Πέραν της Αυτοκρατορίας και της παρακμής της Εκτύπωση
Τεύχος 94, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2006


ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ ΤΗΣ (Κριτικές σημειώσεις πάνω στο βιβλίο του Emmanuel Todd, Μετά την Αυτοκρατορία, Αθήνα, Κριτική, 2003)
του Παναγιώτη Σωτήρη

Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν τα βιβλία και οι προβληματισμοί για τη συμπεριφορά των ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο και συχνή είναι η επιστροφή των «αυτοκρατορικών» μεταφορών, είτε με τρόπο κριτικό (καταδίκη του αμερικανικού imperium) είτε με τρόπο θετικό (η αναζήτηση μιας φιλελεύθερης αυτοκρατορίας του «καλού»).

Το βιβλίο του Emmanuel Todd επιλέγει, αντίθετα, να σταθεί κριτικά απέναντι στην έννοια της αμερικανικής αυτοκρατορίας και να υποστηρίξει ότι κάθε άλλο παρά δεδομένος θα είναι στο μέλλον ο ηγετικός ρόλος των ΗΠΑ. Βασική του θέση είναι ότι οι ΗΠΑ αδυνατούν να λειτουργήσουν πλέον ως οι εγγυήτριες μιας δημοκρατικής και φιλελεύθερης τάξης και κυρίως αποσκοπούν στον πολιτικό έλεγχο του παγκόσμιου πλούτου και σε αυτό το πλαίσιο επιδιώκουν να μετατρέψουν την αδυναμία τους σε μια επίφαση «παντοδυναμίας», συντηρώντας ανοιχτά προβλήματα, επικεντρώνοντας σε «εχθρούς» που σίγουρα δεν μπορούν πραγματικά να τους αντισταθούν και επενδύοντας στην πολεμική υπεροπλία τους (Todd 2003: 39-40).

Οι βασικές θέσεις του Todd

Το πρώτο σημείο στο οποίο ο Todd στέκεται με ιδιαίτερη έμφαση είναι ότι, σε αντίθεση με μια μυθολογία για την υποτιθέμενη οπισθοχώρηση των ανθρώπινων κοινωνιών προς τη βία, η πραγματικότητα δείχνει ότι υπάρχει πραγματική πρόοδος. Αυτό φαίνεται και από δύο βασικές παραμέτρους, τον έλεγχο γεννήσεων και τον αλφαβητισμό, που αποτέλεσαν αντικείμενο και προηγούμενων κοινωνιολογικών μελετών του [1] .

Υποστηρίζει έτσι ότι η σημαντική αύξηση του ποσοστού αλφαβητισμού σε πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου δίνει τη δυνατότητα οικονομικής ανάπτυξης, αφού «οι μεταφορές εργοστασίων προς ζώνες με χαμηλούς μισθούς δεν μπορούσαν να γίνουν εάν έλειπε η εκπαιδευτική πρόοδος στη Βραζιλία, το Μεξικό, την Κίνα, την Ταϊλάνδη ή την Ινδονησία» (Todd 2003: 45). Επιπλέον, καταγράφεται μια δημογραφική επανάσταση, δηλαδή μια τάση περιορισμού του δείκτη γονιμότητας σε παγκόσμια κλίμακα. Σύμφωνα με το συνολικό του σχήμα για την ιστορική πρόοδο, αρχικά έχουμε την πρόοδο στον αλφαβητισμό, αυτό διαμορφώνει όρους μιας διανοητικής επανάστασης (αλλά και πολιτικών μεταβολών) και τελικά καταλήγει και στη μείωση της γονιμότητας. Με τη σειρά της η μείωση της γονιμότητας οδηγεί στον πολιτικό εκσυγχρονισμό και –σε συνδυασμό με τον αλφαβητισμό– επιτρέπει την υπόθεση μιας οικουμενικής τάσης προς τη δημοκρατία (Todd 2003: 56) [2] .

Γι’ αυτό και υποστηρίζει ότι σε μεγάλο βαθμό η τρέχουσα φιλολογία περί του ισλαμικού κινδύνου παραγνωρίζει την αλλαγή των δημογραφικών τάσεων σε αρκετές μουσουλμανικές χώρες. Με την εξαίρεση του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας, που θα παραμείνουν για ένα διάστημα παράγοντες αστάθειας, είναι λάθος να παραβλέπουμε ότι μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου είναι «ήδη σε διαδικασία ειρήνευσης» (Todd 2003: 61). Κατά τη γνώμη του διεθνείς κρίσεις όπως η Γιουγκοσλαβική αποτελούν τη συμπύκνωση ταυτόχρονων διαδικασιών δημογραφικής μετάβασης και διανοητικού εκσυγχρονισμού που ενίοτε παίρνουν χαρακτηριστικά έντονης σύγκρουσης. Σε αυτή τη βάση, επικρίνει την προσπάθεια των ΗΠΑ να παρουσιάσουν μια εικόνα οικουμενικού κινδύνου από την τρομοκρατία.

«[Η] έννοια της οικουμενικής τρομοκρατίας, που επιτρέπει στην Αμερική να αναπροσδιορίζεται ως ηγέτης μιας παγκόσμιας “σταυροφορίας”, να επεμβαίνει οπουδήποτε κατά τρόπο συγκυριακό και επιφανειακό, όπως στις Φιλιππίνες ή στην Υεμένη, να εγκαθιστά βάσεις στο Ουζμπεκιστάν ή στο Αφγανιστάν, να προωθεί τις βάσεις της στη Γεωργία, στα όρια της Τσετσενίας, δεν έχει καμιά κοινωνιολογική και ιστορική δικαιολογία όταν εξετάζουμε την πραγματικότητα του κόσμου» (Todd 2003: 68).

Ακόμη και το ριζοσπαστικό Ισλάμ ο Todd το θεωρεί αποτέλεσμα των ιδιαίτερων οικογενειακών δομών, ιδίως των ενδογαμικών μορφών. Επιπλέον, θεωρεί ότι σε μια πρώτη φάση η διαδικασία μετάβασης στη νεωτερικότητα γεννά ως πρώτη αντίδραση και μια παράλληλη τάση επανεπιβεβαίωσης των παραδοσιακών οικογενειακών αξιών, χωρίς αυτό να αναιρεί τη δυναμική της δημογραφικής αλλαγής: «ο αραβομουσουλμανικός κόσμος οξύνει για τελευταία φορά τη διαφορά του με τη Δύση, ιδιαίτερα γύρω από τη θέση της γυναίκας, ενώ οι γυναίκες του Ιράν ή του αραβικού κόσμου χειραφετούνται με την αντισύλληψη» (Todd 2003: 80).

Η υπόθεση που κάνει ο Todd για τη γενική τάση προς την επικράτηση φιλελεύθερων δημοκρατικών μορφών εφαρμόζεται, κατά τη γνώμη του, σε μεγάλο βαθμό και στον ευρωπαϊκό χώρο. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι υπάρχει εκεί μια πραγματική τάση για κοινούς θεσμούς, για οικονομική και πολιτική ενοποίηση, που στο όριό της απειλεί τις ΗΠΑ και θα τις πιέσει να (ξανα)γίνουν δημοκρατική χώρα και να διαλύσουν το στρατιωτικό τους μηχανισμό.

Στη συνέχεια ο Todd στρέφεται στο ερώτημα για τον αυτοκρατορικό χαρακτήρα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ μπόρεσαν να διαμορφώσουν ένα σύστημα πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας σε παγκόσμια κλίμακα, στο βαθμό που μετά το 1945 κατάφεραν να εξασφαλίσουν, πλάι στη στρατιωτική εξουσία τους, και τη μετατροπή της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, δύο μεγάλων οικονομικών δυνάμεων, ως περίπου προτεκτοράτων. Θεωρεί, όμως, ότι στην τρέχουσα συγκυρία η οικονομική θέση των ΗΠΑ χαρακτηρίζεται από έντονη ασυμμετρία: «Ο κόσμος όλο και περισσότερο παράγει για να καταναλώνει η Αμερική» (Todd 2003: 94). Ο Todd δεν περιορίζεται μόνο στα εμπορικά ελλείμματα των ΗΠΑ, αλλά και θεωρεί ότι επί της ουσίας υπάρχει πραγματική υποχώρηση της βιομηχανικής ικανότητας των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ευρύτερα ότι οι ΗΠΑ είναι πια σημαντικές όχι λόγω των παραγωγικών δυνατοτήτων τους αλλά της θέσης τους στην παγκόσμια καταναλωτική ζήτηση. Όμως, οι αντιφάσεις που διαπερνούν τις ΗΠΑ αφορούν και το εσωτερικό τους, κυρίως με τη μορφή μιας έντασης των κοινωνικών ανισοτήτων, οι οποίες αμβλύνονται μόνο μέσω των μεγάλων εμπορικών ελλειμμάτων. Επί της ουσίας, όμως, ανάμεσα στο 1974 και το 2000 αυτό που συμβαίνει είναι μια κοινωνική πόλωση «ρωμαϊκού τύπου» (Todd 2003: 108).

Σε ποιο βαθμό μπορούμε όντως να μιλούμε για την αμερικανική αυτοκρατορία; Για τον Todd ένας αυτοκρατορικός σχηματισμός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά: το στρατιωτικό καταναγκασμό που επιτρέπει την απόσπαση ενός φόρου από την περιφέρεια προς το κέντρο και την προβολή ενός «οικουμενικού» προτύπου και στο κέντρο και στην περιφέρεια. Με βάση αυτόν τον ορισμό, ο Todd υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ αρχίζουν να γίνονται ανεπαρκείς ως προς τον οιονεί αυτοκρατορικό ρόλο τους:

«Δύο τύποι «αυτοκρατορικών» πόρων λείπουν ιδιαίτερα από την Αμερική: πρώτον, η εξουσία της για στρατιωτικό και οικονομικό καταναγκασμό είναι ανεπαρκής για να διατηρήσει το σημερινό επίπεδο εκμετάλλευσης του πλανήτη, και δεύτερον ο ιδεολογικός οικουμενισμός της βρίσκεται σε παρακμή και δεν της επιτρέπει πια να μεταχειρίζεται τους ανθρώπους και τους λαούς κατά τρόπο ισότιμο, τόσο για να τους εξασφαλίσει την ειρήνη και την ευημερία όσο και για να τους εκμεταλλεύεται» (Todd 2003: 114).

Ως προς τις στρατιωτικές δυνατότητες ο Todd υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ έχουν υπερβολικά μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις ως προς τις πραγματικές ανάγκες ασφαλείας τους, αλλά και ταυτόχρονα δυσανάλογα μικρές, για να μπορέσουν πραγματικά να συγκρατήσουν μια παγκόσμια αυτοκρατορία. Ως προς τη δυνατότητα των ΗΠΑ να μπορούν να αποσπούν ένα είδος «αυτοκρατορικού» φόρου, ο Todd υποστηρίζει ότι αυτό εν μέρει γίνεται μέσω της μαζικής πώλησης όπλων και εν μέρει μέσω του ελέγχου των ζωνών παραγωγής πετρελαίου. Κυρίως, όμως, γίνεται μέσω της ιδιαίτερης κίνησης του χρηματιστικού κεφαλαίου προς τις ΗΠΑ, που εξασφαλίζει τον ισοσκελισμό του αμερικανικού ισοζυγίου και τροφοδοτεί την εσωτερική ζήτηση των ΗΠΑ. Ο Todd απορρίπτει την κυρίαρχη ερμηνεία ότι αυτές οι ροές εκφράζουν το δυναμισμό της αμερικανικής οικονομίας και υποστηρίζει ότι, αντίθετα, πρόκειται για μια υπερδιόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και μια τεχνητή διόγκωση εισοδημάτων, συχνά όχι τόσο λόγω της αναμονής μεγάλων αποδόσεων, όσο επειδή οι ΗΠΑ «φαίνονταν μέχρι πρόσφατα να είναι ο πιο ασφαλής τόπος για να τοποθετήσει κανείς τα χρήματά του» (Todd 2003: 134). Μόνο που αυτή η διαδικασία έχει μια προϋπόθεση: να συνεχίσουν να συμφωνούν οι ηγετικές τάξεις της περιφέρειας να τροφοδοτούν αυτό το μηχανισμό.

Αυτό, με τη σειρά του, προϋποθέτει ότι οι ΗΠΑ θα συνεχίζουν να υλοποιούν μια βασική παράμετρο ενός «αυτοκρατορικού ρόλου»: να προβάλουν ένα οικουμενικό πρότυπο. Ως προς αυτό ο Todd επιστρέφει στις ανθρωπολογικές παρατηρήσεις του. Κάνει έτσι μια διάκριση ανάμεσα σε λαούς με οικουμενική αντίληψη, οι οποίοι τείνουν να προσδιορίζουν τους εξωτερικούς λαούς ως παρόμοιους με αυτούς, και τους λαούς με αντίληψη διαφοροποίησης, που τείνουν να κάνουν μια διάκριση ανάμεσα σε ανώτερους και κατώτερους λαούς. Η αμερικανική περίπτωση, κατά τον Todd, είναι πιο ασταθής, καθώς συνδυάζει και το οικουμενικό στοιχείο και το στοιχείο της διαφοροποίησης. Στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου η οικουμενική τάση ήταν έντονη και στην εξωτερική προβολή (η προάσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας απέναντι στον κομμουνιστικό κίνδυνο) και εν μέρει και στο εσωτερικό της πολυφυλετικής αμερικανικής κοινωνίας. Αντίθετα, στην τρέχουσα περίοδο θεωρεί ότι υπάρχει υποχώρηση της οικουμενικής τάσης και στο εσωτερικό των ΗΠΑ (με τη μη ενσωμάτωση των ισπανόφωνων) και στο εξωτερικό (για παράδειγμα μέσα από την προνομιακή σχέση με το κράτος του Ισραήλ και την «ανικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να θεωρήσουν τους Άραβες ως ανθρώπινα όντα γενικώς» [Todd 2003: 165]). Αυτή η υποχώρηση του οικουμενισμού και η τάση προς τη διαφοροποίηση, όπως εκφράστηκε και στη ρητορική περί της «αυτοκρατορίας του κακού», υπονομεύει, κατά τον Todd, την ικανότητα των ΗΠΑ να παίζουν το ρόλο της αυτοκρατορικής δύναμης. Κατά συνέπεια, αναγκαστικά θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν ως ηγετική δύναμη με όρους πολιτικούς και στρατιωτικούς, την ίδια στιγμή που έχουν μια πραγματική στρατηγική ανεπάρκεια: οικονομική εξάρτηση από τις ροές κεφαλαίων από τον υπόλοιπο κόσμο, στρατιωτική ανεπάρκεια, υποχώρηση του οικουμενισμού, αυτές είναι οι αντιφάσεις της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Από την άλλη, τόσο η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, όσο και η χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση οδηγούσαν, ακόμη και αυθόρμητα, τις ΗΠΑ προς την αυτοκρατορική επιλογή, παρότι, όπως εκτιμά ο συγγραφέας, δεν είχαν αντιληφθεί πλήρως τις πολιτικές και στρατιωτικές απαιτήσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος. Αυτό φαίνεται από την αδυναμία τους να έχουν ένα πλέγμα πραγματικών συμμαχιών, καθώς ταπεινώνουν τους ευρωπαίους συμμάχους με τη μονομερή χρήση του ΝΑΤΟ, περιφρονούν την Ιαπωνία, προκαλούν την Κίνα, συγκρούονται με τον αραβικό κόσμο εξαιτίας της υποστήριξης προς το Ισραήλ, αλλά και από την εμμονή τους να συντηρούν στρατιωτικές εντάσσεις με «τα υπολείμματα του παρελθόντος όπως η Βόρεια Κορέα, η Κούβα και το Ιράκ» (Todd 2003: 183). Η υποχώρηση του ιδεολογικού οικουμενισμού οδηγεί σε μια νέα μισαλλοδοξία απέναντι στο Ισλάμ. Η πτώση της οικονομικής αποτελεσματικότητας οδηγεί σε μια ψύχωση για το αραβικό πετρέλαιο. Η στρατιωτική ανεπάρκεια οδηγεί στην προνομιμοποίηση του μουσουλμανικού κόσμου ως στρατιωτικού στόχου (Todd 2003: 187).

Στη συνέχεια ο Todd στρέφεται προς τη Ρωσία και το ρόλο της στο διεθνές σύστημα. Εντοπίζει τα σημαντικά κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπισε μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού και τους ιδιαίτερα αρνητικούς κοινωνικούς δείκτες, θεωρεί όμως ότι μετά το 1999 η Ρωσική οικονομία βρίσκεται σε μια τροχιά ανοδική, διαδικασία που ενισχύεται και από την ανάκαμψη του οικονομικού ρόλου του κράτους. Ο Todd θεωρεί ότι στη Ρωσία λειτουργεί μια δημοκρατία που στηρίζεται στην καθολική ψηφοφορία, έστω και εάν αυτή δεν παίρνει την τυπική εκδοχή ενός αγγλοσαξωνικού δικομματισμού, κάτι που αποδίδει και στον κοινοτικό ανθρωπολογικό πυρήνα της Ρωσικής κοινωνίας.

Όμως, αυτό στο οποίο κυρίως στέκεται είναι η δυνατότητα της Ρωσίας να αποτελέσει βασικό φορέα ενός νέου οικουμενισμού, που θα συνδύαζε τη φιλελεύθερη οικονομία, τα κοινοτικά στοιχεία, τις συνεταιριστικές μορφές, ενώ υπογραμμίζει και τη διαφορετική στάση της Ρωσίας απέναντι στις άλλες εθνότητες καθώς οι Ρώσοι «δεν εξόντωσαν τους δικούς τους Ινδιάνους» (Todd 2003: 213). Ο Todd παραλληλίζει αυτό το οικουμενικό στοιχείο στη ρωσική πολιτική με την αντίστοιχη οικουμενική τάση στη συμπεριφορά της Γαλλίας (κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης) και ουσιαστικά δείχνει να θεωρεί ότι η Ρωσία μπορεί να δώσει νέα πνοή στο «γκολικό όνειρο» (Todd 2003: 215) να υπάρξει ένα οικονομικό και πολιτικό δημοκρατικό αντίβαρο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποστηρίζει δε ότι κατά παράδοξο τρόπο η σχετική αδυναμία της Ρωσίας μέσα στην τρέχουσα συγκυρία, σε συνδυασμό με την οικουμενική της νοοτροπία, την καθιστά ακόμη περισσότερο ένα δυνητικό σύμμαχο των Ευρωπαίων.

Κατά τον Todd οι ηγετικές τάξεις της γηραιάς ηπείρου έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο ενδεχόμενα: Το ένα είναι η «αυτοκρατορική ενσωμάτωση» που αναλογεί λίγο πολύ στον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται η φιλελεύθερη επανάσταση και ουσιαστικά σημαίνει την παραίτηση από την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας των λαών τους με αντάλλαγμα την πλήρη ενσωμάτωση στην αμερικανική ηγετική τάξη, κάτι που καθίσταται όμως επισφαλές τόσο από την καταλήστευση των εύπορων Ευρωπαίων από τη Γουόλ Στριτ (Todd 2003: 237), όσο και από την αίσθηση που αποπνέουν οι ΗΠΑ ότι θα τους αντιμετωπίζουν πάντοτε ως δεύτερης κατηγορίας. Η δεύτερη επιλογή είναι αυτή της χειραφέτησης, που προϋποθέτει, όμως, ότι η Ευρώπη μπορεί να εξασφαλίσει μόνη της την άμυνά της.

Αυτός ο εν δυνάμει διαφορετικός ρόλος της Ευρώπης στηρίζεται και στη διαφορετική πολιτισμική συγκρότησή της: Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, που στηρίχθηκαν εξ αρχής στην ύπαρξη άφθονων πλουτοπαραγωγικών πόρων, οι ευρωπαϊκές χώρες γεννήθηκαν από το μόχθο χωρικών, που υπέφεραν για αιώνες, και αυτό μπορεί να εξηγήσει τη μεγαλύτερη ευαισθησία για την οικολογική ισορροπία και για την ισορροπία του εμπορικού ισοζυγίου (Todd 2003: 241). Επιπλέον, αισθάνονται το αμερικανικό κοινωνικό μοντέλο ως απειλή για το κοινωνικό κράτος. Ως προς τη διεθνή συμπεριφορά η Ευρώπη έχει τη δυνατότητα καλών σχέσεων τόσο με τη Ρωσία όσο και με το μουσουλμανικό κόσμο, παρά τις εντάσεις που προκαλεί η αμερικανική εξωτερική πολιτική. Αυτή η δυνατότητα μιας διαφορετικής ευρωπαϊκής πολιτικής μπορεί να στηριχθεί μέσα από την προοπτική ενός γαλλογερμανικού άξονα πολιτικής συνεργασίας ο οποίος θα μπορούσε και να παρασύρει και τη Βρετανία σε μια μεταστροφή πολιτικής (πιθανώς με αφετηρία την είσοδο στη ζώνη του ευρώ).

Ο Todd καταλήγει υποστηρίζοντας ότι ο στόχος των ΗΠΑ για πλανητική ηγεμονία είχε ως προϋποθέσεις να διατηρήσει πλήρη επιρροή στο ευρωπαϊκό και ιαπωνικό προτεκτοράτο και να νικήσει οριστικά τη ρωσική στρατηγική δύναμη, στόχοι που δεν επιτεύχθηκαν. Αντίθετα, η «Ευρώπη συνειδητοποιεί αργά ότι η Ρωσία όχι μόνο δεν είναι πια στρατηγική απειλή, αλλά συμβάλλει στη στρατιωτική ασφάλειά της» (Todd 2003: 264), ενώ υπάρχουν και δυνατότητες συντονισμού και με την Ιαπωνία (π.χ. σε θέματα ενεργειακής πολιτικής). Αυτό, όμως, προϋποθέτει την οριοθέτηση απέναντι σε μια πολιτική απόλυτα ελεύθερων ανταλλαγών, που θα όξυνε την παγκόσμια κοινωνική ανισότητα, και την εγκαθίδρυση ενός «νεοπροστατευτισμού» (Todd 2003: 268) σε επίπεδο μεγάλων περιοχών ή περιφερειών που θα ενίσχυε τη δημοκρατική τάση. Και το βιβλίο τελειώνει με μια έκκληση προς την Ευρώπη να διαμορφώσει όρους μιας διαφορετικής διεθνούς πραγματικότητας αμφισβητώντας την αμερικανική ηγεμονία:

«Ας τολμήσουμε να γίνουμε ισχυροί αρνούμενοι το μιλιταρισμό και αποδεχόμενοι να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στα εσωτερικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα των κοινωνιών μας. Ας αφήσουμε τη σημερινή Αμερική, εάν το επιθυμεί, να εξαντλήσει την ενεργητικότητα που της απομένει στο δικό της “αγώνα κατά της τρομοκρατίας”, υποκατάστατο του αγώνα για τη διατήρηση μιας ηγεμονίας που ήδη δεν υπάρχει πια» (Todd 2003: 275).

Κριτικές παρατηρήσεις

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο του Todd έχει ενδιαφέρον και αρκετές από τις παρατηρήσεις του είναι εύστοχες, είτε αφορούν τις αντιφάσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, είτε τις διαφορετικές δυνατότητες που αναδεικνύονται στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από μια αποστασιοποίηση από το θεωρητικό φιλοαμερικανισμό και το φανατικό αντιισλαμισμό που χαρακτηρίζει αρκετές από τις τοποθετήσεις που προέρχονται από το διεθνοπολιτικό κατεστημένο. Υπάρχουν, όμως, σε αυτό το βιβλίο και αρκετές αντιφάσεις και προβλήματα και σε αυτά θέλουμε να σταθούμε.

Η πρώτη αντίφαση που διαπερνά το βιβλίο είναι θεωρητική και μεθοδολογική. Όπως φάνηκε από την παρουσίαση που προηγήθηκε, ο Todd στηρίζεται σε ένα συνολικό αναλυτικό σχήμα για τη σημασία των δημογραφικών τάσεων, και κυρίως της τάσης ελέγχου της γονιμότητας, καθώς και της αύξησης του αλφαβητισμού, ως παραγόντων που ενεργοποιούν τάσεις κοινωνικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού. Εκτιμούμε ότι μια τέτοια τοποθέτηση δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκές θεωρητικό θεμέλιο. Δεν υποτιμούμε τα στατιστικά δεδομένα πάνω στα οποία επιμελώς εργάζεται ο Todd από τη δεκαετία του 1970. Υποστηρίζουμε, όμως, ότι μια στατιστική παράμετρος είναι περίπου θεωρητικά άχρηστη χωρίς την ένταξη σε ένα θεωρητικό σχήμα. Έτσι και εδώ ο Todd αντιμετωπίζει ως αιτιακούς παράγοντες δύο παραμέτρους που στην πραγματικότητα αποτελούν εκφράσεις μιας συνολικότερης και βαθύτερης ιστορικής διαδικασίας που είναι η διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε συγκεκριμένους κοινωνικούς σχηματισμούς, που ιστορικά συνδέθηκε, ειδικά από τη στιγμή της μαζικής εισόδου των γυναικών στην αγορά εργασίας, με την τάση προς τον έλεγχο της γονιμότητας, αλλά και με την απαίτηση μιας τεχνικά καταρτισμένης και ιδεολογικά ενσωματώσιμης εργατικής δύναμης, που προϋπέθετε τη μαζικοποίηση του σχολικού μηχανισμού και την αύξηση του μέσου αλφαβητισμού.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Todd τείνει να γενικεύει ορισμένες τάσεις και προσπαθεί να εντοπίσει κοινά ανθρωπολογικά στοιχεία (βλ. π.χ. το πώς διακρίνει τους λαούς ανάλογα με το εάν έχουν οικουμενική διάσταση ή απήχηση). Σε αυτές τις περιπτώσεις δείχνει να υποτιμά τη σύνθετη ιστορία των ταξικών αγώνων, συγκρούσεων και συμμαχιών που διαμόρφωσαν την ιδιαίτερη εκδοχή αστικής ηγεμονίας σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, και με αυτό τον τρόπο ακόμη και κάποιες ενδιαφέρουσες διαισθήσεις του (π.χ. για τις διαφορετικές εκδοχές εθνικής ιδεολογίας) μοιάζουν μετέωρες.

Αντίστοιχα, είναι κάπως προβληματική η προσπάθειά του να εντοπίσει μια γενική τάση προς φιλελεύθερες δημοκρατικές μορφές, όπως φαίνεται και από το ότι εντοπίζει θετικά στοιχεία στην άποψη του Φουκουγιάμα για το «τέλος της Ιστορίας». Η επέκταση φιλελεύθερων δημοκρατικών μορφών τις τελευταίες δεκαετίες, εάν και στο βαθμό που συμβαίνει, μια που πιο ορθό είναι να μιλάμε για την επέκταση εκείνων των πολιτικών και θεσμικών μορφών που διευκολύνουν την οικονομία της αγοράς και την εισδοχή ξένων επενδύσεων, αποτελεί όχι μια γενική ιστορική τάση, αλλά το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, που σφραγίστηκε από την ήττα των αποπειρών οικοδόμησης διαφορετικών κοινωνικών μορφών οργάνωσης, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αποτέλεσε παράμετρο ιστορικής προόδου, αλλά οπισθοδρόμησης σε μορφές βίαιης εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας.

Όσο για το πώς ο Todd αναπαράγει την έννοια της αυτοκρατορίας ως αναλυτικό εργαλείο, και εδώ προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει την αυτοκρατορία να στηρίζεται αφενός στην απόσπαση αυτοκρατορικού φόρου, αφετέρου στην οικουμενική προβολή της ιδιότητας του υπηκόου της αυτοκρατορίας, δείχνουν, κατά τη γνώμη μας, και την αναναντιστοιχία της έννοιας αυτής με τις εξελίξεις σε ένα διεθνές σύστημα κοινωνικών σχηματισμών στους οποίους ηγεμονεύει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο τον Todd αλλά και αρκετούς μαρξιστές ή συνολικά ριζοσπάστες θεωρητικούς που χρησιμοποιούν την έννοια της αυτοκρατορίας. Το πρόβλημα είναι ότι η έννοια της αυτοκρατορίας αντιστοιχεί κατεξοχήν σε προηγούμενους τρόπους παραγωγής, όπου η βασική μορφή κοινωνικής παραγωγής αφορούσε τη γεωργία και όπου ο μόνος τρόπος να αποσπάσει κοινωνικό πλεόνασμα από την επικράτεια ενός άλλου κοινωνικού σχηματισμού ήταν η κατάκτησή του. Αντίθετα, μέσα στη μαρξιστική θεωρία αναδείχτηκε ένα ριζικά διακριτό θεωρητικό νήμα για το διεθνές σύστημα υπό την ηγεμονία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, σύμφωνα με το οποίο καθοριστική είναι η εξαγωγή κεφαλαίων που ενσωματώνονται –έστω και αντιφατικά– στο συνασπισμό εξουσίας του κοινωνικού σχηματισμού υποδοχής και εξαρτούν την κερδοφορία τους από το βαθμό στον οποίο ενισχύουν διαδικασίες βαθέματος του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας και αύξησης της παραγωγικότητας [3]. Επομένως, ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός είναι ουσιωδώς μη-επικρατειακός, η διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν απαιτεί την άμεση πολιτική κατοχή μιας περιοχής, αλλά την εξασφάλιση της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής [4]. Το ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία συχνά αποτελεί μια καταφυγή για μεταφορές, ορισμένες από τις οποίες είναι εύστοχες (με τον ίδιο τρόπο που και στην περίοδο του Διαφωτισμού συχνές ήταν οι αναφορές και οι παραλληλισμοί με τη ρωμαϊκή και την αθηναϊκή δημοκρατία), δεν μπορεί να μεταφράζεται και στην παρουσίαση κυρίαρχων κοινωνικών σχηματισμών ως επαρχιών των ΗΠΑ (και των κυβερνήσεών τους ως ανθυπάτων).

Η επόμενη κριτική παρατήρηση αφορά την εμμονή του Todd στην εκτίμηση ότι σήμερα διάγουμε μια περίοδο παρακμής ή υποχώρησης της αμερικανικής πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Αξίζει εδώ να σκεφτούμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που αυτή η θέση ανακύπτει, αφού είχε διατυπωθεί και στη δεκαετία του 1970, στη βάση τόσο της εκκίνησης της καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης όσο και της διαμόρφωσης της Ε.Ε. Και αξίζει, επίσης, να θυμηθούμε ότι τότε ήταν ο Πουλαντζάς (1984) αυτός που απάντησε θεωρητικά σε αυτό το σχήμα καταδεικνύοντας με ποιο τρόπο η διεθνοποίηση του κεφαλαίου οδηγεί και σε μια εξ επαγωγής αναπαραγωγή των συνολικών συσχετισμών της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας στο εσωτερικό των σχηματισμών που εντάσσονται σε αυτή. Η εκτίμηση αυτή δεν μειώνει τη σημασία των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ούτε θέλει να υποτιμήσει τη βαρύτητα που έχει η ανάδειξη άλλων κέντρων μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης που ανταγωνίζονται τις ΗΠΑ. Επιμένουμε, όμως, σε εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αμερικανικής ισχύος που την καθιστούν ακόμη και σήμερα ηγεμονική δύναμη [5] :

α) Την ιδιαίτερη στρατιωτική ισχύ της, η οποία την καθιστά τη μόνη δύναμη που είναι ικανή να εγγυηθεί το συνολικό συμφέρον των σχηματισμών της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. β) Τη συστηματική προσπάθεια των ΗΠΑ να διαχειρίζονται την αποσταθεροποίηση συγκεκριμένων περιοχών, έτσι ώστε να καθιστούν αναγκαία τη δική τους στρατιωτική παρέμβαση και ταυτόχρονα να οξύνουν τις αντιφάσεις τυχόν ανταγωνιστών: η διαχείριση της όξυνσης στα Βαλκάνια έθεσε τέλος στις απόπειρες μιας εναλλακτικής Ευρωπαϊκής ή Ευρασιατικής πολιτικής και αμυντικής δομής [6], ενώ σήμερα η ενίσχυση πρακτικών αποσταθεροποίησης στην περιφέρεια της Ρωσίας επιτείνει τα προβλήματα που διαπερνούν την περιοχή. γ) Τη διατήρηση σε όλη τη δεκαετία του 1990 υψηλών ρυθμών αύξησης της παραγωγικότητας και υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης (παράμετρο που ο Todd τείνει να υποτιμά). δ) Την ειδική λειτουργία του δολαρίου που σήμερα εξακολουθεί να λειτουργεί ως νόμισμα αναφοράς, που κάνει τις τοποθετήσεις σε δολάρια να εξακολουθούν να θεωρούνται ως ιδιαίτερα ασφαλείς, κάτι που ενισχύεται και από την κομβική θέση που κατέχει η Wall Street σε σχέση με τα διεθνή χρηματοπιστωτικά δίκτυα [7]. Με αυτή την έννοια θα ήταν λάθος να δούμε μόνο έναν «εκβιασμό» των ΗΠΑ προς τους υπόλοιπους σχηματισμούς ώστε αυτοί να χρηματοδοτούν τα αμερικανικά ελλείμματα. Πιο σωστό είναι να πούμε ότι οι ΗΠΑ εκμεταλλεύονται την ειδική τους θέση αλλά και την ηγεμονία μιας ορισμένης εκδοχής διεθνοποίησης του κεφαλαίου που τους επιτρέπει να έχουν αυτή την προνομιακή θέση.

Επιπλέον, χρειάζεται να είμαστε πιο προσεκτικοί σε σχέση με τις αντιθέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και τους ευρωπαϊκούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Δεν αμφισβητούμε την ύπαρξη αυτών των αντιθέσεων, άλλωστε αναδείχτηκαν ιδιαίτερα έντονα σε σχέση με την κήρυξη του πολέμου κατά του Ιράκ. Αυτό που δείχνει να προσπερνάει κάπως εύκολα ο Todd είναι το ότι η αντίθεση αυτή αναπαράγεται και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνικών σχηματισμών, τόσο με τη μορφή φιλοατλαντικών τάσεων στο εσωτερικό των μειζόνων ευρωπαϊκών χωρών, όσο και με τη μορφή των διάφορων σχηματισμών, ειδικά στην Ανατολική Ευρώπη, που συνδυάζουν τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό (φτηνή εργασία, ελαστικές εργασιακές σχέσεις, ελάχιστη φορολογία για τις επιχειρήσεις) με τον ακραίο αντικομμουνισμό και τη μαζική υποστήριξη προς την αμερικανική πολιτική. Επιπλέον, θεωρούμε μάλλον εξωραϊστική την υπεράσπιση της ευρωπαϊκής εκδοχής του καπιταλισμού από τον Todd. Δύο δεκαετίες τουλάχιστον καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, ιδιωτικοποιήσεων και αυταρχικών ρυθμίσεων έχουν σε μεγάλο βαθμό αναιρέσει το «κοινωνικό πρόσωπο» της Ευρώπης.

Όμως ο Todd τείνει να υποτιμά την ικανότητα ακόμη και των αμερικανών νεοσυντηρητικών να έχουν ένα ηγεμονικό πρόταγμα. Σε αντίθεση με μια τρέχουσα ανάγνωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ως μονομερούς ή άφρονος και χωρίς να υποτιμούμε τη μεγαλύτερη έμφαση σε μια ρητορική αμερικανικού συμφέροντος και όχι παγκοσμιοποίησης (που ήταν η λέξη κλειδί της κλιντονικής περιόδου), επιμένουμε να διακρίνουμε στοιχεία μιας συνολικότερης πολιτικής πρότασης για το σύνολο των σχηματισμών της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας: κοινωνική και πολιτική πειθάρχηση, αυταρχική θωράκιση, ιδεολογικός συντηρητισμός. Αυτά, για να χρησιμοποιήσουμε και το λεξιλόγιο του Todd, είναι τα στοιχεία «οικουμενισμού» της τρέχουσας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Προφανώς και αυτή η πολιτική έχει ως εσωτερική αντίφαση την ανάγκη των ΗΠΑ να συντηρούν ακόμη και τεχνητά την απειλή της τρομοκρατίας ως βασική παράμετρο συνοχής της δικής τους στρατηγικής, μόνο που αυτό, ως άλλοθι πολιτικών αυταρχικής σκλήρυνσης, απαντά επίσης στις ανάγκες και άλλων χωρών. Επιπλέον, ακόμη και εάν πρόκειται να δούμε επιμέρους τροποποιήσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, π.χ. μέσω μιας σταδιακής απαξίωσης του σκληρού πυρήνα των νεοσυντηρητικών, δεν νομίζουμε ότι πρόκειται οι ΗΠΑ να αναιρέσουν την επιδίωξή τους να διατηρήσουν την ηγετική θέση μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα [8] .

Η τοποθέτηση αυτή δεν θέλει να υποτιμήσει την όξυνση των αντιφάσεων που διαπερνούν την εσωτερική συγκρότηση του αμερικανικού συνασπισμού εξουσίας και την αμερικανική εξωτερική πολιτική, είτε σε σχέση με το βαθμό στον οποίο θα μπορέσουν οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να αξιοποιούν την ηγεμονική τους θέση για να αντλούν κεφάλαια από τον υπόλοιπο κόσμο, είτε σε σχέση με τις αντιστάσεις που συναντά η προσπάθειά τους για ένοπλη «εξαγωγή δημοκρατίας» σε σχηματισμούς όπως το Ιράκ. Αυτές οι αντιφάσεις είναι πραγματικές, μόνο που δεν σημαίνουν μονοσήμαντα και την απώλεια του ηγεμονικού ρόλου των ΗΠΑ.

Υπάρχει βέβαια το ερώτημα σχετικά με το εάν και κατά πόσο μπορεί να αναδειχθεί ένα διαφορετικό διεθνές κέντρο, ικανό να αποτελέσει το αντίβαρο στην παρακμάζουσα αμερικανική αυτοκρατορία. Από το βιβλίο του Todd γίνεται σαφής η προτίμησή του προς μια «ευρωγκολική», εάν μας επιτραπεί ο νεολογισμός, λύση, σύμφωνα με την οποία οι ηγετικές χώρες της Ε.Ε., κυρίως η Γαλλία και η Γερμανία (αλλά προοπτικά ακόμη και τη Βρετανία), θα συμμαχούσαν ουσιαστικά με μια ανανεωμένη Ρωσία (που θα συνεισέφερε μια αναγεννημένη οικονομία, αλλά και το πολεμικό της οπλοστάσιο). Είναι σαφές ότι ένα τέτοιο σενάριο προφανώς υπάρχει και στη σκέψη τμημάτων των ευρωπαϊκών ολιγαρχιών. Μόνο που η ανάλυση του Todd παραβλέπει μια σειρά από αντιφάσεις που το διαπερνούν: α) Την αποτυχία της προηγούμενης προσπάθειας της Γαλλίας και της Γερμανίας να έχουν έναν αυτοτελή πολιτικό ρόλο στην Ευρώπη και να διαμορφώσουν διακριτές προς το ΝΑΤΟ αμυντικές δομές, προσπάθεια που κορυφώθηκε με την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την αποδιάρθρωση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και κατέρρευσε με την αμερικανική επέμβαση και διαχείριση της αποσταθεροποίησης των Βαλκανίων, ξεκινώντας από την παρέμβαση στη Βοσνία. β) Την αδυναμία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, να μετασχηματιστεί η ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση και σε πολιτική ενοποίηση, ειδικά μάλιστα από τη στιγμή που οι ευρωατλαντικές φωνές συνεπάγονται την αναπαραγωγή των συνολικών πολιτικών αντιπαραθέσεων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και στο εσωτερικό της Ευρώπης. γ) Την πραγματική αδυναμία της Ρωσίας να παίξει έναν ηγεμονικό ρόλο, παρ’ όλες τις προσπάθειές της να διαμορφώσει εναλλακτικές συμμαχίες. δ) Την ασάφεια ως προς το συνολικό κοινωνικό και πολιτικό πρόταγμα που χρωματίζει αυτή τη διαφορετική ευρωπαϊκή συμμαχία: θα είναι μια νεοσοσιαλδημοκρατική πρόταση ή μια παραλλαγή του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού; Τι σημαίνει η νεοπροστατευτική πολιτική που προτείνει ο Todd και πώς θα συνδυαστεί με την ιδιαίτερη έμφαση της Ε.Ε. στην απελευθέρωση των αγορών; Θα αναζητήσει μορφές στρατιωτικής επέμβασης, έστω και υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ, ή θα αμφισβητήσει τις βασικές δομές του σύγχρονου παρεμβατισμού;

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα ο αναγνώστης του βιβλίου του Todd μένει με μια μάλλον μετέωρη θέση. Το ίδιο ισχύει, άλλωστε, και με αρκετές ανάλογες απόψεις περί ενός εναλλακτικού ευρωπαϊκού πόλου στο διεθνές σύστημα. Το πρόβλημα είναι ότι η όλη συζήτηση θεωρεί ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατικές πολιτικές μορφές και οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής αποτελούν τις αυτονόητες και ιστορικά ανυπέρβλητες αφετηρίες κάθε σχετικής τοποθέτησης και κατά συνέπεια αυτό που καλούμαστε να προτείνουμε είναι, ουσιαστικά, παραλλαγές ιμπεριαλιστικών πολιτικών. Αυτό που παραβλέπει ένας τέτοιος θεωρητικός και πολιτικός (αυτο)περιορισμός δεν είναι μόνο ότι ο ιστορικός ορίζοντας μπορεί να διαθέτει και άλλα ενδεχόμενα. Είναι, κυρίως, ότι αυτό που μπορεί πραγματικά σήμερα να προκαλέσει αναπροσαρμογές των κυρίαρχων πολιτικών, να επιβάλλει εξόδους από την ασφυκτική συχνά ηγεμονία της αμερικανικής επιθετικότητας και να διαμορφώσει διαφορετικούς όρους διαχείρισης των διεθνών πραγμάτων, δεν είναι τόσο οι τακτικές επιλογές των πολιτικών εκπροσώπων των αστικών τάξεων, όσο η συστηματική παρουσία κινημάτων που να αμφισβητούν το σύγχρονο ιμπεριαλισμό και τις βασικές πλευρές των καπιταλιστικών πολιτικών.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Gowan, Peter 1999, The Global Gamble. Washington’s Faustian Bid for World Dominance, Londonand New York: Verso

Gowan, Peter 2000, “The Euro-Atlantic Origins of Nato’s Attack on Yugoslavia”, in Tariq Ali (ed.), Master’s of the Universe? Nato’s Balkan Crusade, Londonand New York: Verso: 3-45

Gowan, Peter 2002, “The American Campaign for Global Sovereignty”, in Leo Panitch and Colin Leys (eds.), Socialist Register 2003 Fighting Identities: Race, religion and ethno-nationalism, London: Merlin Press: 1-27

Gowan, Peter 2004, “Contemporary Intra-Core Relations and World Systems Theory”, Journal of World-Systems Research, X, 2: 471-500

Gowan, Peter 2004a, “Triumphing toward International Disaster. The Impasse in American Grand Strategy”, Critical Asian Studies 36:1: 3-36

Μηλιός, Γιάννης, 2000, Ο Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Β΄ έκδοση, Αθήνα, Κριτική.

Μπιτσάκης, Ευτύχης και Δημήτρης Μπελαντής 2005, Οι πόλεμοι της νέας τάξης, Αθήνα: Προσκήνιο.

Panitch, Leo 2000, “The New ImperialState”, New Left Review: 2: 5-20

Panitch, Leo and Sam Gindin 2004, “Global Capitalism and American Empire”, σε Leo Panitch and Colin Leys (eds.) 2004, Socialist Register 2004. The New Imperial Challenge, Athens: Savalas Publications: 33-88

Panitch, Leo and Sam Gindin 2005, “Finance and American Empire”, in Leo Panitch and Colin Leys (eds.) 2005, Socialist Register 2005. The Empire Reloaded, Athens: Savalas Publications: 93-130

Πουλαντζάς, Νίκος, 1984, Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα, Θεμέλιο

Todd, Emmanuel, 1987, The Causes of Progress. Culture, Authority and Change, London: Basil Blackwell

Todd, Emmanuel, 1988, The explanation of ideology family structures and social systems, Oxford: Blackwell

Todd, Emmanuel, 2003, Μετά την αυτοκρατορία, μτφ. Ν.Βουλέλης, Αθήνα: Κριτική.


[1] Βλ. για παράδειγμα Todd 1987 και 1988.

[2] Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε αρκετά σημεία προχωράει σε έναν ιδιότυπο διάλογο με τις απόψεις του Φουκουγιάμα για τη δυνατότητα ενοποίησης του κόσμου μέσω της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

[3] Βλ. και τη σχετική παρουσίαση των ζητημάτων που αφορούν τη θεωρία του ιμπεριαλισμού σε Μηλιός 2000.

[4] Για την έννοια του μη – επικρατειακού ιμπεριαλισμού βλ. τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σχετικές παρατηρήσεις σε Μπιτσάκης – Μπελαντής 2005. Βλ. επίσης την παράλληλη αναφορά του Panitch (2000) σε μια νέα μορφή μη εδαφικού ιμπεριαλισμού (non-territorial imperialism) που την υποστηρίζει στη βάση του θεωρητικού σχήματος του Πουλαντζά (1984).

[5] Για μια υποστήριξη της άποψης περί ιδιαίτερης αμερικανικής ισχύος σήμερα βλ. Panitch / Gindin 2004. Για μια κριτική στις απόψεις περί αμερικανικής παρακμής βλ. Gowan 2004.

[6] Βλ. σχετικά Gowan 2000.

[7] Για τη συστηματική προσπάθεια των ΗΠΑ να ενισχύσουν τη θέση τους στα διεθνή χρηματοπιστωτικά κυκλώματα βλ. Gowan 1999 και 2002. Για τη θέση των ΗΠΑ σε σχέση με τη διεθνοποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου βλ. Panitch / Gindin 2005.

[8] Για τη σημασία της αμερικανικής προσπάθειας για ηγεμονία και τις αντιφάσεις που μπορούν να τη διαπεράσουν βλ. Gowan 2004a

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή