Η αριστερή ριζοσπαστική τομή στη φυσιογνωμία και την πολιτική του Συνασπισμού Εκτύπωση
Τεύχος 90, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2005


του Ανέστη Ταρπάγκου

1. Εισαγωγή

Οι πολιτικές θέσεις που επεξεργάστηκε το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΝ από κοινού με το Κοκκινοπράσινο Δίκτυο, εν όψει του 4ου Συνεδρίου του, και που οριακά επικράτησαν στην Κεντρική Πολιτική του Επιτροπή έναντι των πολιτικών θέσεων που παρουσίασε η Ανανεωτική Συσπείρωση με την Παρέμβαση, σηματοδοτούν μια ορισμένη αριστερή ριζοσπαστική τομή στη μέχρι σήμερα φυσιογνωμία, πολιτική και πρακτική του ΣΥΝ από τις αρχές της 10ετίας του 1990 και μέχρι σήμερα. Η πολιτική αυτή αντιπαράθεση στους κόλπους του σημερινού ΣΥΝ εμφανίζει προφανείς αντιστοιχίες με την αντιπαράθεση που εκτυλίχθηκε στα πλαίσια του ΚΚΕ εσωτερικού στα μέσα της 10ετίας του 1980 ανάμεσα στην τότε «αναβάθμιση» και «μετεξέλιξή» του, με την τελική επικράτηση του ρεύματος του «ανανεωτικού εκσυγχρονισμού» και τον σχηματισμό της ΕΑΡ, που ευθέως οδήγησε στη συνέχεια στη δημιουργία του ενιαίου ΣΥΝ με το ΚΚΕ. Μια εξέλιξη που μέσα σε μια κατεύθυνση προαγωγής της αναπτυξιολογίας, του εκσυγχρονισμού και του κυβερνητισμού επέφερε την πρόσκαιρη συμμετοχή στις συγκυβερνήσεις με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ που κατέληξαν στην τελική κοινοβουλευτική κατίσχυση του μετωπικού νεοσυντηρητισμού της ΝΔ στα 1990 και μέχρι το 1993.

Βέβαια η σημερινή συγκυρία είναι εντελώς διαφορετική αφού εντωμεταξύ έχει επέλθει η επικράτηση του κοινωνικού ολέθρου από την 15ετή σχεδόν άσκηση της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής πολιτικής του αστικού δικομματισμού και έχει προωθηθεί στο οικονομικό και θεσμικό επίπεδο ολόκληρη η διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που σε σημαντικό βαθμό ξεπέρασε την κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης από τα μέσα της 10ετίας του 1980 και μέχρι πρόσφατα. Ταυτόχρονα στο διάστημα που μεσολάβησε έχει ολοκληρωθεί η νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ, το οποίο και πήρε προ πολλού οριστικό διαζύγιο από την όποια εκδοχή της μεταρρυθμιστικής πολιτικής.


2. Ρήξεις και διαφοροποιήσεις στον μέχρισήμερα «βίο και πολιτεία» του Συνασπισμού

Οι πολιτικές εκτιμήσεις και τοποθετήσεις που μεταξύ των άλλων σηματοδοτούν αυτή την τομή προσδιορίζονται μεταξύ των άλλων σε ζητήματα και επίπεδα όπως:

Η εναντίωση στον διεθνή ιμπεριαλισμό και στη νεοφιλελεύθερη διεθνοποίηση δεν περιορίζεται μόνον στην κατεύθυνση του αμερικανικού ιμπέριουμ όπως αποτυπώνεται κυρίως από το 2001 και μέχρι σήμερα, αλλά επεκτείνεται και στην αντίθεση προς τον ευρωπαϊκό νεοφιλελεύθερο πόλο του διεθνούς ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, γεγονός που στοιχειοθετεί μια πραγματική διαφοροποίηση έναντι της προηγούμενης κυρίαρχης ευρωπαϊκής τοποθέτησης του ΣΥΝ.

Η επικέντρωση των πολιτικών προσανατολισμών στη σοσιαλιστική επικαιρότητα ως αναγκαία απάντηση στα ζωτικά και εκρηκτικά προβλήματα που έχει επισωρεύσει ο νεοφιλελεύθερος όλεθρος στις λαϊκές εργαζόμενες τάξεις, πράγμα που αφετηριακά έρχεται σε διαχωρισμό με την αναζήτηση «κεντροαριστερών» διεξόδων που είχαν χαρακτηρίσει την πορεία του ΣΥΝ και που συνεχίζουν και σήμερα να μην απορρίπτονται από το ρεύμα του «μικροαστικού εκσυγχρονισμού» στους κόλπους του. Πολύ περισσότερο μάλιστα που οι διακυβερνήσεις της «πληθυντικής αριστεράς» (κεντροαριστεράς) στη Γαλλία και στην Ιταλία (που οδήγησαν στην κατοπινή επανάκαμψη των συντηρητικών πολιτικών συνασπισμών) αποτελούσαν το κυβερνητικό πρότυπο της κυρίαρχης πλειοψηφίας του ΣΥΝ, και άλλων δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς. Επιπρόσθετα η ανάδειξη στο επίκεντρο της επικαιρότητας του σοσιαλισμού με τους όρους της δημοκρατικότητάς του (από την άποψη του περιεχομένου του και του δρόμου μετάβασης σ’ αυτόν) και σε διαχωρισμό τόσο με τη δυτική σοσιαλδημοκρατία (που περιέπεσε στη νεοφιλελεύθερη κυβερνητική διαχείριση) όσο και το «ανατολικό κοινωνικό πρότυπο», υπερβαίνει στις σημερινές συνθήκες τη μέχρι σήμερα στρατηγική του ΣΥΝ για τον «προοδευτικό εκσυγχρονισμό» που παρέπεμπε το σοσιαλισμό στο ιστορικό υπερπέραν.

Η ίδια η εκτίμηση του χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού και της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας με όρους αντικαπιταλιστικής κριτικής ανάλυσης, που υπερβαίνουν τις παραδοσιακές αριστερές θεωρήσεις για «εξάρτηση και στρεβλότητα, [και] τον παρασιτικό και μεταπρατικό» του χαρακτήρα (αν και το ΚΚΕ στο επίπεδο των οικονομικών του αναλύσεων έχει τείνει εξίσου προς το ξεπέρασμα τέτοιου τύπου αντιμετωπίσεων). Και παράλληλα η η εκτίμηση για την ένταξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στη διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα και την ανάδειξη ιμπεριαλιστικών χαρακτηριστικών του ίδιου του ελληνικού αστικού κράτους και της κυρίαρχης αστικής τάξης τόσο στο ζωτικό οικονομικό χώρο της βαλκανικής χερσονήσου όσο και ευρύτερα, μέχρι και τις εξαγωγές κεφαλαίων στο εσωτερικό της αμερικανικής οικονομίας. Κι ακόμη περισσότερο η αντίληψη ότι αυτή η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη που πραγματικά σημείωσε πολυσήμαντους ρυθμούς (κεφαλαιακής συσσώρευσης, τζίρου, επενδύσεων και κερδοφορίας), ιδιαίτερα στην τελευταία 8ετία 1996 – 2004, βασίστηκε δευτερογενώς στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και πάτησε πρωτίστως στο κοινωνικό έδαφος της εισοδηματικής λιτότητας σε βάρος της μισθωτής εργασίας, στην αλματώδη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, στη μείωση της συμμετοχής του εργατικού εισοδήματος στο ΑΕΠ σε σχέση με την αύξηση της εργοδοτικής κερδοφορίας σ’ αυτό, ενόσω η παραγωγικότητα της εργασίας εμφάνιζε συνεχείς αυξητικούς ρυθμούς κ.λπ.

Η ανάδειξη της αντιπαλότητας και προς τους δύο πόλους του νεοφιλελεύθερου κοινοβουλευτικού δικομματισμού, τη στιγμή που η προηγούμενη πορεία του ΣΥΝ έκλινε μονομερώς προς τον έναν πόλο (του ΠΑΣΟΚ), ως αστικούς πολιτικούς πυλώνες υπηρέτησης της κυρίαρχης πολιτικής των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων σ’ όλα τα επίπεδα (από το εκπαιδευτικό σύστημα μέχρι την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων κι από τις ιδιωτικοποιήσεις των κοινωφελών επιχειρήσεων μέχρι τη δρακόντεια δημοσιονομική πολιτική και την αποδιάρθρωση των όποιων υπολειμμάτων του «κράτους πρόνοιας»). Βέβαια σ’ αυτό το επίπεδο της σημερινής τοποθέτησης στο πεδίο μιας μαχόμενης λαϊκής αντιπολιτευτικής στάσης, η εκτίμηση που γίνεται στις θέσεις του αριστερού ριζοσπαστικού ρεύματος του ΣΥΝ για τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις των πολιτικών σχηματισμών του αστικού δικομματισμού απαιτούν επαναπροσδιορισμούς, γιατί είναι σε θέση να οδηγήσουν σε άγονους δρόμους από την άποψη των ταξικών απευθύνσεων στο επίπεδο των κοινωνικών δυνάμεων: Η ΝΔ εμφανίζεται να αντιπροσωπεύει κυρίως τους «ηττημένους της αγοράς» οι οποίοι έχουν οδηγηθεί στην ιδεολογική χειραγώγηση δια μέσου «της θρησκείας, του αθλητισμού, του έθνους, της οικογένειας και της αστυνομίας», φαινόμενα αντικειμενικά υπαρκτά, ωστόσο όμως η ΝΔ εκπροσωπεί κοινωνικά κυρίαρχα τη διαταξική συμμαχία αστικής τάξης και πλειονότητας των μικροαστικών τάξεων (της πόλης και της υπαίθρου, παραδοσιακής και νέας). Αντίστοιχα το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζεται να εκπροσωπεί νέα μικροαστικά στρώματα που επωφελήθηκαν της καπιταλιστικής ανάπτυξης της τελευταίας περιόδου και ανήκουν στους «νικητές της αγοράς», πράγμα που για τις κοινωνικές αντιπροσωπεύσεις του ΠΑΣΟΚ έχει περιθωριακή και μόνον παρουσία, τη στιγμή που το κόμμα της ιστορικής ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, παρ’ όλη του τη νεοφιλελεύθερη παραφθορά, συνεχίζει να εκπροσωπεί στο εκλογικό επίπεδο (κι όχι στο πεδίο των κοινωνικών ταξικών εκπροσωπήσεων) την πλειονότητα των λαϊκών εργαζομένων τάξεων, ιδιαίτερα της εργατικής τάξης, χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις από την 10ετία του 1980, κατά τρόπο εντελώς διαφοροποιημένο (εργατική «πρόσδεση - προσαρμογή» στις κατευθύνσεις της εργοδοτικής πολιτικής σε σχέση με τον «εύθραυστο» συνδικαλιστικό μεταρρυθμισμό της 10ετίας του 1980), κι αυτό ακριβώς προκαλεί τη σημερινή οξύτατη κρίση του ΠΑΣΟΚ (κενό αντιπολιτευτικής πολιτικής).

Η ενωτική πολιτική που αναδεικνύεται σε σχέση με την προηγούμενη στάση του ΣΥΝ (η μόνη κατεύθυνση σύγκλισης που επεδίωκε δεν είχε άλλον αποδέκτη παρά το ΠΑΣΟΚ, όπως άλλωστε έδειξαν οι πρότερες περιπτώσεις Μπίστη, Βούγια, Δαμανάκη κ.λπ.), και που τοποθετείται και σε δύο επίπεδα: Τόσο στο ευρύτερο επίπεδο του αντινεοφιλελεύθερου πολιτικού και κοινωνικού μετώπου σε σχέση με το συνολικό ελληνικό αριστερό κίνημα (και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε, προκειμένου για την προώθηση ζωτικών αναγκαίων λαϊκών κοινωνικών στόχων;), όσο και στο πεδίο των δυνάμεων που συγκρότησαν το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, σ’ ένα πεδίο πολιτικά πιο «συγγενικό». Παρ’ όλα αυτά η ενωτική μετωπική απεύθυνση εκτείνεται σ’ ένα ευρύτερο επίπεδο, που αφορά το σύνολο των ταξικών εργατικών και αριστερών αντικαπιταλιστικών συνιστωσών της ελληνικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος.

Το εγχείρημα αποκρυστάλλωσης της πορείας προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό δια μέσου ενός εναλλακτικού πλαισίου προγραμματικών κατευθύνσεων ρήξεων, συγκρούσεων και διαρθρωτικών αλλαγών, στο επίπεδο της τακτικής παρέμβασης, γιατί βέβαια η σοσιαλιστική επαγγελία, όσο δεν μπορεί να μετατοπίζεται στο ιστορικό επέκεινα, άλλο τόσο δεν μπορεί να προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά των «ιδεαλιστικών κομμουνιστικών επικλήσεων» χωρίς τις αναγκαίες υλικές κοινωνικές γειώσεις. Κατ’ αυτό τον τρόπο παρατίθεται ένα ευρύτατο σύνολο ενδιάμεσων μεταβατικών στόχων από τη δημοκρατική φορολογική μεταρρύθμιση μέχρι τον δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, κι από την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού μέχρι τη διασφάλιση του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος (κατευθύνσεις ωστόσο κοινές για το σύνολο της κομμουνιστικής Αριστεράς από το ΚΚΕ μέχρι το ΝΑΡ κ.ά.), που συγκρότησαν και το κεντρικό σώμα του ιστορικού Προγράμματος του ΚΚΕ εσωτερικού («Για ένα δημοκρατικό δρόμο προς τη δημοκρατική αναγέννηση και το σοσιαλισμό») του δεύτερου μισού της 10ετίας του 1970.

Τέλος, η αναφορά στην αναγκαιότητα της πολιτικής αριστερής ριζοσπαστικής στράτευσης, στην επικέντρωση της παρέμβασης στο κοινωνικό λαϊκό κίνημα, αγώνες και κινητοποιήσεις, με όρους εσωτερικής δημοκρατικής συλλογικής πολιτικής λειτουργίας του ΣΥΝ, σε σχέση με τον μέχρι σήμερα καταγραμμένο στελεχικό του ελιτισμό, τα φαινόμενα οργανωτικής του νοσηρότητας και το ατελεύτητο κυνήγι της άσκησης πολιτικής επιφανείας και εθνικού ακροατηρίου δια μέσου των παρεμβάσεων στα τηλεοπτικά ΜΜΕ. Μια παρέμβαση που ορίζεται στο επίπεδο της οργανικής αλληλοτροφοδότησης και της παράλληλης αυτοτέλειας του αριστερού ριζοσπαστικού υποκειμένου σε σχέση με το εργατικό συνδικαλιστικό και ευρύτερο κοινωνικό κίνημα.


3. Απ’ τις αριστερές ριζοσπαστικές αφετηρίες στη συνολική αντικαπιταλιστική πολιτική και κοινωνική ανασύνθεση

Οι αριστερές αυτές ριζοσπαστικές θέσεις που πλειοψήφησαν στο 4ο Συνέδριο του ΣΥΝ, σηματοδοτούν την ανάδειξη ουσιαστικά ενός νέου αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού σχηματισμού, βασισμένου στις σταθερές του αριστερού ευρωκομμουνισμού, σε πλήρη ρήξη προς τον μέχρι σήμερα καταγραμμένο «βίο και πολιτεία» του ΣΥΝ.

Από μια άλλη άποψη, αυτήν της κοινωνικο-ταξικής θεώρησης, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι ο ΣΥΝ συνολικά αντιπροσωπεύει εξ αντικειμένου τμήματα των νέων μικροαστικών τάξεων, με βασικό χαρακτηριστικό την ένταξή τους στον πόλο της διανοητικής εργασίας στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Οι κοινωνικές αυτές δυνάμεις της επιστημονικής και τεχνικής διανόησης, διαχωρίζονται σε δύο κοινωνικά υποσύνολα, δηλαδή αφενός σε τμήματα των νέων ελευθεροεπαγγελματικών μικροαστικών στρωμάτων (δικηγόρων, στελεχών επιχειρήσεων και κρατικών οργανισμών, μηχανικών μελετητών και εργοληπτών, γιατρών κ.λπ.) και αφετέρου σε στρώματα της μισθωτής διανοητικής εργασίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δευτερογενώς του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Η πρώτη κοινωνική αυτή νέα μικροαστική υποομάδα αποτέλεσε την κυρίαρχη και πλειοψηφική μέχρι σήμερα μερίδα, η οποία και αποτύπωσε ηγεμονικά στον ΣΥΝ τα χαρακτηριστικά του «μικροαστικού εκσυγχρονισμού» μέσα στα συνολικά πλαίσια του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού και του ευρωπαϊκού κοσμοπολιτισμού. Ωστόσο η δεύτερη μισθωτή διανοητική ταξική υποομάδα στάθηκε η πηγή ανάδειξης του αριστερού ριζοσπαστικού, η οποία και κατόρθωσε, με την καταφανή χρεοκοπία της πολιτικής ηγεμονίας της πρώτης, να χειραφετηθεί πολιτικά και να διεκδικήσει την πλειοψηφική της επικράτηση στον ΣΥΝ (λ.χ. οι συνδικαλιστικές δυνάμεις της Αυτόνομης Παρέμβασης γενικά υποστηρίζουν πολιτικά το σχέδιο του Αριστερού Ρεύματος και του Κοκκινοπράσινου Δικτύου).

Το γεγονός αυτό αντιπροσωπεύει έτσι μια πολυσήμαντη πολιτική και κοινωνική ταυτόχρονα εξέλιξη, που ωστόσο από την ίδια της την κοινωνική υπόσταση (μονοδιάστατη επάνδρωση από κοινωνικές δυνάμεις της ριζοσπαστικής μισθωτής διανόησης) προσδιορίζονται και τα ίδια της τα όρια, τόσο από πολιτική όσο και από κοινωνική άποψη. Μ’ άλλες λέξεις, όση σημαντικότητα έχει η προγραμματική χειραφέτηση αυτού του αριστερού ριζοσπαστικού ρεύματος στα πλαίσια του ΣΥΝ, άλλο τόσο η κοινωνική του σύσταση και οι αφετηριακοί αριστεροί ευρωκομμουνιστικοί του προσανατολισμοί, αδυνατούν ιστορικά να διαδραματίσουν καταλυτικό, μαζικό και αποτελεσματικό ρόλο στη συνολική αντικαπιταλιστική ανασύνθεση της ελληνικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος αν δεν προωθήσουν τις αφετηριακές τους τομές σ’ όλο το αναγκαίο πλάτος και βάθος που απαιτούν οι εξαιρετικά δυσμενείς σύγχρονοι ταξικοί συσχετισμοί. Όση σπουδαιότητα έχουν τα τρία βήματα μπροστά που πραγματοποιούν σήμερα, σε σχέση με τα μέχρι σήμερα μικροαστικά εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά του ΣΥΝ, άλλο τόσο δεν μπορούν αυτά να οδηγήσουν σε γόνιμους δρόμους αντικαπιταλιστικής συνολικής ανασύνθεσης αν ακολουθηθούν από πολλά βήματα επί τόπου…Άλλωστε η περιθωριοποίηση του ΚΚΕ εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά, αποτελεί ακριβώς την ιστορική εμπειρία που χρειάζεται να υπερβεί το σύγχρονο αριστερό ριζοσπαστικό εγχείρημα στους κόλπους του ΣΥΝ.

Πρώτα απ’ όλα η ενωτική απεύθυνση που πραγματώνεται, υπερβαίνοντας τον πανταχόθεν παραδοσιακό αριστερό απομονωτισμό (σεχταρισμό), δεν μπορεί παρά να έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα εφόσον περιορίζεται στα δύο επίπεδα του γενικού αντινεοφιλελεύθερου μετώπου αφενός και του επιμέρους μετώπου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αφετέρου. Κι αυτό γιατί αυτή η αποτύπωση αφορά ουσιαστικά την μία μόνο από τις τρεις αναγκαίες συνιστώσες του αντικαπιταλιστικού πολιτικού και κοινωνικού κινήματος: Η απεύθυνση αυτή δεν μπορεί παρά να στοχεύει ταυτόχρονα σε μια ενωτική ταξική κατεύθυνση προς την κοινωνική λαϊκή υπόβαση του ΠΑΜΕ στην κατεύθυνση της χειραφέτησής του από τη «στρεβλή» πολιτική ηγεμονία του ΚΚΕ (ηγεμονία παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων επί των εκπροσωπουμένων λαϊκών εργατικών συμφερόντων), όσο και σε μια μετωπική συσπείρωση με κοινωνικά γειωμένες δυνάμεις της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, οι οποίες εξίσου έχουν διαγράψει μια πολύχρονη εξαιρετικά δύσκολη ιστορική διαδρομή. Έτσι π.χ. η ανάδειξη της προοπτικής σχηματισμού ενός Ταξικού Εργατικού Μετώπου από το σύνολο των αριστερών κοινωνικών δυνάμεων, με πλήρη ταξική αυτοτέλεια, σε αντιπαλότητα τόσο με την κυβερνητική και επιχειρηματική πολιτική της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, όσο όμως και σε ριζικό διαχωρισμό από την εργοδοτική πολιτική της πλειονότητας του θεσμικού συνδικαλισμού που έχει μεταλλαχθεί σε θεραπαινίδα των επιχειρηματικών συμφερόντων, καθώς και σε αυτονομία έναντι της επικυριαρχίας των αριστερών πολιτικών σχηματισμών, μεγαλύτερων ή μικρότερων, αντιπροσωπεύει μια πρώτου μεγέθους ιστορική εργατική πρόκληση. Παρ’ όλα αυτά η μέχρι σήμερα εμπειρία της συνδικαλιστικής πρακτικής της Αυτόνομης Παρέμβασης (και του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ), και παρ’ όλες τις διακηρύξεις της (όπως αποτυπώθηκαν στη Συνδιάσκεψή της των αρχών του Ιανουαρίου 2002), συντείνουν στην κατεύθυνση της «σύμφυσης» με την πλειοψηφία του εργοδοτικού θεσμικού συνδικαλισμού, αν δεν απολήγουν σε περιπτώσεις ανοιχτής συνδικαλιστικής συνεργασίας μαζί του (όπως έχει συμβεί στις αρχές του 2004 στα Συνέδρια των εργατικών Ομοσπονδιών τροφίμων, γάλακτος και ποτών, εργαζομένων στο φάρμακο κ.λπ.). Οι αριστερές ευρωκομμουνιστικές διακηρύξεις πολιτικών προθέσεων δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από τις αντίστοιχες ταξικές κοινωνικές πρακτικές, όπως τουλάχιστον συμβαίνει στα πλαίσια του ιταλικού και του γαλλικού ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος, ακόμη και σ’ εκείνα του γερμανικού (μεταρρυθμιστικού μεν ωστόσο μαχόμενου) εργατικού κινήματος;

Κατά δεύτερο, όσο αναγκαία είναι η ανάδειξη προγραμματικών κατευθύνσεων τακτικής παρέμβασης και μεσοπρόθεσμης στρατηγικής με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό (ό,τι μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ενδιάμεσος ριζοσπαστικός εργατικός λαϊκός μεταρρυθμισμός), άλλο τόσο είναι αναγκαία, από τα ίδια τα πράγματα η ανάδειξη διαρθρωτικών αλλαγών αντικαπιταλιστικής φύσης που να σηματοδοτούν αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις και ρήξεις με τα κυρίαρχα δομικά στοιχεία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ο αριστερός ριζοσπαστισμός με επίκεντρο τον σοσιαλισμό δεν μπορεί να πραγματωθεί στο ιστορικό παρόν παρά θέτοντας εξ αντικειμένου σε αμφισβήτηση τις θεμελιακές δομές των κυρίαρχων αστικών σχέσεων εξουσίας, υπαγωγής και εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και όλων των στρωμάτων του κυριαρχούμενου λαϊκού συνασπισμού.

Για να πάρουμε ένα και μόνον παράδειγμα από έναν νευραλγικό τομέα πρωταρχικής σπουδαιότητας, με τον οποίο άλλωστε έχει ιδιαίτερες σχέσεις η ιστορική Ανανεωτική Αριστερά, αυτόν των εκπαιδευτικών μηχανισμών και της αντικαπιταλιστικής τους κριτικής και αντιμετώπισης, δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει προγραμματικό άξονα παρέμβασης «με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό» η αναφορά και μόνον στη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης, ακόμη κι αν προστεθεί (όπως κάνει άλλωστε και το ΚΚΕ) ο ενδιάμεσος στόχος της υποχρεωτικής 12χρονης δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης, γιατί αυτή η στοχοθεσία είναι ολότελα ανεπαρκής και κάθε άλλο παρά στη σοσιαλιστική μεταλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος οδηγεί. Η εναντίωση στην κυριαρχία των ιδιωτικών φροντιστηριακών μηχανισμών, στον οξυμένο εκπαιδευτικό ανταγωνισμό στη βάση της αξιοκρατικής ταξικής επιλογής μεταξύ Λυκείου – πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η κοινωνική απαξίωση των μη-νευραλγικών («πληβειακών») πανεπιστημιακών σχολών χωρίς διέξοδο (φιλοσοφικών, φυσικο-μαθηματικών κ.λπ.) δεν αντιμετωπίζονται με τις επικλήσεις του δημόσιου 12χρονου υποχρεωτικού σχολείου. Απεναντίας η αντικαπιταλιστική θεώρηση των εκπαιδευτικών μηχανισμών, εμπνεόμενη από την ανατροπή του αστικού ιεραρχικού καταμερισμού εργασίας στην καπιταλιστική παραγωγή (της οποίας αποτελεί θεμελιακό συστατικό στοιχείο, γιατί κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής χωρίς ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας δεν μπορεί να υπάρξει), αντιτίθεται ολόπλευρα στους ιδιωτικούς φροντιστηριακούς μηχανισμούς και στη λειτουργία της αξιοκρατικής ταξικής επιλογής στη βάση της ζωτικής (επαναστατικού χαρακτήρα) διεκδίκησης της καθολικής πρόσβασης των εργαζομένων και της νεολαίας στην πανεπιστημιακή γνώση. Αυτό πάλι με τη σειρά του απαιτεί την εκ βάθρων αναδιοργάνωση του κλασικού αστικού πανεπιστήμιου και την καθιέρωση στο εσωτερικό της λειτουργίας του εκπαιδευτικών διαδικασιών υπέρβασης του ιστορικού διαχωρισμού διανοητικής (διευθυντικής-εποπτικής) και χειρωνακτικής (εκτελεστικής) εργασίας, πράγμα που σημαίνει τον συνδυασμό της θεωρητικής επιστημονικής γνώσης με τις τεχνολογικές εφαρμογές όσο και τις υλικές παραγωγικές διαδικασίες χειρισμού των κάθε είδους μηχανών και συστημάτων. Κι αυτή εξίσου η ριζική αναδιάρθρωση του πανεπιστήμιου δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην απαίτηση για τον οριζόντιο καταμερισμό της εργασίας στην καπιταλιστική παραγωγή, με τη συμμετοχή του συλλογικού εργαζόμενου σ’ όλα τα επίπεδα της παραγωγικής διαδικασίας (επιστημονικός σχεδιασμός, τεχνολογική εφαρμογή, πρακτική παραγωγική εκτέλεση, οικονομική διαχείριση, κοινωνική διεύθυνση), γεγονός που όχι μόνον δεν χωράει στο περίβλημα των αστικών παραγωγικών σχέσεων αλλά απαιτεί την ανατροπή τους σε μια σοσιαλιστική κατεύθυνση, παράλληλα με την κοινωνική απαλλοτρίωση της ιδιωτικής ή κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Σηματοδοτούνται τέτοιου είδους προγραμματικές κατευθύνσεις αντικαπιταλιστικής φύσης με ισχυρή κοινωνική γείωση στο μεσοπρόθεσμο τακτικό πρόγραμμα του αριστερού ριζοσπαστικού ρεύματος του σημερινού ΣΥΝ;

Κατά τρίτο, αναδεικνύεται η εκτεταμένη συντηρητικοποίηση που διαπερνά λαϊκά εργατικά στρώματα και εκφαίνεται στην ιδεολογική τους χειραγώγηση δια μέσου «του αθλητισμού, της θρησκείας, του έθνους κ.λπ.». Ωστόσο αυτή η διαπίστωση θεωρείται ως ένα αυτοτελές «ιδεολογικό» γεγονός και κατάσταση, ενώ στην πραγματικότητα η αφετηρία της βρίσκεται στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Εκείνο που έχει συμβεί στην 15ετία του νεοφιλελεύθερου ολέθρου είναι η σταδιακή επιβολή και αποκρυστάλλωση ενός καθεστώτος «κοινωνικού φασισμού» στην εργατική τάξη της καπιταλιστικής παραγωγής (παράλληλα με τη λειτουργία των δημοκρατικών ελευθεριών στο πολιτικό εποικοδόμημα), ως συνδυασμένο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, της αλματώδους αύξησης της ανεργίας, της παραφθοράς του θεσμικού συνδικαλισμού και των δυσμενέστατων οικονομικών επιπτώσεων της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Συνέπεια αυτών των παραγόντων είναι η έμπρακτη κατάργηση - αφαίμαξη των εργατικών συλλογικών δικαιωμάτων και ελευθεριών (συνεταιρίζεσθαι, απεργίας, λόγου και έκφρασης) στον πλειοψηφικό ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Η απουσία έτσι συλλογικών κοινωνικών διεξόδων της μισθωτής εργασίας για την αντιστροφή αυτής της κατάστασης (δικτατορική κοινωνική επιβολή του διευθυντικού δικαιώματος στους μισθωτούς εργαζόμενους), οδηγεί αναπότρεπτα στην αναζήτηση «αντισταθμιστικών» ιδεολογικών διεξόδων, που επιτείνουν την παραγωγική χειραγώγηση και αλλοτρίωση της εργατικής τάξης. Κι αν η ανάπτυξη μορφών ριζοσπαστικής ιδεολογικής κριτικής (λογοτεχνικής, κινηματογραφικής κ.ά.) αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη διάσταση της αριστερής ριζοσπαστικής πολιτικής, εντούτοις δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κυρίαρχο: Την αναγκαιότητα ολόπλευρης παρέμβασης του πολιτικού ριζοσπαστικού αριστερού υποκειμένου σ' όλα τα επίπεδα (ιδεολογικό, συνδικαλιστικό, πολιτικό) μέσα στον ίδιο τον κόσμο της μισθωτής εργασίας (κι όχι ως «κυρίαρχη καθοδηγητική εξωτερικότητα» απέναντί της) με στόχευση την εκρίζωση του καθεστώτος αυτού «κοινωνικού φασισμού».

Μ’ άλλες λέξεις την υπηρέτηση της δημοκρατικής αντικαπιταλιστικής εργατικής απαίτησης για την επαναθεμελίωση των συνταγματικών εργατικών συλλογικών ελευθεριών στην καπιταλιστική παραγωγή, τη ριζοσπαστική αύξηση της αμοιβής της μισθωτής εργασίας (της οποίας η απροσμέτρητη οικονομική αποψίλωση τροφοδοτεί «εργοδοτικές» παραγωγικές πρακτικές προσαύξησης του εργάσιμου χρόνου, προκειμένου να αντιμετωπίζεται η μακρόχρονη εισοδηματική αποστέρηση), την επανακατάκτηση του ιστορικού 8ωρου (προς τα πάνω και προς τα κάτω) στην προοπτική της κατάκτησης του 7ωρου-5μερου-35ωρου (ως άμεσου πρακτικού υλικού αιτήματος και όχι ως «διακηρυκτικού ιδεολογισμού») για την αντιμετώπιση της πίεσης του εφεδρικού στρατού της ανεργίας. Μ’ αυτή την έννοια όσο χρειάζεται η απόρριψη της ιστορικής αντίληψης του κομμουνιστικού υποκειμένου «καθοδηγητή» των εργαζομένων, άλλο τόσο απαιτείται η υπέρβαση της άποψης του αριστερού ριζοσπαστικού κόμματος που στα πλαίσια της «αυτονομίας» βρίσκεται σε ριζική αποστασιοποίηση από τις ζωτικές υλικές κοινωνικές ανάγκες της εργατικής τάξης. Ωστόσο η 30χρονη ιστορική πορεία της Ανανεωτικής Αριστεράς, ακόμη και στις πλέον ριζοσπαστικές της εκδοχές, βρέθηκε σε χασματώδη απόσταση και διαχωρισμό από την πραγματική κίνηση της μισθωτής εργασίας στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, όντας περιορισμένη στην καλύτερη των περιπτώσεων στα ριζοσπαστικά τμήματα της μισθωτής διανοητικής εργασίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Απεναντίας οι εμπειρίες των ευρωπαϊκών μεταβατικών αριστερών ριζοσπαστικών σχηματισμών (ιταλική Κομμουνιστική Επανίδρυση, COBAS, μορφές αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στη γαλλική κοινωνία όπως η Εργατική Πάλη και η Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα κ.ά.) εδράζουν την πολιτική τους παρουσία στην κοινωνική εργατική τους υπόβαση και αναφορά. Στοχεύει το σημερινό ριζοσπαστικό αριστερό εγχείρημα στους κόλπους του ΣΥΝ να ακολουθήσει αυτή την πορεία της εργατικής κοινωνικής γείωσης ή θα συνεχίσει (όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις υπόλοιπες οργανώσεις της ελληνικής Αριστεράς από το ΚΚΕ μέχρι τις μαρξιστικές-λενινιστικές σχηματοποιήσεις) να «εγκαλεί» το κοινωνικό να αντιπροσωπευθεί από το πολιτικό, αντί να αντιστρέψει τους όρους, δηλαδή να τεθεί το ριζοσπαστικά αριστερό πολιτικό στην υπηρεσία της χειραφέτησης του κοινωνικού;

Κατά τέταρτο, όλες δίχως εξαίρεση οι συνιστώσες της ελληνικής Αριστεράς (ΚΚΕ, Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, Αντικαπιταλιστική Αριστερά) συμμετείχαν μέχρι σήμερα στις διεθνείς κινητοποιήσεις απέναντι στις ρυθμίσεις της νεοφιλελεύθερης διεθνοποίησης, με αποκορύφωμα την κινητοποίηση με αφορμή την Ευρωπαϊκή Σύνοδο της Θεσσαλονίκης του Ιούνιου 2003, η οποία ωστόσο κινητοποίησε πανελλαδικά αποκλειστικά τις πολιτικές δυνάμεις του ελληνικού αριστερού κινήματος, χωρίς να επιτευχθεί κανενός είδους κοινωνική κινητοποίηση, ιδιαίτερα του κόσμου της μισθωτής εργασίας (σε ριζική διαφοροποίηση με την κινητοποίηση λ.χ. της Γένοβας ή της Βαρκελώνης). Μάλιστα ο ΣΥΝ ακόμη και στη σημερινή αριστερή ριζοσπαστική του εκδοχή έχει αναγάγει το κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στην «υπέρτατη εκδοχή του κινήματος», πράγμα που από ορισμένες πλευρές καταλήγει να χρησιμοποιείται ως «άλλοθι» για την σοβαρή απουσία της ελληνικής Ανανεωτικής Αριστεράς από το ελληνικό ταξικό εργατικό κίνημα, τουλάχιστον με όρους που αντιστοιχούν στο υπαρκτό της μέγεθος και ιστορία: Το κίνημα αυτό, στο μέτρο που έχει αναπτυχθεί μέχρι σήμερα με τις πραγματικές κοινωνικές του διεθνείς κινητοποιήσεις, ούτε «πανάκεια» είναι ούτε «φάρμακο δια πάσα νόσο» οποιασδήποτε εκδοχής της ελληνικής Αριστεράς. Το διεθνές κίνημα απέναντι στη νεοφιλελεύθερη διεθνοποίηση, ως μια από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου εργατικού διεθνισμού, δεν αντιπροσωπεύει παρά την οριζόντια διεθνική συνάρθρωση, συνεργασία και κοινή δράση σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο των υπαρκτών εθνικών ταξικών εργατικών κοινωνικών κινημάτων, τα οποία άλλωστε και έχουν την προτεραιότητα στη διεξαγωγή της ταξικής πάλης στο εσωτερικό των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών, η οποία δεν μπορεί να διεξάγεται στο πεδίο ενός «παγκόσμιου υπερπέραν». Μ’ αυτή την έννοια η μονοδιάστατη πολιτική επικέντρωση στο «αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα» και μάλιστα χωρίς τις υπαρκτές εθνικές ταξικές κοινωνικές γειώσεις (πρωταρχικοί πυλώνες του εργατικού διεθνισμού οποιασδήποτε μορφής και εκδοχής), απολήγει σε «άλμα στο διεθνές επέκεινα»: Το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ αντιπροσωπεύει ουσιαστικά τη συνάρθρωση αριστερών πολιτικών ριζοσπαστικών οργανώσεων, χωρίς ωστόσο κοινωνική ταξική γείωση στην ελληνική εργατική τάξη της καπιταλιστικής παραγωγής, στους εργαζόμενους αγρότες παραγωγούς, στην εργαζόμενη και άνεργη νεολαία κ.λπ., ενώ η διασύνδεσή του με την πλειοψηφία του θεσμικού εργοδοτικού συνδικαλισμού της ΓΣΕΕ και ορισμένων ΕΚ και Ομοσπονδιών, μόνον εργατικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά δεν μπορεί να του προσδώσει. Κατ’ αυτό τον τρόπο αντιπροσωπεύει πραγματικά την «υποκατάσταση» του απουσιάζοντος κινήματος από τη σύμπραξη πολιτικών οργανώσεων: Κινείται το αριστερό ριζοσπαστικό ρεύμα του σημερινού ΣΥΝ στην κατεύθυνση αυτής της εθνικής ταξικής κοινωνικής γείωσης απέναντι στον ελληνικό νεοφιλελευθερισμό και την ελληνική καπιταλιστική εργοδοσία, στην προοπτική της ολοκλήρωσής της στο διεθνοποιημένο πλαίσιο του κινήματος απέναντι στη νεοφιλελεύθερη διεθνοποίηση;

Τέλος η αναφορά στις θέσεις του αριστερού ριζοσπαστικού ρεύματος του ΣΥΝ στο δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, εμπεριέχει αμφισημίες κάτω απ’ το φως της ίδιας της ιστορικής εμπειρίας του ευρωκομμουνιστικού κινήματος της 10ετίας του 1970, που αν μη τι άλλο απαιτούν την κριτική στοιχειακή τους διερεύνηση και απάντηση. Είναι γνωστό ότι οι ιστορικές εμπειρίες της σοσιαλιστικής μετάβασης, από την επαναστατική εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας (1871) μέχρι την αντεπαναστατική δικτατορική καταστολή της Χιλής (1973), περνώντας από τις μεγάλες επαναστάσεις της Ρωσίας (1917) και της Κίνας (1949), οδηγήθηκαν είτε στην ήττα από την αντιδραστική τους κατάπνιξη στο αίμα της βίαιης αστικής καταστολής, είτε στον εκφυλισμό και στην κοινωνική τους μετάλλαξη μέσα από τις ίδιες τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις κατά τη διαδικασία της εσωτερικής τους εξέλιξης.

Οι σοσιαλιστικοί μετασχηματισμοί που ξεκίνησαν στη ρωσική και κινεζική κοινωνία στην αρχή και στο μέσον του 20ου αιώνα, μετά από σύντομες περιόδους ριζοσπαστικών τομών και μεταλλαγών, με βάση την ίδια την εξέλιξη της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό τους, οδηγήθηκαν στην επιβολή καθεστώτων με δικτατορικά κρατικά καπιταλιστικά χαρακτηριστικά, και μάλιστα με στοιχεία που προσομοιάζουν με τις συνθήκες της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου στη Δυτική Ευρώπη των προηγούμενων αιώνων. Βασισμένα επί 10ετίες κατόπιν στην απολυταρχική κυριαρχία μιας ευρύτατης κρατικής, πολιτικής και διοικητικής γραφειοκρατίας, ανέδειξαν βαθιά εκμεταλλευτικά ταξικά χαρακτηριστικά, με τον συμβιβασμό των «ελάχιστων προνοιακών εργατικών εγγυήσεων», για να οδηγηθούν είτε σε εκσυγχρονισμένες μορφές κρατικής καπιταλιστικής διαχείρισης (σύγχρονη κινεζική περίπτωση), είτε στη μετάβαση στο καθεστώς της βίαιης νεοφιλελεύθερης διαχείρισης του ιδιωτικού καπιταλισμού (ρωσική περίπτωση).

Αντίστοιχα με εντελώς διαφορετικούς όρους, ο «τρίτος δρόμος» προς τον σοσιαλισμό που επαγγέλθηκαν τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα, αλλά εξίσου και τα σοσιαλιστικά ευρωπαϊκά κόμματα, οδηγήθηκε σε μια διπλή ιστορική παραφθορά: Τα εγχειρήματα δημοκρατικής σοσιαλιστικής μετάβασης όπως εκείνο της γαλλικής Ενότητας της Αριστεράς του Κοινού Προγράμματος Σοσιαλιστών - Κομμουνιστών κατέληξαν στην υιοθέτηση πολιτικών που λίγο απείχαν από τα πρότυπα της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, με τελευταίο παράδειγμα τη γαλλική «πληθυντική» κυβερνητική Αριστερά. Σε άλλες περιπτώσεις οδηγήθηκαν από τον «ιστορικό συμβιβασμό» (του κραταιού Ιταλικού ΚΚ) στη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη, με κατάληξη την υποστήριξη του Κόμματος των Δημοκρατών της Αριστεράς στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς της Σερβίας. Κι αντίστοιχα τα αμιγώς σοσιαλιστικά κυβερνητικά εγχειρήματα (όπως αυτό της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ στη 10ετία του 1980) οδηγήθηκαν σταδιακά στην υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης και προαγωγής της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Η μοναδική περίπτωση στην πρόσφατη ιστορία όπου ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός με ριζοσπαστικούς όρους (κοινωνικοποιήσεων, εργατικού ελέγχου κ.λπ.) προωθήθηκε πάνω στο έδαφος των δημοκρατικών διαδικασιών δεν ήταν άλλος από τον «δρόμο της Χιλής» (1970-73). Αυτός ο βαθιά σοσιαλιστικός δρόμος κοινωνικού μετασχηματισμού, προσλαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά της επιμονής στον «ειρηνικό, κοινοβουλευτικό δρόμο» κατέληξε ακριβώς στην αιματηρή και τραγική φασιστική δικτατορική αστική επιβολή που έθεσε τέρμα στο ηρωικό εγχείρημα της Λαϊκής Ενότητας κατά τον ίδιο τρόπο που καταπνίγηκε το κίνημα των γάλλων κομμουνάρων. Ωστόσο ο δημοκρατισμός και η κοινωνική επαναστατικότητα του χιλιανού εγχειρήματος αντιπροσωπεύουν την πολυτιμότερη παρακαταθήκη του αριστερού ριζοσπαστικού κινήματος της τελευταίας ιστορικής περιόδου: Ο δρόμος αυτός που προάγεται με όρους πολιτικής δημοκρατίας και μαζί κοινωνικής επαναστατικότητας αποτελεί την ωριμότερη μέχρι σήμερα ιστορική μορφή σοσιαλιστικής μετάβασης με τον όρο όμως του άρρηκτου συνδυασμού του με δυναμικές μορφές κοινωνικής εργατικής οργάνωσης, με την ανάπτυξη και εδραίωση παράλληλων δομών εργατικής λαϊκής εξουσίας κ.λπ., που πολύ απέχουν από την «ειρηνικότητα» της μετάβασης, όσο και από τη μονοδιάστατη αντίληψη της δημοκρατίας μόνον κατά την πολιτική κοινοβουλευτική της εκδοχή. Το συμπέρασμα που εξάγουν ορισμένες εκδοχές του αριστερού κινήματος για τον αναγκαστικό «ιστορικό συμβιβασμό» των εργατικών λαϊκών τάξεων με τις μικροαστικές και μικρομεσαίες τάξεις (όπως έκανε το Ιταλικό ΚΚ στα μέσα της 10ετίας του 1970, κι όπως άλλωστε από έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο κάνει το ΚΚΕ με την πρόταση της διαταξικής κοινωνικής συμμαχίας του «αντιμπεριαλιστικού–αντιμονοπωλιακού» μετώπου) σε κάθε περίπτωση μεταθέτει τη σοσιαλιστική επαγγελία στο ιστορικό υπερπέραν.

Κατά συνέπεια, πρόκειται για δρόμο σοσιαλιστικής μετάβασης εξολοκλήρου δημοκρατικός (πέραν οποιουδήποτε αυτόκλητου «επαναστατικού» πραξικοπηματισμού και κάθε αντιδραστικής δικτατορικής αστικής επιβολής), και ταυτόχρονα κοινωνικά ριζοσπαστικός (που έμπρακτα μετασχηματίζει τις δομές των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και της αστικής εξουσίας), που συνδυάζει κατά τρόπο εγγενώς συγκρουσιακό και ταυτόχρονα σ’ ολόκληρη την μακρόχρονη ιστορική διαδικασία μετάβασης: Αφ’ ενός την ανάπτυξη της πολιτικής δημοκρατίας και των λαϊκών ελευθεριών σ’ όλα τα επίπεδα με την πλειοψηφική παρουσία του συνασπισμού των αριστερών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, και αφ’ ετέρου την ανάπτυξη των εργατικών δικαιωμάτων πάνω στο έδαφος της κοινωνικής, οικονομικής και παραγωγικής κυριαρχίας της εργατικής τάξης, την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εργατικής δημοκρατίας μ’ όλες τις αναγκαίες εξουσίες που την συνοδεύουν (ό,τι οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού προσδιόριζαν ως «δικτατορία [κοινωνική εξουσία] του προλεταριάτου» έναντι της δικτατορικής επιβολής της εργοδοτικής και αστικής κρατικής εξουσίας). Είναι μέσα στους σύγχρονους προσανατολισμούς και κατευθύνσεις των ριζοσπαστικών επαναπροσδιορισμών της Ανανεωτικής Αριστεράς η προαγωγή αυτών των χαρακτηριστικών της σοσιαλιστικής μετάβασης, καθ’ υπέρβαση προφανώς των ιδεολογημάτων του «ειρηνικού, κοινοβουλευτικού» δρόμου για το σοσιαλισμό, μέσα ακριβώς στο πεδίο της εργατικής επαναστατικής ολόπλευρης δημοκρατικότητας;


4. Επίλογος

Το σύγχρονο ριζοσπαστικό εγχείρημα στους κόλπους του ΣΥΝ που κατά τον πλέον σαφή τρόπο τίθεται σε τροχιά «ασυμβατότητας» με την ιστορική μικροαστική εκσυγχρονιστική φυσιογνωμία του ΣΥΝ, αποτελεί το τελευταίο ορόσημο στην 25ετή πορεία ανάδειξης αντικαπιταλιστικών εγχειρημάτων μέσα από την κρίση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος: Από το ιδεολογικό νεολαιίστικο εγχείρημα της Β΄ Πανελλαδικής του τέλους της 10ετίας του 1970 μέχρι το εργατικό συνδικαλιστικό διάβημα της ΣΣΕΚ στα μέσα της 10ετίας του 1980, κι από το πολιτικό εγχείρημα του ΚΚΕ εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά του δεύτερου μισού της 10ετίας του 1980 μέχρι το νεολαιίστικο κίνημα της ΚΝΕ - ΝΑΡ των αρχών της 10ετίας του 1990, από τα μαρξιστικής - λενινιστικής έμπνευσης διαβήματα μέχρι το πρόσφατο νεολαιίστικο εγχείρημα των Αριστερών Συσπειρώσεων και της Αριστερής Κίνησης (Αριστερή Ανασύνθεση). Όλα αυτά, μεγαλύτερης ή μικρότερης εμβέλειας, έφεραν στην επιφάνεια πολυσήμαντες ριζοσπαστικές τομές στο επίπεδο της ιδεολογίας, του κοινωνικού κινήματος, της πολιτικής παρέμβασης, ενώ ταυτόχρονα σημαδεύτηκαν, μέσα στη μερικότητά τους, από πολύμορφες ανεπάρκειες, που τα ακολούθησαν και εν πολλοίς τα προκαθόρισαν από την ίδια τη μήτρα της γέννησής τους, έτσι ώστε να μην κατορθώσουν να ανοίξουν τους δρόμους, με όρους ενωτικούς, ανασυνθετικούς και αντικαπιταλιστικούς, για την ευρύτερη αναγέννηση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, την αποτελεσματικότητα, τη διεύρυνση της εμβέλειάς του, την αξιοπιστία του, την οργανική του προσέγγιση με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας της καπιταλιστικής παραγωγής, την αλλαγή του ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων κ.λπ.

Στη σημερινή περίοδο, τα ορισμένα βήματα μπροστά που επιχειρείται να γίνουν από το αριστερό ριζοσπαστικό ρεύμα του ΣΥΝ δεν πρέπει να ακολουθηθούν από πολλά βήματα επί τόπου (είναι περισσότερο από εμφανές ότι η επίκληση του αριστερού ευρωκομμουνισμού απέναντι στο μικροαστικό εκσυγχρονισμό δεν αντιπροσωπεύει παρά την αφετηρία μιας πορείας που χρειάζεται να δρομολογηθεί), αλλά απεναντίας από τη συνέχιση των βημάτων προς τα μπροστά. Και στο επίπεδο των πολύμορφων ενωτικών ανασυνθέσεων και ριζοσπαστικών μετώπων, και στο πεδίο των αντικαπιταλιστικών προσδιορισμών, και στο επίπεδο των κοινωνικών υλικών γειώσεων στο έδαφος της μισθωτής εργασίας της καπιταλιστικής παραγωγής, και στην οργανική διασύνδεση της αντινεοφιλελεύθερης τακτικής παρέμβασης με τη δημοκρατική επαναστατική σοσιαλιστική προοπτική. Η συνολική συνθετική αξιοποίηση των μερικών συνεισφορών όλων των καταγραμμένων ριζοσπαστικών ιστορικών εγχειρημάτων της τελευταίας 25ετίας, όσο και η ριζική υπέρβαση των ανεπαρκειών που τα έχουν συνοδεύσει, είναι σε θέση ν’ ανοίξει σήμερα ελπιδοφόρους δρόμους για την ελληνική Αριστερά και το εργατικό κίνημα.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή