Η θέση του John Stuart Mill στην ιστορία της οικονομικής σκέψης Εκτύπωση
Τεύχος 95, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2006


Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ JOHN STUART MILL ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ
ΜΕΡΟΣ Ι: Η κρίσιμη μετατόπιση από την ανάλυση των Smith και Ricardo ως το αναγκαίο βήμα προς το νεοκλασικό σύστημα
του Δημήτρη Σωτηρόπουλου

1. Εισαγωγή: σχετικά με την «αναγκαία συνθήκη»

Επιχειρώντας μια γενική αποτίμηση του νεοκλασικού συστήματος σκέψης, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι εδράζεται σε δυο βασικές αναλυτικές συνθήκες, (α) μια ικανή και (β) μια αναγκαία. [1]

Πιο συγκεκριμένα, η ικανή συνθήκη (α) αφορά μια ιδιαίτερη οικονομική ανθρωπολογία, η οποία ενσωματώθηκε συστηματικά για πρώτη φορά στις οικονομικές αναλύσεις των νεοκλασικών συγγραφέων. Στο ζήτημα, όμως, αυτό θα επανέλθουμε αναλυτικότερα (στο δεύτερο μέρος).

Από την άλλη, προκειμένου να πραγματοποιηθεί το νεοκλασικό «όνειρο» και οι τιμές των εμπορευμάτων να προσδιοριστούν σύμφωνα με τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης, θα πρέπει ο μηχανισμός αυτός να γενικευτεί με κατάλληλο τρόπο και στην ανάλυση του προβλήματος της διανομής. Μπορούμε να αναγορεύσουμε, συνεπώς, αυτή τη γενίκευση σε αναγκαία συνθήκη (β) για τη νεοκλασική συστηματοποίηση.

Όπως είναι γνωστό από τη σχετική βιβλιογραφία, [2] οι «συναρτήσεις ζήτησης» επεμβαίνουν στον καθορισμό των τιμών ακριβώς επειδή πρώτα έχουν υιοθετηθεί και στον καθορισμό της διανομής. Επομένως η «χρηστικότητα» των συναρτήσεων καταναλωτικής ζήτησης θα ήταν μηδαμινή στο πλαίσιο ενός οικονομικού συστήματος όπου κοινωνικοί και θεσμικοί παράγοντες θα έπαιζαν πρωταρχικό ρόλο στον προσδιορισμό της διανομής, όπως π.χ. συμβαίνει στις προσεγγίσεις των Άνταμ Σμιθ (Adam Smith) και Ντέηβιντ Ρικάρντο (David Ricardo). Ή, εναλλακτικά, οι συναρτήσεις καταναλωτικής ζήτησης μπορούν να αποτελέσουν οργανικό τμήμα μιας αξιακής θεωρίας μόνο στο βαθμό που θα ανατραπεί συνολικά το αιτιακό σχήμα των Σμιθ-Ρικάρντο, το οποίο προϋποθέτει «εξωγενή» καθορισμό της διανομής. [3]

Φαίνεται ξεκάθαρα ότι στο σύστημα γενικής ισορροπίας, που από τις αναλύσεις των Τζέβονς, Βαλρά και Μάρσαλ (Jevons, Walras και Marshall) συνεχίστηκε στις παρεμβάσεις των Άροου, Ντεμπρέ και Σάμιουελσον (Arrow, Debreu και Samuelson), εγκαθιδρύεται μια ιδιαίτερη αιτιότητα ανάμεσα στη διανομή και στο πρόβλημα της αξίας. Από τη στιγμή που οι τιμές (τόσο των εμπορευμάτων όσο και των παραγωγικών υπηρεσιών) καθορίζονται ταυτόχρονα με τις αντίστοιχες ποσότητες, τότε τόσο η διανομή όσο και το ύψος και η διάρθρωση του τελικού προϊόντος προσδιορίζονται ταυτόχρονα αλλά και συμμετρικά με το πρόβλημα της αξίας.

Ο συγχρονικός αιτιακός προσδιορισμός αξιών και εισοδημάτων είναι η βασική συνέπεια ενός ριζικά διαφορετικού προσανατολισμού της οικονομικής θεωρίας σε σχέση με το πλαίσιο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας των Σμιθ και Ρικάρντο. Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με το τελευταίο, οι (μακροχρόνιοι) πραγματικοί μισθοί καθορίζονται «εξωτερικά» και ανεξάρτητα από τις ανταλλακτικές σχέσεις των εμπορευμάτων και επομένως το ζήτημα της διανομής κατέχει μια προτεραιότητα σε σχέση με την αξιακή ανάλυση. [4]

Η παρούσα μελέτη θα ολοκληρωθεί σε τρία διαδοχικά βήματα-άρθρα. Στο πρώτο θα καταγράψουμε την κρίσιμη θεωρητική μετατόπιση που διαγράφει ο Μιλλ σε σχέση με το αναλυτικό πλαίσιο των Σμιθ και Ρικάρντο. Ανατρέποντας τη ρικαρδιανή αιτιότητα ανάμεσα στη διανομή και στο αξιακό πρόβλημα, πραγματοποιεί (έστω με ανολοκλήρωτο τρόπο) το αναγκαίο βήμα (βλ. προηγούμενη συνθήκη β) προς τη νεοκλασική κατεύθυνση.

Σε ένα επόμενο δεύτερο μέρος θα έχουμε την ευκαιρία να αποδείξουμε ότι η προηγούμενη πράξη μετασχηματισμού δεν επαρκεί για να κατατάξει τον Μιλλ στην οικογένεια των νεοκλασικών οικονομολόγων, καθώς ο ίδιος φαίνεται ότι αντιστέκεται σθεναρά στο να προβεί στο ικανό βήμα (συνθήκη α).

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα επιχειρήσουμε να αξιολογήσουμε τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα προηγούμενα, σε μια προσπάθεια αποτίμησης της παρέμβασης του Μιλλ στην ιστορία της οικονομικής σκέψης. Σύμφωνα με τις θέσεις που θα αναπτυχθούν, ο Μιλλ απέχει πολύ από το να θεωρηθεί ένας «ανέτοιμος» νεοκλασικός, όπως συνήθως συμβαίνει στη βιβλιογραφία. Η παρέμβασή του ορίζει μια μετατόπιση, η οποία, όμως, δεν είναι ικανή να υπερβεί τα όρια της συνολικότερης κλασικής προβληματικής. Επιπλέον, η Κλασική Πολιτική Οικονομία [5] δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί –σε οποιαδήποτε εκδοχή της– ως αφετηρία για μια ριζική κριτική του κυρίαρχου νεοκλασικού συστήματος σκέψης, καθώς ανάμεσα στις δύο αυτές προσεγγίσεις υφίσταται μια βαθύτερη αναλυτική συνέχεια στα δομικά χαρακτηριστικά του θεωρητικού αντικειμένου. Αντίθετα, μια ριζική κριτική οφείλει να ξεκινά από έναν εκ θεμελίων ριζοσπαστικό αντιανθρωπολογικό [6] προσδιορισμό του θεωρητικού αντικειμένου, όπως συμβαίνει στην παρέμβαση του Μαρξ.

2. Η εισαγωγή του μηχανισμού της προσφοράς και ζήτησης

για τον προσδιορισμό των μισθών (διανομής) στο σύστημα του Τ.Σ. Μιλλ

2.1 Εισαγωγή: η «ex ante» και η «ex post» θεωρία του κονδυλίου των μισθών

Στον δεύτερο τόμο των Principles, κατά την ανάλυση των «Νόμων της Διανομής», ο Μιλλ εκδηλώνει μια αινιγματική πρόθεση: να προσδιορίσει τους μακροχρόνιους (χρηματικούς) μισθούς στη βάση του μηχανισμού της προσφοράς-και-ζήτησης (1902: ΙΙ.11.§1). Παρότι η ανάλυσή του δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική, χαρακτηριζόμενη από κενά και ασάφειες, περιλαμβάνει στοιχεία που συνηγορούν μιας διαφορετικής εκδοχής της θεωρίας του κονδυλίου των μισθών από εκείνη που φαίνεται να κυριαρχεί στα διάφορα οικονομικά εγχειρίδια της εποχής του. [7]

Χρησιμοποιώντας την ορολογία του Χολάντερ (Hollander 1968: 320-1), θα χαρακτηρίσουμε ως ex ante την τρέχουσα κατά την εποχή του Μιλλ εκδοχή της θεωρίας του κονδυλίου των μισθών, σύμφωνα με την οποία το συνολικό μισθιακό κονδύλι W είναι προκαθορισμένο ενώ ο μισθός του ατομικού εργάτη w προκύπτει ως το κλασματικό μερίδιο όταν επιμεριστεί το συνολικό κονδύλι σε έναν συγκεκριμένο αριθμό εργαζομένων L. [8] Με δεδομένο το W, η ακόλουθη σχέση 1 ορίζει μια υποτυπώδη καμπύλη ζήτησης εργασίας (αντίστροφη συσχέτιση ποσότητας-αμοιβής). Εάν με LS συμβολίσουμε την προσφερόμενη εργασία, τότε από τη συνθήκη ισορροπίας στην αγορά εργασίας –που περιγράφεται από τη σχέση 2– θα καθοριστεί το ύψος των μισθών: [9]

>

> (1)

> (2)

Σχήμα 1

Ex ante εκδοχή

Από τη σχέση 1 προκύπτει ότι η ex ante εκδοχή του κονδυλίου των μισθών συνεπάγεται καμπύλες με μοναδιαία ελαστικότητα ζήτησης. [10] Όπως φαίνεται και στο αντίστοιχο Σχήμα 1, μια αύξηση του μισθιακού κονδυλίου από W σε W1 χωρίς αντίστοιχη μεταβολή της προσφερόμενης εργασίας LS θα οδηγήσει σε αύξηση των μισθών (w1 >w) . Αντίθετα, με δεδομένο το κονδύλι W, μια αύξηση της προσφερόμενης εργασίας σε L΄ θα προκαλέσει πτώση των μισθών (w΄ <w) .

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, μέσα από την ανάλυση του Μιλλ προκύπτει και μια διαφορετική αντίληψη για τη θεωρία του κονδυλίου των μισθών, την οποία θα αποκαλέσουμε –πάλι ακολουθώντας τον Χολάντερ (Hollander ό.π)– ex post εκδοχή. Τούτο διότι τώρα το κονδύλι των μισθών δεν θεωρείται δεδομένο αλλά εντάσσεται στα εσωτερικά δεδομένα του προβλήματος. Εμφανίζεται και αυτό σαν εξαρτημένη μεταβλητή, αποτέλεσμα της ισορροπίας ανάμεσα στις «δυνάμεις της αγοράς». Συνεπώς, σε αντίθεση με την προηγούμενη εκδοχή, το συνολικό κονδύλι εξαρτάται, εκτός των άλλων, και από την προσφερόμενη εργασία. Η προσέγγιση του Μιλλ δείχνει να ολοκληρώνει συμπεράσματα που υπήρχαν ήδη στο έργο του Τόρενς (Torrens), ενώ απέκτησαν μια περισσότερο ολοκληρωμένη μορφή στη μεταγενέστερη παρέμβαση του Καίρνες (Cairnes). [11]

Το κονδύλι των μισθών είναι το αποτέλεσμα της ισορροπίας σε μια διαδικασία που ως δεδομένα απαιτεί: i. το ύψος του συνολικού κεφαλαιακού αποθέματος C, ii. την τεχνική του σύνθεση, δηλαδή τις αναλογίες των χρησιμοποιούμενων παραγωγικών συντελεστών (εργασίας-κεφαλαίου), και iii. το ύψος του εργαζόμενου πληθυσμού (προσφορά εργασίας LS) . Στη βάση των προηγούμενων δεδομένων είναι προφανές ότι μια εξωτερική αύξηση στο εργατικό δυναμικό θα οδηγήσει σε μικρότερο κονδύλι ισορροπίας από τη στιγμή που ένα μεγαλύτερο κομμάτι του συνολικού κεφαλαίου θα πρέπει τώρα να μετατραπεί σε πάγιο κεφάλαιο ώστε να συντηρήσει τεχνικά την πλεονάζουσα εργασία. Επιπλέον, η μείωση στο μισθό ισορροπίας υπερβαίνει τη μείωση που υπολογίζεται από την ex ante εκδοχή, διότι τώρα περισσότεροι εργαζόμενοι μοιράζονται ένα μικρότερο κονδύλι (δεδομένης της συνολικής ποσότητας του κεφαλαίου C) .

Μπορούμε να περιγράψουμε τα προηγούμενα με τη βοήθεια ενός απλού μαθηματικού υποδείγματος. [12] Με K θα συμβολίσουμε τη χρηματική «ποσότητα» του πάγιου μηχανολογικού κεφαλαίου ενώ με λ το λόγο ανάμεσα στην εργασιακή και τη μη εργασιακή κεφαλαιακή παραγωγική εισροή (L/ K). [13] Στην περίπτωση αυτή και δεδομένου του συνολικού κεφαλαιακού αποθέματος C, η καμπύλη ζήτησης εργασίας θα δίνεται από τη σχέση 3. Η γενική της μορφή μπορεί να γραφεί ως LD= F (C,λ, w). Έτσι, αν LS είναι η προσφορά εργασίας, ο μισθός θα προσδιορίζεται από τη συνθήκη ισορροπίας (πλήρους απασχόλησης) στην αγορά εργασίας, σύμφωνα με τη σχέση 4.

>

> ? > (3)

> (4)

Σχήμα 2

Ex post εκδοχή

Ο μισθός, λοιπόν, εμφανίζεται σαν μια εξαρτημένη μεταβλητή, η οποία προκύπτει από τα τρία αρχικά δεδομένα του προβλήματος που σημειώσαμε προηγουμένως: w= w (C, LS, λ). Εξίσου «εσωτερικό» είναι και το κονδύλι εργασίας: W= LS· w. Η ελαστικότητα της ζήτησης είναι μικρότερη της μονάδας, γεγονός που σημαίνει ότι έχουμε απομακρυνθεί από το έδαφος της παραδοσιακής ex ante εκδοχής του κονδυλίου των μισθών που απαιτούσε μοναδιαία ελαστικότητα ζήτησης. Κάτι τέτοιο είναι φανερό από την ακόλουθη σχέση 5:

> (5)

Προκειμένου να διαπιστώσουμε με ποιο τρόπο μια αύξηση στο συνολικό κεφάλαιο C θα διανεμηθεί στα τμήματά του K και W, χρειαζόμαστε να γνωρίζουμε τις κινήσεις του εργαζόμενου πληθυσμού. Μια αύξηση του C θα μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου σε μισθούς μόνο εφόσον δεν μεταβληθεί η προσφερόμενη εργασία LS. Αντίθετα, με σταθερό συνολικό κεφάλαιο C και αμετάβλητη τεχνική σύνθεση λ, μια αύξηση στους μισθούς θα χρηματοδοτηθεί από την αναγκαστική ρευστοποίηση τμήματος του απασχολούμενου πάγιου τεχνολογικού κεφαλαίου Κ. Επειδή, όμως, είναι αμετάβλητες οι τεχνικές σχέσεις λ= LD/ K, μια μείωση στο K θα προκαλέσει μια αντίστοιχη μείωση στην απασχολούμενη εργασία.

2.2 Σχετικά με τις προϋποθέσεις της ex post εκδοχής του κονδυλίου των μισθών στο έργο του J. S. Mill

Θα παραμείνουμε στην ανάλυση του Μιλλ. Ο τελευταίος δεν κατέληξε ποτέ σε μια καθαρή διατύπωση της ex post εκδοχής που αναπτύχθηκε προηγουμένως, ωστόσο μέσα από το κείμενό του μπορούμε να αντλήσουμε επιχειρήματα που συνηγορούν μιας τέτοιας ανάγνωσης.

2.2.1 Το κεφάλαιο ως ομοιογενής ποσότητα

Στην ανάλυση του Μιλλ το κεφάλαιο συνήθως αντιμετωπίζεται ως ένα ομοιογενές αξιακό απόθεμα, η συγκεκριμένη τεχνική μορφή του οποίου είναι σχετικά «εύπλαστη» και εύκολα προσαρμόσιμη στις ανάγκες τις παραγωγής. Σύμφωνα με τον ίδιο, «το άθροισμα όλων των αξιών [των εμπορευμάτων που πρόκειται να απασχοληθούν παραγωγικά, Δ.Σ.] συνθέτουν το κεφάλαιο μιας χώρας. Το κατά πόσο όλες αυτές οι αξίες βρίσκονται σε μορφή άμεσα εφαρμόσιμη σε παραγωγικές χρήσεις δεν έχει καμία σημασία. Το σχήμα τους, όποιο και αν είναι, είναι προσωρινά τυχαίο, αλλά άπαξ και προοριστούν για παραγωγή, δεν πρόκειται να αποτύχουν στο να μετασχηματιστούν σε αντικείμενα κατάλληλα για τις ανάγκες της τελευταίας» (Mill 1902: I.4.§1, η υπογράμμιση δική μου).

Πίσω από τη σύλληψη αυτή κρύβεται μια βασική ιδέα την οποία συναντάμε και στις μεταγενέστερες νεοκλασικές αναλύσεις. Το κεφάλαιο εκλαμβάνεται ως μια δοσμένη πρωταρχική ουσία που σχηματίζει το υπόβαθρο για όλα τα εκάστοτε κεφαλαιουχικά αγαθά. Πρόκειται για την αποκαλούμενη, σύμφωνα με τον ορισμό του Μηντ (Meade), «συνθήκη της πλαστικότητας». [14]

Στο έργο του Μιλλ, σύμφωνα με τη δεύτερη θεμελιώδη πρόταση για το κεφάλαιο (βλ. 1902: Ι.5.§4), το τελευταίο είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα αποταμίευσης και άρα μπορεί να αναχθεί σε κάτι «σύμμετρο» προς αυτή. [15] Έτσι, λοιπόν, αναπτύσσεται μια αιτιακή συσχέτιση, σύμφωνα με την οποία περισσότερη αποταμίευση σημαίνει «περισσότερο» κεφάλαιο. Με τον τρόπο αυτό, όμως, το κεφάλαιο αποκτά μια ποσοτική διάσταση πλήρως αυτονομημένη από την τεχνική μορφή που λαμβάνει κατά καιρούς και ανάλογα με τις απαιτήσεις της παραγωγής. Προσλαμβάνεται ως ένα αξιακό απόθεμα το οποίο δύναται ανά πάσα στιγμή να «ενσαρκώσει» την κατάλληλη τεχνική μορφή, δηλαδή να «υποδυθεί» συγκεκριμένα ετερογενή κεφαλαιακά εμπορεύματα ανάλογα με τις ανάγκες της εκάστοτε διαδικασίας παραγωγής. [16]

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν είναι λάθος να υποθέσουμε ότι στην κατάσταση της μακροχρόνιας ισορροπίας η συγκεκριμένη τεχνική μορφή του κεφαλαιακού αποθέματος αντιστοιχεί σε μια δοσμένη κοινωνική αποταμίευση και άρα σε μια συγκεκριμένη «ποσότητα» κεφαλαίου.

2.2.2 Σταθερές τεχνικές αναλογίες των παραγωγικών εισροών (εξωγενείς τεχνικές βελτιώσεις)

Στην ανάλυση του Μιλλ οι τεχνολογικές βελτιώσεις της παραγωγής (δηλαδή οι αλλαγές στις χρησιμοποιούμενες τεχνικές, για να χρησιμοποιήσουμε μια πιο σύγχρονη ορολογία) θεωρούνται εξωγενείς. Έτσι, το ενδιαφέρον του εστιάζεται κατά κύριο λόγο στις επιδράσεις που προκαλούνται στη διανομή από μια αλλαγή στις χρησιμοποιούμενες αναλογίες των παραγωγικών συντελεστών (αλλαγή στην «τεχνική») και όχι το αντίστροφο. Μια μεταβολή στις συνθήκες της διανομής δεν αναμένεται να προκαλέσει φαινόμενα υποκατάστασης ανάμεσα στους παραγωγικούς συντελεστές (στο επίπεδο της επιχείρησης), όπως θα συνέβαινε στο πλαίσιο της νεοκλασικής ανάλυσης (βλ. στα επόμενα).

Στο σύνολο της οικονομίας, η εξωτερική εισαγωγή μιας μόνιμης τεχνικής βελτίωσης (είτε εκμηχάνιση είτε εισαγωγή νέας τεχνολογικής πατέντας) παρομοιάζεται από τον Μιλλ με μια «συρρίκνωση», αλλά όχι «μείωση», της συνολικής και δεδομένης «ποσότητας» κεφαλαίου C (πάγιου και μισθιακού). Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ένα επιπλέον τμήμα του τελευταίου μετατρέπεται σε πάγιο εις βάρος του μισθιακού κονδυλίου, γεγονός που έχει αρνητικές συνέπειες είτε στην απασχόληση είτε στους μισθούς ή ακόμα και στα δύο:

«[…] Κάθε αύξηση του παγίου κεφαλαίου, όταν λαμβάνει χώρα σε βάρος του κυκλοφορούντος, πρέπει να είναι, τουλάχιστον προσωρινά, επιζήμια για τα συμφέροντα των εργατών. Αυτό είναι αληθές, όχι μόνο για τον μηχανολογικό εξοπλισμό, αλλά και για όλες τις βελτιώσεις με τις οποίες το κεφάλαιο συρρικνώνεται [is sunk], δηλαδή, καθίσταται μόνιμα ανίκανο για την υποστήριξη και την πληρωμή της εργασίας» (Mill 1902: Ι.6.§2, η υπογράμμιση δική μου)

Η προηγούμενη διαδικασία θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως εξής: Κάθε δεδομένη χρησιμοποιούμενη τεχνική αντιστοιχεί σε έναν συγκεκριμένο λόγο εργασίας-κεφαλαίου, λ. Ο λόγος αυτός θα μεταβληθεί μόνο εφόσον πραγματοποιηθεί μια εξωτερική εισαγωγή μιας νέας (παραγωγικότερης) τεχνικής. Αυτή, συνήθως, «απορροφά» κεφάλαιο και απασχολεί λιγότερη εργασία (για δεδομένο C) . Συνεπώς προκαλεί μείωση του λόγου λ, καθώς αυξάνεται η ποσότητα κεφαλαίου ανά απασχολούμενο εργάτη.

Κάτι τέτοιο θα συμβεί μόνο εφόσον οι τεχνολογικές αλλαγές λάβουν χώρα σχεδόν ακαριαία (Mill 1902: Ι.6.§3). Για τον Μιλλ, ως ενδεχόμενο, όμως, αυτό παραμένει μακριά από την πραγματικότητα, γιατί οι «βελτιώσεις πάντα εισάγονται πολύ σταδιακά, και σπανίως ή ποτέ δεν πραγματοποιούνται αποσύροντας κυκλοφορούν κεφάλαιο από την τωρινή παραγωγή, αλλά λαμβάνουν χώρα μέσα από την επένδυση της ετήσιας προσαύξησης» (ό.π.: Ι.6.§3). [17]

2.2.3 Ενδογενές μισθιακό κονδύλι: η ex post εκδοχή μέσα από την κριτική στους «υποκαταναλωτές» Μάλθους και Σισμοντί

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Σουμπέτερ (Schumpeter 1994: 642), οι οπαδοί της ex ante εκδοχής αποδέχονταν πως υφίσταται μια σταθερή σχέση ανάμεσα στο πάγιο-τεχνολογικό K και στο μισθιακό τμήμα W του συνολικού κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ότι μια ενδεχόμενη αύξηση του συνολικού κεφαλαίου C θα διαμοιραστεί ισότιμα στα δυο επιμέρους τμήματά του, εντελώς ανεξάρτητα από την προσφερόμενη ποσότητα εργασίας. Ανεξάρτητα, επίσης, από την τελευταία προκύπτουν τελικά τόσο οι μισθοί w όσο και η χρησιμοποιούμενη εργασία L* . Πολύ απλά, με δεδομένα τα W/ K και C, εύκολα μπορεί να προσδιοριστεί η επένδυση σε πάγιο μηχανολογικό εξοπλισμό K [18] . Συνεπώς, τόσο το επίπεδο της απασχόλησης, L* = K·λ, όσο και το ύψος του μισθού, w= W/ L* υπολογίζονται χωρίς τη βοήθεια της προσφερόμενης εργασίας LS. Κάτι που είναι εντελώς προβληματικό για μια θεωρία της «προσφοράς» και της ζήτησης. [19]

Όπως καταλαβαίνουμε, τα προηγούμενα δεν μπορεί να ισχύουν στην ex post εκδοχή που φαίνεται να υιοθετεί ο Μιλλ. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της λογικής αυτής μπορούμε, εκτός των άλλων, να αναφέρουμε την κριτική που ασκεί ο τελευταίος στους υποκαταναλωτές της εποχής του, Μάλθους και Σισμοντί. [20]

Όπως είναι γνωστό, το επιχείρημα των υποκαταναλωτών βασίζεται στην ακόλουθη ιδέα: οι καπιταλιστές και οι εργάτες δεν είναι σε θέση να καταναλώσουν το συνολικό κοινωνικό προϊόν, μέρος του οποίου πρέπει να πωλείται σε μη παραγωγικές τάξεις. Η παρουσία των «τρίτων προσώπων» είναι, συνεπώς, σωτήρια για την καπιταλιστική ανάπτυξη, καθώς εμφανίζονται εφοδιασμένα με μια «μεταφυσική» ιδιότητα: να δημιουργούν αγοραστική δύναμη εκ του μηδενός. Ο Μάλθους αναζήτησε τα «τρίτα πρόσωπα» στους γαιοκτήμονες, τον συντηρητικό κλήρο και την κρατική γραφειοκρατία, ενώ ο Σισμοντί στους καταναλωτές της αλλοδαπής. [21]

Ο Μιλλ, αντίθετα, παίρνοντας τη θέση του Ρικάρντο, υποστήριξε ότι η καταναλωτική ζήτηση είναι ανίκανη να παρεμποδίσει συνολικά την καπιταλιστική συσσώρευση, καθώς η αποταμίευση δεν συνιστά καταστροφή της αγοραστικής δύναμης αλλά αντίθετα δημιουργική αναδιανομή της προς τους παραγωγικά απασχολούμενους εργαζομένους. Η αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων (αύξηση του C) , που προκύπτει μέσα από τη μείωση της πολυτελούς κατανάλωσης τόσο των καπιταλιστών όσο και των γαιοκτημόνων, είναι προς όφελος των εργαζομένων [22] διότι διογκώνει το μισθιακό κονδύλι. Το ύψος του τελευταίου και των μισθών, ωστόσο, δεν δύναται να προσδιοριστεί ανεξάρτητα από την προσφερόμενη εργασία (ex post εκδοχή). Ας παρακολουθήσουμε το συλλογισμό του Μιλλ (1902: I.5.§3, η υπογράμμιση δική μου):

«Η μη παραγωγική δαπάνη περιορίζεται τώρα στο κατώτατο όριό της, και ερωτάται με ποιον τρόπο το επαυξημένο κεφάλαιο θα βρει απασχόληση; Ποιος πρόκειται να αγοράσει τα εμπορεύματα που το τελευταίο θα παράγει; […] Δεν θα εξακολουθήσει να υπάρχει κάποια ζήτηση για είδη πολυτελείας από πλευράς καπιταλιστών και γαιοκτημόνων. Αλλά όταν αυτές οι τάξεις μετατρέπουν το εισόδημά τους σε κεφάλαιο, δεν εκμηδενίζουν με αυτόν τον τρόπο την αγοραστική τους δύναμη. Δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφέρουν την τελευταία από τους εαυτούς τους στου εργάτες στους οποίους παρέχουν απασχόληση. Τώρα, υπάρχουν δυο πιθανές υποθέσεις όσον αφορά τους εργάτες: είτε θα υπάρξει, είτε δεν θα υπάρξει αύξηση στον αριθμό τους ανάλογη με την αύξηση του κεφαλαίου. Εάν όντως υπάρξει, η περίπτωση δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Η παραγωγή των αναγκαίων μέσων επιβίωσης για τον νέο πληθυσμό λαμβάνει τη θέση της παραγωγής ειδών πολυτελείας και προσφέρει ακριβώς την ίδια ποσότητα απασχόλησης σαν εκείνη που χάθηκε. Αλλά υποθέστε ότι δεν υφίσταται καμία αύξηση στον πληθυσμό. Ό,τι οι καπιταλιστές και οι γαιοκτήμονες δαπανούσαν προηγουμένως σε είδη πολυτελείας κατανέμεται ανάμεσα στους ήδη υπάρχοντες εργαζόμενους με τη μορφή των πρόσθετων μισθών. […] Επομένως, το όριο του πλούτου ποτέ δεν είναι η ανεπάρκεια των καταναλωτών, αλλά η έλλειψη παραγωγών και παραγωγικής δύναμης. Κάθε αύξηση στο κεφάλαιο δίνει στην εργασία είτε περισσότερη απασχόληση είτε μεγαλύτερες αμοιβές».

Στο απόσπασμα αυτό ο Μιλλ αγνοεί τις μεταβολές στο πάγιο-τεχνολογικό κεφάλαιο. Σύμφωνα με τη λογική του (ex post εκδοχή), όμως, οι μεταβολές αυτές χρειάζεται να συνυπολογιστούν μόνο στην περίπτωση που έχουμε αύξηση της προσφερόμενης εργασίας, ώστε να διατηρηθούν σταθεροί οι λόγοι L/K. Αντίθετα, στην οριακή περίπτωση που δεν υφίσταται καμία μεταβολή στον πληθυσμό, κάθε αύξηση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου C αναμένεται να μετατραπεί εξ ολοκλήρου σε κονδύλι για μισθούς W και όχι σε πάγιο τεχνολογικό κεφάλαιο Κ. Το συνολικό εισόδημα της εργασίας, λοιπόν, δεν είναι ανεξάρτητο από την «ποσότητα του πληθυσμού», με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεωρηθεί εξωτερικό από τις συνθήκες της προσφοράς και ζήτησης.

Το επιχείρημα του Μιλλ μπορεί εναλλακτικά να κατανοηθεί και ως εξής: Με δεδομένες τις χρησιμοποιούμενες αναλογίες λ των παραγωγικών συντελεστών και δεδομένη την προσφερόμενη ποσότητα εργασίας, μια αύξηση στο συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο (μέσα από επενδύσεις) δεν πρόκειται να αυξήσει καθόλου το πάγιο τμήμα του, διότι δεν υπάρχει η αναγκαία πλεονάζουσα εργασία για την απασχόλησή του. Συνεπώς, θα μετατραπεί εξ ολοκλήρου σε μισθιακό κονδύλι με αποτέλεσμα την αύξηση των μισθών χωρίς μεταβολή στην απασχόληση. Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι το μισθιακό κονδύλι δεν μπορεί να είναι γνωστό ανεξάρτητα από την προσφορά εργασίας (το ύψος του εργαζόμενου πληθυσμού).

Για να κατανοήσουμε πληρέστερα τη διαφοροποίηση του Μιλλ από το πλαίσιο της ex ante εκδοχής, ας δούμε σε ποια συμπεράσματα θα κατέληγε η τελευταία στην ακραία εκδοχή, όπου η επιπρόσθετη επενδυτική δαπάνη θα αντιμετώπιζε αμετάβλητη προσφορά εργασίας. Θα είχαμε ισόποση αύξηση τόσο στο πάγιο-τεχνολογικό Κ όσο και στο μισθιακό τμήμα W του συνολικού κεφαλαίου C. Αυτό, όμως, σημαίνει πως η ίδια ποσότητα εργασίας L θα έρθει αντιμέτωπη με μεγαλύτερη «ποσότητα» κεφαλαίου Κ, γεγονός που για την ικανοποίησή του προϋποθέτει μεταβολές στους τεχνικούς λόγους λ. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι εντελώς αντίθετο με το πλαίσιο της ανάλυσης του Μιλλ, όπως είδαμε προηγουμένως. [23]

2.2.4 Επιβεβαίωση των προηγούμενων θέσεων μέσα από την ανάλυση του Μιλλ: η διαδικασία της αποεπένδυσης [24]

Οι προϋποθέσεις της ex post θεωρίας του κονδυλίου των μισθών επαληθεύονται από την επιχειρηματολογία του Μιλλ, όταν παραδείγματος χάρη αναλύει στο κείμενό του τις οικονομικές επιδράσεις των πολεμικών δανείων που συνάπτει η κυβέρνηση. Επειδή τα δάνεια αυτά προέρχονται από περικοπές των επενδυτικών προγραμμάτων, έχουμε μια γνήσια περίπτωση αποεπένδυσης. Ας παρακολουθήσουμε το συλλογισμό του (Mill 1902: I.5.§8):

«[Ας υποθέσουμε] την πιο δυσμενή περίπτωση: δηλαδή ότι ολόκληρη η ποσότητα που η κυβέρνηση δανείζεται και καταστρέφει προέρχεται από κάποια παραγωγική απασχόληση στην οποία είχε αρχικά επενδυθεί. Το κεφάλαιο, συνεπώς, της χώρας είναι αυτή τη χρονιά μειωμένο ακριβώς κατ’ αυτή την ποσότητα. Αλλά εκτός και εάν η αφαιρούμενη ποσότητα είναι τεράστια, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο το εθνικό κεφάλαιο της επόμενης χρονιάς να μην είναι το ίδιο. Το δάνειο δεν μπορεί να έχει αποδεσμευτεί από εκείνο το τμήμα του κεφαλαίου μιας χώρας που αποτελεί τα εργαλεία, τις μηχανές και τα κτήρια. Θα πρέπει να έχει εξ ολοκλήρου αποσπαστεί από το τμήμα που προορίζεται για την πληρωμή των εργαζομένων· ενώ οι εργαζόμενοι θα υποφέρουν ανάλογα. Αλλά εάν κανείς από αυτούς δεν λιμοκτονήσει, εάν οι μισθοί τους όντως δύνανται να υποστούν μια τέτοια μείωση ή εάν η φιλανθρωπία τους προφυλάσσει από την απόλυτη ένδεια, δεν υπάρχει κανένας λόγος η εργασία τους να παράγει λιγότερο στον επόμενο χρόνο από ό,τι παρήγαγε κατά τον προηγούμενο χρόνο. Εάν παράγουν το συνηθισμένο, έχοντας πληρωθεί λιγότερο κατά κάποια εκατομμύρια στερλίνες, αυτά τα εκατομμύρια θα εισπραχθούν από τους εργοδότες τους. Η προσωρινή διακοπή στη συσσώρευση του κεφαλαίου της χώρας αποκαθίσταται άμεσα αλλά λόγω των στερήσεων και συχνά της πραγματικής δυστυχίας της εργατικής τάξης.

Πολύ εύκολα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο στοχασμός του Μιλλ στο προηγούμενο απόσπασμα βασίζεται στις ακόλουθες προϋποθέσεις. α) Υπάρχει μια συγκεκριμένη συνολική ποσότητα κεφαλαίου που υποστηρίζει την εθνική παραγωγή. β) Οι τεχνικοί λόγοι πάγιου κεφαλαίου-εργασίας παραμένουν σταθεροί και αμετάβλητοι παρά τις εισοδηματικές μεταβολές. γ) Η απασχόληση καθορίζεται από την ποσότητα του πάγιου κεφαλαίου και ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν αλλαγές σε αυτό μπορεί η απασχόληση να διατηρείται στα ίδια επίπεδα. δ) Το μισθιακό κονδύλι μπορεί να μεταβάλλεται χωρίς να σημειώνονται αντίστοιχες μεταβολές και στο πάγιο τμήμα του κεφαλαίου.

Με άλλα λόγια, οι προϋποθέσεις της ex post εκδοχής της θεωρία του κονδυλίου των μισθών είναι ενεργές στην ανάλυση του Μιλλ.

2.3 Σύντομα σχόλια στην προηγούμενη ανάλυση

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η όλη ανάλυση σχετικά με τη θεωρία του κονδυλίου των μισθών δεν αποτελεί το μοναδικό σημείο «συγγένειας» του Μιλλ με το νεοκλασικό σύστημα σκέψης. Αποτελεί, ωστόσο, τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο ο Μιλλ αναπτύσσει την οικονομική του επιχειρηματολογία και γι’ αυτό επιμείναμε σε αυτή.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να κάνουμε τις δυο ακόλουθες επισημάνσεις.

2.3.1 Οι αντιφάσεις στο σύστημα γενικής ισορροπίας του Μιλλ

Ανακεφαλαιώνοντας την προηγούμενη ανάλυση, γίνεται φανερό ότι ο Μιλλ θεωρούσε: 1.ότι η συνολική κοινωνική ποσότητα του κεφαλαίου πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα δεδομένο αποτέλεσμα της κοινωνικής αποταμίευσης, και 2. εξίσου δεδομένες και εξωτερικές οφείλουν να λαμβάνονται και οι χρησιμοποιούμενες τεχνικές αναλογίες ανάμεσα στο «κεφάλαιο» και την εργασία. Μια αλλαγή είτε στις συνθήκες της διανομής είτε στη δομή της ζήτησης αναμένεται να ανακινήσει κοινωνικά (και όχι στο επίπεδο της επιχείρησης) φαινόμενα υποκατάστασης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο χωρίς να μεταβάλει τους χρησιμοποιούμενους τεχνικούς λόγους κεφαλαίου-εργασίας (αφού θεωρούνται δεδομένοι). [25]

Το πλαίσιο της ανάλυσης του Μιλλ φαίνεται να «σκοντάφτει» στις ίδιες αντιφάσεις που χαρακτήρισαν αργότερα το νεοκλασικό υπόδειγμα μακροχρόνιας γενικής ισορροπίας. Επομένως, η κριτική που απευθύνθηκε στο τελευταίο από θεωρητικούς όπως π.χ. η Ρόμπινσον (Robinson), o Σράφα (Sraffa) και ο Γκαρενιάνι (Garegnani) [26] μπορεί εξίσου να εφαρμοστεί και στην περίπτωση του Μιλλ.

Η βάση των κριτικών εστιάζει στη νεοκλασική υποκειμενική σύλληψη της έννοιας του κεφαλαίου, η οποία, όπως διαπιστώσαμε και νωρίτερα, υπάρχει και στην ανάλυση του Μιλλ. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να αποτελεί ενιαία και ομοιόμορφη αξιακή ποσότητα ανεξάρτητα από τον προσδιορισμό της διανομής και των τιμών των εμπορευμάτων, δηλαδή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο πριν από τον τελικό προσδιορισμό της γενικής ισορροπίας. Όπως πολύ εύστοχα ανέδειξε η ανάλυση του Sraffa (1985), μια αλλαγή στις συνθήκες της διανομής είναι ικανή να μεταβάλλει την εν λόγω «ποσότητα» του κεφαλαίου ακόμη και στην περίπτωση που τα χρησιμοποιούμενα τεχνικά μηχανήματα (χρησιμοποιούμενες παραγωγικές τεχνικές) παραμένουν αμετάβλητα.

Καθώς, όμως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για «ποσότητα» κεφαλαίου έξω από τον προσδιορισμό της τελικής ισορροπίας, εξαντλείται πλήρως η εγκυρότητα του μηχανισμού που συνοδεύει την ex post εκδοχή του κονδυλίου των μισθών. Σε μια αυστηρή συστηματοποίηση, 1. η αξιακή «ποσότητα» του κεφαλαίου C δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνεται στα αρχικά δεδομένα, ενώ 2. και οι λόγοι λ i= Li/ Ki, σε κάθε κλάδο i, περιλαμβάνοντας τα αξιακά μεγέθη Ki, είναι εντελώς ακατάλληλοι για την απόδοση των τεχνικών δεδομένων του προβλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, τα δύο προηγούμενα μεγέθη δεν μπορούν να υπολογιστούν πριν από την επίλυση των προβλημάτων της διανομής και της αξίας. Το θεωρητικό σχήμα του Μιλλ και οι οικονομικές αιτιότητες που αυτό θεμελιώνει παραμένουν τελικά μετέωρα, καθώς συγχέει –στο πλαίσιο της υποκειμενικής θεωρίας της εγκράτειας– την «τεχνική» με την «αξιακή» διάσταση του κεφαλαίου.

2.3.2 Η διαφοροποίηση από τη νεοκλασική ανάλυση της αγοράς εργασίας

Η προηγούμενη αναλυτική εκδοχή των Torrens- Mill- Cairnes καταφέρνει να διαμορφώσει μια ελαστική μακροχρόνια καμπύλη ζήτησης εργασίας, συνδέοντας σε κάποιο βαθμό το πρόβλημα των μισθών με το πρόβλημα της παραγωγής στο πλαίσιο ενός υποδείγματος σταθερών και δεδομένων τεχνικών αναλογιών κεφαλαίου-εργασίας για το σύνολο της οικονομίας. Αποτελεί μια περισσότερο συνεκτική προσέγγιση σε σχέση με την ex ante εκδοχή, διαφέρει σημαντικά, εντούτοις, από την αντίστοιχη νεοκλασική ανάλυση της αγοράς εργασίας.

Στους κλασικούς η προσφορά εργασίας δεν θεμελιώνεται στις ατομικές-υποκειμενικές επιλογές των εργαζομένων αλλά συγκροτείται στο πλαίσιο μιας συνολικής μακροοικονομικής –μαλθουσιανής εμπνεύσεως– θεωρίας του πληθυσμού και των αναπαραγωγικών εθίμων. Επιπλέον, στην κλασική εκδοχή δεν αναπτύσσονται φαινόμενα υποκατάστασης ανάμεσα στους συντελεστές της παραγωγής στο επίπεδο της επιχείρησης (σταθεροί λόγοι λ), ενώ παραμένει εντελώς ασχολίαστη η όποια σύνδεση ανάμεσα στις χρησιμοποιούμενες τεχνικές και τη διανομή των εισοδημάτων. Αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο στην ανάλυση που προηγήθηκε υποθέσαμε ότι κάθε αύξηση των μισθών χρηματοδοτείται μέσα από μια αντίστοιχη μείωση του παραγωγικού εξοπλισμού. Αντιθέτως, στη νεοκλασική ανάλυση μια αύξηση στους μισθούς χρηματοδοτείται αρχικά από τα κέρδη και στη συνέχεια οδηγεί τους επιχειρηματίες σε μεθόδους υποκατάστασης της εργασίας από το κεφάλαιο.

3. Συμπεράσματα: η «απόσταση» του Μιλλ από το πλαίσιο των Σμιθ και Ρικάρντο

Το βασικό συμπέρασμα απ’ όλη την προηγούμενη ανάλυση είναι ήδη αρκετά «ορατό». Αν οι Σμιθ και Ρικάρντο συστηματικά επιχειρηματολόγησαν ότι οι μακροχρόνιοι πραγματικοί μισθοί διαμορφώνονται σύμφωνα με ένα ευρύτερο εξωοικονομικό πολιτικό, θεσμικό και ιστορικό πλαίσιο, η ανάλυση του Μιλλ διαφοροποιείται ριζικά.

Η υιοθέτηση του μηχανισμού της προσφοράς και ζήτησης εισάγει νέες αιτιότητες στη μελέτη του προβλήματος της διανομής, οι οποίες παραπέμπουν ξεκάθαρα στη νεοκλασική σύλληψη. Στο νέο αυτό πλαίσιο, η διανομή παύει να διατηρεί αιτιακή προτεραιότητα απέναντι στο πρόβλημα των αξιών. Στο σύστημα γενικής ισορροπίας του Μιλλ οφείλουμε να τοποθετήσουμε στις εσωτερικές-εξαρτημένες μεταβλητές τόσο τις τιμές των εμπορευμάτων όσο και τα εισοδήματα. Με τον τρόπο, όμως, αυτό διαμορφώνεται η προοπτική ενός ταυτοχρονικού καθορισμού διανομής και αξιών, σε αναλογία με το νεοκλασικό υπόδειγμα.

Ο Μιλλ, μάλιστα, κατορθώνει να επεξεργαστεί τα βασικά σημεία μιας εκδοχής της θεωρίας του κονδυλίου των μισθών περισσότερο ολοκληρωμένης από την απλοϊκή ex ante εκδοχή. Το ύψος του κονδυλίου των μισθών παύει να παραμένει αδιευκρίνιστο, αλλά προσδιορίζεται με κατάλληλο τρόπο μέσα από τη λειτουργία της αγοράς εργασίας (ανάγεται και αυτό στις εξαρτημένες μεταβλητές). Συνεπώς, η ανάλυση της τελευταίας συνδέεται με πιο συνεκτικό τρόπο με τη συνολικότερη οικονομική ανάλυση. Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να παραμένουν τα ίδια αντιδραστικά πολιτικά συμπεράσματα που συνόδευσαν και την απλοϊκή ex ante εκδοχή. [27]

Μπορεί ο Μιλλ να απέτυχε τελικά να γενικεύσει το μηχανισμό της προσφοράς και ζήτησης τόσο στον προσδιορισμό των τιμών των εμπορευμάτων όσο και στον προσδιορισμό των εισοδημάτων πέραν των μισθών (στις συνθήκες αυτής της αποτυχίας θα αναφερθούμε στο επόμενο τμήμα της παρούσας εργασίας), αλλά έχει πραγματοποιήσει ήδη ένα σημαντικό βήμα ρήξης με τη ρικαρδιανή παράδοση, της οποίας θεωρούνταν και ο κύριος εκφραστής.

Οι παρατηρήσεις αυτές μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι ο Μιλλ πραγματοποιεί το αναγκαίο βήμα προς τη νεοκλασική κατεύθυνση. Βέβαια, η διάκριση των γενικών προϋποθέσεων της νεοκλασικής σκέψης σε αναγκαία και ικανή συνθήκη (βλ. στα προηγούμενα) ικανοποιεί κυρίως τις ανάγκες της παρούσας εργασίας δίνοντας τη δυνατότητα να αναφανεί με κατάλληλο τρόπο η βασική επιχειρηματολογία. Ωστόσο, πρόκειται για συνθήκες που στο εσωτερικό της νεοκλασικής προβληματικής είναι συμπληρωματικές, δηλαδή η μια αποτελεί προϋπόθεση της άλλης.

Βιβλιογραφία

Althusser L. (1994), Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.

Arrow K. J., Hahn F. H. (1971), General Competitive Analysis, Edinburg: Oliver & Boyd.

Bharadwaj K. (1985), «The Subversion of Classical Analysis: Alfred Marshall’s Early Writings on Value», στο Alfred Marshall, Critical Assessments, vol. III, ed. John Cunningham Wood, London-Sydney-Dover-New Hampshire: Croom Helm.

Blaug M. (1968), Economic Theory in Retrospect, London: Heinemann Educational Books.

Chacholiades M. (1990a), Μικροοικονομική Ι, Αθήνα: Κριτική.

Chacholiades M. (1990b), Μικροοικονομική II, Αθήνα: Κριτική.

Dobb M. (1976), Θεωρίες της Αξίας και της Διανομής, Αθήνα: Gutenberg.

Eatwell J., Milgate M. (1999), «Some Deficiencies of Walrasian Intertemporal General Equilibrium», στο Value, Distribution and Capital, Essays in Honour of Pierangelo Garegnani, ed. G. Mongiovi and F. Petri, London: Routledge.

Garegnani P. (1970), «Heterogeneous Capital, the Production Function and the Theory of Distribution», Review of Economic Studies, Vol. 37, σσ. 407-436.

Garegnani P. (1978), «Notes on Consumption, Investment and Effective Demand: I», Cambridge Journal of Economics, vol. 2, 1978, σσ. 335-353.

Garegnani P. (1979), «Notes on Consumption, Investment and Effective Demand: a Reply to Joan Robinson», Cambridge Journal of Economics, vol. 3, σσ. 181-187.

Garegnani P. (1983), «The Classical Theory of Wages and the Role of Demand Schedules in the Determination of Relative Prices», American Economic Review, vol. 73, no. 2, Μάιος, σ. 313.

Garegnani P. (1984), «Value and Distribution in the Classical Economists and Marx», Oxford Economic Papers, vol. 36, σσ. 291-325.

Harcourt G. (1972), Some CambridgeControversies in the Theory of Capital, Cambridge: CambridgeUniversityPress.

Henry J. F. (1990), The Making of Neoclassical Economics, Boston: Unwin Hyman.

Hicks J. (1978), Value and Capital, Oxford: OxfordUniversityPress.

Hollander S. (1964), «Technology and Aggregate Demand in J. S. Mill’s Economic System», Cambridge Journal of Economics, vol. 30, May 1964, σσ. 175-184. (ανατυπωμένο στο Wood 1991c, σσ. 41-52).

Hollander S. (1968), «The Role of Fixed Technical Coefficients in the Evolution of the Wage-Fund Controversy», Oxford Economic Papers, vol. 20, no. 3, Νοέμβριος, σσ. 320-341.

Hollander S. (1983), «On the Interpretation of Ricardian Economics: The Assumption regarding Wages», American Economic Review, vol. 73, May 1983, no. 2, σσ. 314-318.

Hollander S. (1985), «On the Substantive Identity of the Ricardian and Neoclassical Conceptions of Economic Organization: the French Connection in British Classicism», στο The Legacy of Ricardo, ed. Giovanni Caravale, Oxford: Basil Blackwell Ltd.

Hollander S. (1987), Classical Economics, Oxford: Basil Blackwell Ltd.

Howard M. (1979), Modern Theories of Income Distribution, London: The Macmillan Press Ltd.

Howard M. (1983), Profits in Economic Theory, London: The Macmillan Press Ltd.

Jevons W. S. (1970), The Theory of Political Economy, London: Penguin.

Kurz H. (1985), «Sraffa’s Contribution to the Debate in Capital Theory», Contributions to Political Economy, vol. 4, σσ. 3-24.

Marshall A. (1956), Principle of Economics, 8th Edition, London: Macmillan & Co Ltd.

Marshall A. (1966), «Mr Mill’s Theory of Value», Memorials of Alfred Marshall, ed. A. C. Pigou, New York: August M. Kelley Publishers.

Μηλιός Γ. (1997), Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός Γ., Οικονομάκης Γ. και Λαπατσιώρας Σ. (2000), Εισαγωγή στην Οικονομική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Milios J., Dimoulis D., Economakis G. (2002), Karl Marx and the Classics, An Essay on Value, Crises and the Capitalist Mode of Production, England: Ashgate Publishing Limited.

Mill J. S. (1902), Principles of Political Economy, 6th edition, London: Longmans, Green, And Co.

Mill J. S. (2000), Essays on Some Unsettled Questions of Political Economy, 2nd edition, Kitchener: Batoche Books, από την ιστοσελίδα: http://www.ecn.bris.ac.uk/het/mill/question.pdf.

Οικονομάκης Γ., Μαρκάκη Μ. (2001), «Ανάλυση της Προσφοράς και της Ζήτησης. Τιμή και Κλαδική Ισορροπία στη Νεοκλασική Οικονομική Ανάλυση. Μέρος Ι: Νόμος και Τιμή», Θέσεις, τεύχος 75, σσ. 25-54.

Pasinetti L. (1991), Παραδόσεις Θεωρίας της Παραγωγής, Αθήνα: Κριτική.

Petri F. (1999), «Professor Hahn on the ‘neo-Ricardian’ Criticism of Neoclassical Economics», σε Value, Distribution and Capital, Essays in Honour of Pierangelo Garegnani, ed. G. Mongiovi and F. Petri, London: Routledge.

Ρικάρντο Ν., Μαρξ Κ. (1989), Αξία και Υπεραξία, Αθήνα: Κριτική.

Robinson J. (1970), «Capital Theory Up to Date», Canadian Journal of Economics, vol. 3, σσ. 309-317.

Robinson J. (1972), Economic Heresies: Some Old-Fashioned Questions in Economic Theory, London: Macmillan.

Robinson J. (1975), «The Production Function and the Theory of Capital», Collected Economic Papers, vol. II, Oxford: Basil Blackwell.

Roncaglia A. (1985), «Hollander’s Ricardo», στο The Legacy of Ricardo, ed. Giovanni Caravale, Oxford: Basil Blackwell Ltd.

RubinI.I.(1994), Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, Αθήνα: Κριτική.

Schumpeter J. (1994), History of Economic Analysis, New York: OxfordUniversityPress.

Screpanti E., Zamagni S. (2002), Η Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης, τόμος Α, Αθήνα: Τυπωθήτω.

Screpanti E., Zamagni S. (2003), Η Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης, τόμος Β, Αθήνα: Τυπωθήτω.

Smith A. (2000), Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίες του Πλούτου των Εθνών. Βιβλία Ι & ΙΙ, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Sraffa P. (1985), Παραγωγή Εμπορευμάτων μέσω Εμπορευμάτων, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα.

Stigler G. (1957), Production and Distribution Theories, New York: Macmillan.

Stigler G. (1965), Essays in the History of Economics, Chicago: The Universityof ChicagoPress.

Σωτηρόπουλος Δ. (2005α), John Stuart Mill: το Τέλος της Κλασικής Σχολής της Πολιτικής Οικονομίας και η Ανάδυση του Νεοκλασικού Υποδείγματος, Αθήνα: αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή, ΕΜΠ.

Σωτηρόπουλος Δ. (2005β), «Ενεργός Ζήτηση και Καπιταλιστική Ανάπτυξη: Ένα Γενικό Σημείωμα με Αφορμή την Παρέμβαση του Tugan-Baranowsky», Θέσεις, τ. 91, σσ. 133-166.

Walras L. (1984), Elements of Pure Economics, or the Theory of Social Wealth, Philadelphia: Orion Editions.

Wicksell K. (1954), Value, Capital and Rent, New York: Rinehart & Co. Inc.


[1] Πιο αναλυτικά για το σημείο αυτό ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει σε Garegnani 1983: 310, Σωτηρόπουλος 2005α: 107-9.

[2] Για το ζήτημα αυτό βλ. χαρακτηριστικά Dobb 1976: 200, Harcourt 1972: 1-3, Blaug 1985: 4, Garegnani 1978: 341-342, Garegnani 1983, Pasinetti 1991: 41-2, Kurz 1985.

[3] Η παρουσία συναρτήσεων καταναλωτικής ζήτησης δεν είναι ορατή στα κείμενα των Σμιθ και Ρικάρντο. Η ανάλυση των τελευταίων περιστρέφεται γύρω από την έννοια της «λειτουργούσας ζήτησης», δηλαδή της ζήτησης «αυτών που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν τη φυσική τιμή του εμπορεύματος» (Smith 2000: I.vii.8). Η ανάλυση αυτή, που είναι ευρύτερη από το σχετικά περιορισμένο πλαίσιο των νεοκλασικών, σε γενικές γραμμές γίνεται αποδεκτή και από τον Τζον Στιούαρτ Μιλλ (βλ. Mill 1902: II.15.§4, Σωτηρόπουλος 2005α: 77-94).

[4] Σχετικά με το ζήτημα του εξωτερικού προσδιορισμού των πραγματικών μισθών στις αναλύσεις των Σμιθ και Ρικάρντο βλ. Smith 2000: I.viii.11, 14-22, Ricardo 1989: 179.

[5] Εννοούμε το σύνολο των οικονομικών αναλύσεων που αναπτύχθηκαν από την εποχή του Άνταμ Σμιθ μέχρι και το έργο του Μιλλ κυρίως στον αγγλικό χώρο.

[6] Με τη σημασία που αποδόθηκε στον όρο από τον Αλτουσέρ (π.χ. βλ. Althusser 1994: 154-166).

[7] Ο Ρούμπιν (I.I. Rubin) περιγράφει ως εξής την «κλασική» θεωρία του «κονδυλίου των μισθών»: «Το επίπεδο των μισθών καθορίζεται αποκλειστικά από τη σχέση μεταξύ προσφοράς εργασίας (δηλαδή του αριθμού των εργατών) και ζήτησης εργασίας (δηλαδή του ποσού του κεφαλαίου που ενδιαφέρεται για τη μίσθωση εργατών) […] ανά πάσα στιγμή το κονδύλι των μέσων διαβίωσης που προορίζονται για τη συντήρηση των εργατών έχει ένα αυστηρά καθορισμένο και περιορισμένο μέγεθος, που δεν μπορεί ούτε να αυξάνεται, ούτε να μειώνεται. […] Το κεφάλαιο που δαπανάται για τη μίσθωση εργατών είναι ένα αυστηρά καθορισμένο και περιορισμένο μέγεθος, που δεν μπορεί σε καμιά στιγμή ούτε να αυξηθεί, ούτε να μειωθεί. Αυτό το “κονδύλι μισθών” επιμερίζεται μεταξύ όλων των εργατών μιας δεδομένης χώρας, έτσι ώστε ο μέσος μισθός του ατομικού εργάτη ισούται με το κλάσμα που προκύπτει από τη διαίρεση του συνολικού κονδυλίου μισθών με το συνολικό αριθμό των εργατών. Αύξηση των μισθών είναι δυνατή μόνον: 1) αν αυξάνεται η ζήτηση εργασίας, δηλαδή υπάρχει μια αύξηση του συνολικού ποσού του κεφαλαίου που δαπανάται για τη μίσθωση εργατών, ή 2) αν μειωθεί η προσφορά εργασίας, αν δηλαδή υπάρξει μια μείωση του συνολικού αριθμού των εργατών» (Rubin 1994: 398-99).

[8] Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι περισσότεροι συγγραφείς στον τομέα της ιστορίας της οικονομικής σκέψης λαμβάνουν την ex ante εκδοχή της θεωρίας του κονδυλίου των μισθών ως τη μοναδική υπάρχουσα εκδοχή. Χαρακτηριστική εξαίρεση αποτελεί το έργο του Χολάντερ (Hollander 1986, 1985, 1987).

[9] Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η συνθήκη ισορροπίας ισοδυναμεί και με συνθήκη πλήρους απασχόλησης. Οι κλασικοί συγγραφείς συνήθιζαν να υιοθετούν τον μαλθουσιανό πληθυσμιακό νόμο: α) για να εγκαθιδρύσουν μια σχέση ανάμεσα στην προσφερόμενη ποσότητας εργασίας και το μισθό και β) για να περιγράψουν την προσαρμογή των αποκλίσεων του αγοραίου μισθού στη (μακροχρόνια) φυσική τιμή ισορροπίας του. Τα σημεία αυτά ισοδυναμούν με έμμεση αποδοχή της πλήρους απασχόλησης, διαμορφώνοντας μια συνεκτική θεωρητική ανάλυση, με μικρή όμως «εμπειρική» σημασία. Οι πληθυσμιακές μεταβολές απαιτούν πολύ μεγάλες χρονικές περιόδους –γενιές ολόκληρες– κάτι που δεν συνάδει με τις απαιτήσεις μιας βραχυχρόνιας ανάλυσης (βλ. Σωτηρόπουλος 2005α: 37, Screpanti & Zamagni 2002: 147).

[10] Η υπόθεση της μοναδιαίας ελαστικότητας είναι συμβατή με την ex ante εκδοχή, όπου η καμπύλη ζήτησης προκύπτει σύμφωνα με ένα a priori εξωτερικά διαμορφωμένο κονδύλι:

>

[11] Δικαίως ο Χολάντερ (Hollander 1968: 321, 341, 1987: 224) κάνει λόγο για Torrens - Cairnes εκδοχή. Ο Καίρνες σε αυτό, όπως και σε πολλά άλλα ζητήματα, επηρεάστηκε εμφανώς από τον Μιλλ. Έτσι ερμηνεύεται και η έκπληξή του όταν αργότερα, το 1869, ο Μιλλ απομακρύνθηκε από το πλαίσιο αυτό σε μια «βεβιασμένη» προσπάθεια να εντάξει με «θετικό τρόπο» και τα συνδικάτα στην ανάλυσή του, χωρίς ταυτόχρονα να αναιρεί συνολικά τη λογική της προσφοράς και ζήτησης (σχετικά με την «αυτοαναίρεση» του Μιλλ και τον μεγάλο σχετικό διάλογο στη βιβλιογραφία βλ. Σωτηρόπουλος 2005α: 39-50).

[12] Βλέπε Hollander 1968, 1987: 224-5.

[13] Καθαρά για λόγους απλότητας θα υποθέσουμε ότι οι αναλογίες κεφαλαίου-εργασίας εκτός από σταθερές είναι και ομοιόμορφες στο σύνολο της οικονομίας. Για την περιγραφή ενός γενικότερου μοντέλου βλ. Σωτηρόπουλος 2005α: 111-3.

[14] Βλ. Robinson 1970: 311-312, Screpanti και Zamagni 2003: 210, Dobb 1976: 288. Σύμφωνα με το σχόλιο του τελευταίου, πρόκειται για μια παραδοχή που «περιγράφτηκε ποικιλότροπα σαν κάτι ανάλογο […] με την πλαστελίνη και τα παρόμοια» (όπ.π.).

[15] «Οτιδήποτε κανείς απασχολεί για την υποστήριξη και τη συνέχιση κάθε άλλης εργασίας πλην της δικής του, θα πρέπει να είχε αρχικά συγκεντρωθεί με αποταμίευση: κάποιος θα πρέπει να το είχε παράξει αποφεύγοντας να το καταναλώσει. Μπορούμε να ισχυριστούμε, συνεπώς, χωρίς ανακρίβεια, ότι ολόκληρο το κεφάλαιο και ειδικότερα ολόκληρη η προσαύξησή του είναι αποτέλεσμα αποταμίευσης» (Mill 1902: III.5.§4, η υπογράμμιση δική μου).

[16] Αφού το ετερογενές κεφαλαιακό απόθεμα καταναλωθεί παραγωγικά, η παρελθούσα αποταμίευση δεν καταστρέφεται αλλά επανεμφανίζεται σε χρηματική μορφή και δύναται είτε να μετατραπεί ξανά σε κεφαλαιακά εμπορεύματα είτε να καταναλωθεί.

[17] Κατά κάποιον τρόπο ο Μιλλ φαίνεται να υποστηρίζει ότι η ίδια η εισαγωγή των βελτιώσεων «δημιουργεί» μακροχρόνια τις αποταμιεύσεις εκείνες που θα τη χρηματοδοτήσουν, χωρίς τελικά να έχει αρνητικές επιπτώσεις στα συμφέροντα της εργασίας. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο της μακροχρόνιας συσσώρευσης οι τεχνικές βελτιώσεις είναι μάλλον «αυτοχρηματοδοτούμενες» από την ίδια τη δυναμική της συσσώρευσης. Χαρακτηριστική είναι η ανάλυσή του στην παράγραφο Mill 1902: I.6.§3. Το άμεσο πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση του Μιλλ είναι ότι αδίκως και ασκόπως ταλαιπωρούνται οι εργαζόμενοι με τις διαμαρτυρίες τους, καθώς τελικά τα αιτήματά τους είναι άγονα.

[18] Ισχύουν τα εξής:

>

[19] Όπως θα περίμενε κανείς, βέβαια, πρόκειται για μια δυσκολία η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από τους πρώτους νεοκλασικούς συγγραφείς, καθώς δεν συνάδει και τόσο με την αναμενόμενη λειτουργία μιας «αγοράς» εργασίας (βλ. σχετικά Stigler 1957: 282-5, Wicksell 1954: 145-6).

[20] Για περισσότερα σχετικά με τις θέσεις του Μιλλ βλ. Σωτηρόπουλος 2005β.

[21] . Πρόκειται για το γνωστό «δόγμα της χρησιμότητας του μη παραγωγικού καταναλωτή» (Rubin 1994: 379). Για περισσότερα βλ. Σωτηρόπουλος 2005β: 134-137.

[22] Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι οι καπιταλιστές και οι γαιοκτήμονες «χάνουν» αναδιανέμοντας χωρίς όφελος το εισόδημά τους. Η παραγωγική κατανάλωση του εισοδήματός αποφέρει κέρδος και άρα περισσότερο εισόδημα (Mill 1902: Ι.5.§9).

[23] Θα παρατηρήσουμε ότι η παραδοχή της μεταβολής στο λόγο L/K οδηγεί δυνητικά στη νεοκλασική θεωρία των μισθών. Θα χρειαζόταν να οριστεί μια συνάρτηση παραγωγής κατάλληλη να συνδέει το παραγόμενο προϊόν με την εκάστοτε χρησιμοποιούμενη αναλογία λ, δηλαδή μια συνάρτηση παραγωγής στην οποία θα ήταν επιτρεπτή η υποκαταστασιμότητα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (Screpanti & Zamagni 2002: 149). Όπως θα δούμε στο επόμενο μέρος της παρούσας εργασίας, οι προϋποθέσεις ενός τέτοιου βήματος είναι ακόμη μακριά από τις κλασικές αναλύσεις των οπαδών της ex ante εκδοχής του κονδυλίου των μισθών.

[24] Η επιχειρηματολογία της παραγράφου αυτής αναπτύσσεται και από τον Χολάντερ (Hollander 1968: 327).

[25] Παραδείγματος χάρη, σύμφωνα με τη λογική του Μιλλ, μια γενική αύξηση των μισθών (μεταβολή στη διανομή) θα οδηγήσει σε αντίστοιχη γενική πτώση των κερδών, η οποία αρχικά δεν θα είναι ομοιόμορφη σε όλους τους τομείς εξαιτίας των διαφορετικών τεχνικών συνθέσεων λ i = Li / Ki. Πριν ακόμη προλάβουν να μεταβληθούν οι τιμές, η μείωση των κερδών θα είναι μεγαλύτερη στις μονάδες έντασης εργασίας, γεγονός που θα υποκινήσει μεταφορά κεφαλαίων προς τις μονάδες έντασης κεφαλαίου, όπου η αντίστοιχη πτώση των κερδών θα είναι εμφανώς μικρότερη, διαμορφώνοντας με αυτό τον τρόπο σχετικά περιθώρια κέρδους. Για λόγους απλότητας θα υποθέσουμε άμεση προσαρμογή της απασχόλησης στις νέες συνθήκες, εξίσου άμεση αποκατάσταση της ισορροπίας στις αγορές των εμπορευμάτων και διατήρηση των συνθηκών αποταμίευσης παρά την πτώση στο επίπεδο των κερδών. Αν ισχύουν τα προηγούμενα, τότε, μετά το πέρας της μετακίνησης κεφαλαίων, στη νέα θέση ισορροπίας θα έχει πραγματοποιηθεί μια συνολική υποκατάσταση εργασίας από κεφάλαιο, καθώς στην ίδια ποσότητα κεφαλαίου θα αντιστοιχεί πλέον μικρότερη ποσότητα εργασίας. Από τη στιγμή, επίσης, που οι τεχνικοί λόγοι κεφαλαίου-εργασίας δεν είναι δυνατόν να μεταβληθούν, στη νέα θέση ισορροπίας η υποκατάσταση θα έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή των ποσοτήτων στις οποίες παράγονται τα διάφορα εμπορεύματα. Ανάλογα αποτελέσματα θα μπορούσαν να παρατηρηθούν ύστερα από μια αλλαγή στη δομή της ζήτησης, όταν π.χ. αυξηθεί η ζήτηση για προϊόντα κλάδων έντασης κεφαλαίου.

[26] Παρά τη σχετικά μεγάλη βιβλιογραφία, μπορεί να ανατρέξει κανείς στα έργα: Sraffa 1985, Robinson 1970 και 1975, Garegnani 1970, και 1978, Eatwell & Milgate 1999, Kurz 1985, Petri 1999.

[27] Το θεωρητικό κύρος του Μιλλ σίγουρα συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στο να εδραιωθεί στο εσωτερικό των αγγλικών συνδικάτων της εποχής του η λογική ότι είναι λανθασμένη κάθε εξωτερική επέμβαση στη φιλελεύθερη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Το πολιτικό μήνυμα προς τους συνδικαλιστές ήταν λίγο-πολύ το εξής: Κάντε περισσότερο αντισύλληψη και λιγότερο επανάσταση.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή