ζήτημα της συγκρότησης και του σχηματισμού των κοινωνικών τάξεων και της σύνδεσής τους με συγκεκριμένους εθνικούς σχηματισμούς.

2. Η άποψη του W. Robinson

Ο Robinson μπορεί να θεωρηθεί ως ο κοινωνιολόγος ο οποίος χρησιμοποιώντας αυστηρά μαρξιστική μεθοδολογία συγκροτεί με τρόπο συνολικό και σαφή τη θεωρία της Υπερεθνικής Αστικής Τάξης (ΥΑΤ). Για τον συγγραφέα αυτό η ΥΑΤ δημιουργείται λόγω της εισόδου του καπιταλιστικού συστήματος στην ιστορική περίοδο της παγκοσμιοποίησης. Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς μπορεί ο καπιταλισμός με αυξανόμενους ρυθμούς να γίνεται υπερεθνικός (όπως και η εργασία αντίστοιχα) και να μην συμβαίνει το ίδιο με τους καπιταλιστές και τους εργάτες (Robinson 2001/2: 501). Η απάντηση που ο Robinson δίνει είναι πως μόνο αν κατανοήσουμε τη σημασία και τη δυναμική του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και τις επιπτώσεις που επιφέρει σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης πράξης θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε το τι ακριβώς γίνεται και στο επίπεδο της θεωρίας της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Η φύση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού είναι τέτοια που το τοπικό, το περιφερειακό και το παγκοσμιοποιημένο δεν διαμεσολαβούνται πια μέσω των εθνικών κρατών και των εθνικών συστημάτων παραγωγής. Οι τάξεις και οι κοινωνικές ομάδες συναντούν η μια την άλλη σε αυτά τα πολλαπλά επίπεδα με νέους τρόπους που τις καθιστούν όλο και λιγότερο συνδεδεμένες με τις παλιές εθνικές / κρατικές ταυτότητες και μεσολαβήσεις.

Το παραπάνω σημαίνει πως στη νέα αυτή περίοδο μερίδες κοινωνικών τάξεων από διαφορετικές χώρες συμφύονται από κοινού σε νέες καπιταλιστικές ομαδοποιήσεις εντός του υπερεθνικού χώρου. Αυτή η νέα υπερεθνική αστική τάξη αποτελεί το τμήμα εκείνο της παγκόσμιας αστικής τάξης που εκπροσωπεί το υπερεθνικό κεφάλαιο (Robinson 2001: 165), έχει συνείδηση της ταυτότητάς της και στην κορυφή της βρίσκεται μια διευθυντική ελίτ η οποία ελέγχει τις διαδικασίες των παγκοσμιοποιημένων αποφάσεων πολιτικής στρατηγικής αντιστοιχώντας στο υπερεθνικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που αποτελεί την ηγεμονική μερίδα του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα (Burbach / Robinson 1999: 34). Αυτό που διακρίνει την ΥΑΤ από τους εθνικούς και τους τοπικούς καπιταλιστές είναι ότι εμπλέκεται στην παγκοσμιοποιημένη παραγωγή και διαχειρίζεται την παγκοσμιοποιημένη κυκλοφορία της συσσώρευσης, γεγονός που της δίνει μια αντικειμενική ταξική υπόσταση και ταυτότητα η οποία γεωγραφικά τοποθετείται στο παγκοσμιοποιημένο σύστημα ανεξάρτητα από γεωγραφική προέλευση. Στο επίπεδο, δε, της δράσης, η ΥΑΤ δεδομένης της συνείδησης του υπερεθνικού της χαρακτήρα προωθεί ένα ταξικό σχέδιο καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης το οποίο αντανακλάται στη παγκοσμιοποιημένη φύση των αποφάσεών της και στην άνοδο ενός υπερεθνικού κρατικού μηχανισμού που βρίσκεται κάτω από τον αιγίδα της (Robinson / Harris 2000: 22).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ΥΑΤ βρίσκεται σε διαδικασία δημιουργίας ενός νέου καπιταλιστικού ιστορικού συνασπισμού: ένα νέο ηγεμονικό μπλοκ που αποτελείται από ποικίλες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις οι οποίες έχουν εξελιχθεί ως οι βασικοί εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης σε όλο τον κόσμο. Οι πολιτικές που εκπονούνται από αυτό το κυρίαρχο μπλοκ στηρίζονται στο γεγονός της νέας παγκοσμιοποιημένης δομής σε επίπεδο συσσώρευσης και παραγωγής. Αυτό το ιστορικό μπλοκ αποτελείται από τις υπερεθνικές επιχειρήσεις και τους χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, τις ελίτ που διευθύνουν τους υπερεθνικούς φορείς οικονομικού σχεδιασμού, σημαντικές δυνάμεις από τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα, κοινοπραξίες των ΜΜΕ, τεχνοκρατικές ελίτ και διευθυντικά στελέχη του κρατικού τομέα σε Βορρά και Νότο (Robinson / Harris 2000: 12).

Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί σε επίπεδο κοινωνικής διάρθρωσης, οι κοινωνικές ομάδες, τόσο οι κυρίαρχες όσο και οι κυριαρχούμενες, έχουν παγκοσμιοποιηθεί διαμέσω των δομών και των θεσμών του εθνοκεντρικού κόσμου, λόγω της προϋπάρχουσας ιστορικής βάσης πάνω στην οποία ο καπιταλισμός χτίζει μια νέα υπερεθνική θεσμικότητα. Από τη στιγμή που οι εθνικές παραγωγικές δομές μεταβάλλονται σε υπερεθνικές, οι παγκόσμιες τάξεις, των οποίων η οργανική ανάπτυξη λάμβανε χώρα μέσω του εθνικού κράτους, μετατρέπονται σε υπερεθνικές μέσω της ενσωμάτωσης με τις «εθνικές» τάξεις άλλων χωρών. Ο σχηματισμός της παγκόσμιας κοινωνικής τάξης περιλαμβάνει τον επιταχυνόμενο διαχωρισμό του κόσμου σε παγκόσμια αστική τάξη και σε παγκόσμιο προλεταριάτο. Αναμφίβολα, η παγκοσμιοποιημένη εργασία παραμένει ιδιαίτερα ιεραρχημένη στο εσωτερικό της’ ωστόσο, οι ιεραρχήσεις αυτές (παλιές και νέες) διαπερνούν τα εθνικά σύνορα έχοντας επιφέρει αλλαγές στη σχέση μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων τάξεων (Robinson / Harris, 2000: 17, Robinson 2001: 168-169).

Στην πραγματικότητα θα πρέπει να γίνεται λόγος για την ύπαρξη, πια, δύο μερίδων της αστικής τάξης όπου τα συμφέροντα της μιας βασίζονται στον άξονα της συσσώρευσης σε εθνική κλίμακα, με ότι αυτό συνεπάγεται πχ δασμοί, προστατευτισμός κ.λπ., ενώ της άλλης στην επέκταση της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας βάση της φιλελευθεροποίησης των αγορών. Αυτή η διαμάχη, η οποία αποσκοπεί στον έλεγχο των τοπικών κρατικών μηχανισμών, ξεκινά από το 1970. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 οι ανερχόμενες υπερεθνικές μερίδες κατόρθωσαν να ηγεμονεύσουν έναντι των εθνικών μερίδων και να αποκτήσουν τον έλεγχο των κορυφών της κρατικής διοίκησης. Από τη δεκαετία του ’80 μέχρι τη δεκαετία του ’90 οι μερίδες αυτές ενίσχυσαν τη θέση τους στο Νότο και ξεκίνησαν να ανταγωνίζονται, σε αρκετές χώρες, για την ηγεμονία στους κρατικούς μηχανισμούς. Σταδιακά, και με αυξανόμενο ρυθμό, καταλάμβαναν υπουργεία-κλειδιά, τοπικές εξουσίες και γραφειοκρατικές θέσεις στο εσωτερικό των μηχανισμών εκπόνησης πολιτικής. Με αυτό τον τρόπο χρησιμοποίησαν τους θεσμούς του εθνικού κράτους για να προχωρήσουν τις παγκοσμιοποιητικές διαδικασίες και να εγκαθιδρύσουν τυπικούς και άτυπους μηχανισμούς διασύνδεσης μεταξύ των εθνικών κρατικών δομών και των υπερεθνικών μηχανισμών.

Με άλλα λόγια, το υπερεθνικό κεφάλαιο είχε την ανάγκη ενός ριζικά διαφορετικού παγκόσμιου οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος δεδομένου πως δεν μπορούσε να στηριχθεί στα κράτη και στα αντίστοιχα εθνικά πολιτεύματα. Από τη στιγμή που οι υπερεθνικές οικονομικές και πολιτικές ελίτ αναδύθηκαν στην παγκόσμια σκηνή, έχουν κάνει σαφή βήματα στη δημιουργία και διαχείριση μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας μέσω των αναδιαρθρωμένων πολυεθνικών και εθνικών θεσμών. Βασικό στόχο αποτέλεσαν: α) η προσπάθεια διάλυσης του κεϋνσιανού κράτους-πρόνοιας που έδινε βάρος στις πολιτικές ανάπτυξης β) η εξάλειψη των κρατικών ελέγχων πάνω στην ελεύθερη διακίνηση των παγκοσμιοποιημένων κεφαλαίων γ) η ιδιωτικοποίηση τμημάτων του δημόσιου τομέα και δημιουργία νέων σφαιρών κερδοφορίας για το ιδιωτικό κεφάλαιο δ) η δημιουργία νέων ευέλικτων συστημάτων παραγωγής, τέτοιων που να υποστηρίζουν τις ευέλικτες μορφές συσσώρευσης.

Για να επιτευχθούν τα παραπάνω ήταν απαραίτητο η ΥΑΤ να οργανωθεί και πολιτικά. Για το λόγο αυτό δημιουργήθηκαν θεσμοί όπως η τριμερής Επιτροπή (Β. Αμερική – Ιαπωνία - Ευρώπη), το G-7 (από όπου ξεκινά η θεσμοποίηση της συλλογικής διαχείρισης της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας με τη συμμετοχή επιχειρηματικών και πολιτικών ελίτ από τα κράτη του Κέντρου, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (το οποίο έφερε σε επαφή τους υψηλόβαθμους εκπροσώπους των υπερεθνικών επιχειρήσεων με τις παγκόσμιες πολιτικές ελίτ), ενώ μετασχηματίστηκαν άλλοι με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον ΟΟΣΑ (που από θεσμός παρατήρησης των 24 πιο ισχυρών δυτικών οικονομιών μετατράπηκε σε φόρουμ συνεργασίας και αναδιάρθρωσης).

Όσα αναφέρθηκαν δείχνουν πως η ΥΑΤ βρίσκεται στη διαδικασία συγκρότησης ενός Υπερεθνικού Κράτους. Για το λόγο αυτό επιδιώκει, σε ένα πρώτο στάδιο, τη δημιουργία υπερεθνικών θεσμών οι οποίοι συγκροτούν ένα υπό διαμόρφωση δίκτυο στο οποίο συμμετέχουν με ένα εξωτερικό τρόπο και τα υπό μετασχηματισμό εθνικά κράτη από κοινού με τα οικονομικά (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ κ.λπ.) και πολιτικά φόρα (G-7, ΟΟΣΑ, ΟΗΕ, ΕΕ κ.λπ.) -- ωστόσο η πορεία αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα δεδομένου πως δεν έχει λάβει μια κεντρική θεσμική μορφή. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι πως η ΥΑΤ χρησιμοποιεί ευθέως ως εργαλεία τους υπερεθνικούς μηχανισμούς ασκώντας πάνω τους μια μορφή υπερεθνικής κρατικής εξουσίας μέσω των πολυεπίπεδων εκφράσεων του υπερεθνικού κράτους (Robinson / Harris 2000: 27-28).

Οι διαφορετικές δραστηριότητες, στρατηγικές, και θέσεις που λαμβάνουν οι παγκόσμιες ελίτ σε ό,τι αφορά υιοθέτηση πρακτικών λύσεων σχετικά με τα προβλήματα της συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα, σταδιακά συγκλίνουν γύρω από το πρόγραμμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής και πολιτικής αναδιάρθρωσης η οποία επικεντρώνεται στη φιλελευθεροποίηση των αγορών. Για να γίνει εφικτή η μετατροπή του κόσμου σε ένα ενιαίο πεδίο για τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό ήταν αναγκαία η επικυριαρχία απέναντι στις αντιδράσεις των κυριαρχούμενων τάξεων καθώς σε αυτές των αστικών μερίδων που δεν συμμετείχαν σε αυτό το αναδυόμενο παγκοσμιοποιημένο συνασπισμό. Πιο συγκεκριμένα, η ΥΑΤ πίεζε για μεγαλύτερη ομοιομορφία και κανονικοποίηση στον τρόπο λειτουργίας της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτών των λειτουργιών είναι: α) η αναβάθμιση του ρόλου από το G-7 του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας σε ότι αφορά τον έλεγχο των διεθνών χρηματοπιστωτικών διαπραγματεύσεων (1982) β) ο σχηματισμός των περιφερειακών οικονομικών ενώσεων (Πχ ΕΕ, NAFTA) γ) η δημιουργία πιέσεων από τις αναπτυγμένες χώρες προς το δεύτερο και τον τρίτο κόσμο για την υιοθέτηση δομικών μεταρρυθμίσεων νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης δ) η συγκρότηση νέων θεσμών και φόρουμ όπως είναι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Πολυμερής Συμφωνία για τις επενδύσεις κ.λπ. Βάση αυτής της διαδικασίας οι υφιστάμενοι υπερεθνικοί θεσμοί όπως ο ΟΗΕ ή το Bretton Woods δεν καταργούνται αλλά μετασχηματίζονται (Robinson 2001: 177-179).

Μέσα από όλες αυτές τις εξελίξεις δημιουργείται ένα πυκνό δίκτυο από υπερεθνικούς οργανισμούς το οποίο αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία επιχειρείται να οικοδομηθεί το υπερεθνικό κράτος. Στο εσωτερικό αυτού του δικτύου η ΥΑΤ λειτουργεί και παρεμβαίνει σε πολλαπλά επίπεδα. Τα στελέχη των υπερεθνικών επιχειρήσεων πραγματοποιούν τις ευρωπαϊκές υποθέσεις τους μέσα από τις διοικητικές δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις βορειοαμερικάνικες μέσω των αντίστοιχων θεσμών της NAFTA. Ταυτόχρονα βρίσκονται σε επαφή και συνεργασία με το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των οικονομικών δεδομένων στη Ν. Αμερική και των επίδραση που θα έχουν για τα συμφέροντα της ΥΑΤ στην περιοχή αυτή, ενώ για την υλοποίηση των ασιατικών σχεδίων τους συνεργάζονται με την Αναπτυξιακή Τράπεζα της Ασίας. Σε άλλους θεσμούς, όπως το φόρουμ του Νταβός, επιχειρηματικά στελέχη και τραπεζίτες διαμορφώνουν από κοινού στρατηγικές που στη συνέχεια θα υιοθετηθούν και θα υλοποιηθούν από τον ΟΗΕ και το ΠΟΕ, ενώ το ίδιο συμβαίνει και στις ετήσιες συναντήσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Δεδομένου ότι οι υπερεθνικοί καπιταλιστές μετακινούνται συνεχώς σε ολόκληρο τον κόσμο, οι πρακτικές τους ενσωματώνουν όλα αυτά τα διαφορετικά φόρα σε ένα συνεκτικό δίκτυο (Robinson 2001: 182).

Το αποτέλεσμα είναι η αυξανόμενη διασύνδεση όλων αυτών των θεσμών σε ένα υπερεθνικό επίπεδο να οδηγεί στην εξάπλωση μιας υπερεθνικής πολιτικής κοινωνίας ως τμήμα της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης που λειτουργεί παράλληλα με την άνοδο της ΥΑΤ. Θεσμικά σώματα όπως η Τριμερής Επιτροπή, το διεθνές επιμελητήριο Εμπορίου και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ συμμετέχουν σε αυτό το προτσές. Ταυτόχρονα παίρνουν μέρος και άλλοι πιο εξειδικευμένοι φορείς όπως το Institute of International Finance το οποίο δημιουργήθηκε το 1983 από 300 εκπροσώπους υπερεθνικών τραπεζών και επενδυτικών επιχειρήσεων από 56 χώρες και το οποίο λειτουργεί για το υπερεθνικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο ως κέντρο χάραξης πολιτικών, διαμόρφωσης σχέσεων λομπιστών, πραγματοποίησης ερευνών και παροχής συμβουλών (Robinson 2001: 183).

Έχοντας εισέλθει σε μια διαδικασία επιθετικής επιδίωξης του σχεδίου της, η ΥΑΤ έχει ξεκινήσει εκτεταμένες ιδεολογικές εκστρατείες αποσκοπώντας στη νομιμοποίηση της κατεδάφισης του κράτους-πρόνοιας και των αναπτυξιακών κρατικών πολιτικών και στην κατίσχυση της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής ιδεολογίας του καταναλωτισμού και του ατομικισμού. Έχει σφυρηλατήσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ευκαιριακές συμμαχίες με δυνάμεις της δεξιάς, της άκρας δεξιάς και των υποτελών τάξεων που βρίσκονται συνδεδεμένες με ένα δεξιόστροφο λαϊκισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ρεμπουμπλικανικό κόμμα των ΗΠΑ επί Προεδρίας Ρόναλντ Ρήγκαν όπου πίσω από τη δεξιόστροφη λαϊκιστική ρητορεία βρίσκονταν ισχυρές εκπροσωπήσεις του υπερεθνικού κεφαλαίου. Σε άλλες περιπτώσεις η ΥΑΤ έχει συμμετάσχει σε συμμαχίες με κεντροαριστερές και προοδευτικές δυνάμεις οι οποίες νομιμοποίησαν τη λιτότητα και την οικονομική αναδιάρθρωση ξεπερνώντας εμπόδια τα οποία η ΥΑΤ και οι τοπικοί εκπρόσωποί της δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπερκεράσουν (Robinson 2001: 184).

Ενδιαφέρον έχει και η δράση της ΥΑΤ πέραν του χώρου της αναπτυγμένης Δύσης. Καταρχήν στο δεύτερο κόσμο παρατηρείται η ανάπτυξη μερίδων της ΥΑΤ στο εσωτερικό των ανερχόμενων ελίτ, οι οποίες ξεκινούν να δημιουργούν δεσμούς με την παγκόσμια άρχουσα τάξη διαμορφώνοντας ένα σχέδιο για την πλήρη επανενσωμάτωση στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Παρόμοια κατάσταση διαπιστώνεται και στο λεγόμενο τρίτο κόσμο: η εθνικιστική αστική τάξη αλλά και τα μικροαστικά και επαναστατικά καθεστώτα έχουν δώσει τη θέση τους σε υπερεθνικοποιημένες μερίδες των τοπικών ελίτ.

Στο σημείο αυτό, και πριν περάσουμε στην ανασκευή των απόψεων του Robinson, είναι αναγκαίο να γίνει μία αποσαφήνιση: Όλα όσα αναφέρει ο Robinson δεν σημαίνουν πως η ΥΑΤ δεν έχει πια καμία ανάγκη το εθνικό κράτος. Αντιθέτως το υπερεθνικό κεφάλαιο χρειάζεται τα εθνικά κράτη έτσι ώστε να επιτελούνται τρεις λειτουργίες: α) η υιοθέτηση φορολογικών και νομισματικών πολιτικών οι οποίες διασφαλίζουν τη μακροοικονομική σταθερότητα β) η δημιουργία των βασικών όρων υποδομής που είναι απαραίτητοι για την παγκοσμιοποιημένη οικονομική δραστηριότητα γ) η εξασφάλιση θεσμών κοινωνικού ελέγχου, τάξης και σταθερότητας, δεδομένου πως για την ΥΑΤ είναι αποτελεσματικότερη η δημοκρατία σε σχέση με τη δικτατορία για την επίτευξη των στόχων της (Robinson 1996: 19).

3. Κριτική στις θέσεις του Robinson

Οι απόψεις του Robinson καίτοι εμφανίζουν μια συνοχή και μια αληθοφάνεια εμπεριέχουν μια σειρά από σημαντικά μεθοδολογικά και εμπειρικά προβλήματα τα κυριότερα των οποίων είναι η αποδοχή της «παγκοσμιοποίησης»της οικονομίας, η ουσιαστική ακύρωση του ρόλου και της σημασίας των κρατών στους λεγόμενους υπερεθνικούς οργανισμούς καθώς και η αδυναμία κατανόησης των όρων και των προϋποθέσεων συγκρότησης των κοινωνικών τάξεων. Αλλά ας τα δούμε όλα αυτά πιο αναλυτικά:

3.1 Προς μια παγκοσμιοποίηση της οικονομίας;

Το πρώτο προβληματικό στοιχείο που συναντάμε στις δουλειές του Robinson είναι η άκριτη παραδοχή πως η ανθρωπότητα έχει εισέλθει σε μια νέα ιστορική περίοδο η οποία χαρακτηρίζεται από τις υπερεθνικές δομές οργάνωσης της οικονομίας κάτω από την ηγεμονική παρουσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει και στην παγκοσμιοποίηση της εργασίας. Κατά συνέπεια, πάντα κατά τον Robinson, από τη στιγμή που έχει παγκοσμιοποιηθεί το κεφάλαιο και η εργασία θα πρέπει να υπάρχει και παγκόσμια αστική τάξη καθώς και παγκόσμιο προλεταριάτο.

Κατά τη γνώμη μας αυτή η θέση περιέχει τρία λανθασμένα σημεία: ι) θεωρεί ως δεδομένη και υπαρκτή την παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και την παγκοσμιοποίηση της εργασίας -- υπογραμμίζοντας το πρωτοφανές του φαινομένου, ιι) αποδίδει ένα επίπλαστα ηγεμονικό ρόλο στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, ιιι) αδυνατεί να κατανοήσει τα αίτια της οικονομικής διεθνοποίησης ως μια διαδικασίας που έχει ξεκινήσει μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

3.1.1 Σχετικά με την «παγκοσμιοποίηση» του κεφαλαίου και της εργασίας

Εδώ το πρώτο ερώτήμα το οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε είναι αν όντως εκτυλίσσεται μια πρωτοφανής διαδικασία παγκοσμιοποίησης της παραγωγής και σε ποιους τομείς της οικονομίας συμβαίνει αυτό (εξαγωγές, εμπορευμάτων, άμεσες επενδύσεις, χρηματοπιστωτικές ροές κ.λπ.).

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα η πραγματικότητα δείχνει να απέχει πολύ από το να μπορεί να γίνει λόγος για πρωτοφανές ιστορικά φαινόμενο. Η αλήθεια είναι πως η σημερινής διεθνή οικονομία είναι το ίδιο αν όχι λιγότερο διεθνοποιημένη σε σχέση με την προ του α’ παγκοσμίου πολέμου εποχή. Συγκεκριμένα, τότε οι εξαγωγές εμπορευμάτων αποτελούσαν το 13% του παγκόσμιου ΑΕΠ ενώ το 1997 είναι σχετικά περισσότερες ξεπερνώντας το 16% (UNCTAD 2002). Μόνο που στην προ του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου περίοδο κυριαρχούσαν πάρα πολύ σημαντικοί περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, σε αντίθεση με σήμερα, με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο ποσοστό να μπορεί να θεωρηθεί ως εφάμιλλο αν όχι υπέρτερο του σημερινού.

Ταυτόχρονα τα αποθέματα άμεσων ξένων επενδύσεων ως % του ΑΕΠ στις αναπτυγμένες χώρες ενώ κυμαίνονταν μεταξύ 14-19% το 1913, το 1996 δεν ξεπερνούν το 12,9% (Bairoch 2000: 209). Επιπρόσθετα το μέγεθος των καθαρών εισροών κεφαλαίων (δηλαδή η μέση απόλυτη αξία των τρεχουσών συναλλαγών ως % του ΑΕΠ) φθάνει στο αποκορύφωμά του την περίοδο 1914-18 (5,1%) ενώ την περίοδο 1990-96 περιορίζεται στο 2,3% (Obstfeld 2000: 185).

Σε ό,τι αφορά το άϋλο χρηματικό κεφάλαιο, μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί σε διαφορετικές εθνικές χρηματιστικές αγορές σχετικά με τη συσχέτιση μεταξύ των επιτοκίων και των τιμών των μετοχών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους (19ος αιώνας, σύγχρονη εποχή) δείχνουν πως ο βαθμός ολοκλήρωσης της διεθνούς κεφαλαιακής αγοράς, που εξαρτάται από τη σχέση των διεθνών κεφαλαιακών υποχρεώσεων προς το εγχώριο κεφάλαιο και εισόδημα, παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά: υψηλότερο βαθμό διεθνοποίησης τον 19ο αιώνα σε σχέση με σήμερα, ενώ το ποσοστό των υπερεθνικών, τόσο σε επίπεδο διακίνησης όσο και σε επίπεδο ιδιοκτησίας, χρεογράφων που ανταλλάσσονται στις εθνικές αγορές είναι σαφώς μεγαλύτερο στα χρόνια που προηγήθηκαν του πρώτου παγκοσμίου πολέμου σε σχέση με σήμερα (Zevin 1992: 51-52, Glynn / Sutcliffe 1992: 82, Weiss 1998: 184).

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως η διεθνοποίηση των συναλλαγών ήταν βασικό χαρακτηριστικό και της περιόδου που προηγήθηκε του α’ παγκοσμίου πολέμου και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις κινείτο σε πολύ υψηλότερο επίπεδα σε σχέση με σήμερα.

Σχετικά, τώρα, με το ζήτημα της «παγκοσμιοποίησης» της εργασίας, σε αντίθεση με τις απόψεις του Robinson τα υπάρχοντα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας σημαντικής μεταβολής των μεταναστευτικών ροών. Μεταξύ των ετών 1829 και 1910 σημειώθηκε μια αξιόλογη ροή εργατικού δυναμικού η οποία ξεπερνούσε τα 90 εκατομμύρια (Μελάς 1999: 79, Hirst / Thompson 2000: 60). Αντίθετα στη σημερινή εποχή η κατάσταση εμφανίζεται σαφώς διαφορετική δεδομένου ότι: α) παρά τα υψηλά επίπεδα ανεργίας η μετακίνηση εργαζομένων από τις ευρωπαϊκές χώρες δεν ξεπερνά το 1% (Βεργόπουλος 1999: 7). β) οι εισροές μεταναστευτικού πληθυσμού στις κυριότερες δυτικές χώρες το 1995 δεν ξεπερνούσαν το 1% του γηγενούς πληθυσμού (Πελαγίδης 2001: 215). γ) Ακόμα και στις ΗΠΑ, που αποτελούσαν πάντοτε πόλο έλξης εργατικών χεριών, στα τέλη του 19ου αιώνα το 15% των εργαζομένων είχε γεννηθεί εκτός ΗΠΑ ενώ σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 8% (Πελαγίδης 2001: 212).

3.1.2 Προς μια ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου;

Αναμφίβολα, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως πράγματι στις μέρες μας διαπιστώνεται μια ένταση στους ρυθμούς ανάπτυξης του χρηματοπιστωτικού συστήματος Για παράδειγμα ο ημερήσιος όγκος των παγκόσμιων αγοραπωλησιών χρήματος έφτανε τα 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια το 1998, γεγονός που ισοδυναμεί με το 110% του βρετανικού ΑΕΠ. Μεταξύ 1986 και 1998 ο όγκος αυτού του είδους των συναλλαγών οκταπλασιάστηκε. Ταυτόχρονα η σχέση των αγοροπωλησιών χρήματος προς το πραγματικό εμπόριο αυξάνεται από 11 προς 1 σε 55 προς 1 μέσα σε 14 μόλις χρόνια (Held 1998: 16).

Πράγματι, όλα τα στοιχεία που παρατίθενται είναι σωστά και ακριβή. Ωστόσο είναι σε σημαντικό βαθμό υπερδιογκωμένα διότι το τελικό ποσό που εμφανίζεται με τη μορφή της χρηματιστικής επένδυσης δεν είναι παρά το σύνολο μιας σειράς διαδοχικών επενδύσεων ενός αρχικού ποσού.

Πέρα, όμως, από αυτή την παρατήρηση δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως πράγματι υπάρχει μια υπαρκτή ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα στις μέρες μας, η οποία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Τα ζητήματα, ωστόσο, που προκύπτουν είναι δύο ειδών: α) Ποια είναι τα βαθύτερα αίτια που έχουν οδηγήσει σε αυτή την αναβάθμιση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου; β) Όλες αυτές οι διαδικασίες που μόλις περιγράφηκαν συγκροτούν ένα σύστημα ενοποιημένων πρακτικών και σε τι ποσοστό της γεωγραφικής ολότητας διεξάγονται;

Σε ό,τι αφορά το πρώτο σημείο πρέπει να το δούμε από την πλευρά των ποσοστών κέρδους που μπορεί να αποφέρει ένα κεφάλαιο στον κάτοχό του. Μετά από την κρίση υπερσυσσώρευσης του 1973 τα περιθώρια κερδοφορίας τόσο στον δευτερογενή όσο και στον τριτογενή τομέα περιορίστηκαν σημαντικά. Με αποτέλεσμα, σε πολλές περιπτώσεις, να είναι πιο προσοδοφόρα η τοποθέτηση κεφαλαίων στη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Ωστόσο, αυτή η κατάσταση δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα. Κάποια στιγμή η πραγματική οικονομία των πραγματικών εμπορευμάτων και των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων θα ερχόταν να πάρει τη θέση της πρωτοκαθεδρίας απέναντι στη άυλη οικονομία. Αυτό, βεβαίως δεν μπορούσε να γίνει ομοιόμορφα ακριβώς γιατί η διεθνής οικονομία δεν είναι παγκοσμιοποιημένη. Έτσι η μετακίνηση κεφαλαίων προς τη χρηματοπιστωτική σφαίρα επικεντρώθηκε σε μία σειρά από χρηματοπιστωτικά κέντρα αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών ξεκινώντας από το Τόκιο και καταλήγοντας στην Αθήνα ακολουθώντας την ίδια πάντα διαδικασία: σταθερή αύξηση αρχικά, ραγδαία αύξηση στη συνέχεια, μερική υποχώρηση μετά, βραχύχρονη ανάκαμψη, κατακόρυφη πτώση.

Το δεύτερο ζήτημα σχετίζεται με το βαθμό ομοιογένειας της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης. Εδώ σύμφωνα με την Weiss υπάρχουν τρία στοιχεία που δεν συνηγορούν στην αποδοχή της ενοποιημένης χρηματοπιστωτικής πραγματικότητας. Το πρώτο αφορά το γεγονός πως το κόστος του χρήματος συνεχίζει να παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από χώρα σε χώρα.

Το δεύτερο έχει να κάνει με την διαιώνιση σοβαρών αποκλίσεων σε ό,τι αφορά τους ρυθμούς αποταμίευσης και επενδύσεων. Ειδικότερα οι διαφορές στους ρυθμούς αποταμίευσης είναι μεγαλύτερες σήμερα σε σχέση με το τέλος της δεκαετίας του '70.

Το τρίτο στοιχείο είναι σε άμεση συνάρτηση με το γεγονός πως ο μεγάλος όγκος της εγχώριας επένδυσης στις χώρες του ΟΟΣΑ παραμένει κατά βάση χρηματοδοτούμενος από την εγχώρια αποταμίευση. Στην πραγματικότητα οι ρυθμοί εγχώριας αποταμίευσης και εγχώριας επένδυσης παραμένουν στενά συνδεδεμένοι, γεγονός που οφείλεται στο ότι οι διάφορες χώρες δεν προστρέχουν στη χρήση των αποταμιεύσεων άλλων χωρών (Weiss 1998: 178-179).

Το αποτέλεσμα είναι πως παρά το γεγονός του ότι ο υψηλός βαθμός διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου προτρέπει τα πλούσια νοικοκυριά καθώς και τους θεσμικούς επενδυτές της μιας χώρας να επενδύσουν σημαντικό τμήμα του κεφαλαίου τους σε μετοχές και ομόλογα μιας άλλης χώρας, ο βαθμός της γεωγραφικής κατανομής των επενδύσεων παραμένει εξαιρετικά χαμηλός.

Ακριβώς για όλους αυτούς τους λόγους οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και πράξεις δεν διαχέονται σε όλο τον κόσμο ούτε πραγματοποιούνται από κάποιες υπερεθνικές επιχειρήσεις: αντίθετα οι δέκα μεγαλύτερες εταιρείες διαχείρισης χαρτοφυλακίων, όσο και οι μεγαλύτερες τράπεζες παγκοσμίως έχουν χώρα προέλευσης, σε ποσοστό άνω του 70%, κάποια από τις χώρες του G-7.

Όλα όσα αναφέρθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αρκετά υπερτιμημένος, σε σημαντικό βαθμό εθνικά και γεωγραφικά προσδιορισμένος και, το κυριότερο, με μικρό χρόνο παραμονής σε ηγετική θέση στο συνασπισμό εξουσίας. Το γεγονός πως παραδοσιακοί κλάδοι της οικονομίας (πχ βιομηχανία, υπηρεσίες, εμπόριο) δεν έχουν παρουσιάσει τα επίπεδα κερδοφορίας που σημείωναν στο παρελθόν δε σημαίνει πως η πραγματική οικονομία έχει δώσει τη θέση της στην εικονική. Κατά συνέπεια το ποια μερίδα του κεφαλαίου είναι ηγεμονική δεν έχει να κάνει παρά με τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στο εσωτερικό του κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού ξεχωριστά (βλ. παρακ).

3.1.3 Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διεθνοποίησης του κεφαλαίου

Μια βασική διάσταση της διεθνούς οικονομικής ζωής είναι πως από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έχει ξεκινήσει μια διαδικασία διεθνοποίησης των οικονομιών που μπορεί να μη φτάνει τα επίπεδα της διεθνοποίησης της προ του α’ παγκοσμίου πολέμου εποχής, ωστόσο εμφανίζει μια συνεχή αυξητική τάση. Τόσο η εξέλιξη αυτή τόσο και η διεθνοποίηση που προηγήθηκε του α' παγκοσμίου πολέμου δεν πρέπει να προκαλούν εντύπωση. Στην πραγματικότητα είναι έμφυτα στοιχεία της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όπως ορθά έχουν παρατηρήσει οι Busch / Grunert / Tobergte «όταν το εθνικό κεφάλαιο φτάνει σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα ολοκλήρωσης στην παγκόσμια αγορά τότε παράγουν οι νομοτέλειες, που κυβερνούν τη διεθνή ανταλλαγή των εμπορευματικών κεφαλαίων, από μόνες τους μια τάση για εξαγωγή κεφαλαίων...Η αξιοποίηση της αξίας ως κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής συσσώρευσης, απαιτεί μια διαρκή διεύρυνση του κύκλου της κυκλοφορίας και οδηγεί από κάποιο σημείο και μετά στην αναγκαιότητα του “σπασίματος” της εθνικής αγοράς και στη δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς» (Busch / Grunert / Tobergte 1985: 47-48). Για να μεταβούμε στο στάδιο της πραγματοποίησης άμεσων ξένων επενδύσεων διανύουμε τρεις φάσεις. Στην πρώτη φάση οι πιο αναπτυγμένες χώρες πραγματοποιούν εξαγωγές εμπορευμάτων επιτυγχάνοντας πρόσθετα κέρδη. Στη δεύτερη φάση οι κυβερνήσεις των χωρών που δέχονται τις εξαγωγές χρησιμοποιούν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες (Bush 1983: 96) ως αντίβαρο στη διείσδυση των ξένων εμπορευμάτων, προσπαθώντας να προστατεύσουν τα εθνικά τους κεφάλαια τα οποία δεν είναι σε θέση να ανταγωνιστούν τα αντίστοιχα ξένα[3]. Στην τρίτη φάση τα ξένα κεφάλαια αποφασίζουν, για να υπερβούν το εμπόδιο των συναλλαγματικών διακυμάνσεων, να πραγματοποιήσουν άμεσες επενδύσεις στις εξαγωγικές αγορές τους (Busch 1983: 104, Busch / Grunert / Tobergte 1985: 48-49).

Το τελικό αποτέλεσμα είναι από τη μια να υπάρχει μια αύξουσα διεθνοποίηση τόσο σε ό,τι αφορά το εμπόριο όσο και σε ό,τι αφορά τις άμεσες επενδύσεις κεφαλαίου όσο και τις ροές κεφαλαίου χρήματος. Είναι χαρακτηριστικό πως τα τελευταία 50 χρόνια οι άμεσες ξένες επενδύσεις θα αυξηθούν περίπου κατά 50%, το διεθνές εμπόριο κατά 100% και η κίνηση του κεφαλαίου χρήματος από 150% μέχρι 200%. Αυτό, ωστόσο, που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι πως πρόκειται για διεθνοποίηση κι όχι παγκοσμιοποίηση ακριβώς επειδή αφορά ένα περιορισμό αριθμό χωρών, δηλαδή των κρατών του ΟΟΣΑ καθώς και αυτών της ΝΑ Ασίας. Συγκεκριμένα, το 98% των παγκόσμιων κεφαλαιακών εκροών προέρχεται από αυτές τις 30 χώρες και το 85% των παγκόσμιων κεφαλαιακών εισροών κατευθύνεται προς αυτές. Ομοίως το 80% του παγκόσμιου εμπορίου συντελείται από αυτές. Τέλος, σχετικά με το κεφάλαιο χρήμα, τα υπάρχοντα στοιχεία δείχνουν πως οι αμερικάνοι κεφαλαιούχοι κρατούν το 94% του χαρτοφυλακίου τους σε αμερικάνικες μετοχές, ενώ τα αντίστοιχα στοιχεία είναι 98% για τους Ιάπωνες και 82% για τους Βρετανούς (French / Poterba 1991: 222) ενώ σε επίπεδο πιστωτικών ιδρυμάτων οι 900 από τις 1000 μεγαλύτερες τράπεζες εδρεύουν σε 14 μόνο χώρες (Keizer / Kenigswald 1996: 284).

3.2 Το ζήτημα του αναδυόμενου υπερεθνικού δικτυομένου κράτους

Ο Robinson πιστεύει πως στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης η ΥΑΤ, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, αποσκοπεί στη δημιουργία ενός Υπερεθνικού Κράτους. Η κατασκευή του υπερεθνικού αυτού θεσμού απαιτεί τη δραστηριοποίηση των εθνικών κρατών τα οποία μέσω πολιτικών και θεσμικών παρεμβάσεων δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη συνεχή ανάπτυξη αρχικά ενός υπερεθνικού δικτύου και στη συνέχεια ενός νέου θεσμού που θα είναι το υπερεθνικό κρατικό μόρφωμα. Ο σχηματισμός των καινούριων Υπερεθνικών οργανισμών και η αναβάθμιση παλιότερων αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη των παραπάνω στόχων.

Η δική μας θέση βλέπει από εντελώς διαφορετικό πρίσμα τη σχέση εθνικού-υπερεθνικού. Πιο συγκεκριμένα ο Ν. Πουλαντζάς που με αξιοθαύμαστη διορατικότητα είχε αναφερθεί στο πρόβλημα από τα μέσα της δεκαετίας του '70 παρατήρησε πως το πέρασμα σε κάθε νέα στάδιο της διεθνοποίησης προκαλεί την υπερ-εθνικοποίηση των κρατών (Poulantzas 1979: 80). Πράγμα που σημαίνει πως μέσα στη νέα συγκυρία το κράτος αυτό που έχει να κάνει είναι να ανταποκριθεί όσο το δυνατό καλύτερα στα νέα δεδομένα. Δηλαδή να μεριμνά για τη συνοχή του συνασπισμού εξουσίας, την αναπαραγωγή των αστικών κοινωνικών σχέσεων (Jessop, 1997: 20), την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης αλλά και τη βελτίωση της θέσης του κοινωνικού σχηματισμού στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.

Μια τέτοια θέση προϋποθέτει την κατανόηση της ιδιαιτερότητας του γεωγραφικού χώρου στη αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης καθώς και του τρόπου συγκρότησης της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Ο χώρος δεν αποτελεί παρά τον τόπο των κοινωνικών (ταξικών) πρακτικών χαρακτηριζόμενος πρώτα από όλα από την εθνική του διάσταση (Μηλιός 1985: 63-64). Κατά συνέπεια ο τόπος λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (κτπ) είναι ο εθνικός σχηματισμός τα όρια και η συνοχή / ομογενοποίηση του οποίου διασφαλίζονται από το κράτος (Μηλιός 2000: 95). Πρόκειται για τον επιτυχέστερο «τρόπο» αναπαραγωγής του κτπ συγκριτικά με άλλους που δοκιμάστηκαν (για παράδειγμα η αποικιακή εμπορική εταιρεία, η αυτοκρατορία, η αποικιακή αυτοκρατορία, η πόλη-κράτος κ.λπ.) (Μπαλιμπάρ-Βαλερστάιν 1991: 137-138). Το κράτος αποτελεί το θεσμό που αποσκοπώντας στην μακροπρόθεσμη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της αστικής εξουσίας, εκπονεί πολιτικές διαχείρισης της εργατικής δύναμης, παρεμβαίνει στη διαδικασία κερδοφορίας του εθνικού κεφαλαίου και συμβάλει στην επέκτασή του στο διεθνή χώρο. Με τον τρόπο αυτό κατακερματίζεται ο παγκόσμιος χώρος σε επιμέρους περιοχές καπιταλιστικής κυριαρχίας και αναπαραγωγής της κεφαλαιακής κοινωνικής σχέσης (Μηλιός 2000: 109-110).

Το πιο σημαντικό στοιχείο της παραπάνω θέσης είναι ότι μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί «οι σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού, όχι μόνον έχουν την προτεραιότητα σε σχέση με τις διαδικασίες διεθνοποίησης του καπιταλισμού αλλά καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το 'εθνικό' εντάσσεται στο “διεθνές”» (Μηλιός 1985: 64). Κατά συνέπεια η δυναμική μιας οικονομίας, η παραγωγικότητά της, ο βαθμός εκμετάλλευσης των εργαζόμενων τάξεων, όλα αυτά αποτελούν παραμέτρους οι οποίες καθορίζουν τη θέση ενός κοινωνικού σχηματισμού στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Κι αυτό γιατί η ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν αποτελεί μια χωροταξική παράθεση κρατών, αλλά μια ανισόμετρη, ετεροβαρής διαπλοκή εθνικών σχηματισμών. Ακόμα και οι περιπτώσεις οικονομικών ολοκληρώσεων δεν αποτελούν παρά στρατηγικές συμμαχίες εθνικών αστικών τάξεων (Μηλιός 1997: 107-10).

Κάτω από αυτό το πρίσμα δεν τίθεται κάποιο ζήτημα απο-εθνικοποίησης του κράτους σήμερα. Αντίθετα, όλη αυτή η διαδικασία αναβάθμισης των λειτουργιών του εθνικού κράτους που αποσκοπούν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εθνικών κεφαλαίων και τη μετακύλιση του κόστους της στα λαϊκά στρώματα, επιτείνει τη μετάθεση των εξουσιών προς (εθνικά) κέντρα αδιαπέραστα στο λαϊκό έλεγχο (Pooley 1991: 70) εντείνοντας τα χαρακτηριστικά του αυταρχικού κράτους: μετατόπιση της πραγματικής εξουσίας όχι μόνο από το νομοθετικό στο εκτελεστικό και από εκεί στη διοίκηση (Poulantzas 1978: 218-227), αλλά κυρίως προς την κατεύθυνση των ποικιλώνυμων επιτροπών, οργανισμών και συμβουλίων που λειτουργούν ως οι πιο αυθεντικοί εκπρόσωποι των ισχυρών μονοπωλιακών μερίδων του εγχώριου και του διεθνούς κεφαλαίου -- ακριβώς λόγω του ότι δεν αντανακλούν έστω και στρεβλά την παρουσία των λαϊκών στρωμάτων. Πρόκειται για στεγανοποιημένους, απέναντι στις λαϊκές τάξεις, μηχανισμούς που εκπονούν τους σχεδιασμούς της κρατικής πολιτικής καθώς και τα πλαίσια διαπλοκής με τους αντίστοιχους μηχανισμούς των εκάστοτε διεθνών ή υπερεθνικών οργανισμών.

Με αυτό τον τρόπο το κράτος είναι παρόν για να εφαρμόσει πολιτικές λιτότητας και συρρίκνωσης των κοινωνικών καθώς και ανάπτυξης των κατασταλτικών του λειτουργιών (Pilger 2001: 1) αποσκοπώντας στον περιορισμό των κοινωνικών κατακτήσεων που πέτυχαν οι κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις τις προηγούμενες δεκαετίες. Διαφορετικά ειπωμένο, το κράτος είναι παρόν για να εγγυάται την οργάνωση και την αντιπροσώπευση της «εθνικής οικονομίας» ως της δομής που υπάρχει με σκοπό τον ανταγωνισμό με τις άλλες «εθνικές οικονομίες» με τους καλύτερους δυνατούς όρους για την εγχώρια αστική τάξη. Αν θα θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε χομπσιανούς όρους θα λέγαμε πως τα έθνη βρίσκονται σε πόλεμο για να προστατεύσουν την εθνική τους οικονομία μόνο που ο πραγματικός εχθρός δεν είναι τα άλλα κράτη αλλά οι ίδιοι οι υπήκοοί τους (Τσουκαλάς 1997: 28). Πραγματικά η υλοποίηση μέτρων όπως η απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, ο κατακερματισμός της αγοράς εργασίας και η αύξηση της παραγωγικότητας δεν μπορούν να λάβουν χώρα παρά μόνο στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης εδαφικής επικράτειας, γεγονός που αποσαφηνίζει και τη σχέση διεθνοποιημένου κεφαλαίου και εθνικού κράτους (Panitch 1998: 17): το πρώτο εξαρτάται ολοκληρωτικά από το δεύτερο για τη δημιουργία των κατάλληλων όρων αναπαραγωγής της κεφαλαιακής συσσώρευσης (Τσουκαλάς 1997: 29). Ταυτόχρονα ο σχηματισμός, ή η αναβάθμιση, των διαφόρων «υπερεθνικών» οργανισμών συντείνει σε αυτή ακριβώς την κατεύθυνση: μείωση του εργατικού κόστους, επιχορήγηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλαγή των εργασιακών σχέσεων με στόχο την τροποποίηση των συσχετισμών δύναμης υπέρ των δυνάμεων του κεφαλαίου (Petras 1999: 21).

Μόνο μέσα από αυτό την οπτική μπορεί να γίνει κατανοητή η ιδιαιτερότητα της σχέσης εθνικού-υπερεθνικού στις νέες συνθήκες. Έτσι, αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι πως η διαδικασία των συναποφάσεων των εθνικών κρατών στα πλαίσια των υπερεθνικών ολοκληρώσεων περιλαμβάνει μία σειρά από σύνθετες πτυχές που ξεπερνούν κατά πολύ τη μονοδιάστατη σχέση κράτος - υπερεθνική οντότητα. Στην πραγματικότητα στις δραστηριότητες των διεθνών οργανισμών είναι παρόντα και όλα τα κράτη-μέλη (το καθένα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του) γεγονός που οδηγεί στη διαμόρφωση συμμαχιών, εξισορροπητικών τάσεων αλλά και αντιπαλοτήτων και αδιεξόδων. Η βασική στρατηγική των κυρίαρχων τάξεων χαράζεται πρώτα σε εθνικό επίπεδο λαμβανομένου υπόψη και του διεθνή συσχετισμού δύναμης (Κοτζιάς 1995: 57) Εννοείται πως και αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται σε ανώτατα επιτελικά επίπεδα συντελώντας στην περαιτέρω ανακατανομή εξουσίας προς όφελος των κυβερνητικών και των παρακυβερνητικών (ανώτερη γραφειοκρατία, επιτροπές εμπειρογνώμων) δικτύων εξουσίας τα οποία είναι απροσπέλαστα στο λαϊκό έλεγχο. Με τον τρόπο αυτό δεν περιορίζεται ο ρόλος του κράτους αλλά εκείνος του Κοινοβουλίου και των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Το κράτος ενισχύεται αφού η εξουσία υπερσυγκεντρώνεται στην κατοχή των πυραμίδων της εξουσίας. Με πρόσχημα τις διαπραγματεύσεις και τις πιέσεις που δέχεται μια εθνική κυβέρνηση από τους εταίρους της στους ποικιλώνυμους διεθνείς οργανισμούς θέματα εσωτερικής πολιτικής μετονομάζονται σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής το περιεχόμενο των οποίων μόνο σε μικρό βαθμό είναι δυνατό να τροποποιηθεί (Moravcsic όπως αναφέρεται από Ιωακειμίδης 1998: 24). Το αποτέλεσμα είναι τα εθνικά κοινοβούλια ασμένως και χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση να επικυρώνουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε διεθνές επίπεδο δεδομένου του κινδύνου επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (Moravcsic όπως αναφέρεται από Ιωακειμίδης 1998: 25).

Κατά συνέπεια η δημιουργία των διεθνών και υπερεθνικών οργανισμών, αποτελεί ένα καινούριο πεδίο δράσης όπου το εθνικό κράτος μεταβάλλεται σε φορέα διαχείρισης των νέων συμμαχιών (Κοτζιάς 1995: 223) και του περιεχομένου τους ανάλογα με τη στρατηγική και τους στόχους που έχουν ήδη χαραχθεί σε εθνικό επίπεδο. Για να το πούμε διαφορετικά, δεν υπάρχει κάποια «υπερφυσική» δύναμη που ωθεί τα εθνικά κράτη να ενταχτούν στις υπερεθνικές ολοκληρώσεις αλλά η επίγνωση πως με αυτό τον τρόπο θα ωφεληθούν περισσότερο τα συμφέροντα της ηγετικής μερίδας του εθνικού συνασπισμού εξουσίας. Στο εσωτερικό των ολοκληρώσεων μέσα από δυσχερείς διαπραγματεύσεις λαμβάνονται αποφάσεις που, συμπυκνώνοντας τον υπάρχοντα συσχετισμό δύναμης μεταξύ των διαφορετικών μελών, αποσκοπούν στη καλύτερη δυνατή διαχείριση των ταξικών συμφερόντων που εκφράζουν. Είναι προφανές ότι στην περίπτωση που υπάρχει ριζική διαφωνία ενός μέλους λόγω της ύπαρξης ζωτικής σημασίας συμφερόντων, τότε είτε δε συμμετέχει σε αυτά που οι άλλοι αποφασίζουν είτε θέτει βέτο (Bhabha 1998: 701). Παράλληλα, ο σχηματισμός των νέων ολοκληρώσεων δημιουργεί και την ανάγκη συγκρότησης γραφειοκρατικών θεσμών διαχείρισης των πρακτικών ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής των διεθνών αποφάσεων. Κατ' αυτό τον τρόπο η «γραφειοκρατία των Ευρωπαϊκής Ένωσης» πχ. δεν αποτελεί ένα αυτόνομο όργανο ξεκομμένο από τις επιδιώξεις των εθνικών κρατών αλλά περισσότερο ένα υποστηρικτικό θεσμικό σύνολο[4] που, διατηρώντας τις ιδιαιτερότητες της διοικητικής γραφειοκρατίας, συμπυκνώνει και αναπαράγει[5] τους εθνικούς και οικονομικούς ανταγωνισμούς.


4. Το ζήτημα της συγκρότησης της υπερεθνικής αστικής τάξης

Στα προηγούμενα τμήματα ασχοληθήκαμε με την άσκηση της κριτικής σε δύο βασικά ζητήματα των θέσεων του Robinson: αν υπάρχει παγκοσμιοποποίηση του κεφαλαίου και της εργασίας κι αν βρισκόμαστε στη διαδικασία ανάδυσης δικτύου υπερεθνικών θεσμών που θα αποτελέσουν τις απαραίτητες θεσμικές προϋποθέσεις για μια ενδεχόμενη δημιουργία ενός υπερεθνικού κράτους. Και στα δύο ερωτήματα απαντήσαμε αρνητικά. Ωστόσο η εργασία μας δεν θα ήταν πλήρης αν σταματούσε στο σημείο αυτό. Το θέμα της θεωρίας των κοινωνικών τάξεων ξεπερνά κατά πολύ τις υφιστάμενες πλευρές της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα στη συγκυρία. Χρησιμοποιήσαμε ως αφορμή τις απόψεις του Robinson για να κάνουμε μια ευρύτερη αναφορά στο πολυσυζητημένο θέμα της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο η ΥΑΤ δεν θα υπήρχε ακόμα και αν τα δύο ερωτήματα τα απαντούσαμε με διαφoρετικό τρόπο. Με άλλα λόγια, ακόμα και στην περίπτωση που η διεθνοποίηση του κεφαλαίου είχε φτάσει σε ανεπανάληπτα ιστορικά επίπεδα, ακόμα και αν είχε απείρως μεγαλύτερη γεωγραφική ευρύτητα, ακόμα κι αν υπήρχαν ακόμα περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί με ευρύτερα πεδία αυτονομίας, και πάλι δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε ούτε για παγκοσμιοποίηση, ούτε για υπερεθνικό κράτος και ούτε, βέβαια, για υπερεθνική αστική τάξη.

Το πρώτο πράγμα που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι πως δεν νοείται συγκρότηση κοινωνικών τάξεων εκτός συγκεκριμένου πλαισίου εθνικού κοινωνικού σχηματισμού (Παλαιός 1987: 107)[6]. Όπως έχει δείξει ο Αλτουσέρ (Althusser 1973: 30) οι κοινωνικές τάξεις δημιουργούνται μόνο μέσα από την πάλη των τάξεων, και η πάλη των τάξεων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής διεξάγεται στο εσωτερικό εθνικών σχηματισμών οι οποίοι είναι ανισόμετρα συναρθρωμένοι μεταξύ τους δημιουργώντας την ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Ο κάθε εθνικός σχηματισμός χαρακτηρίζεται από διαφορετική ιστορική εξέλιξη --γεγονός που έχει αφήσει τα σημάδια του στους συσχετισμούς μεταξύ των κοινωνικών τάξεων καθώς και στο μοντέλο συσσώρευσης το οποίο κυριαρχεί. Το παραπάνω σημαίνει πως στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που η έννοια της καπιταλιστικής παραγωγής συμβαδίζει με τη έννοια της δημιουργίας του έθνους / κράτους θα πρέπει να μελετήσουμε τον τρόπο συνάρθρωσης των κοινωνικών δομών έτσι ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ιστορική διαδρομή μιας κοινωνίας και κατά συνέπεια τα περιθώρια που έχει κάθε κοινωνική τάξη, στη σημερινή συγκυρία, να επιτύχει τροποποιήσεις στους συσχετισμούς δύναμης. Αυτό σημαίνει πως σε κανένα μέρος δεν δημιουργήθηκε καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής από παρθενογέννεση. Παντού προϋπήρχε ένα τρόπος παραγωγής που ηγεμόνευε απέναντι σε άλλους τρόπους παραγωγής. Σε αυτό το σύστημα συνάρθρωσης τρόπων παραγωγής διείσδυσε σταδιακά και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (κτπ). Αρχικά ήταν σε υποτελή θέση και στη συνέχεια κατόρθωσε να υποτάξει τους υπόλοιπους και να ηγεμονεύσει. Δημιουργήθηκε, δηλαδή, ένας νέος τόπος συνάρθρωσης κοινωνικών συστημάτων η μορφή του οποίου συνδέθηκε απόλυτα με τις εξελίξεις που συνοδεύουν τη μετάβαση από την ηγεμονία του ενός τρόπου παραγωγής στον άλλο. Για το λόγο αυτό δεν έχει την ίδια μορφή η οργάνωση της παραγωγής σε όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς που ηγεμονεύονται από τον κτπ. Αλλού η εργάσιμη μέρα έχει 48 ώρες, αλλού 40, αλλού είναι σημαντική η συμμετοχή της γεωργίας στο ΑΕΠ αλλού ανύπαρκτη, αλλού υπάρχει αναπτυγμένο κράτος πρόνοιας αλλού όχι κ.λπ. (Μηλιός 2000: 104).

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο επίπεδο του εποικοδομήματος. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να δεχτούμε πως η μετάβαση στον καπιταλισμό επιφέρει και σταδιακή ανάπτυξη των κοινοβουλευτικών θεσμών, κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας υποβάθμιση του ρόλου της Μοναρχίας -- όπου αυτή συνεχίζει να υπάρχει. Ωστόσο κι αυτό δεν παύει να είναι ένα πάρα πολύ αφαιρετικό σχήμα. Στην πραγματικότητα αυτό που υπάρχει είναι η συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία που οδήγησε κάθε λαό, κι όχι όλους τους λαούς, στον κοινοβουλευτισμό. Έτσι σε ορισμένες χώρες υπάρχει προεδρική δημοκρατία, σε άλλες προεδρευομένη και σε άλλες βασιλευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ταυτόχρονα σε ορισμένες χώρες υπάρχει ισχυρή σοσιαλδημοκρατική παράδοση, σε άλλες ανύπαρκτη, αλλού η θρησκεία ασκεί σημαντική επιρροή και αλλού όχι, σε αρκετούς εθνικούς σχηματισμούς ο ρατσισμός και ο εθνικισμός αποτελούν βασικά υποσύνολα της κυρίαρχης ιδεολογίας και σε άλλους όχι.

Κατά συνέπεια πέρα από τα γενικά αφαιρετικά σχήματα αυτό που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι η ταξική πάλη σε ένα συγκεκριμένο σχηματισμό ο οποίος χαρακτηρίζεται από την ειδική συνάρθρωση τρόπων παραγωγής κάτω από την ηγεμονία του κτπ. Δεδομένου δε, πως η ταξική πάλη διαμορφώνει τη συγκρότηση των κοινωνικών τάξεων, η αστική και η εργατική τάξη, καθώς και όλες οι άλλες τάξεις που μπορεί να υπάρχουν στα πλαίσια ενός σχηματισμού, αναπτύσσονται και εξελίσσονται ακριβώς λόγω της ύπαρξης του αντίθετου κοινωνικού πόλου. Αυτό σημαίνει πως η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από την αστική οδηγεί στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος καθώς και των κοινωνικών του φορεών. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει αστική τάξη αν δεν υπήρχε αντίστοιχη εργατική. Οι συγκεκριμένοι όροι εκμετάλλευσης και κυριαρχίας που υπάρχουν σε κάθε σχηματισμό οδηγούν και στην αναπαραγωγή των ταξικών διαχωρισμών. Δεν υπάρχουν τάξεις εκτός εθνικών σχηματισμών.

Ακόμα και στην περίπτωση που οι αστικές τάξεις αναπτύσσουν διεθνείς δραστηριότητες αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εκμεταλλεύονται την εργατική τάξη της χώρας τους. Οι ιδιαίτεροι όροι που χαρακτηρίζουν αυτή την εκμετάλλευση είναι που συμβάλουν στα ειδικά εθνικά επίπεδα κερδοφορίας και αποδοτικότητας του κεφαλαίου. Η θέση περί υπερεθνικής αστικής τάξης στην ουσία επαναλαμβάνει όλα τα λάθη για τα οποία είχαν κατηγορηθεί στο παρελθόν οι θεωρίες της εξάρτησης. Πολύ σύντομα θυμίζουμε πως σύμφωνα με τον Α. Εμμανουήλ (Εμμανουήλ 1978: 214-215) αλλά και τον S. Amin (Amin χχ: 523) οι σχέσεις εξάρτησης που αναπτύσσονται μεταξύ των χωρών της Περιφέρειας και αυτών του αναπτυγμένου καπιταλιστικού Κέντρου έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σχέσεων εκμετάλλευσης λόγω της μεταφοράς αξίας από τις υπανάπτυκτες χώρες προς τη Μητρόπολη. Το αποτέλεσμα είναι η εργατική τάξη της περιφέρειας να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης από την εργατική τάξη του Κέντρου Και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στην περίπτωση της θεωρίας του Robinson, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός ο μηχανισμός μέσω του οποίου υπάρχει η μεταφορά αξίας. Το ζήτημα αυτό για τη θεωρία του Robinson έχει σημασία γιατί αν δεν υπάρχει μεταβίβαση αξίας είναι εντελώς ακατανότητο το πώς σχηματίζεται η ΥΑΤ. Ίσως ένα αντεπιχείρημα θα συσχετιζόταν με τις υπερεθνικές επιχειρήσεις και τη δυνατότητα πραγματοποίησης επενδύσεων και κερδών όπου οι συνθήκες το ευνοούν. Αλλά αυτό από μόνο του δε λέει και πολλά πράγματα’ προφανώς το κεφάλαιο κατευθύνεται εκεί όπου εκτιμά πως θα σημειώσει αυξημένα ποσοστά κερδοφορίας[7]. Το ζήτημα είναι πώς και κάτω από ποιους όρους αυτό επιτυγχάνεται.

Το σύνηθες λάθος που διατυπώνεται έντονα από τους διάφορους θιασώτες της ύπαρξης της παγκοσμιοποίησης είναι πως η μόνη παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη για την πραγματοποίηση μιας επένδυσης στο εξωτερικό είναι αυτή του χαμηλού μισθολογικού κόστους. Η κατάσταση, ωστόσο, είναι διαφορετική γιατί το ζήτημα δεν είναι απλά και μόνο οι χαμηλοί μισθοί αλλά το ποσοστό υπεραξίας. Κι αυτό γιατί «το ποσοστό υπεραξίας στην περισσότερο ανεπτυγμένη χώρα βρίσκεται πάνω από το αντίστοιχο της λιγότερο ανεπτυγμένης, γιατί το υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας μειώνει τα έξοδα αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Ο εργάτης της περισσότερο ανεπτυγμένης χώρας μπορεί να διαθέτει με τη μορφή της υπερεργασίας περισσότερο χρόνο για τους κεφαλαιοκράτες από όσο ο εργάτης της λιγότερο ανεπτυγμένης χώρας, που καταναλίσκει περισσότερο χρόνο για την αναγκαία εργασία... Μόνο όταν στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες αναγκάζεται η εργατική τάξη μέσω ενός υψηλού εφεδρικού στρατού ή / και τρομοκρατικών μεθόδων κυριαρχίας, να πουλιέται κάτω από την αξία της, μπορεί να βρίσκεται εκεί το ποσοστό υπεραξίας πάνω από το αντίστοιχο των περισσότερο αναπτυγμένων χωρών. Όμως και γ' αυτό το τμήμα ισχύει το γεγονός, ότι οι επιδράσεις που έχουν οι διαφορές στην παραγωγικότητα πάνω στις αντίστοιχες τιμές κόστους δεν μπορούν να ακυρωθούν ακόμη και με μεγάλες διαφορές στα επίπεδα μισθών. Οι μισθοί σαν διεθνής παράγοντας συναγωνισμού μπορεί να μπει τότε μόνο στο παιχνίδι, όταν τα επίπεδα παραγωγικότητας των συγκρινόμενων χωρών βρίσκονται κοντά το ένα στο άλλο. Τότε μπορούν οι επιδράσεις πάνω στο επίπεδο των μισθών, που προέρχονται από τις διαφορετικές καταστάσεις της αγοράς εργασίας ή τις αποκλίνουσες καταστάσεις της ταξικής πάλης, να επηρεάσουν τη διεθνή σχέση του ανταγωνισμού» (Busch 1983: 105).

Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις από τη στιγμή που αποφασίζουν να δραστηριοποιηθούν και σε μια ξένη χώρα λαμβάνουν υπόψη τους, πρώτα από όλα, το επίπεδο του συλλογικού εργάτη -- τη δυνατότητα δηλαδή που έχουν οι εργαζόμενοι μιας χώρας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που θέτει η παραγωγή του προϊόντος της συγκεκριμένης εταιρείας. Ταυτόχρονα συνυπολογίζεται το θεσμικό πλαίσιο υποδοχής ξένων επενδύσεων, ενώ γίνονται εκτιμήσεις σχετικά με το μέγεθος της εσωτερικής αγοράς, το κατά πόσο είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν κερδοφόρες εξαγωγές κ.λπ. (Busch 1983: 106). Επειδή όλα αυτά δεν είναι καθόλου δεδομένο πως θα οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια κερδοφόρα επένδυση τέτοιου είδους δε γίνονται πολύ συχνά. Για το λόγο αυτό, οι άμεσες επενδύσεις, όπως ήδη διαπιστώσαμε, είναι ιδιαίτερα περιορισμένες.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που μπορεί να παρατηρηθεί είναι πως ακόμα και όταν γίνονται ξένες επενδύσεις, αυτές ενσωματώνονται στο πλαίσιο μιας εθνικής οικονομίας και λειτουργούν βάση των προδιαγραφών της οικονομίας αυτής. Το «ξένο» κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να σεβαστεί την εγχώρια νομοθεσία και να προσαρμοστεί σε αυτή - γεγονός που προσδιορίζει, με διαφορετικό τρόπο για κάθε χώρα, και τα όρια δράσης του (Hu 1992: 115). Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που το "ξένο" κεφάλαιο εισαχθεί στη φάση της κυκλοφορίας υπόκειται των συνεπειών που έχει η απόκτηση της μορφής του εθνικού νομίσματος, ανεξάρτητα από το είδος της νομικής κυριότητάς του (Μαυρής / Τσεκούρας 1983: 67). Μια ενδεχόμενη υπερτίμηση ή μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος επιδρά εξίσου και στο εισαγόμενο αλλά και στο εγχώριο κεφάλαιο. Τέλος, η θέσπιση μιας σειράς ευνοϊκών νομοθετημάτων από την πλευρά του κράτους, (αναπτυξιακοί νόμοι, πλαφόν μισθολογικών αυξήσεων, επενδυτικά κίνητρα κ.λπ.) ευνοούν εξίσου και το ενδογενές αλλά και το εξωγενές κεφάλαιο. Με τον τρόπο αυτό τα εξωγενή κεφάλαια λειτουργούν ως εθνικά κεφάλαια (Μηλιός 1997: 95, Μηλιός 2000: 120) με μία μόνη διαφορά: ότι μπορούν να απευθυνθούν για βοήθεια στη μητρική εταιρεία καθώς και στη μητρική χώρα. Ωστόσο αυτή η διαφοροποίηση δεν παύει να είναι μια διαφορά είδους και όχι μια διαφορά γένους σε σχέση με τα υπόλοιπα εθνικά κεφάλαια. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι απλά νομικού / τεχνικού χαρακτήρα αλλά βαθύτατα ταξικού αφού οι συνολικοί όροι συγκρότησης και εξέλιξης κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού θέτουν σε κίνηση τις σχέσεις εκμετάλλευσης βάση και της χρήσης του σταθερού κεφαλαίου ανεξαρτήτως τυπικής νομικής ιδιοκτησίας[8].

Όλα αυτά αναφέρθηκαν για να γίνει κατανοητό πως η ταξική πάλη και οι σχέσεις εκμετάλλευσης και κυριαρχίας συγκροτούν τις κοινωνικές τάξεις. Ένας εργαζόμενος υφίσταται την εκμετάλλευση και την κυριαρχία στα πλαίσια της εργασίας του σε ένα συγκεκριμένο καπιταλιστή. Η εκμετάλλευση υφίσταται μόνο αν πάρει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που είναι η απόσπαση υπεραξίας ή / και η απλήρωτη εργασία. Με αυτή την έννοια είναι αφενός λανθασμένη η θέση των θεωρητικών της εξάρτησης περί εκμετάλλευσης των χώρων της Περιφέρειας από τις χώρες του κέντρου δεδομένου πως οι σχέσεις εκμετάλλευσης συγκροτούνται μόνο στο επίπεδο ενός κοινωνικού σχηματισμού (Bettelheim 1978: 412-3), αλλά αφετέρου είναι λανθασμένη και η θεωρία της ΥΑΤ διότι βάση της οικονομικής δύναμης που αποκτούν ορισμένα τμήμα της εθνικής αστικής τάξης μπορούν, σε ένα δεύτερο στάδιο, να δραστηριοποιηθούν και στο εξωτερικό. Από τη στιγμή, δε, που επενδύουν σε μια άλλη χώρα μεταβάλλονται σε εθνικούς καπιταλιστές της χώρας αυτής. Ταυτόχρονα όλοι οι εργαζόμενοι στο εσωτερικό μιας εθνικής οικονομίας, ανεξάρτητα από την υπηκοότητά τους, αποτελούν μέλη της ίδιας εργατικής τάξης (πχ οι αλβανοί μετανάστες στην Ελλάδα αποτελούν μέλη της ελληνικής εργατικής τάξης ενώ οι έλληνες εργαζόμενοι στη Γερμανία είναι μέλη της αντίστοιχης γερμανικής).

Κάτω από το συνολικό αυτό πρίσμα δεν μπορούμε να μιλάμε για παγκόσμια αστική τάξη όπως δεν μπορούμε να μιλάμε και για παγκόσμιο προλεταριάτο. Η απουσία μιας ενιαίας οικονομικής δομής δημιουργεί διαφορετικούς όρους κερδοφορίας και βάση αυτού του δεδομένου οι εθνικές τάξεις δραστηριοποιούνται -- ιδιαίτερα μάλιστα μετά από την εκδήλωση της κρίσης υπερσυσσώρευσης (1973) η οποία επέφερε σημαντικές πτωτικές τάσεις στο ποσοστό κέρδους. Οι πιο ισχυρές από αυτές, εκείνες δηλαδή που παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας, επιχειρούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητες και στο εξωτερικό -- αλλά μόνο εκεί που εκτιμούν πως μπορούν να επιτύχουν υψηλά επίπεδο κερδοφορίας. Για να γίνει εφικτό αυτό ζητείται από την πλευρά τους η άρση διαφόρων ειδών θεσμικών εμποδίων -- για το λόγο αυτό, άλλωστε, έχουν δημιουργηθεί όλοι αυτοί οι ποικιλώνυμοι διεθνείς οργανισμοί. Η άρση αυτών των εμποδίων (ο περιορισμένος ρόλος του προστατευτισμού) έχει ως συνέπεια την ένταση των πιέσεων που δημιουργεί ο ενδοαστικός ανταγωνισμός. Για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα οι καπιταλιστές με τα χαμηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας ωθούνται στο να μετακυλίουν το κόστος του ανταγωνισμού σε βάρος της μισθωτής εργασίας. Αυτό βέβαια παίρνει, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε κοινωνίας και τους εκάστοτε κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης, και διαφορετικές μορφές.

Τα καπιταλιστικά κράτη μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν κάνουν τίποτε άλλο από αυτό που έκαναν πάντα: την εκπροσώπηση του μακροπρόθεσμου κεφαλαιοκρατικού συμφέροντος. Έτσι επιλέγουν την εφαρμογή πολιτικών που θα συντελέσουν στη βελτίωση της θέσης των εθνικών κεφαλαίων στο διεθνή ανταγωνισμό -- μέτρων που αποσκοπούν στη μείωση της συμμετοχής της ζωντανής εργασίας στο παραγόμενο προϊόν. Αν κάτι έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν δεν είναι η ύπαρξη επιτυχιών μιας ανύπαρκτης ΥΑΤ η οποία κατορθώνει να υπερισχύσει έναντι άλλων αστικών μερίδων αλώνοντας παλιούς διεθνείς οργανισμούς και δημιουργώντας νέους οι οποίοι θα λειτουργούν προς όφελός της (παρεμπιπτόντως αυτή η αντίληψη εισάγει τη λογική μιας εργαλειακής αντίληψης για το κράτος --ή τους διεθνείς οργανισμούς αδιάφορο-- όπου η άρχουσα τάξη τούς δημιουργεί και μετά τους χρησιμοποιεί κατά τη βούλησή της. Αντίθετα η δική μας θέση είναι πως τα κρατικά μορφώματα είναι αποτελέσματα της ταξικής πάλης στα πλαίσια ενός τρόπου παραγωγής. Σύμφωνα με αυτή την οπτική το κράτος είναι καπιταλιστικό κράτος αλλά δεν είναι το κράτος που η αστική τάξη θα επιθυμούσε ακριβώς διότι τμήματα των λαϊκών αγώνων εγγράφονται στο εσωτερικό του), αλλά η ύπαρξη τεσσάρων σημαντικών εξελίξεων που έχουν τροποποιήσει τα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα:

α) Η εκδήλωση της κρίσης υπερσυσσώρευσης που έχει οδηγήσει το κεφάλαιο στην προσπάθεια ανάκαμψης των επιπέδων κεφαλαιακής αποδοτικότητας αλλά και ανεύρεσης νέων τομέων κερδοφορίας (πχ πληροφορική, βιοτεχνολογία κ.λπ.).

β) Η συνέχιση των διαδικασιών διεθνοποίησης του κεφαλαίου που είχαν (επανα) ξεκινήσει μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

γ) Η ήττα του κινήματος ριζοσπαστικοποίησης που είχε φέρει η δεκαετία του ’60 και η συνακόλουθη ανάδυση των ιδεολογημάτων του νεοφιλελευθερισμού και της «ελεύθερης» αγοράς.

δ) Η πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που συνετέλεσε στην επιτάχυνση των παραπάνω και οδήγησε στην επαναδημιουργία μιας ενιαίας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.

Τα τέσσερα αυτά δεδομένα έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην αναδιαμόρφωση των συσχετισμών εντός της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας καθώς και στους εγχώριους συσχετισμούς μεταξύ των τάξεων. Η υιοθέτηση, σε σημαντικό αλλά όχι απόλυτο, βαθμό κοινών κατευθύνσεων οικονομικής πολιτικής δεν είναι το αποτέλεσμα της «παγκοσμιοποίησης» αλλά της μεταφοράς πιέσεων από τον ένα σχηματισμό στον άλλο. Πιο συγκεκριμένα η ανάγκη να γίνουν πιο ανταγωνιστικά τα εθνικά κεφάλαια στο διεθνή συναγωνισμό ωθεί τα κράτη στο να λάβουν αποφάσεις που αφενός θα αυξήσουν την παραγωγικότητα της εθνικής οικονομίας και αφετέρου θα έλξουν την εισροή ξένων κεφαλαίων. Για την επιτυχία αυτού του στόχου υιοθετούνται μέτρα που αποσκοπούν στη μείωση του μεριδίου της εργατικής τάξης, στην επιβολή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, στη χρήση της ανεργίας ως μοχλού πειθάρχησης του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.

Κάτω από αυτό το πρίσμα αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι κάθε εθνική αστική τάξη έχει να ανταγωνιστεί πρώτα και κύρια την εθνική της εργατική τάξη έτσι ώστε να μπορέσει να αποσπάσει μεγαλύτερο μερίδιο υπεραξίας και, σε δεύτερο χρόνο, να κατορθώσει να ανταγωνιστεί ισότιμα τις άλλες εθνικές αστικές τάξεις στο διεθνές πεδίο. Από τη στιγμή που κατορθώνει να διεισδύσει και σε άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς τότε παίρνει την ιδιότητα της εθνικής αστικής τάξης του εκάστοτε εθνικού σχηματισμού. Δεν υπάρχει, λοιπόν, μια ΥΑΤ που αποτελείται από κεφαλαιούχους με κοινά, υπερεθνικά συμφέροντα. Τα βασικά στοιχεία για κάθε κεφαλαιούχο είναι το ποσοστό κέρδους που αποσπά από τους εργαζόμενούς του, το επίπεδο του συλλογικού εργάτη καθώς και το μέσο ποσοστό κέρδους που επικρατεί στη συγκεκριμένη εθνική οικονομία.

Με την ίδια λογική δεν υπάρχει και υπερεθνικό προλεταριάτο με κοινά υπερεθνικά συμφέροντα. Τα μέλη της εργατικής τάξης ζουν κάτω από διαφορετικές συνθήκες εκμετάλλευσης από σχηματισμό σε σχηματισμό και οι κοινωνικοί τους αγώνες τροποποιούν το συγκεκριμένο, εθνικό, πλαίσιο εκμετάλλευσης. Σε δεύτερο επίπεδο στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας έρχονται να ανταγωνιστούν τα εθνικά κεφάλαια στο εσωτερικό των οποίων (γιατί το κεφάλαιο είναι πρώτα από όλα κοινωνική σχέση) έχουν εγγραφεί όλα τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο παγκόσμια, κι όχι υπερεθνική, αστική τάξη και τον όρο παγκόσμιο προλεταριάτο μόνο σε ένα υψηλά αφαιρετικό βαθμό με τον ίδιο τρόπο που ο Marx εισάγει τον όρο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στον Α’ τόμο του Κεφαλαίου. Πράγματι, μπορεί να μιλήσει κανείς για παγκόσμια αστική τάξη εννοώντας τους κατόχους των μέσων παραγωγής σε όλο τον κόσμο, για παγκόσμια εργατική τάξη εννοώντας όλους εκείνους που δεν έχουν τίποτε άλλα παρά μόνο την εργατική τους δύναμη και ως καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής το σύστημα εκμετάλλευσης των μεν από τους δε. Ωστόσο στην πραγματικότητα υπάρχει συνάρθρωση τρόπων παραγωγής, κάτω από την ηγεμονία του κτπ, και ανισόμετρη διακλάδωση εθνικών κοινωνικών σχηματισμών στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Ταυτόχρονα υπάρχουν εθνικές αστικές τάξεις που βρίσκονται, καταρχήν, σε διαρκή διαπάλη με τις εγχώριες εργατικές τάξεις και, στη συνέχεια, σε ανταγωνισμό με τις άλλες εθνικές αστικές. Από το σημείο, όμως, αυτό μέχρι να μιλάμε για ΥΑΤ η οποία δραστηριοποιείται ως ηγεμονική μερίδα της αστικής τάξης υπάρχει μεγάλη απόσταση -- δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει κατανοητό πώς μπορεί να υπάρχει ΥΑΤ όταν η παραγωγή είναι πάντα επικεντρωμένη σε συγκεκριμένα γεωγραφικά και εθνικά όρια…

5. Συμπέρασμα

Στην εργασία αυτή ασχοληθήκαμε τη θεωρία της συγκρότησης της υπερεθνικής αστικής τάξης όπως τη διατύπωσε ο W. Robinson. Αρχικά παρουσιάστηκαν τα βασικά σημεία των απόψεών του και στη συνέχεια περάσαμε στην ανασκευή τους. Δείξαμε, καταρχήν, γιατί η διεθνοποίηση πλευρών της οικονομίας δεν αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο, αφού σε ίδιο αν όχι σε μεγαλύτερο βαθμό συνέβαινε και στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ού. Μετά εξηγήσαμε γιατί δεν υπάρχει σήμερα παγκοσμιοποίηση ούτε του κεφαλαίου αλλά ούτε και της εργασίας δεδομένου πως τα μικρά ποσοστά διεθνοποίησης του εμπορίου και των επενδύσεων κατευθύνονται σε συντριπτικό βαθμό από και προς στις χώρες του ΟΟΣΑ. Ταυτόχρονα ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, τον οποίο ο Robinson υπογραμμίζει ιδιαίτερα, εμφανίζεται στις πραγματικές διαστάσεις δεδομένου ότι η πραγματική οικονομία που εκπροσωπούν η βιομηχανία, το εμπόριο και οι υπηρεσίες ποτέ δεν μπορεί να υποκατασταθεί, σε μακροχρόνια βάση, από την πλασματική οικονομία. Αντίθετα, η διεθνοποίηση της οικονομίας αποτελεί έμφυτο στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, συνδεόμενο με την ανάγκη πραγματοποίησης από την πλευρά του κεφαλαίου υψηλότερων ποσοστών κερδοφορίας. Από εκεί και πέρα το ζήτημα των υπερεθνικών οργανισμών προσεγγίστηκε όχι ως το δίκτυο του μελλοντικού υπερεθνικού κράτους όπως υποστηρίζει ο Robinson αλλά ως μια ετεροβαρής συμμαχία κρατών -- εκπροσώπων εθνικών αστικών τάξεων όπου το ζήτημα του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού γίνεται προσπάθεια να επιλυθεί, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, μέσω της μετακύλισης του κόστους στην πλευρά της ζωντανής εργασίας. Στο τελευταίο τμήμα της μελέτης υποστηρίξαμε πως δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια της ΥΑΤ δεδομένου πως οι κοινωνικές τάξεις είναι κάθε φορά προσδεδεμένες στην πραγματικότητα του συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου εντός του οποίου ορίζεται ο κοινωνικός σχηματισμός. Έτσι μπορεί να υπάρχουν εθνικές αστικές τάξεις με διεθνείς δραστηριότητες οι οποίες, όμως μεταβάλλονται σε εθνικές δραστηριότητες του κράτους υποδοχέα αμέσως μόλις εισέλθουν στο έδαφός του. Βάση της ίδιας συλλογιστικής δεν μπορεί να υπάρξει ούτε υπερεθνική εργατική τάξη.

Βιβλιογραφία

Althusser Louis (1973): Reponse a John Lewis. Paris: Maspero.

Amin Samir χχ: Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα, τόμος β’. Αθήνα: Νέα Σύνορα.

Bairoch Paul (2000): «The Constituent Economic Principles of Globalization in Historical Perspective». International Sociology Vol 15 nο2, σσ. 197-214.

Βεργόπουλος Κώστας (1999): Παγκοσμιοποίηση. Η μεγάλη Χίμαιρα. Αθήνα: Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνης.

Bergesen Albert and John Sonnett (2001): «The Global 500». American Behavioral Scientist Vol. 44 no 10, σσ. 1602-1615.

BettelheimCharles (1978): «Θεωρητικές παρατηρήσεις». Στο Η άνιση ανταλλαγή Αθήνα: Παπαζήσης, σσ. 375-432.

Bhabha Jacqueline (1998): «Enforcing the Human Rights of Citizens and Non-Citizens in the Era of Maastricht: Some Reflections on the Importance of States». Development and Change Vol 29, σσ. 697-724.

Burbach Roger, William Robinson (1999): «The fin de Siecle Debate: Globalization as Epochal Shift». Science & Society Vol 63 no 1, σσ. 10-39.

Busch Klaus 1983: «Η συζήτηση για την παγκόσμια αγορά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Μια κριτική περιγραφή των βασικών θεωρημάτων και διαμαχών της», Θέσεις τ. 5, σσ. 93-98.

Busch K., G. Grunert και W. Tobergte, 1985: «Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου», Θέσεις τ. 12, σσ. 47-54.

Dichen Peter (1999): Global Shift. London: Paul Chapman Publishing Ltd.

Εμμανουήλ Αργύρης (1978): Η άνιση ανταλλαγή. Αθήνα: Παπαζήσης.

Glynn Andrew, Bob Sutcliffe (1992): «Global but Leaderless? The New Capitailist Order». Ετήσια έκδοση Socialist Register. London: The Merlin Press, σσ. 6-95.

Held David (1998): «Democracy and Globalization». Στη συλλογή Re-imagining political community. Studies in cosmopolitan democracy, (επιμέλεια Daniele Archibugi David Held, Martin Kohler). Oxford: Polity Press, σσ. 11-27.

Hirst Paul, Grahame Thompson (2000): Η παγκοσμιοποίηση σε αμφισβήτηση. Αθήνα: Παπαζήσης.

Hu Yao-Su (1992): «Global or Stateless Corporations Are National Firms with International Operations». California Management Review Vol. 34 no 2, σσ. 107-126.

Ιωακειμίδης Παναγιώτης (1998): Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελληνικό Κράτος. Επιπτώσεις από τη συμμετοχή στην ενοποιητική διαδικασία. Αθήνα: Θεμέλιο.

Jessop Βob (1997): «Globalisation and The National State». Μimeo, σ. 131.

Κοτζιάς Nίκος (1995): Ευρωπαϊκή Ένωση: Ένα σύστημα εν τω γίγνεσθαι. Αθήνα: Δελφίνι.

Kozul-Wright Richard and Robert Rowthorn (1998): Transnational Corporations and the Global Economy. London: Macmillan.

Lawrence Robert, (1996), Single World, Divided Nations?, Brookings Institution Press, Virginia.

Μαρξ Καρλ 1978: Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ (1979): Το Κεφάλαιο, Τόμος Δεύτερος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαυρής Γιάννης, Θανάσης Τσεκούρας (1983): «Το ξένο κεφάλαιο και η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού». Θέσεις τ. 2, σσ. 45-82.

Μελάς Κώστας 1999: Παγκοσμιοποίηση. Αθήνα: Εξάντας.

Μηλιός Γιάννης (1985): «Πόλωση της Συσσώρευσης και διεθνοποίηση του κεφαλαίου», Θέσεις τ. 12, σσ. 55-72.

Μηλιός Γιάννης (1997): Θεωρίες για τον Παγκόσμιο Καπιταλισμό, Αθήνα: Κριτική.

Μηλιός Γιάννης (2000): Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην οικονομική ανάπτυξη, Αθήνα: Κριτική.

Moran Jonathan (1998): «The Dynamics of Class Politics and National Economies in Globalisation: The Marginalisation of the Unacceptable», Capital & Class no 66, σσ. 53-83, http://wilsontxt.hwwilson.com/pdffull/03976/PHYOB/7SU.pdf.

Μπαλιμπάρ Ετιέν και Ιμμανουέλ Βαλερστάιν, (1991): Φυλή, Έθνος, Τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες. Αθήνα: Πολίτης.

Obstfeld Martin (2000): «Η Παγκόσμια αγορά κεφαλαίου: Ευεργέτης ή απειλή;». Στη συλλογή Κατανοώντας την παγκοσμιοποίηση (Επιμέλεια Θόδωρος Πελαγίδης). Αθήνα: Παπαζήσης, σσ. 179-228.

Παλαιός Α.Β. (1987): Ζητήματα Θεωρίας του Ιμπεριαλισμού. Αθήνα: Θεμέλιο.

Panitch Leo (1998): «“The State in a Changing world”: Social-democratizing Global Capitalism?». Montly Review Vol 50 no 5 October, σσ. 11-22.

Πελαγίδης Θόδωρος (1999): «Όψεις και επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης των εμπορικών ροών». Θέσεις τ. 67, σσ. 37-69.

Πελαγίδης Θόδωρος (2001): Πόσο έχει προχωρήσει η παγκοσμιοποίηση; Αθήνα: Παπαζήσης.

Petras James (1999): «Globalization: A Critical Analysis». Journal of Contemporary Asia Vol 29 no1, σσ. 3-37.

Pilger John (2001): «The state is more powerfull than ever; the view that big business alone shapes the new world order is wrong». New Statesman 130, σσ. 1-2.

Pooley Sam (1991): «The State Rules, OK? The Continying Political Economy of Nation-States». Capital and Class no 43, σσ. 65-82.

Poulantzas Nicos (1978): State, Power, Socialism. London: New Left Books.

Poulantzas Nicos (1979): Classes in Contemporary Capitalism, London: New Left Books.

Πουλαντζάς Νίκος (1980): Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. 2, Αθήνα: Θεμέλιο.

Robinson William (1996): «Globalisation: nine theses on our epoch». Race & Class Vol. 38 no 2, σσ. 13-31.

Robinson William, Jerry Harris (2000): «Towards a Global Ruling Class :

Globalization and the Transnational Capitalist Class». Science and Society Vol 64 no 1, σσ. 11-54.

Robinson William (2001): «Social Theory and globalization: The rise of a transnational state». Theory and Society nο. 30, σσ. 157-200.

Robinson William (2001/2): «Global Capitalism and Nations-State-Centric Thinking. What we don’t see when we do see nations-states: Response to critics», Science & Society Vol 65 no 4, σσ. 500-508.

Ruigrok Winfried, Rob Van Tulder (1995): The logic of International Restructuring, London and New York: Routledge.

Sklair Leslie (2001): The Transnational Capitalist Class. Oxford Oxford: Blackwell.

Sutcliffe Bob, Andrew Glyn (1999): «Still Underwhelmed: Indicators of Globalization and Their Misintepretation», Review of Radical Political Economics, Vol 31 no1, σσ. 111-132.

Τσουκαλάς Κωνσταντίνος (1997): «Σκέψεις πάνω στην επικαιρότητα της συζήτησης Μίλιμπαντ-Πουλαντζά», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης τ. 10, σσ. 10-35.

UNCTAD 2003 http://stats.unctad.org/restricted/eng/ TableViewer/ wdsview/ dispviewp.asp

Φωτόπουλος Τάκης (2002): Παγκοσμιοποίηση, Αριστερά και Περιεκτική Δημοκρατία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Warren Bill (1971): «The Internationalization of Capital and the Nation State: a Comment» New Left Review no 67, σσ. 83–88.

Weiss Linda (1998): The myth of the Powerless State: governing economy in the global era, Cambridge: Polity Press.

Zevin Robert (1992): «Are world financial Markets more open? If so why and with what effects?» Στη συλλογή Financial Openess and National Autonomy. Opportunities and Constraints (επιμέλεια Tariq Banuri, Juliet Schor). Oxford: Clarendon Press, σσ. 43-84.



[1]Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Γιάννη Μηλιό για τις χρήσιμες παρατηρήσεις που μου έκανε σε προηγούμενη μορφή του παρόντος άρθρου.

[2]Πέρα από την ανάλυση του Robinson και ο Sclair (2001) αλλά και ο Φωτόπουλος (2002) έχουν αναφερθεί στο ζήτημα της υπερεθνικής αστικής τάξης -- ο Φωτόπουλος προτιμά τον όρο υπερεθνική ελίτ. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης εργασίας είναι αδύνατο να επεκταθούμε σε μια εκτενή παρουσίαση των απόψεων αυτών. Πολύ σύντομα, μόνο, θα αναφέρουμε πως πρόκειται για προσέγγιση που πλησιάζει πιο πολύ τη θέση περί ύπαρξης της ΥΑΤ ενταγμένης στο θεωρητικό πλαίσιο της θεωρίας των ελίτ -- πράγμα που εμπεριέχει δύο προβλήματα: α) το πρώτο συνδέεται με όσα αναφέρονται σε αυτή την εργασία και αφορούν την κριτική στη θεωρία της ΥΑΤ β) το δεύτερο σχετίζεται με τη συνολική κριτική που έχει ασκηθεί εδώ και πάνω από 30 χρόνια (Πουλαντζάς 1980) στις θεωρίες των ελίτ οι οποίες εκτιμώντας πως η εξουσία έχει διαχυθεί σε διάφορες ομάδες -- φορείς ιδιαίτερων επιτηδιοτήτων, παραγνωρίζουν το γεγονός της ταξικής εξουσίας της άρχουσας τάξης. Η τελευταία «κατανέμει» την κοινωνική ισχύ κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αναπαράγονται οι όροι και οι συνθήκες εκμετάλλευσης και κυριαρχίας που διαιωνίζουν την εξουσία της. Κατά συνέπεια υπάρχει μια κοινωνική ομάδα που κατέχει τη συνολική εξουσία και όχι ένας πλουραλισμός κοινωνικών ομαδοποιήσεων που συμμετέχουν ισότιμα στο σύστημα κυριαρχίας.

[3]Αυτό γίνεται μέσω της υποτίμησης του νομίσματος της χώρας υποδοχέα -- γεγονός που συντελεί στην αύξηση των τιμών των εισαγομένων εμπορευμάτων ωθώντας τους καταναλωτές σε αγορά εγχώριων προϊόντων.

[4] Ο όρος «σύνολο» χρησιμοποιείται για να δηλωθεί πως οι επιμέρους αντιθέσεις που μπορεί να προκύψουν αφορούν τμήματα ενός ενιαίου διοικητικού μηχανισμού και όχι «εθνικού» χαρακτήρα διενέξεις συνδεδεμένες με την εθνική καταγωγή του διοικητικού προσωπικού.

[5]Όπως ορθότατα είχε παρατηρήσει εδώ και πάνω από 20 χρόνια ο Ν. Πουλαντζάς: «Οι θεσμοί ή οι μηχανισμοί δεν κατέχουν δική τους εξουσία παρά μόνο εκφράζουν και αποκρυσταλλώνουν ταξικές εξουσίες» (Poulantzas 1979: 70).

[6]Σε αυτό το σημείο ας μας επιτραπεί να παρατηρήσουμε πως εκτός από το έωλο των επιχειρημάτων του Robinson ελέγχεται και η πρωτοτυπία του όλου επιχειρήματος Περί αποσύνδεσης της σχέσης εδάφους και κεφαλαίου έχει μιλήσει εδώ και 30 χρόνια ο Ε. Μαντέλ, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά: «...η εμφάνιση μεγάλων “ανάμικτων” τραπεζικών και βιομηχανικών μονάδων οι οποίες δεν ανήκουν κατά κύριο λόγο σε καμιά εθνική καπιταλιστική τάξη, αποτελούν την υλική υποδομή για την ανάδυση υπερεθνικών οργάνων κρατικής εξουσίας στην Κοινή Αγορά. Όσο αναπτύσσεται η αλληλοδιείσδυση του κεφαλαίου, τόσο μεγαλώνει η πίεση να μεταφερθούν ορισμένες εξουσίες από τα εθνικά κράτη των έξι χωρών στις υπερεθνικές μονάδες της Κοινής Αγοράς» (Mandel 1975 όπως αναφέρεται από Μηλιός 2000: 116). Αντίστοιχα ο R. Murray, την ίδια περίπου περίοδο υποστηρίζει ότι «Πρώτον δεν είναι απαραίτητο οι κρατικές οικονομικές λειτουργίες που αναφέρονται σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο κεφάλαιο ή συνεκτικό σύστημα κεφαλαίων να ασκούνται από μία μόνον αρχή, παρότι συνήθως θα υπάρχει μια κυριαρχούσα αρχή. Δεύτερον το όργανο ή τα όργανα που ασκούν αυτές τις λειτουργίες δεν είναι αναγκαστικά οι κυβερνητικές αρχές των εθνικών κρατών. Διότι όταν μιλάμε για “κρατικές” οικονομικές λειτουργίες αναφερόμαστε σε αυτό που μπορεί ακριβέστερα να ονομαστεί “οικονομική res publica”, δηλαδή σε αυτά τα οικονομικά ζητήματα τα οποία είναι δημόσια, εξωτερικά προς τα ιδιωτικά ατομικά κεφάλαια. Με αυτά τα δημόσια οικονομικά ζητήματα μπορούν να ασχοληθούν μια ομάδα ιδιωτικών κεφαλαίων, οι εθνικές κυβερνήσεις, ή κάποια δημόσια όργανα». Το τελικό συμπέρασμα του Murray είναι πως «Υπάρχει μια αύξουσα εδαφική μη αντιστοιχία ανάμεσα στο εξαπλούμενο κεφάλαιο και στο Κράτος από το οποίο προέρχεται... Η οικονομική διεθνοποίηση άνοιξε τα σύνορα των οικονομιών και αύξησε την αστάθεια. Ταυτόχρονα, η διαδικασία αυτή εξασθένισε τις υπάρχουσες κρατικές εξουσίες σε ότι αφορά την ικανότητά τους να ελέγχουν αυτή την αστάθεια» (Murray 1971 όπως αναφέρεται από Μηλιός 2000: 117).

Στις αδυναμίες αυτών των απόψεων αναφερόμαστε στη γενικότερη τοποθέτηση που κάνουμε στο παρόν άρθρο για τις θέσεις του Robinson και ειδικότερα σε όσα αναφέρουμε στην «εθνικότητα» του ξένου κεφαλαίου. Για μια πιο εξειδικευμένη κριτική στον Murray βλ. το σχετικό άρθρο του Warren (1971) καθώς και την σημαντική προβληματική που αναπτύσσει ο Μηλιός (Μηλιός 2000: 118-122).

[7]Όπως αναφέρουν οι Busch / Grunert / Tobergte «Το ποσοστό κέρδους, που λειτουργεί σα βαρόμετρο της αξιοποίησης του κεφαλαίου, αποτελεί.. το εννοιολογικό σημείο αφετηρίας της ανάλυσης για τα αίτια των άμεσων επενδύσεων» (Busch / Grunert / Tobergte 1985: 48). Πρόκειται για μια τοποθέτηση σαφώς εδραζόμενη στο πλαίσιο του μαρξικού έργου «Αν στέλνεται κεφάλαιο στο εξωτερικό, αυτό γίνεται όχι γιατί δεν θα μπορούσε απολύτως καθόλου να χρησιμοποιηθεί στο εσωτερικό. Αυτό γίνεται γιατί μπορεί να απασχοληθεί στο εξωτερικό με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους» (Μαρξ 1978: 324)

[8]Ο Μαρξ σε αυτό το ζήτημα είναι σαφής όταν υποστηρίζει ότι: «Κάθε κεφάλαιο, όσον καιρό λειτουργεί σαν παραγωγικό κεφάλαίο, είναι παγιωμένο στο προτσές παραγωγής, επομένως στο προτσές παραγωγής είναι παγιωμένα και όλα τα στοιχεία του παραγωγικού κεφαλαίου όποια κι αν είναι η υλική τους μορφή, η λειτουργία τους και ο τρόπος κυκλοφορίας της αξίας τους...Το μόνιμο δέσιμο του μέσου εργασίας στο προτσές παραγωγής, στο οποίο πρόκειται να λειτουργήσει, καθορίζεται... ταυτόχρονα και από τον τρόπο της υλικής του ύπαρξης. Από την άλλη μεριά, ένα μέσο εργασίας μπορεί από φυσική άποψη ν' αλλάζει διαρκώς τόπο, να κινείται, και όμως να βρίσκεται διαρκώς μέσα στο προτσές παραγωγής, όπως η ατμομηχανή σιδηροδρόμου, το καράβι, τα ζώα εργασίας κ.λπ. Ούτε η ακινησία στη μια περίπτωση του δίνει το χαρακτήρα του παγίου κεφαλαίου, ούτε η κινητικότητα του αφαιρεί το χαρακτήρα αυτό. Το γεγονός ωστόσο ότι υπάρχουν μέσα εργασίας που είναι δεμένα τοπικά, ριζωμένα στη γη, αναθέτει σε αυτό το μέρος του παγίου κεφαλαίου έναν ειδικό ρόλο στην οικονομία των εθνών. Δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν σαν εμπόρευμα στην παγκόσμια αγορά. Μπορεί να αλλάζουν χέρια οι τίτλοι ιδιοκτησίας πάνω σε αυτό το πάγιο κεφάλαιο, μπορεί το πάγιο κεφάλαιο ν' αγοράζεται και να πουλιέται κι έτσι να κυκλοφορούν ιδεατά. Αυτοί οι τίτλοι ιδιοκτησίας μπορούν μάλιστα να κυκλοφορούν και σε ξένες αγορές, λχ με τη μορφή μετοχών. Όμως, η αλλαγή των προσώπων, που είναι οι ιδιοκτήτες αυτού του είδους του πάγιου κεφαλαίου, δεν αλλάζει τη σχέση του στάσιμου, του υλικά δεμένου μέρους του πλούτου μιας χώρας προς το κινητό μέρος του» (Μαρξ 1979: 158-159).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή