Βιβλιοκριτική Εκτύπωση
Τεύχος 91, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2005


Etienne Balibar

Η Ευρώπη, η Αμερική, ο πόλεμος.

Σκέψεις πάνω στην Ευρωπαϊκή μεσολάβηση

μετάφραση Γιάννης Στρίγγος

Αθήνα, εκδόσεις Χρήστος Ε. Δάρδανος, 2004, σσ. 210

Εισαγωγή

Η έκδοση ενός βιβλίου του Ετιέν Μπαλιμπάρ στα ελληνικά είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό γεγονός. Πόσο μάλλον που έχει ως αντικείμενο πρόσφατες εξελίξεις και την κατάσταση στο σύγχρονο κόσμο ύστερα από την πραγματική και συμβολική τομή της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και την έναρξη του περιβόητου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».

Οι βασικές θέσεις του Μπαλιμπάρ

Βασικός κορμός του βιβλίου του Μπαλιμπάρ είναι το κείμενο μιας διάλεξής του το Νοέμβριο του 2002 πάνω στη δυνατότητα μιας διαφορετικής Ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, το οποίο ακολουθεί ένας διάλογος πάνω σε αυτό με τον Bertrand Ogilvie καθώς και μια σειρά διευκρινήσεων. Αφορμή υπήρξε το αίτημα φιλελεύθερων αμερικανών διανοουμένων να αποτελέσει η Ευρώπη ένα αντίπαλο δέος απέναντι στην αμερικανική μονομερή και αυταρχική ηγεμονική στάση. Απέναντι σε αυτή την πρόκληση ο Μπαλιμπάρ αναγνωρίζει την πραγματική αδυναμία της Ευρώπης να αποτελέσει αντίβαρο με όρους πολιτικής, οικονομικής, ή –πολύ περισσότερο– στρατιωτικής ισχύος. Επιμένει, όμως, ότι μπορεί η Ευρώπη να έχει ένα σημαντικό ρόλο μέσα στον σύγχρονο κόσμο και να ασκήσει μια άλλη επιρροή, εκπολιτιστική και ηθική, έξω και πέρα από τα όρια μιας κλασικής διεθνούς στρατηγικής, γι’ αυτό και μιλά για τη δυνατότητα μιας ευρωπαϊκής «αντι-στρατηγικής» (σ. 42), υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι εγκαταλείπονται όλες οι ψευδαισθήσεις γύρω από την αποτελεσματικότητα μιας «Ευρώπης-φρουρίου».

Τη δυνατότητα αυτή ο Μπαλιμπάρ την ανάγει στον τρόπο με τον οποίο στην Ευρώπη, μέσα από μια ολόκληρη ιστορία κοινωνικών αγώνων και ταξικών συγκρούσεων, διαμορφώθηκε ένα πρότυπο συγκρουσιακής δημοκρατίας που περιλαμβάνει όχι μόνο την τυπική νομική ισότητα αλλά, παράλληλα, και την έμφαση στην κοινωνική δημοκρατία και τη συνεχή δυνατότητα διεύρυνσης των ορίων της δημοκρατίας. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε μια σειρά από αρχές για μια διαφορετική πολιτική στο διεθνές τοπίο. Πρώτον, την προσπάθεια για μια πολιτική συλλογικής ασφάλειας που να μην εγκλωβίζεται στη «διατήρηση της τάξης», αλλά να υποτάσσει τα όποια μέτρα διεθνούς αστυνόμευσης στην προτεραιότητα της εξάλειψης των αιτίων που αναπαράγουν τη βία στον σύγχρονο κόσμο, όλων εκείνων των παραγόντων που «ευνοούν τον συνδυασμό της βίας των “ισχυρών” με τη βία των “αδυνάτων“, την συνύπαρξη ή τη συμμετρία των ιδεολογικών “φονταμενταλισμών” και των οικονομικών συμφερόντων». Δεύτερον, την ανάγκη να ξαναέρθει στο προσκήνιο το αίτημα του αφοπλισμού ως βασικού αιτήματος της εποχής μας. Τρίτον, την αποφυγή μιας λογικής «μη-επέμβασης» και τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης εκδοχής της μεσολάβησης, η οποία δεν θα πρέπει να έχει τόσο τον χαρακτήρα της εξωτερικής παρέμβασης, όσο της εξωτερικής βοήθειας για επιλύσουν οι ίδιοι οι αντίπαλοι τη σύγκρουση. Τέταρτον, σε ρήξη με τη λογική τού κατά Huntington «πολέμου των πολιτισμών» ο Μπαλιμπάρ υποστηρίζει ότι πρέπει να υπερβούμε μια παραδοσιακή αντίληψη των συνόρων ανάμεσα σε πολιτισμούς και προτείνει να δούμε τον ευρω-μεσογειακό χώρο ακριβώς ως μια δυνατότητα διαφορετικής συνάντησης και αλληλεξάρτησης «πολιτισμών».

Για να περιγράψει αυτή τη δυνατότητα μιας διακριτής ευρωπαϊκής «αντι-στρατηγικής» αλλά και τον ρόλο που μπορούν να παίξουν οι διανοούμενοι στην άρθρωσή της, ο Μπαλιμπάρ δανείζεται τον τίτλο ενός παλιότερου δοκιμίου του Frederic Jameson και αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως έναν δυνάμει «αφανή μεσολαβητή» («vanishing mediator»). Η συγκεκριμένη μεταφορά παραπέμπει σε ένα πρότυπο παρέμβασης που καταγράφεται στα ίδια τα αποτελέσματα που αφήνει και πολύ λιγότερο στη διαμόρφωση εκ νέου μιας «Ευρωπαϊκής ταυτότητας». Το συνδέει μάλιστα με την ιδιαίτερη βαρύτητα που έχει η έννοια της μετάφρασης στον Ευρωπαϊκό χώρο, τόσο ως συνύπαρξη και επικοινωνία γλωσσών, όσο και ως αέναη συνάντηση πολιτισμών. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει και ένα ρόλο για την Ευρώπη (αλλά και τους ευρωπαίους διανοούμενους): αυτόν του διερμηνέα του κόσμου, κάτι που θεωρεί ότι και συνολικά μπορεί να αποτελέσει ένα πρότυπο για τον ρόλο των διανοουμένων.

Το τρίτο μέρος του βιβλίου, με τον τίτλο Διευκρινήσεις, επεκτείνει και αποσαφηνίζει σημεία που αναφέρονται στο αρχικό δοκίμιο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφοροποίησή του από όλες εκείνες τις απόψεις που αντιμετωπίζουν τις ΗΠΑ και την Ευρώπη ως δύο συμμετρικούς πόλους στο διεθνές τοπίο, των οποίων τη δύναμη ή την αδυναμία μπορούμε να εξάρουμε ανάλογα με την οπτική που διαλέγουμε. Έτσι, αντιπαρατίθεται τόσο στους υμνητές της Ευρώπης ως νέας υπερδύναμης, όσο και στους απολογητές του αναγκαίου αμερικανικού ηγεμονικού ρόλου. Αυτό φαίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το σημασία που είχε το «δόγμα Μονρόε» στην αμερικανική ιστορία: η οριοθέτηση από μια κλασική αυτοκρατορική και αποικιοκρατική πολιτική τελικά σήμαινε την ανάδυση ενός εξίσου επιθετικού ιμπεριαλισμού, με οικονομικές αλλά και αστυνομικές πλευρές. Ο Μπαλιμπάρ υπενθυμίζει τις προπολεμικές προτάσεις του Καρλ Σμιτ για μια ευρωπαϊκή εκδοχή του δόγματος Μονρόε, που διατυπώθηκαν και ως νομιμοποίηση μιας γερμανικής επεκτατικής πολιτικής. Υπογραμμίζει, ταυτόχρονα, τη συμμετρία των απόψεων του Σμιτ με όσους υποστηρίζουν τη δυνατότητα μιας ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής με άξονα τη Γαλλία και με αυτό τον τρόπο εντοπίζει τα όρια οποιασδήποτε διεκδίκησης να γίνει (ή να αυτοπροβληθεί) η Ευρώπη η ανερχόμενη δύναμη.

Ιδιαίτερη σημασία δίνει ο Μπαλιμπάρ στη δυνατότητα μιας σύγχρονης διεθνούς δημόσιας τάξης, ως οριοθέτηση απέναντι σε μια ιμπεριαλιστική πολιτική μονομερών επεμβάσεων και στέκεται απέναντι στις σχετικές προτάσεις που διατύπωσαν πρόσφατα τόσο η M. Chemillier-Gendreau, όσο και ο Λουίτζι Φεραγιόλι. Ο Μπαλιμπάρ επικροτεί ορισμένες προτάσεις τους, όπως είναι η έμφαση στο μέγιστο δυνατό δημοκρατικό έλεγχο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στη λειτουργία Διεθνών Δικαστηρίων, στη θέσπιση κανόνων και μηχανισμού ελέγχου στις αγορές, στη διάκριση πολέμου και αναγκαίας αστυνόμευσης. Εντοπίζει, όμως, και τις αντιφάσεις που συνεπάγεται η ίδια η ασάφεια που έχει η έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξης ή μια λογική αστυνόμευσης που προσκρούει ταυτόχρονα πάνω στην οικουμενικότητα των προβλημάτων και την ίδια την αναπαραγωγή της εθνικής-κρατικής μορφής.

Οι αποσαφηνίσεις που προσφέρει ο Μπαλιμπάρ πάνω στην έννοια της «συγκρουσιακής δημοκρατίας» έχουν επίσης ενδιαφέρον. Αφού ανακεφαλαιώσει τους όρους μέσα από τους οποίους αναδύθηκε, μέσα από τη δράση του εργατικού κινήματος, τη σύγκρουση με την εκκλησία, την κατοχύρωση διευρυνόμενων πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, υποστηρίζει ότι μπορεί σήμερα να επαναπροσδιοριστεί ως ένα διαρκές εργαστήρι παραγωγής θεσμικών, πολιτικών και πολιτισμικών καινοτομιών απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις.

Οι παρατηρήσεις του πάνω στην έννοια του συνόρου στη σύγχρονη Ευρώπη κατορθώνουν να εντοπίσουν το παράδοξο σήμερα, τα σύνορα της Ευρώπης να μην είναι μόνο αυτά που συμβατικά ορίζονται (και αστυνομεύονται) ως τέτοια, αλλά και αυτά που αναπαράγονται στο εσωτερικό της Ευρώπης απέναντι στη μεγάλη μάζα των μεταναστών, των «χωρίς χαρτιά», ουσιαστικά των θυμάτων μιας ιδιότυπης νεοαποικιοκρατίας. Αποτελούν έτσι μια πραγματική πολιτική πρόκληση, που κατά τον Μπαλιμπάρ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε με το να θεωρήσουμε ότι έχουμε μπροστά μας το νέο νομαδικό προλεταριάτο μιας «παγκοσμιοποίησης από τα κάτω», ούτε με το προκρίνουμε απλώς –όσο σημαντικές και αναγκαίες και αν είναι– πρακτικές «εκδημοκρατισμού» των συνόρων· αντίθετα απαιτείται μια πιο συνολική προσπάθεια να δούμε τόσο την ολοκλήρωση της ανεξαρτητοποίησης των αποικιών (εν πολλοίς στο ίδιο το εσωτερικό της Ευρώπης), όσο και τη δυνατότητα μιας σύγχρονης αντίληψης καθολικότητας των δικαιωμάτων.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τις σκέψεις του Μπαλιμπάρ (στα πλαίσια ενός διαλόγου με τον John Carlos Rowe) πάνω στον ρόλο που θα μπορούσε να έχει ο ΟΗΕ σε μια προσπάθεια αναμόρφωσης του διεθνούς συστήματος και μιας διαφορετικής αντιμετώπισης των προβλημάτων του. Ο Μπαλιμπάρ έχει επίγνωση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο ΟΗΕ, θεωρεί εντούτοις ότι υπάρχουν πλευρές του, όπως είναι η έμφαση στην ανθρωπιστική δράση και υποστήριξη και η υποστήριξη προγραμμάτων εκδημοκρατισμού και ανοικοδόμησης πολιτικών θεσμών, που προσφέρουν δυνατότητες για μια άλλη λειτουργία του. Μια τέτοια, όμως, προσπάθεια ριζικής τροποποίησης της λειτουργίας του ΟΗΕ, ένας πραγματικός εκδημοκρατισμός του, σημαίνει και ριζική ανατροπή της σημερινής τάσης να ενισχύεται η ισχύς των διεθνών οργανισμών (ως εκπροσώπων των ηγεμονικών δυνάμεων) απέναντι σε μια πολλαπλότητα τοπικών πρωταγωνιστών (λαοί, έθνη, κράτη, κινήματα και αντιστάσεις). Και αυτό εξαρτάται από μια συνολικότερη αλλαγή του συσχετισμού δύναμης απέναντι στην τεράστια πολιτική και κοινωνική βία που εκλύει η σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Σε αυτό το σημείο ο Μπαλιμπάρ θεωρεί ότι η Ευρώπη δοκιμάζοντας την κοινή περιφερειακή δράση με τους κοντινούς της «άλλους» μπορεί να διαμορφώσει μια διαφορετική πολιτική. Αυτό θα συνεπαγόταν και τη δέσμευση του ΟΗΕ πάνω σε μια σειρά από πολιτικές αρχές και θέσεις που θα έδιναν ξανά νόημα στην έννοια της διεθνούς αλληλεγγύης, αρχές που προϋποθέτουν τόσο την πίεση της κοινωνίας των πολιτικών και των κοινωνικών κινημάτων, όσο και τη δράση κρατών ή συμμαχιών κρατών: έμφαση στον αφοπλισμό, καθιέρωση κανόνων απέναντι στην καταστροφή του περιβάλλοντος σε αντιπαράθεση με μια λογική αλόγιστου πλουτισμού, κατοχύρωση θεσμών ενάντια σε όλες τις μορφές διακρίσεων, σαφής οριοθέτηση από κάθε λογική θρησκευτικού ή θεολογικού φονταμενταλισμού, υπεράσπιση του κοσμικού και λαϊκού χαρακτήρα αυτών των αρχών.

Κριτικές παρατηρήσεις

Συνολικά, το βιβλίο του Μπαλιμπάρ έχει αναμφισβήτητο ενδιαφέρον και οι πολλές από τις παρατηρήσεις του είναι ιδιαίτερα εύστοχες. Αυτό, άλλωστε, είναι και αρκετά λογικό εάν αναλογιστούμε όλη τη σημαντική συνεισφορά του τα τελευταία 20 χρόνια πάνω στα ζητήματα του προσδιορισμού των δημοκρατικών δικαιωμάτων, τη σημασία της ιδιότητας του πολίτη, τις κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, το τεράστιο πρόβλημα που ανοίγουν οι μορφές του σύγχρονου ρατσισμού. Επιπλέον, ο Μπαλιμπάρ είναι πάντα προσεκτικός ως προς τον τρόπο που στέκεται απέναντι στις πιθανές αντιφάσεις διαφόρων θεωρητικών ή/και πολιτικών προτάσεων (στο συγκεκριμένο βιβλίο αυτό φαίνεται π.χ. στον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στη διεκδίκηση μιας διεθνούς δημόσιας τάξης ή στην αποστασιοποίησή του από τις θεωρητικές και πολιτικές ευκολίες σχημάτων όπως αυτό της κατά Νεγκρι και Χαρντ Αυτοκρατορίας ). Είναι, επίσης, σαφές ότι το βιβλίο αυτό διατυπώνει πολιτικές προτάσεις εντός ενός συγκεκριμένου συσχετισμού, δυνατότητες να γίνει κάπως καλύτερο το διεθνές τοπίο και όχι ένα συνολικό πρόγραμμα αντιπαράθεσης με τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό.

Αυτό όμως είναι και η αντίφαση του βιβλίου, καθώς φέρει έντονα τα χνάρια μιας προκαταβολικής αποδοχής συγκεκριμένων ορίων πάνω στο τι μπορεί να αποτελέσει σήμερα τμήμα μιας αριστερής πολιτικής παρέμβασης, αλλά και μιας επίσης προκαταβολικής απομάκρυνσης από τη δυνατότητα μιας συνεκτικής και συνολικής πολιτικής τοποθέτησης απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αποστασιοποιείται από μια εμμονή σε μια πολιτική της εργατικής τάξης ή του προλεταριάτου, η οποία κατά τη γνώμη του θα οδηγούσε σε παραλλαγές είτε αρχαϊστικού είτε φουτουριστικού οικονομισμού (σ. 189), κάτι που επεκτείνεται και σε όλες τις οριοθετήσεις του απέναντι σε μια κλασική εκδοχή κομμουνιστικής πολιτικής, την οποία διαρκώς ανάγει σε ένα παρελθόν που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η όλη έμφαση σε μια πολιτική της ιδιότητας του πολίτη και ό,τι αυτή συνεπάγεται φαίνεται σε κάποια σημεία να τίθεται σε αντιπαράθεση με τη διεκδίκηση μιας ταξικής πολιτικής. Μόνο που όσο δεν πρέπει να υποτιμούμε τα ζητήματα πολιτικών δικαιωμάτων, άλλο τόσο δεν πρέπει να ξεχνούμε τον καθορισμό τους από τους όρους υλικής αναπαραγωγής των μορφών ταξικής κυριαρχίας.

Σε επίπεδο ανάλυσης του σύγχρονου κόσμου, και παρότι το βιβλίο αυτό δεν είναι ένα κείμενο συνολικής ανάλυσης, αλλά πολύ περισσότερο ένα δοκίμιο πολιτικών σκέψεων, η τάση αυτή παίρνει τη μορφή μιας τήρησης αποστάσεων από τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε τον σύγχρονο κόσμο μέσα από όρους μιας κλασικής μαρξιστικής αντίληψης (π.χ. μέσα από μια αναζήτηση των δυναμικών του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού). Αυτό, όμως, έχει συνέπειες και ως προς τις συγκεκριμένες πολιτικές προτεραιότητες που θέτει ο Μπαλιμπάρ: ο τρόπος που αντιμετωπίζει την τρομοκρατία ή τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό ως αυτοτελή ζητήματα (και όχι ως αποτελέσματα συγκεκριμένων ταξικών συγκρούσεων, διακρατικών αντιθέσεων και ιμπεριαλιστικών στρατηγικών) είναι πολύ χαρακτηριστικός. Δεν απέχουν, όμως, έτσι και πολύ από έναν ιδεολογικό μέσο όρο που συχνά χρησιμοποιείται και για τη νομιμοποίηση των σύγχρονων ιμπεριαλιστικών πολιτικών και άρα δεν συνιστούν μια σαφή και πλήρη οριοθέτηση από την απολογητική τους.

Και αυτό οδηγεί τον Μπαλιμπάρ σε αναγκαστικές πολιτικές μετατοπίσεις: Ο τρόπος με τον οποίο αποδέχεται μια ορισμένη εκδοχή δημοκρατικού διακρατικού συντονισμού και για πρακτικές αστυνόμευσης απέναντι σε τρομοκρατικούς κινδύνους είναι μια τέτοια περίπτωση μετατόπισης. Εξίσου προβληματικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο θεωρεί λίγο-πολύ δεδομένη την οικοδόμηση της «Ενωμένης Ευρώπης», ενώ το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του στη δυνατότητα μιας άλλης διεθνούς δημόσιας τάξης ή για τη δυνατότητα ενός διαφορετικού προτύπου μεσολάβησης και επίλυσης συγκρούσεων. Σίγουρα ο Μπαλιμπάρ είναι ιδιαίτερα φιλοσοφικά οξυδερκής για να αποφεύγει αρκετές από τις παγίδες ενός διεθνοπολιτικού ιδεαλισμού, εντούτοις η τοποθέτησή του διαπερνάται από την ίδια την αντίφαση μιας προσπάθειας προτάσεων για τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος: με ποιο τρόπο μια πολιτική που εξ ορισμού θέλει να εκπροσωπήσει κοινωνικά συμφέροντα (τα συμφέροντα εν δυνάμει λαϊκών αντικαπιταλιστικών συμμαχιών) μπορεί να αρθρωθεί με όρους διεθνούς συμπεριφοράς αστικών κρατών και συνασπισμών τους (άρα θεσμικών αποκρυσταλλώσεων του μακροπρόθεσμου κεφαλαιοκρατικού συμφέροντος); Η υπογράμμιση που κάνει ότι μια διαφορετική, πιο δημοκρατική λειτουργία των διεθνών οργανισμών (ή νέων μορφών περιφερειακής συνεργασίας) απαιτεί και προϋποθέτει την παράλληλη δράση κρατών και κινημάτων, όσο σημαντική και αν είναι, κατά τη γνώμη μας δεν αρκεί. Και αυτό γιατί δεν κατορθώνει να δώσει την απαραίτητη έμφαση στην πραγματική πολιτική και θεσμική ασυμμετρία ανάμεσα σε κινήματα και αντιστάσεις από τη μια και κράτη από την άλλη.

Αυτό, άλλωστε, δίνει και ένα χαρακτήρα σημαντικής ασάφειας στις κατά τ’ άλλα ενδιαφέρουσες προτάσεις του γύρω από το σχήμα της Ευρω-Μεσογείου: ποιες κοινωνικές δυνάμεις και ποιες πολιτικές μορφές μπορούν να εγγυηθούν τη διαμόρφωση τέτοιων πολιτικών, από τη στιγμή που η σαφής ρήξη με τις επιθετικές καπιταλιστικές στρατηγικές που σήμερα αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποσιωπάται;

Και σε αυτό το σημείο η υπεράσπιση των στοιχείων μιας συγκρουσιακής δημοκρατίας που προτείνει, όσο ορθή και αν είναι απέναντι σε ένα φάσμα από αναδιαρθρώσεις και αυταρχικές μετατοπίσεις (που συχνά την έχουν περιορίσει), εντούτοις δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοσκοπό. Ακόμη περισσότερο δεν μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τις απαιτήσεις διεθνούς συμπεριφοράς. Ας αναφέρουμε μερικά παραδείγματα: Πόσο εύκολα μπορούμε να δεχτούμε την ίδια την έννοια της επέμβασης, έστω και ως μεσολάβησης σε μια σειρά από συγκρούσεις όπου σαφέστατα η «λύση» είναι η σαφής κατίσχυση του ενός πόλου απέναντι στον άλλο (π.χ. στη Μέση Ανατολή είναι σαφές ότι πρέπει να ηττηθεί η Ισραηλινή επιθετικότητα και να υπερισχύσει το δικαίωμα ύπαρξης ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους) και κατ’ επέκταση το ξεδίπλωμα πρακτικών διεθνιστικής αλληλεγγύης; Γιατί είναι αυτονόητη η έννοια της αντιτρομοκρατικής αστυνόμευσης, έστω και υπό δημοκρατικό έλεγχο, όταν είναι σαφές ότι πρόκειται ούτως ή άλλως για μια σαφέστατα αυταρχική τομή; Γιατί πρέπει να χαιρετίζουμε τη διεθνή ποινικοποίηση εσωτερικών πολιτικών πρακτικών όταν αυτή σαφέστατα κατατείνει στο να αποτελεί σημαντική όψη του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού παρεμβατισμού;

Βεβαίως, υπάρχει και η πιθανή αντίρρηση ότι οι διατυπώσεις του Μπαλιμπάρ, αναγκαστικά μετριασμένες και «μέσου βεληνεκούς», είναι αποτέλεσμα όχι τόσο μετατοπίσεων, όσο των αναγκαστικών ορίων που θέτει η πολιτική κρίση του εργατικού κινήματος και αρκετών θεμελιακών παραδοχών του και η ανάγκη να υπάρξει ξανά μια εφικτή πολιτική, έστω σε έναν ελάχιστο βαθμό, που θα επιτρέπει το ξεδίπλωμα ξανά ριζοσπαστικών διεκδικήσεων. Είναι αλήθεια ότι κανείς δεν θα είχε αντίρρηση να ζούσε σε έναν κόσμο με λιγότερους πολέμους και περισσότερη «συνεργασία». Μόνο που ένας τέτοιος κόσμος δεν θα έρθει μέσα από την επίκληση μιας καλύτερης και αρμονικότερης λειτουργίας του διεθνούς συστήματος, αλλά με την όξυνση των αγώνων, των αντιστάσεων, των κινημάτων που αμφισβητώντας συνολικά τις βασικές πλευρές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού (και τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις που αποτελούν την υλική μήτρα του) θα επιβάλλουν τη «συνεργασία» ως έναν αναγκαστικό (και διακυβευόμενο) συμβιβασμό.

Γι’ αυτό και επιμένουμε ότι η όλη προσπάθεια πολιτικής και θεωρητικής ανασύνθεσης που απαιτεί μια σύγχρονη Αριστερά έχει απαιτήσεις πολιτικής και ιδεολογικής οριοθέτησης απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική και εν προκειμένω όλες τις παραλλαγές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού (είτε αυτή του αμερικανικού ηγεμονισμού είτε αυτή ενός πιο ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού «ανθρωπισμού»). Και αυτό σε ό,τι αφορά τα συγκεκριμένα ερωτήματα σημαίνει άλλες προτεραιότητες πολύ πέρα από την επίκληση μιας πιο δημοκρατικής διαχείρισης του διεθνούς συστήματος: προτεραιότητα των κινημάτων και των αντιστάσεων απέναντι στα κράτη (άρα και ανεξαρτησία από αυτά), υπεράσπιση μιας σαφούς και συνολικής αρχής μη-επέμβασης απέναντι στον ιμπεριαλιστικό παρεμβατισμό και ριζική δυσπιστία απέναντι στη δράση των «διεθνών οργανισμών», πολιτική και ιδεολογική οριοθέτηση απέναντι στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», αναζήτηση μορφών και πρακτικών ενός σύγχρονου διεθνισμού.

 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή