Αντιφάσεις μιας δημοκρατικής ουτοπίας. Σημειώσεις πάνω στο Πλήθος των Negri και Hardt Εκτύπωση
Τεύχος 91, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2005


ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ NEGRI ΚΑΙ HARDT
του Παναγιώτη Σωτήρη


Εισαγωγή

Το Πλήθος είναι το καινούριο βιβλίο του Α. Νέγκρι και του M. Hardt. Όπως και η Αυτοκρατορία [1] είναι ένα βιβλίο μεγάλης κλίμακας, μια προσπάθεια συνολικού στοχασμού για το σύγχρονο κόσμο και τη δυνατότητα της κοινωνικής αλλαγής. Συμπυκνώνει και επεκτείνει ευρύτερες πολιτικές και θεωρητικές μετατοπίσεις ιδίως του Αντόνιο Νέγκρι. Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τα βασικά σημεία του Πλήθους καθώς και μια σειρά κριτικών παρατηρήσεων.

1. Τα βασικά σημεία του Πλήθους

1.1 Πόλεμος και δίκτυο

Το βιβλίο παίρνει ως αφορμή την τρέχουσα εκδοχή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος γίνεται ένα μόνιμο συστατικό στοιχείο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων [2]. Ο μεταμοντέρνος πόλεμος επιδεικνύει τα χαρακτηριστικά της μεταμοντέρνας παραγωγής, καθώς η ευελιξία, η κινητικότητα, η εξάρτηση από τις νέες τεχνολογίες αναπαράγονται τόσο στους χώρους της παραγωγής όσο και στο πεδίο των μαχών. Όμως η εξέλιξη του πολέμου δεν είναι άσχετη με την εξέλιξη των ίδιων των αντιστάσεων, αφού «η αντίσταση έχει προτεραιότητα απέναντι στην εξουσία» (Hardt/Negri 2005: 64). Αυτό φέρνει τους δυο συγγραφείς στη σημασία του δικτύου ως ενός κυρίαρχου προτύπου για τη διεξαγωγή των σημερινών κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων. Το δίκτυο επιτείνει τα δημοκρατικά στοιχεία που ήταν ήδη παρόντα στον ανταρτοπόλεμο, καθώς η δικτυακή οργάνωση παύει να είναι απλώς ένα μέσο, αλλά γίνεται περισσότερο ένας σκοπός καθαυτός.

Αυτή η έμφαση στο δημοκρατικό στοιχείο είναι ένα βασικό μοτίβο ολόκληρου του βιβλίου καθώς θεωρείται το βασικό πολιτικό θεμέλιο της πάλης του πλήθους (Hardt/Negri 2005: 90). Ουσιαστικά, η δημοκρατία ανάγεται σε ένα γενικό πρότυπο αυθόρμητης κοινωνικής αλληλεπίδρασης ατόμων και ενικοτήτων, που επιτρέπει την ανάδυση νέων κοινωνικών μορφών και πρακτικών [3] .

1.2 Η ανάδυση της βιοπολιτικής παραγωγής

Με αυτό τον τρόπο ερχόμαστε σε ένα βασικό ερώτημα: ποιο είναι το υλικό υπόβαθρο της ανάδυσης του πλήθους και του δημοκρατικού προγράμματός του; Για τους δύο συγγραφείς αυτό προκύπτει μέσα από τη μετάβαση από τη βιοεξουσία στη βιοπολιτική παραγωγή (Hardt/Negri 2005: 93). Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της μετάβασης είναι:

α) Γίνεται ηγεμονική η παραγωγή των άυλων αγαθών (ιδέες, σχέσεις, μορφές επικοινωνίας). Ηγεμονική δεν θα πει και στατιστικά πλειοψηφική: «Στην πραγματικότητα αυτοί που απασχολούνται στην άυλη παραγωγή δεν εκπροσωπούν παρά μόνο μια μικρή μειοψηφία του παγκόσμιου συνόλου. Αυτό που σημαίνει είναι περισσότερο ότι τα χαρακτηριστικά και τα γνωρίσματα της άυλης παραγωγής τείνουν να μετασχηματίζουν τις άλλες μορφές της εργασίας και τελικά ολόκληρη την κοινωνία» (Hardt/Negri 2005: 65).

β) Η παραγωγή ξεφεύγει από τα όρια της οικονομίας και εισβάλλει στο πολιτιστικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με μια παραγωγή ιδεών, γνώσεων και συναισθημάτων, η οποία δεν διαμορφώνει μόνο τα μέσα για την αναπαραγωγή της κοινωνίας, αλλά και με τρόπο άμεσο κοινωνικές σχέσεις, υποκειμενικότητες. «Αυτό που παράγεται σε αυτή την περίσταση δεν είναι μόνο υλικά αγαθά, αλλά πραγματικές κοινωνικές σχέσεις και μορφές ζωής. Ονομάζουμε αυτή τη μορφή παραγωγής βιοπολιτική» (Hardt/Negri 2005: 94).

1.3 Πλήθος, λαός, τάξη

Στη βάση αυτής της οντολογίας της καπιταλιστικής παραγωγής οι δύο συγγραφείς αντιπαραθέτουν την έννοια του πλήθους στην έννοια του λαού, που αποτέλεσε το θεμέλιο της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας. Ενώ ο λαός γίνεται αντιληπτός ως ένα, ως ένα λίγο πολύ ενιαίο πολιτικό σώμα (ή με μια διαφοροποίηση ανάλογη με τις διαφορές ανάμεσα στα μέλη του σώματος), το πλήθος «αποτελείται από ένα σύνολο ενικοτήτων» (Hardt/Negri 2005: 99) και συγκροτείται ως ενεργητικό κοινωνικό υποκείμενο ξεκινώντας από το κοινό αυτών των ενικοτήτων. Γι’ αυτό τον λόγο και αντί της μεταφοράς του πολιτικού σώματος, προτείνουν αυτήν της ζώσας σάρκας που αυτοκυβερνάται [4] .

Για τους δύο συγγραφείς το πλήθος παραμένει μια ταξική έννοια (Hardt/Negri 2005: 103), με την έννοια ότι και αυτό ορίζεται μέσα από συλλογικές πρακτικές αντίστασης. Διακρίνουν, όμως, την έννοια του πλήθους από την εργατική τάξη, καθώς θεωρούν ότι η τελευταία είναι μια περιοριστική έννοια, που στηρίζεται σε αποκλεισμούς και άρα δεν μπορεί να συμπεριλάβει το σύνολο των πρακτικών και των μορφών που αναλογούν στο πλήθος.

Η βασική διαφορά από έναν κλασικό ορισμό της εργατικής τάξης έγκειται στην ίδια τη διαφορά της βιοπολιτικής παραγωγής απέναντι στην κλασική καπιταλιστική εκμετάλλευση. Σε μια παραγωγή στην οποία ηγεμονεύει η άυλη παραγωγή, η εκμετάλλευση δεν συμπυκνώνεται στην απόσπαση υπεραξίας και δεν μετριέται με τον χρόνο της ατομικής ή συλλογικής εργασίας. Αντίθετα, η αξία παράγεται από μια συνεργατική εργασία, η οποία κυκλοφορεί στο πλαίσιο των κοινωνικών δικτύων και γίνεται κοινή αξία (Hardt/Negri 2005: 113). Η άυλη βιοπολιτική παραγωγή, που δεν παράγει τα μέσα της κοινωνικής ζωής αλλά την ίδια την κοινωνική ζωή, είναι επί της ουσίας «μη-μετρήσιμη» (immeasurable) (Hardt/Negri 2005: 146).

1.4 Κοινό και υποκειμενικότητα

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην έννοια του κοινού (common) [5] , αυτού που είναι το αποτέλεσμα συνεργασίας, αλλά και ταυτόχρονα δεν υπόκειται σε σχέσεις ατομικής ή αποκλειστικής ιδιοκτησίας. Αυτό οδηγεί σε μια σύλληψη της αξίας που είναι ταυτόχρονα κοινή και μοιρασμένη, ενώ ο βιοπολιτικός χαρακτήρας της παραγωγής υπερβαίνει τους παραδοσιακούς λογιστικούς μηχανισμούς. Γι’ αυτό τον λόγο και οι δύο συγγραφείς τείνουν προς μια σύλληψη της εκμετάλλευσης ως μιας διαδικασίας απόσπασης και απαλλοτρίωσης ενός συλλογικού δημιουργικού δυναμικού (Hardt/Negri 2005: 140-153). Η ανάδυση του κοινού προκύπτει μέσα από την κεντρικότητα της επιτελεστικότητας (perfomativity [6]) μέσα στην άυλη παραγωγή. Αυτή η ιδιαίτερη επιτελεστική ικανότητα του πλήθους αποτελεί και το βασικό διακύβευμα του κοινωνικού ανταγωνισμού κατά τους δύο συγγραφείς, καθώς η εκμετάλλευση συνίσταται στον έλεγχο αυτών των διαδικασιών από την εξουσία του κεφαλαίου (Hardt/Negri 2005: 201-202).

Αυτή, όμως, η τροποποίηση του τρόπου σύλληψης της εκμετάλλευσης σημαίνει και μια αλλαγή στην εικονογραφία της εργατικής τάξης. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι επιστρέφουν στην έννοια του φτωχού [7] ως μια εικόνα που αποδίδει καλύτερα την εικόνα των πραγμάτων και των αλλαγών που φέρνει η προσωρινότητα και η κινητικότητα της μεταφορντικής παραγωγής και η διαμόρφωση νέων γκρίζων ζωνών μέσα στους χώρους εργασίας. Γι’ αυτό τον λόγο και υποστηρίζουν ότι δεν επαρκεί πλέον η παραδοσιακή μορφή του συνδικάτου (Hardt/Negri 2004: 170)

Βιοπολιτική παραγωγή σημαίνει πάνω από όλα παραγωγή υποκειμενικοτήτων, νέων μορφών υποκειμενικότητας και κοινωνικής συνεργασίας, που διαμορφώνουν, κατά τους δύο συγγραφείς, έναν νέο τρόπο εκμετάλλευσης. Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία επικοινωνιακής κοινωνικής, αλληλεπίδρασης που (ανα)παράγει άυλα αγαθά (στάσεις, συμπεριφορές, έννοιες, τρόπους ζωής) και βρίσκεται υπό τον διαρκή κίνδυνο της βίαιης απόσπασης από τους φορείς του κεφαλαίου [8]. Αυτή η παραγωγή υποκειμενικοτήτων οδηγεί σε μια συνεχή παραγωγή νέων κοινωνικών ταυτοτήτων και αυτό μπορεί να αποδοθεί και με την έννοια των «τεράτων» [9] .

1.5 Η δημοκρατία ως βασικός στόχος

Αυτά τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής οργάνωσης αποτυπώνονται και στα χαρακτηριστικά των αγώνων που ξεσπούν τα τελευταία χρόνια: «το κοινό κινητοποιείται στην επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικούς τοπικούς αγώνες» (Hardt/Negri 2005: 213), κάτι που αποτυπώθηκε σε έναν ολόκληρο κύκλο αγώνων από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Αυτό θέτει το ερώτημα μιας νέας Αριστεράς, καθώς το πλήθος ως έννοια συμβάλλει στην «επανεφεύρεση της έννοιας της Αριστεράς» (Hardt/Negri 2005: 220). Επιμένουν στην ανάγκη ενός μετασοσιαλιστικού και μεταφιλελεύθερου προγράμματος, που θα έρχεται σε ρήξη με τις παραδόσεις και τους προσδιορισμούς του εργατικού κινήματος και των μοντέλων του, τόσο για την πολιτική όσο και για την παραγωγή.

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δούμε το πλήθος και υπό τις δύο έννοιές του: Και ως το μόνιμο στοιχείο μιας τάσης της ανθρωπότητας προς την ελευθερία και την αντίσταση στην εξουσία και ως μια συγκεκριμένη σύγχρονη ιστορική δυνατότητα σήμερα ως «ένα σχέδιο πολιτικής οργάνωσης [που] κατά συνέπεια δεν μπορεί παρά να πραγματοποιηθεί μέσω πολιτικών πρακτικών» (Hardt/Negri 2005: 226).

Το θέμα των πολιτικών πρακτικών οδηγεί στο ζήτημα της δημοκρατίας ως κεντρικής έννοιας για τον επαναπροσδιορισμό της πολιτικής δράσης του πλήθους. Αυτό απαιτεί την επανεξέταση της διαδρομής –και των αντιφάσεων– της σύγχρονης δημοκρατίας, όπως τουλάχιστον αναδύθηκε μετά τον 18ο αιώνα. Γι’ αυτό και μιλούν για ένα ανολοκλήρωτο δημοκρατικό σχέδιο της νεωτερικότητας (Hardt/Negri 2005: 237). Παράλληλα, κάνουν έναν απολογισμό της «μη πραγματοποιημένης δημοκρατίας του σοσιαλισμού» (Hardt/Negri 2005: 249), εντοπίζοντας τόσο τη σημασία που είχαν οι δημοκρατικές παραδόσεις και η προσπάθεια για καταστροφή της διάκρισης ανάμεσα στην κυρίαρχη εξουσία και την κοινωνία, οι συμβουλιακές παραδόσεις για την άμεση διαχείριση της παραγωγής, οι πειραματισμοί για μια διαφορετική λειτουργία του δικαίου. Εκτιμούν, όμως, ότι σε μεγάλο βαθμό η σοσιαλιστική παράδοση έμεινε εγκλωβισμένη εντός μιας εργαλειακής θεώρησης της οικονομικής ορθολογικότητας και της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Γι’ αυτό υποστηρίζουν ότι απαιτούνται «νέες μορφές δημοκρατίας που να πηγαίνουν πέρα από την αντιπροσώπευση» (Hardt/Negri 2005: 255). Αυτό δίνει σημασία στην επικοινωνία και τη διαρκή ανασημοσιοδότηση που αυτή περιλαμβάνει, καθώς γίνεται βασική πλευρά της βιοπολιτικής παραγωγής [10] .

1.6 Παράπονα και διεκδικήσεις

Για να αρθρώσουν τώρα ένα πλέγμα βασικών δημοκρατικών –όπως τις ορίζουν οι ίδιοι– διεκδικήσεων, οι δύο συγγραφείς χρησιμοποιούν ένα παράδειγμα από την προεπαναστατική Γαλλία: τα Τετράδια Παραπόνων (Cahiers de doleances), τα οποία συντάσσονταν με τα αιτήματα των τάξεων προς τον Βασιλιά. Σ’ αυτή τη βάση προσπαθούν να κατατάξουν τα σημαντικότερα σύγχρονα προβλήματα.

Ξεκινούν έτσι με παράπονα σχετικά με το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης σε παγκόσμια κλίμακα, που εξειδικεύονται στο ερώτημα των μηχανισμών αντιπροσώπευσης εντός των διεθνών οργανισμών και το γεγονός ότι ο σύγχρονος φιλελευθερισμός, σε γενικές γραμμές, δεν εγγυάται την αντιπροσώπευση. Συνεχίζουν τα παράπονα που αφορούν τα δικαιώματα και τη δικαιοσύνη. Υποστηρίζουν ότι η πραγματική ισχύς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν είναι καθολική, όσο εξαρτάται από την καλή θέληση των πιο ισχυρών κρατών και δεν υπάρχει μια ανάλογη διεθνής θεσμική υπόσταση (Hardt/Negri 2005: 275). Κάνουν έτσι έναν κριτικό απολογισμό των διαφορετικών θεσμών που προεικονίζουν μια μορφή δικαιοσύνης έξω από τα όρια των εθνικών κρατών: α) Τις διάφορες «επιτροπές αλήθειας» που δημιουργούνται ύστερα από εμφύλιες συρράξεις ή μακρόχρονες δικτατορίες. β) Τις περιπτώσεις των ad hoc διεθνών ποινικών δικαστηρίων. γ) Το πιο γενικό ερώτημα των μόνιμων διεθνών ποινικών δικαστηρίων. Σε κάθε περίπτωση θεωρούν ότι τέτοιες κατευθύνσεις δύσκολα μπορούν να φέρουν αποτελέσματα, εξαιτίας της άρνησης των ΗΠΑ να νομιμοποιήσουν διεθνείς δικαστικούς μηχανισμούς και της ανάδυσης θεσμών και πρακτικών ενός ιδιαίτερα αρπακτικού νεοφιλελεύθερου και νεοσυντηρητικού «αυτοκρατορικού δικαίου» (Hardt/Negri 2005: 277).

Ως προς τα οικονομικά παράπονα αναδεικνύουν τη σημασία της φτώχιας και της πείνας για ένα τεράστιο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, που επιτείνεται από το φαύλο κύκλο του χρέους του Τρίτου Κόσμου. Υπογραμμίζουν τη δύναμη του χρηματιστικού κεφαλαίου και τις μικρές δυνατότητες εθνικής ρύθμισης απέναντί του. Εντοπίζουν, όμως, και μια άλλη διάσταση του χρηματιστικού κεφαλαίου: μπορούμε να το θεωρήσουμε μια «γενική αναπαράσταση των μελλοντικών κοινών παραγωγικών δυνατοτήτων μας» (Hardt/Negri 2005: 281) και να διακρίνουμε στην ισχύ του μια παραμορφωμένη και ανεστραμμένη έκφανση της αναδυόμενης μορφής του πλήθους, μια έκφραση της αυξανόμενης κοινωνικοποίησης που φέρνει η ανάπτυξη του κεφαλαίου.

Τέλος, στέκονται σε αυτό που ορίζουν ως «βιοπολιτικά παράπονα» (Hardt/Negri 2005: 282): α) την καταστροφή του περιβάλλοντος, β) τον έλεγχο της επιστημονικής γνώσης, της παραγωγής και της χρήσης των αποτελεσμάτων της, γ) τον πόλεμο, καθώς η ειρήνη γίνεται η έσχατη βιοπολιτική απαίτηση, αυτή που αντιτίθεται στην καταστροφή και το θάνατο.

Συνολικά, θεωρούν ότι όλα αυτά τα πεδία ορίζουν τις δυνατότητες των αγώνων και την οντολογική δυνατότητα της ανθρώπινης χειραφέτησης [11]. Θεωρούν, μάλιστα, ότι σήμερα δεν τίθεται κάποια αντίφαση ανάμεσα στη μεταρρύθμιση και την επανάσταση (Hardt/Negri 2005: 289), θεωρώντας ότι είναι τόσο μεγάλοι και τόσο έντονοι οι μετασχηματισμοί που λαμβάνουν χώρα στον σύγχρονο κόσμο, ώστε ακόμη και μεταρρυθμιστικές προτάσεις μπορούν να επιφέρουν επαναστατικές αλλαγές.

Ξεκινούν έτσι από το ερώτημα της μεταρρύθμισης των διεθνών οργανισμών και ειδικά του ΟΗΕ. Εκτιμούν ότι μια σειρά από μεταρρυθμίσεις που αφορούν τη λειτουργία του, όπως είναι η μείωση των εξουσιών του Συμβουλίου Ασφαλείας, η καλύτερη λειτουργία και αναβάθμιση της Γενικής Συνέλευσης, παρότι είναι θετικές προτάσεις, δεν απαντούν στο βασικό πρόβλημα. Ως καλύτερο παράδειγμα μιας διεθνούς διαδικασίας συλλογικής απόφασης προτείνουν το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ (ΠΚΦ): «Το παράδειγμα του ΠΚΦ δείχνει περισσότερο ότι ένα σύνολο μη κρατικών φορέων (όπως οι ΜΚΟ) μπορούν να βρεθούν μαζί και να έχουν συζήτηση πραγματική και ουσιαστική, δείχνοντας τις πιθανές κατευθύνσεις για να καταστεί εφικτός ένας παγκόσμιος πολιτικός οργανισμός» (Hardt/Negri 2005: 294). Ως προς τις προτάσεις για διεθνείς ή παγκόσμιες συνταγματικές μορφές, θεωρούν ότι δεν απαντούν στο πρόβλημα των όρων της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, ακριβώς γιατί στηρίζονται σε ένα πρότυπο δημοκρατικής δράσης εντός των εθνικών κρατών και όχι στις νέες δυνατότητες που ανοίγει η σύγχρονη βιοπολιτική παραγωγή (Hardt/Negri 2005: 295).

Ως προς τις οικονομικές διεκδικήσεις στέκονται κριτικά σε μεταρρυθμίσεις όπως ο φόρος Tobin, που στηρίζονται κυρίως σε μέτρα που θα πάρουν οι εκπρόσωποι των εθνικών κρατών (Hardt/Negri 2005: 300-301) και σε μια προσπάθεια ρύθμισης της οικονομικής ζωής. Θεωρούν, όμως, ότι υπάρχει και μια δεύτερη στρατηγική, που, αντί να διεκδικεί τον έλεγχο, προσπαθεί να περιορίσει τις αρνητικές μορφές οικονομικού και πολιτικού ελέγχου. Ως τέτοια πεδία θεωρούν το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων και το τεράστιο πρόβλημα που δημιουργεί ο έλεγχος των ευρεσιτεχνιών σε ό,τι αφορά την επιστημονική παραγωγή και η λογική του copyright για την πνευματική δημιουργία και το λογισμικό. Θεωρούν πραγματικές εναλλακτικές προτάσεις είτε τις λογικές που αντιτίθεται στον έλεγχο των πνευματικών δικαιωμάτων, όπως είναι η εναπόθεση πνευματικών δημιουργημάτων υπό τους όρους του Creative Commons [12], είτε τα ανοιχτά ως προς τα πνευματικά δικαιώματα, αλλά και ως προς τη δυνατότητα τροποποίησης του κώδικα, λογισμικά Open Source [13]. Σε κάθε περίπτωση επιμένουν ότι το κομβικό για κάθε οικονομική μεταρρύθμιση είναι η επανιδιοποίηση ή η δημιουργία του κοινού. H απελευθέρωση των κοινών δημιουργικών δυνατοτήτων αντιμετωπίζεται ως η μόνη απάντηση προς τις ιδιωτικοποιήσεις που δεν θα παλινδρομεί προς μια κρατική λογική [14] :

Ως προς τις βιοπολιτικές διεκδικήσεις επιμένουν στο αίτημα του τερματισμού του πολέμου, τονίζουν τη σημασία της αλληλεγγύης και της «διπλωματίας από τα κάτω» των κινημάτων, αλλά και τη διαμόρφωση θεσμών ελεύθερης επικοινωνίας και έκφρασης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δίκτυο των Indymedia. Συνολικά επιμένουν στην οντολογική δυνατότητα παραγωγής μιας εναλλακτικής κοινωνίας που συμπυκνώνει η σύγχρονη βιοπολιτική παραγωγή (Hardt/Negri 2005: 305-306).

1.7 Μια νέα δημοκρατική ουτοπία

Οι δύο συγγραφείς προχωρούν στην προβολή μιας σύγχρονης δημοκρατικής ουτοπίας. Υποστηρίζουν ότι οι μεταρρυθμίσεις που απαρίθμησαν προσκρούουν σε μεγάλα εμπόδια και δεν συγκροτούν καθαυτές τη βάση μιας πραγματικής δημοκρατίας. Απαιτείται να επαναπροσδιοριστεί η ίδια η έννοια της δημοκρατίας και προτείνουν μια επιστροφή στο 18ο αιώνα, όταν οι τότε επαναστάτες «δεν ονόμαζαν δημοκρατία ούτε εξουσία του πρωτοπόρου κόμματος, ούτε την εξουσία εκλεγμένων αξιωματούχων των οποίων η υπευθυνότητα ενώπιον του πλήθους είναι περιστασιακή και περιορισμένη. Γνώριζαν ότι η δημοκρατία είναι μια πρόταση ριζοσπαστική και απόλυτη που απαιτεί την κυβέρνηση όλων από όλους» (Hardt/Negri 2005: 307). Άρα πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τη δημοκρατία μέσα από προηγούμενα μοντέλα της και να υπερβούμε τα παραδεδομένα πρότυπα του εθνικού κράτους, της ελεύθερης αγοράς, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, του σοσιαλισμού.

Έτσι, οι δύο συγγραφείς επιμένουν ότι χρειάζεται μια νέα έννοια της δημοκρατίας, που να ενσωματώνει τον αναγκαστικά πληθυντικό χαρακτήρα του πλήθους και το γεγονός ότι αυτό δεν μπορεί να αναχθεί σε μια ενότητα, σε μια ενική οντότητα. Η άρνηση της λογικής του ενιαίου πολιτικού σώματος είναι η πρώτη διαφορά από την έννοια της δημοκρατίας του 18ου αιώνα. [15] . Η δεύτερη είναι ότι ως βάση δεν πρέπει να λαμβάνεται το άτομο, αλλά το κοινό ως «το κοινό σύνολο των βιοπολιτικών παραγωγικών σχέσεων» (Hardt/Negri 2005: 310), ως η δυνατότητα το σύνολο του πλήθους να διαχειριστεί την κληρονομιά της ανθρωπότητας και τη μελλοντική παραγωγή αγαθών και ιδεών. Η τρίτη διαφορά είναι η άρνηση του πολέμου όλων εναντίων όλων ως θεμέλιου που νομιμοποιεί την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας και άρα την ανάθεση εξουσίας σε κάποιον κυρίαρχο. Αντίθετα, η δημοκρατία του πλήθους θέτει ως πρώτη και βασική προϋπόθεσή της την ειρήνη. Επιμένουν ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στις αντιφάσεις μεταξύ της αμερικανικής μονομέρειας και των διαφορετικών στρατηγικών των σύγχρονων αριστοκρατιών (π.χ. των Διεθνών Οργανισμών) και τη δράση του πλήθους δημιουργεί δυνατότητες να προταθούν «συντακτικές διαδικασίες εναλλακτικές, που δε θα έχουν πια το πρόσωπο της καπιταλιστικής προσταγής, αλλά θα ακολουθούν τους ρυθμούς της χειραφέτησης» (Hardt/Negri 2005: 323).

Με αυτό τον τρόπο φτάνουν στην προγραμματική κορύφωση του βιβλίου, το κεφάλαιο που τιτλοφορείται Η δημοκρατία του πλήθους. Ξεκαθαρίζουν, όμως, από την αρχή ότι δεν σκοπεύουν να προσφέρουν «ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσης προς χρήση του πλήθους, αλλά περισσότερο προσπαθούμε να διαμορφώσουμε τις εννοιολογικές βάσεις πάνω στις οποίες μπορεί να σταθεί ένα νέο δημοκρατικό σχέδιο» (Hardt/Negri 2005: 328). Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι αυτό της σχέσης ανάμεσα σε κυριαρχία (sovereignty) και δημοκρατία, γιατί το πλήθος δεν μπορεί να είναι κυρίαρχο.

Κατά τους δύο συγγραφείς, η αντίφαση βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής παραγωγής, καθώς αυτοί που υπόκεινται στην εκμετάλλευση δεν είναι αδύναμα θύματα, είναι η ίδια η πηγή του πλούτου, άρα αποτελούν ένα «υποκείμενο κεντρικό, παραγωγικό και ισχυρό» (Hardt/Negri 2005: 333). Ο διπλός χαρακτήρας της κυριαρχίας, αυτή η εξάρτηση της κυρίαρχης εξουσίας από όσους υπόκεινται σε αυτή, είναι μια αντίφαση που γίνεται ακόμη πιο έντονη στην εποχή της Αυτοκρατορίας. Αυτό επιτείνεται και από το γεγονός ότι κατά τους δύο συγγραφείς η μετάβαση στη βιοπολιτική παραγωγή αίρει τη διάκριση ανάμεσα στην οικονομική εκμετάλλευση και την πολιτική κυριαρχία, καθώς δεν παράγονται πλέον μόνο αγαθά αλλά και πληροφορίες, επικοινωνία, συνεργασία, κοινωνικές σχέσεις και μορφές (Hardt/Negri 2005: 334). Η πολιτική σχέση της κυριαρχίας αρχίζει να προσομοιάζει στη σχέση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία. Ως αποτέλεσμα η αυτοκρατορική εξουσία δεν εξαρτάται μόνο από την υποταγή ή τη συναίνεση των υπηκόων της, αλλά και από την παραγωγικότητά τους, καθώς εξαρτάται, όλο και περισσότερο, από τα δημιουργικά παραγωγικά δίκτυα του πλήθους.

Η αυτοκρατορική εξουσία έχει και άλλη μία κρίσιμη πρωτοτυπία: μια «απεριόριστη φύση» (Hardt/Negri 2005: 335), καθώς, σε αντίθεση με άλλες μορφές κυριαρχίας, επεκτείνεται και αφορά το σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού, που συμμετέχει στα παραγωγικά ή καταναλωτικά δίκτυα που τη συγκροτούν, και διαμορφώνει μια πραγματικά παγκόσμια κοινωνία. Αυτό έχει μια κρίσιμη συνέπεια: ο αποκλεισμός γίνεται μια αντιπαραγωγική πρακτική? η αυτοκρατορία δεν έχει τη δυνατότητα να αποκλείσει κάποιους (και τις αντιστάσεις τους) και να τους θέσει εκτός των ορίων της [16] .

Αυτό σημαίνει έναν όλο και πιο παρασιτικό χαρακτήρα της κυριαρχίας ως προς το πλήθος, ενώ αναδεικνύεται, πολύ περισσότερο, η δυνατότητα κοινωνικής και πολιτικής αυτοδιεύθυνσης. Ουσιαστικά, προτείνεται ως θεμέλιο μιας διαφορετικής δημοκρατίας του πλήθους η ικανότητα συλλογικής δημιουργικότητας και εφευρετικότητας που αναδεικνύεται εντός του ίδιου του πλαισίου της σύγχρονης βιοπολιτικής παραγωγής: «Το γεγονός της οικονομικής καινοτομίας στο εσωτερικό των δικτύων, μπορεί να είναι ένα πιο διαφωτιστικό μοντέλο για τη διαδικασία πολιτικής απόφασης του πλήθους» (Hardt/Negri 2005: 338-339). Γι’ αυτό και ξαναγυρνούν στη συνεργατική παραγωγή λογισμικού και καινοτομιών που αναπτύσσεται στα πλαίσια του κινήματος Open Source, υποστηρίζοντας ότι «μπορούμε να δούμε τη δημοκρατία του πλήθους ως μια κοινωνία Open Source, δηλαδή μια κοινωνία στην οποία ο βασικός κώδικας έχει αποκαλυφθεί, για να μπορούμε όλοι να εργαστούμε συνεργατικά για την επίλυση των προβλημάτων και για να δημιουργήσουμε πιο αποδοτικά κοινωνικά προγράμματα» (Hardt/Negri 2005: 340). Αυτό σημαίνει ολοκληρωτική ρήξη με τη λογική της υποχρέωσης και έμφαση στην ανυπακοή και τη διαφορά ως αναγκαίες προϋποθέσεις, μια που η δημοκρατία γίνεται πραγματικά δυνατή, μόνο όταν το πλήθος καταστεί ικανό να αυτοκυβερνηθεί.

Και αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει και μια δημοκρατική χρήση της βίας, ριζικά αντίθετη προς τη λογική του πολέμου που αντιστοιχεί στην κυριαρχία. Αυτό σημαίνει την υποταγή της στρατιωτικής δράσης στην πολιτική, τον αμυντικό χαρακτήρα της, τη δημοκρατική φύση της απόφασης. Χρειάζεται, επίσης, η αναζήτηση νέων τρόπων διεκδίκησης και διαμαρτυρίας.

Εκτός, όμως, από την οντολογία της βιοπολιτικής παραγωγής, την έμφαση στο κοινό και την κοινωνιολογία των συνεργατικών και επικοινωνιακών πλευρών της κοινωνικής εργασίας, απαιτείται και ο προσδιορισμός των πολιτικών όρων ανάδυσής της, των τρόπων με τους οποίους ασκείται η συντακτική εξουσία του πλήθους και του διαφορετικού χαρακτήρα που έχει ως πολιτική απόφαση [17]. Απαιτείται ένα θεωρητικό υπόδειγμα για τη δημοκρατική δράση και συγκρότηση του πλήθους, ή, όπως το ορίζουν οι δύο συγγραφείς, μια «νέα επιστήμη» (Hardt/Negri 2005: 353), και να συγκεραστούν δύο διαφορετικές θεωρητικές και πολιτικές κατευθύνσεις. Αφενός, η απαίτηση της καταστροφής της κυριαρχίας, που ήταν κεντρική και στο κομμουνιστικό και στο αναρχικό κίνημα, όπως αποτυπώθηκε στο αίτημα της κατάργησης του κράτους στο Κράτος και Επανάσταση του Λένιν. Αφετέρου, η παράδοση των πολλαπλών συνταγματικών εγγυήσεων και θεσμικών μορφών, όπως αποτυπώθηκε στα κείμενα του Madison και συνολικά του διαλόγου για το Αμερικανικό Σύνταγμα.

Η δυνατότητα να συνταιριαστούν αυτές οι παραδόσεις βρίσκεται στο ίδιο το υπόβαθρο της δράσης του πλήθους: «Οι θεσμοί της δημοκρατίας πρέπει σήμερα να συμπέσουν με τα επικοινωνιακά και συνεργατικά δίκτυα που αενάως παράγουν και αναπαράγουν την κοινωνική ζωή» (Hardt/Negri 2005: 355). Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει η επανάσταση του πλήθους να αποφύγει την εκδοχή του Θερμιδώρ, την επανίδρυση μιας καταπιεστικής εξουσίας και συνολικά θα έχει τις αναγκαίες θεσμικές διαδικασίες και τους συνταγματικούς μηχανισμούς, για να αποφύγει τα λάθη προηγούμενων επαναστάσεων.

Το βιβλίο τελειώνει με μια έντονη ιστορική αισιοδοξία, ότι συμπυκνώνονται όροι για μια ριζική κοινωνική τομή:

«Μετά από αυτή τη μεγάλη εποχή της βίας και των αντιφάσεων, του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου, της διαφθοράς της αυτοκρατορικής βιοεξουσίας και του ασταμάτητου μόχθου του βιοπολιτικού πλήθους, η εκπληκτική συσσώρευση παραπόνων και προτάσεων μεταρρύθμισης πρέπει, κάποια στιγμή, να μετασχηματιστεί σε ισχυρό γεγονός, σε ριζοσπαστική εξεγερτική διεκδίκηση. Μπορούμε εδώ και τώρα να αναγνωρίσουμε ότι ο χρόνος μοιράζεται ανάμεσα σε ένα παρόν που είναι ήδη νεκρό και ένα μέλλον που είναι ήδη ζωντανό –και η ανοιχτή άβυσσος ανάμεσά τους δε σταματά να μεγαλώνει. Όταν έρθει η στιγμή, ένα γεγονός θα μας σπρώξει σαν βέλος προς αυτό το ζωντανό μέλλον. Αυτή θα είναι η πραγματική πράξη πολιτικής αγάπης» (Hardt/Negri 2005: 358).

2. Κριτική θεώρηση

2.1 Η απομάκρυνση από τη μαρξιστική θεωρία της εκμετάλλευσης

Από την παρουσίαση που προηγήθηκε, γίνεται σαφές ότι το βιβλίο στηρίζεται στη θεωρητική έμφαση στην υπόθεση ότι έχει επιτευχθεί η ηγεμονία της άυλης παραγωγής πληροφοριακών και επικοινωνιακών αγαθών στο σύγχρονο καπιταλισμό. Η άποψη αυτή ολοκληρώνει, ουσιαστικά, μια σειρά μετατοπίσεων και την απομάκρυνση κυρίως του Νέγκρι από βασικά στοιχεία μιας μαρξιστικής θεωρίας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Σε μια πρώτη φάση της δουλειάς του Νέγκρι, αυτή των προγραμματικών κειμένων του εργατισμού, το γενικό πλαίσιο της απόσπασης υπεραξίας, ως της ειδικά καπιταλιστικής μορφής εκμετάλλευσης, γινόταν σε γενικές γραμμές αποδεκτό, με την εξαίρεση μιας ιδιαίτερης έμφασης στην προτεραιότητα της εργατικής αντίστασης ως μοχλού που κινητοποιεί την εξέλιξη του καπιταλισμού και τις μεταλλαγές του (Negri 1988, Παντσιέρι / Νέγκρι / Τρόντι χ.χ.έ). Σε μια επόμενη φάση, σχηματικά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, αυτό πήρε μια διαφορετική μορφή μέσα από το θεωρητικό σχήμα του κοινωνικού εργάτη (Νέγκρι 1983). Αυτό στηρίχθηκε σε μια σειρά από μετατοπίσεις: Η πρώτη αφορούσε την ανάγνωση των Grundrisse ως του βασικού κειμένου που εμπεριέχει την «αλήθεια» του Μαρξ, θεωρούμενη ως θεωρία της διαρκούς αντίστασης της εργατικής υποκειμενικότητας απέναντι στους μηχανισμούς της καπιταλιστικής πραγματικής υπαγωγής της εργασίας, ενώ η νεκρή εργασία αντιμετωπίζεται ως το οντολογικό αντίπαλο άκρο της ζωντανής εργασίας (Negri 1991). Ειδική έμφαση δόθηκε στο περίφημο απόσπασμα για τις μηχανές από τα Grundrisse (Marx 1973: 690-712), ένα κείμενο στο οποίο διαρκώς επανέρχονται τόσο ο Νέγκρι όσο και οι υπόλοιποι θεωρητικοί του εργατισμού. Το απόσπασμα αυτό, ένα ιδιαίτερα πυκνό και μάλλον αντιφατικό κείμενο, μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους: Ο πρώτος είναι να διαβαστεί ως μια διατριβή πάνω στην αυξανόμενη σημασία της νεκρής εργασίας, της τεχνικής και των εφαρμογών της επιστήμης μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή. Ο δεύτερος, τον οποίο προκρίνουν οι εργατιστές και ο Νέγκρι, είναι να ερμηνευθεί ως περιγραφή μιας φάσης στην εξέλιξη της καπιταλιστικής παραγωγής κατά την οποία αναδεικνύεται η συλλογική νόηση (general Intellect) των εργαζομένων ως μια κοινωνικοποιημένη συλλογική παραγωγική δύναμη, έκφραση του κοινωνικού ατόμου, ως ένα συλλογικό παραγωγικό πλεόνασμα το οποίο προσπαθεί να καθυποτάξει το κεφάλαιο [18] .

Αυτό σταδιακά οδηγεί σε μια αντίληψη ότι η καπιταλιστική παραγωγή διαχέεται στο σύνολο της κοινωνίας και σε κάθε στιγμή της κοινωνικής ζωής, πέραν της διάκρισης ανάμεσα σε παραγωγή και αναπαραγωγή. Η εργατική αντίσταση και υποκειμενικότητα συμπυκνώνεται πρωτίστως σε αυτό που όρισαν ως αυτοαξιοποίηση (Νέγκρι 1986, Negri 1991), ένα συνδυασμό ανάμεσα στην άρνηση της εκμετάλλευσης και ποικίλους μηχανισμούς ατομικής και συλλογικής αυτοβελτίωσης και αυτοπραγμάτωσης.

Αυτή η υπέρβαση της θεωρίας της εκμετάλλευσης οδηγεί στη διατύπωση, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ενός σχήματος για την ανάπτυξη δύο χρόνων εντός της καπιταλιστικής παραγωγής: του καπιταλιστικού χρόνου, που είναι μετρήσιμος και ποσοτικοποιημένος και ως τέτοιος συγκροτεί τη δυνατότητα να υπολογιστεί η εκμετάλλευση, και του ελεύθερου δημιουργικού χρόνου της ζωντανής εργασίας (Negri [1981] 2003). Σε αυτή τη βάση θα αρνηθεί, επί της ουσίας, την ίδια την έννοια της υπεραξίας, θεωρώντας ότι αυτή δεν είναι παρά μια «λογιστική» δυνατότητα, που συγκροτείται από την ίδια την καπιταλιστική εκμετάλλευση του χρόνου της ζωντανής εργασίας, και όχι ένα αντικειμενικό μέτρο της εκμετάλλευσης.

Στηριζόμενες σε αυτές τις μετατοπίσεις ο Νέγκρι εγκατέλειπε σταδιακά ένα σχήμα θεωρίας της αξίας και της υπεραξίας. Αντίθετα, έτεινε όλο και περισσότερο προς ένα σχήμα όπου από τη μια υπάρχει η καπιταλιστική εξουσία, ως προσπάθεια υποταγής μιας δημιουργικής δύναμης, και από την άλλη η ζωντανή εργασία, ως μια ιδιότυπη ζώσα ουσία που μετασχηματίζει προϊόντα και κοινωνικές μορφές και η οποία απειλείται από την εχθρική αντικειμενοποίηση από τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Έχει ενδιαφέρον ότι η μορφή της συλλογικής παραγωγικής ικανότητας και η τρέχουσα οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής αντιμετωπίζονται ως ούτως ή άλλως θετικές, ως εκφράσεις της προλεταριακής ικανότητας για αυτοαξιοποίηση που υπάγεται στις δομές της καπιταλιστικής εξουσίας και αντίληψης του χρόνου.

Σε αυτό το σχήμα, ήδη από τη δεκαετία του 1980, ο Νέγκρι δίνει όλο και μεγαλύτερη έμφαση στις νέες πληροφοριακές μορφές και τεχνολογίες, η εμφάνιση των οποίων θεωρεί ότι αποδεικνύει, ακόμη περισσότερο, την επάρκεια του σχήματος του κοινωνικού εργάτη και τις ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες αυτοαξιοποίησής του (Negri 1989), ενώ εκτιμά ότι το κεφάλαιο προσπαθεί περισσότερο να καθυποτάξει, παρά να οργανώσει αυτή την αυτόνομη παραγωγική δυναμική [19]. Επιπλέον, όλο και περισσότερο θα αρχίσει να θεωρεί ότι στην πρωτοπορία των αλλαγών και των κινημάτων βρίσκονται εκείνοι ακριβώς που σχετίζονται με την παραγωγή και χρήση των νέων τεχνολογιών (Hardt/Negri 1994).

Έτσι, θα υπάρξει μια κρίσιμη αντιστροφή: μια σειρά από καθοριστικές αλλαγές στο εργασιακό τοπίο, όπως είναι η προσωρινότητα, η κινητικότητα, η ανάγκη πολυλειτουργικής προσαρμογής σε πολλά και διαφορετικά καθήκοντα, θα θεωρούνται όχι αποτελέσματα κρίσιμων τομών και αναδιαρθρώσεων στην παραγωγή αλλά εκφράσεις ενός νομαδικού χαρακτήρα εγγενούς στην τρέχουσα μορφή του πληροφοριακού προλεταριάτου (Hardt/Negri 2000).

Σε αυτό το υπόβαθρο, και μέσα από την εισαγωγή της έννοιας του πλήθους, διαμορφώνεται η τρέχουσα οντολογία της εργασίας κατά Νέγκρι. Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με μια εκδοχή του γνωστού σχήματος για την μεταβιομηχανική κοινωνία [20]: πλέον, αντικείμενο της παραγωγής δεν είναι η παραγωγή υλικών αγαθών αλλά η παραγωγή κοινωνικών αντιλήψεων, στάσεων, γνώσεων, κάτι που δίνει έναν ιδιαίτερο γνωσιακό, επικοινωνιακό και γλωσσικό χαρακτήρα στην παραγωγική διαδικασία. Αυτή η αλλαγή περιεχομένου επιτρέπει και την καθολικοποίηση της εργασίας, που γενικεύεται σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, και αυτό φανερώνει τον ολοκληρωτικό «αυτοκρατορικό» χαρακτήρα της κυρίαρχης εξουσίας, αλλά, ταυτόχρονα, και τον εμμενή χαρακτήρα της κοινωνικής χειραφέτησης. Αυτή η έμφαση στον άυλο επικοινωνιακό χαρακτήρα, που είναι σήμερα ηγεμονικός, εγείρει σημαντικά ερωτήματα:

Αφενός, δίνεται η αίσθηση, σε μεγάλο βαθμό, μιας υπερβολικής σπουδής να παρουσιαστεί ως ήδη ολοκληρωμένη η μετάβαση σε μια μεταμοντέρνα πραγματικότητα με κυρίαρχη την άυλη εργασία (Macherey 2004). Αφετέρου, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη μορφή και στο αντικείμενο της εργασίας, όταν ο ίδιος ο Μαρξ επέμεινε ότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι το αντικείμενο της εργασίας αλλά οι κοινωνικές σχέσεις και ανταγωνισμοί που αναπτύσσονται μέσα στην εργασιακή διαδικασία, το εάν και κατά πόσο συγκροτούνται όροι καπιταλιστικής εκμετάλλευσης (Μαρξ 1983). Επιπλέον, από ένα σημείο και μετά είναι έντονη η αίσθηση μιας ιδιότυπης αντιστροφής ως προς τη σχέση κυριαρχίας / υποτέλειας μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή: Αντί για την αποξένωση του εργάτη που υπόκειται στην απρόσωπη καπιταλιστική εξουσία, εδώ είναι το κεφάλαιο που παρουσιάζεται ως υποτελές και αλλοτριωμένο απέναντι στη ζωτική δημιουργικότητα του πλήθους, όπως ορθά παρατηρεί και ο D. Bensaid (2004).

Όσο για τη διαρκή αναφορά στην έννοια μιας μετάβασης σε μια «βιοπολιτική» παραγωγή, απαιτείται μια θεωρητική αποσαφήνιση: Παρότι οι Νέγκρι και Hardt, αλλά και άλλοι θεωρητικοί –π.χ. ο Lazzarato (2000)– ρητά αναφέρονται στις επεξεργασίες του Φουκώ, νομίζουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια παρανάγνωση. Υπενθυμίζουμε ότι ο Φουκώ εισάγει στη δεκαετία του 1970 τις έννοιες της βιοεξουσίας και της βιοπολιτικής, για να περιγράψει ένα σύνολο από πρακτικές και τεχνικές εξουσίας, πειθάρχησης και κρατικής διαχείρισης, που αφορούν τη ζωντανή εργασία, την υγεία, τη μακροζωία, τη σεξουαλικότητα, τους όρους διαβίωσης, και τα οποία συνδέει ρητά με την ανάδυση και ηγεμονία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής [21] , ήδη από το 19ο αιώνα. Ως τέτοια, η «βιοπολιτική» έχει αναμφίβολο ενδιαφέρον και χρησιμότητα και μπορεί να αποτελέσει αφετηρία χρήσιμων ερευνών και επεξεργασιών. Δεν έχει, όμως, καμία σχέση με κάποια υποτιθέμενη μετάβαση του καπιταλισμού προς την εκμετάλλευση όχι μόνο της εργασίας αλλά συνολικά της σκέψης και κάθε δημιουργικής ικανότητας, της ζωής γενικά [22] .

Η βασική αντίφαση του Νέγκρι βρίσκεται ακριβώς σε έναν συνδυασμό ανάμεσα στον εμπειρισμό και τη μεταφυσική. Ο εμπειρισμός δεν αποτυπώνεται μόνο στο ότι πολύ εύκολα ενσωματώνονται διάφορες τρέχουσες εικόνες και αναπαραστάσεις για τον σύγχρονο κόσμο (η αναφορά στον πληροφοριακό χαρακτήρα της σύγχρονης παραγωγής και η ενσωμάτωση της εικόνας του δικτύου ως βασικού μοντέλου οργάνωσης είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα). Ούτε η μεταφυσική συμπυκνώνεται μόνο στην όλη προβληματική της εργασίας ως έκφρασης της συλλογικής ανθρώπινης δημιουργικής φύσης. Εκφράζονται, πολύ περισσότερο, στη σταδιακή διαγραφή κάθε έννοιας ταξικής σύγκρουσης και της εγγενούς αντιφατικότητας εντός της παραγωγής.

Αυτό φαίνεται στην άρνηση της ανάγκης για μια θεωρία της ειδικά καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για μια ιστορικά ειδική και ιδιαίτερη κοινωνική συστηματικότητα που στηρίζεται στον συνδυασμό ανάμεσα στην εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης, ως υπαγωγής σε πλέγμα σχέσεων κοινωνικής εξουσίας (Bidet 2000: 73), την παραγωγή για μια ανταγωνιστική αγορά, την πίεση για ολοένα και μεγαλύτερη παραγωγικότητα (ως διαλεκτική ανάμεσα στην ανάπτυξη πρακτικών και θεωρητικών δεξιοτήτων και καινοτομιών μέσα στην παραγωγή, και επάλληλους κύκλους απόσπασής τους και ενσωμάτωσής τους σε πρακτικές της διεύθυνσης και σε λειτουργίες των μηχανικών συστημάτων). Και για να είμαστε σαφείς: Κάθε κριτική σε μια «λογιστική», οικονομίστικη θεώρηση της εκμετάλλευσης είναι ευπρόσδεκτη και αναγκαία και όντως οφείλουμε να υπερβούμε κάθε θεώρηση της εκμετάλλευσης ως απλής ποσοτικής ανισότητας. Αυτό, όμως, σημαίνει όχι να υπερβούμε εύκολα (ούτε να θεωρήσουμε παρωχημένες έννοιες), αλλά να προσπαθήσουμε να θεωρητικοποιήσουμε τη βαρύτητα που έχει τόσο η αγορά [23] ως μηχανισμός κοινωνικοποίησης επιμέρους ιδιωτικών εργασιών (και μοχλός πίεσης για μεγαλύτερη καπιταλιστική «ορθολογικότητα» και παραγωγικότητα), όσο και οι όροι ανάδυσης της αξιακής μορφής, ως συμπύκνωση του ειδικά καπιταλιστικού χαρακτήρα της οργάνωσης της παραγωγής, αλλά και η σημασία του χρήματος ως μορφή εμφάνισης της αξίας (Μηλιός / Οικονομάκης / Λαπατσιώρας 2000: 529-557). Αυτό, αντίστοιχα, ορίζει την ανάγκη να δούμε τις αναδιαρθρώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού ως αναγκαστικά αντιφατικές στιγμές της πάλης των τάξεων, που περιλαμβάνουν πραγματικές μορφές ελέγχου και υποταγής των εργαζομένων και εξίσου πραγματικές νέες δυνατότητες συλλογικής αντίστασης.

Αντίστοιχα, η έννοια της πραγματικής υπαγωγής, καθαυτή μια ιδιαίτερη κρίσιμη θεωρητικοποίηση της ταξικής πάλης και του συσχετισμού δύναμης μέσα στην παραγωγή, μετατρέπεται από τους Νέγκρι και Hardt σε ένα ιδιότυπο υπεριστορικό σχήμα: Από τη μια η συλλογική ανθρώπινη εφευρετικότητα, από την άλλη το κεφάλαιο ως παράσιτο. Αυτό, όμως, δεν επιτρέπει να γίνει κατανοητή και σαφής μια ακόμη παράμετρος: όσο αληθεύει ότι η ένταξη στους όρους της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ενοποιεί, συλλογικοποιεί, κοινωνικοποιεί την εργατική τάξη, άλλο τόσο ισχύει ότι κατακερματίζει, διασκορπίζει, απαξιώνει, εξατομικεύει, μία πλευρά την οποία οι δύο συγγραφείς παραβλέπουν. Άλλωστε, σε αυτή την κρίσιμη παραγνώριση εντοπίζεται και η ιδιαίτερη υποτίμηση του πολιτικού και ιδεολογικού επιπέδου, στην οποία προχωρούν, και η οποία είναι αναγκαία για την «αυτοποιητική» ικανότητα του πλήθους να είναι μια αυτόματα επαναστατική οντότητα.

Αν θα θέλαμε να κάνουμε μια αναλογία για τον τρόπο με τον οποίο οι δύο συγγραφείς προσεγγίζουν την πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού, θα λέγαμε ότι θυμίζει κάπως την ανάλυση του νεαρού Μαρξ για την καπιταλιστική εκμετάλλευση στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844 (Marx 1844a). Η αναλογία δεν αφορά τόσο το καθαυτό περιεχόμενο της θεωρητικοποίησης –οι Νέγκρι και Hardt δεν εντάσσονται σε ένα σχήμα αλλοτρίωσης– όσο τα όρια της: Όπως ακριβώς στην περίπτωση του νεαρού Μαρξ έχουμε την αποδοχή ως έχει ενός σχήματος από την αστική πολιτική οικονομία –τη ρικαρδιανή θεωρία της αξίας– και την προσθήκη σε αυτό μιας φιλοσοφικής κριτικής για την αλλοτρίωση της εργασίας ως έκφρασης της ανθρώπινης ουσίας, έτσι και στην περίπτωση των Νέγκρι και Hardt έχουμε να κάνουμε με την αποδοχή ως έχει ενός σχήματος για την ηγεμονία μιας πληροφοριακής και επικοινωνιακής άυλης παραγωγής, η οποία παρουσιάζεται ως μια ουσία καθαυτή, που είτε εκφράζεται ελεύθερη ως συλλογική δικτυακή δυνατότητα αυτοαξιοποίησης, είτε υποτάσσεται, φυλακίζεται στα όρια της καπιταλιστικής κυριαρχίας που επιδιώκει να απομυζήσει αυτή την εργασιακή δημιουργικότητα.

Αυτό που χάνεται, και στις δύο περιπτώσεις, είναι η σύλληψη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ως ανταγωνιστικής κοινωνικής σχέσης. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ούτε ουσία που αυτο-αλλοτριώνεται, ούτε απλή δυναμική που υποτάσσεται σε εξωτερικές δυνάμεις. Η έννοια της καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής σχέσης ορίζει ένα πεδίο σύνθετων και επικαθορισμένων προσδιορισμών που καταλήγουν όχι μόνο στην ανάδειξη δύο αντιθετικών πόλων (εργασία και κεφάλαιο), αλλά και στον αμοιβαίο και συνεχή διαλεκτικό αλληλοκαθορισμό τους (Balibar 1997: 299). Αυτό ορίζει τη συνθετότητα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και τον τρόπο με τον οποίο η πραγματική υπαγωγή της εργασίας συνεπάγεται ένα σύνολο από πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές εξουσίες και πρακτικές εντός της παραγωγής, οι οποίες ταυτόχρονα υποτάσσουν την εργατική δύναμη, αλλά και τη διαμορφώνουν (συμπεριλαμβανομένης και της διαμόρφωσής της ως συλλογικής κοινωνικής δύναμης). Επιπλέον, μια τέτοια θεώρηση αναδεικνύει γιατί το όριο του ταξικού αγώνα μέσα στην παραγωγή δεν είναι απλώς η απελευθέρωση της εργασίας, ως χειραφέτησή της από το καταπιεστικό και εκμεταλλευτικό κέλυφος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αλλά η επαναστατικοποίησή της, ως μια διαδικασία πολλαπλών και πολυεπίπεδων ριζικών μετασχηματισμών που καταλήγουν σε μια ριζικά διαφορετική εκδοχή συλλογικά οργανωμένης παραγωγής. Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της ιστορικής διαίσθησης που αποπνέει η εμμονή στην «αυθόρμητη» ικανότητα συλλογικής επανιδιοποίησης από τη μεριά των Νέγκρι και Hardt (όπως κανείς δεν μπορεί να μειώσει τη σημαντική ιστορική διαίσθηση που απέπνεε η έννοια της αλλοτριωμένης εργασίας στα νεανικά κείμενα του Μαρξ). Τονίζει, όμως, τις θεωρητικές τομές και ρήξεις που απαιτούνται για να φτάσουμε σε μια θεωρία του ταξικού αγώνα –άρα και του επαναστατικού μετασχηματισμού– μέσα στην παραγωγή.

2.2 Τα όρια μιας θεωρίας της δημοκρατίας (1)

Ο Α. Νέγκρι έχει αναδειχτεί εδώ και αρκετά χρόνια σε έναν από τους πιο σημαντικούς μελετητές των όρων ανάδυσης των σύγχρονων δημοκρατικών μορφών και αυτό το ερώτημα αποτελεί μια ιδιαίτερη πλευρά της θεωρητικής συνεισφοράς του.

Στα κείμενά του για τον Σπινόζα (Negri 1991a, 1992a) επέμεινε ότι ο τελευταίος δίνει τις βάσεις για μια μελέτη του δημοκρατικού φαινομένου ως οντολογικού υποβάθρου των σύγχρονων πολιτικών μορφών και αντιθέσεων. Ουσιαστικά, ο Νέγκρι διαβάζει στον Σπινόζα δύο κρίσιμες θεωρητικές τομές. Η πρώτη είναι ότι ο Σπινόζα προσφέρει μια δυναμική οντολογία του κοινωνικού είναι, η οποία έχει το πλεονέκτημα να εμπεριέχει ταυτόχρονα μια ριζικά εμμενή και αντιμεταφυσική θεώρηση της κοινωνίας και μια δυνατότητα μετασχηματισμού, δηλαδή εντοπισμού μηχανισμών κίνησης και αλλαγής. Αυτό θα αποτυπωθεί και σε ένα σχήμα για τη σχέση ανάμεσα σε εξουσία και δύναμη που θεωρεί ότι μπορεί να αναδυθεί από την ανάγνωση του Σπινόζα, όπως και από την αντίστοιχη ανάγνωση του Μακιαβέλι. Η δεύτερη αφορά τον εντοπισμό της σημασίας της δημοκρατίας και της δημοκρατικής συγκρότησης του πλήθους, ως θεμελίου όλων των σύγχρονων κοινωνικών μορφών, ένα νήμα το οποίο αντλεί από την Πολιτική Πραγματεία του Σπινόζα (Σπινόζα 1996).

Όμως η ενασχόληση του Νέγκρι με θέματα δημοκρατίας δεν έχει μόνο τον Σπινόζα ως αναφορά. Εξίσου σημαντική ήταν και η παράλληλη ενασχόληση με αυτό που ο ίδιος ονομάζει συντακτική εξουσία / δύναμη [24] (Negri 1999). Αυτό προκύπτει μέσα από το ενδιαφέρον του για τα θεμέλια των σύγχρονων δημοκρατικών μορφών, ένα ζήτημα που απασχολεί τη πολιτική φιλοσοφία και τη συνταγματική θεωρία, και το οποίο σχετίζεται και με τη θεωρητικοποίηση των μεγάλων αστικών επαναστάσεων του 18ου αιώνα. Ο Νέγκρι υποστηρίζει ότι πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στις συνταγμένες και παγιωμένες θεσμικές μορφές και την καθοριστική παρουσία της εκ φύσεως απεριόριστης πολιτικής δυναμικής, που εκφράζεται από την καθοριστική παρουσία των λαϊκών μαζών. Αυτή είναι η συντακτική εξουσία / δύναμη και ο Νέγκρι επιμένει ότι βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων πολιτικών μορφών, καθώς ακόμη και η αστική θεωρία των δημοκρατικών συνταγματικών μορφών αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπη με αυτή. Αυτό φαίνεται και στο πώς βλέπει τη μεγάλη συζήτηση για τα χαρακτηριστικά της δημοκρατίας που διαμείφθηκε ανάμεσα στους διαμορφωτές του αμερικανικού Συντάγματος και συμπεριλήφθηκε στα περίφημα Federalist Papers, θεωρώντας ότι, παρά την τελική κατάληξη προς όφελος του συντάγματος και της θεμελίωσης της εξουσίας, μπορεί κανείς να διακρίνει τη δυναμική της συντακτικής εξουσίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλές από τις παρατηρήσεις του Νέγκρι πάνω σε αυτά τα ζητήματα και εύστοχες είναι και ενδιαφέρον έχουν. Κατορθώνουν να συλλάβουν τη σχέση ανάμεσα στην εμφάνιση και προβολή από το 17ο αιώνα δημοκρατικών οραμάτων και ουτοπιών και την εισβολή στο προσκήνιο μιας εν δυνάμει λαϊκής συμμαχίας που ακολουθεί την ανάδυση της ηγεμονίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Κατορθώνουν, επίσης, να εντοπίσουν τη σημασία που έχει η δημοκρατική δράση, ως ουσιώδης προϋπόθεση των ταξικών αγώνων και έκφρασή τους, ταυτόχρονα, αλλά και ως ο μόνος τρόπος για να ξεδιπλώνεται ο κοινωνικός πειραματισμός, που οφείλει να συνοδεύει κάθε διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού. Και με αυτή την έννοια, στον Νέγκρι υπάρχει μια θετική, παραγωγική θεώρηση της δημοκρατίας, που υπερβαίνει κατά πολύ την αρνητική θεώρηση της δημοκρατίας ως πλέγματος θεσμικών εγγυήσεων και δικαιωμάτων που χαρακτηρίζει αρκετές τοποθετήσεις περί του «σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία».

Όμως, σε όλα αυτά υπάρχει ένα βασικό κενό: Η νεώτερη πολιτική φιλοσοφία δεν είδε μόνο τη δυνατότητα της δημοκρατίας ως δημιουργικής συλλογικής κοινωνικής πρακτικής. Ταυτόχρονα, εντόπισε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και μερικά άλλα σημαντικά προβλήματα: α) Το πρώτο αφορά τους όρους διαμόρφωσης της συλλογικής συνείδησης που θα επιτρέψει η άσκηση της δημοκρατικής «συντακτικής εξουσίας» να πάρει κατευθύνσεις ουσιωδώς σύμφωνες με τα συμφέροντα των λαϊκών μαζών. Αυτό το ερώτημα θα αποτυπωθεί τόσο στις κλασικές φιλοσοφικές συνθέσεις για τη διαμόρφωση μιας κριτικής ατομικής και συλλογικής αυτοσυνείδησης, όσο, όμως, και σε όλες τις παραλλαγές της μαρξικής και μαρξιστικής κριτικής της ιδεολογίας. β) Το δεύτερο αφορά την κριτική της πολιτικής, ως κριτική των ορίων των αφηρημένων πολιτικών μορφών, στον βαθμό που η πολιτική ισότητα εντός της σύγχρονης δημοκρατίας μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός μυστικοποίησης των κοινωνικών αντιθέσεων, ένα ερώτημα που θα αποτελέσει μόνιμη ενασχόληση του Μαρξ ήδη από το Εβραϊκό ζήτημα (Marx 1844).

Αυτά τα δύο ζητήματα θα τροφοδοτήσουν πολύ μεγάλο μέρος της συζήτησης εντός του μαρξισμού και του εργατικού κινήματος για την ανάγκη διαμόρφωσης μηχανισμών έκφρασης μιας εργατικής αντιηγεμονίας (ως προβολής μιας ριζικά διαφορετικής ιδεολογικής επιρροής και κοσμοαντίληψης) και για την αναζήτηση μορφών μιας δημοκρατικής πρακτικής που να μη μυστικοποιεί της κοινωνικές σχέσεις και αντιθέσεις.

Στην περίπτωση του Νέγκρι αυτά τα δύο ερωτήματα επί της ουσίας απουσιάζουν. Ενώ είναι ορθή η επιμονή του να δούμε τις δημοκρατικές πολιτικές μορφές ως αποτέλεσμα της πάλης των λαϊκών μαζών, άρα ως έκφραση της ύπαρξης ασυμφιλίωτων ταξικών ανταγωνισμών, εντούτοις δεν στέκεται καθόλου στην ύπαρξη όλων εκείνων των πρακτικών και των μηχανισμών που αναπαράγουν μορφές αστικής ηγεμονίας στις λαϊκές μάζες. Επιπλέον, όλη η συζήτηση για τη μορφή-κόμμα ως αποτέλεσμα της αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων της ταξικής πάλης και εντός της ίδιας της εργατικής τάξης (αποτέλεσμα του σχεσιακού χαρακτήρα της ταξικής αντίθεσης, στον οποίο αναφερθήκαμε και πιο πάνω) και, κατά συνέπεια, για τη διαλεκτική πρωτοπορίας και μάζας ως έκφραση του άνισου ξεδιπλώματος του ταξικού αγώνα, ουσιαστικά απουσιάζει από την προβληματική του Νέγκρι [25] .

Δεν υπαινισσόμαστε ότι υπάρχει εύκολη απάντηση σε αυτή τη διαλεκτική? μάλλον το κοντινότερο που υπάρχει ως απάντηση είναι η ανάγκη για συνεχείς πρακτικές αυτοκριτικής και διόρθωσης (τα κατά Αλτουσέρ επάλληλα λυγίσματα του ραβδιού προς την αντίπαλη κατεύθυνση [Althusser 1975]). Από την άλλη, όμως, μόνο προβλήματα προσφέρει η αποφυγή των ερωτημάτων.

Βεβαίως, ο Νέγκρι δίνει μια απάντηση μέσα από την έμφαση στην εμμενή δημιουργική δύναμη των σύγχρονων παραγωγικών μορφών, μόνο που, εάν το προεκτείνουμε ως τα όρια του, αυτό θα σήμαινε ότι επί της ουσίας σήμερα δεν διεξάγεται ταξική πάλη στην παραγωγή, παρά μόνο με την έννοια ενός εξωτερικού καταπιεστικού κελύφους. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μας, η μεγάλη αντίφαση που διαπερνά τη θεώρηση της κοινωνικής δράσης ως συλλογικής δημιουργικής πράξης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Νέγκρι εντοπίζει τον αναγκαστικά εμμενή και αντιτελεολογικό χαρακτήρα των κοινωνικών μορφών. Δεν εντοπίζει, όμως, τον ιδιαίτερο δομικό προσδιορισμό τους που συνεπάγεται η ηγεμονία μιας ορισμένης εκμεταλλευτικής σχέσης και τα αποτελέσματά της σε κάθε επίπεδο των κοινωνικών πρακτικών.

2.3 Τα όρια μιας θεωρίας της δημοκρατίας (2)

Οφείλουμε να αναλογιστούμε ότι κάθε θεωρία της δημοκρατίας προσκρούει σε ένα δίλημμα: η δημοκρατία είναι η ελεύθερη πραγμάτωση μιας κοινής μοίρας, στόχου και ουσίας ή είναι η διαχείριση ενός ανοιχτού και ανταγωνιστικού πλαισίου; Αυτό θα μπορούσε να οριστεί και ως η διαφορά ανάμεσα στη δημοκρατία ως έκφραση και τη δημοκρατία ως αντίθεση. Η διάκριση δεν αφορά μόνο τη σύλληψη της δημοκρατίας, αλλά και το υποκείμενο ή το πεδίο στο οποίο αναφέρεται. Ο ορισμός της δημοκρατίας ως έκφρασης παραπέμπει σε ένα ομογενοποιημένο πεδίο και σε ένα σύνολο δρώντων φορέων που εκφράζει με αυτό τον τρόπο τη συλλογική βούλησή του. Ο ορισμός της δημοκρατίας ως αντίθεσης, πιο σωστά ως τρόπου διαχείρισης αντιθέσεων, παραπέμπει σε ένα πεδίο που διαπερνάται από αντιθέσεις και χαρακτηρίζεται από ριζική ανισότητα.

Παρά τη ριζική διαφορά αυτών των ορισμών, μπορούμε να δούμε μια ορισμένη διαλεκτική που τους συνδέει: Εάν έντονες ταξικές αντιθέσεις, που δεν μπορούν να ενσωματωθούν σε ένα καθεστώς σαφούς κυριαρχίας, βρίσκονται στη ρίζα της ιστορικής εμφάνισης των δημοκρατικών μορφών (από την αδυναμία να αντιμετωπιστεί με κάποιο άλλο τρόπο η εισβολή στο προσκήνιο των μικρών αγροτών στην αρχαία Αθήνα, έως τις δημοκρατικές διεκδικήσεις των εργατικών κινημάτων απέναντι στις «αριστοκρατικές» συνταγματικές προβλέψεις των πρώτων αστικών πολιτικών μορφών), η αναφορά σε μια κοινότητα ίσων και ομοίων, που από κοινού αποφασίζουν, είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα για τη νομιμοποίηση των δημοκρατικών μορφών εντός των ταξικών αντιθέσεων. Η δεύτερη λειτουργία παραπέμπει στο μυστικοποιητικό χαρακτήρα μιας αποκλειστικώς πολιτικής ισότητας εντός ενός περιβάλλοντος κοινωνικής ανισότητας, θέμα στο οποίο είχε σταθεί ο Μαρξ ήδη από τα νεανικά κείμενα.

Στην περίπτωση του Νέγκρι παραγνωρίζεται αυτή ακριβώς η διαλεκτική, και κυρίως το γεγονός ότι, για να αναδείξει τη σημασία της συντακτικής εξουσίας, αναφέρεται κυρίως σε κείμενα και πολιτικές παρεμβάσεις που προϋποθέτουν και διαχειρίζονται αυτή την ανισότητα και διαφορά κοινωνικών συμφερόντων, επομένως και ταξικών τοποθετήσεων, την οποία θεωρούν δεδομένη και φυσική. Βεβαίως, επειδή έχει επίγνωση τέτοιων προβλημάτων, σπεύδει να ορίσει τη δημοκρατία του πλήθους ως συλλογική πρακτική και έκφραση ενός συνόλου με λίγο πολύ κοινά συμφέροντα και χαρακτηριστικά και επομένως να την δει περισσότερο ως κοινή έκφραση και συλλογική εφευρετικότητα. Παρ’ όλα αυτά το πρόβλημα παραμένει.

2.4 Τέλος της πολιτικής;

Είναι προφανές ότι ο Νέγκρι προσπαθεί να παρουσιάσει τη δημοκρατική δυναμική του πλήθους ως μια υπέρβαση της διάκρισης ανάμεσα σε πολιτική εξουσία και κοινωνικό μετασχηματισμό, στον βαθμό που επιμένει να παρουσιάζει τη σύγχρονη παραγωγή ως ταυτόχρονα παραγωγή αγαθών και πολιτικών και κοινωνικών στάσεων και αυτό επιτρέπει την οντολογική θεμελίωση ενός προτάγματος ταυτόχρονης πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης.

Είναι γεγονός ότι η μαρξιστική θεωρία είναι και μια κριτική της πολιτικής, κριτική του μυστικοποιητικού και απατηλού χαρακτήρα που έχει η επίφαση πολιτικής ισότητας στο έδαφος της κοινωνικής ανισότητας [26]. Είναι, όμως, ταυτόχρονα και θεωρία της υλικότητας της πολιτικής, της σημασίας και της επίδρασης των υλικών μορφών στις οποίες συμπυκνώνεται η πολιτική ταξική εξουσία, αλλά και της υλικότητας των ιδεολογικών αναπαραστάσεων. Οι δύο αυτές πλευρές δεν είναι ταυτόσημες, ούτε αναπτύχθηκαν ως τέτοιες στην ιστορία της μαρξιστικής σκέψης. Δεν αφορούν, άλλωστε, μόνο τη θεωρητική πλευρά, αλλά και την πρακτική, την πολιτική: εάν και κατά πόσο η στρατηγική του εργατικού κινήματος είναι μια πολιτική στρατηγική και μια κοινωνική πρακτική και διεκδίκηση, που αναφέρεται και στις υπάρχουσες πολιτικές μορφές και συμπυκνώσεις της πολιτικής εξουσίας, ή εάν μπορεί να οριστεί ως μια αντι-πολιτική. Η εμμονή ότι η στρατηγική αναφορά παραμένει η κατάργηση του κράτους ως υλικού μηχανισμού και εξωτερικού προς την κοινωνία κελύφους, δεν έλυνε ιστορικά τα προβλήματα, μια που ακόμη και εντός μιας τέτοιας παραδοχής μπορούσε να αναπαράγεται η ταλάντευση ανάμεσα στον κοινοβουλευτικό κρετινισμό στο ένα όριο και τον κινηματισμό ή τον αυθορμητισμό στο άλλο.

Η ιστορία, ή τουλάχιστον αυτό που ιστορικά ορίστηκε έτσι, των πολλαπλών εκδοχών της ήττας της επανάστασης στη Δύση (Κλαουντίν 1981) έδειξε την αντοχή των πολιτικών και ιδεολογικών μορφών και ότι δεν μπορούμε εύκολα να τα υπερβούμε ή να τα αναγάγουμε στο επίπεδο του απλού επιφαινόμενου. Αυτό μπορεί να εξηγήσει τη σημασία τέτοιων ερωτημάτων στο έργο του Γκράμσι, του Αλτουσέρ ή του Πουλαντζά, για να αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα. Αν αυτή ήταν η μία παράδοση, αυτό δε σημαίνει ότι δεν αναπαράγονταν εντός του εργατικού κινήματος στοιχεία μιας διαφορετικής αντιπολιτικής παράδοσης. Αυτό ήταν, άλλωστε, ένα από τα βασικά στοιχεία που όρισαν εξαρχής το ρεύμα του εργατισμού: η στροφή προς το εργοστάσιο ως βασικού κοινωνικού κυττάρου και η άρνηση οποιασδήποτε έννοιας –έστω και σχετικής αυτονομίας– του πολιτικού.

Αυτή η γενικότερη τοποθέτηση καταλήγει στο ώριμο έργο του Νέγκρι να γίνεται ένα σχήμα απορρόφησης της πολιτικής από την οικονομία. Εδώ δεν έχουμε πια μια κριτική της πολιτικής, έχουμε μια άρνηση της πολιτικής, πιο σωστά μια θεωρία μιας διπλής αναίρεσής της: από τη μεριά των φορέων της εξουσίας στη διάχυση της πολιτικής και της ιδεολογίας μέσα σε μια γενική έννοια ελέγχου της βιοπολιτικής παραγωγής, από τη μεριά του πλήθους στην αντίληψη ότι αυτό υπερβαίνει τη διάκριση ανάμεσα σε πολίτη και παραγωγό. Αυτό, όμως, είναι μια διπλή μετατόπιση: Αφενός, είναι μια ιδιαίτερα επιθετική εκδοχή οικονομισμού, ένα είδος οικονομιστικής ουτοπίας, και ένα σχήμα τέλους της πολιτικής. Αφετέρου, είναι μια ιδιαίτερα αντι-διαλεκτική σύλληψη του ίδιου του κοινωνικού ανταγωνισμού και μια υποτίμηση της ανισότητας και της συνθετότητάς του.

2.5 Τα όρια του πλήθους

Η τάση του Νέγκρι να αντιμετωπίζει ως ενότητες σύνολα που είναι ιδιαίτερα αντιφατικά, αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στο πλήθος. Η έννοια αυτή είναι όντως κομβική στη νεώτερη δημοκρατική θεωρία και αντιστοιχεί στο υποκείμενο των σύγχρονων δημοκρατικών μορφών. Επομένως, ορθά την επαναφέρει ως τέτοια στη συζήτηση ο Νέγκρι. Τα προβλήματα, ωστόσο αφορούν δύο κομβικές πλευρές της χρήσης της έννοιας που κάνει ο Νέγκρι στο πρόσφατο έργο του: α) Ως προς τη θεωρητικοποίηση της δημοκρατικής μορφής, β) ως προς τη θεωρητικοποίηση των κοινωνικών τάξεων.

Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι η έννοια του πλήθους, τουλάχιστον με τον τρόπο που ορίστηκε στην νεώτερη πολιτική φιλοσοφία, είναι εκ φύσεως αντιφατική, καθώς αναφέρεται σε ένα ευρύτερο σύνολο φορέων, προερχόμενων από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, που συναπαρτίζουν τη νεώτερη και σύγχρονη εκδοχή των λαϊκών μαζών και σηματοδοτούν την καθοριστική εμφάνισή τους στο πολιτικό και κοινωνικό προσκήνιο (Balibar 1997). Ο Νέγκρι, όμως, ρητά δείχνει να ταυτίζει το πλήθος με μια παραλλαγή του προλεταριάτου, πιο σωστά να παρουσιάζει το πλήθος ως το σύγχρονο αντίστοιχο του προλεταριάτου, άρα το ορίζει με τρόπο πολύ πιο μονοδιάστατο από την αρχική δυναμική της έννοιας.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η απομάκρυνση από την έννοια της εργατικής τάξης, έστω και αν οι κοινωνικές μορφές στις οποίες αναφέρεται παραμένουν καπιταλιστικές. Η ταξική ανάλυση, ως θεωρητική εμμονή ότι οι διαφορετικές ανταγωνιστικές πλευρές των κοινωνικών σχέσεων συγκροτούν αντίστοιχα κοινωνικά σύνολα, υπήρξε θεμελιακή πλευρά της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Η μαρξιστική αντίληψη της εργατικής τάξης ουδέποτε υπήρξε μια εμπειρική κοινωνιολογία ιστορικά προσδιορισμένων κοινωνικών «τύπων». Αντίθετα, ήταν μια θεωρητική προσέγγιση, που έβλεπε την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης ως τον πυρήνα της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής σχέσης. Και αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε εύκολα να ορίσουμε ένα τέλος της εργατικής τάξης, παρά μόνο εάν ορίσουμε και τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία.

Εκτός και εάν θεωρήσουμε ότι το βασικό κριτήριο είναι τελικά η στροφή προς μια αθροιστική και εξατομικευμένη θεώρηση των κοινωνικών πρακτικών, κάτι στο οποίο συντείνουν οι πολλαπλές αναφορές του Νέγκρι και του Hardt στο πλήθος ως άθροισμα ενικοτήτων και οι αρνητικές τοποθετήσεις απέναντι σε μια προσπάθεια σύλληψης συνόλων, κάτι που παραπέμπει σε μια ιδιαίτερα ρευστή και θραυσματική θεώρηση των κοινωνικών πρακτικών και σχέσεων. Και όσο χρήσιμη και αν είναι η υλιστική καχυποψία απέναντι στην εύκολη αναπαραγωγή «γενικευτικών» εννοιών, άλλο τόσο λάθος είναι να υποτιμάται η σημασία των σχέσεων ως βάση μιας υλιστικής θεώρησης [27] .

Βεβαίως για τον Νέγκρι η έμφαση στην έννοια του πλήθους, με τον τρόπο που την ορίζει, επιτρέπει τη διαμόρφωση μιας οντολογίας μιας κοινωνικής δύναμης ταυτόχρονα πολύμορφης αλλά και αλληλέγγυας και κατά συνέπεια ικανής να θεμελιώσει τη δυνατότητα της δημοκρατίας ως ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Από τη μεριά μας, όμως, δεν μπορούμε παρά να ορίσουμε την επιστροφή της έννοιας του πλήθους ως τον τόπο μιας διπλής απορίας, πολιτικής και θεωρητικής ταυτόχρονα, με επίδικο αντικείμενο τον ορισμό μιας σύγχρονης λαϊκής συμμαχίας. Αυτό αφορά τόσο τα στοιχεία ταξικής ανάλυσης και προσέγγισης των υπαρκτών αλλαγών του σύγχρονου καπιταλισμού, όσο, όμως, και τα στοιχεία πολιτικής στρατηγικής και ιδεολογικής ηγεμονίας που επιτρέπουν τη συγκρότηση αυτής της λαϊκής συμμαχίας.

2.6 Η διαλεκτική αυθορμητισμού και μεταρρυθμισμού

Το Πλήθος είναι μία από τις πιο προχωρημένες προσπάθειες να θεμελιωθεί θεωρητικά και φιλοσοφικά μια αυθορμητίστικη εκδοχή της πολιτικής δράσης, που προσπαθεί να υπερβεί όλες τις «κλασικές» μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης, είτε τις παραλλαγές της μορφής-κόμμα, είτε τις εκδοχές συνδικαλιστικής δράσης. Αυτό θεμελιώνεται πάνω σε όλη την οντολογία της πληροφοριακής επικοινωνιακής εργασίας η οποία θεωρείται ότι παράγει ταυτόχρονα κοινωνικό πλούτο και κοινωνικές μορφές, και σε όλη την περιγραφή που κάνουν για τη δικτυακή αλληλεπίδραση ανάμεσα σε εργαζόμενους που αντιμετωπίζονται ως ενικότητες. Δεν είναι τυχαίο ότι η προσπάθειά τους για μια διπλή οριοθέτηση απέναντι και στην ιδιωτική οικονομία και τον κρατισμό τούς οδηγεί σε ένα ασαφές σχήμα κοινής πρόσβασης σε κοινά αγαθά, που, όμως, δεν αποκρυσταλλώνεται σε πολιτικές προτάσεις.

Η επίκληση του κοινού δεν πηγαίνει πέρα από μια γενική επίκληση της ελεύθερης πρόσβασης σε κοινόχρηστους χώρους και πρακτικές. Το παράδειγμα του λογισμικού ανοιχτού κώδικα (open source), που επικαλούνται, και η ανοιχτή δομή του διαδικτύου δεν αποτελούν στρατηγικές προτάσεις για την άρθρωση ενός εναλλακτικού πολιτικού και κοινωνικού σχεδίου, ούτε περιγραφούν επαρκώς την αναγκαία διαδικασία συλλογικής επανιδιοποίησης των μέσων παραγωγής, κοινωνικοποίησης της τεχνικής γνώσης και επαναστατικοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας στην κατεύθυνση της άρσης της διάκρισης διανοητικής-χειρωνακτικής και διευθυντικής-εκτελεστικής εργασίας. Δεν αποτελούν έκφραση του δημοκρατικού συλλογικού σχεδιασμού των παραγωγικών κατευθύνσεων και της διαμόρφωσης θεσμών εργατικής (αντι)εξουσίας, που απαιτείται για την ανατροπή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Επιπλέον, δεν μπορούμε παρά να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στην όλη προσπάθεια να παρουσιαστεί η εισαγωγή των τεχνολογιών της πληροφορίας ως αυτονόητη –και λίγο πολύ αυτόματη– αντικειμενική προϋπόθεση της μετάβασης στον κομμουνισμό, μια που παραγνωρίζονται όλοι οι τρόποι με τους οποίους αυτές οι τεχνολογίες μπορεί να συμπυκνώνουν μορφές και πρακτικές καπιταλιστικού κοινωνικού ελέγχου εντός και εκτός της παραγωγής [28] .

Και τα πράγματα κάνει ακόμη πιο αντιφατικά η όλη προσέγγιση του πλήθους ως μιας κοινωνικής και πολιτικής ενεργητικής οντότητας που υπερβαίνει την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα σε εργασία, πολιτική και θεωρία [29], ενώ αρκετές φορές, όπως δείξαμε, παραπέμπει σε μια «αυτοποιητική» σύλληψη της κοινωνικής δράσης, με την έννοια ότι η διαμόρφωση μιας διαφορετικής εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης παρουσιάζεται σαν να μην απαιτεί στοιχεία ενός πολιτικού σχεδίου, παρά μόνο την απελευθέρωση μιας κοινωνικής δυναμικής, η οποία από μόνη της θα οδηγήσει στην ανάδυση νέων κοινωνικών μορφών.

Η αντίληψη του πλήθους ως μιας οντότητας στην οποία ενυπάρχει τρόπον τινά ο κομμουνισμός οδηγεί σε μια εξωτερική σχέση ανάμεσα σε κεφάλαιο και παραγωγική δομή, μια αντιμετώπιση του κεφαλαίου ως ενός απλού κελύφους που πρέπει να αποτιναχθεί. Κατά παράξενο τρόπο, αυτό αναπαράγει ένα κλασικό οικονομιστικό σχήμα για την προτεραιότητα των παραγωγικών δυνάμεων: η παραγωγική βάση είναι από μόνη της επαναστατική και σύμφωνη με τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά «περιορίζεται» από το κεφάλαιο που δεν την αφήνει να αναπτυχθεί όσο πρέπει.

Σε αυτό το φόντο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι όταν ο αναγνώστης αναζητά να βρει τις συγκεκριμένες προτάσεις ή τα στοιχεία πολιτικού προγράμματος μένει με μια αίσθηση έλλειψης ή ανικανοποίητου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο συγγραφείς περισσότερο ασχολούνται με το να εξετάσουν μια σειρά από μεταρρυθμιστικές διεκδικήσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως αρθρώνονται, και να τις παρουσιάσουν ως δυνητικές εκφράσεις της δυναμικής του πλήθους, διεκδικήσεις τις οποίες ρητά ορίζουν ως μη επαναστατικές. Δεν ορίζουν, όμως, τους πολιτικούς στόχους που σήμερα θα επιτρέψουν ταυτόχρονα την υπεράσπιση άμεσων συμφερόντων και την όξυνση αντιφάσεων των κυρίαρχων στρατηγικών. Άλλωστε, οι διεκδικήσεις στις οποίες παραπέμπουν δεν ξεφεύγουν από τα όρια μιας παγκοσμιοποιημένης σοσιαλδημοκρατικής πρότασης [30]: καλύτερη και δημοκρατικότερη λειτουργία των διεθνών οργανισμών, πάλη ενάντια στον κοινωνικό και πολιτικό αποκλεισμό, αναδιανομή εισοδήματος, ειρηνική επίλυση των διαφορών. Η προσθήκη της γενικής πίστης στη έμφυτη επαναστατική δυναμική του πλήθους μάλλον δεν λύνει τα προβλήματα. Η απλή αναφορά ότι οι δημοκρατικές διεκδικήσεις ούτως ή άλλως συμπυκνώνουν την εισβολή του πλήθους στο προσκήνιο και ότι από εκεί και πέρα, υπό ορισμένες –μάλλον ασαφείς– προϋποθέσεις, αυτή η δυναμική θα εξαπλωθεί πλήρως, δεν επαρκεί, ούτε αποτελεί απάντηση στο ερώτημα ποιες διεκδικήσεις και ποια διακυβεύματα συμπυκνώνουν σήμερα την πιθανότητα όξυνσης των αντιφάσεων της αστικής εξουσίας. Τέλος, τα πράγματα δεν βοηθά ο συχνά σχηματικός τρόπος με τον οποίο το πλήθος αντιμετωπίζεται ως μια οντότητα έξω και πέρα από σύνορα και εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς και αντίστοιχους καθορισμούς.

Επίλογος

Στις σελίδες που προηγήθηκαν προσπαθήσαμε να δούμε μια σειρά από πολιτικές και θεωρητικές αντιφάσεις που διαπερνούν το εγχείρημα των Νέγκρι και Χαρντ και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ένα εμπειριστικό σχήμα για την κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας, σε συνδυασμό με μια προμαρξιστική αντίληψη της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης, συναντά μια σχεδόν μεταφυσική πίστη στην επαναστατική δυναμική των σύγχρονων μορφών εργασίας και αναπαράγει έναν οικονομισμό που υποτιμά τη σημασία των πολιτικών και ιδεολογικών μορφών και αντιθέσεων.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να δούμε σε αυτό το κείμενο μόνο ένα παράδειγμα προς αποφυγή. Με όλα τα λάθη, τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του το βιβλίο αυτό έχει ένα στοιχείο πολιτικής και θεωρητικής τόλμης: δοκιμάζει να στοχαστεί όντως, με βάση τις σημερινές πραγματικές αντιθέσεις και τάσεις, τη δυνατότητα του επαναστατικού μετασχηματισμού και σε αυτή τη βάση να τον επανεπιβεβαιώσει όχι ως αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, αλλά ως πραγματική ιστορική κίνηση, ορατή σε τωρινές διεργασίες. Aποπειράται να δώσει νέες (έστω και εσφαλμένες…) απαντήσεις σε νέα προβλήματα και ερωτήματα που αναδύονται.

Αυτή η πολιτική τόλμη –σε συνδυασμό με την επίγνωση των μεγάλων σφαλμάτων στα οποία μπορεί να οδηγήσει η απεμπόληση κρίσιμων θεωρητικών και πολιτικών οριοθετήσεων– θέτει και τον πήχη για όσους επιμένουν να αναφέρονται στη δυνατότητα ενός μαχόμενου μαρξισμού: να εξέλθουν από τα όρια ενός ακαδημαϊκού και θεωρητικιστικού εγκλεισμού, να συναντηθούν με όλο τον πλούτο της εμπειρίας των πραγματικών κινημάτων και διεκδικήσεων και να αποπειραθούν να θεμελιώσουν εκ νέου τη δυνατότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού ως υλικής δυναμικής μέσα στις ίδιες τις σημερινές αντιθέσεις.

Βιβλιογραφία

Α. Ξενόγλωσση

Althusser L. 1975, «Soutenance d’Amiens», σε L. Althusser (1998), Solitude de Machiavel, Paris: PUF : 199-236

Althusser L. 1995, Sur la reproduction, Paris: PUF

Balibar E. 1997, La crainte de masses. Politique et philosophie avant et apres Marx, Paris: Galilee

Bensaid D. 2004, «Multitudes ventriloques (a propos du dernier livre de Michael Hardt et Toni Negri Multitude, Paris, La Decouverte 2004)», http://multitudes.samizdat.net/article.php3?id_article=1739

Bidet J. 2000 [1985], Que faire du Capital. Philosophie, economie et politique dans Le Capital de Marx, Paris: PUF

Bonefeld W., R. Gunn και K. Psychopedis (επιμ.) 1992, Open Marxism. Volume II Theory and Practice, London: Pluto Press

Bowring F. 2004, «From the mass worker to the multitude: A Theoretical contextualization of Hardt and Negri’s Empire», Capital and Class 83: 101-132

ButlerJ. 1999 (1990), Gender Trouble. Feminism and the Subversion of Identity, New York/ London: Routledge

Deleuze G. 1990, Pourparlers. 1972-1990, Paris: Les Editions de Minuit

Hardt M. και Α. Negri 1994, Labor of Dionysus. A Critique of the State-Form, Minneapolis: Universityof MinnesotaPress

Hardt M. και A. Negri 2000, Empire, Cambridge, Mass./ London: Harvard University Press

Hardt M. και A. Negri 2004, Multitude. Guerre et democratie a l’age de l’empire, Paris: La Decouverte

Hardt M. και A. Negri 2004a, «Why we need a multilateral Magna Charta», Global Agenda 2004, http://www.globalagendamagazine.com/2004/antonionegri.asp

Hardt M. και A. Negri 2005: Multitude. War and Democracy in the Age of Empire, London: Hamish Hamilton

Lazzarato M. 2000, «Du biopouvoir a la biopolitique», http://multitudes.samizdat.net/article.php3?id_article=207

Lazzarato M. 2004, «From Capital-Labour to Capital-Life», Ephemera vol 4 (3): 187-208

Macciocchi M. A. 1974, Pour Gramsci, Paris : Seuil

Macherey P. 1979, Hegel ou Spinoza, Paris: Maspero

Macherey P. 2004, «Presentation de Michael Hardt / Antonio Negri, Multitude. Guerre et democratie a l’age de l’empire (Citephilo, Palais des Beaux-Arts, Lille, 19/11/2004)», http://www.univ-lille3.fr/set/ machereynegricadreprinicpal.html

Marx K. 1844, On the Jewish Question σε Marx K. και F. Engels, Collected Works, Vol. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975

Marx K. 1844a, Economic and Philosophic Manuscripts of 1844, σε Marx K. και F. Engels, Collected Works, Vol. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975

Marx K. 1973, Grundrisse. Foundations of the Critique of Political Economy, London: Penguin / New Left Review

Negri Α. [1981] 2003, The Constitution of Time, σε Negri A., Time for Revolution, New York/ London: Continuum

Negri T. 1988, Revolution Retrieved. Writings on Marx, Keynes, Capitalist Crisis and New Social Subjects 1967-1983, London: Red Notes

Negri A. 1989, The Politics of Subversion. A Manifesto for the Twenty-First Century, London: Polity Press

Negri A. 1991, Marx beyond Marx. Lessons on the Grundrisse, New York: Autonomedia / Pluto

Negri A. 1991a, The Savage Anomaly. The power of Spinoza’s metaphysics and politics, Minneapolis/ Oxford: Minnesota University Press

Negri A. 1992, «Interpretation of the Class Situation Today: Methodological Aspects», σε Bonefeld et al. (επιμ.) 1992: 69-105

Negri A. 1992a, Spinoza subversif. Variations (in)actuelles, Paris: Kime

Negri A. 1999, Insurgencies. Constituent Power and the ModernState, Minneapolis/ London: Universityof MinnesotaPress

Negri A. 1999a, Kairos, Alma Venus, Multitudo. Nine lessons to myself, σε A. Negri, Time for revolutio n, New York/ London: Continuum

Thoburn N. 2001, «Autonomous Production? On Negri’s ‘New Synthesis’», Theory, Culture & Society Vol. 18(5): 75-96

Virno P. 2004, A Grammar of the Multitude. For an Analysis of Contemporary Forms of Life, New York: Semiotext(e)

Webster F. 1995, Theories of the Information Society, London/ New York: Routledge

Β. Ελληνόγλωσση

Γκράμσι Α., χ.χ.έ, Για το Μακιαβέλι, Αθήνα: Ιριδανός Γκράμσι Α., 1972, Οι διανοούμενοι, Αθήνα: Στοχαστής Κλαουντίν Φ. 1981, Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, Αθήνα: Γράμματα Λένης Δ. 2002, «Τα μαλακά ρούχα του αυτοκράτορα: το software, το κοπιράιτ και όλα αυτά. Μέρος β΄», Κακώς Κείμενα 18: 44-46

Μαρξ Κ. 1983, Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [ VI ανέκδοτο κεφάλαιο], Αθήνα: Α/συνέχεια Μηλιός Γ., Γ. Οικονομάκης και Σ. Λαπατσιώρας 2000, Εισαγωγή στην οικονομική ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα Μπαλιμπάρ Ε. 1980, «Κράτος, κόμμα, μετάβαση» σε Λ. Αλτουσέρ, Ε. Μπαλιμπάρ, Ν. Πουλαντζάς, Μ. Εντελμάν, Συζήτηση για το κράτος, Αθήνα: Αγώνας Μπαλιμπάρ Ε. 1984, «Κράτος, κόμμα, ιδεολογία. Σκιαγράφηση ενός προβλήματος» σε Μπαλιμπάρ, Λουπορίνι, Τοζέλ 1984

Μπαλιμπάρ Ε., Τ. Λουπορίνι και Α. Τοζέλ 1984, Η Κριτική της Πολιτικής στον Μαρξ, Αθήνα: Πολύτυπο Μπυσί-Γκλυκσμάν Κ. 1984, Ο Γκράμσι και το κράτος. Για μια υλιστική θεωρία της φιλοσοφίας, Αθήνα: Θεμέλιο

Νέγκρι Α. 1983, Από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη. Ο Ιταλικός «Μάης», Αθήνα: Κομμούνα Νέγκρι Α. 1986, Κυριαρχία και Σαμποτάζ, σε Νέγκρι Α. και Φ. Γκουατταρί, Από το κόκκινο στο πράσινο, Αθήνα: Κομμούνα Παντσιέρι Ρ., Α. Νέγκρι και Μ. Τρόντι χ.χ.έ, Νεοκαπιταλισμός και Επαναστατικό Κίνημα, Αθήνα: Κομμούνα Σπινόζα Μπ. 1996, Πολιτική Πραγματεία, Αθήνα: εκδ. Πατάκη Φουκώ Μ. 1982, Ιστορία της σεξουαλικότητας 1. Η δίψα της γνώσης, Αθήνα: Εκδ. Ράππα

Χρύσης Α. 2004, «Σπινόζα και Μαρξ. Η δυναμική του κράτους και της επανάστασης», Ουτοπία 61: 59-88

Ώστιν Τζ. Λ. 2003, Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας


[1] Για μια κριτική παρουσίαση των θέσεων και των ερωτημάτων σχετικά με την Αυτοκρατορία βλ. Σωτήρης 2003α και 2003β. Υπενθυμίζουμε ότι το βασικό σχήμα της Αυτοκρατορίας, το οποίο αναπαράγεται και σε αυτό το βιβλίο, αν και με μεγαλύτερη έμφαση στην πιθανότητα αντιθέσεων μεταξύ των διαφορετικών πόλων του διεθνούς συστήματος, παραπέμπει στη διαμόρφωση, στο έδαφος των αλλαγών που φέρνει η μεταφορντική οργάνωση της παραγωγής, μιας νέας μορφής παγκόσμιας πολιτικής κυριαρχίας που υπερβαίνει τα όρια των εθνικών κρατών.

[2] «Ο πόλεμος έχει γίνει ένα καθεστώς βιοεξουσίας, μιας μορφή κυριαρχίας που δεν αποσκοπεί μόνο στο έλεγχο του πληθυσμού αλλά και στην παραγωγή και αναπαραγωγή όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής» (Hardt/Negri 2005: 13).

[3] Κάνουν μάλιστα και μια παρέκβαση, για να αναφερθούν σε πρόσφατες μελέτες πάνω στην ευφυΐα του σμήνους (swarm intelligence), για τον τρόπο με τον οποίο ένας μεγάλος αριθμός απλών σχετικά αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα μέλη μεγάλων σμηνών εντόμων ή πτηνών οδηγεί, τελικά, στον εντοπισμό των καλύτερων λύσεων.

[4] «[Τ]ο πλήθος είναι το κοινό υποκείμενο της εργασίας, δηλαδή η πραγματική σάρκα της μεταμοντέρνας παραγωγής, και την ίδια στιγμή το αντικείμενο το οποίο το συλλογικό κεφάλαιο προσπαθεί να μετασχηματίσει σε σώμα της δικιάς του ανάπτυξης» (Hardt/Negri 2005: 101).

[5] Η έννοια του κοινού αναφέρεται και σε αυτό που είναι κοινό σε διαφορετικά πράγματα, αλλά και στο κοινόχρηστο, αυτό που υπόκειται σε κοινή εκμετάλλευση χωρίς δικαίωμα ατομικής ιδιοκτησίας, όπως, για παράδειγμα, στις κοινόχρηστες εκτάσεις (commons) της μεσαιωνικής Αγγλίας, οι οποίες αποτέλεσαν και το αντικείμενο των περιφράξεων που σηματοδότησαν την καπιταλιστική πρωταρχική συσσώρευση. Είναι ταυτόχρονα και βασικό στοιχείο μιας ιδιότυπης υλιστικής φιλοσοφικής οντολογίας που προσπαθεί να διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια ο Νέγκρι (Negri 1999a), σύμφωνα με την οποία το κοινό αφορά ταυτόχρονα τους όρους με τους οποίους αποδίδουμε κοινά ονόματα στις ενικές οντότητες, την παραγωγή του κοινού μέσα από το πλήθος των ενεργημάτων που την συγκροτούν και τη δυνατότητα μιας κοινής ζωής.

[6] Η έννοια της επιτελεστικότητας προέρχεται από τον χώρο της φιλοσοφίας της γλώσσας (Ώστιν 2003) και αναφέρεται στον πρακτικό χαρακτήρα αρκετών γλωσσικών ενεργημάτων, έχει, όμως, αρχίσει να αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα και στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Βλ. για παράδειγμα τη χρήση της έννοιας της επιτελεστικότητας σε σχήματα κοινωνικής κατασκευής/παραγωγής του φύλου (Butler 1999).

[7] Η εικόνα του φτωχού και η φτώχεια ως μια κατάσταση που συμπυκνώνει τη δυνατότητα της συλλογικής παραγωγικής δύναμης, είναι ένα θέμα το οποίο επανέρχεται στο πρόσφατο έργο του Νέγκρι (Negri 1999a, Negri/Hardt 2000).

[8] «Η υποκειμενικότητα, με άλλα λόγια, παράγεται μέσα από τη συνεργασία και την επικοινωνία και με τη σειρά της αυτή η παραχθείσα υποκειμενικότητα παράγει η ίδια νέες μορφές συνεργασίας και επικοινωνίας, οι οποίες με τη σειρά τους παράγουν νέα υποκειμενικότητα κ.ο.κ.» (Hardt/Negri 2005: 189).

[9] «Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις τερατώδεις εκφράσεις του πλήθους για να αμφισβητήσουμε τις μεταλλάξεις της τεχνητής ζωής που μετασχηματίζονται σε εμπορεύματα, την καπιταλιστική εξουσία να πωλούνται οι μεταμορφώσεις της φύσης, τη νέα ευγονική πάνω στην οποία στηρίζεται η κυρίαρχη εξουσία. Το νέο σύμπαν των τεράτων είναι εκεί όπου η ανθρωπότητα διαμορφώνει το μέλλον της» (Hardt/Negri, 2005: 196).

[10] «Δεν σταματούμε να δίνουμε νέες σημασιοδοτήσεις στο δικό μας πολιτιστικό κόσμο, να αντιστεκόμαστε στα κυρίαρχη μηνύματα και να ανακαλύπτουμε νέους τρόπους κοινωνικής έκφρασης. Δεν είμαστε απομονωμένοι από τον κοινωνικό κόσμο της κυρίαρχης κουλτούρας, αλλά δεν υποτασσόμαστε στην εξουσία της [...] Η επικοινωνία παραγωγική, παράγει όχι μόνο οικονομική αξία αλλά και υποκειμενικότητα και γι’ αυτό κατέχει κεντρική θέση στη βιοπολιτική παραγωγή» (Hardt/Negri 2005: 263).

[11] «Ένα δημοκρατικό σχέδιο ζει μέσα σε κάθε ένα από αυτά τα παράπονα, και οι αγώνες είναι κομμάτι της σάρκας του πλήθους. Είναι σίγουρα ένα ανοιχτό ερώτημα το κατά πόσο η ανάπτυξη αυτού του βιοπολιτικού ιστού θα μας επιτρέψει να οικοδομήσουμε νέους τόπους απελευθέρωσης ή, αντίθετα, εάν θα μας υποβάλλει σε νέες μορφές υποταγής και εκμετάλλευσης. Όπως το έλεγαν και οι Αρχαίοι, πρέπει να αποφασίσουμε εάν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι άντρες και γυναίκες ή σκλάβοι και αυτή είναι η βάση για να εγκαθιδρυθεί η δημοκρατία» (Hardt/Negri 2005: 285).

[12] Το Creative Commons είναι ένα ανοιχτό πρότυπο κατοχύρωσης δικαιωμάτων πάνω σε κάθε είδους πνευματικές δημιουργίες. Στηρίζεται στην αποφυγή του υποχρεωτικού χαρακτήρα, της αποκλειστικότητας και της εμπορευματοποίησης, που χαρακτηρίζει τη νομοθεσία περί copyright, προστατεύοντας τη σχέση ανάμεσα στο έργο και τον δημιουργό (το δικαίωμά να αναφέρεται ως δημιουργός του). Βλ. σχετικά http://creativecommons.org.

[13] Βλ. σχετικά την ιστοσελίδα www.opensource.org. Για την ευρύτερη πολιτική σημασία των αντιπαραθέσεων γύρω από το λογισμικό και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας βλ. Λένης 2002.

[14] «Κατά τη γνώμη μας, αυτή η αλλαγή δεν πρέπει να είναι μια επιστροφή στο δημόσιο, με κρατικό έλεγχο των βιομηχανιών, των υπηρεσιών και των αγαθών, αλλά στη δημιουργία του κοινού» (Hardt/Negri 2005: 303).

[15] «Το πλήθος δεν είναι ένα κοινωνικό σώμα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: δεν μπορεί να αναχθεί σε μια ενότητα ούτε να υπαχθεί στην εξουσία του ενός. Το πλήθος δεν μπορεί να είναι κυρίαρχο» (Hardt/Negri 2005: 330).

[16] «Η αυτοκρατορική κυριαρχία δεν μπορεί να αποφύγει ή να μετατοπίσει τη σχέση που πρέπει αναγκαστικά να διατηρεί με αυτό το παγκόσμιο και απεριόριστο πλήθος. Αυτοί πάνω στους οποίους κυριαρχεί η Αυτοκρατορία υπόκεινται στην εκμετάλλευση –για την ακρίβεια πρέπει η κοινωνική παραγωγικότητά τους να αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης– και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο δεν μπορούν να αποκλειστούν. Η Αυτοκρατορία πρέπει ασταμάτητα να έρχεται αντιμέτωπη με τη σχέση κυριαρχίας και παραγωγής που τη συνδέει με το παγκόσμιο πλήθος συνολικά και να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο που αυτό εκπροσωπεί.» (Hardt/Negri 2005: 336).

[17] «Πρόκειται για μια απόφαση που αναδεικνύεται από την οντολογική και κοινωνική διαδικασία της παραγωγικής εργασίας? είναι μια θεσμική μορφή που εξελίσσει ένα κοινό περιεχόμενο? είναι μια παράταξη δυνάμεων που υπερασπίζεται την ιστορική πρόοδο της χειραφέτησης και της απελευθέρωσης. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια πράξη αγάπης» (Hardt/Negri 2005: 351).

[18] Για ένα παράδειγμα ανάλυσης από τον ίδιο τον Νέγκρι βλ. Negri 1991: 139-151. Για ένα σχολιασμό της σημασίας του αποσπάσματος μέσα στην εξέλιξη του εργατισμού βλ. Thoburn 2001 και Bowring 2004. Για μια πρόσφατη ανάδειξη της σημασίας του αποσπάσματος βλ. Virno 2004.

[19] «Το κεφάλαιο έχει γίνει μια δύναμη που υπνωτίζει και μαγεύει, ένα φάντασμα, ένα είδωλο: γύρω του κινούνται οι ριζικά αυτόνομες διαδικασίες της αυτοαξιοποίησης, και μόνο η πολιτική εξουσία μπορεί να καταφέρει να τις υποχρεώσει, με το καρότο ή με το μαστίγιο, να αρχίσουν να παίρνουν το καλούπι μιας καπιταλιστικής μορφής» (Negri 1992: 89).

[20] Για μια περιεκτική παρουσίαση των διαφορετικών θεωριών της κοινωνίας της πληροφορίας βλ. Webster 1995.

[21] «[Η] προσαρμογή της συσσώρευσης των ανθρώπων στη συσσώρευση του κεφαλαίου, η συνάρθρωση της ανάπτυξης ανθρώπινων ομάδων με την επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων και τη διαφορική κατανομή του κέρδους, έγιναν δυνατά, ως ένα βαθμό, χάρη στην άσκηση της βιοεξουσίας με τις πολλαπλές μορφές και μεθόδους της» (Φουκώ 1982: 173).

[22] Για μια οριακή εκδοχή μιας θεωρίας της μετάβασης από την εκμετάλλευση της εργασίας στην εκμετάλλευση της ζωής βλ. Lazzarato 2004.

[23] Και πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι Νέγκρι και Χαρντ σε αρκετά σημεία δείχνουν να παραβλέπουν ότι αρκετοί από τους κόμβους του δικτυακού συνεχούς που παρουσιάζουν ως υπόσταση του πλήθους είναι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.

[24] Προτιμούμε αυτή τη μετάφραση του potere costituente (pouvoir constituent, constituent power) για να διατηρήσουμε, ταυτόχρονα, τη σχέση της έννοιας με την κλασική συνταγματική θεωρία και τη διαφορετική σημασία που της δίνει η θεωρητική παρέμβαση του Νέγκρι και η διάκριση που κάνει ανάμεσα σε potestas (εξουσία) και potentia (δύναμη), μια που στα ελληνικά η σημασιολογική διάκριση εξουσίας και ισχύος / δύναμης δεν επιτρέπει την αμφισημία των αντίστοιχων ξένων όρων (pouvoir, power). O Αλέξανδρος Χρύσης προτιμά τη μετάφραση «συντάσσουσα δύναμη» (Χρύσης 2004).

[25] Για την αφετηρία μιας σύγχρονης προσέγγισης του προβλήματος της ιδεολογικής ηγεμονίας βλ. Althusser 1995. Για την έννοια της ηγεμονίας βλ. Γκράμσι χ.χ.έ και 1972. Βλ. επίσης Μπυσί-Γκλυκσμάν 1984 και Macciocchi 1974. Για την αναγκαστική –και αναγκαία– αντιφατικότητα της μορφής-κόμμα βλ. Μπαλιμπάρ 1980, 1984.

[26] Για τα ερωτήματα που συνδέονται με τις διαφορετικές εκδοχές της κριτικής της πολιτικής στο έργο του Μαρξ βλ. Μπαλιμπάρ / Λουπορίνι / Τοζέλ 1984.

[27] «Δεν υπάρχουν [..] παρά οι σχέσεις» (Macherey 1979: 218).

[28] Και σε αυτό το πλαίσιο δεν μπορούμε παρά να προσυπογράψουμε το ερώτημα του P. Macherey (2004) για το εάν και κατά πόσο το «ας είμαστε πιο διαδραστικοί (interactifs)» μπορεί να είναι το επαναστατικό σύνθημα της εποχής μας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ιδιαίτερη δυσπιστία («το να δημιουργείς ήταν πάντα άλλο πράγμα από το να επικοινωνείς») με την οποία αντιμετωπίζει ο Ζιλ Ντελέζ την προσπάθεια του Νέγκρι να παρουσιάσει την ανάπτυξη των τεχνολογιών της επικοινωνίας ως προανάκρουσμα του κομμουνισμού, σε μια συνέντευξη που ο τελευταίος πήρε από τον Ντελέζ το 1990 (Deleuze 1990: 229-239).

[29] Αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στην περίπτωση του Virno (2004), όπου το πλήθος και η μεταφορντική παραγωγή αντιμετωπίζονται ως η αναγκαία υπέρβαση της κλασικής διάκρισης ανάμεσα σε εργασία, (πολιτική) δράση και νόηση.

[30] Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο στο βιβλίο, όσο και σε ένα άρθρο το οποίο δημοσίευσαν στο περιοδικό του World Economic Forum (Hardt/Negri 2004a) υποστηρίζουν τη δυνατότητα να υπάρξει ξανά μια Magna Charta ελάχιστων παραχωρήσεων και εγγυήσεων προς τις λαϊκές τάξεις.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή