Με αφορμή την απουσία εργατικής συμμετοχής στις πανελλαδικές απεργίες Εκτύπωση
Τεύχος 94, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2006


ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΑΠΕΡΓΙΕΣ
του Ανέστη Ταρπάγκου

Μια απεργιακή συμμετοχή εξαιρετικά αποψιλωμένη

 

 

 

Η πρόσφατη πανελλαδική πανεργατική απεργιακή κινητοποίηση στις 14 Δεκεμβρίου 2005, με επίκεντρο την αντίθεση στην κυβερνητική οικονομική πολιτική, την ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων και τον κρατικό προϋπολογισμό, σημαδεύτηκε από την εξαιρετικά αναιμική εργατική συμμετοχή στο συνολικό επίπεδο του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Το ίδιο και ακόμη εντονότερα είχε συμβεί και με την προηγούμενη πανελλαδική πανεργατική απεργία της 24 Ιουλίου 2005 ενάντια στην ελαστικοποίηση του ωραρίου απασχόλησης και στην τυπική πλέον κατάργηση του ιστορικού 8ωρου εργασίας.

 

Στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (80% της μισθωτής εργασίας), όπως σε βιομηχανικές επιχειρήσεις, εμπορικά πολυκαταστήματα, τεχνικές εταιρίες, ιδιωτικές κλινικές κ.λπ., η εργατική συμμετοχή δεν ξεπέρασε το 1% της εργατικής τάξης, με αναλογία συμμετοχής 1-2 προστατευόμενων συνδικαλιστικών στελεχών από κάθε επιχείρηση, με αποτέλεσμα να μην προκύψει κανενός είδους διαταραχή της καπιταλιστικής παραγωγής.

 

Στο δημόσιο τομέα (15% των μισθωτών εργαζομένων) όπως στην εκπαίδευση, τοπική αυτοδιοίκηση, νοσηλευτικά ιδρύματα, διοικητικές υπηρεσίες του κρατικού μηχανισμού κ.ά., καταγράφηκε μια εξαιρετικά υποτονική εργατική συμμετοχή, πολύ χαμηλότερη και αυτών των επιμέρους απεργιακών κινητοποιήσεων (όπως στην πρόσφατη 48ωρη απεργία των δασκάλων και καθηγητών της δημόσιας εκπαίδευσης). 

 

Τέλος, στο επίπεδο των ΔΕΚΟ (5% του κόσμου της μισθωτής εργασίας) όπως στη ΔΕΗ, στον ΟΣΕ, στα ΕΛΤΑ κ.λπ., σημειώθηκε μια σχετικά ευρύτερη συμμετοχή εξ αιτίας της κατάθεσης και ψήφισης του νομοσχεδίου για την ολοκλήρωση της ιδιωτικοποίησης των κοινωφελών επιχειρήσεων και οργανισμών, ωστόσο παρ’ όλα αυτά στάθηκε ανεπαρκής λόγω της πολύχρονης συναινετικής πρακτικής της εργοδοτικής συνδικαλιστικής πλειοψηφίας των εργατικών ομοσπονδιών των ΔΕΚΟ (ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, ΟΜΕ/ΟΤΕ, ΟΣΠΑ, ΠΟΣ κ.λπ.) στη μακρόχρονη διαδικασία μετοχοποίησής τους και σταδιακής τους μετάπτωσης σε επιχειρήσεις που λειτουργούν με αμιγώς ιδιωτικά οικονομικά κριτήρια.

 

 

 

Στις αφετηρίες της εργατικής συνδικαλιστικής παράλυσης

 

 

 

Έτσι, η εξαιρετικά ανίσχυρη συμμετοχή της συνολικής μισθωτής εργασίας (60% του ΟΕΠ) στις δύο καίριες αυτές πανελλαδικές πανεργατικές κινητοποιήσεις μέσα σ’ ένα εξάμηνο, καταδεικνύει την ολοσχερή αδυναμία κοινωνικής κινητοποίησης του συνόλου των συνδικαλιστικών και πολιτικών σχηματοποιήσεων του εργατικού κινήματος, ακόμη και στο στοιχειακό επίπεδο της κοινωνικής άμυνας: Από την εργοδοτική πλειοψηφία του θεσμικού συνδικαλισμού των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ μέχρι τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ, κι από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ μέχρι τις Εργατικές Συσπειρώσεις - Παρεμβάσεις. Και μάλιστα παρ’ όλο που η απεύθυνση ήταν κατ’ αυτό τον τρόπο ευρύτατη, και παρ’ όλο που κατατέθηκε το συνολικό φάσμα των δεκδικητικών στόχων, αναφορών και προοπτικών, με συνέπεια η ανταπόκριση των εργαζομένων, ιδιαίτερα στην πλειοψηφική καπιταλιστική οικονομία, να είναι ολοκληρωτικά αναιμική και να φτάνει στα όρια της μηδενικότητας. Κι αυτό μάλιστα παρ’ όλο που το μέγεθος των επίδικων κοινωνικών ζητημάτων έχει φτάσει σε εκρηκτικά επίπεδα: Ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών δημόσιων υπηρεσιών, αποδιάρθρωση εργασιακών σχέσεων, δρακόντεια δημοσιονομική κρατική πολιτική, επιμονή της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα, παρατεταμένη εισοδηματική λιτότητα σε βάρος της εργατικής τάξης.

 

Από την άλλη πλευρά, παρ’ όλη αυτή την καταφανέστατη απουσία απεργιακής συμμετοχής, επιχειρείται συστηματικά, κατά έναν τρόπο ολοκληρωτικά ψευδή, υποκριτικό και εξόφθαλμα αναληθή, να αποκρυβεί αυτή η βοώσα κοινωνική πραγματικότητα. Κι αυτό γίνεται προκειμένου να συσκοτισθεί πλήρως η έλλειψη αντιστοιχίας συνδικαλιστικών και πολιτικών σχηματοποιήσεων και πραγματικής κατάστασης του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Ωστόσο η ειλικρινής και ευθεία αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας (που στα σίγουρα θα προκαλούσε ολόπλευρη κρίση και επαναπροσανατολισμό αυτών των σχηματισμών, από τη ΓΣΕΕ μέχρι το ΠΑΜΕ), αντιπροσωπεύει την αναγκαία αφετηρία για την κριτική αντιμετώπιση αυτής της πραγματικότητας, την ερμηνεία της, και τη διαμόρφωση όρων για την αποτελεσματική της υπέρβαση.

 

Οι αφετηρίες της απουσίας απεργιακής συμμετοχής των εργαζομένων τόσο στον δημόσιο τομέα όσο και πολύ περισσότερο στην καπιταλιστική παραγωγή (με την «κατόπιν εορτής» εξαίρεση των ΔΕΚΟ), εντοπίζονται σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα και αιτίες:

 

Στον δημόσιο τομέα κυριαρχεί η συνείδηση των πλεονεκτημάτων του «προνομιακού εργασιακού καθεστώτος» έναντι του νεοφιλελεύθερου «κοινωνικού ολέθρου» στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (μονιμότητα έναντι των απολύσεων, αμβλυμμένοι παραγωγικοί ρυθμοί έναντι της ξέφρενης εντατικοποίησης, ικανοποιητικές σχετικά αμοιβές έναντι της εισοδηματικής εξαθλίωσης, κοινωνικά εργασιακά κριτήρια έναντι των ιδιωτικών οικονομικών κριτηρίων κ.λπ.). Επιπρόσθετα, τα σχετικά αυτά πλεονεκτήματα, στην αντικειμενική κοινωνική πραγματικότητα οδηγούν στην πρακτική των συμπληρωματικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων για ένα σημαντικό μέρος του δημοσιοϋπαλληλικού κόσμου, που είναι πρακτικά ανέφικτες για την εργατική τάξη της καπιταλιστικής οικονομίας (επιμηκυμένα ωράρια, εργασιακή υπερεξάντληση κ.ά.): Κλασικές περιπτώσεις τα ιδιωτικά μαθήματα ή φροντιστήρια της πλειονότητας των καθηγητών της δημόσιας μέσης εκπαίδευσης, τα ιδιωτικά τεχνικά γραφεία των τεχνικών δημοσίων υπαλλήλων του ΥΠΕΧΩΔΕ, των ΟΤΑ κλπ., οι ιδιωτικές νοσηλευτικές δραστηριότητες (μέσα και έξω από το ΕΣΥ) των μισθωτών γιατρών, οι ιδιωτικές επαγγελματικές ενασχολήσεις εργαζομένων τεχνικών των δημόσιων οργανισμών κ.ά. Αυτό το γεγονός «επιλύει» σε τελική ανάλυση το κοινωνικό πρόβλημα αυτών των στρωμάτων της μισθωτής εργασίας του δημόσιου τομέα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει με απροθυμία τη διεκδικητική συνδικαλιστική δράση, στο μέτρο που απαντά μ’ αυτό τον τρόπο στα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, πράγμα που γίνεται δυνατό εξ αιτίας του «προνομιακού εργασιακού του καθεστώτος».

 

Η κατ’ εξαίρεση απεργιακή συμμετοχή που σημειώθηκε σε ορισμένες ΔΕΚΟ έχει πλέον σήμερα περιθωριακά χαρακτηριστικά για τρεις κυρίαρχα λόγους: Από τη μια πλευρά αφορά πλέον μια πολύ μικρή μειοψηφία εργαζομένων, λόγω της σταδιακής συρρίκνωσης του μόνιμου προσωπικού τους (περίπτωση ΟΤΕ, ΔΕΗ) και της υποκατάστασής του με προσωπικό καθαρά ιδιωτικού δικαίου και πλήρως ασταθών εργασιακών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, ήδη δημόσιοι οργανισμοί και επιχειρήσεις έχουν πλέον αποκρατικοποιηθεί (τράπεζες, οργανισμοί ύδρευσης, λιμένων, αποχέτευσης, τηλεπικοινωνίες) και ως εκ τούτου η απόκρουση του κυβερνητικού νομοσχεδίου παραμένει μετέωρη. Τέλος και κυρίως η «αφύπνιση» του πλειοψηφικού κυβερνητικού συνδικαλισμού σε εργατικές ομοσπονδίες των ΔΕΚΟ γίνεται ουσιαστικά «κατόπιν εορτής», εφ’ όσον για πολλά χρόνια συναίνεσαν στη μετοχοποίησή τους, στη μετάπτωση της λειτουργίας τους στην «απελευθερωμένη» αγορά, στο ιδιωτικό επιχειρηματικό τους μάνατζμεντ. Όταν έχει καταγραφεί μια πολυετής συναινετική πρακτική σ’ αυτά τα επίπεδα, όταν η ιδιοκτησία, η λειτουργία και η διαχείρισή τους έχει εκχωρηθεί στις «δυνάμεις της αγοράς», με ποια αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα να διεκδικηθεί η προάσπιση του «κοινωνικού εργασιακού τους καθεστώτος», και μάλιστα όταν αυτό προκλητικά δεν προσλαμβάνει γενικευμένα χαρακτηριστικά για το σύνολο των εργαζομένων και αυτοπεριορίζεται στον «δικό τους χώρο»;

 

Αντίθετα στην ιδιωτική καπιταλιστική οικονομία, το ότι καταγράφεται συστηματικά μια απεργιακή συμμετοχή σχεδόν «μη-ανιχνεύσιμη», οφείλεται στο καθεστώς εργοδοτικής επιχειρηματικής δικτατορίας και έμπρακτης ακύρωσης της λειτουργίας των συλλογικών εργατικών ελευθεριών. Πρόκειται για μια πραγματικότητα κατεξοχήν κοινωνικής καταστολής, πράγμα που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με οποιαδήποτε διαδικασία κοινωνικής συναίνεσης. Αυτή η δεσποτική επιβολή της καπιταλιστικής εξουσίας εδράζεται στην ανεμπόδιστη δυνατότητα της «αναιτιολόγητης» απόλυσης που οδηγεί την όποια εργατική ταξική αντίδραση στον εξοβελισμό από την παραγωγική διαδικασία. Είναι προφανώς το πολυσύνθετο αποτέλεσμα πολλαπλών παραγόντων αντικειμενικής και υποκειμενικής φύσης: Στους υποκειμενικούς παράγοντες περιλαμβάνονται η ιστορική νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας, η μετάπτωση του εργατικού μεταρρυθμισμού σε εργοδοτικό συνδικαλισμό, η καταφανής ιστορική ανεπάρκεια των κυρίαρχων κοινοβουλευτικών εκδοχών του ελληνικού αριστερού κινήματος. Στους αντικειμενικούς παράγοντες καθοριστικός και πρωταρχικός είναι ο ρόλος της σταθεροποιημένης εργατικής ανεργίας σε ψηλά επίπεδα από τις αρχές της 10ετίας του 1990 και μέχρι σήμερα για μια ολόκληρη 15ετία. Κλασική απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι το ότι στην πρώτη μεταπολιτευτική 12ετία τα χαμηλά επίπεδα ανεργίας (2%-3%), και παρ’ όλη την τότε σφοδρή αντίθεση του ΚΚΕ (η Ανανεωτική Αριστερά περιορίζονταν στην παρουσία της στην κοινή ωφέλεια και στους επιστημονικούς συλλόγους), παρ’ όλη επίσης τη συντηρητική συνδικαλιστική νομοθεσία (Νόμος 330/1976) κατά την περίοδο 1974-82, επέτρεπαν την ανάπτυξη του φαινομένου του εργοστασιακού συνδικαλιστικού κινήματος με όρους ταξικής αυτοτέλειας και συγκρουσιακών κοινωνικών πρακτικών.

 

 

 

Ο καταστρεπτικός ρόλος της ανεργίας ως οργανικού προϊόντος της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης

 

 

 

Η σύγχρονη ανεργία (αθροιστικά 17% δηλαδή: εγγεγραμμένη ανεργία 11% + «λανθάνουσα» μορφή της 2% + νέοι άνεργοι 4%) πλήττει το σύνολο των τμημάτων της εργατικής τάξης σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο: Επιστημονικό-τεχνικό μισθωτό δυναμικό –όπως στις επιχειρήσεις τεχνικών κατασκευών και τεχνολογίας, εξειδικευμένο εργατοτεχνικό δυναμικό –όπως στην περίπτωση των αυτοκινητοβιομηχανιών, παραδοσιακό εργατικό δυναμικό –όπως στις επιχειρήσεις κλωστοϋφαντουργίας και στην καπνοβιομηχανία. Ταυτόχρονα η σημερινή ανεργία τροφοδοτείται από την παραφθορά ορισμένων τμημάτων των παραδοσιακών μικροαστικών τάξεων που έχουν προκληθεί από τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις (απαξίωση μερίδων του αγροτικού πληθυσμού, εκτοπισμός μικρεμπόρων και μικροεπαγγελματιών από τις αλυσίδες πολυκαταστημάτων κ.ά.). Στο απυρόβλητο της ανεργίας που πλήττει την εργατική τάξη της καπιταλιστικής παραγωγής βρίσκονται οι μερίδες της αστικής τάξης, η πλειονότητα των μικροαστικών στρωμάτων, καθώς και ο εργαζόμενος κόσμος της μόνιμης απασχόλησης του ευρύτερου δημόσιου τομέα (συνολικά το 50% του ΟΕΠ), με αποτέλεσμα η ανεργία να μην είναι ένα ευρύτερο και καθοριστικό κοινωνικό πρόβλημα, αλλά αποκλειστικά ζωτικό ζήτημα ζωής μόνον της μισθωτής εργασίας της ιδιωτικής οικονομίας, στρωμάτων της νεολαίας και μορφών απασχόλησης μερικής – προσωρινής εργασίας του δημόσιου τομέα.

 

Η σύγχρονη ανεργία αντιπροσωπεύει οργανικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (1986-96) και των εκκαθαρίσεων των μη-επαρκώς αξιοποιουμένων κεφαλαίων (από την Γκουντ Γήαρ μέχρι τη Βαλκάν Εξπόρτ, κι από τον Καματάκη μέχρι τα Κλωστήρια ο κατάλογος είναι ατελείωτος), που στηρίχθηκε θεσμικά από την αστική νεοφιλελεύθερη δικομματική κυβερνητική διαχείριση. Εκλύεται εξίσου από την ανάκαμψη της κεφαλαιακής συσσώρευσης και παραγωγικότητας (κερδοφορίας) του κεφαλαίου που καταγράφεται στην τελευταία 8ετία (1996-2004) και από τα μέτρα της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής πολιτικής του αστικού δικομματισμού.

 

Ως εκ τούτου είναι εξολοκλήρου ανεδαφικές οι θεωρήσεις που εκπορεύονται τόσο από την πλειοψηφία του θεσμικού εργοδοτικού συνδικαλισμού (λ.χ. ΓΣΕΕ), όσο και από ορισμένες δυνάμεις του αριστερού κινήματος (π.χ. Αυτόνομη Παρέμβαση), οι οποίες αντιμετωπίζουν την ανεργία ως προϊόν «στρεβλώσεων - υστερήσεων» της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, και προσβλέπουν στην παραπέρα «ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό» της «εθνικής (κεφαλαιοκρατικής) οικονομίας». Όσο περισσότερο αναπτύσσεται ο ελληνικός καπιταλισμός (συσσώρευση κεφαλαίου, ενίσχυση της παραγωγικότητας, μείωση του μεριδίου της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, ανάπτυξη του τζίρου και της σχετικής ανταγωνιστικότητας κ.λπ.), τόσο σταθεροποιείται μακροχρόνια η μαζική ανεργία της εργατικής τάξης. Κι αυτή χρησιμοποιείται κατεξοχήν για την άτεγκτη πειθάρχηση και συνδικαλιστική παράλυση της ενεργού μισθωτής εργασίας από την αφόρητη πίεση του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού.

 

Αλλά και από την άλλη πλευρά, η αντίληψη της βαλκανικής «φυγής» των ελληνικών επιχειρήσεων ως πηγή γένεσης και αναπαραγωγής της ανεργίας των εργαζομένων, ιδιαίτερα στον βορειοελλαδικό χώρο, (με την εξαίρεση της κλωστοϋφαντουργίας - ιματισμού που αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση με παγκόσμια χαρακτηριστικά, και που η παραγωγική της παραφθορά χρονολογείται πολύ πριν από την έναρξη της βαλκανικής «φυγής» του κεφαλαίου), είναι εντελώς αβάσιμη και ανεδαφική. Κι αυτό γιατί οι ελληνικές κεφαλαιοκρατικές επενδύσεις στις βαλκανικές οικονομίες αντιπροσωπεύουν μια κλασική περίπτωση ιμπεριαλιστικής διείσδυσης του ελληνικού καπιταλισμού, κι όχι φαινόμενο «κεφαλαιακής φυγής» με μοναδικό κριτήριο την εκμετάλλευση του ούτως ή άλλως φτηνού βαλκανικού εργατικού δυναμικού. Προηγήθηκε μια ολόκληρη περίοδος (από τις αρχές της 10ετίας του 1990) εμπορικής επέκτασης των ελληνικών επιχειρήσεων στις βαλκανικές αγορές, η οποία προφανώς και ακολουθήθηκε από μια ευρεία εγκατάσταση παραγωγικών κεφαλαίων στις βαλκανικές οικονομίες, η οποία ωστόσο δεν οδήγησε στο κλείσιμο των αντίστοιχων επιχειρήσεων στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, αλλά απεναντίας στη διεύρυνση των πεδίων της ιμπεριαλιστικής τους επέκτασης. Η Δέλτα, η Ελληνική Εταιρία Εμφιαλώσεως (Κόκα Κόλα), η Εθνική Τράπεζα, κ.λπ. επεκτάθηκαν στα Βαλκάνια, διατηρώντας τις παραγωγικές τους δραστηριότητες στην ελληνική οικονομία για την εκμετάλλευση και της εγχώριας αγοράς, όσο και για την ανταγωνιστική τους αντιπαράθεση με τις επιχειρήσεις των χωρών του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε κάθε περίπτωση, οι δεκάδες χιλιάδες απολύσεις που δρομολογούνται από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις (τηλεπικοινωνιών, τεχνολογίας, αυτοκινητοβιομηχανίας, ηλεκτρονικών, κ.λπ.) προκειμένου να επιτύχουν τη μείωση του εργατικού κόστους, πράγμα που οδηγεί στην επίτευξη υψηλών δεικτών καπιταλιστικής κερδοφορίας, καταδεικνύει ότι η καρδιά του σύγχρονου κοινωνικού ζητήματος τοποθετείται στον ίδιο τον πυρήνα της σημερινής καπιταλιστικής ανάπτυξης (από την Χιούλετ Πάκαρντ μέχρι την Φόλκσβαγκεν, κι από τη Ζήμενς μέχρι τη Τζένεραλ Μότορς, ο κατάλογος είναι μακροσκελέστατος).

 

 

 

Εργοδοτική δικτατορία – μαζική ανεργία: Οι δύο όψεις του νομίσματος της καπιταλιστικής κοινωνικής πραγματικότητας

 

 

 

Εφ’ όσον έτσι έχουν τα πράγματα τόσο σε πανευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο, είναι εξ ορισμού αναποτελεσματικές, υποκριτικές και ψευδεπίγραφες οι πολιτικές «αντιμετώπισης» της ανεργίας που εκπορεύονται είτε από την εργοδοτική θεσμική συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αλλά και από ορισμένες δυνάμεις του αριστερού συνδικαλιστικού κινήματος (παραπέρα ανάπτυξη της «εθνικής οικονομίας», επίδομα ανεργίας από τα 330 ευρώ στα 430 ευρώ …σύμφωνα με την απεργιακή μπροσούρα της ΓΣΕΕ), είτε από τη νεοφιλελεύθερη κυβερνητική εξουσία που επιδοτεί την εργοδοσία και επιχειρεί να διευρύνει τη μερική και προσωρινή απασχόληση (λ.χ. ΙΚΕΑ κ.λπ.) κατά το αγγλοσαξονικό νεοσυντηρητικό πρότυπο. Βέβαια ο αναγκαίος στόχος της ριζικής μείωσης του εργάσιμου χρόνου και του διαμοιρασμού της συνολικής ποσότητας εργασίας στο σύνολο του εργατικού δυναμικού δεν αποτελεί παρά καίρια πλευρά του σοσιαλισμού, που ωστόσο είναι στρατηγική στόχευση του αριστερού εργατικού κινήματος και αντικειμενικά δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά με την ανατροπή των αστικών παραγωγικών σχέσεων, μέσα από τη ριζική αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων κεφαλαίου - εργασίας. Μεταβατικά, στην τακτική παρέμβαση στη συγκυρία, είναι κατεπείγουσας σημασίας η ανάδειξη μεσοπρόθεσμων ριζοσπαστικών διεκδικήσεων-ρήξεων για την αντιμετώπιση της ανεργίας, τόσο δηλαδή των καταστρεπτικών της κοινωνικών συνεπειών στους κάθε φορά ανέργους, όσο και της εξουδετέρωσής της ως «σχολείου πειθάρχησης - παράλυσης» της ενεργού εργατικής τάξης. Ωστόσο ο άνεργος κόσμος αδυνατεί να πιέσει συλλογικά την εργοδοτική εξουσία εφόσον εξ αντικειμένου έχει τεθεί εκτός παραγωγικής διαδικασίας, ενώ παράλληλα το υπαρκτό εργατικό κίνημα έχει υποστεί μια άνευ προηγουμένου παραφθορά και βρίσκεται μακράν τού να ασκήσει αποτελεσματική πίεση για την αντιμετώπιση του ζητήματος.

 

Σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι αναγκαίο να τεθεί στο επίκεντρο των αριστερών, ριζοσπαστικών, αντικαπιταλιστικών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων η απαίτηση χορήγησης σταθερού επιδόματος ανεργίας μέχρι την εξεύρεση κατάλληλης ή παραπλήσιας απασχόλησης που να κλιμακώνεται: Στο ύψος του κατώτατου μισθού (100%) για όσους αμείβονται μ’ αυτόν –Στο ύψος του 90% για όσους έχουν αποδοχές από 550 - 1000 ευρώ – Στο επίπεδο του 80% για τους ανέργους που ο τελευταίος τους μισθός κυμαίνονταν μεταξύ 1000 έως 1500 ευρώ –Στο 70% για όσους ο τελευταίος μισθός ξεπερνά τα 1500 ευρώ. Η κατάκτηση αυτού του ζωτικού εργατικού στόχου είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργό αντιμετώπιση της εργοδοτικής δικτατορίας στην καπιταλιστική παραγωγή, την κατάργηση του εργοδοτικού δικαιώματος «αναιτιολόγητης» απόλυσης, τη λειτουργία των συλλογικών εργατικών δικαιωμάτων και την ταξική συνδικαλιστική κινητοποίηση της εργατικής τάξης. Περιλαμβάνει το εγχείρημα συσπείρωσης των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων σε συλλογικότητες ανά δήμο, διαμέρισμα, περιοχή και κεντρικά, προκειμένου να υποστηριχθεί μια σταθερή οργανωμένη συλλογικότητα του κόσμου της ανεργίας, παράλληλα με την πρωταρχική υπηρέτηση αυτής της κατεύθυνσης από τις πολιτικές και κοινωνικές υποκειμενικότητες του ελληνικού αριστερού κινήματος, καθώς και την ενεργό υποστήριξη από τις αριστερές συνδικαλιστικές δυνάμεις της μόνιμης απασχόλησης του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Είναι εξίσου επιβεβλημένη η προαγωγή δυναμικών μορφών παρέμβασης του άνεργου δυναμικού, που να φτάνουν στην κατάληψη των ΟΑΕΔ καθώς και κυβερνητικών, κρατικών υπηρεσιών, επιχειρήσεων, συγκοινωνιακών αξόνων, παραγωγικών εγκαταστάσεων, μέσων μαζικής ενημέρωσης κ.λπ., προκειμένου να ασκήσουν αποτελεσματική πίεση στην κατεύθυνση αντιμετώπισης του μείζονος αυτού κοινωνικού ζητήματος και την πυροδότηση ευρύτερων απεργιακών, κοινωνικών και πολιτικών δράσεων.

 

Προφανέστατα θα αντιταχθεί από την πλευρά της νεοσυντηρητικής πολιτικής εξουσίας ότι αυτή η απαίτηση είναι «ανέφικτη» γιατί ακριβώς το αστικό κράτος στερείται των αναγκαίων πόρων για να χρηματοδοτήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα κοινωνικού επιδόματος ανεργίας μακροπρόθεσμης προοπτικής. Ακριβώς μια τέτοια ζωτική διεκδίκηση αποσκοπεί στην επιβολή μιας κατάλληλης δραστικής κοινωνικής φορολόγησης της επιχειρηματικής κερδοφορίας που να καλύπτει αυτή τη χρηματοδότηση, εφ’ όσον ακριβώς δεν είναι παρά η καπιταλιστική κερδοφορία που εκλύει, κρατάει σταθερή και μονιμοποιεί τη μαζική ανεργία. Πρόκειται έτσι για τη μόνη και αναγκαία αντικαπιταλιστική στόχευση που είναι απαραίτητη μεσοπρόθεσμα για τον άνεργο κόσμο και που μόνον το αριστερό εργατικό κίνημα μπορεί με επάρκεια να υπηρετήσει, ιδιαίτερα στις ριζοσπαστικές του εκφράσεις.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή