Ιμπεριαλισμός ή καπιταλιστικός επεκτατισμός; Εκτύπωση
Τεύχος 96, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2006


ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟΣ;
(ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ,
ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ) [1]
του Γιάννη Μηλιού

1. Θεωρίες του ιμπεριαλισμού:

Αρκεί η κριτική στον «αντιιμπεριαλισμό» του «εθνικού αυτοκαθορισμού»;

Ο ιμπεριαλισμός εξακολουθεί για σχεδόν έναν αιώνα να αποτελεί όρο-κλειδί για την πολιτική και την ιδεολογία της Αριστεράς. Είναι ο όρος που δηλώνει την επιθετικότητα αλλά και τα ώριμα χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού ή/και συγκεκριμένων καπιταλιστικών χωρών.

Εντούτοις, ο όρος ιμπεριαλισμός δεν παραπέμπει σε μία και μόνη θεωρία, ούτε συνεπάγεται μια ενιαία πολιτική στρατηγική. Από την εποχή των κλασικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό (Χίλφερντινγκ, Λούξεμπουργκ, Μπουχάριν, Λένιν…) διαμορφώνονται διαφορετικές και συχνά αντιθετικές μεταξύ τους θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό –και αντίστοιχες πολιτικές προβληματικές– στο εσωτερικό της Αριστεράς.

Στο παρελθόν επιχείρησα επανειλημμένως να παρέμβω θεωρητικά στη συνεχιζόμενη διαμάχη σχετικά με το περιεχόμενο της έννοιας «ιμπεριαλισμός» (βλ. ενδεικτικά Μηλιός 1988/2000, Μηλιός 1983α, 1983β, Μηλιός 1997), αλλά και στη συζήτηση αναφορικά με τις πολιτικές συνεπαγωγές συγκεκριμένων τρόπων θεωρητικής ή ιδεολογικής πρόσληψης του ιμπεριαλισμού (Μηλιός 2001α, Μηλιός 2004).

Αντικείμενο κριτικής στα τελευταία αυτά κείμενα υπήρξαν, σε αδρές γραμμές, οι αντιλήψεις ότι αντίπαλο δέος του ιμπεριαλισμού μπορεί να αποτελέσουν διαδικασίες «εθνικού αυτοκαθορισμού», στις οποίες πρέπει να πρωτοστατήσουν η Αριστερά και το εργατικό-λαϊκό κίνημα, ανοίγοντας το δρόμο σε ευρύτερους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Άξονα της ανάλυσής μου είχαν αποτελέσει οι έννοιες του καπιταλιστικού κράτους και τους έθνους, ως όψεων της συνολικής (οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής-πολιτιστικής) εξουσίας του κεφαλαίου, ως εκφράσεων, δηλαδή, ενός και του αυτού συστήματος ταξικής κυριαρχίας: του καπιταλισμού.

Πιο συγκεκριμένα, οι απόψεις προς τις οποίες ασκούσα κριτική μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες δύο θέσεις:

1. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έχει δημιουργηθεί μια «νέα τάξη πραγμάτων», χαρακτηριστικό της οποίας είναι η συστηματική καταπάτηση της αρχής της εθνικής ανεξαρτησίας και κρατικής κυριαρχίας: όσα κράτη δεν εναρμονίζονται με τους κανόνες «συλλογικής ασφάλειας» και «οικονομικής φιλελευθεροποίησης» που απορρέουν από την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και την ιμπεριαλιστική κυριαρχία των ηγεμονικών καπιταλιστικών δυνάμεων υπόκεινται σε κυρώσεις και πολιτικοστρατιωτική πίεση, μέχρι να υποταχτούν στις νόρμες της ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας. Οι αμερικανονατοϊκές παρεμβάσεις στα Βαλκάνια, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και αλλού αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. [2]

2. Αυτό σημαίνει ότι οι αντιστάσεις στην ιμπεριαλιστική στρατηγική αποτελούν πλέον τον βασικό κόμβο της πάλης όσων επιδιώκουν την αλλαγή του κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, το εθνικό κράτος και η ενίσχυση της κυριαρχίας του εκλαμβάνεται ως προϋπόθεση για τον «αυτοκαθορισμό» ενός λαού και τη διεκδίκηση της δημοκρατίας και της κοινωνικής αλλαγής. [3]

Με το παρόν κείμενο επανέρχομαι στη συζήτηση αυτή, όχι για να επαναλάβω επιχειρήματα που έχουν ήδη διατυπωθεί –ότι η καπιταλιστική εξουσία και εκμετάλλευση έχει ως κατεξοχήν τόπο της την κάθε συγκεκριμένη εθνική επικράτεια, [4] και επιβάλλεται όχι μόνο μέσα από τη λειτουργία της οικονομίας αλλά και από το κράτος [5] – αλλά για να θέσω ένα νέο ερώτημα: Αν οι κυρίαρχες θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό δεν αντιλαμβάνονται ότι το έθνος (του οποίου η αναπαραγωγή διασφαλίζεται μέσα από τη λειτουργία του καπιταλιστικού κράτους και των μηχανισμών του) εκφράζει την ηγεμονία του κεφαλαίου στην κοινωνία, [6] αν ακόμη οι θεωρίες αυτές αναπλάθουν ένα σχήμα «πάλης των εθνών» ως κινητήριας δύναμης της ιστορίας, [7] μπορεί εντούτοις ο όρος ιμπεριαλισμός να αποκτήσει περιεχόμενα που να τον καθιστούν χρήσιμο για τη μαρξιστική κριτική των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας;

Δυσκολεύομαι να δώσω μια συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Διότι δεν είμαι σίγουρος αν η μαρξιστική έννοια του ιμπεριαλισμού μπορεί να αποκαθαρθεί από το βαρύ ιδεολογικό φορτίο που κληρονόμησε από τον αστό ριζοσπάστη δημοσιογράφο και συγγραφέα Τζ.Α. Χόμπσον (J.A. Hobson), ο οποίος, στο έργο του που κυκλοφόρησε το 1902 (Imperialism. A study) , υιοθέτησε τον όρο «ιμπεριαλισμός» από τον τρέχοντα δημοσιογραφικό λόγο της εποχής του και επιχείρησε να του αποδώσει ένα θεωρητικό περιεχόμενο: ότι, πρώτον, ο ιμπεριαλισμός αποτελεί ένα φαινόμενο του «ώριμου» καπιταλισμού, δηλαδή ενός ύστερου σταδίου της καπιταλιστικής εξέλιξης (π.χ., στην εκδοχή του Ρούντολφ Χίλφερντινγκ (Rudolf Hilferding) (1909) και των θεωρητικών επιγόνων του, του «μονοπωλιακού καπιταλισμού»: του καπιταλιστικού σταδίου που προκύπτει από την κατάργηση του ελεύθερου ανταγωνισμού και την κυριαρχία «των μονοπωλίων»), που, δεύτερον, αφορά τα καπιταλιστικώς πλέον αναπτυγμένα κράτη (στη σημερινή εποχή: ΗΠΑ-Καναδάς, ΕΕ, Ιαπωνία, Ωκεανία). Κατά τον κλασικό ορισμό του Λένιν,

«ο ιμπεριαλισμός είναι [...] ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ κι έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες κεφαλαιοκρατικές χώρες» (Λένιν 1964: 110).

Εντούτοις, δεν είναι μόνο ο ύστερος ή ο «αναπτυγμένος» καπιταλισμός (χοντρικά από τα τέλη του 19ου αιώνα) αλλά ο καπιταλισμός γενικά που από την πρώτη ιστορική στιγμή της κυριαρχίας του χαρακτηρίζεται από την τάση για «μοίρασμα του κόσμου» και τη διεθνή εξάπλωση μεγάλων «μονοπωλιακών εταιρειών», με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνο της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών:

«Καθώς οι Άγγλοι έμποροι τολμούσαν τώρα να ανοιχτούν στις παγκόσμιες αγορές, η χώρα ήταν αναγκασμένη να ακολουθήσει μια ενεργή αποικιακή πολιτική. Οι πλουσιότερες αποικίες είχαν ήδη κατακτηθεί από άλλα κράτη, κυρίως την Ισπανία και την Πορτογαλία. Προοδευτικά, η Ολλανδία και σε κάποιο βαθμό και η Γαλλία προχώρησαν σε αξιόλογες αποικιακές κτήσεις. Όλη η ιστορία της Αγγλίας από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα είναι μια πάλη με αυτές τις χώρες για την απόκτηση εμπορικής και αποικιακής υπεροχής. Τα όπλα σ’ αυτήν την πάλη ήταν η ίδρυση νέων αποικιών, οι εμπορικές συνθήκες και οι πόλεμοι […] Το τέλος του 16ου αιώνα βρήκε την Αγγλία να αναδεικνύεται νικητής στον πόλεμο με την Ισπανία, της οποίας ο στόλος, η περιώνυμη Αρμάδα, κατατροπώθηκε το 1588. O κύριος αντίπαλος της Αγγλίας κατά τον 17ο αιώνα ήταν η Ολλανδία, που κατείχε τον ισχυρότερο εμπορικό στόλο στον κόσμο και ένα εμπόριο και μια βιομηχανία σε πλήρη ακμή. Ο 17ος αιώνας ήταν για την Αγγλία ο αιώνας της σύγκρουσής της με την Ολλανδία, ενώ ο 18ος απορροφήθηκε από τη σύγκρουσή της με τη Γαλλία. Μεταξύ των ετών 1653 και 1797, η Αγγλία ανάλωσε 66 χρόνια σε ναυτικούς πολέμους» (Rubin 1994: 43-4).

Η θέση που μόλις διατυπώσαμε έχει σημαντικές συνέπειες για να αναστοχαστούμε τη θεωρία του ιμπεριαλισμού. Ο καπιταλισμός, ταξική εκμετάλλευση και εξουσία του κεφαλαίου επί της εργασίας, που από την πρώτη κιόλας ιστορική στιγμή της κυριαρχίας του χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα δύο στοιχεία: την εθνική-κρατική συγκρότηση της εξουσίας του κεφαλαίου στο έδαφος μιας επικράτειας και τον επεκτατισμό αυτής της (οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής) εξουσίας προς άλλες επικράτειες και περιοχές, είτε ως επιρροή είτε ακόμη και ως (τάση για) επέκταση των ορίων της επικράτειας. [8]

2. Ο επεκτατισμός της καπιταλιστικής εξουσίας: θεωρητικά ερωτήματα

2.1 Η αποικιοκρατία ως ιστορική μορφή του καπιταλιστικού επεκτατισμού

Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δείχνει ότι από τη δυναμική της κεφαλαιακής σχέσης (σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα) προκύπτει η τάση επέκτασης της κυριαρχίας κάθε καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού πέρα από τα σύνορά του. Ο καπιταλιστικός επεκτατισμός έχει ως βαθύ θεμέλιό του τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας των επιμέρους κεφαλαίων πέρα από τα σύνορα της χώρας από την οποία εκκινούν. Οι άνθρωποι και η σημαία ωθούνται συχνά να ακολουθήσουν τη διεθνή εξάπλωση (της επιρροής) των ατομικών κεφαλαίων. Εντούτοις, οι ενεργοί φορείς του επεκτατισμού στην εκάστοτε συγκυρία δεν είναι μόνο τα «οικονομικά συμφέροντα». Εξίσου συχνά είναι το «κρατικό» και το «εθνικό» συμφέρον, καθώς κεφάλαιο, κράτος και έθνος αποτελούν αλληλένδετες όψεις ενός και του αυτού κοινωνικού συστήματος. [9]

Η πρώτη μορφή καπιταλιστικής ταξικής εξουσίας, ο προβιομηχανικός-εμπορικός καπιταλισμός συνδέεται με την ανάδυση του απολυταρχικού κράτους. Το απολυταρχικό κράτος είναι αστικό κράτος, αποτελεί τον τύπο πολιτικής εξουσίας που εξασφάλισε τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό σταθεροποιώντας στη συνέχεια την κοινωνική εξουσία του κεφαλαίου:

«Αυτό […] που συντελέστηκε στην εποχή του εμπορικού κεφαλαίου (τον 16ο και τον 17ο αιώνα) ήταν η συσσώρευση τεράστιων κεφαλαίων στα χέρια της εμπορικής αστικής τάξης […]. Η μετάβαση από τη φεουδαρχική στην καπιταλιστική οικονομία συνοδεύτηκε από την ενεργητική προώθηση των κρατικών εξουσιών […]. Για να συντριβούν τα προνόμια των τιμαρίων και των πόλεων απαιτείτο ένα ισχυρό στέμμα. Αλλά η αστική τάξη χρειαζόταν επίσης ένα ισχυρό κράτος για να προστατεύσει το διεθνές της εμπόριο, να κατακτήσει αποικίες» (Rubin 1994: 36-7).

Στο πλαίσιο αυτό, το απολυταρχικό κράτος γίνεται φορέας ενός αχαλίνωτου εδαφικού επεκτατισμού, της αποικιοκρατίας των καπιταλιστικώς αναπτυγμένων (για τα δεδομένα της εποχής) χωρών.

Ο Μαρξ θεώρησε την αποικιοκρατία μια βασική πλευρά της ιστορικής διαδικασίας «πρωταρχικής συσσώρευσης» κεφαλαίου, και συνεπώς μία από τις προϋποθέσεις για την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και για τη μετάβαση από τον προβιομηχανικό («μανουφακτορικό») στον βιομηχανικό καπιταλισμό:

«Το αποικιακό σύστημα ανέπτυξε σαν φυτό θερμοκηπίου το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα [...] Οι αποικίες εξασφάλιζαν αγορές κατανάλωσης στη μανουφακτούρα, που αναπτυσσόταν γρήγορα, ενώ η μονοπωλιακή κατοχή αυτών των αγορών εξασφάλιζε μια εντατική συσσώρευση. Ο θησαυρός που ληστευόταν έξω από την Ευρώπη άμεσα με λεηλασίες, υποδουλώσεις και φόνους έρεε στη μητρόπολη και μετατρεπόταν εδώ σε κεφάλαιο» (Μαρξ 1978α: 778).

Εντούτοις, η αποικιοκρατία συνεχίστηκε και μετά την επικράτηση του βιομηχανικού καπιταλισμού και το σχηματισμό γιγαντιαίων επιχειρήσεων. Και στη νέα ιστορική περίοδο, λειτουργούσε, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ, ως όχημα της διευρυνόμενης αναπαραγωγής του κεφαλαίου και των κοινωνικών και πολιτικών διαδικασιών που συνυφαίνονται δομικά μαζί της:

«Από τη μια μεριά η μηχανή προκαλεί άμεση αύξηση των πρώτων υλών […]. Από την άλλη, η φτήνια του μηχανοποίητου προϊόντος και η επανάσταση στις συγκοινωνίες και τις επικοινωνίες είναι όπλα για την κατάχτηση ξένων αγορών. Η μηχανική παραγωγή, καταστρέφοντας τη χειροτεχνική παραγωγή αυτών των αγορών, τις μετατρέπει αναγκαστικά σε πεδία παραγωγής των δικών της πρώτων υλών. […] Η διαρκής “μετατροπή” των εργατών σε “υπεράριθμους εργάτες” στις χώρες της μεγάλης βιομηχανίας προωθεί εξαιρετικά τη μετανάστευση και τον αποικισμό ξένων χωρών που μετατρέπονται σε τόπους παραγωγής πρώτων υλών για τη μητρόπολη, όπως έγινε λ.χ. η Αυστραλία τόπος παραγωγής μαλλιού» (όπ.π.: 469).

Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες του κόσμου οδήγησαν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα σε συγκρούσεις για τον έλεγχο όσων υπερπόντιων εδαφών δεν βρίσκονταν ακόμη υπό αποικιακό ζυγό, αλλά και για το ξαναμοίρασμα των αποικιών, παράλληλα με την ανάπτυξη του εθνικισμού σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Κατά την περίοδο 1876-1900, τα αποικιακά εδάφη των οκτώ σημαντικότερων αποικιοκρατικών δυνάμεων αυξήθηκαν από 46,5 εκατ. τετρ. χιλιόμετρα με 314 εκατ. κατοίκους σε 72,9 εκατ. τετρ. χιλιόμετρα με 530 εκατ. κατοίκους.

Η αποικιοκρατία διατηρήθηκε μέχρι την επαύριο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν η ανάπτυξη των αντιαποικιακών κινημάτων και των εγχώριων αστικών τάξεων στις αποικίες επέβαλε τη δημιουργία ανεξάρτητων κρατών.

2.2 Οι θεωρίες του ιμπεριαλισμού ως ερμηνεία της καπιταλιστικής κυριαρχίας, των

τάσεων επέκτασής της και της περιοδολόγησης του καπιταλισμού

Η αποικιοκρατία αποτέλεσε την ιστορική μορφή υπό την οποία εκδηλώθηκε ο καπιταλιστικός επεκτατισμός, από την πρώτη στιγμή κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος στην Ευρώπη μέχρι τη γενίκευσή του σ’ όλο τον πλανήτη, οπότε ο σχηματισμός καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και συνεπώς καπιταλιστικών κρατών στις (πρώην) αποικίες έθεσε τέρμα στο αποικιακό σύστημα. Η αποικιοκρατία συνέβαλλε στη συσσώρευση κεφαλαίου σε κάθε καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό που αποτελούσε φορέα της. Εντούτοις, η διερυνόμενη αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κυριαρχίας δεν απαιτούσε την αποικιοκρατία, όπως φάνηκε κατά την μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο, αλλά και όπως είχε δείξει ο Μαρξ θεωρητικά στον 2ο τόμο του Κεφαλαίου (βλ. επίσης σχετικά Tugan-Baranowsky 2001, Μηλιός 2001β, Μηλιός κ.ά. 2005: 237-307). Μετά το τέλος της αποικιοκρατίας, ο καπιταλιστικός επεκτατισμός παίρνει διαφορετικές, κατά κύριο λόγο, μορφές. Στο πλαίσιο αυτό, ανάλογα με τη «δύναμή» του στο πλαίσιο των διεθνών του αρθρώσεων, κάθε καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός γίνεται φορέας (οικονομικού, πολιτικού και ιδεολογικού) επεκτατισμού.

Εντούτοις, η εισαγωγή του όρου «ιμπεριαλισμός» από τον Χόμπσον στηρίχθηκε στην άποψη ότι ανάμεσα στον καπιταλιστικό (αποικιοκρατικό κυρίως) επεκτατισμό της προ του 1870-80 περιόδου και σε εκείνον που ακολούθησε υφίσταται μία τομή: μόνον η δεύτερη φάση καπιταλιστικού επεκτατισμού (από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά) αποτελεί ιμπεριαλισμό. [10] Αυτό σημαίνει ότι ανάμεσα στην αποικιοκρατία της περιόδου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και σε εκείνην από το 1880 μέχρι το 1945-50 υφίσταται μια ποιοτική τομή, ενώ, αντίθετα, διάγουμε μια λίγο-πολύ ενιαία φάση της καπιταλιστικής εξέλιξης από τα τέλη του 19ου μέχρι σήμερα, παρά την κατάρρευση της αποικιοκρατίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Για να έχει ισχύ αυτή η αντίληψη αναφορικά με την ιστορική περιοδολόγηση του καπιταλισμού, δηλαδή για να είναι δευτερεύουσας σημασίας γι’ αυτήν την περιοδολόγηση η κατάρρευση της αποικιοκρατίας (και επομένως η τομή να εντοπίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα και όχι στα μέσα του 20ού – μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου), θα πρέπει να υπάρχει κάποιο άλλο κριτήριο που να ανάγεται σε σημαντικότερες μεταβολές του καπιταλισμού, οι οποίες να θεωρούνται ότι έλαβαν χώρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Η υποτιθέμενη από τις θεωρίες του ιμπεριαλισμού μεταβολή είναι το «πέρασμα» από τον «ανταγωνιστικό» καπιταλισμό στον «μονοπωλιακό καπιταλισμό».

Ακολουθώντας τον Χόμπσον, οι μαρξιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού, καίτοι δεν υιοθετούν την απολογητική προς την πρώιμη αποικιοκρατία στάση του Βρετανού δημοσιογράφου, ρητά διαχωρίζουν την αποικιοκρατία της θεωρούμενης «προμονοπωλιακής» φάσης του καπιταλισμού από τα αντίστοιχα φαινόμενα της λεγόμενης «μονοπωλιακής φάσης», τα οποία, αποκλειστικά, ονομάζουν «ιμπεριαλισμό».

Ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ (1877-1941) στο έργο του Το χρηματιστικό κεφάλαιο (1909) εισήγαγε την έννοια της «νεότατης φάσης » του καπιταλισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία (Milios 1999, Μηλιός 2000: κεφ. 1-3, Milios 2001, Michaelides and Milios 2005): το σχηματισμό μονοπωλιακών επιχειρήσεων (οι οποίες καταργούν τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό)· τη συγχώνευση του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου (οδηγώντας στο σχηματισμό του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο θεωρείται η τελική μορφή κεφαλαίου)· την υποταγή του κράτους στα μονοπώλια και το χρηματιστικό κεφάλαιο· τη διαμόρφωση μιας επεκτατικής πολιτικής αποικιακών προσαρτήσεων και πολέμου. [11]

Η αντίληψη περί ύπαρξης του «νεότατου» μονοπωλιακού-ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού, με τα χαρακτηριστικά στοιχεία που μόλις περιγράψαμε, υιοθετήθηκε από τον Μπουχάριν, τον Λένιν (βλ. τον ορισμό του για τον ιμπεριαλισμό που παραθέσαμε στα προηγούμενα), τον Κάουτσκυ και άλλους (παρά τις διαφωνίες ανάμεσά τους όσον αφορά ορισμένα επιμέρους στοιχεία αυτής της προσέγγισης ή τις πολιτικές της συνέπειες). Σχηματίστηκε έτσι ό,τι αποκλήθηκε μαρξιστικές θεωρίες του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που κυριάρχησαν, μέχρι πρόσφατα στα περισσότερα ρεύματα μαρξιστικής σκέψης και ειδικά στον σοβιετικό μαρξισμό (Abalkin et al. 1983, Brewer 1980, Μηλιός 2000).

3. Κριτική στη θεωρία του «μονοπωλιακού καπιταλισμού»

Στο παρελθόν είχα υποστηρίξει ότι η έννοια του «μονοπωλιακού καπιταλισμού» είναι θεωρητικά ατεκμηρίωτη (βλ. αναλυτικά Μηλιός 2000: 123-63, Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: 177-185). Εδώ θα ξεκινήσω από τα επιχειρήματα εκείνων των αναλύσεων, για να υποστηρίξω ότι η θεωρία του «μονοπωλιακού καπιταλισμού» αποτελεί ανασκευή (αναθεώρηση) της θεωρίας του Μαρξ για την κεφαλαιακή σχέση (για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής) και εισάγει μια «αλλαγή παραδείγματος» στο εσωτερικό της μαρξιστικής θεωρίας.

Με τη θεωρία του «μονοπωλιακού καπιταλισμού» αντιστρέφεται η φορά του βέλους αιτιότητας της ανάλυσης του Μαρξ: αντί να θεωρείται ότι το «ατομικό κεφάλαιο» (εδώ οι γιγαντιαίες επιχειρήσεις ή τα «μονοπώλια») υπόκεινται στους «νόμους κίνησης» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (στις αιτιακές κανονικότητες που διέπουν το «συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο», κατά την ορολογία του Μαρξ), υποστηρίζεται, αντίθετα, ότι η εξέλιξη του καπιταλισμού (του «συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου») καθορίζεται από τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία της κυριαρχούσας μορφής ατομικών κεφαλαίων (των «μονοπωλίων»).

Σύμφωνα με τον Μαρξ, το κεφάλαιο συνιστά μια ιστορικά ιδιαίτερη κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Η σχέση αυτή εμφανίζεται κατ’ αρχάς στον εμπορευματικό χαρακτήρα της οικονομίας, στη γενική (διαμέσου του χρήματος) ανταλλαξιμότητα των προϊόντων της εργασίας στην αγορά. Η σχέση κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας μπορεί πρώτα απ’ όλα να αναλυθεί στο επίπεδο της μεμονωμένης μονάδας της καπιταλιστικής παραγωγής, της επιχείρησης, την οποία ο Μαρξ ονομάζει ατομικό κεφάλαιο. Η σχέση, όμως, αυτή δρα επίσης, και κυρίως, στο επίπεδο της συνολικής καπιταλιστικής οικονομίας, όπου και λειτουργούν οι εγγενείς αιτιακές σχέσεις και κανονικότητες (οι «νόμοι») του συστήματος. Οι εγγενείς αυτές αιτιακές σχέσεις που διέπουν την καπιταλιστική οικονομία μετασχηματίζουν το σύνολο των ατομικών κεφαλαίων σε στοιχεία του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή τα τοποθετούν στο εσωτερικό ενός οικονομικού συστήματος, το οποίο και τα επικαθορίζει.

Το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο αποτελεί ως εκ τούτου την έννοια του κεφαλαίου στο επίπεδο της συνολικής καπιταλιστικής οικονομίας. Πρόκειται για σύνθετη έννοια που συμπυκνώνει εμπειρικώς παρατηρούμενες κανονικότητες της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά και συνολικούς «νόμους» –κρυμμένους αιτιακούς καθορισμούς– του καπιταλιστικού συστήματος. Στο επίπεδο αυτό του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, ο ατομικός «κεφαλαιοκράτης είναι μόνο το προσωποποιημένο κεφάλαιο, λειτουργεί στο προτσές παραγωγής μόνο ως φορέας του κεφαλαίου» (Μαρξ 1978β: 1006). Οι εγγενείς στο σύστημα αιτιώδεις σχέσεις, οι οποίες διέπουν το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο, διαμορφώνονται αλλά και επιβάλλονται στα ατομικά κεφάλαια μέσω του ανταγωνισμού. [12]

Ο ανταγωνισμός εξασφαλίζει την προσίδια στο καπιταλιστικό σύστημα αλληλοδιαπλοκή των θεσμικά ανεξάρτητων παραγωγικών μονάδων και επιβάλλει στα επιμέρους κεφάλαια τους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής. Ο ανταγωνισμός κάνει δυνατόν να συγκροτηθούν και να λειτουργήσουν οι επιμέρους επιχειρήσεις, δηλαδή τα ατομικά κεφάλαια, ως συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο. Διαμέσου της δομικής τους αλληλεξάρτησης (οργάνωση ως συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο), τα ατομικά κεφάλαια αναγορεύονται σε κοινωνική τάξη: λειτουργούν ως ενιαία κοινωνική δύναμη, η οποία αντιπαρατίθεται και κυριαρχεί πάνω στην εργασία.

Ως ατομικά κεφάλαια, οι επιχειρήσεις τείνουν να μεγιστοποιούν το κέρδος τους. Η τάση για μεγιστοποίηση του κέρδους υποτάσσεται, μέσα από τον ανταγωνισμό, στους νόμους εξισορρόπησης, οι οποίοι είναι σύμφυτοι με την έννοια του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, και ειδικότερα στη διαδικασία εξίσωσης του ποσοστού του κέρδους και στο σχηματισμό ενός (κατά τάση) μέσου κέρδους. Έτσι η τάση προς την εξίσωση του ποσοστού του κέρδους αποτελεί ένα δομικό χαρακτηριστικό της κεφαλαιακής σχέσης καθαυτής.

Η «ελευθερία του κεφαλαίου», η συγκέντρωση και συγκεντροποίησή του, καθώς και η δυνατότητά του να μετακινείται από τη μια σφαίρα παραγωγής στην άλλη –μετακίνηση που επιβάλλεται μέσα από τον ανταγωνισμό, καθώς το κάθε κεφάλαιο επιζητεί την απασχόληση που θα του επιφέρει το υψηλότερο ποσοστό κέρδους– είναι οι όροι που εξασφαλίζουν την κυριαρχία της τάσης για εξίσωση του γενικού ποσοστού κέρδους. [13] Τα διαφορετικά ποσοστά κέρδους, που αρχικά διαμορφώνονται στους διαφορετικούς κλάδους και τομείς παραγωγής, τελικώς τείνουν να εξισωθούν σε ένα μέσο γενικό ποσοστό κέρδους.

Με την έννοια αυτή, ο ανταγωνισμός είναι συνυφασμένος με αυτή καθαυτή τη λειτουργία του κεφαλαίου, με την κεφαλαιακή σχέση ως ιστορικώς ιδιαίτερη σχέση εκμετάλλευσης, όψη της οποίας αποτελεί η επιδίωξη μεγιστοποίησης του κέρδους εκ μέρους κάθε μεμονωμένου κεφαλαίου (και μέσω αυτής επικρατεί η τάση εξίσωσης του ποσοστού κέρδους στη συνολική καπιταλιστική οικονομία): Το κεφάλαιο επιβάλλει τη συνεχή αναδιάρθρωση της παραγωγής ως μέσο για τη συμπίεση κάθε μορφής κόστους, συμπεριλαμβανομένου φυσικά του εργασιακού κόστους, καταφεύγει συστηματικά σε «οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου» (Μαρξ 1978β: 104-36), με στόχο την αύξηση του ποσοστού κέρδους.

Το μεμονωμένο κεφάλαιο δεν ανταγωνίζεται μόνο (όλα) τα άλλα μεμονωμένα κεφάλαια? τελικά ανταγωνίζεται τον ίδιο τον εαυτό του: εγκαταλείπει κάθε λιγότερο κερδοφόρα τεχνική προς όφελος της περισσότερο κερδοφόρας, από το σύνολο των εμπορευμάτων που παράγει εγκαταλείπει την παραγωγή εκείνων που εξασφαλίζουν χαμηλότερα ποσοστά κέρδους, στρέφεται σε «νέα προϊόντα», εφόσον αυτά προσδοκάται ότι θα αυξήσουν το συνολικό ποσοστό κέρδους της επιχείρησης, καταφεύγει στο δανεισμό για να επεκτείνει ή να αναδιαρθρώσει την παραγωγή του, σε χρηματοπιστωτικές πολιτικές «διαχείρισης κινδύνου», επενδύει στις χρηματιστηριακές αγορές και γενικότερα στρέφεται στην «κερδοσκοπία» εφόσον θεωρεί ότι μπορεί να εξασφαλίσει υψηλότερα κέρδη εκεί, εξαγοράζει τμήματα άλλων μεμονωμένων κεφαλαίων ή πουλάει τμήματα των «περιουσιακών του στοιχείων» σε άλλες επιχειρήσεις κ.ο.κ. (βλ. και Bryan and Rafferty 2006).

Με την έννοια αυτή πρέπει να κατανοήσουμε τις θέσεις του Μαρξ, ο οποίος, αναλύοντας τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή τις εσωτερικές αιτιώδεις σχέσεις και τάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε καπιταλιστικό σύστημα, είχε περιγράψει τον ανταγωνισμό ως συστατικό στοιχείο της έννοιας του κεφαλαίου. [14]

Οι αναλύσεις του Μαρξ για τον ανταγωνισμό (δηλαδή, τελικά, η θεωρία του για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής) υποβλήθηκαν σε αναθεώρηση μέσω της εισαγωγής της έννοιας του «μονοπωλιακού καπιταλισμού» από τον Ρούντολφ Χίλφερντινγκ στο έργο του Το χρηματιστικό κεφάλαιο [Das Finanzkapital ] (1910) και του επακόλουθου σχηματισμού των θεωριών του ιμπεριαλισμού. Με αφορμή το σχηματισμό γιγαντιαίων επιχειρήσεων υποστηρίχθηκε ότι η τάση σχηματισμού ενός γενικού ποσοστού κέρδους αφορούσε μόνο μια παρελθούσα ιστορική περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, την περίοδο του «ανταγωνιστικού καπιταλισμού». Σύμφωνα με τις θεωρήσεις αυτές, με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε το ρεύμα του «σοβιετικού μαρξισμού» από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο ελεύθερος ανταγωνισμός έδωσε τη θέση του στην «κυριαρχία των μονοπωλίων» και το καπιταλιστικό σύστημα εισήλθε στο «μονοπωλιακό στάδιό» του.

Εντούτοις, αυτή η θέση σχετικά με την αντιπαράθεση ελεύθερου ανταγωνισμού και μονοπωλίου, η κεντρική θέση όλων των θεωριών του «μονοπωλιακού καπιταλισμού», βασίζεται σε μια αυθαίρετη ιδεολογική μετατόπιση: εκκινεί από μια εμπειρικά απτή πραγματικότητα, την τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και τη δημιουργία πολύ μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά δεν είναι σε θέση να την εντάξει στη Μαρξική θεωρία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Δεν κατανοεί ότι ενώ το «μονοπώλιο» ανάγεται στη θεωρητική κατηγορία του ατομικού κεφαλαίου –δηλαδή αναφέρεται σε ένα μεμονωμένο κεφάλαιο που λόγω της ιδιαίτερης θέσης του στην καπιταλιστική παραγωγή αποκομίζει ένα κέρδος υψηλότερο από το μέσο– ο ελεύθερος ανταγωνισμός αναφέρεται αποκλειστικά στην κατηγορία του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου: αποτελεί τον κατεξοχήν όρο για τη συγκρότηση των μεμονωμένων κεφαλαίων σε συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο. Η Μαρξική θεωρία, αντίθετα, εκκινεί από τη θέση ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της κεφαλαιακής σχέσης, το οποίο δεν μπορεί να καταργηθεί. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού μπορεί να συνδέεται μόνο με την ανάπτυξη, όχι με την κατάργηση του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Το μονοπώλιο δεν αποτελεί συνεπώς τον αντίποδα του ελεύθερου ανταγωνισμού. Πρόκειται για μια μορφή του μεμονωμένου-ατομικού κεφαλαίου που δημιουργείται στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού: όχι δίπλα ή/και έξω από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, αλλά διαμέσου του ελεύθερου ανταγωνισμού και στο εσωτερικό του, ως μία εκ των τάσεών του. Το μονοπώλιο πρέπει να ορισθεί στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας ως το ατομικό κεφάλαιο που συστηματικά αποκομίζει ένα άνω του μέσου ποσοστό κέρδους.

Αντίθετα με τον (ιστορικώς ατεκμηρίωτο) ισχυρισμό ότι κατά την εποχή του Μαρξ δεν είχαν ακόμη δημιουργηθεί «μονοπώλια» και ότι επομένως δεν βρίσκουμε μια θεωρία των μονοπωλίων στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ ανέλυσε τα μονοπώλια ως μορφές μεμονωμένου κεφαλαίου. Έτσι, στο Κεφάλαιο διέκρινε δύο βασικούς τύπους μονοπωλίων:

Τα φυσικά μονοπώλια προκύπτουν από τη μονοπωλιακή κατοχή ενός από τα στοιχεία της παραγωγής στη φυσική του μορφή, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη (σε σχέση με το μέσο κοινωνικό επίπεδο) παραγωγικότητα και σε αυξημένο (μονοπωλιακό) κέρδος (βλ. Μαρξ 1978β: 802-803).

Τα τεχνητά μονοπώλια οικοδομούν επίσης τη μονοπωλιακή τους θέση σε μια υψηλότερη από τον κοινωνικό μέσο όρο παραγωγικότητα της εργασίας, στο εσωτερικό ενός κλάδου της παραγωγής. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η υψηλότερη από τον κοινωνικό μέσο όρο παραγωγικότητα της εργασίας δεν προκύπτει από τη μονοπωλιακή κατοχή μιας φυσικής δύναμης αλλά από την τεχνολογική υπεροχή του συγκεκριμένου μεμονωμένου κεφαλαίου σε σχέση με τις μέσες συνθήκες στο εσωτερικό του κλάδου παραγωγής όπου εντάσσεται. Αυτή η τεχνολογική υπεροχή αντανακλάται σε μια πρόσθετη υπεραξία και ένα πρόσθετο κέρδος (βλ. Μαρξ 1978α: 332).

Το πρόσθετο κέρδος που απολαμβάνουν τα τεχνητά μονοπώλια «σπρώχνει τους ανταγωνιστές του σαν αναγκαστικός νόμος του συναγωνισμού να εισάγουν τον νέο τρόπο παραγωγής» (Μαρξ 1978α: 334). Το τεχνητό μονοπώλιο γεννιέται λοιπόν μέσα στον ανταγωνισμό, βρίσκεται διαρκώς μέσα σ’ αυτόν, ενώ παράλληλα η μονοπωλιακή του θέση απειλείται διαρκώς από τον ανταγωνισμό. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με το φυσικό μονοπώλιο, εφόσον η υπεροχή στην παραγωγικότητα που προκύπτει από τη μονοπώληση μιας φυσικής δύναμης εκ μέρους του συγκεκριμένου ατομικού κεφαλαίου μπορεί ενδεχομένως να εξανεμισθεί μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών που εισάγουν οι ανταγωνιστές του. [15]

Τα μονοπώλια δεν καταργούν τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Δημιουργούνται και διαλύονται μέσα στον ελεύθερο ανταγωνισμό, καθώς υπόκεινται στην ακατάπαυστη αναδιάρθρωση της παραγωγής που επιβάλλει η διευρυμένη αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης.

Ο ισχυρισμός λοιπόν των θεωριών του «μονοπωλιακού καπιταλισμού» ότι τα μονοπώλια (οι πολυεθνικές κ.ο.κ.) ρυθμίζουν την εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας, καθώς οι «αποφάσεις τους» καθορίζουν την εξέλιξη, στην ουσία παραποιεί ή καταργεί τη μαρξική κατηγορία του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή τον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. [16]

4. Καταληκτικές παρατηρήσεις για τον επεκτατισμό

του κάθε καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού

Πέρα από την έννοια του «μονοπωλιακού καπιταλισμού», η ερμηνεία σχετικά με τον καπιταλιστικό επεκτατισμό που διατυπώνουν οι θεωρίες του ιμπεριαλισμού είναι επίσης πολλαπλώς προβληματική:

Καθώς αυθαίρετα αποσυνδέεται η πρώτη ιστορική περίοδος της αποικιοκρατίας από την ύστερη και ο καπιταλιστικός επεκτατισμός ταυτίζεται με τα «μονοπώλια», δηλαδή αποκλειστικά με την αναπτυγμένη βιομηχανική καπιταλιστική οικονομία, προκύπτουν δύο σημαντικά αποτελέσματα παραγνώρισης:

1. Αφ’ ενός υποτιμάται η εγγενής σε κάθε μορφή καπιταλιστικής κυριαρχίας τάση επεκτατισμού, καθώς: α) ο επεκτατισμός και η αποικιοκρατία πριν από την περίοδο του λεγόμενου «μονοπωλιακού καπιταλισμού» κλείνεται σε παρένθεση σαν να μην προέκυπτε από εγγενείς τάσεις του καπιταλισμού, ενώ β) ο επεκτατισμός των λιγότερο αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών (που δεν κατατάσσονται στο υποτιθέμενο «στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού»), αγνοείται εντελώς (π.χ. Συρία-Λίβανος, πόλεμος Ιράν-Ιράκ κ.ο.κ.). Έτσι, οι κρατικοί και εθνικοί ανταγωνισμοί (στην πρώην Σοβιετική Ένωση, την πρώην Γιουγκοσλαβία, την Κύπρο κ.ο.κ.), που αντανακλούν πάντα τη σύγκρουση ανάμεσα στις τάσεις επέκτασης διαφορετικών καπιταλιστικών εξουσιών, ερμηνεύονται ως το αποτέλεσμα της «συνωμοσίας των ιμπεριαλιστών».

2. Αφ’ ετέρου ο μαρξισμός τείνει να μετατραπεί σε οικονομισμό, δηλαδή σε μια θεωρία που ανάγει άμεσα τις ιστορικές εξελίξεις στις οικονομικές εξελίξεις. Όμως, δεν είναι μόνο η δυναμική της κεφαλαιακής συσσώρευσης («τα μονοπώλια») που δημιουργεί τις πιέσεις για οικονομική, πολιτική ή εδαφική επέκταση ενός (εθνικού) συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργεί τόσο η δυναμική της κρατικής συγκρότησης, όσο και η δυναμική του έθνους.

Το αίτημα για «εθνική ενοποίηση και ολοκλήρωση» είναι συχνά η κινητήρια δύναμη για προσαρτήσεις εδαφών, στα οποία είτε υφίσταται είτε ακόμη περισσότερο κυριαρχεί (οικονομικά ή/και πολιτιστικά) μια μειοψηφία ομοεθνών της χώρας που πραγματοποιεί (ή επιχειρεί) τις προσαρτήσεις είτε απλώς υποτίθεται ότι είχε εκεί αναπτυχθεί στο ιστορικό παρελθόν ο εθνικός πολιτισμός. Αυτή είναι τόσο η περίπτωση της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, όσο και η ελληνική περίπτωση από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η ιστορική εξέλιξη δεν μπορεί να ανάγεται αποκλειστικά στη δράση των «μεγάλων δυνάμεων» ούτε των πολυεθνικών εταιρειών. Απαιτεί τη μελέτη του συνόλου των αντιφάσεων που διέπουν έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό (της δυναμικής που διέπει την κεφαλαιακή σχέση, από την οποία καθορίζεται και η δράση «των πολυεθνικών»), συμπεριλαμβανομένων των διεθνών αρθρώσεων της χώρας (των συμμαχιών και ανταγωνισμών των κυρίαρχων τάξεων σε διεθνές επίπεδο).

Αν για την Αριστερά του Λιβάνου οι κυρίαρχες θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό (ως διεθνούς τάξης πραγμάτων που διαμορφώνεται από τις «μεγάλες δυνάμεις» και τις πολυεθνικές εταιρείες) είναι ελάχιστα χρήσιμες για να ερμηνεύσει και ενδεχομένως να αντιπαλέψει την παρουσία του στρατού της Συρίας στη χώρα, άλλο τόσο μικρής σημασίας είναι οι κυρίαρχες θεωρίες του ιμπεριαλισμού για τους Έλληνες αριστερούς ως εργαλείο ερμηνείας της ελληνοτουρκικής διαμάχης στο Αιγαίο ή του Κυπριακού (βλ. και Κυπριανίδης, Μηλιός 1988-90).

Είναι προφανές, βέβαια, ότι στην επιδίωξη τέτοιων επιρροών οι ηγεμονικές δυνάμεις του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου μπορούν να διεκδικήσουν τη μερίδα του λέοντος. [17]

Η «αντιιμπεριαλιστική» ερμηνεία του κόσμου προβάλλει τις στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους ως στοιχείο της μεταψυχροπολεμικής «νέας τάξης». Όμως, από τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1827 και την απόβαση γαλλικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο υπό τον στρατάρχη Μαιζών τον Αύγουστο του 1828, μέχρι τις στρατιωτικές επεμβάσεις στη σοβιετική Ρωσία, την Κορέα και το Βιετνάμ, οι ηγεμονικές δυνάμεις του καπιταλισμού διατηρούσαν πάντοτε το «δικαίωμα» να επεμβαίνουν στις τοπικές διενέξεις, επιτελώντας το ρόλο του «διεθνούς χωροφύλακα» και επιλέγοντας συμμάχους με κριτήριο τα στρατηγικά τους συμφέροντα: τη διασφάλιση, δηλαδή, των σχέσεων και ισορροπιών μέσω των οποίων αναπαράγεται ο ηγεμονικός τους ρόλος.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν οι ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες επεμβαίνουν στις αντιφάσεις που αναδύονται και οξύνονται σε πλανητικό επίπεδο, αλλά αν ο χαρακτήρας αυτών των επεμβάσεων έχει μεταβληθεί μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ.

Πέρα από την προφανή τομή στο συσχετισμό δύναμης, καθώς οι ΗΠΑ παρέμειναν η μόνη υπερδύναμη, η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική: Από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου παραμένει αναλλοίωτο το πολιτικό πλαίσιο με βάση το οποίο ασκείται η δυτική διεθνής πολιτική: το πλαίσιο αυτό έχει ως βασικό άξονα την εξασφάλιση της δυτικής ηγεμονίας μέσα από τη διατήρηση των συνόρων που προέκυψαν από τις συνθήκες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Καθώς εγγυάται τη σταθερότητα των υπαρχόντων συνόρων και απονομιμοποιεί κάθε απόπειρα να αναβιώσει η λογική της «ιστορικής ενότητας χώματος και αίματος» που θα τα αμφισβητούσε, η δυτική διεθνοπολιτική στρατηγική εξασφαλίζει τη συναίνεση της μεγάλης πλειοψηφίας των κρατών του πλανήτη. [18]

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, θα έλεγα ότι η εγκατάλειψη της θεωρίας του ιμπεριαλισμού στην παραδοσιακή της εκδοχή δεν σημαίνει αγνόηση του επεκτατισμού του κεφαλαίου, της βίας του αστικού κράτους τόσο προς το «εσωτερικό» όσο και προς το «εξωτερικό», την εγγενή στην καπιταλιστική εξουσία τάση εξασφάλισης εξωτερικών ως προς την επικράτεια σφαιρών επιρροής. Σημαίνει, αντίθετα, ότι θα πρέπει να αναζητούμε τις τάσεις αυτές σε κάθε καπιταλιστικό σύστημα και έτσι να απομακρυνθούμε από την αυταπάτη ότι αντίπαλο δέος στον καπιταλιστικό επεκτατισμό των «μεγάλων δυνάμεων» μπορεί να είναι η όποια «εθνική αναδίπλωση».

Βιβλιογραφία

(Κατάταξη σύμφωνα με το ελληνικό αλφάβητο)

Αbalkin, L., Dzarasov, S., Κulikov, Α. 1983, Political Economy, a short course, Moscow: Ρrogress Ρublishers.

Δημούλης, Δ. 2000, «Σκέψεις για την ανάγκη αντιπαράθεσης στο έθνος», Θέσεις τ. 73: 11-35 και www.theseis.com

Κυπριανίδης, Τ. και Μηλιός, Γ. 1988-90, «Το Κυπριακό μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο: Η ελληνική και ελληνοκυπριακή στρατηγική», www.theseis.comκαι:

- Μέρος Α΄, 1945 - 1960: Θέσεις, τ. 25, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1988: 29-70.

- Μέρος Β΄, 1960 - 1965: Θέσεις, τ. 26, Ιανουάριος-Μάρτιος 1989: 131-152.

- Μέρος Γ΄, 1965 - 1974: Θέσεις, τ. 28, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1989: 91-114.

- Μέρος Δ΄, 1974 - 1977: Θέσεις, τ. 29, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1989: 57-79.

- Μέρος Ε΄, 1977 - 1989: Θέσεις, τ. 31, Απρίλιος -Ιούνιος 1990: 97-123.

Λένιν, Β. Ι. 1964, O ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Αθήνα: Θεμέλιο.

Μarx, Κ. 1974, Grundrisse der Kritik der Politischen Okonomie, Berlin: Dietz Verlag.

Μαρξ, Κ. 1978α, Το Κεφάλαιο, τ. Α΄, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. 1978β, Το Κεφάλαιο, τ. Β΄, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. 1990, Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Β΄. Αθήνα: Στοχαστής.

Michaelides, P. and Milios, J. 2005, «Did Hilferding influence Schumpeter?», History of Economics Review, No. 41, Winter.

Μηλιός, Γ. 1983α, «Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης περιφέρειας», Μέρος 1ο, Θέσεις τ. 4: 23-48 και www.theseis.com Μηλιός, Γ. 1983β, «Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης περιφέρειας», Μέρος 1ο, Θέσεις τ. 5: 31-61 και www.theseis.com

Μηλιός, Γ. 1997, Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, Αθήνα: Κριτική.

Milios, J. 1999, «Colonialism and imperialism: classic texts», σε P.-A. O’Hara (ed.),

Encyclopedia of Political Economy. London: Routledge: 128-131.

Μηλιός, Γ. 2000, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην

καπιταλιστική ανάπτυξη, Κριτική (Α΄ έκδοση εξάντας 1988).

Milios, J. 2001, «Hilferding, Rudolf (1877-1941)», σε Jones, B. R. J. (ed.), Routledge

Encyclopedia of International Political Economy. London: Routledge, Volume 2: 676-8.

Μηλιός, Γ. 2001α, «Ιμπεριαλισμός και “νέα τάξη πραγμάτων”. Μια ανακεφαλαίωση», Θέσεις τ. 77: 11-24 και www.theseis.com

Μηλιός, Γ. 2001β, «Η θεωρία της υποκατανάλωσης και η κριτική του Tugan-Baranowsky», Θέσεις 74: 11-36 και www.theseis.com

Μηλιός, Γ. 2004, «Αποτελεί ο “αντιιμπεριαλισμός” αριστερή ιδεολογία και πολιτική»; Θέσεις 88: 13-20.

Μηλιός, Γ. 2006, «Το εθνικό κράτος ως μηχανή καπιταλιστικής επέκτασης (Θέσεις για την καπιταλιστική εξουσία, τον ιμπεριαλισμό και την Αριστερά)», Δελτίο Θυέλλης, τ. 19, Μάιος: 91-97

Μηλιός, Γ., Δημούλης Δ., Οικονομάκης Γ. 2005, Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: Νήσος.

Brewer, A. 1980, M arxist theories of imperialism, a critical survey, London: Routledge and Κegan Paul.

Bryan, D. and Rafferty, M. 2006, Capitalism with Derivatives. A Political Economy of Financial Derivatives, Capital and Class, New York: Palgrave-Macmillan.

Pistoi, P. 1991, Εθνική ταυτότητα και πολιτική κινητοποίηση, Αθήνα: Λεβιάθαν.

Rubin, Ι. Ι. 1994, Ιστορία οικονομικών θεωριών, Αθήνα: Κριτική.

Tugan-Baranowsky, M. 2001, «Η Μαρξική θεωρία των κρίσεων», Θέσεις τ. 74: 39-75 και www.theseis.com

Hilferding, R. 1968, Das Finanzkapital, Frankfurt/M: EVA.

Hilferding, R. 1981, Finance Capital, London: Routledge.

Hobson, J. A. 2005, Imperialism. A study, New York: Cossimo Classics.


[1] Μια πρώτη γραφή τμημάτων του κειμένου αυτού δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Θυέλλης, τ. 19, Μάιος 2006, σ. 91-97, υπό τον τίτλο: «Το εθνικό κράτος ως μηχανή καπιταλιστικής επέκτασης (Θέσεις για την καπιταλιστική εξουσία, τον ιμπεριαλισμό και την Αριστερά)».

[2] Υπάρχουν, εντούτοις, κάποιες άλλες όψεις της διεθνοπολιτικής συγκυρίας, τις οποίες η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη της και, αν μη τι άλλο, γεννούν απορίες αναφορικά με την «αντιιμπεριαλιστική» κατανόηση της «νέας τάξης πραγμάτων»: Γιατί πρέπει να θεωρήσουμε το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Σερβία τις χώρες που κατεξοχήν αμφισβήτησαν τη «νέα τάξη»; Αν κάποιος ήθελε να εντοπίσει ένα «απείθαρχο κράτος» στη σημερινή διεθνή συγκυρία της «φιλελευθεροποίησης και παγκοσμιοποίησης των αγορών» θα ήταν πολύ πιο εύκολο να καταλήξει στην Κούβα του Κάστρο ή στη Βενεζουέλα του Τσάβες, παρά στη Σερβία και τη Σερβοβοσνία των Μιλόσεβιτς και Κάρατζιτς. Γιατί τότε το αμερικανικό οικονομικό εμπάργκο στην Κούβα δεν μπορεί να αποτρέψει ούτε καν την ανάπτυξη των κουβανοκαναδικών οικονομικών σχέσεων; Γιατί στο πρόσφατο παρελθόν το οικονομικό εμπάργκο κατά της Νότιας Αφρικής του απαρτχάιντ είχε ως υποστηρικτές όχι μόνο τις «προοδευτικές κυβερνήσεις» αλλά και αυτές των ΗΠΑ και των άλλων «ιμπεριαλιστικών δυνάμεων»; Γιατί η πολιτική επικυριαρχία και στρατιωτική παρουσία της Συρίας στον Λίβανο όχι μόνο δεν αποτράπηκε, αλλά επιπλέον αμφισβητήθηκε μόνον όταν ξέσπασαν μαζικές κινητοποιήσεις Λιβανέζων κατά της συριακής παρουσίας; Γιατί καμιά χώρα δεν αναγνώρισε ποτέ την ισραηλινή κυριαρχία στα κατεχόμενα αραβικά εδάφη; Ο κατάλογος βέβαια των ανάλογων ερωτήσεων θα μπορούσε να επεκταθεί… Έχω υποστηρίξει ότι κλειδί για να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά είναι η κατανόηση του ότι η «διεθνής τάξη» έχει ως ακρογωνιαίο λίθο της τη διατήρηση των κρατικών ή ομόσπονδων συνόρων που προέκυψαν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Μηλιός 2001). Έτσι, μια χώρα που δεν παραβιάζει την αρχή αυτή, όπως π.χ. η Κούβα, είναι δύσκολο να «ελεγχθεί» από οποιοδήποτε άλλο κράτος (ακόμη και τις ΗΠΑ), ενώ καταφέρνει να συνάπτει διεθνείς συμμαχίες σε διάφορα επίπεδα.

[3] Βεβαίως, οι αντιλήψεις σχετικά με τη δυναμική του «εθνικού αυτοκαθορισμού» ως βάσης για πολιτικές παρεμβάσεις ή κοινωνικές αλλαγές είναι πολύ παλιές και δεν εντοπίζονται μόνο στο εσωτερικό της Αριστεράς: ο Πάολο Πιστόι υποστήριζε χαρακτηριστικά: «Από το 1789 η ιδέα του δικαιώματος για εθνικό αυτοκαθορισμό –που ενώνεται με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και την αρχή της εθνικότητας– διαδίδεται σε όλο και ευρύτερους κύκλους σε κάθε περιοχή του κόσμου. […] Η εθνική ομάδα γίνεται τότε μία από τις πιθανές ομάδες στις οποίες το άτομο παρακινείται να συνασπισθεί με άλλα άτομα για να μην αποκλεισθεί από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. […] Η κατηγορία της εθνικότητας είναι μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης, ένας οργανωτικός φορέας που μπορεί να προσλάβει διαφορετικά περιεχόμενα σε διαφορετικές φάσεις και σε διαφορετικά κοινωνικοπολιτιστικά συστήματα» (Pistoi 1991: 43, 57, 27).

[4] Τον κάθε συγκεκριμένο καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, που διαρθρώνεται με τους άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς στο «διεθνές σύστημα».

[5] Το κράτος, ως κέντρο άσκησης της καπιταλιστικής ταξικής εξουσίας, αποτελεί το μηχανισμό συμπύκνωσης της συνολικής κοινωνικής βίας του κεφαλαίου, όχημα των διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης και ταυτόχρονα μηχανή που προωθεί τον επεκτατισμό του εγχώριου συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου.

[6] Και γι’ αυτό η Αριστερά πρέπει να έχει ως άξονα παρέμβασής της την «αντιπαράθεση στο έθνος», βλ. Δημούλης 2000.

[7] Η αστική ιστοριογραφία διαμορφώνει και προβάλλει ως «αυταπόδεικτη» μια «Ιστορία», κινητήρια δύναμη της οποίας είναι η σύγκρουση του «έθνους» με τις «ξένες επιβουλές» ή έστω η άμιλλα και η συνεργασία του εκάστοτε έθνους αναφοράς με τα «ξένα έθνη». Η θεωρητική επανάσταση του Καρλ Μαρξ έγκειται κατ’ αρχάς στο ότι μπόρεσε να θεμελιώσει επιστημονικά τη θέση πως πίσω από την «πάλη των εθνών» κρύβεται η πάλη των τάξεων, που αποτελεί την κινητήρια δύναμη της Ιστορίας.

[8] Το 1988, αναφερόμενος στην εγγενή τάση επέκτασης κάθε καπιταλιστικής εξουσίας, όριζα τον ιμπεριαλισμό ως τάση «διεθνούς επέκτασης ενός συνολικού συστήματος καπιταλιστικής κυριαρχίας» (Γ. Μηλιός, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Εξάντας, 1 1988: 280. Μηλιός 2000: 402).

[9] Βλ. και Μηλιός 1993. Μια σημαντική συνέπεια όσων προηγήθηκαν, όπως έχουμε επισημάνει και στο παρελθόν (Μηλιός 2001), είναι ότι ο καπιταλιστικός επεκτατισμός οποιασδήποτε χώρας έχει πάντοτε ως όριο την καπιταλιστική εξουσία στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού προς τον οποίο κατευθύνεται. Αυτό σημαίνει ότι, με εξαίρεση έναν νικηφόρο κατακτητικό πόλεμο, κανένα εθνικό-συνολικό κεφάλαιο και αντίστοιχα καμία χώρα δεν μπορεί να αποκτήσει οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά ερείσματα στο εξωτερικό αν δεν συνδεθεί και συμμαχήσει με κάποια ιδιαίτερα συμφέροντα εκεί, αν δεν εκμεταλλευθεί διαδικασίες και αντιθέσεις μέσα στις περιοχές επιδιωκόμενης διείσδυσης και επιρροής του.

[10] Ο Χόμπσον τεκμηριώνει την τομή ανάμεσα στην (πρώιμη) αποικιοκρατία και τον «ιμπεριαλισμό» σε ένα μάλλον αυθαίρετο και σε κάθε περίπτωση απολύτως απολογητικό για την αποικιοκρατία επιχείρημα: Ότι επρόκειτο για μια κίνηση μεταναστευτικής κίνησης ευρωπαϊκών πληθυσμών, που συνέβαλε στον «εκπολιτισμό» των μη ευρωπαϊκών λαών. Έγραφε: «Επομένως αυτή η πρόσφατη καισαρική [imperial] επέκταση διαφέρει κατ’ απόλυτο τρόπο από την αποικιοποίηση αραιοκατοικημένων εδαφών στις εύκρατες ζώνες, όπου οι λευκοί αποικιστές κουβαλούσαν μαζί τους τους τρόπους διακυβέρνησης, τη βιομηχανία και άλλες μορφές πολιτισμού της χώρας προέλευσης […]» (Hobson 2005 [1902]: 27).

[11] «Το χρηματιστικό κεφάλαιο εκφράζει τη συνένωση του κεφαλαίου. Οι προηγουμένως ξεχωριστές σφαίρες του βιομηχανικού, εμπορικού και τραπεζικού κεφαλαίου υπάχθηκαν στην ενιαία διεύθυνση του ανώτερου χρηματιστικού, στο πλαίσιο της οποίας οι ιδιοκτήτες της βιομηχανίας και των τραπεζών είναι ενωμένοι με έναν στενό προσωπικό σύνδεσμο. Η βάση αυτού του συνδέσμου είναι η εξάλειψη του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των ατομικών καπιταλιστών από τις μεγάλες μονοπωλιακές ενώσεις. Αυτό, όμως, αυθόρμητα συνεπάγεται μια αλλαγή στη σχέση της καπιταλιστικής τάξης με την κρατική εξουσία» (Hilferding 1968: 406, Hilferding 1981: 301).

[12] Ο Μαρξ αναφέρεται επανειλημμένως στον «τρόπο που εμφανίζονται στην εξωτερική κίνηση των κεφαλαίων οι εσωτερικοί νόμοι της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, τον τρόπο που επιβάλλονται σαν αναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού και που γι’ αυτό τους συνειδητοποιεί σαν κίνητρα ο ατομικός κεφαλαιοκράτης […]» (Μαρξ 1978β, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

[13] «Γενικά στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή ο γενικός νόμος επιβάλλεται σαν η κυρίαρχη τάση, μ’ έναν πολύ πολύπλοκο και κατά προσέγγιση τρόπο, σαν κάποιος μέσος όρος αιώνιων διακυμάνσεων, που ποτέ δεν μπορεί να διαπιστωθεί με ακρίβεια» (Μαρξ 1978β: 203-204).

[14] «Ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι η σχέση του κεφαλαίου με τον εαυτό του ως ένα άλλο κεφάλαιο, δηλαδή η πραγματική λειτουργία του κεφαλαίου ως κεφάλαιο. Η παραγωγή που βασίζεται στο κεφάλαιο συντίθεται στις επαρκείς μορφές της μόνο στο βαθμό που αναπτύσσεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, καθ’ όσον αυτός αποτελεί την ελεύθερη ανάπτυξη του τρόπου παραγωγής που θεμελιώνεται με βάση το κεφάλαιο· η ελεύθερη ανάπτυξη των όρων και της διαδικασίας του κεφαλαίου, ως διαδικασίας που ολοένα αναπαράγει αυτούς τους όρους. […] Ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι η πραγματική ανάπτυξη του κεφαλαίου. Μέσα από τον ανταγωνισμό διαμορφώνεται η εξωτερική αναγκαιότητα για το επιμέρους κεφάλαιο, πράγμα που αντιστοιχεί στη φύση του κεφαλαίου, του τρόπου παραγωγής που θεμελιώνεται στο κεφάλαιο, πράγμα που αντιστοιχεί στην έννοια του κεφαλαίου. […] Η κυριαρχία του κεφαλαίου είναι η προϋπόθεση του ελεύθερου ανταγωνισμού […]» (Μarx 1974: 543-544. Βλ. και Μαρξ 1990: 498).

[15] Σύμφωνα με τον Μαρξ, μπορεί να σχηματισθεί και ένας τρίτος τύπος μονοπωλίων, αυτήν τη φορά, όμως, όχι στη σφαίρα της παραγωγής αλλά της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (της αγοράς). Ο Μαρξ ονόμασε τον τύπο αυτό των μονοπωλίων τυχαία μονοπώλια. Πρόκειται δηλαδή για κάποια μεμονωμένα κεφάλαια που καταφέρνουν να αποκομίζουν πρόσθετα κέρδη με το να εκμεταλλεύονται τις συγκυριακές ή μονιμότερες ανισομέρειες και διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζήτησης στην αγορά: «Όταν μιλάμε για τυχαίο μονοπώλιο εννοούμε το μονοπώλιο που προκύπτει για τον αγοραστή ή πωλητή από την τυχαία σχέση μεταξύ ζήτησης και προσφοράς» (Μαρξ 1978β: 224).

[16] Αντίθετα με την παράδοση του «σοβιετικού μαρξισμού», ο Χίλφερντινγκ είχε την ειλικρίνεια να παραδεχθεί ότι η θεωρία του «μονοπωλιακού καπιταλισμού» δεν είναι συμβατή με τη θεωρία της αξίας του Μαρξ: «Η επιβεβαίωση της θεωρίας του Μαρξ για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, το μονοπωλιακό καρτέλ, φαίνεται επομένως ότι καταργεί τη μαρξική θεωρία της Αξίας» (Hilferding 1968: 313. Βλ. επίσης Hilferding 1985: 228).

[17] Όχι όμως πάντα: οι κυρίαρχες αστικές δυνάμεις της μουσουλμανικής πλειοψηφίας του Λιβάνου βρήκαν στη Συρία τον κατάλληλο σύμμαχο για να διατηρήσουν την εξουσία τους στη χώρα. Η συριακή στρατιωτική παρουσία στον Λίβανο διήρκεσε από τον Μάιο του 2000 μέχρι τον Απρίλιο του 2005. Η βιετναμέζικη στρατιωτική παρουσία στην Καμπότζη διήρκεσε από το 1978 έως το 1989.

[18] Έτσι, δεν είναι απορίας άξιον ότι τα εδάφη που προσάρτησε το 1967 το Ισραήλ διατηρούν μέχρι σήμερα το διεθνοπολιτικό στάτους των «κατεχομένων» ή ότι η «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» δεν αναγνωρίζεται από κανένα κράτος ή διεθνή οργανισμό πλην της Τουρκίας.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή