Επιστρέφοντας στον Μαρξ Εκτύπωση
Τεύχος 92, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2005


ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ
(Γ. Μηλιός, Δ. Δημούλης, Γ. Οικονομάκης, Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Πλευρές μιας θεωρητικής ρήξης, Αθήνα, εκδ. Νήσος, 2005)
του Παναγιώτη Σωτήρη

1. Η σημασία της μαρξικής θεωρίας της αξίας

Η μελέτη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της ώριμης θεωρητικής παραγωγής του Καρλ Μαρξ. Παρότι η διατύπωση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας ως εναλλαγής ταξικών τρόπων παραγωγής με βασική κινητήρια δύναμη την πάλη των τάξεων, είχε ήδη αρχίσει να διατυπώνεται από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1840 (Μαρξ / Ένγκελς 1973), και ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1850 είχε αποτυπωθεί σε εξαιρετικής διορατικότητας πολιτικές και ιστορικές αναλύσεις (Μαρξ 1987), η διατύπωση μιας θεωρίας για τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του καπιταλισμού θα αρχίσει να αναδύεται ουσιαστικά στα τέλη της δεκαετίας του 1850 (Marx 1973). Θα βασανίσει τον Μαρξ μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1870 (Heinrich 1999), χωρίς μάλιστα να εκδοθεί στο σύνολό της ζώντος του ίδιου του Μαρξ, αφού θα εκδοθούν μόνο η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του 1859 (Marx 1859) και ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου (Μαρξ 1978, τ. 1). Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του υλικού αυτής της περιόδου θα παραμείνει ανέκδοτο και συχνά ανολοκλήρωτο και οι ερευνητές αποκτούν πλήρη πρόσβαση σε αυτό μόλις τις τελευταίες δεκαετίες. Έχουμε να κάνουμε με μια εντυπωσιακή περίπτωση «work in progress», στην προσπάθεια του Μαρξ να διατυπώσει μια ριζικά νέα κριτική θεωρία, ικανή να συνταιριάζει την ταξική οπτική, τον εσωτερικό χαρακτήρα προς το εργατικό κίνημα που έχει η θεωρία του ιστορικού υλισμού, με τις απαιτήσεις θεωρητικής επάρκειας και αντικειμενικότητας που αναλογούν σε μια ολοκληρωμένη επιστημονική θεωρία.

Οι δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει αυτή η προσπάθεια ήταν τεράστιες: Πρώτα από όλα, να υπερβεί την κλασική πολιτική οικονομία, ένα θεωρητικό σώμα, που από τον Σμιθ (Smith 2000) έως τον Ρικάρντο (Ricardo 2000) όχι μόνο είχε έναν όγκο επεξεργασιών να το υποστηρίζουν, αλλά και μπορούσε, σχετικά εύκολα, να μετατραπεί από μια απολογία υπέρ του καπιταλισμού σε ένα θεωρητικό εργαλείο καταδίκης της άδικης διανομής του κοινωνικού πλούτου. Αυτό καταδεικνύει η απήχησή του στους σοσιαλιστές της εποχής, όσο, όμως, και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μαρξ σε παλαιότερα κείμενά του (π.χ. στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844 [Marx 1844]), το θεωρούσε επαρκή ανάλυση των αμιγώς οικονομικών πλευρών του καπιταλισμού, προσθέτοντας το ζήτημα της χειραφέτησης με όρους περισσότερο μιας φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. Πόσο μάλλον που η κλασική πολιτική οικονομία περιελάμβανε μια σχετικά αναπτυγμένη εργασιακή θεωρία της αξίας (του καθορισμού της ανταλλακτικής αξίας ενός εμπορεύματος από την ποσότητα εργασίας που δαπανήθηκε για την παραγωγή του), της διανομής του κοινωνικού πλούτου, του καταμερισμού εργασίας, μια πρώτη θεωρία της αγοράς και του διεθνούς εμπορίου, καθώς και στοιχεία μιας θεωρίας των οικονομικών κρίσεων.

Η δεύτερη δυσκολία αφορούσε την αναζήτηση ενός κατάλληλου μεθοδολογικού εργαλείου. Ο Μαρξ, ο οποίος ήταν σε εξαιρετικό βαθμό ενήμερος για τις επιστημονικές εξελίξεις της εποχής, αλλά και για τις βασικές φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις, αρχίζει να διατυπώνει ήδη από τη δεκαετία του 1850 στοιχεία μιας πρωτότυπης αντιεμπειριστικής μεθοδολογίας. Δείχνει να συνειδητοποιεί ότι απαιτούνται, όπως και σε όλα τα μεγάλα θεωρητικά και επιστημονικά διαβήματα της εποχής του, πρώτα και κύρια θεωρητικές τομές ικανές να συγκροτήσουν εκείνες τις θεωρητικές αφαιρέσεις που θα πηγαίνουν πίσω από την επιφανειακή όψη των πραγμάτων και θα αναδεικνύουν τις ουσιώδεις πλευρές τους, για να καταλήγουν στη θεωρητική αναπαραγωγή του συγκεκριμένου. Μόνο που αυτό δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε και απλό, αφού από πολύ νωρίς (ήδη από την περίφημη Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου [Marx 1843]) είχε ασκήσει δριμεία και καταλυτική κριτική σε κάθε προσπάθεια υπερβολικής απομάκρυνσης της έννοιας από την υλική διεργασία την οποία αναπαριστά θεωρητικά, μια που στο όριό της αυτή η απομάκρυνση οδηγεί στην παρουσίαση της πραγματικότητας ως αυτοπαραγωγή της έννοιας. Αυτή η δυσκολία μπορεί να εξηγήσει την αναγκαστική ταλάντευση του Μαρξ ως προς το εγελιανό σύστημα. Έχοντας απαρνηθεί την εγελιανή φιλοσοφία της ιστορίας ως εγγενώς ιδεαλιστική, δεν μπορεί να κάνει το ίδιο σε σχέση με τη Λογική (Hegel 1989, Χέγκελ 1991), που ήταν το πιο προχωρημένο θεωρητικό εργαλείο της εποχής του ως προς την διατύπωση σύνθετων προσδιορισμών, όσο και εάν καταλαβαίνει ότι το διαπερνά ένα έντονο ιδεαλιστικό ίχνος.

Η τρίτη δυσκολία είναι η πιο ουσιαστική και αφορά τη συνθετότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής περιλαμβάνει ταυτόχρονα ένα πλέγμα από σχέσεις εξουσίας μέσα στην παραγωγή, σε σχέση με την ιδιοκτησία και τη νομή των μέσων παραγωγής, αλλά και τη δεσπόζουσα βαρύτητα της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής και της αγοράς ως μηχανισμού κοινωνικοποίησης των επιμέρους ιδιωτικών εργασιών. Υπάρχει, ακόμη, μια ασυμμετρία ανάμεσα στη διαχρονική εμφάνιση διάφορων ιστορικών στοιχείων και πρακτικών που τελικά συναρθρώθηκαν στον αναδυόμενο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (πρώτες μορφές αγροτικού καπιταλισμού, το απολυταρχικό κράτος, παλαιότερες μορφές εμπορευματικής ανταλλαγής, πιστωτικές και τραπεζικές πρακτικές), και τη συγχρονική αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ενός δομημένου όλου. Επιπλέον, στοιχεία τυπικά εξωτερικά προς τις αμιγώς οικονομικές σχέσεις, όπως το κράτος και η πολιτική εξουσία (ως εγγύηση των απαιτήσεων ιδιοκτησίας και του πιστωτικού συστήματος), αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών οικονομικών πρακτικών. Η συνθετότητα αυτή αντικειμενικά δημιουργούσε δυσκολίες ως προς το πώς η αρχική σύλληψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας (η διαπίστωση ότι οι ταξικές συγκρούσεις γύρω από την παραγωγή και διανομή του κοινωνικού προϊόντος είναι θεμελιακές για τη συνολική άρθρωση του κοινωνικού όλου) θα εξειδικευόταν στην ανάλυση των αντιφατικών τάσεων του καπιταλισμού με τρόπο θεωρητικά συνεκτικό. Η συνθετότητα αυτή δημιουργούσε προβλήματα και ως προς την ιεράρχηση των αιτιακών καθορισμών και των αντίστοιχων θεωρητικών αφαιρέσεων, αλλά και ως προς τη διάταξη των εννοιών. Είναι πολύ χαρακτηριστικές και οι ταλαντεύσεις του ίδιου του Μαρξ ως προς το πώς μπορεί να συναρθρωθεί η θεώρηση του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης στο πιο υψηλό επίπεδο αφαίρεσης, με πιο συγκεκριμένες παραμέτρους όπως ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεμονωμένων κεφαλαίων [1] .

Δεν είναι τυχαίο, ότι η πρώτη παρανάγνωση της θεωρίας της αξίας, όχι μόνο στηρίζεται σε αυτή ακριβώς τη δυσκολία, αλλά θα γίνει και από τον πιο στενό συνεργάτη του Μαρξ, τον Ένγκελς. Στην έκδοση του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου (Μαρξ 1978, τ. 3) και το σχετικό Παράρτημα που έγραψε, ο Ένγκελς είχε σπεύσει να δώσει χαρακτήρα ορθοδοξίας στην δική του ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία ο Μαρξ αναφέρεται στο πρώτο μέρος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου σε μια μορφή απλής εμπορευματικής παραγωγής που προηγείται των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Αυτή η ερμηνεία αποτέλεσε τη βάση μιας «λογικοϊστορικής» σύλληψης της δομής του Κεφαλαίου, που μπορούσε να οδηγήσει και σε μια αποσύνδεση ανάμεσα στην αξιακή μορφή και τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις [2] .

Και τα πράγματα κάνει πιο δύσκολο το γεγονός ότι οι επιφανειακές μορφές εμφάνισης της κυκλοφορίας εμπορευμάτων δεν παραπέμπουν άμεσα στους βαθύτερους «ουσιώδεις» μηχανισμούς που συγκροτούν την αναγκαιότητά τους, αλλά και δεν μπορούν να ερμηνευθούν καθαυτές χωρίς την αναγωγή σε ουσιώδεις προσδιορισμούς, παρά μόνο με το τίμημα ταυτολογιών ή της καταφυγής σε ανθρωπολογικές ή ψυχολογικές πλευρές. Ουσιαστικά, το ιδεολογικό στοιχείο επενεργεί στον ίδιο τον πυρήνα των πρακτικών που αναπαράγουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, καθώς χωρίς αυτές τις κοινωνικά αναγκαίες μορφές παραγνώρισης, κρίσιμες στιγμές της συνολικής αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης (όπως η συγκρότηση του μέσου ποσοστού κέρδους ή η λειτουργία του τοκοφόρου κεφαλαίου) δεν μπορούν να λάβουν χώρα.

Είναι προφανές ότι όλες αυτές οι παράμετροι καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια να συγκροτηθεί ένα ενιαίο συνεκτικό θεωρητικό σχήμα που να μην είναι εμπειρική περιγραφή, αλλά θα μπορούσε να αναπαράγει θεωρητικά τη συνθετότητα αυτών των προσδιορισμών, και μάλιστα με όρους που να καταδεικνύουν τον αναγκαίο χαρακτήρα του συσχετισμού ανάμεσα στους επιμέρους προσδιορισμούς. Ταυτόχρονα, αυτή η «πολιτική της έννοιας» δεν ελάμβανε χώρα σε ένα πολιτικό και ιδεολογικό κενό. Αντίθετα, αποτελούσε μια στιγμή της ιδεολογικής ταξικής πάλης και καθοριζόταν από τον ευρύτερο πολιτικό και ιδεολογικό συσχετισμό. Στοιχεία που και αργότερα θα αποτελέσουν εκφράσεις αυτού του συσχετισμού μέσα στο εργατικό κίνημα και την ιστορία της μαρξιστικής θεωρίας, όπως ο οικονομισμός, ο ανθρωπισμός, ο ιστορικισμός, επιδρούσαν και στην προσπάθεια του Μαρξ, συγκροτούσαν πραγματικά θεωρητικά εμπόδια τα οποία αντιπάλευε, την ίδια στιγμή που αναγκαστικά τα εσωτερίκευε.

2. Η εξέλιξη της μαρξιστικής συζήτησης πάνω στη θεωρία της αξίας

Σε αυτή τη βάση μπορεί κανείς να αντιληφθεί τις ταλαντεύσεις και τις περιπέτειες που είχε η μαρξική θεωρία της αξίας και του καπιταλισμού, μέσα στην ιστορία του μαρξισμού και του εργατικού κινήματος, ως πλευρές, ουσιαστικά, μιας ιστορίας της ταξικής πάλης στο θεωρητικό επίπεδο, η εξέταση της οποίας υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του παρόντος κριτικού σημειώματος.

Μπορούμε, όμως, να σταθούμε στην άνιση ανάπτυξη ειδικά της θεωρίας της αξίας, ως θεωρίας του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των κοινωνικών μορφών που αυτός συνεπάγεται και περιλαμβάνει. Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: παρά την εξαιρετική ανάπτυξη της συζήτησης έως και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, η συζήτηση θα υποχωρήσει έως τη δεκαετία του 1960, και η θεωρία της αξίας είτε θα θεωρείται δεδομένη, είτε θα ταυτίζεται με τη ρικαρδιανή (και συνολικά με την αντίληψη της κλασικής πολιτικής οικονομίας), είτε θα μεθερμηνεύεται υπό το φως άλλων θεωρητικών υποδειγμάτων, είτε θα θεωρείται ότι τροποποιείται [3]. Επιπρόσθετα, ο σοβιετικός μαρξισμός, που όλο και περισσότερο θα γίνεται μια απολογητική του κρατικού καπιταλισμού στους σχηματισμούς όπου ηγεμόνευε, θα ενισχύει την τάση προς μια κλασική καταστροφολογική θεώρηση των όρων διευρυμένης αναπαραγωγής του καπιταλισμού, ώστε να κατοχυρώνει την ανωτερότητα του «σοσιαλιστικού μπλοκ» απέναντι στο θεωρούμενο ως παρακμάζον ιμπεριαλιστικό.

Σε αυτό το φόντο, η αναγέννηση της συζήτησης πάνω στη θεωρία της αξίας από τη δεκαετία του 1960, και κυρίως από τη δεκαετία του 1970, παρότι αρκετά πιο ακαδημαϊκή σε σχέση με τη συζήτηση των αρχών του εικοστού αιώνα που διεξήχθη σε μεγάλο βαθμό μεταξύ και πολιτικών στελεχών του εργατικού κινήματος, έχει ιδιαίτερη σημασία [4]. Συμπύκνωσε, άλλωστε, ευρύτερους μετασχηματισμούς, όχι μόνο θεωρητικούς, αλλά και πολιτικούς: Ο ριζοσπαστισμός των κινημάτων του 1960 και η επιδίωξη μιας «επιστροφής στον Μαρξ», το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης, η ανεπάρκεια των κεϋνσιανών απαντήσεων και η επιστροφή μιας ιδιαίτερα επιθετικής νεοκλασικής ορθοδοξίας ως θεωρητικού υπόβαθρου του νεοφιλελευθερισμού, η επιστροφή της αγοράς ως οικονομικού εργαλείου αλλά και βασικού ιδεολογήματος, όλα αυτά έδωσαν μια νέα ώθηση στη συζήτηση [5] .

Έτσι, μια σειρά από ερωτήματα επανήλθαν στο θεωρητικό προσκήνιο: Η ανάγκη υπεράσπισης της μαρξικής θεωρίας της αξίας απέναντι στην έντονη επανεμφάνιση των νεορικαρδιανών σχημάτων, με δεδομένη και την απήχηση και το ενδιαφέρον για το έργο του Σράφφα, η επαναπροσέγγιση όλων των βασικών ανοιχτών λογαριασμών στο κείμενο του Κεφαλαίου, με κορυφαίο το περίφημο πρόβλημα του «μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής», η θεωρία των κρίσεων και το ερώτημα για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

Αντίστοιχα, θα ανοίξει και η συζήτηση πάνω στη μεθοδολογία και τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις του Κεφαλαίου, ειδικά μετά την τομή της παρέμβασης του Αλτουσέρ και την κριτική επερώτηση της οφειλής του Μαρξ στον Χέγκελ (σε αυτό επανερχόμαστε και παρακάτω), αλλά και την εμφάνιση απόψεων που πρότειναν την αναγωγή σε άλλα φιλοσοφικά ρεύματα, όπως η αναλυτική φιλοσοφία (π.χ. Elster 1985).

Ιδιαίτερη σημασία θα έχει σε όλη αυτή τη συζήτηση η ανάδειξη, πλάι στα ερωτήματα που μέχρι τότε κυριαρχούσαν (υπεράσπιση της εργασιακής θεωρίας της αξίας, θεωρία της κρίσης υπερσυσσώρευσης, ανάδειξη της προτεραιότητας των παραγωγικών σχέσεων), ενός παράλληλου νήματος που θα σταθεί ιδιαίτερα στην έννοια της αξιακής μορφής, με αφετηρία την έμφαση που δίνει σε αυτήν και ο ίδιος ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου (Reuten 1988 και 1993, Reuten / Williams 1989, Backhaus 1990, Arthur 2002). Το θεωρητικό αυτό νήμα, το οποίο σχετίζεται και με την επανεκτίμηση του σημαντικού έργου του I. Rubin (Rubin 1973), θα δώσει μια σημαντική ώθηση στην όλη συζήτηση και θα αναδείξει με ιδιαίτερα γόνιμο τρόπο την έκταση της τομής ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ρικάρντο, επιτρέποντας ταυτόχρονα την επανένταξη της «αγοράς» στον πυρήνα της θεωρίας, έστω και εάν σε μεγάλο βαθμό θα στηριχθεί και σε μια θετική επανεκτίμηση του Χέγκελ και της επίδρασής του στον Μαρξ (Λαπατσιώρας 2004).

3. Η θεωρητική ενασχόληση του Λουί Αλτουσέρ με θέματα της θεωρίας της αξίας

Χρειάζεται, όμως, πριν περάσουμε στο υπό κρίση βιβλίο, να σταθούμε στην παρέμβαση του Λουί Αλτουσέρ σε σχέση με τα ερωτήματα που μας απασχολούν, πόσο μάλλον που και οι συγγραφείς του βιβλίου δεν κρύβουν την οφειλή τους στο έργο του Γάλλου φιλοσόφου.

Άλλωστε, μια από τις πλευρές που συχνά παραβλέπονται, όταν συζητιέται το έργο του Λουί Αλτουσέρ και της «σχολής» του στις μέρες μας, είναι ότι ο Αλτουσέρ ασχολήθηκε συστηματικά με το ίδιο το κείμενο του Κεφαλαίου ως θεωρητικού τόπου μιας κρίσιμης θεωρητικής τομής. Αυτή η επιστροφή στον Μαρξ και η προσπάθεια συλλογικής επανεξέτασης του κειμένου του Κεφαλαίου (Althusser κ.ά. 2003) και των εντάσεων που το διαπερνούν, στην εποχή της (1965) αποτέλεσε μια ιδιαίτερα πρωτοπόρα κίνηση, που χρονικά τουλάχιστον προηγήθηκε του κύριου όγκου της τρέχουσας συζήτησης για τη θεωρία της αξίας, η οποία ξεκίνησε στη δεκαετία του 1970. Παρά, λοιπόν, την τρέχουσα τάση υποτίμησης του έργου του Αλτουσέρ εμείς επιμένουμε ότι το θεωρητικό αυτό πρόγραμμα διατηρεί τη θεωρητική του γονιμότητα, αφού:

α) Επέμεινε στη θεώρηση του Κεφαλαίου ως του κειμένου μιας κρίσιμης τομής σε σχέση με την κλασική πολιτική οικονομία, αφού σε αυτή τη βάση επαναδιατύπωσε και την έννοια της επιστημολογικής τομής (Althusser 2003α).

β) Υπερασπίστηκε τη ριζική πρωτοτυπία του μαρξικού έργου και επέμεινε ότι δεν πρέπει να το διαβάζουμε μέσα από δάνειες φιλοσοφικές οπτικές, είτε ενός θεωρητικού ανθρωπισμού, είτε μιας ιστορικιστικής διαλεκτικής (Althusser 1996, 1973). Επέμεινε στην ανάγκη να αντιμετωπιστεί το κείμενο του Κεφαλαίου ως το πεδίο όπου αναδεικνύεται μια πρωτότυπη υλιστική επιστημολογική και ευρύτερα φιλοσοφική προσέγγιση που δεν μπορεί να αναχθεί σε κάποια άλλη φιλοσοφική παράδοση (Althusser 2003β).

γ) Διαχώρισε τη δυνατότητα μιας υλιστικής διαλεκτικής σύλληψης των κοινωνικών αντιθέσεων από άλλα σχήματα «φιλοσοφίας της ιστορίας» και ειδικότερα από το έργο του Χέγκελ (Althusser 1996).

δ) Υπερασπίστηκε μια πρωτότυπη θεώρηση της κοινωνικής ολότητας που ενέτασσε στον πυρήνα των δομικών προσδιορισμών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και την πολιτική εξουσία και τις ιδεολογικές σχέσεις (Althusser 1996, Althusser 2003α, Althusser 2003β) και μέσω της κομβικής έννοιας του επικαθορισμού αναμετρήθηκε με το ερώτημα μιας μη μεταφυσικής και μη τελεολογικής θεωρίας του κοινωνικού καθορισμού (Althusser 1996) [6] .

ε) Προχώρησε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στους όρους με τους οποίους εμφανίζονται ιστορικές κοινωνικές μορφές ή στοιχεία και κοινωνικές πρακτικές που συναρθρώνονται και την συγχρονική διάσταση της αναπαραγωγής ενός τρόπου παραγωγής ως δομημένης κοινωνικής ολότητας (Althusser 2003α).

στ) Επέμεινε στην αναλυτική προτεραιότητα της ταξικής πάλης και στον εγγενώς συγκρουσιακό χαρακτήρα των ταξικών κοινωνικών μορφών και κατά συνέπεια στην προτεραιότητα των παραγωγικών σχέσεων έναντι των παραγωγικών δυνάμεων (Althusser 1973, Althusser 1995).

ζ) Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις ιδεολογικές αναπαραστάσεις όχι ως μορφές ψευδούς ή πεπλανημένης συνείδησης, αλλά ως κοινωνικά αναγκαίες (και εν πολλοίς αναγκαστικές) μορφές κοινωνικής παραγνώρισης που αναπαράγονται από πρακτικές και συμπυκνώνονται σε αυτές (Althusser 1995).

Η παράθεση αυτών των σημαντικών αφετηριών δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως υποτίμηση των πραγματικών αντιφάσεων που διαπερνούν την προσέγγιση του Λουί Αλτουσέρ ως προς τη θεωρία της αξίας: Αφενός, τη θεώρηση της τομής με τον Ρικάρντο κυρίως ως προς την αντικατάσταση της εργασίας από την εργατική δύναμη και όχι τόσο ως προς την αξιακή μορφή (Althusser 2003α). Αφετέρου την τάση παράβλεψης, στα κείμενα του 1965, της αναγκαστικής αντιφατικότητας και των κειμένων του «ώριμου» Μαρξ, κάτι που θα χρωματίσει και την κατά τ’ άλλα ιδιαιτέρως γόνιμη έννοια της συμπτωματολογικής ανάγνωσης, μια που έτεινε να θεωρεί ότι μπορεί αυτή η ανάγνωση να ανασύρει ένα σχετικά ενιαίο θεωρητικό πυρήνα και παρέβλεπε ότι αντιφάσεις υπήρχαν και εντός αυτού του «πυρήνα», κάτι στο οποίο, όμως, θα σταθεί αργότερα (Althusser 1978, 1978a).

Οι αντιφάσεις αυτές εκφράστηκαν με άνισο τρόπο μέσα στην εξέλιξη της σκέψης και του ίδιου του Λουί Αλτουσέρ και των διανοούμενων που επηρεάστηκαν από αυτόν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ταλάντευσή του σε σχέση με το πρώτο μέρος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου («Εμπόρευμα και Χρήμα»), με χαρακτηριστική την προτροπή του να μην ξεκινά η ανάγνωση του Κεφαλαίου από αυτό, αλλά από το δεύτερο μέρος (Αλτουσέρ 1983). Ουσιαστικά, ο Αλτουσέρ γινόταν όλο και πιο δύσπιστος απέναντι στην προβληματική της αξιακής μορφής, θεωρώντας ότι ο Μαρξ αναζητούσε μια εγελιανού τύπου εκκίνηση από την απλούστερη έννοια, ενώ θα μπορούσε να οδηγήσει και σε ανθρωπολογικές παρερμηνείες (ο φετιχισμός ως πραγμοποίηση του ανθρώπου). Σε αυτό συντελούσε και ο ιδιαίτερα πολεμικός χαρακτήρας που είχαν αρκετές από τις παρεμβάσεις του Αλτουσέρ, αυτό που θα κωδικοποιήσει και ως την ανάγκη για συνεχές «λύγισμα του ραβδιού προς την αντίθεση κατεύθυνση». Επιπλέον, η προσπάθεια του Αλτουσέρ να επιμείνει στη σημασία κυρίως των παραγωγικών σχέσεων, των ταξικών συγκρούσεων, των μηχανισμών, των υλικών πρακτικών, μπορούσε να θεωρηθεί ως μια προτροπή να «ξεμπερδεύουμε» με το θέμα των κοινωνικών μορφών εμφάνισης των βαθύτερων κοινωνικών δομών.

Η αντιφατική στάση όσων σχετίστηκαν με αυτό που θα μπορούσαμε να ορίσουμε –περιγραφικά– ως «Σχολή Αλτουσέρ» απέναντι στο πρώτο μέρος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου και ειδικά τη θεωρία του φετιχισμού είναι χαρακτηριστική: Από τη μια έχουμε την τοποθέτηση του Μασρέ (Macherey 2003) και κυρίως την ιδιαίτερα σημαντική ανάλυση του Ρανσιέρ (Ranciere 2003), που προσπάθησαν να διαβάσουν τον πρώτο μέρος υπό το πρίσμα της νέας θεώρησης της μαρξιστικής προβληματικής. Ιδιαίτερα ο Ρανσιέρ προχώρησε και σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και συστηματικές προσπάθειες να διαβαστεί η θεωρία του φετιχισμού, υπό το πρίσμα μιας υλιστικής τοποθέτησης, ως θεωρία των αναγκαστικών αποτελεσμάτων παραγνώρισης που γεννιούνται στο επίπεδο της οικονομικής δομής [7]. Από την άλλη υπήρξε η τοποθέτηση του Μπαλιμπάρ (1974: 206-226) που επέμεινε ότι μια θεωρία της ιδεολογίας, της ιδεολογικής ταξικής πάλης και των ιδεολογικών μηχανισμών, ανάλογη με αυτή που επεξεργαζόταν τότε ο Αλτουσέρ, δεν μπορεί να είναι συμβατή με μια θεωρία του φετιχισμού ως μορφής «αυτοφυούς» παραγνώρισης στο επίπεδο της οικονομικής δομής και κατά συνέπεια θα πρέπει θεωρηθεί ένδειξη του γεγονότος ότι ο Μαρξ δεν έχει πλήρως απομακρυνθεί από μια προηγούμενη προβληματική.

Αυτή η αντιφατικότητα αποτυπώθηκε και στην κομβική έννοια της συνάρθρωσης επιπέδων και περιοχικών δομών. Από τη μια, μπορούσε να είναι τμήμα μιας αντιμεταφυσικής και αντιιστορικιστικής θεώρησης του κοινωνικού όλου, δίνοντας έμφαση στη σχετική αυτονομία των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων ενάντια στην αντιμετώπισή τους ως απλών επιφαινόμενων αλλά και στη διάκριση ανάμεσα στη διαχρονική ανάδυση διαφορετικών πρακτικών ή κοινωνικών μορφών και τον τρόπο παραγωγής ως έννοια που αναφέρεται σε ένα σύνολο από βασικές «συγχρονικά» αναπαραγόμενες κοινωνικές σχέσεις και μορφές [8]. Από την άλλη, μπορούσε να οδηγήσει σε μια εμπειριστική θεωρία ενός «ευρετηρίου» στοιχείων που αναλόγως του συνδυασμού τους παράγουν διαφορετικές ιστορικές μορφές [9] .

Αυτές οι αντιφάσεις, όμως, δεν πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη των κρίσιμων θεωρητικών αφετηριών που περιγράφηκαν πιο πάνω, αλλά να ειδωθούν ως αποτελέσματα της ιδιαίτερης θεωρητικής συγκυρίας με την οποία αναμετρήθηκε ο Αλτουσέρ: Έπρεπε να απαντήσει στην ταύτιση του μαρξισμού με μια ιστορικιστική παραλλαγή της εγελιανής φιλοσοφίας της ιστορίας, τάση ιδιαίτερα έντονη στην μεταπολεμική γαλλική φιλοσοφική σκηνή, η οποία σε γενικές γραμμές στάθηκε πολύ περισσότερο στη Φαινομενολογία του Πνεύματος (Χέγκελ 1993-95) ως μια φιλοσοφία –ή ακόμη και ανθρωπολογία– της ιστορίας και λιγότερο στη Λογική και την προσπάθεια διατύπωσης ενός σύνθετου εννοιολογικού εργαλείου [10]. Χρειαζόταν να αντιμετωπίσει τον θεωρητικό ανθρωπισμό ως κατεξοχήν ιδεαλιστική απόκλιση εντός του μαρξισμού, που σήμαινε και την αναμέτρηση με όλες τις θεωρίες πραγμοποίησης (π.χ. Lukacs 1971). Προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον οικονομισμό του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος, που κυρίως εκφραζόταν ως μια θέση απεριόριστης ανάπτυξης των εγγενώς θετικών παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό σήμαινε να δοθεί έμφαση ξανά στην ταξική πάλη και τον συγκρουσιακό χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής και αναγκαστικά στεκόταν λιγότερο στην επίδραση της αγοράς ως μηχανισμού κοινωνικοποίησης επιμέρους ιδιωτικών εργασιών ή στην αξία ως ιδιαίτερη κοινωνική μορφή.

Το ότι μπορούμε να εξηγήσουμε τα όρια και τις αντιφάσεις του Αλτουσέρ σε σχέση με την προσέγγιση της θεωρίας της αξίας, όμως, δεν πρέπει να μεταφραστεί και ως απόρριψη της ανάγκης για μια εκ νέου ανάγνωση του έργου του Μαρξ που να στηρίζεται στις αφετηρίες του αλτουσεριανού προγράμματος, έστω και αν απορρίπτει ορισμένα από τα συμπεράσματα του ίδιου του Αλτουσέρ. Αντίθετα, η ρήξη με τον οικονομισμό, τον ανθρωπισμό, τον ιστορικισμό εξακολουθεί να είναι η αναγκαία αφετηρία οποιασδήποτε ανάγνωσης του μαρξικού κειμένου που θα μπορέσει να αναδείξει τη βαθύτερη δυναμική και γονιμότητά του.

4. Κριτική παρουσίαση του βιβλίου των Μηλιού – Δημούλη – Οικονομάκη

4.1 Παρουσίαση των βασικών σημείων του βιβλίου

Το βιβλίο ξεκινά με μια παρουσίαση ενός βασικού θεωρητικού προγράμματος για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ως ιδιαίτερο θεωρητικό αντικείμενο. Υπενθυμίζει έτσι ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι ένα σύνολο εννοιών που απεικονίζουν τον αιτιακό πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης και των αποτελεσμάτων που έχουν, των συγκεκριμένων μορφών εμφάνισής τους σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό. Ορθά οι συγγραφείς ενσωματώνουν στον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής όχι μόνο την κεφαλαιακή σχέση στο επίπεδο της παραγωγής, αλλά και τις δομικές μορφές του πολιτικού επιπέδου, την υλικότητα της καπιταλιστικής κρατικής εξουσίας, αλλά και του ιδεολογικού, την αστική ιδεολογία. Το σημείο αυτό έχει την αξία του, μια που η ένταξη και της κρατικής δομής και βασικών ιδεολογικών μορφών στον θεωρητικό (και αντίστοιχα στον αιτιακό) πυρήνα της έννοιας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, σε αντίθεση με μια θεώρηση που θα εντόπιζε τη μήτρα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων αποκλειστικά στο οικονομικό επίπεδο, επιτρέπει να δούμε εξαρχής τις συνολικές προϋποθέσεις της αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης.

Σε αυτή τη βάση προχωρούν στην εξέταση των βασικών ερωτημάτων που ανακύπτουν ως προς τη μαρξική θεωρία της αξίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η εξέταση της ρήξης του Μαρξ ως προς το Ρικάρντο, ακριβώς γιατί συχνά οι ερμηνείες της μαρξικής θεωρίας την παρουσιάζουν ως μια συνέχεια της κλασικής πολιτικής οικονομίας. Ανακεφαλαιώνουν έτσι αυτή την «κλασική», όπως την ονομάζουν (Μηλιός / Δημούλης / Οικονομάκης 2005: 38 κ. εξ.), ανάγνωση της μαρξικής θεωρίας, που στηρίζεται στην παραδοχή της αξίας ως ενσωματωμένης εργασίας στα παραχθέντα εμπορεύματα (θέση κοινή με την κλασική πολιτική οικονομία), με την «προσθήκη» της αγοράς εργατικής δύναμης και όχι εργασίας ως βάση της δυνατότητας της εκμετάλλευσης. Στέκονται έτσι στο πώς ο Μαρξ αναλύει την έννοια της αξίας στο Κεφάλαιο, όπου αφού ανακεφαλαιώσει τις βασικές θέσεις της κλασικής πολιτικής οικονομίας, προχωράει αφενός στην αναφορά στην αφηρημένη εργασία, αφετέρου σε μια εκτεταμένη ανάλυση της αξίας ως σχέσης ανταλλαγής. Ως προς την αφηρημένη εργασία υποστηρίζουν ότι δεν θα πρέπει να οριστεί ως γενίκευση ή εξίσωση συγκεκριμένων και εμπειρικά διαπιστώσιμων εργασιών, αλλά ως μια κρίσιμη αφαίρεση που αποτυπώνει την ηγεμονία των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων στην παραγωγή, «την κοινωνική ομογενοποίηση της εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής » (Μηλιός / Δημούλης / Οικονομάκης 2005: 47). Ως προς την αξία ως ανταλλακτική σχέση οι τρεις συγγραφείς προτείνουν μια υλιστική αναδιατύπωση του σχήματος περί της σχέσης ανάμεσα σε ουσία και μορφή εμφάνισης, το οποίο δεν σχετίζεται ούτε με τον εμπειρισμό (η γενίκευση ως θεωρητική κατασκευή για την προσέγγιση ενός αθροίσματος εμπειρικών δεδομένων), ούτε με μια εγελιανή «αυτοκίνηση» της έννοιας ή της Ιδέας. Αντίθετα, επιμένουν ότι έχουμε να κάνουμε μια σειρά θεωρητικών μετασχηματισμών που αναπαράγουν σε θεωρητικό επίπεδο τους μηχανισμούς που εξηγούν τους όρους εμφάνισης των συγκεκριμένων εμπειρικών μορφών.

Εξετάζουν έτσι την εξέλιξη της έννοιας της αξιακής μορφής στο Κεφάλαιο του Μαρξ και το πέρασμα από την απλή, μεμονωμένη ή τυχαία μορφή της αξίας στην ολική ή αναπτυγμένη, γενική και χρηματική μορφή της αξίας και καταλήγουν σε μια σειρά από κρίσιμα συμπεράσματα: Στο μαρξικό σύστημα η αξία ενός εμπορεύματος δεν μπορεί να προσδιοριστεί μεμονωμένα ή αυτοτελώς αλλά «αποκλειστικά σε σχέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα, στη διαδικασία ανταλλαγής» (Μηλιός / Δημούλης / Οικονομάκης 2005: 57), άρα μέσω της στρεβλής εμφάνισης (της τιμής), και σε αυτή τη βάση προϋποτίθεται η χρηματική κυκλοφορία και το χρήμα. Προσπαθούν, έτσι, να αποκαταστήσουν τα διαφορετικά εννοιολογικά επίπεδα στα οποία κινούνται οι έννοιες του Μαρξ: Υποστηρίζουν ότι η αφηρημένη εργασία, δηλαδή το αποτέλεσμα της ηγεμονίας των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων στην παραγωγή, συγκροτεί μεν την ουσία της αξίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να «μετρήσουμε» ποσότητες χρόνου (κάτι που θα παρέπεμπε ευθέως στη ρικαρδιανή έννοια της δαπανώμενης εργασίας). Αντίθετα, προϋποτίθεται το χρήμα ως μορφή εμφάνισης, η αξία είναι, δηλαδή χρηματικώς διαμεσολαβημένη, και το χρήμα αποτελεί τη διάσταση της αξίας στο επίπεδο της εμπειρικής πραγματικότητας και την «υλική ενσάρκωση» των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων (Μηλιός / Δημούλης / Οικονομάκης 2005: 74). Η τοποθέτηση αυτή προσπαθεί να απαντήσει στις πιθανές συγχύσεις στις οποίες οδηγεί η επιμονή του Μαρξ να διατηρήσει μια αυστηρή διαδοχή εννοιών, σύμφωνα με την οποία η έννοια της αξίας και του χρήματος περιγράφεται πριν την έννοια του κεφαλαίου, έστω και εάν, σε επίπεδο πραγματικής κοινωνικής αναπαραγωγής, η έννοια του κεφαλαίου (ή συνολικά των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων) προϋποτίθεται.

Με αυτή την έννοια, το χρήμα μπορεί να οριστεί ως η πιο γενική μορφή εμφάνισης του κεφαλαίου (Μηλιός / Δημούλης / Οικονομάκης 2005: 82), αξία την οποία έχει ιδιοποιηθεί ο κεφαλαιοκράτης και η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της κεφαλαιακής σχέσης ως «αυτοαξιοποιούμενη αξία». Γι’ αυτό υποστηρίζουν ότι η θεωρία του Μαρξ δεν απλώς χρηματική θεωρία της αξίας, αλλά και χρηματική θεωρία του κεφαλαίου. Σε αυτή τη βάση αναδιατυπώνουν τη μαρξική έννοια της υπεραξίας όχι ως παρακράτηση προϊόντος ή υπερεργασίας, αλλά ως μια ειδικά καπιταλιστική κοινωνική σχέση.

Αυτή, όμως, η έμφαση καθιστά αναγκαία μια κριτική της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος, πόσο μάλλον που σε αυτή στηρίζονται και τρέχουσες προτάσεις και πρακτικές νομισματικής πολιτικής. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η κριτική προς αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στα όρια των επιχειρημάτων των θεωρητικών της κλασικής πολιτικής οικονομίας, ή σε ένα σχήμα «απλής εμπορευματικής παραγωγής», αλλά προϋποθέτει την αναπτυγμένη θεωρία του χρήματος ως κεφαλαίου.

Αυτό, όμως, προϋποθέτει την αναμέτρηση με το εμπορευματικό χρήμα (τα πολύτιμα μέταλλα), στο οποίο τόσο η κλασική πολιτική οικονομία, αλλά και αρκετές αναγνώσεις του Μαρξ θεωρούν ότι ανάγονται αναγκαστικά όλες οι μορφές χρήματος. Αντίθετα, οι συγγραφείς του υπό κρίση βιβλίου υποστηρίζουν ότι το χρήμα δεν είναι εμπόρευμα (ούτε απλώς νομιναλιστική σύμβαση), αλλά ενσάρκωση του κεφαλαίου ως αυτοαξιοποιούμενης αξίας [11]. Ιδιαίτερα στέκονται στη λειτουργία του πιστωτικού χρήματος και τον τρόπο με τον οποίο το πιστωτικό σύστημα, ανάλογα και με την συγκυρία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, μπορεί να παράγει και επιπλέον χρήμα, υποστηρίζοντας ότι το πιστωτικό χρήμα είναι η κύρια μορφή χρήματος σε μια καπιταλιστική οικονομία. Θεωρούν μάλιστα ότι αυτή η προσέγγιση του χρήματος φανερώνει την ανωτερότητα της μαρξιστικής προσέγγισης σε σχέση με τις τρέχουσες μετακεϋνσιανές πολεμικές απέναντι στην ορθόδοξη νεοκλασική θεωρία του χρήματος, σύμφωνα με την οποία το χρήμα εισάγεται «εξωγενώς» από την Κεντρική Τράπεζα. Ολοκληρώνουν την κριτική τους στην κλασική προσέγγιση του εμπορευματικού χρήματος με μια αναλυτική παρουσίαση των αντιφάσεων στις οποίες αυτή προσκρούει και επιμένουν ότι η ταύτιση του Μαρξ με την κλασική θεωρία προκύπτει μόνο εάν κατανοήσουμε ελλιπώς τους όρους διάταξης των εννοιών στο 1ο τμήμα του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, δηλαδή θεωρήσουμε το χρήμα ως ένα παραγόμενο εμπόρευμα και παραβλέψουμε τη διευρυμένη αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης ως προϋπόθεση.

Αυτή, όμως, η προσέγγιση φέρνει αντιμέτωπους τους συγγραφείς με ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιοι μηχανισμοί καθορίζουν τους όρους με τους οποίους εμφανίζονται οι βαθύτερες κοινωνικές σχέσεις στην άμεση κοινωνική εμπειρία; Αυτό σημαίνει αναμέτρηση με την έννοια του φετιχισμού. Ασκούν έτσι κριτική στην θεώρηση του φετιχισμού ως πραγμοποίησης της ανθρώπινης ουσίας, που κυρίως θεωρητικοποίησε ο Λούκατς, ενώ στέκονται πιο θετικά απέναντι στην προσπάθεια του Πασουκάνις να επεκτείνει την έννοια του φετιχισμού στον χώρου του δικαίου και να διαμορφώσει ένα σχήμα νομικού φετιχισμού. Στη συνέχεια εξετάζουν την ιδιαίτερα κριτική στάση απέναντι στην ίδια την έννοια του φετιχισμού που είχε η «Σχολή Αλτουσέρ». Σε αυτή τη βάση επανέρχονται στο κείμενο του Μαρξ, εντοπίζοντας το πρόβλημα που δημιουργεί η τοποθέτηση του φετιχισμού εντός της διάταξης του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου και άρα πριν τη ρητή εισαγωγή των εννοιών που αναφέρονται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (έστω και εάν επί της ουσίας αυτές προϋποτίθενται). Αυτή η μεθοδολογική παρατήρηση επιτρέπει να αναδειχθεί καλύτερα η πιο γενική τοποθέτηση του φετιχισμού μέσα στο μαρξικό έργο και να (επαν)οριστεί ως μια «εγγενής στην καπιταλιστική κυριαρχία λειτουργία απόκρυψης του εκμεταλλευτικού και εξουσιαστικού χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων» (Μηλιός / Δημούλης / Οικονομάκης 2005: 151). Υπό αυτή τη σκοπιά, καθίσταται σαφές ότι η έννοια του φετιχισμού δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο εμπόρευμα, αλλά πρωτίστως στο κεφάλαιο, την κεφαλαιακή σχέση και όλες τις μορφές εμφάνισής της. Αναδεικνύουν έτσι τη σημασία που έχουν οι αναλύσεις του Μαρξ για τη φετιχιστική αντίληψη του τοκοφόρου κεφαλαίου στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου και την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η αναπτυγμένη θεώρηση της κεφαλαιακής σχέσης για να δούμε τις πλήρεις θεωρητικές προϋποθέσεις της έννοιας του φετιχισμού, ο οποίος προσεγγίζεται έτσι πολύ περισσότερο ως μια ειδικά καπιταλιστική μορφή κοινωνικής παραγνώρισης, ένα «αυτοφυές» αποτέλεσμα απόκρυψης των κοινωνικών σχέσεων. Και πάλι, όμως, μένει ανοιχτό το ερώτημα της συσχέτισης ανάμεσα στο φετιχισμό και την ανάγκη ύπαρξης των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους ως προϋπόθεση της αναπαραγωγής των ιδεολογικών αναπαραστάσεων, ως προς το οποίο οι συγγραφείς του κειμένου τείνουν προς την ανάγκη μιας θεωρητικής σύνθεσης που να συνδυάζει την παραδοχή του φετιχισμού ως τμήμα μιας διαδικασίας κοινωνικής υποταγής των υποκειμένων μέσω της αγοράς, όχι όμως και ως πλήρη θεωρία του ιδεολογικού, μια που αυτό προϋποθέτει την αναφορά στους συνολικούς υλικούς κοινωνικούς μηχανισμούς που συγκροτούν και αναπαράγουν την κυρίαρχη αστική ιδεολογία και εξουσία.

Το τρίτο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στην έννοια του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου και το γενικό ποσοστό κέρδους. Υπενθυμίζουν ότι η λειτουργία του ανταγωνισμού είναι μια δομική πλευρά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και, κατά συνέπεια, ένας ουσιώδης μηχανισμός για τη συγκρότηση και λειτουργία των ατομικών κεφαλαίων ως συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου και εν τέλει ως κοινωνική τάξη. Αυτή η παραδοχή του δομικού χαρακτήρα του ανταγωνισμού επιτρέπει τη θεωρητική οριοθέτηση από όσους υποστήριξαν μέσα στην ιστορία του μαρξισμού ότι μπορούμε να περιοδολογήσουμε τον καπιταλισμό με βάση μια υποτιθέμενη υποκατάσταση του ανταγωνισμού από τη λειτουργία των μονοπωλίων.

Σε αυτή τη βάση εξετάζουν ένα πρόβλημα που ταλάνισε και ταλανίζει για πολλές δεκαετίες τη μαρξιστική θεωρία: το πρόβλημα του «μετασχηματισμού» των αξιών σε τιμές παραγωγής. Εδώ στηρίζονται στη βασική θεωρητική τοποθέτηση ότι οι αξίες και οι τιμές δεν είναι αποτελούν σύμμετρα ή ποσοτικώς όμοια μεγέθη, αλλά αποτελούν από τη μια τους αιτιακούς καθορισμούς (αξίες) και από την άλλη τις μορφές εμφάνισής τους (τιμές), μια διαφορά που ο ίδιος ο Μαρξ τείνει να παραβλέπει στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, όπου θεωρεί ότι μπορούμε στη βάση της συμμετρίας να υπολογίσουμε μαθηματικά την τιμή παραγωγής ενός εμπορεύματος εκκινώντας από την αξία του. Με αυτή την έννοια θεωρούν ότι το βασικό λάθος του Μαρξ δεν έγκειται τόσο στα υπαρκτά μαθηματικά λάθη που περιλαμβάνει η δική του λύση στο πρόβλημα του «μετασχηματισμού» (άλλωστε στην ιστορία του μαρξισμού υπήρξαν και απόπειρες να λυθεί), όσο στην εμπειριστική θεώρηση των αξιών όχι ως βαθύτερων αιτιακών μηχανισμών αλλά ως μετρήσιμων ποσοτήτων σύμμετρων προς τις τιμές. Επεκτείνουν, όμως, την κριτική τους και στις νεορικαρδιανές αμφισβητήσεις της μαρξικής θεωρίας της αξίας, επιμένοντας ότι παρά τον μη απτό και μη εμπειρικό χαρακτήρα της έννοιας της αξίας (σε επίπεδο εμπειρικής προφάνειας «υπάρχουν» μόνο οι τιμές), εντούτοις η αναφορά σε αξίες είναι ο μόνος τρόπος για να εξηγήσουμε τι είναι οι τιμές. Με αυτό τον τρόπο μπορούν να εξηγηθούν καλύτερα και τα προβλήματα που συναντά ο Μαρξ στην προσπάθειά του να διαμορφώσει μια θεωρία της γαιοπροσόδου, ειδικά σε ό,τι αφορά την απόλυτη γαιοπρόσοδο, απέναντι στα οποία προτείνουν την εμμονή στο διακριτό χαρακτήρα των αξιών και των τιμών και τον επαναπροσδιορισμό της απόλυτης γαιοπροσόδου ως μιας «πολιτικής» προσόδου που προκύπτει μέσα από την νομική ιδιοκτησία των γαιοκτημόνων ως κοινωνικής τάξης.

Στο τέταρτο μέρος (Μηλιός / Δημούλης / Οικονομάκης 2005: 217 κ. εξ.) στέκονται σε ζητήματα που αφορούν τη μαρξιστική θεωρία των κρίσεων και το συνολικό κύκλωμα του κοινωνικού κεφαλαίου. Ξεκινούν από τον περίφημο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους που αποτελεί βασική πλευρά της μαρξιστικής συζήτησης για περισσότερο από έναν αιώνα. Θεωρούν ότι ο νόμος αυτός δεν αποτελεί κάποια διαρκή νομοτέλεια, αλλά μια συγκεκριμένη περίσταση, που περιγράφει τα αποτελέσματα της τεχνολογικής καινοτομίας στο ποσοστό κέρδους (με όλους τους άλλους παράγοντες αμετάβλητους) μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις (κυρίως την ταχύτερη αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας), ενώ διαφορετικά μπορούμε να έχουμε αύξηση του ποσοστού κέρδους. Το γεγονός ότι ο Μαρξ έτεινε να τον θεωρεί μια γενική τάση προέκυπτε μάλλον ως γενίκευση ειδικών ιστορικών πλευρών της εποχής του. Σε αυτή τη βάση εξετάζουν τόσο εκείνους τους μαρξιστές που θεώρησαν ότι υπάρχει μια διαρκής μόνιμη τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, αλλά και όσους θεωρητικούς επέμειναν στην ανεπάρκεια μιας τέτοιας θεώρησης.

Προχωρούν έτσι στην επανεξέταση της ιστορικής μαρξιστικής συζήτησης για τις οικονομικές κρίσεις. Ξεκινούν από τη θεώρηση των κρίσεων ως ανισορροπιών ανάμεσα σε προσφορά και ζήτηση, δηλαδή τις θεωρίες της υποκατανάλωσης, είτε στις μη μαρξιστικές εκδοχές τους, είτε στις μαρξιστικές εκδοχές τους, στο πλαίσιο της συζήτησης εντός του προεπαναστατικού ρωσικού μαρξισμού και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Θεωρούν ότι με αφορμή την παρέμβαση του Τούγκαν-Μπαρανόφσκι, που ανέδειξε την ανεπάρκεια της υποκαταναλωτικής προσέγγισης προς όφελος μιας θεωρίας ανισορροπιών ανάμεσα στους τομείς παραγωγής, τροποποιήθηκε η μαρξιστική συζήτηση για τις κρίσεις, αν και η θεωρία της υποκατανάλωσης δέχτηκε μια νέα ισχυρή ώθηση από το έργο της Λούξεμπουργκ. Ως πολύ πιο εναργή θεωρητικοποίηση της καπιταλιστικής κρίσης ως συμπύκνωσης εγγενών αντιφάσεων, αλλά και αφετηρία μιας νέας ισορροπίας, θεωρούν την πολεμική του Μπουχάριν στη Λούξεμπουργκ.

Αυτή η ιστορική προσέγγιση δίνει τη θέση της στην επεξεργασία ενός θεωρητικού υποδείγματος για τις καπιταλιστικές κρίσεις ως κρίσεις υπερσυσσώρευσης (285 κ. εξ.), υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να αποδίδουμε την κρίση στην επενέργεια κάποιας διαρκώς δρώσας αιτίας όπως η υποκατανάλωση των λαϊκών μαζών ή μια –μονίμως– πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, αλλά στη συγχώνευση του συνόλου των οικονομικών και των κοινωνικών αντιφάσεων σε έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό. Αυτό προϋποθέτει και μια θεώρηση των «οικονομικών νόμων» στο μαρξικό σύστημα ως αποτυπώσεων των εσωτερικών αναγκαίων σχέσεων που ισχύουν σε κάθε καπιταλιστικό σχηματισμό, σε αντιδιαστολή προς τους εξωτερικούς καθορισμούς που εξαρτώνται από τη συγκυρία της πάλης των τάξεων, οι οποίοι, όμως, δεν μπορούν να δράσουν παρά μόνο διαμέσου των εσωτερικών αναγκαίων σχέσεων, προεκτείνοντας ένα νήμα του Dumenil (1978) στο οποίο είχε επιμείνει και ο Αλτουσέρ (Althusser 1978a). Υπογραμμίζουν ότι τυχόν ανάγνωση μιας διαρκούς τάσης προς την υπερσυσσώρευση θα παράβλεπε τόσο τη μέθοδο αφαίρεσης που χρησιμοποιεί ο Μαρξ και την προσπάθειά του να εξετάσει τον δομικό πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων, όσο και τις εκτεταμένες αναφορές του στην ύπαρξη εντονότατων αντίρροπων τάσεων και ειδικά την οικονομία σταθερού κεφαλαίου ως έκφραση της αυξανόμενης καπιταλιστικής εξουσίας μέσα στην παραγωγή.

Τέλος, το επίμετρο του βιβλίου στέκεται στα προβλήματα που δημιούργησε η εκδοτική ιστορία των κειμένων και των χειρογράφων του Μαρξ (ξεκινώντας ήδη από τον τρόπο με τον οποίο επιμελήθηκε ο Ένγκελς τα χειρόγραφα του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου) . Γι’ αυτό και επιμένουν ότι οποιαδήποτε προσέγγιση της πραγματικής θεωρητική δυναμικής που περικλείει η θεωρητική τομή που εγκαινίασε ο Καρλ Μαρξ δεν μπορεί να είναι ούτε μια αγιογραφική προσέγγιση, ούτε τπαραγνώριση των πραγματικών εντάσεων και αντιφάσεων που διαπερνούν το έργο του Μαρξ και αποτυπώνουν την αναγκαστική αντιφατικότητα της εκκίνησης μιας θεωρίας.

4.2 Οι αρετές του βιβλίου

Η παρουσίαση που προηγήθηκε πιστεύουμε ότι κατέδειξε ότι το βιβλίο των Μηλιού Δημούλη και Οικονομάκη αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά στη σχετική συζήτηση και κατορθώνει να διατυπώσει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ερμηνευτικό σχήμα για τη θεωρία της αξίας, επεκτείνοντάς την και προς ένα εύρος θεωρητικών ζητημάτων.

Εάν θα θέλαμε να ανακεφαλαιώσουμε τις αρετές του βιβλίου θα αναφέραμε τα ακόλουθα: Κατορθώνει να αναδείξει τη σημασία μιας προσέγγισης για την αφηρημένη εργασία και την αξιακή μορφή, συνδυάζοντάς την, όμως, με την έμφαση στην ταξική πάλη και τις παραγωγικές σχέσεις, αποφεύγοντας τον κίνδυνο μιας «μεταφυσικής» του εμπορεύματος και της ανταλλαγής. Ταυτόχρονα, σε αντίθεση με αρκετές από τις απόψεις που στέκονται μόνο στις παραγωγικές σχέσεις ή τις σχέσεις εξουσίας μέσα στην παραγωγή, κατορθώνει να αναδείξει και τη σημασία που έχουν οι σχέσεις ανταλλαγής και η αγορά ως μηχανισμός κοινωνικοποίησης επιμέρους ιδιωτικών εργασιών και ως αναγκαία προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Παράλληλα, καταδεικνύει, με τρόπο πειστικό, γιατί δεν ανήκει ούτε στο θεωρητικό πλαίσιο της θεωρίας της αξίας, ούτε στις προθέσεις του ίδιου του Μαρξ, η παραδοχή ενός υποτιθέμενου προκαπιταλιστικού σταδίου της απλής εμπορευματικής παραγωγής ή η θεώρηση της αξιακής μορφής χωρίς την ταυτόχρονη προϋπόθεση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να μιλήσουμε και για μια πρωτοτυπία, μια που είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις στη σχετική διεθνή συζήτηση όπου μια τέτοια προσέγγιση διαλέγεται με τη φιλοσοφική παρέμβαση του Λουί Αλτουσέρ και όχι σε μια παραλλαγή εγελιανού μαρξισμού, όπως γίνεται τις περισσότερες φορές.

Η έμφαση στο χρήμα ως αναγκαστική έκφραση των αξιών και το γεγονός ότι αποφεύγουν μια ακόμη απόπειρα για την προτεραιότητα του εμπορευματικού χρήματος, επιτρέπει να αναδειχθεί πολύ καλύτερα ο ιδιαίτερος ρόλος του χρήματος στην αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης. Μια τέτοια τοποθέτηση, κατά τη γνώμη μας, μπορεί να αποβεί γόνιμη θεωρητικά: Μπορεί να εξηγήσει καλύτερα από την έμφαση στο εμπορευματικό χρήμα τη σημερινή ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού κυκλώματος (αφού εδώ και αρκετές δεκαετίες έχουμε μόνο μη μετατρέψιμο χρήμα), το πώς λειτουργεί ως μια ιδιαίτερα επιθετική συμπύκνωση καπιταλιστικών απαιτήσεων έναντι της εργασίας, τον ταξικό ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου στην επιθετική προώθηση των πολιτικών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, τη δυνατότητα των χρηματοπιστωτικών κρίσεων, την ανεπάρκεια των σχημάτων περί ενός «αντιπαραγωγικού» καπιταλισμού - καζίνο [12] .

Η θέση για την «ασυμμετρία» (τη διαφορά επιπέδου ανάλυσης) ανάμεσα σε αξίες και τιμές επιτρέπει την επίλυση αρκετών προβλημάτων και δίνει τη δυνατότητα της διατήρησης της αναφοράς στις αξίες χωρίς τα προβλήματα στα οποία οδηγούνται αρκετά από τα σχήματα που προσπαθούν να διατηρήσουν την άμεση ποσοτική σχέση ανάμεσα σε αξίες και τιμές. Και τα λέμε αυτά όχι για να μειώσουμε το έργο αρκετών σημαντικών σύγχρονων μαρξιστών που υπερασπιζόμενοι τη θεωρία της αξίας αποπειρώνται την επίλυση του προβλήματος του μετασχηματισμού, αλλά γιατί η υπεράσπιση της έννοιας της αξίας αφορά την υπεράσπιση της σημασίας των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, ως σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης, ως υλικού υποβάθρου των «επιφανειακών» οικονομικών μορφών και ως αιτιακού καθορισμού αυτών των μορφών, και όχι μια οντολογία του ανθρώπινου μόχθου ή μια «κοινωνική μηχανική» των ποσοτήτων εργασίας. Η ταξική σύγκρουση εντός της παραγωγής δεν αφορά τόσο τη διαπάλη για την προσφορά ή όχι συγκεκριμένων ποσοτήτων εργασίας, όσο μια πολύπλευρη αντιπαράθεση που αφορά τους χρόνους, τους ρυθμούς εργασίας, τις δεξιότητες, τον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας, τη διαχείριση της πρακτικής γνώσης και εμπειρίας. Με αυτή την έννοια, η τελική ποσοτική ανισότητα είναι το αποτέλεσμα αυτής της άνισης ταξικής σύγκρουσης και όχι η αφετηρία της.

Η θεώρηση του φετιχισμού που προσφέρει το υπό κρίση βιβλίο είναι επίσης πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα. Και αυτό γιατί σε αντίθεση με τις προσεγγίσεις του ίδιου του Αλτουσέρ είναι μια θεώρηση που ενσωματώνει την έννοια του φετιχισμού στο θεωρητικό πλαίσιο και δεν την απορρίπτει ως «ιδεαλιστική κατασκευή». Ακριβώς, γι’ αυτό κατορθώνει να εντοπίσει τον υπαρκτό ιδεαλισμό που διαπερνά αρκετές από τις ανθρωπολογικές αναγνώσεις της έννοιας του φετιχισμού. Ενδιαφέρον έχει και το σχήμα για το φετιχισμό ως ένα πλέγμα αυτοφυών ιδεολογικών αναπαραστάσεων, καθαυτών ιδιαίτερα λειτουργικών και αναγκαίων για να μπορούν οι πρακτικές των δρώντων φορέων να αναπαράγουν την κεφαλαιακή σχέση, που συναρθρώνονται μαζί με άλλα στοιχεία σε συγκεκριμένους ιδεολογικούς σχηματισμούς μέσω της λειτουργίας των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους.

Όσο για την προσέγγιση των ζητημάτων που αφορούν το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο, την αναπαραγωγή του συνολικού κεφαλαιακού κυκλώματος και των κρίσεων που περιλαμβάνει το βιβλίο αυτό, θεωρούμε σημαντική την κριτική ανασκόπηση των απαντήσεων στα ζητήματα αυτά μέσα στην ιστορία της μαρξιστικής σκέψης και την ανάδειξη των συχνά αντιφατικών απαντήσεων που δόθηκαν, πόσο μάλλον που ακόμη και σήμερα συχνά οι πολιτικές τοποθετήσεις αρκετών τάσεων της Αριστεράς εξακολουθούν να αναπαράγουν παραλλαγές του οικονομισμού και του καταστροφισμού. Επιπλέον, το σχήμα που προτείνουν για τις καπιταλιστικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης κατορθώνει να αναδείξει τις καπιταλιστικές κρίσεις ως ειδικές συμπυκνώσεις αντιφάσεων, που συναρθρώνουν εγγενείς τάσεις και εξωτερικούς προσδιορισμούς και αποτελούν έτσι όχι στιγμές μιας τελεολογίας προς την κατάρρευση του καπιταλισμού, αλλά συγκυρίες της πάλης των τάξεων, που, χωρίς μια αντικαπιταλιστική πολιτική συγκρότηση και παρέμβαση των δυνάμεων της εργασίας, μπορούν και να καταλήγουν σε μια ιδιαίτερα επιθετική παλινόρθωση της καπιταλιστικής ηγεμονίας στην παραγωγή.

4.3 Η ανάγκη παραπέρα έρευνας

Η θετική αποτίμηση που κάνουμε για το βιβλίο των Μηλιού, Δημούλη και Οικονομάκη, δεν θα πρέπει να παρερμηνευθεί ως εκτίμηση ότι αυτό απαντά με τρόπο οριστικό τα ερωτήματα με τα οποία ασχολείται. Αντίθετα, επιμένουμε ότι έχουμε να κάνουμε μια συζήτηση που σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται ακόμη στην αρχή και υπάρχει αρκετός δρόμος, ώστε να μπορέσουμε να περάσουμε από το στάδιο των οριοθετήσεων σε μια διαδικασία επίλυσης ζητημάτων. Άλλωστε, το βάρος της ανάγνωσης του μαρξικού κειμένου υπό το πρίσμα της κλασικής πολιτικής οικονομίας παραμένει μεγάλο.

Η παρατήρηση αυτή αφορά μια σειρά από κρίσιμα ανοιχτά ζητήματα. Το πρώτο είναι ο ίδιος ο πυρήνας του θεωρητικού σχήματος που δίνει έμφαση στην αξιακή μορφή ως βασική κοινωνική μορφή που εκφράζει και προϋποθέτει ταυτόχρονα την ηγεμονία των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Η σχέση ανάμεσα στην αξιακή μορφή και την ηγεμονία των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων είναι ένα σημείο που απαιτεί μεγαλύτερη έρευνα, έτσι ώστε να απαντηθεί και η κριτική που συχνά διατυπώνεται απέναντι σε απόψεις που δίνουν έμφαση στην αξιακή μορφή, ότι είναι περισσότερο θεωρίες του εμπορεύματος παρά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Το δεύτερο ζήτημα που απαιτεί μεγαλύτερη έρευνα αφορά τους όρους ανάδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ορθή εγκατάλειψη μιας «λογικο-ιστορικής» προσέγγισης που θα έβλεπε στη διάταξη των κεφαλαίων του Κεφαλαίου την ιστορική εξέλιξη από την απλή εμπορευματική παραγωγή στον καπιταλισμό, και η αποσαφήνιση ότι το Κεφάλαιο αναφέρεται πολύ περισσότερο στη «συγχρονική» «συστημικότητα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν σημαίνει ότι το ζήτημα των ιστορικών όρων ανάδυσης του καπιταλισμού δεν έχει τη σημασία του. Άλλωστε, το ερώτημα της παρουσίας των «ιστορικών» κεφαλαίων στο Κεφάλαιο (π.χ. του κεφαλαίου για την «πρωταρχική συσσώρευση») εξακολουθεί να αποτελεί μια πρόκληση για την έρευνα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ανάγκη για εκείνη τη θεωρητική έρευνα που θα ανασυγκροτήσει θεωρητικά τους όρους μέσα από τους οποίους μια σειρά από οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές πρακτικές και σχέσεις (πρώιμες μορφές αγοράς, παλαιότερες τραπεζικές πρακτικές, πρώτες εκδοχές καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας, συγκεντρωτικές κρατικές μορφές, ιδεολογικές μεταλλάξεις) «συναντήθηκαν» για να αποτελέσουν, πιθανώς μέσα από μια ιδιότυπη ιστορική διαδικασία «δοκιμής και πλάνης», πλευρές μια πρωτότυπης κοινωνικής μορφής.

Το τρίτο ζήτημα αφορά το ερώτημα της διαλεκτικής, ευρύτερα των όρων φιλοσοφικής υποστήριξης [13] της μαρξικής θεωρίας. Το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό οι πιο πρωτότυπες αναγνώσεις της θεωρίας της αξίας τα τελευταία χρόνια έχουν κυρίως αξιοποιήσει κάποια αναφορά στην εγελιανή φιλοσοφία δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η εγελιανή διαλεκτική αποτελεί και την προσίδια φιλοσοφία για τον μαρξισμό. Αυτό που όντως μας δείχνει είναι ότι ο Μαρξ κατέφυγε σε ένα διάλογο με εκείνο το θεωρητικό εργαλείο που του φαινόταν το πιο λειτουργικό απέναντι στις διάφορες παραλλαγές εμπειρισμού, είτε κλασσικού είτε καντιανού. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το ζήτημα του βαθύτερου ιδεαλισμού που διαπερνά τόσο την εγελιανή φιλοσοφία της ιστορίας, όσο και τη Λογική, κάτι που εξακολουθεί να καθιστά επίκαιρο το αίτημα που έθεσε ο Αλτουσέρ για μια πρωτότυπη διαλεκτική που να μπορεί να αποτυπώσει σύνθετες, έκκεντρες και επικαθοριζόμενες σχέσεις, μορφές αιτιότητας και καθορισμού, αλλά και εξίσου επίκαιρη την απαίτηση μιας «συμπτωματολογικής» ανάγνωσης των υπαρκτών εγελιανών αναφορών του ίδιου του Μαρξ.

Το τέταρτο ζήτημα αφορά το ερώτημα της περιοδολόγησης. Ορθά οι συγγραφείς απορρίπτουν την αναφορά στα μονοπώλια και την υποτιθέμενη αναίρεση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού ως κριτήριο περιοδολόγησης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι παύει η ανάγκη για μια προσπάθεια να εξεταστεί η δυνατότητα περιοδολόγησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών και να εντοπιστούν οι βασικές τομές στην εξέλιξη των όρων με τους οποίους ηγεμονεύει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, οι βασικές μεταλλαγές στους τρόπους με τους οποίους εξασφαλίζεται η διευρυμένη αναπαραγωγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης και η εξουσία της αστικής τάξης, αλλά και τα πολιτικά συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτήν [14]. Με αυτή την έννοια το ερώτημα μιας περιοδολόγησης που να μην είναι ούτε μια μεταφυσική της αυτοεξέλιξης μιας κοινωνικής ουσίας, ούτε εμπειρισμός των εναλλασσόμενων απλών περιγραφών παραμένει επίκαιρο και αναγκαίο [15] .

Εν κατακλείδι

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση έχει πολύ δρόμο ακόμη. Παραμένει, πάντως, πρώτη προτεραιότητα η άρνηση μιας αγιογραφικής προσέγγισης του μαρξικού κειμένου, η παραδοχή των υπαρκτών εντάσεων που διαπερνούν τόσο αυτό, όσο και αρκετές από τις ερμηνείες που προτάθηκαν γι’ αυτό, η αναμέτρηση με θεωρητικές, ιδεολογικές και φιλοσοφικές επιδράσεις που σε μια ιστορία της θεωρητικής πάλης των τάξεων άφησαν βαθιά ίχνη στη μαρξιστική θεωρία, και σε αυτή τη βάση η ανάδειξη της θεμελιώδους πρωτοτυπίας που είχε η θεωρητική τομή του Καρλ Μαρξ. Βιβλία όπως αυτό των Μηλιού, Δημούλη και Οικονομάκη, συμβάλλουν αναμφίβολα σε αυτή την κατεύθυνση.

Βιβλιογραφία

α. Ελληνόγλωσση

Althusser L., Balibar E., Establet R., Macherey P., Ranciere J., 2003, Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Αλτουσέρ Λ., 1983, Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.

Αλτουσέρ Λ., 2003α, «Από το Κεφάλαιο στη φιλοσοφία του Μαρξ» σε Althusser κ.ά. 2003.

Αλτουσέρ Λ., 2003β, «Το αντικείμενο του Κεφαλαίου» , σε Althusser κ.ά. 2003.

Αλτουσέρ Λ., 2004, «Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης», Θέσεις 88: 86-93.

Ιωαννίδης Α. και Σ. Μαυρουδέας, 2000, «Στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Είναι εν εξελίξει ένα νέο στάδιό της σήμερα;» στο συλλογικό τόμο Δομές και σχέσεις εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα, Αθήνα, 2000, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα.

Laibman D. 1998, «Η θεωρία της αξίας: Πέρα από τη στάσιμη κατάσταση», Ουτοπία 28: 29-47.

Λαπατσιώρας Σ. 2004, «Σημείωση για τη σχέση Αλτουσέρ και Χέγκελ», Θέσεις 87: 107-128.

Μαρξ Κ. και Φρ. Ενγκελς, 1973, Η Γερμανική Ιδεολογία, Αθήνα: Gutenberg.

Μαρξ Κ., 1987, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μασρέ Π., 2003, «Σχετικά με τη διαδικασία παρουσίασης του Κεφαλαίου (Η επεξεργασία των εννοιών», σε Althusser κ.ά. 2003.

Μαυρουδέας Στ., 1994, «Η προσέγγιση της Ρύθμισης: Θεωρία της κρίσης ή κρίση της θεωρίας;», Αξιολογικά 6: 199-243.

Μαυρουδέας Στ., 1998, «Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μια επισκόπηση», Ουτοπία 28: 67-96.

Μηλιός Γ., 1988, Ο Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Αθήνα: Εξάντας. Β΄ αναθεωρημένη έκδοση: Κριτική 2000.

Μηλιός Γ., Δ. Δημούλης και Γ. Οικονομάκης, 2005, Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: Νήσος.

Backhaus H.-G. 1990, «Για τη διαλεκτική της αξιακής μορφής», Τεύχη πολιτικής οικονομίας 7: 11-35.

Μπαλιμπάρ Ε., 2003. «Σχετικά με τις θεμελιώδεις έννοιες του ιστορικού υλισμού», σε Althusser κ.ά. 2003.

Baran P. A. και P. M. Sweezy χ.χ.ε., Μονοπωλιακός καπιταλισμός. Ανατομία του ιμπεριαλισμού. Αθήνα: Gutenberg.

Μυλωνάκης Δ. 1996, «Το πρόβλημα του ιστορικού μετασχηματισμού των Αξιών σε τιμές παραγωγής στο Κεφάλαιο του Μαρξ» σε Ν. Θεοτοκάς, Δ. Μυλωνάκης και Γ. Σταθάκης (επιμ.) Αναδρομή στον Μαρξ, Αθήνα, Δελφίνι, 1996.

Ρανσιέρ Ζ., 2003, «Η έννοια της κριτικής και η κριτική της πολιτικής οικονομίας από τα Χειρόγραφα του 1844 στο Κεφάλαιο» , σε Althusser κ.ά. 2003.

Ricardo D. 2000, Οι αρχές της πολιτικής οικονομίας και της φορολογίας, Αθήνα: Κριτική.

Smith A. 2000, Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Fine B. και L. Harris, 1986, Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο, Αθήνα: Gutenberg.

Φαράκλας Γ. 2000, Γνωσιοθεωρία και μέθοδος στον Έγελο, Αθήνα: Εστία.

Heinrich M., 1995, «Ο Χέγκελ τα “Grundrisse” και το “Κεφάλαιο”. Συγκρότηση, αντικείμενο και μέθοδος της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας», Θέσεις 51: 71-91.

Heinrich M., 2003, «Χρηματική θεωρία της αξίας, χρήμα και πίστη», Θέσεις 82: 45-52.

Χέγκελ Γκ, 1991, Η Επιστήμη της Λογικής (από την Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών §§1-244), Αθήνα: Δωδώνη.

Χέγκελ Γκ. 1993-95, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 2 τ., Αθήνα: Δωδώνη.

β. Ξενόγλωσση

Althusser L. 1973, Reponse a John Lewis, Paris: Maspero.

Althusser L. 1978, Marx dans ses limites, σε L. Althusser, Ecrits philosophiques et politiques, T. I, Paris, STOCK / IMEC, 1994.

Althusser L. 1978a, «Avant-propos» σε Dumenil 1978.

Althusser L. 1995, Sur la reproduction, Paris: PUF.

Althusser L. 1996 [1965], Pour Marx, Paris: Maspero.

Arthur C. J. 2002, The New Dialectic and Marx’s Capital, Leiden/ Boston/ Koln: Brill.

Balibar E 1974, Cinq etudes du materialisme historique, Paris: Maspero.

Bidet J., 1990, Theorie de la modernite (suivi de Marx et la marche), Paris: PUF.

Bidet J., 1999, Theorie Generale, Paris: PUF.

Bidet J., 2000 [1985], Que faire du Capital, Paris: PUF.

Callari A. και D. F. Ruccio (επιμ.) 1996, Postomodern Materialism and the Future of Marxist Theory. Essays in the Althusserian Tradition, Hanoverand London: WesleyanUniversityPress.

Carchendi G., 1991, Frontiers of Political Economy, London: Verso.

Dumenil G., 1978, Le concept de lois economique dans «Le Capital», Paris: Maspero.

Elster J., 1985, Making Sense of Marx, Cambridge and Paris: Cambridge University Press / Editions de la Maison des Sciences de l’homme.

Fine B. (επιμ.), 1986, The value dimension. Marx versus Ricardo and Sraffa, London: Routledge and Kegan Paul.

Hegel G.W.F., 1989 Hegel ’ s Science of Logic [«Μεγάλη Λογική»], AtlanticHighlands: Humanities Press International.

Heinrich M., 1996-97, «Engels’ Edition of the Third Volume of Capital and Marx’s Original Manuscript», Science and Society Vol. 60, No. 4: 452-466.

Heinrich M., 1999, Die Wissenschaft vom Wert, Uberbearbeitete und erweiterte Neuauflage, Berlin: Westfalisches Dampfboot.

Ilyenkov E., 1982, The Dialectics of the Abstract and the Concrete in Marx’s Capital, Moscow: Progress Publishers.

Lipietz A., 1993, «From Althusserianism to “Regulation Theory”», σε E. A. Kaplan και M. Sprinker (επιμ.), The Althusserian Legacy, Londonand New York: Verso, 1993.

Lukacs G., 1971, History and class conscience, London: Merlin Press.

Marx K., 1843, A contribution to the Critique of Hegel's Philosophy of Right, σε Marx K. και F. Engels, Collected Works, Vol. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975.

Marx K., 1844, Economic and Philosophic Manuscripts of 1844, σε Marx K. και F. Engels, Collected Works, Vol. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975.

Marx K., 1859, A contribution to the critique of political economy, σε Marx K. και F. Engels, Collected Works, Vol. 29, Moscow: Progress Publishers, 1987.

Marx K., 1973, Grundrisse. Foundations of the Critique of Political Economy, London: Penguin / New Left Review.

Moseley Fr., 1993, «Introduction», σε Fr. Moseley (επιμ.), Marx’s Method in Capital. A Reexamination, New Jersey: Humanities Press.

Poulantzas N., 1982 [1968], Pouvoir politique et classes sociales, Paris: Maspero.

Poulantzas N., 1974, Les classes sociales dans le capitalisme d’aujourd’hui, Paris: Editions du Seuil.

Ranciere J., 1989, “How to use Lire le Capital ”, σε Rattansi (επιμ.) 1989.

Rattansi A., 1989, “Ideology, method and Marx: contextualizing a debate”, σε Rattansi (επιμ.) 1989.

Rattansi A. (επιμ.), 1989, Ideology, method and Marx, London: Routledge.

Resnick S. A. και R. D. Wolff, 1987, Knowledge and Class. A Marxian Critique of Political Economy, Chicagoand London: The Universityof ChicagoPress.

Reuten G., 1988, “Value as Social Form”, σε M. Williams (επιμ.), Value, Social Form and the State, London: Macmillan Press.

Reuten G., 1993, «The Difficult Theory of a Theory of Social Value: Metaphors and Systematic Dialectics at the Beginning of Marx’s Capital» , σε Fr. Moseley (επιμ.), Marx’s Method in Capital. A Reexamination, New Jersey: Humanities Press.

Reuten G. και M. Williams, 1989, Value-form and the State. The Tendencies of Accumulation and the Determination of Economic Policy in Capitalist Society, Londonand New York: Routledge.

Rosdolsky R., 1977, The making of Marx’s “Capital”, London: Pluto Press.

RubinI., 1973, Essays on Marx’s Theory of Value, Montreal / New York: Black Rose Books.

Saad-Fihlo A. 2002, The Value of Marx. Political economy for contemporary capitalism, Londonand New York: Routledge.

Williams M. 2000, “Why Marx neither has nor needs a commodity theory of money”, Review of Political Economy Vol 12, n. 4: 435-451.


[1] Γι’ αυτό το θέμα βλ. Heinrich 1995.

[2] Για όλα αυτά βλ. Heinrich 1996-97 και Moseley 1993. Πρέπει να πούμε ότι παρά τη γενική κριτική που ασκείται πλέον στην άποψη του Ένγκελς (που έχει πάντως ακόμη τους υποστηρικτές π.χ. Μυλώνάκης 1996, Laibman 1998) είναι προφανές ότι ασκεί πραγματική θεωρητική γοητεία κάποιου τύπου η αποσύνδεση μιας θεωρίας της αγοράς και μιας θεωρίας των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, γιατί εμφανώς απλουστεύει τα πράγματα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ένας οξυδερκής αναγνώστης του μαρξικού κειμένου όπως ο J. Bidet καταλήγει σε ένα σχήμα συνάρθρωσης (και διάκρισης) ανάμεσα στον καπιταλισμό (τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις) ως δομή και την αγορά (την εμπορευματική παραγωγή και ανταλλαγή) ως μεταδομή (Bidet 1990, 1999).

[3] Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν η υποκατάσταση της αξίας από μια εκδοχή μονοπωλιακού πλεονάσματος. Βλ. σχετικά Baran και Sweezy χ.χ.ε.

[4] Παρότι ο κύριος όγκος αυτής της συζήτησης θα λάβει χώρα κυρίως μεταξύ των «δυτικών μαρξιστών» με μεγάλο ενδιαφέρον θα διαβαστεί και το έργο του σοβιετικού Έβαλντ Ιλιένκωφ, ειδικά από τη στιγμή που το κλασικό έργο του για τη διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στο Κεφάλαιο θα μεταφραστεί στα αγγλικά (Ilyenkov 1982).

[5] Για μια παρουσίαση των συζητήσεων πάνω στη θεωρία της αξίας βλ. ενδεικτικά Fine / Harris 1986, Fine (επιμ.) 1986, Carchendi 1991, Μαυρουδέας 1998, Bidet 2000, Saad-Filho 2002. Σημαντική αφετηρία στην όλη συζήτηση, αρχικά στο γερμανικό χώρο και στη συνέχεια τον αγγλοσαξωνικό, έπαιξε και το έργο του Rosdolsky (1977).

[6] Για προεκτάσεις και συζητήσεις πάνω στην έννοια του επικαθορισμού βλ. Resnick / Wolf 1987 και Calliari / Ruccio (επιμ.) 1996.

[7] Για τη σημασία της παρέμβασης του Ρανσιέρ βλ. Rattansi 1989. Για μια αυτοκριτική αποτίμηση από τον ίδιο τον Ρανσιέρ βλ. Ranciere 1989.

[8] Σε αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον ότι ο Αλτουσέρ στο ύστερο έργο του θα εισάγει την έννοια της συνάντησης (Αλτουσέρ 2004) για να εκφράσει αυτή ακριβώς την άνιση και ριζικά αντιτελεολογική θεώρηση των διαφορετικών ιστορικών στοιχείων που συναρθρώθηκαν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

[9] Η «Σχολή της Ρύθμισης» είναι ένα παράδειγμα μιας τέτοιας τάσης για τη συγκρότηση «μέσου βεληνεκούς» περιγραφικών θεωριών. Για μια τοποθέτηση από το εσωτερικό της «Σχολής της Ρύθμισης» που προσπαθεί να τη συσχετίσει με το έργο του Αλτουσέρ βλ. Lipietz 1993. Για μια κριτική σε αυτό το ρεύμα βλ. Μαυρουδέας 1994.

[10] Πάνω σε αυτό το θέμα είναι ιδιαιτέρως ορθή η παρατήρηση του Λαπατσιώρα (2004: 126) ότι «ο Χέγκελ στη Λογική στοχάστηκε τον ιδιαίτερο τρόπο συγκρότησης εννοιών ώστε να μπορεί να σκεφτεί το νέο αντικείμενο που βουβά, χωρίς να έχει βρει την εννοιολογική του έκφραση, αναδυόταν: τη θεωρία των κοινωνιών ως καπιταλιστικά συγκροτούμενων κοινωνιών». Για μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση του Χέγκελ βλ. Φαράκλας 2000.

[11] Με αυτόν τον τρόπο συντονίζονται με τις πιο οξυδερκείς πρόσφατες αναγνώσεις της μαρξικής θεωρίας του χρήματος. Βλ. για παράδειγμα Williams 2000,

[12] Ή μιας προσπάθειας να διαχωριστούν οι «καλοί» καπιταλιστές της παραγωγής από τους «κακούς» κερδοσκόπους του χρήματος που θεμελιώνει ρεφορμιστικές αυταπάτες περί της τιθάσευσης της κερδοσκοπίας μέσω φορολογίας κ.λπ. Για μια κριτική τέτοιων απόψεων βλ. Heinrich 2003.

[13] Ακολουθώντας την προειδοποίηση του Αλτουσέρ απέναντι σε κάθε εκδοχή «θεμελιωτικής» φιλοσοφικής επιστημολογίας για τον μαρξισμό, είναι σαφές ότι δεν τίθεται θέμα φιλοσοφικής ή «μεταθεωρητικής» θεμελίωσης της μαρξιστικής θεωρίας, παρά μόνο εκείνων των φιλοσοφικών παρεμβάσεων που θα υποστηρίζουν την ανάδειξη (και όχι την παραγνώριση) του επιστημονικού και κριτικού δυναμικού της.

[14] Άλλωστε και η προσπάθεια που έγινε από τον Λένιν (και όχι μόνο…) στην αρχή του 20ου αιώνα για να οριστούν σημαντικότατες αλλαγές τόσο στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς όσο και στο διεθνές σύστημα, με όλα τα προβλήματα και τις αντιφάσεις της, δεν ήταν απλώς μια θεωρητική προσπάθεια αλλά και η αφετηρία σημαντικών αναπροσαρμογών της κομμουνιστικής στρατηγικής.

[15] Και οποιαδήποτε νέα προσέγγιση οφείλει να ξεκινά από την παραδοχή ότι το ζήτημα της περιοδολόγησης αφορά το επίπεδο των κοινωνικών σχηματισμών και όχι τη δομική μορφή του τρόπου παραγωγής, μια που κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τον τελευταίο μια ιδιότυπη αυτοκινούμενη σχεδόν μεταφυσική οντότητα. Βλ. σχετικά Poulantzas 1982 και 1974 καθώς και Μηλιός 1988 (2000). Για μια προσπάθεια να τεκμηριωθεί θεωρητικά η δυνατότητα της περιοδολόγησης στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής βλ. Fine και Harris 1986 καθώς και Ιωαννίδης / Μαυρουδέας 2000.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή