Για την «ιδεολογία της ανάπτυξης» Εκτύπωση
Τεύχος 93, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2005


ΓΙΑ ΤΗΝ «ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ»
(Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΩΣ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΟΔΟΣ»: ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΜΙΡ ΑΜΙΝ)
του Γιάννη Μηλιού

Με βάση τη Μαρξική Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας είχαμε στο παρελθόν ορίσει την ανάπτυξη ως διευρυνόμενη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης και υποταγής. (Για ό,τι ακολουθεί βλ. Μηλιός 1997, 2000 και τη βιβλιογραφία που δίνεται εκεί, Πέτρας-Βελτμέγιερ 2005. Επίσης Μηλιός-Μαστραντώνης 1983, Μηλιός 1983-α, 1983-β, 1992, 2001, 2004). Η διευρυνόμενη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων συνεπάγεται: α) Εκτόπιση του κοινωνικού χώρου επιρροής των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής (κατ’ αρχάς στην ύπαιθρο: αγροτική μεταρρύθμιση), αλλά και των προβιομηχανικών μορφών καπιταλισμού. β) Καπιταλιστική ηγεμονία επί της εργασίας σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό-πολιτιστικό). γ) Διαμόρφωση κρατικών πολιτικών προστασίας της εγχώριας οικονομίας έναντι του διεθνούς ανταγωνισμού (δασμολογική και μη προστασία εγχώριας παραγωγής, πολιτική συναλλαγματικών ισοτιμιών, προώθηση-επιδότηση εξαγωγών, κ.ο.κ.). Η καπιταλιστική ανάπτυξη αποτελεί, κοντολογίς, μια συγκεκριμένη έκβαση της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού.

Η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται δύο συμπεράσματα, που μας ενδιαφέρουν εδώ:

1) Από μεθοδολογική άποψη πρέπει να απορριφθεί τόσο ο αναπτυξιακός δογματισμός, σύμφωνα με τον οποίο όλες οι χώρες και περιοχές του πλανήτη θα ακολουθήσουν την αναπτυξιακή πορεία των αναπτυγμένων χωρών («ο καπιταλισμός θα κυριαρχήσει και θα αναπτυχθεί νομοτελειακά σε όλες τις χώρες»), όσο και ο ριζοσπαστικός δογματισμός της υπανάπτυξης ή στρεβλής ανάπτυξης («η ανάπτυξη του καπιταλισμού σε μια συγκριτικά φτωχή-περιφερειακή χώρα θα έχει μόνιμα το χαρακτήρα ενός περιθωριακού φαινομένου, θα είναι στρεβλή κ.ο.κ.»).

Πρόκειται για τις δύο, φαινομενικά μόνο αντιθετικές, όψεις της ιδεολογίας της ανάπτυξης: Η «ανάπτυξη» θεωρείται ως το βασικό ζητούμενο της κοινωνικής εξέλιξης που συναρτάται με την «κοινωνική πρόοδο», με αποτέλεσμα να συσκοτίζονται οι κοινωνικές (οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές) σχέσεις ταξικής εκμετάλλευσης και εξουσίας. Με τα λόγια του Σαμίρ Αμίν (στο κείμενο που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος των Θέσεων) , η ιδεολογία της ανάπτυξης συνοψίζεται ως εξής: «Αναπτύσσομαι, σημαίνει κατ’ αρχήν ότι ορίζω εθνικούς στόχους που επιτρέπουν ταυτόχρονα τον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών συστημάτων και τη δημιουργία εσωτερικών συνθηκών που θέτουν αυτό τον εκσυγχρονισμό στην υπηρεσία της κοινωνικής προόδου».

Στην πραγματικότητα η δυνατότητα και οι ρυθμοί ανάπτυξης του καπιταλισμού αποτελούν πάντα συνάρτηση μιας σωρείας παραγόντων (οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών), οι οποίοι σε τελευταία ανάλυση αντικατοπτρίζουν έναν συγκεκριμένο ταξικό συσχετισμό δύναμης και υπερπροσδιορίζουν (ευνοούν-επιταχύνουν ή αντίστροφα δρουν ανασχετικά και περιορίζουν) την κοινωνική και χωρική εξάπλωση (δηλαδή τη διευρυνόμενη αναπαραγωγή) των σύγχρονων μορφών καπιταλισμού.

2) Οι κοινωνικές (οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές) σχέσεις και δομές, όπως αυτές διαμορφώνονται στο εσωτερικό κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού έχουν την προτεραιότητα έναντι των διεθνών (οικονομικών και πολιτικών) σχέσεων και αλληλεξαρτήσεων. Οι οικονομικο-κοινωνικές δομές και σχέσεις στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού καθορίζουν, δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο το εθνικό εντάσσεται στο διεθνές, καίτοι, βεβαίως, οι διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές αρθρώσεις του κοινωνικού σχηματισμού αποτελούν έναν, κατά περίπτωση λιγότερο ή περισσότερο σημαντικό, παράγοντα υπερπροσδιορισμού της διαδικασίας συσσώρευσης (διευρυνόμενης αναπαραγωγής) του κεφαλαίου.

Τα παραπάνω σημαίνουν ότι είναι εσφαλμένο να θεωρήσουμε την υπανάπτυξη των χωρών του λεγόμενου τρίτου κόσμου (ή την κοινωνικο-οικονομική ετερογένεια που τις χαρακτηρίζει) ως ένα αποτέλεσμα που προήλθε από την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη, τη Β. Αμερική, την Ωκεανία, τη Ν. Α. Ασία κ.ο.κ. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού βασίστηκε στην εκμετάλλευση της εργασίας και όχι στη λεηλασία του τρίτου κόσμου. Οι διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων δεν καθορίζονται από διακρατικές σχέσεις εξάρτησης, αλλά από τους νόμους της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Είναι έτσι συνυφασμένες από τη μια με την αναζήτηση, εκ μέρους των μεμονωμένων κεφαλαίων, του υψηλότερου δυνατού ποσοστού κέρδους, και από την άλλη με τις συνθήκες του διεθνούς κεφαλαιακού ανταγωνισμού. Για τον λόγο αυτό, ο κύριος όγκος των διεθνών κεφαλαιακών κινήσεων λαμβάνει χώρα αμοιβαίως μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών: Με εξαίρεση τις –σχετικά περιορισμένες– επενδύσεις στον εξορυκτικό τομέα, οι άμεσες επενδύσεις κεφαλαίου από μια χώρα (Α) στο εσωτερικό ενός οικονομικού κλάδου μιας άλλης χώρας (Β) έχουν πάντοτε, σε τελευταία ανάλυση, τον χαρακτήρα υποκατάστασης εξαγωγών (της κεφαλαιοεξαγωγικής χώρας Α), καθώς λαμβάνουν χώρα υπό δύο προϋποθέσεις. 1) Σημαντική προϋπάρχουσα εξαγωγική διείσδυση εμπορευμάτων από τη μεριά της κεφαλαιοεξαγωγικής χώρας (Α) στη χώρα (Β), 2) δυναμική μεγέθυνση της εγχώριας παραγωγής στο εσωτερικό του κλάδου της κεφαλαιοεισαγωγικής χώρας Β (υψηλή οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου, δηλαδή υψηλή κερδοφορία των νέων επενδύσεων), που απειλεί να εκτοπίσει τις εισαγωγές –τις εξαγωγές της κεφαλαιοεξαγωγικής χώρας Α). Στις περιπτώσεις που η συναλλαγματική αναπροσαρμογή, ή οι δασμολογικοί και μη δασμολογικοί φραγμοί του εμπορίου που υιοθετεί η Β, ή ακόμα οι συγκριτικά ψηλές αυξήσεις στην εγχώρια παραγωγικότητα της χώρας υποδοχής (Β) απειλούν με εκτόπιση τις εισαγωγές (εξαγωγές της χώρας Α), τότε ωθούνται οι παραγωγοί της Α να «υποκαταστήσουν» τις εξαγωγές εμπορευμάτων στην Β με άμεσες επενδύσεις κεφαλαίου.

Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα προκύπτει από τη διεθνή συνάρθρωση των διαφορετικών καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Τόσο ο οικονομικός ρόλος του (κάθε) κράτους και το εθνικό θεσμικό πλαίσιο, όσο και το εθνικό νόμισμα και η διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών λειτουργούν οιονεί προστατευτικά για τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών κάθε χώρας. Με την έννοια αυτή η διεθνής αγορά λειτουργεί τροποποιημένα ως προς την εσωτερική αγορά αμβλύνοντας την ένταση του ανταγωνισμού, γεγονός που ερμηνεύει το ότι σε διεθνές επίπεδο αναπαράγονται πολύ σημαντικότερες διαφορές καπιταλιστικής ανάπτυξης και παραγωγικότητας από ό,τι σε εθνικό επίπεδο.

Είναι επομένως λάθος να συλλάβουμε τον καπιταλισμό ως μια ενιαία παγκόσμια κοινωνικο-οικονομική δομή. Ο όρος «παγκοσμιοποίηση» δεν θα πρέπει να υπονοεί τη διάχυση όλων των οικονομιών σε μια παγκόσμια κοινωνικο-οικονομική δομή, αλλά τη διεθνή ηγεμονία συγκεκριμένων (νεοφιλελεύθερων) πολιτικών. Η «παγκοσμιοποίηση» αποτελεί έκφραση της προσπάθειας να καταστούν αμετάκλητες οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές ανακατανομής του πλούτου που προωθεί σήμερα σε κάθε χώρα το κεφάλαιο, με τη μεταμφίεσή τους σε αναγκαιότητα που πηγάζει από την παγκόσμια φύση της οικονομίας και την ανάγκη για απρόσκοπτη λειτουργία των αγορών. Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική ανάπτυξη συναρτάται, όπως ήδη είπαμε, πάντα από τις κρατικές πολιτικές: το κράτος, που ενεργεί ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης, αφενός εξασφαλίζει την κεφαλαιοκρατική ηγεμονία απέναντι στην εργασία και στις μη κεφαλαιοκρατικές ολιγαρχίες σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, και αφετέρου προστατεύει το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο που συσσωρεύεται στο εσωτερικό της χώρας από τον διεθνή ανταγωνισμό με το ξένο κεφάλαιο.

Η εξασθένιση του κράτους πρόνοιας, ως μηχανισμού αναπαραγωγής της κοινωνικής συναίνεσης και των γενικών προϋποθέσεων της κεφαλαιακής συσσώρευσης, και η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών αποτελεί αποτέλεσμα ενός κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων, ο οποίος παγιώθηκε σταδιακά στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες και κατέστησε κοινωνικώς αποδεκτά ή επέβαλε ως «μονόδρομο» τα άμεσα συμφέροντα και επιδιώξεις του κεφαλαίου. Ο συσχετισμός αυτός υπήρξε αποτέλεσμα εκείνων των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης οι οποίες οδήγησαν σε εξασθένιση του εργατικού κινήματος και των συνδικάτων (αύξηση της ανεργίας και του ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων, επιδείνωση των οικονομικών του κράτους κ.ο.κ.).

Η «παγκοσμιοποίηση», που ευνοεί την άρση των ελέγχων των αγορών και τη χαλάρωση των οικονομικών συνόρων, δηλαδή την εντονότερη έκθεση της εσωτερικής παραγωγής στο διεθνή ανταγωνισμό, είναι, βέβαια, δυνατόν να επιβραδύνει την κεφαλαιακή συσσώρευση και τη διάλυση των προκεφαλαιοκρατικών και προβιομηχανικών μορφών παραγωγής σε πολλές «αναπτυσσόμενες» χώρες. Το ερώτημα που προκύπτει, επομένως, είναι γιατί οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις στις περισσότερες χώρες χαμηλής καπιταλιστικής ανάπτυξης ευνοούν τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της παγκοσμιοποίησης. Η απάντηση είναι ότι οι τάξεις αυτές συνασπίζονται με τις διεθνοποιημένες καπιταλιστικές μερίδες, τις χρηματιστικές μερίδες και τις τοπικές ολιγαρχίες, με τον τρόπο που το μικρό κεφάλαιο συνασπίζεται πάντα με το μεγάλο κεφάλαιο: Για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους και να ενισχύσουν τη θέση τους απέναντι στις εργαζόμενες τάξεις της κοινωνίας.

Όσα προηγήθηκαν σημαίνουν επίσης ότι είναι εντελώς άνευ νοήματος κάθε αναφορά σε κάποιον «περιφερειακό καπιταλισμό» με αρνητικά χαρακτηριστικά (π.χ., τον κατά Σαμίρ Αμίν «μεταπρατισμό»), σε αντιδιαστολή με κάποιον υποτιθέμενο καπιταλισμό της «αυτόκεντρης ανάπτυξης» με θετικά χαρακτηριστικά. Ο καπιταλισμός αποτελεί κοινωνικό σύστημα οικονομικής εκμετάλλευσης, πολιτικής εξουσίασης και ιδεολογικής χειραγώγησης της εργασίας (δηλαδή της πλειοψηφίας του πληθυσμού) από το κεφάλαιο. Παράγει και αναπαράγει εξουσιαστικές ιεραρχίες και μια αδυσώπητη πόλωση φτώχιας και πλούτου, η έκταση της οποίας καθορίζεται σε τελευταία ανάλυση από το συσχετισμό των δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Όσο για τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού σε οποιαδήποτε χώρα ή περιοχή, η κατανόησή τους ως διαδικασίας διευρυμένης αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων προϋποθέτει όχι γενικές αποφάνσεις αλλά τον συνυπολογισμό της πληθώρας των ιστορικών-συγκυριακών δεδομένων (οικονομικών, πολιτικών, τοπικών και διεθνών). Μόνο σε αυτή τη θεωρητική βάση μπορεί κάποιος να ερμηνεύσει αφενός τη συγκεκριμένη οικονομική εξέλιξη κάθε μελετώμενης χώρας ή περιοχής, και αφετέρου την πόλωση πλούτου και φτώχιας μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, αλλά και το πρόβλημα της υπανάπτυξης, που χαρακτηρίζει πολλές επιμέρους χώρες ή περιοχές.

Η «ιδεολογία της ανάπτυξης» και στις δύο εκδοχές της συνιστά απολογητική ιδεολογία, που εξωραΐζει την καπιταλιστική εκμετάλλευση και εξουσία. Αυτό είναι προφανές όχι μόνο για την εκδοχή του αναπτυξιακού δογματισμού (όπου η ανάπτυξη του καπιταλισμού ταυτίζεται με τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο γενικώς και διακηρύσσεται ότι τα οφέλη από την πρόοδο αυτή θα απολαύσουν –αργά ή γρήγορα– όλες οι κοινωνικές τάξεις), αλλά και στην περίπτωση του ριζοσπαστικού δογματισμού της υπανάπτυξης ή «στρεβλής ανάπτυξης» της «περιφέρειας»: Το να θεωρείται η «αυτόκεντρη ανάπτυξη» στις χώρες της λεγόμενης περιφέρειας ως ο σκοπός της δράσης των εργαζομένων, των κινημάτων, της Αριστεράς, σημαίνει για μια ακόμα φορά ότι το κοινωνικό ζήτημα (η ταξική εξουσία και εκμετάλλευση) υποβιβάζεται σε δεύτερη μοίρα: Η «κοινωνική πρόοδος» εκλαμβάνεται ως το λίγο-πολύ αυτόματο αποτέλεσμα της «αυτόκεντρης» (καπιταλιστικής) ανάπτυξης.

Η απολογητική αυτή προσέγγιση ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των κοινωνικών αντιθέσεων ως παγκόσμιας «πάλης των εθνών», μέσα από τη φιλολογία περί εξάρτησης. Αν η τερατώδης φτώχια και εξαθλίωση που χαρακτηρίζει τις λαϊκές μάζες στις χώρες του τρίτου κόσμου είναι αποτέλεσμα της εξάρτησης από τα μητροπολιτικά καπιταλιστικά κέντρα της Δύσης, κι όχι αποτέλεσμα των ταξικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης στο εσωτερικό των εν λόγω χωρών, τότε η αντίθεση προς τους φορείς αυτών των ταξικών σχέσεων αμβλύνεται. Οι «αντιμπεριαλιστικές» κεντροαριστερές κυβερνήσεις μπορούν να συνεχίζουν να εκπροσωπούν το υπάρχον πλέγμα σχέσεων ταξικής εξουσίας και συσχετισμών δύναμης, στο όνομα του αγώνα κατά της εξάρτησης, στο όνομα δηλαδή μιας υποτιθέμενης σύγκρουσης του έθνους ως συνόλου με το εξωτερικό.

Ο εθνικισμός επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά τον εαυτό του ως το πλέον κατάλληλο όχημα μεταμφίεσης των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων σε συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι όσο και αν έχουν τροποποιηθεί στη διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων οι θεωρίες της εξάρτησης, και ειδικότερα οι θέσεις του Σαμίρ Αμίν (για να συμπεριλάβουν εξελίξεις όπως η ανάδυση των Νέων Βιομηχανικών Χωρών, η κατάρρευση των καθεστώτων της Αν. Ευρώπης, η καπιταλιστική ανάπτυξη της Κίνας κ.ο.κ.), αναλλοίωτος παραμένει ο εννοιολογικός πυρήνας του ριζοσπαστικού δογματισμού της υπανάπτυξης, μέσα από τον οποίο στοιχειοθετείται η σύγκρουση του «έθνους» με τις δυνάμεις της εξάρτησης.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και στην Ελλάδα, μια χώρα της Δύσης, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, η απολογητική εθνικιστική ιδεολογία της εξάρτησης εξακολουθεί να κατέχει ισχυρές θέσεις στο εσωτερικό της Αριστεράς, ενώ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 διαμόρφωνε τον κυρίαρχο κομματικό ρόλο του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Ο κυβερνητικός (Πασοκικός και Νεοδημοκρατικός) «αντιμπεριαλιστικός» εθνικισμός υποχώρησε βέβαια έκτοτε, μέσα από τη μετεξέλιξή του σε πιο επιθετικές μορφές (ιμπεριαλιστικού) εθνικισμού (βλ. Θέσεις 2004), αφήνοντας την περί εξάρτησης μπουρδολογία σε γραφικές «αριστερές» εσωκομματικές αντιπολιτεύσεις και άλλες πατριωτικές δυνάμεις.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που μια τέτοια στρατηγική για τις χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου εκφυλίζεται ακόμα κι ως προς το αντιμπεριαλιστικό της περιεχόμενο: Υποβιβάζεται σε «αντιαμερικανισμό» (δηλαδή αναγνωρίζει μόνο τον εύκολο στόχο, τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό), όχι απλώς αφήνοντας στο απυρόβλητο τους δυτικοευρωπαϊκούς ιμπεριαλισμούς, αλλά κατατάσσοντάς τους στους συμμάχους του «Νότου». Ο Σαμίρ Αμίν προσβλέπει έτσι στη «δημιουργία ενός άξονα Παρισιού - Βερολίνου - Μόσχας - Πεκίνου, που θα ενισχύεται από την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων μεταξύ του άξονα αυτού και του ανασυγκροτημένου αφροασιατικού μετώπου» και στην προσέγγιση «των λαών της Αφρικής, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης [που θα] συμπιέζουν μέχρι μηδενισμού την εγκληματική φιλοδοξία των Ηνωμένων Πολιτειών». Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίζουμε τις όποιες αναφορές των ριζοσπαστών ιδεολόγων της υπανάπτυξης στον «σοσιαλισμό», με τον ίδιο σαρκασμό με τον οποίο αντιμετωπίζαμε τις αλήστου μνήμης εξαγγελίες για «σοσιαλισμό» του Ανδρέα Παπανδρέου, του Φρανσουά Μιτεράν, του Βίλυ Μπραντ κ.λπ.

Από τη σκοπιά της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας στη θεωρία, και από την πολιτική σκοπιά της Αριστεράς το ζητούμενο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι η επιτάχυνση της συσσώρευσης (διερυνόμενης αναπαραγωγής) κεφαλαίου, αλλά η ευημερία του κόσμου της εργασίας, των λαϊκών τάξεων. Αυτό σημαίνει ότι η «ανάπτυξη» μπορεί απλώς να αποτελέσει ένα μέσο, σε κάποιες χώρες και σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Ο σκοπός, όμως, θα είναι πάντα διαφορετικός: Η αναδιανομή του εισοδήματος και η μεταβολή του κοινωνικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας, η ανατροπή του καπιταλισμού, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Θέσεις (Σύνταξη) (2004), «Αιωρούμενα ειδώλια, μάσκες που πέφτουν. Οι μετασχηματισμοί του ελληνικού εθνικισμού», Θέσεις, τ. 89: 4-12 και www.theseis.com.

Μηλιός, Γ. (1983-α), «Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας: Μέρος Α΄: Συγκλίνουσες θεωρίες και αντιφάσεις», Θέσεις, τ. 4: 23-48 και www.theseis.com.

Μηλιός, Γ. (1983-β), «Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας: Μέρος Β΄ (κριτική θεώρηση)», Θέσεις, τ. 5: 31-61 και www.theseis.com.

Μηλιός, Γ. (1992), «Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893-1899): Μια επίκαιρη μαρξιστική ανάλυση», Θέσεις, τ. 38: 93-126 και www.theseis.com.

Μηλιός, Γ. (1997), Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, Αθήνα: Κριτική.

Μηλιός, Γ. (2000), Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα: Κριτική.

Μηλιός, Γ. (2001), «Ιμπεριαλισμός και “νέα τάξη πραγμάτων”. Μια ανακεφαλαίωση», Θέσεις τ. 77: 11-24 και www.theseis.com.

Μηλιός, Γ. (2004), Αποτελεί ο αντιιμπεριαλισμός αριστερή ιδεολογία και πολιτική; Θέσεις 88: 13-20 και www.theseis.com.

Μηλιός, Γ. - Μαστραντώνης, Τ. (1983), «Η θεωρία της Αριστεράς για την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού. Όρια και συνέπειες», Θέσεις τ. 2: 31-43, και www.theseis.com.

Πέτρας Τζ. - Βελτμέγιερ Χ. (2005), Η παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα. Ο ιμπεριαλισμός στον 21ο αιώνα, Αθήνα: ΚΨΜ.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή