Θεμελιώδεις παρατηρήσεις επί του νόμου 4229 «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος» Εκτύπωση
Τεύχος 94, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2006


Το κείμενο του Παντελή Πουλιόπουλου που ακολουθεί, αποτελεί μια από τις λίγες ριζικές κριτικές στο «ιδιώνυμο», καθώς, την εποχή της ψήφισής του, ακόμα και η διατύπωση άποψης υπέρ της αναγκαιότητας ανατροπής του καπιταλισμού αποτελούσε αδίκημα, όχι μόνο για αυτόν που τη διατύπωνε αλλά και για εκείνον που στο έντυπό του τη φιλοξενούσε –αφού η ποινική ευθύνη ακολουθούσε τόσο το συγγραφέα-συντάκτη όσο και το διευθυντή ή εκδότη του εντύπου που «διετέλει εν γνώσει του περιεχομένου του» (άρθρο 2 ν. 4229/1929).

Ο Πουλιόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους που ανέδειξε η ελληνική Αριστερά, γνωστός κυρίως για την πολιτική του δράση και τη συμβολή του στη μαρξιστική ανάλυση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κομμουνιστική πολιτική στρατηγική, υπήρξε ταυτόχρονα ένας λαμπρός και έγκριτος νομικός της περιόδου εκείνης, πράγμα που συχνά παραγνωρίζεται από όσους αναφέρονται στο έργο του. Το ότι κατάφερε και δημοσίευσε, τον Δεκέμβριο του 1930, το δοκίμιο αυτό στο νομικό περιοδικό «Δικαιοσύνη» (κυκλοφορεί και σήμερα ως «Ελληνική Δικαιοσύνη»), το οποίο εξέδιδε η Εταιρία Νομικών Εκδόσεων, με δεδομένη μάλιστα τη διαφωνία της Σύνταξης του περιοδικού προς τις απόψεις του (βλ. τη σχετική σημείωση της Συντακτικής Επιτροπής), θα πρέπει να αποδοθεί ευθέως στην πληρότητα της κριτικής ανάλυσής του. Η απόφαση της δημοσίευσης, πράξη πολύ γενναία για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, δικαιολογείται από τη Συντακτική Επιτροπή, μεταξύ άλλων «δια το ενδιαφέρον από θεωρητικής απόψεως του θέματος, και τον επιτυχή και επιστημονικόν χειρισμόν του υπό του συγγραφέως».

Στο δοκίμιο αυτό, ο Παντελής Πουλιόπουλος καταδεικνύει στην ελληνική έννομη τάξη την αντίφασή της, η οποία συνίσταται στο ότι προστατεύει με τον συγκεκριμένο νόμο το κρατούν κοινωνικό καθεστώς, το οποίο όμως δεν συνιστά έννομο αγαθό που προστατεύεται από το Σύνταγμα, καθώς το Σύνταγμα κάνει λόγο μόνο για το πολίτευμα και όχι για τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Αποκαλύπτει έτσι τον ταξικό χαρακτήρα του μηχανισμού της δικαιοσύνης, ο οποίος χρησιμοποιεί διασταλτικά το κριτήριο της συνταγματικότητας, εφόσον κάτι τέτοιο καθίσταται εφικτό από τον πολιτικό συσχετισμό δύναμης.

Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο Πουλιόπουλος:

«Άλλως τε το κρατούν κοινωνικό σύστημα, ήτοι οι θεσμοί της ατομικής ιδιοκτησίας, η κεφαλαιϊκή αυτού μορφή, η ελευθέρα συναλλαγή κ.λπ. ουδαμώς δύναται να θεωρηθή και δη εν τω πεδίω των ποινικών κυρώσεων, ως στοιχείον του πολιτειακού καθεστώτος («πολιτεύματος του κράτους»), όπερ είναι μόνον το υπό ωρισμένων θεμελιωδών θεσμών συναπαρτιζόμενον διακριτικόν στοιχείον της μορφής και ιδιαιτέρας διαρρυθμίσεως του κράτους ως κράτους και ουχί ως κοινωνίας».

Το πολιτικό και αγωνιστικό ήθος του Παντελή Πουλιόπουλου, σε συνδυασμό με τη μόρφωση και τη στάση ζωής του αποτελεί μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη για την ελλειμματική, δυστυχώς και στις μέρες μας, αριστερή νομική διανόηση.

Κώστας Παπαδάκης

ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 4229 «ΠΕΡΙ ΜΕΤΡΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ»*

του Παντελή Πουλιόπουλου

Το άρθρον 1 του Ν. 4229 χαρακτηρίζει ως αδίκημα ιδιώνυμον την επιδίωξιν της εφαρμογής ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή τον προσηλυτισμόν υπέρ της εφαρμογής αυτών, και θεσπίζει επί τούτω ποινικάς και άλλας κυρώσεις, οίον διάλυσιν σωματείων.

Ο μελετών το άρθρον ουχί εις τον καθαρόν του τύπον δυσκόλως αποφεύγει την σκέψιν ότι η διάταξις αύτη ρυθμίζει περίπτωσιν ιστορικώς και λογικώς αδύνατον.

Κατά το σαφές γράμμα και πνεύμα του νόμου, συναγόμενον εκ της επ’ αυτού εκθέσεως των αρμοδίων Υπουργών και εκ των λοιπών νομοπαρασκευαστικών στοιχείων, ούτος σκοπόν έχει αποκλειστικόν να «πάταξη τους οπαδούς της Γ΄ Διεθνούς, ήτοι τον μπολσεβικισμόν, πρόγραμμα του οποίου, ως γνωστόν, είναι η ανατροπή του υφισταμένου κοινωνικού καθεστώτος δια βιαίων μέσων» (Εφημ. Συζ. Βουλής, Β΄. Περ. Α΄. Συν. 19 Ιουνίου 1929, σελ. 20. Ερμηνευτική δήλωσις Πρωθυπουργού) και δεν έχει σχέσιν τινά ούτε προς τα καταργηθέντα πρόσφατα νομοθετήματα περί «κατοχυρώσεως τού πολιτεύματος» ούτε προς τας εν τω ποινικώ νόμω προβλεπομένας προσβολάς των βάσεων του πολιτεύματος. Άλλως τε το κρατούν κοινωνικόν σύστημα, ήτοι οι θεσμοί της ατομικής ιδιοκτησίας, η κεφαλαιϊκή αυτού μορφή, η ελευθέρα συναλλαγή κ.λπ. ουδαμώς δύναται να θεωρηθή και δη εν τω πεδίω των ποινικών κυρώσεων, ως στοιχείον του πολιτειακοΰ καθεστώτος («πολιτεύματος του κράτους»), όπερ είναι μόνον το υπό ωρισμένων θεμελιωδών θεσμών συναπαρτιζόμενον διακριτικόν στοιχείον της μορφής και ιδιαιτέρας διαρρυθμίσεως του κράτους ως κράτους και ουχί ως κοινωνίας (Garraud, Traite theorique et pratique de droit Penal II, τ. Ι, σ. 211. Νr. 108 — Dr. Walter Georgi, Das Politische Delikt. σ. 25 κ. έ. —C. Schmitt, Verfassungslehre 1928, σ. 119 κ. έ. και νομοπαρασκευαστικαί εργασίαι νέου Ποιν. Κώδικος εν Γερμανία). Αλλά τόσον αι παρωχημέναι εν τη ιστορία ριζικαί ανατροπαί του άλλοτε κρατήσαντος κοινωνικού συστήματος της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και δουλοπαροικίας μετά των συναφών πατριαρχικών, συντεχνιακών και θεοκρατικών θεσμών (feodalite) και μετατροπή του εις τo σήμερον κρατούν αστικόν σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ελευθέρας από συντεχνιακούς φραγμούς συναλλαγής, όσον επίσης και η εις ην ειδικώς αφορά ο νόμος 4229 μπολσεβικική ανατροπή του αστικού εν Ρωσία κοινωνικού συστήματος και ριζική του μεταβολή εις σύστημα κοινωνικοποιημένης οικονομίας (σοσιαλισμός) – υπήρξαν ανατροπαί συντελεσθείσαι ουχί δια «βιαίων μέσων» υπό την έννοιαν του νόμου 4229, ήτοι παρανόμων, αλλά δια πράξεων συν­τεταγμένων εις νόμιμον εξουσίαν πολιτειών, ασκουσών επαναστατικόν μεν αλλά κοινώς ανεγνωρισμένον υπό της επιστήμης και της ιστορίας δίκαιον. («Επανάστασις επιτυχούσα δημιουργεί δίκαιον» Ν. Ν. Σαριπόλου. Ε λλ. Συνταγματικόν Δίκαιον τ. Ι. σελ. 42, 43 ένθα και αλλοδαπή φιλολογία).

Τοιαύται είναι: Η Αγγλική Συνταγματική Πολιτεία μετά τας δύο αστικάς επαναστάσεις του 17ου αιώνος, η Βορειοαμερικανική Συμπολιτεία μετά την αστικήν της επανάστασιν του 18ου αιώνος, η Γαλλική Δημοκρατία μετά την αστικήν επανάστασιν του 1789 και ή Ένωσις των Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών μετά την προλεταριακήν επανάστασιν του 1917.

Αλλά, συν τη ιστορική ταύτη αποδείξει, είναι λογικώς αδύνατος η ριζική μεταβολή και ανατροπή ενός κοινωνικού συστήματος οιουδήποτε ως τοιούτου, δηλαδή ως συνόλου θεμελιωδών κοινωνικών θεσμών δια «βιαίων μέσων» και ουχί υπό μιας ωργανωμένης εις κρατικήν εξουσίαν βίας ομαδικής των ανθρώπων. Διότι άνευ τοιαύτης κρατικής εξουσίας οιαδήποτε ενέργεια κατευθυνόμενη εις άρνησιν των παλαιών κοινωνικών θεσμών θα είχε κατά λογικήν ανάγκην και λόγω της φύσεως των πραγμάτων επεισοδιακόν μεν κατά χρόνον επιμερικευμένον δε κατ’ έκτασιν χαρακτήρα, ήτοι θα προσέβαλλεν ουχί το σύστημα, δηλαδή το ολοκλήρωμα των κοινωνικών θεσμών ως τοιούτον, αλλά απλώς τας υλικάς εκδηλώσεις τινών εκ των θεσμών τούτων, λ. χ. θα ελήστευε προς στιγμήν τον Α και Β ιδιοκτήτην μεγάλης καπιταλιστικής επιχειρήσεως, δεν θα ηδύνατο όμως να κατάλυση δια κοινωνικοποιήσεως επί εθνικής κλίμακος το καθεστώς τής ατομικής (αστικής) ιδιοκτησίας επί των μεγάλων μέσων της συγχρόνου παραγωγής. [1]

Προβλέπων ο Νόμος 4229 την περίπτωσιν της δια βιαίων μέσων ανατροπής κοινωνικού συστήματος δεν αποτελή ειμή κανέκτυπον αντιγραφήν των συναφών εξαιρετικών νόμων της Βουλγαρίας του 1924 και της Φασιστικής Ιταλίας του 1927, οι οποίοι αμφότεροι αναφέρονται εις μέτρα ασφαλείας του Κράτους και ουχί του κοινωνικού καθεστώτος. Δικαίως δε δια τούτο το ελληνικόν νομοσχέδιον εχαρακτηρίσθη ως «προϊόν νομικής επιπολαιότητος ανάξιον καν συζητήσεως ή κριτικής». (Α. Σβώλου, το Νέον Σύνταγμα, σ. 81 σημ. 1). Ως τοιούτος επομένως ο νόμος 4229, δηλαδή ως έχων αντικείμενον εκτός του αισθητού κόσμου κατά τους ιστορικούς και λογικούς νόμους ευρισκόμενον και ρυθμίζων πράγματα αδύνατα, ουδεμίαν εξ υπαρχής έχει ratio legis και είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εφαρμογής, μη υφιστάμενος ως κανών δικαίου δια τα δικαστήρια. Καθόσον, αν κατά τον θεμελιώδη ερμηνευτικόν κανόνα, cessante ratione legis cessat lex ipsa εκλειψασών των πραγματικών σχέσεων ας ο νόμος ερρύθμιζεν αίρεται αυτός ο νόμος συνεπεία του περιεχομένου του (Regelsberger I § 26, I, A, 2 Οικον., Γεν. Αρχαί, § 5. σημ. 8 «βεβαίως δεν ισχύει πλέον νόμος ούτινος εξέλειπε το αντικείμενον εφαρμογής». Αυτόθι Στοβαίου, τ. 2, σελ. 136: «δει τον νόμον … δυνατόν τοις πράγμασι»), πολλώ μάλλον αυτοαναιρείται ούτος όταν αφ’ ης κατηρτίσθη έλλειπαν αι πραγματικαί σχέσεις ας εσκόπει να ρυθμίση ή δεν ηδύναντο να υπάρξουν αύται εν τη πραγματικότητι.

Αν, παρά τας ανωτέρω σκέψεις, ήθελέ τις δεχθή ότι ό Νόμος 4229 αναφέρεται οπωσδήποτε εις την επιδίωξιν εφαρμογής ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την ανατροπήν του κρατούντος πολιτειακού καθεστώτος, ο νόμος ούτος πάλιν είναι αντισυνταγματικός.

Η αιτιολογική έκθεσις των δύο Υπουργών σαφώς διαχωρίζει το θεσπιζόμενον ιδιώνυμον αδίκημα από την υπό του ποινικού Νόμου προβλεπομένην υποκίνησιν ή διεύθυνσιν αμέσου ανατροπής. Καθορίζει δε ότι ο σκοπός του νέου νόμου είναι να διώξη «μίαν πρόδηλον κίνησιν περιοριζομένην προς το παρόν εις την άγραν οπαδών προς εξασφάλισιν των μέσων επιτυχίας μιας βιαίας επιβολής της μειονότητος» εις ακαθόριστον πάντως μέλλον (Κωδ. Θεμ. 1929, σ. 484). Ο δε πρωθυπουργός αντικρούων τους εν τη Βουλή και τη Γερουσία επικριτάς του νομοσχεδίου ως καταργούντος την ελευθερίαν της γνώμης, ρητώς εδήλωσεν ότι ο Νόμος συμφωνεί προς το Σύνταγμα και ουδαμώς απαγορεύει εις τινα να υποστηρίξη δια συγγράμματος ή δια διαλέξεως θεωρητικώς αντιλήψεις μπολσεβικικάς, ήτοι την δια βίας κατάλυσιν του κρατούντος καθεστώτος υπό μιας μειονοψηφίας, προσέθεσε δε μάλιστα ότι οι συγγραφείς θα είναι ελεύθεροι να εκδώσουν «βιβλία υποστηρίζοντα ότι θα ήξιζε να ανατραπή το ισχύον κοινωνικόν καθεστώς δια να εγκαθιδρυθή άλλο όμοιον προς το εν Ρωσσία μπολσεβικικόν» (Πρακτ. Συζ. Βουλής, 19 Ιουνίου 1929, σελ. 11 και 13). Την αυτήν φροντίδα δια την εναρμόνισιν του νέου Νόμου προς την συνταγματικήν ελευθερίαν της δημοσίας εκφράσεως των στοχασμών του πολίτου φανερώνει και η υπό των ιδίων εισηγητών αλληλοδιάδοχος μεταβολή της αρχικής διατυπώσεως του άρθρου 1: «όστις διαδίδει» και της δευτέρας: «όστις προπαγανδίζει» εις: «όστις επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών... ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν». Άλλα και ούτως διατυπωμένος και υπό του ιδίου του νομοθέτου ηρμηνευμένος ο νόμος προδήλως καταλύει την εν άρθρω 16 του Συντάγματος καθιδρυμένην πολιτικήν ελευθερίαν της δημοσίας εκφράσεως των στοχασμών του πολίτου. Διότι η ελευθερία αύτη κατά την εσωτέραν της λογικήν ουσίαν και κατά την ιστορικήν προέλευσιν της καθιερώσεώς της εις τα συντάγματα όλων των συγχρόνων δημοκρατικών χωρών, δεν επιδέχεται κατ’ αρχήν την υπό των συντεταγμένων εξουσιών εξαίρεσιν ωρισμένης κατηγορίας ιδεών (οίον της ιδέας περί βίας ως ιστορικής ανάγκης και εν τη περαιτέρω προοδευτική εξελίξει μιας κοινωνίας, στηριζομένης επί της καθολικής μεν ψηφοφορίας επί της οικονομικής όμως ανισότητος των μελών της η οποία ιδέα αποτελεί την περί βίας μπολσεβικικήν αντίληψιν), των οποίων η δημοσία έκφρασις δια του λόγου ή του τύπου να υποβληθεί εις οιονδήποτε περιορισμόν. Τοιαύτη εξαίρεσις θα κατέλυε αναμφιβόλως την ελευθερίαν της εκφράσεως των στοχασμών του πολίτου. Τούτο δε και αυτοί ακόμη οι εισηγηταί του Ν. 4229, ως προείρηται, δεν ηδυνήθησαν ειμή να αναγνωρίσουν. Πράγματι και δι’ αυτούς ήτο προφανές ότι η δ.ιακήρυξις του στοχασμού περί της δια βιαίων μέσων μετατροπής του πολιτεύματος, εφ’ όσον δεν κατέληξεν εις συγκεκριμένας πράξεις αμέσου αρνήσεως των βάσεων αυτού, αλλά απλώς περιορίζεται εις «άγραν οπαδών» δηλαδή εις την προσπάθειαν καταπείσεως άλλων πολιτών περί της ορθότητος της ιδέας ταύτης, ουδόλως δύναται να υποβληθή εις ποινικήν ή άλλην τινά κύρωσιν χωρίς να καταλυθή η θεμελειώδης αύτη πολιτική ελευθερία. [2]

Εξ άλλου, η ελευθερία αύτη και εν τοις κειμένοις των Συνταγμάτων περιλαμβάνεται εις το περί «δημοσίων δικαίων» κεφάλαιον αυτών, όπερ σημαίνει, ότι δεν αφορά μόνον εις την θεωρητικήν έκφρασιν ωρισμένων στοχασμών ως καθαρώς φιλοσοφικών ή κοινωνιολογικών, αλλά και –κυρίως μάλιστα τούτο– εις την διάδοσιν των διαφόρων πολιτικών ιδεών προς μόρφωσιν γνώμης παρά τοις πολίταις περί του πρακτικού τρόπου διαφορετικής ρυθμίσεως των κοινών. Τα δημοκρατικά συντάγματα, προϊόντα μακρότατων αγώνων επαναστατικών ους διεξήγαγον προοδευτικαί κοινωνικαί δυνάμεις κατά των απολυταρχιών του μεσαιώνος εσκόπησαν κυρίως να διασφαλίσουν την περαιτέρω ανάπτυξιν της πολιτείας δια της ελευθέρας πάλης των πολιτικών ιδεών, δια της αμοιβαίας καταπείσεως, δηλαδή δια της διαδόσεως, της προπαγάνδας, του προσηλυτισμού εις τας διαφόρους πολιτικάς ιδέας. Υπό την έννοιαν ταύτην θα ήτο νομικός παραλογισμός να δεχθή τις ότι επέτρεψαν μεν την θεωρητικήν έκφρασιν των στοχασμών αλλ’ ουχί και την επιδίωξιν της εφαρμογής αυτών εν τω μέλλοντι.

Είναι δε πράγματι καχαπληκτικόν πώς επί μιας τοιαύτης παραλόγου διακρίσεως ημπόρεσαν να θεμελιωθούν αποφάσεις δικαστηρίων. Διότι είναι ολοφάνερον ότι και ο θεωρητικώς μόνον διακηρύσσων διά τινος συγγράμματος ή διαλέξεως ωρισμένας ιδέας επιδιώκει και ούτος την περί της ορθότητός των κατάπεισιν των εις ους απευθύνεται και άρα την δια των πολιτών τούτων ενδεχομένην εφαρμογήν των ιδεών του εφόσον αύται βεβαίως είναι επιδεκτικαί εφαρμογής επί του πεδίου της ρυθμίσεως των δημοσίων πραγμάτων. Γνωστόν είναι εκ της ιστορίας ότι εις όλας τας πολιτικάς κινήσεις πρωτεργάται και πνευματικοί ηγέται υπήρξαν οι φιλόσοφοι και θεωρητικοί διδάσκαλοι οι το πρώτον υποτυπώσαντες τας σχετικάς ιδέας. Αφ’ ετέρου η εν συγγράμματι διατύπωσις μιας ιδέας και η διακήρυξις της αυτής ιδέας υπό τύπου λ.χ. προκηρύξεως πολιτικού τινός σωματείου, εφ’ όσον δι’ αυτής επιδιώκεται απλή άγρα οπαδών και φρονηματισμός των, δεν διαφέρουν εν τη ουσία των αλλά μόνον μορφικώς.

Τέλος είναι άτοπον και αντίθετον προς την ιστορίαν των συγχρόνων δημοκρατικών πολιτευμάτων να δεχθώμεν ότι οι Συνταγματικοί αυτών Νομοθέται καχωχύρωσαν την ελευθερίαν της γνώμης, με σκοπόν να καταστήσουν τους πολίτας πολιτικώς ευνούχους, ήτοι δυναμένους μεν να εκφράζουν γνώμας προς διασκέδασιν ίσως της ανίας των εν τω σπουδαστηρίω, αδυνατούντας όμως να επιδιώκουν την ιδεολογικήν και πολιτικήν προώθησιν των συμπολιτών τους προς την εν ακαθορίστω μέλλοντι εφαμογήν των ως ορθών δια τα κοινά συμφέροντα παραδεδεγμένων γνωμών.

Π. Ν. Πουλιόπουλος Δικηγόρος

Θεσσαλονίκη Δεκέμβριος 1930



*Δημοσιεύοντες την ανωτέρω μελέτην το πράττομεν και χάριν βεβαίως της Συνταγματικής ελευθερίας της εκφράσεως των στοχασμών οιουδήποτε πολίτου, ην επικαλείται και ο γράφων, άλλα και δια το ενδιαφέρον από θεωρητικής απόψεως του θέματος, και τον επιτυχή και επιστημονικόν χειρισμόν του υπό του συγγραφέως. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν διατηρούμεν ακεραίας τας επιφυλάξεις μας επί των γνωμών του συγγραφέως, όσον αφορά το ανεφάρμοστον και αντισυνταγματικόν του νόμου και ότι πρέπει να αφεθεί ελευθέρα η προώθησις προς εφαρμογήν έστω και εν ακαθορίστω μέλλοντι και εις τον τόπον μας των ιδεών ας ο γράφων θεωρεί ορθάς δια τα κοινά συμφέροντα. [Υποσημείωση της Διεύθυνσης της επιθεώρησης «Δικαιοσύνη», Νομικόν Περιοδικόν, στο τ. Δεκεμβρίου 1930 του οποίου, σσ. 429-430, δημοσιεύθηκε η παρούσα μελέτη του Π. Πουλιόπουλου].

[1] Παρισινή εφημερίς ανέφερε τελευταίως περί μιας δίκης ενώπιον των δικαστηρίων του Βερολίνου μεταξύ του Σοβιετικού Δημοσίου και ομάδος ρώσων ευγενών (emigres) ζητούντων την επικύρωσιν κατασχέσεως γενομένης υπ’ αυτών επί καλλιτεχνικών πινάκων τους οποίους είχεν εκθέσει εις δημοπρασίαν η εκεί Εμπορική Σοβιετική Αποστολή. Το γερμανικόν δικαστήριον απέρριψεν την αγωγήν αποφανθέν ότι νομίμως κατέστη κυρία των πινάκων η Σοβιετική Πολιτεία απαλλοτριώσασα τούτους αναγκαστικώς υπέρ του Έθνους διά του «περί Εθνικοποιήσεως» Διατάγματος της 28 Ιουνίου 1918.

[2] Μετά την δια του νέου Δημοκρατικού Συντάγματος κατάργησιν των επαναστατικών «κατοχυρωτικών» διαταγμάτων, ουδαμώς δύναται να αποτελέση αδίκημα η απλή δι’ «άγρας οπαδών» επιδίωξις εφαρμογής ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων εγκαθίδρυσιν Μοναρχίας εν Ελλάδι, εφόσον η προσπάθεια αύτη δεν έχει ακόμη θίξει οπωσδήποτε τας περί «συνομωσίας κ.λπ.» διατάξεις των άρθρων 123 κ.ε. του Ποινικού Νόμου. Η συνταγματική ισότης των πολιτών είναι αυτονόητον ότι την ιδίαν επιβάλλει λύσιν και προκειμένου περί πολιτών επιδιωκόντων υπό τους ιδίους ακριβώς όρους την εγκαθίδρυσιν Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας εν Ελλάδι.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή