Η αξία ως ουσία: η Πολιτική Οικονομία της έλλειψης ισορροπίας Εκτύπωση
Τεύχος 95, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2006


Η ΑΞΙΑ ΩΣ ΟΥΣΙΑ: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ
του Σταύρου Τομπάζου

Η ενασχόληση με τη σχέση Μαρξ-Χέγκελ δεν πηγάζει από ένα ενδιαφέρον καθαρά φιλοσοφικό, ούτε και είναι καταδικασμένη σε μια επανάληψη κοινοτοπιών. Αντίθετα, είναι δυνατόν να φωτίσει πολλές πτυχές του οικονομικού έργου του Μαρξ και ιδιαίτερα του Κεφαλαίου και να συμβάλει έτσι σε μια βαθύτερη κατανόηση του σύγχρονου, καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Μία από τις μεγάλες ερμηνευτικές δυσκολίες του Κεφαλαίου συνίσταται στο γεγονός ότι το έργο αυτό γίνεται αντικείμενο ανάλυσης και σχολιασμού χωρίς να λαμβάνεται αρκετά υπόψη το όλο λογικό οικοδόμημα που ο Μαρξ κληρονόμησε από τον Χέγκελ – το οποίο στην εποχή του Μαρξ εθεωρείτο δεδομένο. Ο ίδιος ο Μαρξ διεκδικεί τη λεγόμενη «Γερμανική Επιστήμη» (και στο Κεφάλαιο) , όπως την ονομάζει, δηλαδή τη «διαλεκτική», μια μέθοδο της οποίας τις δυνατότητες ελάχιστα αξιοποιήσαμε. Ωστόσο, οι περισσότεροι αναλυτές του αρνούνται να συμμορφωθούν με τα εγγενή κριτήρια αυτής της επιστήμης, ερμηνεύοντας τον Μαρξ βάσει μιας τυπικής λογικής.

Αντί να προσεγγίσουν το Κεφάλαιο με βάση τη «γερμανική λογική», πολλοί αναλυτές επικέντρωσαν την προσοχή τους στις διαφορές ανάμεσα στις μεθόδους του Μαρξ και του Χέγκελ.

Παραδόξως, ενώ η «διαλεκτική» συνίσταται στην αυστηρή διατύπωση και θεωρητική επεξεργασία των αντιθέσεων, κάποιοι αναλυτές [1] αρνούνται την ύπαρξή τους στο Κεφάλαιο. Άλλοι ασκούν κριτική στις αντιθέσεις του Κεφαλαίου, χωρίς να διερωτώνται κατά πόσο αυτές δεν αποτελούν παρά τη θεωρητική διατύπωση αντιθέσεων του ίδιου του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης. [2]

Στην παρούσα εργασία, κατ’ αρχάς θα δείξουμε ότι η αξία ή η αφηρημένη εργασία ως κοινωνική σχέση συμπεριφέρεται ως το Υποκείμενο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η αξία είναι ο αλλοτριωμένος λόγος της σύγχρονης οικονομίας, είναι η «πραγματική αφαίρεσή» της, δηλαδή η λογική της. Θεωρώντας το «φετιχισμό» σημαντική στιγμή της αξίας, ως αναπόσπαστο μέρος της, θα ενδιαφερθούμε για τις «εσωτερικές» αντιθέσεις της αξίας.

Στη συνέχεια, θα δούμε ότι η έννοια του φετιχισμού δεν είναι μόνο «φιλοσοφική» αλλά έχει συγκεκριμένες επιπτώσεις στους ίδιους τους ποσοτικούς προσδιορισμούς της αξίας. Ο περίφημος «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» ορίζεται με αντιφατικό τρόπο από τον ίδιο τον Μαρξ. Οι «αντινομίες» του «κοινωνικά αναγκαίου» χρόνου, όμως, δεν οφείλονται στη θεωρητική ασυνέπεια του Μαρξ, όπως υποστήριξε ο Κ. Καστοριάδης, [3] αλλά στη συνεπή «ασυνέπεια» του ίδιου του κεφαλαίου και των νόμων του.

Τέλος, μέσα από τη θεωρία του χεγκελιανού «Μέτρου», είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε την αξία όπως λειτουργεί στην απλή κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ως «ουσία». Η αξία-ουσία επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση μιας οικονομίας που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ισορροπίας. Αν δεν χειριστούμε την αξία ως «ποσότητα» αλλά ως «ουσία», δεν θα εκπλαγούμε αν ανακαλύψουμε ότι η αξία δεν είναι μια έννοια «θετική», ότι ξεφεύγει από τις συνήθεις διαδικασίες ποσοτικοποίησης, χωρίς να χάνει τίποτα από την ερμηνευτική της δύναμη.

1. Η αξία ως αλλοτριωμένος λόγος

Η διαδικασία των εμπορικών ανταλλαγών, όπως την παρουσιάζει ο Μαρξ, μοιάζει, ως έναν βαθμό με τον πλατωνικό διάλογο. Όπως ο Σωκράτης ενσαρκώνει το καθολικό απέναντι στο ιδιαίτερο, έτσι και το χρήμα είναι η ενσάρκωση της καθολικότητας απέναντι στα ιδιαίτερα εμπορεύματα, είναι η υλική έκφραση του αφηρημένου χρόνου εργασίας απέναντι στα εμπορεύματα που διεκδικούν στην αγορά αναγνώριση ως αξίες. Εγκλωβισμένα στις ιδιαίτερές τους κοινωνικές αξίες χρήσης, και ως αξίες χρήσης άχρηστα για τον ιδιώτη παραγωγό τους, εξαρτώνται απόλυτα από το χρήμα που με κριτική διάθεση και καχυποψία θα τα αντιμετωπίσει στην αγορά.

Οι περισσότεροι αναγνώστες του Κεφαλαίου σημειώνουν την «κοινή ουσία» των εμπορευμάτων, δηλαδή την αφηρημένη εργασία, που τα καθιστά συγκρίσιμα και ανταλλάξιμα. Κρατούν δηλαδή την παλιά αριστοτελική αρχή «ούτ’ ισότης μη ούσης συμμετρίας», στην οποία ο Μαρξ αναφέρεται στο πρώτο κεφάλαιο του 1ου τόμου. [4] Όπως κάθε διάλογος, όμως, έτσι και ο «διάλογος» των εμπορευμάτων στην αγορά δεν προϋποθέτει απλώς μια «κοινή βάση» ή «κοινή γλώσσα» που τον καθιστά δυνατό, αλλά εμπεριέχει και τη δυνατότητα έντασης, ένστασης, διαφωνίας και αντίθεσης. Αυτή η δεύτερη διάσταση κάθε διαλόγου υποβαθμίζεται ή παραλείπεται εντελώς από τους πλείστους αναγνώστες του έργου του Μαρξ, ο οποίος, ωστόσο, την αναπτύσσει μερικές φορές με αρκετά σαφή τρόπο. Στις Grundrisse γράφει τα εξής:

«Η ανταλλακτική αξία κέρδισε, εκτός από την ύπαρξή της στο εμπόρευμα, μιαν προσωπική ύπαρξη [eigne Existenz] στο χρήμα. Διαχωρίστηκε από την ουσία [Substanz] της, ακριβώς γιατί ο φυσικός χαρακτήρας [Bestimmheit] αυτής της ουσίας αντιτέθηκε στον γενικό προσδιορισμό [Bestimmung] της ως ανταλλακτικής αξίας. Κάθε εμπόρευμα μοιάζει με τα άλλα εμπορεύματα (και είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους) ως ανταλλακτική αξία (ποιοτικά: το καθένα αντιπροσωπεύει ένα ποσοτικό συν ή πλην της ανταλλακτικής αξίας. Γι’ αυτό, αυτή η εξομοίωσή τους [Gleichheit], αυτή η ενότητά τους διαφέρει από τη φυσική τους διαφορά και έτσι εμφανίζεται στο χρήμα και ως το κοινό τους στοιχείο και ως κάτι άλλο [ein Drittes] ενάντια σ’ αυτά» . [5]

Να λοιπόν που η αξία, εγγενής ιδιότητα των εμπορευμάτων, είναι ταυτόχρονα και κάτι άλλο έξω και ενάντια σ’ αυτά. Η αξία δεν είναι απλώς η καθολικότητα των ιδιαίτερων εμπορευμάτων, η αφηρημένη εργασία δεν είναι απλώς το «κοινό στοιχείο» των συγκεκριμένων εργασιών, το προϊόν δηλαδή μιας υποκειμενικής αφαιρετικής σκέψης. Μέσα στο αναπτυγμένο σύστημα εμπορευματικών συναλλαγών, η αξία υπάρχει και ως χρήμα ή γενικό ισοδύναμο, που είναι η κατάλληλη φαινομενική της μορφή, για να αμφισβητήσει την άνευ όρων ανταλλαξιμότητα των ιδιαίτερων εμπορευμάτων, για να εγκρίνει τη συμμετοχή τους στην καθολικότητα, για να εξετάσει τους ισχυρισμούς τους και να τους βαθμολογήσει. Μέσα στη διαδικασία των εμπορευματικών ανταλλαγών το ιδιαίτερο εμπόρευμα αντιπροσωπεύει την αξία χρήσης απέναντι στο γενικό ισοδύναμο που ενσαρκώνει την αξία. Η «ενότητα της αντίθεσης» ανάμεσα στην αξία χρήσης και την αξία του εμπορεύματος απλούστατα «εξωτερικεύεται» στη διαδικασία των ανταλλαγών, εμφανίζεται στην ίδια την ανταλλαγή ως αντιπαράθεση των δύο πόλων της. Ο παραγωγός παράγει αξίες χρήσης για τους άλλους χωρίς να ξέρει τις ανάγκες τους και περιορίζεται στο να τις εκτιμήσει, ενώ ταυτόχρονα παράγει για τον εαυτό του αξία. Η αναγνώριση των εμπορευμάτων του ως αξιών χρήσης για την κοινωνία διαμεσολαβείται από το χρήμα, που ταυτόχρονα του παραχωρεί δικαιώματα στην κοινωνική αξία. Έτσι το εμπόρευμα διασπάται και εξαφανίζεται αφήνοντας πίσω του μια απλή αξία χρήσης (στον καταναλωτή) και μια αξία ενσαρκωμένη στην καταλληλότερή της φαινομενική μορφή (στον παραγωγό).

Μήπως υπάρχει στην προηγηθείσα παρουσίαση μια τάση ταύτισης του εμπορεύματος με την απλή αξία χρήσης και του χρήματος με την αξία; Απλώς, περιγράφουμε τη διαδικασία των ανταλλαγών από την οπτική γωνία του παραγωγού, μια οπτική γωνία που υιοθετεί σε πολλές περιπτώσεις και ο Μαρξ. Η ακόλουθη παρατήρηση του συγγραφέα των Grundrisse, αν και χαρακτηρίζεται από τον υποκειμενισμό του παραγωγού, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, διότι εισάγει και στην προβληματική της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης και του φετιχισμού:

«Οι ιδέες δεν μεταβάλλονται μέσα από τη γλώσσα έτσι που οι ιδιότητές τους να χάνονται και ο κοινωνικός τους χαρακτήρας να υπάρχει δίπλα στη γλώσσα, όπως οι τιμές δίπλα στα εμπορεύματα. Οι ιδέες δεν υπάρχουν ως κάτι ξεχωριστό από τη γλώσσα. Η αναλογία ισχύει περισσότερο για ιδέες οι οποίες πρέπει να μεταφραστούν από τη μητρική τους γλώσσα σε μια ξένη για να κυκλοφορήσουν και να γίνουν μεταδόσιμες. Τώρα, όμως, η αναλογία δεν βρίσκεται στη γλώσσα, αλλά στο γεγονός ότι αυτή είναι ξένη». [6]

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής δεν είναι άμεσος, η συμμετοχή της συγκεκριμένης εργασίας στην αφηρημένη εργασία δεν είναι αυτόματη. Η διαδικασία των εμπορικών ανταλλαγών δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διαδικασία μετάφρασης του συγκεκριμένου σε αφηρημένο, του ιδιαίτερου στο γενικό, του ιδιωτικού σε κοινωνικό.

Η αφηρημένη εργασία δεν συνίσταται στην υποκειμενική αφαίρεση των ιδιοτήτων της συγκεκριμένης εργασίας αλλά στην αντικειμενική αφαίρεση μέσω του ίδιου του συστήματος των ανταλλαγών. Η αφηρημένη εργασία δεν είναι απλώς, ούτε και κυρίως, η φυσική κατανάλωση μυϊκής δύναμης και φαιάς ουσίας, αλλά η αποξένωση του παραγωγού από την κοινωνία, που εμφανίζεται απέναντί του ξένη και εχθρική. Στη διαδικασία των ανταλλαγών με «μεσολαβητή» το χρήμα διασπάται το εμπόρευμα στα εξ ων συνετέθη: αξία χρήσης για τον καταναλωτή και ανταλλακτική αξία για τον παραγωγό υπό μορφή χρήματος:

«Αυτή η μεσότης [η ανταλλακτική αξία ως διαμεσολαβητής] εμφανίζεται πάντα ως η ολοκληρωμένη οικονομική σχέση, διότι περιέχει τις αντιθέσεις και εμφανίζεται πάντα εν τέλει ως μια μονόπλευρα ανώτερη δύναμη απέναντι στα ίδια τα άκρα. Επειδή η κίνηση ή η σχέση, η οποία εμφανίζεται αρχικά ως διαμεσολαβούσα ανάμεσα στα άκρα, οδηγεί υποχρεωτικά στο να εμφανιστεί η ίδια ως διαμεσολάβηση με τον ίδιο της τον εαυτό, ως το υποκείμενο που οι στιγμές του είναι τα άκρα, των οποίων καταργεί την αυτονομία, για να τεθεί το ίδιο με την κατάργησή τους ως η μοναδική αυτονομία». [7]

Είναι φανερό ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με τον χεγκελιανό συλλογισμό, δηλαδή με ένα σύστημα σχέσεων με τρεις όρους, εκ των οποίων η μεσότης αποδεικνύεται η μοναδική αυτονομία, υποβιβάζοντας τα άκρα σε προσωπικές της στιγμές. Βέβαια, σ’ αυτό το χωρίο ο Μαρξ έχει κατά νου το χρήμα ως μέσο ανταλλαγής στην απλή κυκλοφορία των εμπορευμάτων και, ταυτόχρονα, ως σύμβολο του αστικού πλούτου. Όπως καταδεικνύει και η συνέχεια του χωρίου, ο Μαρξ καταδικάζει εδώ τις μυθοποιήσεις και τις λανθασμένες παραστάσεις, την «αποθέωση» του χρήματος, τους φετιχισμούς που δημιουργεί η αγορά. Επειδή, όμως, ο φετιχισμός, όπως τον αναπτύσσει και σε άλλα χωρία των Grundrisse και κυρίως στο Κεφάλαιο, δεν περιορίζεται διόλου στις αγοραίες φαντασιώσεις, πρέπει να συλλάβουμε το «θετικό νόημα» αυτού του συλλογισμού: Η αφηρημένη εργασία ή η αξία είναι το υποκείμενο του οποίου η παραγωγή και η κατανάλωση, η ανταλλακτική αξία (ως χρήμα) και η αξία χρήσης (ως προϊόν) είναι οι στιγμές. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο ο Μαρξ γράφει:

«Ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής, όπως και η κοινωνική μορφή του προϊόντος, καθώς και το μερίδιο του ατόμου στην παραγωγή, εμφανίζεται εδώ ενώπιον των ατόμων σαν κάτι ξένο, σαν πράγμα. Όχι ως η μεταξύ τους συμπεριφορά, αλλά σαν η υποταγή τους σε σχέσεις που υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτούς και που προκύπτουν από τη σύγκρουση των αδιάφορων ατόμων μεταξύ τους. Η γενική ανταλλαγή των δραστηριοτήτων και των προϊόντων, που έγινε συνθήκη επιβίωσης κάθε μεμονωμένου ατόμου, η αμοιβαία τους αλληλεξάρτηση, τους φαίνεται κάτι ξένο, ανεξάρτητο, σαν ένα πράγμα. Στην ανταλλακτική αξία μεταμορφώθηκε η κοινωνική σχέση των ανθρώπων σε μια κοινωνική συμπεριφορά των πραγμάτων» . [8]

Η ανταλλακτική αξία είναι αυτή η μεταμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων σε σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα, είναι, με άλλα λόγια, η γένεση ενός άλλου ορθολογισμού, αυτόνομου και ανεξάρτητου, με τα δικά του εγγενή κριτήρια, που καθυποτάσσει το άτομο και το μειώνει σε απλό εμπόρευμα και όργανο του κεφαλαίου. Η ατομική εργασία του καθενός, ως συγκεκριμένη εργασία που προορίζεται για την αγορά, είναι όργανο της οικονομικοκοινωνικής σχέσης που αυτονομείται.

Αυτή η ερμηνεία της αξίας δεν θεωρεί τον «φετιχισμό» κάτι «εξωτερικό» ή επιπρόσθετο στην αξία. Αντίθετα, ο «φετιχισμός» είναι οργανικά συνδεδεμένος μαζί της, είναι θεμελιώδες μέρος του βαθύτερου περιεχομένου της.

Στο Κεφάλαιο το μόνο που αλλάζει είναι η ορολογία. Η «ανταλλακτική αξία» μετονομάζεται απλώς σε «αξία»:

«Πραγματικά, ο αξιακός χαρακτήρας των προϊόντων της εργασίας παγιώνεται μόνο με την πραγματοποίησή τους σαν αξιακών μεγεθών. Τα τελευταία μεταβάλλονται διαρκώς ανεξάρτητα από τη θέληση, την πρόγνωση και τις πράξεις των ανθρώπων που ανταλλάσσουν. Η δική τους κοινωνική σχέση έχει γι’ αυτούς τη μορφή μια κίνησης πραγμάτων, η οποία τους ελέγχει αντί να την ελέγχουν». [9]

Αν υιοθετήσει κανείς την ερμηνεία που εισηγούμαστε εδώ, τότε δεν υπάρχει αξία (ή ανταλλακτική αξία) και αξία χρήσης, αφηρημένη και συγκεκριμένη εργασία, στο σύστημα των αναπτυγμένων εμπορευματικών ανταλλαγών. Είναι αυτό το «και» που θέτει το πρόβλημα. Η αξία χρήσης είναι μια στιγμή της αξίας, η συγκεκριμένη εργασία είναι η συγκεκριμενοποίηση της αφηρημένης εργασίας, ή μάλλον η πάντα εκ νέου συγκεκριμενοποίηση της αφηρημένης εργασίας σύμφωνα με τις επιταγές και τους νόμους της τελευταίας. Με πιο συνήθη ορολογία, η αφηρημένη εργασία είναι η αφηρημένη δραστηριότητα που συμπεριλαμβάνει όλες τις στιγμιαίες διακλαδώσεις του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και είναι κάτι πέρα απ’ αυτές. Είναι, ταυτόχρονα, η εκ των υστέρων κριτική του συγκεκριμένου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και η αναθεώρησή του σύμφωνα με τα δικά της εγγενή κριτήρια.

Με χεγκελιανούς όρους και πιο αναλυτικά θα λέγαμε, λοιπόν, ότι η αφηρημένη εργασία, ως υποκείμενο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι:

> - Πρώτον, μια αφηρημένη δραστηριότητα, ένας φορμαλισμός, ένα είδος κάθαρσης της εμπειρικής συνείδησης από κάθε συγκεκριμένη εικόνα ή παράστασή της για την «εργασία». Αυτή η «κάθαρση» είναι αναγκαία διότι μόνο έτσι θα κατανοήσουμε το βαθύτερο νόημα της αφηρημένης εργασίας, την «υποκειμενικότητά» της που την καθιστά αυτόνομη και κυρίαρχη έναντι των βασικών και βαθύτερων ανθρώπινων αναγκών, το γεγονός δηλαδή ότι αποτελεί πρώτιστα τον αλλοτριωμένο «λόγο» της σύγχρονης κοινωνίας. Η αφηρημένη εργασία συμπεριλαμβάνει όλες τις επιμέρους εργασίες και είναι κάτι πέρα από το άθροισμά τους.

> - Δεύτερον, αναγνωρίζει τον εαυτό της στις συγκεκριμένες και ιδιαίτερες εκφράσεις της, όπως αποκρυσταλλώνονται στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, είναι κάτι σαν το «εγώ» της συνείδησης που διατηρεί την ενότητά του παρά τις διάφορες εκδοχές και λειτουργίες του. Το υποκείμενο αποκτά την «εξωτερικότητά» του, την αντικειμενική του διάσταση, το σώμα του.

> - Τρίτον, μέσω των εμπορευματικών συναλλαγών και της κριτικής του χρήματος αναθεωρεί τον καταμερισμό της εργασίας σύμφωνα με τα δικά της εγγενή κριτήρια, δηλαδή σύμφωνα με τις ανάγκες της προσωπικής της αυτοσυντήρησης ή αναπαραγωγής.

Βέβαια, αυτή είναι μια «αναδρομική» (δυνατή) ερμηνεία της αφηρημένης εργασίας, η οποία ουσιαστικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά το «κοινωνικό κεφάλαιο». Πρέπει να έχει κανείς ολοκληρώσει τη μελέτη του Κεφαλαίου και, επιστρέφοντας στα πρώτα του κεφάλαια, να δει τον πλούτο της αρχής. Δεν είναι, όμως, γι’ αυτόν το λόγο που ο Χέγκελ έλεγε πως το τέλος είναι η αλήθεια της αρχής; Δεν είναι μ’ αυτή τη μεθοδολογική αρχή που ο Μαρξ ανέλυσε το εμπόρευμα ως στοιχειώδη και προφανή μορφή του συστήματος για να ανακαλύψει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο;

2. Οι ποσοτικές αντιθέσεις της αξίας στην απλή κυκλοφορία

Αυτή η ερμηνεία της αξίας έχει επιπτώσεις και στις ποσοτικές της διαστάσεις. Κάθε προσπάθεια θετικής ποσοτικοποίησης της αξίας περιπίπτει σε αξεπέραστες αντιθέσεις και καταλήγει στην «τυπική» απόδειξη του «ουσιαστικού» χαρακτήρα της αξίας.

Από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου, ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας», που αποτελεί τον ποσοτικό προσδιορισμό της αξίας, ορίζεται με αντιφατικό τρόπο. Οι δύο ακόλουθοι ορισμοί δεν είναι δυνατόν να «συμβιβαστούν» μεταξύ τους, εκτός και αν εγκαταλείψει κανείς τα δόγματα της λογικής της ταυτότητας:

«Το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος θα έμενε επομένως σταθερό, αν έμενε σταθερός ο αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή του. Η παραγωγική δύναμη της εργασίας καθορίζεται από ποικίλες περιστάσεις, μεταξύ άλλων και από τον μέσο βαθμό δεξιοτεχνίας των εργατών, από τη βαθμίδα ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογικής εφαρμογής της, από τον κοινωνικό συντονισμό της παραγωγικής διαδικασίας, από την έκταση και την αποτελεσματικότητα των μέσων παραγωγής και από φυσικές συνθήκες». [10]

Στα αμέσως επόμενα, μετά από αυτόν τον «επιστημονικοτεχνικό» ορισμό του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, υπάρχει ένας δεύτερος ορισμός:

«Για να παράγει κανείς εμπόρευμα, δεν πρέπει να παράγει απλώς αξία χρήσης, αλλά αξία χρήσης για τους άλλους, κοινωνική αξία χρήσης. […] Τέλος, κανένα πράγμα δεν μπορεί να είναι αξία χωρίς να είναι αντικείμενο χρήσης. Αν είναι άχρηστο, είναι άχρηστη και η εργασία που περιέχει, δεν μετρά ως εργασία και συνεπώς δεν έχει αξία». [11]

Να που η αξία χρήσης, και επομένως η συγκεκριμένη εργασία, επεμβαίνει «ξαφνικά» στον ίδιο τον ποσοτικό προσδιορισμό του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου αφηρημένης εργασίας. Η «κοινωνικότητα» του προϊόντος ως αξίας χρήσης στο καπιταλιστικό σύστημα εξαρτάται από τη μεταβίβασή του, «μέσω της ανταλλαγής, στον άλλο, σ’ αυτόν που του χρησιμεύει ως αξία χρήσης», δηλαδή από την τιμή που προσφέρει η αγορά. Να που η τιμή αποδεικνύεται στιγμή της αξίας.

Ο «επιστημονικοτεχνικός» ορισμός του χρόνου εργασίας παραπέμπει στις «φυσιολογικές» παραγωγικές συνθήκες μιας ιστορικής στιγμής, ο άλλος ορισμός παραπέμπει, αντίθετα, στο χρόνο που αναγνωρίζει η κοινωνία εκ των υστέρων (μετά την παραγωγή) ως χρήσιμο. Ο πρώτος χρόνος εξαρτάται από τις παραγωγικές δυνάμεις, ο δεύτερος από τον καταμερισμό των εισοδημάτων και τις συνθήκες της αγοράς. Ο πρώτος χρόνος παραπέμπει στην «υλικότητα» ή «αντικειμενικότητα του χρόνου» εκφρασμένη σε προϊόντα, ο δεύτερος στην «αντικειμενικότητα του χρόνου» εκφρασμένη σε χρήμα. [12]

Και είναι βέβαια προφανές ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν χρόνο, εκτός βέβαια και αν θεωρήσουμε το σύστημα ως ένα σύστημα οικονομικής ισορροπίας, αποκλείοντας έτσι κάθε δυνατότητα διατύπωσης θεωριών της κρίσης. Σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, θα προτιμούσαμε τις «ισορροπίες» της θεωρίας του Σαι (J.-B. Say) [13] ή τα μοντέλα γενικής ισορροπίας του Βαλράς (Walras) από τις αντικειμενικές αντιθέσεις του συστήματος, τις οποίες κανείς δεν διατύπωσε καλύτερα από τον Μαρξ.

Ούτε καν ο Ροσντόλσκυ (R. Rosdolsky), του οποίου η ανάλυση των Grundrisse είναι μνημειώδης, δεν συλλαμβάνει το νόημα της αντίθεσης των προσδιορισμών του αναγκαίου χρόνου εργασίας, θεωρώντας την «φαινομενική». Ο Φ. Ενγκελς (F. Engels) υιοθετεί μια πιο ρεαλιστική αντίληψη της αξίας:

«Τι να σκεφτούμε για ένα νόμο [τον νόμο της αξίας] που μπορεί να επιβάλλεται μόνο με περιοδικές επαναστάσεις; Πρόκειται ακριβώς για ένα φυσικό νόμο που στηρίζεται στην έλλειψη επίγνωσης των ανθρώπων που θίγει». [14]

Είναι, ωστόσο, αλήθεια ότι ο Μαρξ δεν επεξεργάστηκε μέχρι τέλους την αντίθεση του χρόνου εργασίας, για την οποία, όμως, είχε πλήρη συνείδηση. Το σχετικό κεφάλαιο του 3ου τόμου του Κεφαλαίου είναι φανερά ασυμπλήρωτο. Επανερχόμενος στον αναγκαίο χρόνο εργασίας στο κεφάλαιο 10 του 3ου τόμου, κατασκευάζει ένα θεωρητικό «μοντέλο» με τρεις τάξεις διαφορετικών παραγωγικοτήτων που παράγουν το ίδιο εμπόρευμα. Αν η αγορά, λέει, χαρακτηρίζεται από συνθήκες (σχετικής) ισορροπίας, η αξία της αγοράς (δηλαδή ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας) καθορίζεται από τη μέση παραγωγικότητα των τριών τάξεων, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού βάρους της καθεμιάς στη συνολική παραγωγή του εν λόγω εμπορεύματος. Σ’ αυτόν το συλλογισμό δεν υπάρχει καμία ιδιαίτερη νοηματική δυσκολία.

Στη συνέχεια ο Μαρξ θέλει να λάβει υπόψη την «κοινωνική ανάγκη» την οποία θεωρεί ως ρυθμιστή της ζήτησης, εισάγοντας έτσι και πάλι την αξία χρήσης στον ποσοτικό προσδιορισμό της αξίας. Και μας λέει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι σε περίπτωση σοβαρής ανισορροπίας, ανάλογα με την κοινωνική ανάγκη ως προς την παραγωγή, τη ζήτηση ως προς την προσφορά, μία από τις δύο ακραίες τάξεις καθορίζει την αξία της αγοράς δυσανάλογα ως προς το ειδικό της βάρος στη συνολική παραγωγή, έτσι που η αξία της αγοράς να διαφέρει από τον εαυτό της ή από τον προηγούμενο ορισμό της:

«Η μάζα των εμπορευμάτων δεν ικανοποιεί απλώς μια κοινωνική ανάγκη, αλλά την ικανοποιεί στην κοινωνική της διάσταση. Αν αντίθετα, το ποσό των εμπορευμάτων είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από τη ζήτηση, παρουσιάζονται αποκλίσεις της τιμής από την αξία της αγοράς. Και η πρώτη απόκλιση είναι η εξής: αν το μέγεθος της προσφοράς είναι πολύ μικρό, τότε το εμπόρευμα που έχει παραχθεί κάτω από τους χειρότερους όρους ρυθμίζει πάντα την αξία αγοράς, ενώ, αν είναι πολύ μεγάλο το μέγεθος της προσφοράς, την αξία αγοράς ρυθμίζει πάντα το εμπόρευμα που έχει παραχθεί κάτω από τους καλύτερους όρους. Έτσι, την αξία αγοράς ρυθμίζει ένα από τα άκρα, παρά το ότι, σύμφωνα με τις μάζες που έχουν παραχθεί κάτω από διαφορετικούς όρους, θα έπρεπε να προκύψει άλλο αποτέλεσμα». [15]

Οι προαναφερθείσες σκέψεις του Μαρξ δεν είναι καλά διατυπωμένες, διότι, ενώ αρχικά λέει πως θα εξηγήσει την απόκλιση της τιμής της αγοράς από την αξία της αγοράς, εν τέλει μας εξηγεί την απόκλιση της αξίας της αγοράς. Από τι, όμως, αποκλίνει η αξία της αγοράς, αν όχι από τον ίδιο της τον εαυτό; Βέβαια, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι έκανε απλώς κάποιο συντακτικό λάθος, και θα έπρεπε να αντικαταστήσουμε τους υπογραμμισμένους όρους «αξία της αγοράς» με «τιμή της αγοράς». Ωστόσο, την απόκλιση της αγοραίας αξίας (ή του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας) από τον εαυτό της πρέπει να την «υποστούμε», δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής. Η συνέχεια του κειμένου το αποδεικνύει:

«Αν είναι πιο σημαντική η διαφορά ανάμεσα στη ζήτηση και το ποσόν των προσφερόμενων προϊόντων, τότε θα αποκλίνει και η τιμή αγοράς ακόμη πιο σημαντικά προς τα πάνω ή προς τα κάτω απ’ ό,τι η αξία της αγοράς». [16]

Βέβαια, αν και η ιδέα του αντιφατικού προσδιορισμού του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας είναι ορθή, η «λύση» που μας εισηγείται ο Μαρξ εγείρει σειρά ερωτημάτων. Μέχρι πότε η μία από τις δύο ακραίες τάξεις του μοντέλου του θα καθορίζουν τον αναγκαίο χρόνο εργασίας; Πώς αυτή η «αρρυθμία» ή «δυσαναλογία» συμβιβάζεται με την τάση διαμόρφωσης ενός μέσου ποσοστού κέρδους; Το κυριότερο, όμως, ερώτημα είναι το ακόλουθο: πώς ξαφνικά η αξία που πρέπει να εξηγήσει του «νόμους της αγοράς» απαιτεί η ίδια τη διαμεσολάβηση αυτών των ίδιων νόμων για να θεμελιωθεί;

Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ δυσκολεύεται να συμφιλιώσει δύο σωστές ιδέες που έχει κατά νου. Πρώτον, ότι η προσφορά και η ζήτηση δεν εξηγούν από μόνες τους απολύτως τίποτα και, δεύτερον, ότι η «κοινωνική ανάγκη» ή η «κοινωνική αξία χρήσης» είναι ένας παράγοντας πολύ σημαντικός για να αφεθεί στο περιθώριο της αξίας. Με άλλα λόγια: Πώς μπορεί να διατυπωθεί με σαφήνεια το γεγονός ότι η αξία χρήσης είναι στιγμή της αξίας, χωρίς να υποπέσει κανείς σε χυδαίες αναλύσεις που «ερμηνεύουν» την οικονομική ζωή βάσει της προσφοράς και της ζήτησης;

3. Από το «μέτρο» στην αξία-ουσία

Παραδόξως, η χεγκελιανή ουσία προκύπτει λογικά από ένα ανάλογο ζήτημα με αυτό της προσφοράς και της ζήτησης και τα εγγενή προβλήματα ποσοτικοποίησής τους. Μια εξερεύνηση της χεγκελιανής θεωρίας του «Μέτρου», αυτής της ύστατης προσπάθειας της σκέψης να σώσει το Είναι, είναι χρήσιμη διότι θα συμβάλει αφ’ ενός στην κριτική των «νόμων της αγοράς», αφ’ ετέρου σε μια ακριβέστερη διατύπωση της αξίας ως ουσίας και όχι ως ποσότητας. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι αυτή η διατύπωση, όσο παράξενο και αν φαίνεται, ανοίγει διαδρόμους επικοινωνίας ανάμεσα στη μαρξιστική οικονομία και τη σύγχρονη φυσική έρευνα των δυναμικών συστημάτων.

Επειδή η θεωρία του «Μέτρου» είναι από τα πιο δύσκολα μέρη της Επιστήμης της Λογικής, θα επικεντρωθούμε στα κυριότερα σημεία της για την οικονομική σκέψη.

Στη θεωρία του «Μέτρου», ο φιλόσοφος επιχειρεί να διατυπώσει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα. Στο «μέτρο» δεν υπάρχει ποσότητα και ποιότητα, υπάρχει μια προοδευτική σύνδεση της μιας με την άλλη. Το δεύτερο κεφάλαιο του «Μέτρου», με τίτλο «Το πραγματικό μέτρο», είναι εν μέρει αφιερωμένο σ’ αυτό που ο Χέγκελ ονομάζει «κομβική γραμμή μέτρων». Αυτή η «γραμμή», στην απλούστερή της εκδοχή, είναι μια ποσοτική ανάπτυξη, η οποία, όμως, συνοδεύεται από ποιοτικές διακοπές ή ποιοτικούς σταθμούς. Επειδή αυτοί οι σταθμοί προϋποθέτουν συγκεκριμένους ποσοτικούς προσδιορισμούς ονομάζονται «κόμβοι» της ποιότητας και της ποσότητας.

Το γνωστότερο παράδειγμα μιας «κομβικής γραμμής μέτρων», παρμένο κατευθείαν από το «Μέτρο» του Χέγκελ, είναι το παράδειγμα του νερού, που ανάλογα με τη θερμοκρασία του εμφανίζεται υπό διαφορετικές μορφές (στερεά, υγρή, αέρινη).

Ένα άλλο εύκολο παράδειγμα σύνδεσης της ποιότητας και της ποσότητας είναι η μουσική αρμονία. Η αρμονία, η ποιότητα δηλαδή, προκύπτει ξαφνικά ως αποτέλεσμα προγενέστερων τόνων συγκεκριμένων ποσοτήτων.

Εμείς θα ενδιαφερθούμε κυρίως για τα «χημικά» παραδείγματα των κομβικών γραμμών, λόγω του παραλληλισμού που είναι δυνατόν να κάνουμε ανάμεσα στις χημικές και τις εμπορευματικές «ενώσεις». Ίσως να μην χρειάζεται καν να αναφέρουμε ότι αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι η ορθότητα της αρχαϊκής «χημείας» του Χέγκελ, αλλά η λογική του και η δυνατή εφαρμογή της στην οικονομία.

Αναφερόμενος σε χημικές ουσίες, όπως οι βάσεις και τα οξέα, ο Χέγκελ σημειώνει ότι αυτές οι ουσίες ή σώματα «εμφανίζονται ως άμεσα αφ’ εαυτού προσδιορισμένα, αλλά και, πολύ περισσότερο, ως ατελή σωματικά στοιχεία, ως μέρη, που δεν υπάρχουν πράγματι για τον εαυτό τους, αλλά επιδιώκουν την κατάργηση της απομονωμένης τους ύπαρξης, για να ενωθούν με άλλα». [17]

Ο Χέγκελ ενδιαφέρεται γι’ αυτές τις ουσίες, γιατί ο ποιοτικός τους προσδιορισμός ως αυτόνομων ουσιών συνίσταται, κατά κάποιον τρόπο, στην ποσοτική τους συμπεριφορά απέναντι σε άλλες ουσίες. Πιο συγκεκριμένα, το ποιόν κάποιων χημικών ουσιών είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ως «μέτρο κορεσμού» των στοιχείων, δηλαδή ως ο ποσοτικός προσδιορισμός που απαιτείται για την ουδετεροποίησή τους. Το «μέτρο κορεσμού» αποτελεί επομένως την «ποιοτική φύση κάποιου στοιχείου, που το κάνει να είναι αυτό που είναι για τον εαυτό του». [18]

Αυτή η παρατήρηση του Χέγκελ θα μπορούσε να αφορά και τις εμπορικές συναλλαγές. Όπως και για τις χημικές ουσίες, η «ποιοτική» φύση του εμπορεύματος συνίσταται στην ποσοτική του σχέση με τα άλλα εμπορεύματα, δηλαδή στο μέτρο κορεσμού του. Αυτό τουλάχιστον ενδιαφέρει τον πωλητή: πόσα θα πάρει αφού πωλήσει το εμπόρευμά του ή πόσο χρήμα, του οποίου, όμως, η αξία εξαρτάται από την αγοραστική του δύναμη. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Μαρξ σε πολλές περιπτώσεις παρομοιάζει τις εμπορευματικές συναλλαγές με τις χημικές ενώσεις. Και οι δύο διέπονται από ποσοτικούς προσδιορισμούς του τύπου που αναλύουμε εδώ.

Η ποιοτική φύση των χημικών σωμάτων, λέει ο Χέγκελ, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί περισσότερο, χάριν της «ειδικής σειράς» [19] των ποσοτικών προσδιορισμών των ενώσεων της «κομβικής γραμμής των μέτρων», οι οποίοι απαιτούνται για την ένωση και οι οποίοι εξαρτώνται από το «μέτρο κορεσμού». Έχουμε π.χ. ένα οξύ (Α) το οποίο ουδετεροποιείται με μια σειρά βάσεις (α, β, γ κ.λπ.). Ο κάθε «κόμβος» αυτής της γραμμής είναι μια ένωση συγκεκριμένων ποσοτικών αναλογιών. Έχουμε δηλαδή μια ειδική σειρά του οξέος του ακόλουθου τύπου:

Α. α/Α=1/2, β/Α=2, γ/Α=3 κλπ. (είναι ευνόητο ότι αριθμοί είναι τελείως τυχαίοι).

Η ίδια αρχή ισχύει βέβαια για οποιοδήποτε άλλο οξύ. Το οξύ Β π.χ. έχει τη δική του «ειδική σειρά»:

Β. α/Β=1, β/Β=(4), γ/Β=(6) κλπ.

Τα οξέα Α και Β καθίστανται τώρα συγκρίσιμα μεταξύ τους χάριν των αριθμών ή των λόγων των κόμβων (δηλαδή των αναλογιών των ενώσεων), που αποτελούν το «ποιόν» τους και την «κοινή ενότητά» [20] τους: Α=2Β. Είναι επίσης δυνατόν να συμπεράνουμε τους άλλους αριθμούς της σειράς Β, που θέσαμε σε παρένθεση, από τις προηγούμενες αναλογίες.

Σχετικά με αυτές τις σκέψεις του Χέγκελ, ο Γάλλος ιστορικός της οικονομίας και φιλόσοφος Ντενίζ (H. Denis) σημειώνει: «Ο ίδιος νόμος κυβερνά την ανταλλαγή εμπορευμάτων. Ο Βαλρά (Walras) π.χ. διατύπωσε το ακόλουθο αξίωμα: “Για να βρίσκεται η οικονομία σε κατάσταση γενικής ισορροπίας, πρέπει οι τιμές δύο τυχόντων εμπορευμάτων, εκφρασμένες η καθεμιά στο άλλο εμπόρευμα, να ισούται με τη σχέση των τιμών του ενός και του άλλου, εκφρασμένες σε ένα τρίτο εμπόρευμα ”». [21]

Στη συνέχεια, ο Χέγκελ μετατοπίζει την έμφαση της ανάλυσής του από τα διάφορα στοιχεία και τις ειδικές σειρές τους στους κόμβους των στοιχείων. Ο κάθε κόμβος (α/Α, β/Α, α/Β κ.λπ.) έχει τον δικό του ποιοτικό χαρακτήρα. Τα στοιχεία, όμως, καθιστούν επίκαιρη την αυτονομία τους για να εμπλακούν σε άλλες ενώσεις. Το Α και το α, π.χ., διασπώνται κάτω από κάποιες συνθήκες, ο κόμβος λύεται, για να ενωθούν το μεν πρώτο με το β, το δε δεύτερο με το Β. [22] Κατά κάποιον τρόπο, ο κόμβος «εξωτερικεύεται» ως προς τον εαυτό του για να διαμορφώσει νέους κόμβους. Σε τι συνίσταται, όμως, αυτή η «εξωτερίκευση»; Συνίσταται στο γεγονός ότι η πρώτη ένωση α/Α δεν εξαφανίζεται τελείως. Επειδή το ποιόν της βασίζεται σε ποσοτικές αναλογίες, οι οποίες είναι δυνατόν να εξαχθούν από τις αναλογίες των άλλων κόμβων, η σχέση α/Α συνεχίζει να υφίσταται νοητικά, όπως συνεχίζει να υφίσταται και ως δυνατότητα.

Τώρα ο Χέγκελ θα διερωτηθεί κατά πόσον υπάρχει κάτι πίσω από αυτές τις ενώσεις, πίσω από τις σχέσεις των «μετρικών αναλογίων», πίσω από τις σχέσεις των κόμβων, το οποίο είναι σε θέση να τις εξηγήσει. Έτσι, γεννιέται η υπόθεση του «υλικού υποστρώματος» , το οποίο, όπως εν τέλει θα αποδειχθεί, δεν είναι παρά μια υπόθεση:

«Η σχέση της μετρικής αναλογίας [Verhaltnisma?] ως προς τον εαυτό της είναι διαφορετική από την εξωτερικότητά της, τη μεταβλητότητά της, που αποτελεί την ποσοτική της πλευρά. Σαν σχέση ως προς τον εαυτό της και εν αντιθέσει με αυτήν την ποσοτική της πλευρά είναι μια υφιστάμενη, ποιοτική βάση, κάτι σταθερό, ένα υλικό υπόστρωμα. Αυτό το υπόστρωμα, ταυτόχρονα, ως συνέχεια του μέτρου με τον εαυτό του στην εξωτερικότητά του, θα έπρεπε να περιέχει στην ποιότητά του την αρχή του προσδιορισμού [Spezifikation] αυτής της εξωτερικότητας». [23]

Αν και ο Χέγκελ εκφράζεται εδώ με τρόπο σχετικά στρυφνό, αυτό που λέει είναι απλό. Θα το παραφράσουμε αντλώντας το παράδειγμά μας από τις «μετρικές αναλογίες» της οικονομικής ζωής: Εκτός από το πλήθος των εμπορικών ανταλλαγών (που είναι οι «μετρικές αναλογίες» της καπιταλιστικής οικονομίας), μήπως υπάρχει και η εμπορική ανταλλαγή ως υλικό υπόστρωμα, κάτι που ενυπάρχει σε κάθε εμπορική αλλαγή, έστω και αν δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού; Αν ναι, σε τι θα συνίστατο η ποιότητα του υποστρώματος, αν όχι στην προσδιοριστική αρχή της κάθε εμπορευματικής ανταλλαγής; Με άλλα λόγια, στις χυδαίες ερμηνείες του Μαρξ, το εν λόγω υλικό υπόστρωμα είναι η ποσότητα της αφηρημένης εργασίας ως κατανάλωση μυώνων, φαιάς ουσίας κλπ. που ενσωματώνεται στα εμπορεύματα και υποτίθεται πως προσδιορίσει, λίγο ή πολύ άμεσα, την κάθε εμπορευματική ανταλλαγή.

Προς κακή τύχη αυτών των ερμηνειών, ο Χέγκελ θα αποδείξει πως αυτό το υπόστρωμα στερείται ποιότητας: δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τις αναλογίες των διάφορων εμπορικών ανταλλαγών και καταρρέει κάτω από το βάρος των εσωτερικών του αντιθέσεων.

Για να απλοποιήσει την ανάλυσή του, στο τρίτο κεφάλαιο του «Μέτρου» με τίτλο «Το γίγνεσθαι της Ουσίας», ο Χέγκελ περιορίζει τους κόμβους της γραμμής σε δύο. Κάθε κόμβος θεωρείται τώρα μια στιγμή, μια «κατάσταση» ή μια «πλευρά» του υποστρώματος. Ο κόμβος υποβιβάζεται σε «κατάσταση» του υποστρώματος. Ό,τι αλλάζει στη γραμμή «είναι τώρα αλλαγή μιας κατάστασης [Zustand] και το μεταβιβαζόμενο τίθεται ως παραμένον το ίδιο σ’ αυτήν την αλλαγή». [24] Βεβαίως, αυτό που «μεταβιβάζεται» χωρίς να μεταβάλλεται σ’ αυτή την αλλαγή είναι το υπόστρωμα.

Το υπόστρωμα έχει δύο στιγμές ή καταστάσεις και είναι αδιάφορες η μία και η άλλη. Είναι έτσι «ενώπιον του προσδιορισμού, α-διαφορία [Indifferenz]». «Η διαφορά σ’ αυτήν την α-διαφορία», συνεχίζει ο Χέγκελ, «είναι συνεπώς κατ’ αρχήν μια διαφορά ουσιαστικά καθαρά ποσοτική, εξωτερική […].» [25]

Οι «καταστάσεις» του υποστρώματος εκφράζονται, ωστόσο, από κάποιους αριθμούς ή τιμές (α/Α=1/2, β/Α=2 κλπ.). Εάν επομένως το υπόστρωμα συμπεριλαμβάνει και τις δύο καταστάσεις, είναι και ο ένας και ο άλλος αριθμός, προσδιορίζεται συνεπώς από το σταθερό άθροισμά τους. Δηλαδή το υπόστρωμα είναι υποχρεωτικά 2½, έτσι που, αν τυχόν οι αναλογίες της κάθε ένωσης αλλάξουν, στο μίνιμουμ της κάθε ένωσης να αντιστοιχεί το μάξιμουμ της άλλης.

Τι σημαίνει αυτό για την οικονομία; Σημαίνει ότι κατ’ αρχάς το συνολικό άθροισμα των τιμών του υποστρώματος ισούται με τη συνολική αξία του. Όταν λέμε π.χ. ότι α/Α=1/2 εννοούμε ότι η ανταλλακτική αξία του Α είναι 2α και του α είναι Α/2. Το α/Α, όταν πρόκειται για άμεσες εμπορικές ανταλλαγές, δεν είναι ένα τρίτο προϊόν, όπως είναι το αλάτι που προκύπτει από την ένωση μιας βάσεως και ενός οξέος. Ωστόσο, από τις άμεσες εμπορικές ανταλλαγές προκύπτει ιστορικά ένα νέο κοινωνικό «προϊόν» που είναι το χρήμα. Εμείς όμως εδώ, στις εμπορικές μας ανταλλαγές, δεν έχουμε ακόμη χρήμα. Επομένως, δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να έχει νόημα να προσθέσουμε τους αριθμούς (1/2 + 2 κλπ.). Αν, όμως, ορίσουμε το Α της γραμμικής μας σειράς ως το χρήμα, θα βρεθούμε σε μια κατάσταση τελείως ανάλογη με αυτή που περιγράφει ο Χέγκελ. Αν π.χ. ορίσουμε το Α ως κάποια νομισματική μονάδα, τότε ξέρουμε ότι το α/Α=1/2 αντιστοιχεί στο α=½Α, όπως ξέρουμε ότι το β/Α=2 αντιστοιχεί στο β=2Α. Επομένως, το α/Α =½, το β/Α= 2 κλπ. θα μπορούσε να σημαίνει ότι το α στοιχίζει ½ δολάριο, το β στοιχίζει 2 δολάρια κλπ.

Τι μας λέει λοιπόν ο Χέγκελ όταν δηλώνει ότι το υπόστρωμα είναι το άθροισμα των τιμών του; Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο απ’ αυτό που λέει ο Μαρξ όταν δηλώνει ότι το σύνολο των τιμών παραγωγής ισούται με το σύνολο της παραχθείσας αξίας. Όπως και στον Χέγκελ, έτσι και στον Μαρξ, δεδομένης της συνολικής αξίας, όταν αυξηθεί η τιμή παραγωγής κάποιου εμπορεύματος θα πρέπει να μειωθεί η τιμή παραγωγής κάποιου άλλου.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο «Μέτρο» για να παρακολουθήσουμε τη συνέχεια της σκέψης του Χέγκελ. Υπενθυμίζουμε ότι ο Χέγκελ, για να απλοποιήσει την ανάλυσή του, περιόρισε τις στιγμές του υποστρώματος σε δύο: ας πούμε α/Α=1/2 και β/Α=2. Οι στιγμές του υποστρώματος δεν διαφέρουν, όμως, μόνο ποσοτικά (1/2<2), διαφέρουν και ποιοτικά. Επομένως, το υπόστρωμα δεν είναι μόνο 2½, διαθέτει και δύο προφανείς ποιότητες. Οι στιγμές α/Α και β/Α δεν διαφέρουν μόνο ποσοτικά διαφέρουν και ποιοτικά λόγω της αξίας χρήσης του εμπορεύματος α και του εμπορεύματος β που αντιστοιχούν στις δύο προφανείς «ποιότητες» του υποστρώματος.

Το υπόστρωμα, όμως, δεν μπορεί να είναι διαδοχικά η μια ποιότητα και μετά η άλλη, διότι σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα παρέμενε ποιοτικά αμετάβλητο μέσα στη μετάβαση από τη μια προφανή ποιότητα στην άλλη και οι ποιότητες α και β θα αποδεικνύονταν άσχετες μεταξύ τους, αυτόνομες. Από μια άλλη οπτική γωνία, όμως, δεν είναι δυνατόν να είναι αυτόνομες, διότι διαθέτουν αλληλεξαρτώμενα ποσοτικά ισοδύναμα. Έτσι γεννιέται η υπόθεση ότι οι προφανείς ποιότητες α και β θα έπρεπε να εκφράζουν μια ποσοτική σχέση κυριαρχίας ανάμεσα σε δύο «υπόγειες» «ποιότητες», ή «δυνάμεις», ή «παράγοντες», τους οποίους θα ονομάσουμε π και ζ. Η ποιοτική διαφορά των στιγμών θα θεωρηθεί τώρα ως η εξωτερίκευση της υπεροχής της μιας από αυτές τις δύο δυνάμεις σε κάθε στιγμή της γραμμής, οι οποίες χαρακτηρίζονται τώρα οι ίδιες από μια «αντίστροφη σχέση»: «Κάθε πλευρά είναι τώρα αφ’ εαυτού μια αντίστροφη σχέση» [26] και στο μάξιμουμ της μια δύναμης πρέπει να αντιστοιχεί το μίνιμουμ της άλλης:

«Το ίδιο το υπόστρωμα είναι, ως α-διαφορία, αφ’ εαυτού ενότητα των δύο ποιοτήτων. Η κάθε πλευρά της σχέσης [εννοεί η κάθε στιγμή του υποστρώματος] περιέχει επομένως μέσα της και τις δύο ποιότητες και διαφέρει [στην κάθε του στιγμή] από το περισσότερο της μιας ποιότητας και το λιγότερο της άλλης. Η μια ποιότητα είναι, εξαιτίας της συγκεκριμένης της ποσότητας, η κυρίαρχη στη μια πλευρά και η άλλη ποιότητα στην άλλη πλευρά». [27]

Με άλλα λόγια, η ποιοτική διαφορά των στιγμών, καθώς και τα ποσοτικά συγκρίσιμα ισοδύναμά τους, οφείλουν να εξηγηθούν από την ποσοτική σχέση των δυνάμεων π και ζ: π>ζ για τη μια στιγμή και ζ>π για την άλλη στιγμή.

Οι ποιότητες α και β δεν επιδέχονται άμεσης σύγκρισης διότι διαφέρουν ποιοτικά, έστω και αν «εμπειρικά» διαμορφώνουν «ισοδύναμα», τα οποία δεν διαφέρουν μεταξύ τους παρά ποσοτικά. Με την υπόθεση ότι οι ποιότητες α και β δεν είναι παρά εξωτερικεύσεις δύο «υπόγειων» δυνάμεων, οι οποίες διαφέρουν μεν ποιοτικά, είναι δε ποσοτικά συγκρίσιμες, επιχειρείται η ύστατη προσπάθεια διάσωσης του υποστρώματος. Πώς, όμως, αυτές οι δυνάμεις, αν και ποιοτικά διαφορετικές, είναι δυνατόν να συγκριθούν ποσοτικά; Αν υποθέσουμε ότι αυτές οι δυνάμεις δρουν προς αντίθετη κατεύθυνση, η ίδια η κατεύθυνση είναι η ποιότητά τους, ενώ οι δύο δυνάμεις παραμένουν ποσοτικά συγκρίσιμες. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Χέγκελ χαρακτηρίζει τη σχέση των δύο δυνάμεων «αντίστροφη» και δεν έχει καμία σημασία αν δεν χρησιμοποιεί τον όρο αυτό με την ορθή μαθηματική του έννοια.

Το υπόστρωμα (υ) ορίζεται κατ’ αρχάς ποσοτικά ως το άθροισμα των αριθμών ή των λόγων των 2 στιγμών (Λ1, Λ2): υ=Λ1+Λ2. Έπειτα, το υπόστρωμα (Υ) ορίζεται ποιοτικά για την κάθε στιγμή ως εξής (ονομάζουμε δ μια τιμή διαφοράς ανάμεσα στο π και το ζ):

π+δ ζ-δ

Λ1: Υ = ------- + --------

2 2

ζ+δ π-δ

Λ2: Υ = -------- + --------

2 2

Το υπόστρωμα Υ πρέπει να εξηγήσει την ποσοτική διαφορά από το Λ1 στο Λ2. Αυτό, λέει στη συνέχεια ο Χέγκελ, είναι αδύνατον, διότι η μία από τις δυνάμεις εξαφανίζεται τελείως στην μια από τις δύο στιγμές: η δύναμη ζ στην πρώτη περίπτωση και η δύναμη π στη δεύτερη περίπτωση. Έτσι, αντί να έχουμε να κάνουμε με τις ποιότητες α και β, έχουμε να κάνουμε με τις ποιότητες ζ και π. Το υπόστρωμα διασπάται. Μέσα στη μετάβαση χάνεται η ταυτότητά του, αλλάζει όχι μόνο ποσοτικά (Λ2>Λ1) αλλά και ποιοτικά. Για να διατηρήσει την κοινή του ποιοτική ταυτότητα θα πρέπει οι δυνάμεις π και ζ να είναι ίσες σε κάθε στιγμή. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, πώς εξηγείται η ποσοτική διαφορά του Λ1 και Λ2; Όπως σημειώνει ο A. Doz (από τον οποίο εμπνέεται και το προαναφερθέν μοντέλο), στο πολύτιμό του σχόλιο στη χεγκελιανή θεωρία του «Μέτρου», «ή η α-διαφορία δεν καταφέρνει να διαφοροποιηθεί ή, αν πράγματι η διαφοροποίηση πραγματοποιείται, πραγματοποιείται μέσα στην α-διαφορία». [28]

Με τη γλώσσα της λογικής, ο Χέγκελ μας λέει ότι η προσφορά (π) και η ζήτηση (ζ) στην οικονομία δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Για να έχουν κάποιο νόημα αυτές οι δύο ποιότητες ή δυνάμεις πρέπει να είναι πάντοτε ίσες. Αν η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση, η ζήτηση χάνεται τελείως, έτσι που να έχουμε μια προσφορά «αυτόνομη», χωρίς ζήτηση που να της αντιστοιχεί. Μια προσφορά «αυτόνομη», όμως, στερείται οικονομικού νοήματος. Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το «επιπλέον» της προσφοράς ως προς τη ζήτηση θα οδηγήσει σε μια άλλη τιμή ισορροπίας, έτσι που η ζήτηση και η προσφορά να εξισωθούν εκ νέου. Το πρόβλημα σ’ αυτόν το συλλογισμό συνίσταται όμως στο εξής: Αν οι δύο δυνάμεις είναι ίσες και τη στιγμή Λ1 και τη στιγμή Λ2, τότε πώς το «υπόστρωμα» (η «αντίστροφη σχέση» προσφοράς/ζήτησης) εξηγεί την ποσοτική μεταβολή;

Το συνδυασμένο παιγνίδι της προσφοράς και της ζήτησης δεν εξηγεί, σύμφωνα με τον Χέγκελ, ούτε τη διαφορετική τιμή του εμπορεύματος α από το εμπόρευμα β, ούτε τις διαφορετικές τιμές που μπορεί να έχει ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Η λογική του ανάπτυξη δεν ισχύει μόνο για τις κομβικές γραμμές που παρουσιάσαμε, ισχύει και για τις κομβικές γραμμές δύο ουσιών (όπως π.χ. το οξυγόνο και το άζωτο), των οποίων οι ενώσεις σε διαφορετικές αναλογίες χαρακτηρίζονται από ξεχωριστές ποιότητες. Σε κάθε περίπτωση, ο καθένας εξ «αυτών των παραγόντων που οφείλουν να υπάρχουν [sein sollenden Faktoren] εξαφανίζεται και όταν υπερ βαίνει τον άλλο, και όταν πρέπει να του είναι ίσος» . [29]

Ο Χέγκελ «καταστρέφει» ουσιαστικά κάθε έννοια της αξίας που βασίζεται στη «σπανιότητα» των προϊόντων, διότι η «σπανιότητα» δεν έχει νόημα ανεξάρτητο από την «αντίστροφη σχέση» προσφοράς/ζήτησης. Αν το προϊόν γ τη στιγμή Λ2 μπορεί, κατά κάποιον τρόπο, να θεωρηθεί σπανιότερο από το γ τη στιγμή Λ1, είναι γιατί το προϊόν γ τη στιγμή Λ2 είναι πιο ακριβό από το ίδιο προϊόν τη στιγμή Λ1. Δεν είναι, όμως, πιο ακριβό επειδή είναι πιο σπάνιο, διότι τίποτα δεν επιτρέπει να εξακριβώσουμε έναν μεγαλύτερο βαθμό σπανιότητας.

Όλη αυτή η λογική ανάπτυξη δεν ισχύει και για τον αναγκαίο χρόνο εργασίας (ή για την αξία), δεδομένου ότι αυτός ορίζεται με αντιφατικό τρόπο; Ισχύει, εκτός και αν θεωρήσουμε την αξία ως «ουσία», της οποίας θα εξετάσουμε το συγκεκριμένο οικονομικό νόημα, αφού πρώτα παρουσιάσουμε το γενικό της.

Η α-διαφορία αποδείχτηκε «η πλήρης αντίθεση και έτσι πρέπει να τεθεί: Είναι η αντίθεση που, αυτοκαταργώντας τον εαυτό της, προσδιορίζεται ως αυτονομία που υπάρχει για τον εαυτόν της, αυτονομία της οποίας το αποτέλεσμα και η αλήθεια δεν είναι πλέον η α-διάφορη ενότητα, αλλά η απόλυτη ενότητα, η αρνητική ενότητα στον ίδιο της τον εαυτό με εγγενή τρόπο, που είναι η ουσία» . [30]

Η ουσία λοιπόν είναι μια αυτόνομη, αρνητική, απόλυτη ενότητα. Αυτό σημαίνει πως είναι «τίποτα», πως στερείται δηλαδή κάθε δυνατότητας να αποτελέσει ιδιότητα της άμεσης Αντικειμενικότητας. Είναι δηλαδή η άρνηση του Είναι που καταρρέει υπό το βάρος των εσωτερικών του αντιθέσεων. Αυτό σημαίνει απλώς ότι κάποιες «ιδιότητες», όπως η «συνάφεια», ο «συσχετισμός», η «συγγένεια» των πραγμάτων, δεν ανήκουν στο «υλικό αντικείμενο», δεν προκύπτουν από την άμεση αντικειμενικότητα ως στιγμή των προσδιορισμών της, αλλά αποτελούν απαιτήσεις της σκέψης απέναντι στην αντικειμενικότητα, απαιτήσεις του Υποκειμένου απέναντι στο Αντικείμενο. [31]

Στη Μικρή Λογική, η ουσία ορίζεται βασικά ως μια σχέση (Beziehung):

«Όταν (στη σφαίρα του Είναι) το Κάτι γίνεται κάτι Άλλο, το Κάτι εξαφανίζεται σ’ αυτή τη μετάβαση. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την ουσία. Εδώ δεν έχουμε κανένα αληθινά Άλλο, αλλά μόνο διαφορετικότητα, σχέση του Ενός με το δικό του Άλλο. Συνεπώς, η μετάβαση της ουσίας είναι ταυτόχρονα απουσία μετάβασης. Διότι στη μετάβαση του διαφορετικού στο διαφορετικό δεν εξαφανίζεται το διαφορετικό, αλλά οι διαφορετικοί [όροι] παραμένουν στη σχέση τους». [32]

To εμπόρευμα ως «Κάτι» εξαφανίζεται όταν γίνει κάτι «Άλλο», δηλαδή χρήμα. Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή του εμπορεύματος (επιστημονικοτεχνικός ορισμός) δεν εξαφανίζεται μέσα στο χρήμα (ορισμός βάση της κοινωνικής ανάγκης που αντιστοιχεί στο εμπόρευμα). Το Άλλο της αξίας του εμπορεύματος, το χρήμα, είναι το δικό της Άλλο. Η αξία δεν χάνεται σ’ αυτή τη μετάβαση, διότι είναι αυτή η μετάβαση. Η οικονομική ανισορροπία είναι τόσο διαρκής, όσο και η τάση αποκατάστασης της ισορροπίας. Η αξία είναι ακριβώς η ανταγωνιστική, κοινωνική σχέση ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, τον πωλητή και τον αγοραστή.

«Η ουσία είναι το Είναι, ή η αμεσότητα, η οποία, με την άρνηση του εαυτού της, είναι μεσολάβηση με τον εαυτό της και σχέση ως προς τον εαυτό της […]» [33] , δηλαδή στην οικονομία είναι η αξία.

Εδώ εγείρεται, όμως, ένα ερώτημα. Αν η αξία είναι ουσία και η ουσία είναι, σε οντολογικό επίπεδο, «τίποτα», τότε πώς είναι δυνατόν να είναι «εργασία»; Η «εργασία», ωστόσο, που ορίζεται ως αξία δεν είναι μια άμεση πραγματικότητα, δεν έχει τίποτα το «υλικό». Όπως λέει ο Μαρξ, μοιάζει με τη φίλη του Φάλσταφ, που δεν ξέρεις από πού να την πιάσεις.

Η αξία-εργασία αποτελεί μια «απαίτηση» του υποκειμένου απέναντι στο αντικείμενο. Το υποκείμενο, στην περίπτωσή μας, δεν είναι βέβαια ο Μαρξ, δεν είναι ο Χέγκελ, δεν είναι η οικονομική ή η φιλοσοφική σκέψη, αλλά η «πραγματική αφαίρεση», δηλαδή η αφηρημένη εργασία ως αλλοτριωμένος λόγος της σύγχρονης οικονομίας, ή το «κοινωνικό κεφάλαιο». Στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η αξία είναι απλώς η σχέση των δύο κοινωνικά αναγκαίων χρόνων που την προσδιορίζουν ποσοτικά με αντιφατικό τρόπο. Η αξία τους συνδέει αυτούς τους χρόνους και λειτουργεί σαν τάση εξίσωσής τους και αυτή η σύνδεση είναι μια απαίτηση του αυτοαναπαραγώμενου κοινωνικού υποκειμένου.

Δεν καταλήγουμε, παρ’ όλα αυτά, σ’ ένα πρόβλημα ανάλογο μ’ αυτό της προσφοράς και της ζήτησης; Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά: Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, σύμφωνα με τον επιστημονικοτεχνικό ορισμό του, συνεχίζει να υφίσταται ακόμη και αν δεν αναγνωριστεί πλήρως. Συνεχίζει να υφίσταται υπό τη μορφή μιας «άρνησης» ή μιας «έλλειψης», η οποία κινητοποιεί το «ανοσοποιητικό σύστημα» του κοινωνικού Υποκειμένου και αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ανακατανομής των συγκεκριμένων, κοινωνικών εργασιών. Η αξία «θυμάται» τις περασμένες της στιγμές και βγάζει τα συμπεράσματά της. Σε αντίθεση με την «προσφορά», ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, σύμφωνα με τον επιστημονικοτεχνικό ορισμό του, επιδέχεται ποσοτικοποίησης, υφίσταται αυτόνομα. Η προσφορά δεν ποσοτικοποιείται με οικονομικούς όρους. Ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, πέντε τόνοι πορτοκάλια ή δύο αυτοκίνητα;

Επομένως, αν και η αξία είναι μια κοινωνική σχέση και ως τέτοια δεν εμπίπτει στους προσδιορισμούς του Είναι, διατηρεί μια σχέση με ένα «υλικό» ή «φυσικό» υπόβαθρο εργασίας.

Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας (επιστημονικοτεχνικός ορισμός) είναι που προσδίδει στο «νόμο» της προσφοράς και της ζήτησης κάποιο συγκεκριμένο νόημα. Οι αποκλίσεις των τιμών ως προς το χρόνο αυτό δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Αν η «τιμή ισορροπίας» αυτών των δυνάμεων είναι, π.χ., χαμηλότερη από αυτή που θα έπρεπε να ήταν σύμφωνα με τους ποσοτικούς προσδιορισμούς του άνωθεν χρόνου, αυτό δεν θα το αποδώσουμε σε μια αυτόνομη μεγέθυνση της προσφοράς ως προς τη ζήτηση, διότι καμιά λογική διεργασία δεν επιτρέπει μιαν αυστηρή διατύπωση ή διαπίστωση μιας τέτοιας μεγέθυνσης (είναι δυνατόν το φυσικό ποσό παραγωγής κάποιου εμπορεύματος να αυξάνεται παράλληλα με την τιμή του). Αντίθετα, είναι η απόκλιση της τιμής ως προς τις απαιτήσεις του αναγκαίου χρόνου που μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε μια μεταβολή ή μια «ανισορροπία» της σχέσης προσφοράς-ζήτησης. Η προσφορά και η ζήτηση παραπέμπουν σε μια «τρίτη δύναμη» [34] για να αποκτήσουν κάποιο συγκεκριμένο νόημα.

Αν υιοθετήσουμε αυτή την ερμηνεία της αξίας, δεν είναι δυνατόν να τη θεωρήσουμε ένα «κέντρο βαρύτητας», με την αυστηρή έννοια του όρου, γύρω από το οποίο περιστρέφονται οι τιμές. Οι τιμές «πάνω από την αξία» και «κάτω από την αξία» δεν αλληλεξουδετερώνονται υποχρεωτικά. Κατά τη διάρκεια ποιου χρονικού διαστήματος θα έπρεπε να αλληλεξουδετερωθούν; Κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, κατά τη διάρκεια του βιομηχανικού κύκλου, κατά τη διάρκεια του μακροχρόνιου κύματος; Άλλωστε, σε ένα σύστημα που ο αναγκαίος χρόνος εργασίας πάντα επικαιροποιείται, η αξία, στην απλή κυκλοφορία, δεν μπορεί να εκφράσει διαχρονικές σχέσεις (υπενθυμίζουμε ότι στον Μαρξ το πάγιο κεφάλαιο, π.χ., δεν φέρει και δεν μεταφέρει στα εμπορεύματα την αξία της παραγωγής του, αλλά τη σύγχρονη αξία αντικατάστασής του).

Σε συνθήκες μερικής ή γενικής υπερπαραγωγής, όταν τα προϊόντα συσσωρεύονται στις αποθήκες και φθείρονται, ο χρόνος εργασίας που περικλείουν απλώς χάνεται. Όταν ο αναπτυγμένος κόσμος πετάει αμέτρητους τόνους τροφίμων λόγω υπερπαραγωγής, ο χρόνος εργασίας που περικλείουν απλώς εξαφανίζεται. Όταν ένας κλάδος παραγωγής αντιμετωπίζει προβλήματα πραγματοποίησης, δεν επωφελείται υποχρεωτικά ένας άλλος κλάδος σε ανάλογο βαθμό. Οι οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής είναι η μοναδική διορθωτική κίνηση βασικών ανισορροπιών που γνωρίζει το κεφάλαιο. Είναι μέσα από την καταστροφή και την απαξίωση που η καπιταλιστική οικονομία τείνει προς την ισορροπία.

Και είναι η εξισορροπητική επίδραση της αξίας, διαμέσου της κινητικότητας του κεφαλαίου και της εργασίας, που θα επιβάλει μακροπρόθεσμα τον πραγματικά αναγκαίο χρόνο εργασίας των εμπορευμάτων και όχι κάποιο μοντέλο του τύπου των τριών παραγωγικών τάξεων του Μαρξ που εξετάσαμε προηγουμένως (στο μέρος Β). Σπανίως ο Μαρξ επιχειρεί, όπως στην περίπτωση αυτού του μοντέλου, να «σκεφτεί» το αντικείμενό του, αντί να το αφήσει να «σκεφτεί» το ίδιο τον εαυτό του.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι ο Μαρξ προσδιόρισε με σαφήνεια την αξία ως χεγκελιανή ουσία. Πιστεύουμε, όμως, ότι δεσμεύτηκε σ’ αυτή την κατεύθυνση. Η πολεμική του, στα Grundrisse, ενάντια στους υποστηρικτές των περίφημων «κουπονιών εργασίας», είναι δυνατόν να αποδοθεί σε συντομία: αν η αξία προσδιορίζεται ως αξία και τιμή ταυτόχρονα, ο ίδιος χρόνος εργασίας «διασπάται» σ’ αυτόν της αξίας και της τιμής, και επομένως δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί από τα κουπόνια. Πιο απλά: Τα κουπόνια μπορούν να συμβολίσουν ένα χρόνο, δεν μπορούν, όμως, να εκφράσουν την ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα σε δύο.

Άλλωστε, όπως ήδη έχουμε σημειώσει, δεν μας ενδιαφέρει η αποκατάσταση του «τι είπε πραγματικά ο Μαρξ», αλλά μια βαθύτερη κατανόηση της σύγχρονης οικονομίας. Η ερμηνεία της αξίας που εισηγούμαστε εδώ συμβάλλει στην υπέρβαση ενός ανυπόφορου για τη σκέψη δυϊσμού ανάμεσα στη «θεωρία» και την «πραγματικότητα».

Κατ’ αρχήν δεν υπάρχει θεωρία που να μην είναι «πραγματική», διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, σε τι θα χρησίμευε; Δεν υπάρχει, όμως, ούτε πραγματικότητα που να μην είναι «θεωρητική», διότι θα είχαμε να κάνουμε με μια «θάλασσα» άπειρων, ανεπεξέργαστων και ασύνδετων δεδομένων, με ένα άμορφο, πρωτογενές χάος των στοιχείων.

Ωστόσο, στις οικονομικές θεωρίες έχουμε «έννοιες», που προϋποθέτουν (άλλες λίγο, άλλες πολύ) την οικονομική ισορροπία από τη μια πλευρά, ενώ από την άλλη διαπιστώνουμε την «πραγματική» ανισορροπία, κυρίως κατά τις περιόδους των κρίσεων. Εισάγοντας την «ουσία» στην οικονομική σκέψη, εισάγουμε τις αντιθέσεις της «πραγματικής» οικονομίας στο οικονομικό «θεωρητικό οικοδόμημα». Πέρα από τα μαθηματικά της ισορροπίας και τη λογική της ταυτότητας, υπάρχει ένας επιστημονικά αυστηρός και επιστημονικά ανώτερος τρόπος διάρθρωσης των εννοιών σε ένα εννοιολογικό σύστημα. Αυτός ο τρόπος έχει όνομα. Ονομάζεται «διαλεκτική», ένας όρος του οποίου δυστυχώς η πληθωριστική χρήση, σ’ όλα τα δυνατά και αδύνατα μέρη, αφαίρεσε το νόημα.

Θα συμφωνήσουμε επομένως με το ακόλουθο συμπέρασμα των Αμίρ (Shmuer Amir) και Μπαουμμπέργκερ (Jorg Baumberger):

«Η ανισορροπία δεν είναι μόνο μια κατάσταση που απαιτεί μια συμπληρωματική ανάλυση σε σχέση με την κατάσταση ισορροπίας. […] Συμμεριζόμαστε, μαζί με διάφορες κριτικές της θεωρίας της ισορροπίας, το αίσθημα ότι έφθασε η στιγμή να κατευθύνουμε τις έρευνες προς νέες οδούς. Όμως, έχουμε λόγους να υποπτευόμαστε ότι η άκαμπτη αυστηρότητα της αναλυτικής γλώσσας, δηλαδή ουσιαστικά των μαθηματικών, θα τείνει να εξαφανιστεί όταν θα προχωρήσουμε στην κατανόηση των πραγματικών φαινομένων». [35]

Ίσως, όμως, σ’ αυτές τις «νέες οδούς» να οδηγούν κάποια παλιά, ανεξερεύνητα «σοκάκια». Ίσως, [36] επίσης, η αξία ως ουσία να είναι η τάξη της αταξίας ή μια έννοια συγγενική του «παράξενου ελκυστή» των σύγχρονων φυσικών θεωριών του χάους.


[1] Βλέπε, π.χ., J. Bidet (1985), Que faire du Capital ?, Paris: Klincksieck.

[2] C. Castoriadis (1978), Les carrefours du labyrinthe, Paris: Seuil.

[3] C. Castoriadis, όπ.π.

[4] Κ. Μarx (1979), Das Kapital. Kritik der politischen Okonomie, Band 1, Marx-Engels Werke 23, Berlin: Dietz Verlag: 73-74. Αν δεν αναφέρεται το αντίθετο, η μετάφραση όλων των χωρίων του Μαρξ και του Χέγκελ που παρατίθενται είναι δική μας.

[5] K. Marx (1974), Grundrisse der Kritik der politischen Okonomie, Berlin: Dietz Verlag: 69 (Τρίτη υπογρ.: Σ.Τ.).

[6] Όπ.π.: 80.

[7] Όπ.π.: 237.

[8] Όπ.π.: 75 (υπογ.: Σ.Τ.) .

[9] Das Kapital, Band 1, όπ.π.: 89.

[10] Όπ.π.: 54.

[11] Όπ.π.: 55 (υπογ.: Σ.Τ.).

[12] «Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της εργασίας, η εργασία μεταφέρεται συνεχώς από τη ρευστή της μορφή σ’ αυτή του Είναι, από τη μορφή της κίνησης σ’ αυτή της αντικειμενικότητας». Όπ.π.: 204.

[13] Σύμφωνα με τον οποίο η προσφορά δημιουργεί αυτόματα μια ανάλογη ζήτηση.

[14] K. Marx, «Umrisse der Kritik der Nationalokonomie», σε Deutsch-franzosische Jahrbucher, εκδιδόμενα υπό του A. Ruge, Paris 1844. Παρατίθεται και στην ελληνική μετάφραση του Κεφαλαίου, σε υποσημείωση, από τον μεταφραστή, Π. Μαυρομμάτη (1978), Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος 1, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή: 88.

[15] Κ. Μarx, Das Kapital. Kritik der politischen Okonomie, Band 3, Marx-Engels Werke 25, Berlin: Dietz Verlag: 1979: 195 (υπογρ.: Σ.Τ.) (μτφρ. Μαυρομμάτη, όπ.π.: 234).

[16] Όπ.π.: 194 (μτφρ. Μαυρομμάτη, όπ.π.: 234).

[17] G.W.F. Hegel (1969), Wissenschaft der Logik, I, Werke 5, Frankfurt am Main: Suhrkamp: 423.

[18] Όπ.π.: 423.

[19] Όπ.π.: 417.

[20] Όπ.π.: 418.

[21] H. Denis (1984), Logique hegelienne et systemes economi ques, Paris, PUF: 68-69.

[22] Ένα λογοτεχνικό παράδειγμα τέτοιων διασπάσεων και ενώσεων αποτελεί το έργο του Γκαίτε Wahlverwandtschaft, όπου δύο θεσμικά ζευγάρια διασπώνται για να «διασταυρωθούν» και να δημιουργήσουν έτσι δύο νέες ερωτικές σχέσεις.

[23] Wissenschaft der Logik, I, όπ.π.: 436.

[24] Όπ.π.: 444.

[25] Όπ.π.: 447.

[26] Όπ.π.: 447.

[27] Όπ.π.: 447

[28] G. W. F. Hegel (1970), La theorie de la mesure, μετάφραση και σχόλιο A. Doz, Paris: PUF: 176.

[29] Wissenschaft der Logik, I, όπ.π.: 450

[30] Όπ.π.: 451.

[31] S. Amir, J. Baumberger, «On the meaning of equilibrium and disequilibrium in economic systems», in Economie appliquee, 1979, no 2-3: 339-365.

[32] G.W.F. Hegel (1970), Enzyklopadie der philosophischen Wissenschaften im Grundrisse. I. Die Wissenschaft der Logik, Werke 8, Frankfurt am Main: Suhrkamp, § 109, Zusatz: 229-230.

[33] Όπ.π., § 111, σ. 229.

[34] Σύμφωνα με τον Χέγκελ η βαρύτητα και η φυγόκεντρος δύναμη δεν εξηγούν την ελλειπτική κίνηση των πλανητών, αλλά παραπέμπουν σε μια «ξένη δύναμη». Wissenschaft der Logik, I, όπ.π.: 451-455.

[35] S. Amir, J. Baumberger, «On the meaning of equilibrium and disequilibrium in economic systems», Economie appliquee, 1979, no 2-3: 339-365.

[36] Αυτό το «ίσως» δεν είναι το «ρητορικό».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή