Η θέση του John Stuart Mill στην ιστορία της οικονομικής σκέψης Εκτύπωση
Τεύχος 97, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2006


Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ JOHN STUART MILL ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ
ΜΕΡΟΣ IΙ: Γιατί η θεωρητική παρέμβαση του Mill δεν μπορεί να τοποθετηθεί στο εσωτερικό της νεοκλασικής οικονομικής προβληματικής

του Δημήτρη Σωτηρόπουλου

1. Εισαγωγή

Στο θεωρητικό σύστημα του Μπένθαμ (Bentham) μπορεί κανείς να αναζητήσει τα βασικά στοιχεία μιας οικονομικής ανθρωπολογίας ανάλογης με εκείνη που αποτέλεσε το υπόβαθρο των μεταγενέστερων νεοκλασικών αναλύσεων. Μάλιστα ο ίδιος κατέληξε και σε μια πρώτη διατύπωση της αρχής της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας.

Σε ό,τι ακολουθεί θα υποστηρίξουμε ότι δεν ήταν μόνο ο Ρικάρντο (Ricardo) που με την παρουσία του «καθυστέρησε» την έλευση της νεοκλασικής «επανάστασης». Κάτι ανάλογο επίσης συνέβη και με τον J.S. Mill (στο εξής Μιλλ).

Ο τελευταίος επιχείρησε να συνδέσει την οικονομική ανάλυση με την αρχή της ωφέλειας. Όπως είδαμε και στο Μέρος Ι (Σωτηρόπουλος 2006), παρότι αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως ρικαρδιανό, στην πραγματικότητα μετατοπίστηκε σημαντικά από την ανάλυση του Ρικάρντο. Εντούτοις, ο Μιλλ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί νεοκλασικός οικονομολόγος, κυρίως διότι διαφοροποιείται συνειδητά από το ωφελιμιστικό πλαίσιο του Μπένθαμ, το οποίο αποτελεί το αναγκαίο υπόβαθρο όλων των νεοκλασικών αναλύσεων. Το έργο του Μιλλ μας παρέχει το κλειδί για να κατανοήσουμε τους όρους συγκρότησης της νεοκλασικής σκέψης, η οποία ευσύνοπτα μπορεί να χαρακτηριστεί «η εποχή της επιστροφής στον Μπένθαμ».


2. Ωφελιμισμός και οικονομική ανάλυση: από τον Σμιθ στον Μιλλ


Ο Μηκλ (Meikle 2001: 141) διατυπώνει την ενδιαφέρουσα θέση πως η φιλοσοφική προσέγγιση του ωφελιμισμού, σε κάθε δυνατή εκδοχή της, είχε «σχεδιαστεί» εξαρχής για έναν δευτερεύοντα υποστηρικτικό ρόλο ως προς τις κοινωνικές επιστήμες.1 Η αναλυτική μετάβαση από το σύστημα του Άνταμ Σμιθ (Adam Smith) σε εκείνο του Μιλλ επιβεβαιώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τον προηγούμενο ισχυρισμό.

Ο Σμιθ, έντονα επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του φυσικού δικαίου, θεμελίωσε την ανάλυση των οικονομικών φαινομένων σε μια ατομικιστική μεθοδολογική βάση. Σύμφωνα με το χαρακτηριστικό σχόλιο του Ρούμπιν (Rubin 1994: 220-1), τα οικονομικά φαινόμενα προκύπτουν από τις ενέργειες των ατόμων όπως αυτές υπαγορεύονται από το προσωπικό τους συμφέρον. Η δράση των ατόμων «αναμένεται» να είναι ορθολογική, δηλαδή κάθε άτομο θεωρείται ότι είναι σε θέση να σταθμίζει συνειδητά τα πλεονεκτήματά του. Ο ορθολογικός υπολογισμός των ωφελειών και των απωλειών που εμπεριέχονται στις ξεχωριστές οικονομικές δραστηριότητες αποτελεί εν ολίγοις βασική ιδιότητα της ιστορικά αναλλοίωτης οικονομικής φύσης των υποκειμένων. Το θεώρημα του αόρατου χεριού έρχεται στη συνέχεια για να εξασφαλίσει την εσωτερική ενότητα της κοινωνικής οργάνωσης2 : τα άτομα υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον ακριβώς επειδή οδηγούνται πρώτα από το ιδιοτελές τους συμφέρον (Screpanti & Zamagni 2002: 91).

Εάν, τώρα, η έννοια του «οικονομικού συμφέροντος» του Σμιθ συνδεθεί μονοσήμαντα με την έννοια της «ατομικής απόλαυσης» ή «χρησιμότητας», ολόκληρο το προηγούμενο θεωρητικό πλάνο φαίνεται να συνάδει με την οικονομική εκδοχή της αρχής της ωφέλειας. Σκοπός της εξατομικευμένης οικονομικής δράσης είναι η μεγιστοποίηση της ατομικής απόλαυσης, γεγονός που, σύμφωνα με την προβληματική του οικονομικού φιλελευθερισμού, αναμένεται να οδηγήσει σε βέλτιστη κοινωνική ευημερία. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι ο ορισμός του αντικειμένου της οικονομικής ανάλυσης από τον Μιλλ δεν συνιστά κάποια σημαντική παραλλαγή έξω από το γενικό πλαίσιο που έχει ήδη θέσει ο Σμιθ.3 Υπάρχει αποκλειστικά ένας οικονομικός στόχος: η χρησιμότητα, ενώ όλες οι οικονομικές δράσεις είναι μέσα που – θετικά (κατανάλωση) ή αρνητικά (εργασία, αποταμίευση) – στοχεύουν σ’ αυτόν:


«Η πολιτική οικονομία προϋποθέτει έναν αυθαίρετο ορισμό του ανθρώπου ως όντος που απαράλλαχτα κάνει αυτό με το οποίο μπορεί ν’ αποκτήσει τη μέγιστη ποσότητα των αναγκαίων, των ανέσεων και της πολυτέλειας, με την ελάχιστη ποσότητα εργασίας και φυσικής αυταπάρνησης, τα οποία μπορούν ν’ αποκτηθούν με την υπάρχουσα κατάσταση της γνώσης» (Mill 1992: 156-7).


Η εισαγωγή-ενσωμάτωση «φιλοσοφικών κατηγοριών» στο εσωτερικό της πολιτικής οικονομίας (όπως συμβαίνει με την «αρχή της ωφέλειας» στη συγκεκριμένη περίπτωση) αποτελεί στιγμή μιας συνολικότερης διαδικασίας δράσης των κοινωνικών ταξικών ιδεολογιών στο επίπεδο της θεωρίας.4 Οι κλασικές και νεοκλασικές αναλυτικές στρατηγικές διαμορφώνουν θεωρητικές ιδεολογίες, δηλαδή σε ένα πρώτο επίπεδο αποτελούν θεωρητικά συστήματα που παρέχουν (όχι αυθαίρετα ) στρεβλές ερμηνείες της πραγματικότητας, συγκαλύπτοντας με αυτό τον τρόπο τον ταξικό χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων (παρέχουν μια συγκεκριμένη αναγνώριση-παραγνώριση της πραγματικότητας για να γίνουμε πιο σαφείς). Ο μεθοδολογικός ατομικισμός που συνοδεύει την αρχή της οικονομικής ωφέλειας εγκαθιδρύει ακριβώς στο επίκεντρο των θεωρητικών κατασκευών την αρχή της αρμονίας των κοινωνικών συμφερόντων. Με άλλα λόγια, ένα αόρατο χέρι εξασφαλίζει τη δυνατότητα στα δρώντα «υποκείμενα» να πετυχαίνουν με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια: απόλυτη αρμονία ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό συμφέρον.


3. Οι προϋποθέσεις για να μεταβούμε από τον Μιλλ στους νεοκλασικούς

(ξανά για την ικανή συνθήκη του νεοκλασικού συστήματος)


Είδαμε στην προηγούμενη ενότητα ότι το νεοκλασικό σύστημα γενικής ισορροπίας εγκαθιδρύει μια ταυτοχρονική σχέση ανάμεσα στο πρόβλημα της διανομής και εκείνο της αξίας.5 Η διανομή, οι ποσότητες των παραγωγικών συντελεστών που απασχολούνται, οι τιμές και οι ποσότητες των εμπορευμάτων διαμορφώνονται στην αντίστοιχη «αγορά» κάθε φορά από την αλληλεπίδραση κατάλληλων καμπυλών προσφοράς και ζήτησης. Αυτό σημαίνει ότι με την αποκατάσταση της ισορροπίας οι τιμές τόσο των εμπορευμάτων όσο και των παραγωγικών υπηρεσιών θα είναι τέτοιες ώστε α) οι ζητούμενες ποσότητες των εμπορευμάτων να είναι ίσες με τις αντίστοιχες προσφερόμενες ποσότητες και, την ίδια στιγμή, β) το ίδιο να συμβαίνει και με τις ζητούμενες και προσφερόμενες ποσότητες των παραγωγικών υπηρεσιών. Γίνεται φανερό ότι η έννοια της «πλήρους απασχόλησης» των χρησιμοποιούμενων συντελεστών –η οποία τόσο ενόχλησε τον Κέυνς (Keynes)– είναι αναπόσπαστο κομμάτι της νεοκλασικής οικονομικής σύλληψης.

Για την ικανοποίηση της μοναδικότητας και της ευστάθειας της ισορροπίας οι συναρτήσεις ζήτησης οφείλουν να έχουν (εκτός των άλλων) φθίνουσα αρνητική κλίση (δηλαδή αρνητική συσχέτιση τιμών-ποσοτήτων). Για την επίτευξη ενός τέτοιου αποτελέσματος πρέπει να ικανοποιούνται παράλληλα οι δυο ακόλουθες προϋποθέσεις. Προϋπόθεση 1 : να υφίσταται υποκαταστασιμότητα ανάμεσα στην κατανάλωση διαφορετικών εμπορευμάτων, η παραγωγή των οποίων στη γενική περίπτωση απαιτεί διαφορετικές ποσότητες συντελεστών. Προϋπόθεση 2: για δεδομένο επίπεδο τεχνολογικής γνώσης, κάθε εμπόρευμα μπορεί να κατασκευαστεί με διαφορετικές χρησιμοποιούμενες αναλογίες παραγωγικών συντελεστών (δηλαδή έχουμε υποκατάσταση και ανάμεσα στους χρησιμοποιούμενους συντελεστές). Βάσει των δύο προηγούμενων προϋποθέσεων, οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις θα αναζητήσουν τη μεγιστοποίηση της χρησιμότητας και των κερδών αντίστοιχα.

Η προϋπόθεση 1 είναι αναγκαία για να υπάρξει κατάλληλη συνάρτηση ζήτησης, ενώ αμφότερες οι προϋποθέσεις 1 και 2 οδηγούν σε κατάλληλες συναρτήσεις ζήτησης των παραγωγικών συντελεστών.

Η αρχή της υποκατάστασης, η οποία αποκτά κεντρικό ρόλο στη νεοκλασική ανάλυση, υπαινίσσεται συμμετρία τόσο ανάμεσα στις απολαύσεις των καταναλωτών όσο και ανάμεσα στους αναγκαίους «πόνους» και «στερήσεις» που υφίστανται οι ιδιοκτήτες των παραγωγικών συντελεστών προκειμένου να τους αποκτήσουν. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το νεοκλασικό σύστημα προϋποθέτει για τη θεμελίωσή του μια οικονομική ανθρωπολογία, κατά την οποία τα υποκείμενα μπορούν να συγκρίνουν τις απολαύσεις με τους πόνους και κατ’ επέκταση να κινηθούν προς την κατεύθυνση της βέλτιστης θέσης, που δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που μεγιστοποιεί την απόλαυση-χρησιμότητα.

Η συλλογιστική αυτή είναι ολοφάνερη στις αναλύσεις των Τζέβονς (Jevons), Έτζγουερθ (Edgeworth) και Μάρσαλ (Marshall). Για τον τελευταίο, μάλιστα, ο λόγος ύπαρξης των οικονομικών ως ιδιαίτερης επιστήμης οφείλεται ακριβώς στην έννοια των έμμεσα μετρήσιμων οικονομικών κινήτρων που είναι μεταξύ τους απολύτως σύμμετρα (Marshall 1956: 32). Οι συνακόλουθες οικονομικές πράξεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από «ένα σύνθετο παιχνίδι ανάμεσα σε ανθρώπινα κίνητρα […]: όπου το ένα ζυγίζεται και υποκαθίσταται από το άλλο» (Marshall 1966: 162). Ιδού, λοιπόν, το πλαίσιο για την υποκειμενική θεωρία των πραγματικών κοστών.

Η μονοδιάστατη αναγωγή «απολαύσεων» και «πόνων» σε μια ενιαία κλίμακα αποτίμησης παραπέμπει φυσικά στο ωφελιμιστικό σύστημα του Μπένθαμ. Στο τελευταίο βρίσκουμε μια «φιλοσοφική θεώρηση της ανθρωπότητας σαν ένα πλήθος από ζωντανές αριθμομηχανές για τον υπολογισμό κερδών και ζημιών, μηχανές που η καθεμιά δεν κάνει τίποτα άλλο απ’ το να επιδιώκει τη μεγιστοποίηση της απόλαυσης» (Heilbroner 2001: 237). Καταλαβαίνουμε, επομένως, πώς ερμηνεύεται η «αιφνίδια» στροφή του ενδιαφέροντος των πρώτων Άγγλων νεοκλασικών προς τις αναλύσεις του Μπένθαμ, που επισημάναμε στην εισαγωγή.6 Για τον Τζέβονς (Jevons 1971: 27) τα οικονομικά συνιστούν μια θεωρία «που βασίζεται αποκλειστικά σε έναν λογισμό απόλαυσης και πόνου, ενώ αντικείμενο της οικονομίας είναι να μεγιστοποιεί την ευτυχία μέσα από την αγορά απολαύσεων με το ελάχιστο δυνατό κόστος πόνου».

Δεν σκοπεύουμε να επεκταθούμε σε ένα ζήτημα που υπερβαίνει κατά πολύ τους στόχους τούτου του κειμένου. Από τα προηγούμενα αρκεί να κρατήσουμε ότι οι γενικές προϋποθέσεις της νεοκλασικής σκέψης συνάδουν απόλυτα με τις γενικές (εμπειριστικές) αρχές της υποκειμενικής συμπεριφοράς όπως αυτή προσφέρεται μέσα από το φιλοσοφικό σύστημα του Μπένθαμ.7 Το συμπέρασμα αυτό είναι χρήσιμο για την ανάλυση που ακολουθεί. Εκεί θα υποστηρίξουμε ότι η κριτική διαφοροποίηση του Μιλλ από τον Μπένθαμ αποτρέπει ουσιαστικά τον πρώτο να εισαχθεί στο «νεοκλασικό σύμπαν» και σίγουρα διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην καθυστέρηση της νεοκλασικής «επανάστασης».


4. Η «κριτική» διαφοροποίηση του Μιλλ από το ωφελιμιστικό πλαίσιο

του Μπένθαμ και οι συνέπειές της στην οικονομική του ανάλυση

4.1 Ο ωφελιμισμός του Μπένθαμ και η αρχή της «φθίνουσας οριακής χρησιμότητας»


4.1.1 Οι γενικές αρχές του ωφελιμιστικού συστήματος του Μπένθαμ


Παρότι η ενασχόληση του Μπένθαμ με τα οικονομικά υπήρξε μάλλον περιστασιακή,8 είναι συνηθισμένη στη βιβλιογραφία η σύνδεσή του με τη νεοκλασική υποκειμενική θεωρία της οριακής χρησιμότητας. 9

Ο Μπένθαμ ορθώς θεωρείται πατέρας του ωφελιμισμού, δηλαδή εκείνης της φιλοσοφικής παράδοσης που βασίζεται στην ιδέα ότι τα αίτια της ανθρώπινης δράσης πηγάζουν αποκλειστικά από την επιθυμία των ατόμων να αποκτήσουν απόλαυση ή να αποφύγουν τον πόνο (Bentham 1988: 1). Ολόκληρο το προηγούμενο επιχείρημα θεμελιώνεται στην αρχή της ωφέλειας («principle of utility»), δηλαδή στην «αρχή η οποία επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει οποιαδήποτε πράξη, ανάλογα με την τάση που φαίνεται να διαθέτει στο να αυξάνει ή να μειώνει την ευτυχία της ομάδας το συμφέρον της οποίας ενδιαφέρει την ανάλυση· ή ισοδύναμα, να προάγει ή να ανθίσταται στην ευτυχία αυτή» (Bentham 1988: 2).

Από τα προηγούμενα γίνεται κατανοητό ότι ο ωφελιμισμός –πέρα από ένα κριτήριο ηθικής– προσέφερε έναν νέο τρόπο προσδιορισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Τα κοινωνικά υποκείμενα δεν είναι απλώς ανταγωνιστικά και εγωιστικά όντα, όπως ήθελε σύσσωμη η ορθολογική παράδοση του φυσικού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό ο ωφελιμισμός προσθέτει την ιδέα ότι τα αίτια της ανθρώπινης δράσης πηγάζουν αποκλειστικά από την επιθυμία των ανθρώπων να κινηθούν προς την απόλαυση αποφεύγοντας παράλληλα τον πόνο. Είναι, επομένως, φανερό ότι η σύλληψη του ωφελιμισμού αποτελεί γνήσιο τέκνο της αγγλικής εμπειριστικής παράδοσης του φυσικού δικαίου, ενώ δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί το θεωρητικό νήμα που συνδέει τον Μπένθαμ με τον Σάφτσμπερυ (Shaftesbury) μέσω των κειμένων των Χιουμ (Hume), Ελβέτιου (Helvetius) και Χάτσεσον (Hutcheson).10

Η κοινωνική φιλοσοφία που βρίσκεται πίσω από τον ωφελιμισμό μπορεί να αποδοθεί με τις τρεις ακόλουθες θέσεις:11 1. Το άτομο και η κοινωνία βρίσκονται σε πλήρη αρμονία συμφερόντων. Με τον τρόπο αυτό παγιώνεται μια ισχυρή ατομικιστική λογική στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων, σύμφωνα με την οποία η κοινωνία εμφανίζεται πλήρως «υποταγμένη» και εξαφανισμένη μέσα στο άτομο. 12 2. Η κοινωνία δεν μπορεί να εξεταστεί ως ανεξάρτητη οντότητα, καθώς δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια τυπική μηχανική συνάθροιση υποκειμένων, ένα «φανταστικό σώμα». Η ευημερία της κοινωνίας ορίζεται από την αύξηση της ατομικής ευτυχίας. 3. Δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για αντικειμενικά κοινωνικά συμφέροντα αλλά μόνο για ατομικά εγωιστικά συμφέροντα, ανεξάρτητα από τη «φανταστική» κοινωνία.13


4.1.2 Η εισαγωγή της «ηθικής αριθμητικής» ή του «ηδονιστικού λογισμού» από τον Μπένθαμ


Το θεωρητικό έργο του Μπένθαμ εντασσόταν στο πλαίσιο μιας συνολικότερης πολιτικής δράσης για τη φιλελευθεροποίηση των κοινωνικών θεσμών.14 Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην Αγγλία των αρχών του 19ου αιώνα, όπου οι αναπτυγμένες πλέον καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν αντανακλώνται με ευθύ τρόπο στο πολιτικό επίπεδο. Η οικονομική κυριαρχία της αστικής τάξης για ένα μεγάλο διάστημα, μέχρι τη Μεταρρυθμιστική Πράξη του 1832 (περίπου), τελούσε υπό την πολιτική κυριαρχία των γαιοκτημόνων (Πουλαντζάς 1985: 239). Το γεγονός αυτό έδινε στους οργανικούς διανοουμένους της αστικής τάξης –ο Μπένθαμ ήταν η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση– έναν αέρα ριζοσπαστικότητας.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούσαν τον Μπένθαμ, παράλληλα με την ατομική ηθική, ήταν και η ηθική που έπρεπε να ακολουθήσουν οι κυβερνήσεις και ο νομοθέτης. Η μετάβαση, εντούτοις, από την ατομική ευτυχία στη γενική ευημερία δεν φαίνεται να είναι –σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του ίδιου (Bentham 1988: 313)– και τόσο εύκολη υπόθεση.

Υπό κανονικές συνθήκες, τα υποκείμενα μέσα από αισθήματα εντιμότητας (probity) και αγαθοεργίας (beneficence) ενδιαφέρονται για την ευτυχία του πλησίον τους και έτσι: «Δεν υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες τα κίνητρα ενός ατόμου να μην λαμβάνουν υπόψη τους την ευτυχία όλων των άλλων» (όπ.π.). Εντούτοις, πολλές φορές, εάν τα άτομα αφεθούν να συμπεριφέρονται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς, μπορεί να προκύψει σημαντική απόκλιση από την επιθυμητή κατάσταση της μέγιστης κοινωνικής ευτυχίας. Εδώ ακριβώς θεμελιώνεται η παρουσία της κυβέρνησης, ο ρόλος της οποίας «είναι να προάγει την ευτυχία της κοινωνίας, μέσω της τιμωρίας και της ανταμοιβής» (Bentham 1988: 70) ή όπως εύστοχα διατυπώνει ο Viner (1991: 159): «Αποτελεί λειτουργία της νομοθεσίας να πειθαναγκάσει ή να δελεάσει τα άτομα ώστε να συμμορφώσουν τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη από τις αρχές μέγιστης ευτυχίας συμπεριφορά» (βλ. επίσης Bentham 1988: 323).

Με ποιον τρόπο, όμως, ο ηθικός φιλόσοφος ή ο «εμπνευσμένος» νομοθέτης μπορεί να φέρει εις πέρας ετούτο το δύσκολο και απαιτητικό έργο ; Εδώ ακριβώς είναι που απαιτείται η περιβόητη ηθική αριθμητική ή ο ηδονιστικός λογισμός (moral arithmetic ή felicific calculus) .

Όταν ο Μπένθαμ έρχεται να αναπτύξει το μηχανισμό μέτρησης της απόλαυσης και του πόνου, έχει εμφανώς στο μυαλό του ότι κάτι τέτοιο αποτελεί το πιο αποτελεσματικό εργαλείο που έχει στη διάθεσή του ο νομοθέτης (Bentham 1988: 29). Πρόκειται για μια διαδικασία που συμπεριλαμβάνει τις ακόλουθες προϋποθέσεις:15 1. Θεωρείται δυνατή η διάπλαση των ατομικών συναισθημάτων με τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη γενική ευτυχία. 2. Οι διαφορετικοί πόνοι και απολαύσεις κάθε ατόμου μπορούν να αποτυπωθούν ποσοτικά σε μια μονοδιάστατη κλίμακα. 3. Οι ποσότητες απόλαυσης των διαφορετικών υποκειμένων μπορούν να προστεθούν αλγεβρικά. 4. Ο νομοθέτης είναι σε θέση να αποτιμήσει όλες αυτές τις ποσότητες και να συνάγει συμπεράσματα σχετικά με τη διαπλαστική-παιδαγωγική αποτελεσματικότητα των νομικών και ηθικών κανόνων.

Παρότι η ηθική αριθμητική εισάγεται από τον Μπένθαμ ως εργαλείο στην υπηρεσία του νομοθέτη και όχι ως ένα πλαίσιο ανάλυσης της κοινωνικής συμπεριφοράς, προσφέρει ξεκάθαρα ένα τέτοιο πλαίσιο. Τα αποτελέσματα των πράξεων μπορούν πλέον να μετρηθούν σε μια μονοδιάστατη κλίμακα και στη βάση αυτή να αξιολογηθούν, σύμφωνα με την αρχή της ωφέλειας, οι ίδιες οι ατομικές συμπεριφορές. Έχουμε, δηλαδή, μια άμεση ποσοτικοποίηση των απολαύσεων. Θα υιοθετήσουμε, λοιπόν, το ακόλουθο σχόλιο του Mitchell 1918: 172:


«η πεμπτουσία της κοινωνικής θεωρίας του Μπένθαμ βρίσκεται στον διπλό ρόλο της ηθικής αριθμητικής. Από τη μια, αυτός ο λογισμός υποδεικνύει με ποιον τρόπο ο νομοθέτης, ο δικαστής και ο ηθικοδιδάσκαλος οφείλουν να αποτιμούν τη συμπεριφορά· από την άλλη, φανερώνει πώς διαμορφώνεται η ίδια η συμπεριφορά των ανθρώπων. Δηλαδή, ο Μπένθαμ συνταιριάζει την ωφελιμιστική ηθική με μια συγκεκριμένη θεωρία ψυχολογικής λειτουργίας. Το ηθικό σύστημα έχει συζητηθεί περισσότερο αλλά οι ψυχολογικές έννοιες είναι πιο σημαντικές για τους σπουδαστές των κοινωνικών επιστημών».


Και επειδή συνήθως ο πλούτος συνδέεται με την απόλαυση, κατ’ αρχήν στο σύστημα του Μπένθαμ συναντάμε δυο βασικές θέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, κάθε τμήμα του πλούτου αντιστοιχεί σε κάποια ποσότητα ευτυχίας. Δεύτερον, από δυο υποκείμενα με άνισες περιουσίες περισσότερη ευτυχία απολαμβάνει εκείνος που κατέχει περισσότερο πλούτο. Για να οδηγηθούμε, όμως, στην αρχή της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας χρειαζόμαστε και μια τρίτη θέση, η οποία δεν απουσιάζει από την ανάλυση του Μπένθαμ. Ας γίνουμε, όμως, πιο συγκεκριμένοι.


4.1.3 Η διατύπωση της αρχής της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας από τον Μπένθαμ


Στο έργο του Μπένθαμ, η αρχή της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας διατυπώνεται με τη βοήθεια των ακόλουθων τεσσάρων βημάτων16 (παρατίθεται σε Henry 1990: 92, η έμφαση δική μου):


  1. Caeteris paribus – σε κάθε στοιχειώδες τμήμα πλούτου αντιστοιχεί ένα στοιχειώδες μόριο ευτυχίας. Επομένως,
  2. Όσον αφορά τον πλούτο, από δυο άτομα που διαθέτουν άνισες περιουσίες εκείνο που κατέχει περισσότερο πλούτο πρέπει να θεωρείται από τον νομοθέτη ότι κατέχει και περισσότερη ευτυχία.

  3. Όμως η ποσότητα της ευτυχίας δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνεται η ποσότητα του πλούτου […]. Θα είναι αμφίβολο εάν ο πολλαπλασιασμός του πλούτου κατά δέκα χιλιάδες φορές προκαλέσει τελικά διπλάσια ευτυχία. Έτσι,
  4. Το αποτέλεσμα του πλούτου στην παραγωγή ευτυχίας βαίνει μειούμενο, […] με άλλα λόγια η ποσότητα της ευτυχίας που παράγεται από κάθε στοιχείο πλούτου […] θα είναι ολοένα και λιγότερη για κάθε επιπρόσθετο στοιχείο· το δεύτερο θα παράγει λιγότερη ευτυχία από το πρώτο· το τρίτο λιγότερη από το δεύτερο κ.ο.κ.


Βέβαια, εδώ ο Μπένθαμ αναφέρεται σε πλούτο εν γένει, αλλά ακόμη και σε αυτό το γενικό πλαίσιο είναι ξεκάθαρη η αρχή της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Αν με U συμβολίσουμε την απόλαυση ή τη χρησιμότητα, τότε σε κάθε οριακή αύξηση του πλούτου Δw («a particle of wealth») θα αντιστοιχεί μια οριακή μείωση της επιπρόσθετης χρησιμότητας: ΔU/Δw<0. Το επιχείρημα του Μπένθαμ ολοκληρώνεται όταν υποθέσουμε ότι το χρήμα αποτελεί ένα αξιόπιστο και ασφαλές μέτρο των υποκειμενικών αξιών.17

Η πρόθεση του Μπένθαμ δεν ήταν, βέβαια, η αξιοποίηση της ανάλυσης αυτής στο πλαίσιο μιας στενής οικονομικής θεωρίας αλλά η διαμόρφωση μιας διαδικασίας ηθικού λογισμού 18 που θα μπορούσε να υποστηρίξει κατάλληλα το έργο του νομοθέτη. Επιπλέον, δεν ήταν λίγες οι φορές που η προηγούμενη ανάλυση αναιρέθηκε από τον ίδιο. Σε ένα χειρόγραφο που συντάχθηκε το 1782, ο Μπένθαμ υποστηρίζει ότι παρ’ όλο που η απόλαυση δεν αυξάνεται στον ίδιο βαθμό που αυξάνεται το εισόδημα, για μικρές μεταβολές τα δυο μεγέθη κινούνται παράλληλα.19 Τέλος, ο Μπένθαμ δεν διατύπωσε ποτέ το «νεοκλασικό θεώρημα» ότι δυο εμπορεύματα ανταλλάσσονται ανάλογα με την οριακή τους χρησιμότητα.20

Παρ’ όλο που κανένας από τους οπαδούς του δεν απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην έννοια της ηθικής αριθμητικής, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επιχείρημα του Μπένθαμ αποτελεί οιωνό της υποκειμενικής θεωρίας της αξίας, που ευρισκόμενη στον αντίποδα της ρικαρδιανής προσέγγισης έλαβε την αναλυτική της ολοκλήρωση στα κείμενα των νεοκλασικών.21 Όπως παρατηρεί ο Χένρυ (Henry 1990: 94), η υποκειμενική ωφελιμιστική προσέγγιση του Μπένθαμ «αναγκαστικά δημιουργεί μια θεωρία της οικονομικής αποτίμησης βασισμένη στον υποκειμενικό υπολογισμό των ατόμων ανάμεσα σε απόλαυση/πόνο, όφελος/απώλεια – μια ηδονιστική, αξιακή θεωρία βασισμένη στη χρησιμότητα». Ενώ σύμφωνα με το σχόλιο του Stigler (1965: 74, η έμφαση δική μου): «Ο Μπένθαμ είχε πράγματι εμφυτεύσει το δέντρο της χρησιμότητας. Κανείς αναγνώστης δεν θα έπρεπε να παραβλέψει τη σύλληψη της χρησιμότητας σαν μια αριθμητική ποσότητα· και οι συνέπειες κάτι τέτοιου στην οικονομική ανάλυση δεν θα ήταν αμυδρές. Αλλά παραβλέφθηκαν».


4.2 Η «κριτική» απόσταση του Μιλλ από την ανάλυση του Μπένθαμ


4.2.1 Η σταδιακή διαφοροποίηση του Μιλλ από το πλαίσιο του Μπένθαμ


Η σχέση του Μιλλ με τον Μπένθαμ πέρασε από διάφορες φάσεις. Μέχρι το 1826 και την ηλικία των είκοσι, οπότε και αντιμετώπισε την πρώτη πνευματική του κρίση, ο Μιλλ υπήρξε πιστός οπαδός των απόψεων του Μπένθαμ και του πατέρα του Τζαίημς Μιλλ (James Mill). Σταδιακά, όμως, και επηρεαζόμενος από τα προοδευτικά ρεύματα της εποχής του (εκτός των άλλων από τις απόψεις των Σαιν Σιμόν και Κοντ (Saint-Simon και Comte) αρχίζει να αποδεσμεύεται από τις ιδέες της νεότητας. Εντούτοις, δεν διατύπωσε ποτέ ανοιχτά τις διαφωνίες του για όσο διάστημα ο πατέρας του και ο Μπένθαμ βρίσκονταν εν ζωή (ο πρώτος πέθανε το 1836 ενώ ο δεύτερος το 1832).22

Η πρώτη επίθεση προς τον Μπένθαμ ήρθε το 1833, δηλαδή μόλις έναν χρόνο μετά το θάνατό του, όταν ο Μιλλ δημοσίευσε μια ανώνυμη κριτική με τίτλο «Remarks on Bentham’s Philosophy» ως παράρτημα στο βιβλίο του Bulwer-Lytton England and the English. Αργότερα, το 1838, ο ίδιος δημοσίευσε στην επιθεώρηση London and Westminster Review το γνωστό «Essay on Bentham», επίσης ανώνυμα αλλά εν γνώσει αρκετών φίλων και αντιπάλων. Στην ίδια επιθεώρηση δυο χρόνια αργότερα, το 1840, εμφανίστηκε ένα άρθρο για τον Κόλεριτζ (Coleridge). Η συμπαθητική κριτική που συνέταξε ο Μιλλ για τις ηθικές και πολιτικές απόψεις του τελευταίου αποτελούσε μία έμμεση κριτική προς το σύστημα του Μπένθαμ (βλ. Viner 1991: 167).

Η στάση που κράτησε ο Μιλλ σε αυτά τα άρθρα απέναντι στη θεωρητική κληρονομιά ήταν ανάμεικτη: «Υπήρχε μεγάλη επιδοκιμασία για τον Μπένθαμ, όπως επίσης και αυστηρή κριτική» (Viner 1991: 167). Προσπαθούσε να καταστήσει επίκαιρο το σύστημα της ωφελιμιστικής ηθικής, τροποποιώντας παράλληλα όσες από τις θέσεις του Μπένθαμ θεωρούσε προβληματικές. Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας δεν θα μπορούσε να ήταν άλλο από την ηθική αριθμητική και την απόπειρα του Μπένθαμ να εγκαθιδρύσει μια ποσοτική συμμετρία ανάμεσα στα διαφορετικά υποκειμενικά συναισθήματα. Τα ίδια περίπου επιχειρήματα επαναλαμβάνονται και στο τελευταίο του έργο σχετικά με τον ωφελιμισμό, που εκδόθηκε το 1863 με τον τίτλο Utilitarianism.

Στο δοκίμιο αυτό ο Μιλλ παραμένει πιστός στην αρχή της ωφέλειας (Mill 2002: 80-1). Έτσι, επιλέγει να υποστηρίξει τη συνεπειοκρατία (consequentialism) του Μπένθαμ απέναντι στην παραδοσιακή ηθική της δεοντολογίας (deontology), μια διαμάχη που χαρακτήριζε για αιώνες το πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας (Mill 2002: 75, Roncaglia 1999: 108). Η δεοντολογική προσέγγιση υποστήριζε ότι οι πράξεις ήταν «καλές» ή «κακές» καθαυτές και άρα η ηθική ποιότητα που αντιστοιχούσε σε κάθε πράξη είναι εσωτερική προς την ίδια. Αντίθετα, σύμφωνα με τη συνεπειοκρατία, κάθε ανθρώπινη ενέργεια πρέπει να αξιολογείται μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον που λαμβάνει χώρα βάσει των συνεπειών που απορρέουν από αυτή.

Η διαφοροποίηση του Μιλλ σηματοδοτείται κυρίως μέσα από μια μεταβολή της ηθικής χρήσης του ωφελιμισμού, δηλαδή του ίδιου του περιεχομένου που αντιπροσωπεύει η αρχή της ωφέλειας. Παρότι δεν εγκαταλείπει το έδαφος του ωφελιμισμού, παίρνει αποστάσεις από τη «σκληρή-περιοριστική» ερμηνεία («maximizing utilitarianism») του Μπένθαμ, σύμφωνα με την οποία η ηθική υποχρέωση αφορούσε τη μεγιστοποίηση της «ευτυχίας». Για τον Μιλλ o ωφελιμισμός μπορεί να προσεγγιστεί με πιο «χαλαρούς» όρους («minimizing utilitarianism»): είμαστε ηθικά υποχρεωμένοι να απέχουμε από την επιβολή βλάβης και να παρέχουμε σε όλα τα άτομα συγκεκριμένα και ελάχιστα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτό της ζωής, της ελευθερίας, της ασφάλειας, του αυτοκαθορισμού, της σίτισης και της στέγης, της βασικής εκπαίδευσης κλπ. Με άλλα λόγια, οφείλουμε να εξασφαλίζουμε ίσες δυνατότητες στην επιδίωξη της ευτυχίας (βλ. σχετικά Edwards 1986: 125-6).

Έτσι, πέρα από αρκετές κοινότοπες διατυπώσεις, φαίνεται ότι ο Μιλλ έχει επιφέρει μια σημαντική τροποποίηση στον ορισμό της αρχής της ωφέλειας. Οι πράξεις, οι αρετές, οι κανόνες είναι επιθυμητοί μόνο στο βαθμό που τείνουν να προάγουν το θεμελιώδες αγαθό της ευτυχίας του μεγαλύτερου αριθμού ατόμων:


«[…] η ευτυχία αποτελεί τον μοναδικό σκοπό του ανθρώπινου πράττειν και η προαγωγή της το κριτήριο μέσω του οποίου θα κρίνουμε το σύνολο της ανθρώπινης διαγωγής. Απ’ αυτό συνάγεται αναγκαστικά ότι πρέπει να αποτελεί και το κριτήριο της ηθικής, αφού το μέρος περικλείεται στο όλο» (Mill 2002: 127).


Ή, εναλλακτικά, μια ακριβέστερη περιγραφή της αρχής της ωφέλειας προϋποθέτει:


«[…] ότι ίσες ποσότητες ευτυχίας είναι εξίσου επιθυμητές, ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που τις βιώνουν. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί προϋπόθεση ή προκείμενη που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αρχής της ωφέλειας, αλλά είναι η ίδια η αρχή της ωφέλειας. Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνει η αρχή της ωφέλειας, παρά ότι οι όροι “ευτυχία” και “επιθυμητό” είναι συνώνυμοι;» (Mill 2002: 160-1, υποσημείωση)


Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι η «προαγωγή της ευτυχίας» δεν είναι απλή συνεπαγωγή του ορισμού αλλά οργανικό του κομμάτι. Ο Μιλλ εγγράφει τόσο την ευτυχία όσο και την προαγωγή της μέσα στον ίδιο ορισμό της αρχής της ωφέλειας.

Είναι φανερό ότι το κανονιστικό σύστημα του τελευταίου είναι σημαντικά διαφορετικό από τον συντηρητικό ωφελιμισμό του Μπένθαμ. Σύμφωνα με τον Μιλλ, η αρχή της ωφέλειας «αποτελεί κενό γράμμα χωρίς λογικό νόημα εάν η ευτυχία ενός ατόμου, που είναι ποσοτικά ίση με την ευτυχία ενός άλλου (λαμβάνοντας υπόψη και τις ποσοτικές διαφοροποιήσεις), δεν αντιμετωπίζεται ως ίση. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η ρήση του Μπένθαμ “ότι ο καθένας μετράει για έναν και τίποτε παραπάνω” θα μπορούσε να αναγραφεί κάτω από την αρχή της ωφέλειας ως συμπληρωματικό σχόλιο» (Mill 2002: 160, η έμφαση δική μου). Ο Μιλλ εδώ παραδέχεται τη δυνατότητα διαπροσωπικών συγκρίσεων ανάμεσα στις ατομικές απολαύσεις αλλά επανέρχεται στην κριτική του απέναντι στον Μπένθαμ, η οποία, αν και ήπια διατυπωμένη, στην ουσία της είναι αρκετά αυστηρή. Υπάρχει, συνεπώς, μια συλλογική αξίωση που τίθεται στον ηθικό στοχαστή και τον νομοθέτη, η οποία διεκδικεί «ίση πρόσβαση σ’ όλα τα μέσα για την επίτευξη της ευτυχίας» (Mill όπ.π.). Στα «μέσα» αυτά ο Μιλλ συμπεριλαμβάνει κυρίως κοινωνικά δικαιώματα και ελευθερίες και λιγότερο υλικές απολαύσεις.


4.2.2 Τα δύο βασικά επιχειρήματα που αντιτάσσει ο Μιλλ στην ανάλυση του Μπένθαμ


Από τα προηγούμενα, προκύπτουν δύο βασικές διαφοροποιήσεις από την επιχειρηματολογία του Μπένθαμ, οι οποίες είναι ικανές να ακυρώσουν την ηθική αριθμητική και κατ’ επέκταση τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει στη διαμόρφωση ενός εμπειριστικού ανθρωπολογικού προτύπου κοινωνικής συμπεριφοράς.


(4.2.2.Α) Στην αποτίμηση των ηδονών εισέρχεται και η παράμετρος της ποιότητας, γεγονός που καθιστά ανομοιογενείς τις ηδονές ή τους πόνους, σε αντίθεση με ό,τι νωρίτερα είχε υποστηριχθεί από τον Μπένθαμ.

Παρότι ο Μιλλ επέλεξε να «κινηθεί» θεωρητικά στο πλαίσιο της συνεπειοκρατίας, αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχτεί την απλουστευτική αναγωγή όλων ανεξάρτητα των απολαύσεων, τόσο των ανώτερων-διανοητικών όσο και των κατώτερων-αισθησιακών, σε μια ενιαία διάσταση ποσοτικού υπολογισμού. Ο Μιλλ διαχωρίζεται, λοιπόν, κατηγορηματικά από την ανθρωπολογική δομή που νωρίτερα είχε υπερασπιστεί ο Μπένθαμ.

Η ανάλυση του Μπένθαμ άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο κάποιος να επιτύχει υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας καταφεύγοντας σε μια μεγαλύτερη ποσότητα υλικών απολαύσεων απ’ ό,τι σε μια μικρότερη ποσότητα ανώτερων πνευματικών ηδονών. Αυτό έδινε τη δυνατότητα στους επικριτές να προσάπτουν στον ωφελιμισμό ότι υπαινίσσεται μια υποτιμητική εικόνα της ανθρώπινης φύσης.23 Επομένως, σύμφωνα με τον Μιλλ, έπρεπε να αναγνωριστεί από τους ωφελιμιστές η μη ομοιογένεια των ηδονών, και έτσι, εκτός από τις διαφορές στην ποσότητα, να γίνουν αποδεκτές και διαφοροποιήσεις στην ποιότητα, καθώς «ούτε οι πόνοι ούτε οι ηδονές χαρακτηρίζονται από ομοιογένεια» (Mill 2002: 86).

Ο Μιλλ θεωρούσε ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν αδύνατο να «διασωθεί» το δόγμα του ωφελιμισμού από τις έντονες επικρίσεις των αντιπάλων:


«Θα πρέπει, ωστόσο, να αναγνωριστεί ότι γενικά οι ωφελιμιστές συγγραφείς απέδιδαν την ανωτερότητα των νοητικών ηδονών, σε σχέση με τις σωματικές, στη μεγαλύτερη διάρκειά τους, στην ασφάλειά τους, στο χαμηλό κόστος τους κ.ο.κ., δηλαδή σε περιστασιακά πλεονεκτήματα και όχι στην ίδια τη φύση τους. Σε σχέση με όλα αυτά προσέφεραν ικανοποιητικές αποδείξεις. Ωστόσο, θα μπορούσαν να είχαν κινηθεί με την ίδια συνέπεια στο άλλο, στο ανώτερο –ας πούμε– επίπεδο. Η παραδοχή του γεγονότος ότι κάποια είδη ηδονής είναι περισσότερο επιθυμητά και αξιόλογα από άλλα είναι απόλυτα σύμφωνη με την αρχή της ωφέλειας. Θα ήταν άτοπο, από τη στιγμή που κατά την αξιολόγηση άλλων πραγμάτων συνυπολογίζουμε την ποιότητα με την ποσότητα, να θεωρούμε ότι η αξιολόγηση των ηδονών πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από την ποσότητά τους» (Mill 2002: 82).


Υφίστανται, επομένως, ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στις ηδονές. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Μιλλ (Mill 2002: 85), «είναι προτιμότερο να είναι κανείς ένας ανικανοποίητος άνθρωπος παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι· ένας ανικανοποίητος Σωκράτης παρά ένας ικανοποιημένος ηλίθιος». Ο σεβασμός προς τον Μπένθαμ απαγόρευε στον Μιλλ να αναφερθεί άμεσα σε αυτόν. Έτσι, οι όποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις του τελευταίου εισάγονταν με τρόπο έμμεσο, κάτι που φαίνεται καθαρά στο προηγούμενο απόσπασμα.

Η διάταξη των ηδονών σε σχέση με την ποιότητά τους προϋποθέτει ένα περιβάλλον απόλυτης πληροφόρησης για όλες τις εναλλακτικές δυνατότητες απόλαυσης. Εάν μεταξύ δυο ηδονών, Α και Β, υπάρχει μία, π.χ. η Α, την οποία προτιμούν όλοι ή σχεδόν όλοι όσοι είχαν εμπειρία και των δυο, τότε αυτή είναι η πλέον επιθυμητή (Mill 2002: 83). Πιθανότατα, ένα υποκείμενο που αγνοεί την ύπαρξη της Α να επιλέξει τη Β αλλά στην περίπτωση αυτή η επιλογή του δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ορθολογική. Πάντως, κάθε υποκείμενο που έχει «επαρκή γνώση» και «εμπειρία» των επιλογών Α και Β θα επιλέξει αναμφισβήτητα την Α, η οποία με τον τρόπο αυτό αποκτά ένα καθεστώς αντικειμενικότητας: είναι μια κοινωνικά ορθολογική επιλογή.

Εάν τώρα «οι επαρκείς γνώστες αμφότερων » δεν εγκαταλείπουν την Α για «οποιαδήποτε ποσότητα άλλης ηδονής που έχουν εκ φύσεως την ικανότητα να νιώσουν, τότε δικαιούμαστε να αποδώσουμε στην προτιμούμενη απόλαυση μια ανώτερη ποιότητα, η οποία υποσκελίζει ευρέως την ποσότητα έτσι ώστε να την καταστήσει, συγκριτικά, αμελητέα» (όπ.π.). Στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με μια ανώτερη απόλαυση. Συνεπώς, το βάρος της ανάλυσης του Μιλλ και η εισαγωγή της διάστασης της «ποιότητας» αποσκοπεί κυρίως στη θεμελίωση της διάκρισης ανάμεσα σε ανώτερες και κατώτερες ηδονές και όχι σε μια γενική διάταξη ανάμεσά τους.


(4.2.2.B) Η συμπεριφορά των υποκειμένων συχνά υπόκειται στη «δύναμη της συνήθειας» και έτσι μια συνειδητή ηθική αριθμητική είναι εντελώς ανεπαρκής για την περιγραφή της.

Όπως σπεύδει να επισημάνει αμέσως ο Μιλλ, συχνά η βούληση και η επιθυμία αποτελούν διαφορετικά πράγματα. «Η βούληση, το ενεργητικό φαινόμενο, διαφέρει από την επιθυμία, την κατάσταση της παθητικής αισθητικότητας και μολονότι αποτελεί αποκύημα της τελευταίας, ενδέχεται συν τω χρόνω να εγκαταλείψει την πατρική εστία και να ριζώσει εκτός αυτής. […] Η βούληση είναι τέκνο της επιθυμίας και απαλλάσσεται από την πατρική κυριαρχία της μόνο για να περιέλθει στην κυριαρχία της συνήθειας» (Mill 2002: 128-9, η έμφαση δική μου). Έτσι, είναι δυνατό να διαχωριστεί πλήρως η βούληση από την επιθυμία, και να λειτουργεί χωρίς καμία «εμφανή» αναφορά στην ηδονή ή στον πόνο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η πρώτη «ασυνείδητα» περιέρχεται στην κυριαρχία της συνήθειας. «Η διάκριση βούλησης και επιθυμίας, εάν εννοηθεί μ’ αυτό τον τρόπο, αποτελεί ένα αυθεντικό και αξιοσημείωτο ψυχολογικό γεγονός» (όπ.π. 219)24 .


4.2.3 Συμπέρασμα: Μιλλ και Μπένθαμ (ή αλλιώς: γιατί ο Μιλλ δεν θα μπορούσε να είναι «νεοκλασικός»)


Στο πεδίο της οικονομικής ανάλυσης, η παρέμβαση του Ρικάρντο επισκίασε κάθε προσπάθεια θεμελίωσης της ανταλλακτικής αξίας στην αξία χρήσης. Όπως σημειώνει και ο Στίγκλερ (Stigler 1965: 75): «Οι οικονομολόγοι της εποχής του Μπένθαμ δεν ακολούθησαν την προσέγγιση που εκείνος είχε εγκαινιάσει. Κάποιος μπορεί να υποθέσει ότι αυτή η αποτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι ο Ρικάρντο, ο οποίος είναι ο κύριος υπεύθυνος για την κλίση και την κατεύθυνση που προσέλαβαν τα οικονομικά εκείνης της περιόδου, δεν ήταν οπαδός του Μπένθαμ».25 Εντούτοις, και η διαφοροποίηση του «ωφελιμιστή» Μιλλ από το αναλυτικό πλαίσιο του Μπένθαμ προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση τους νεοκλασικούς συγγραφείς.

Ο Βίνερ (Viner) θεωρεί ότι ο Μιλλ αναδεικνύει επίπλαστα προβλήματα. 26 Στο βαθμό που είναι δυνατή μια μέτρηση των απολαύσεων, αυτή δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την παράμετρο της ποιότητας. Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, οι ατομικές επιλογές γίνονται ανάμεσα σε μονάδες προϊόντων και όχι ανάμεσα σε κατηγορίες, όπως σαφέστατα υποστηρίζει ο Μιλλ. Για τον Βίνερ, το λάθος του Μπένθαμ και η πηγή των παρερμηνειών του οφείλεται στο ότι δεν τόνισε επαρκώς την έννοια της οριακής χρησιμότητας ή απόλαυσης. Προφανώς και η ανώτερη απόλαυση, π.χ. της ποίησης, δεν μπορεί να συγκριθεί με την απόλαυση από την κατανάλωση π.χ. μιας κονσέρβας αλλά η αρχή της ωφέλειας δεν ανατρέπεται αν δεχτούμε ότι από ένα σημείο και μετά η οριακή κατανάλωση «ποίησης» θα προσφέρει την ίδια ακριβώς απόλαυση που θα παρέχει και η πρόσθετη οριακή κατανάλωση μιας «κονσέρβας» σύμφωνα με την αρχή της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Η προηγούμενη εξίσωση των οριακών απολαύσεων δεν πρόκειται να επέλθει παρά μόνο όταν το υποκείμενο έχει κορεστεί από την ανάγνωση ποίησης και κατά συνέπεια δεν είναι απαγορευτικό για τον ωφελιμιστή φιλόσοφο να υποστηρίξει ότι η ποίηση είναι μια κατηγορία αγαθού ανώτερη στην κλίμακα των αξιών από την κονσέρβα.

Όμως αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο προσπαθούσε να αποφύγει ο Μιλλ. Δηλαδή να καταστήσει ποσοτικά συγκρίσιμες, και άρα ποιοτικά σύμμετρες, τις ανώτερες με τις κατώτερες απολαύσεις, έστω και αν κάτι τέτοιο λαμβάνει χώρα από «ένα σημείο και μετά». Όπως ήδη αναφέρθηκε, η θέση αυτή για τον Μιλλ είναι αδιαπραγμάτευτη: «Λίγοι άνθρωποι θα δέχονταν να μεταμορφωθούν σε κατώτερα ζώα με την υπόσχεση ότι θα απολαύσουν στο έπακρο τις ηδονές των κτηνών» (Mill 2002: 83, η έμφαση δική μου). Εδώ ο Μιλλ συντάσσεται πλήρως με τους Επικούρειους στο ότι «οι άνθρωποι είναι προικισμένοι με λειτουργίες ανώτερες των ζωικών ορέξεων και όταν το συνειδητοποιούν, παύουν να θεωρούν ευτυχία οτιδήποτε δεν περικλείει την ικανοποιητική άσκησή τους» (Mill 2002: 82).

Ο Μιλλ, βέβαια, δεν αποδεσμεύεται από το πλαίσιο του ωφελιμισμού, γεγονός που έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ανάλυσή του. Ούτε, επίσης, έρχεται σε ρήξη με την εμπειριστική προβληματική του μεθοδολογικού ατομικισμού, κάτι που είναι ιδιαίτερα ορατό στη διένεξή του με τον Κοντ.27 Εγκαθιδρύει, ωστόσο, στην οικονομική ανάλυση ένα μοντέλο homo economicus το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με τις δυο συνθήκες υποκαταστασιμότητας που αποτελούν το υπόβαθρο του νεοκλασικού συστήματος, όπως είδαμε στην παράγραφο 2.

Ενδεχομένως αυτός είναι ο βαθύτερος αναλυτικός λόγος για τον οποίο ο Μιλλ, α) δεν κατορθώνει να ενσωματώσει στην ανάλυσή του τις «καμπύλες ζήτησης», β) αποδέχεται σταθερούς τεχνικούς λόγους κεφαλαίου-εργασίας, αρνούμενος ότι η μεταβολή στη διανομή θα οδηγήσει τους καπιταλιστές σε υποκατάσταση των παραγωγικών συντελεστών (βλ. Σωτηρόπουλος 2006). Η παραδοχή της υποκατάστασης τόσο ανάμεσα στα καταναλωτικά εμπορεύματα όσο και ανάμεσα στους χρησιμοποιούμενους παραγωγικούς συντελεστές έχει ως βασική προϋπόθεσή της, όπως είδαμε, μια ανθρωπολογία που επιτρέπει την ανάπτυξη ποσοτικής συμμετρίας ανάμεσα σε απολαύσεις και πόνους και επομένως σχετίζεται αναγκαστικά με το σύστημα του Μπένθαμ.


5. Επίλογος-Συμπεράσματα

Σύμφωνα με τα προηγούμενα, καταλήγουμε στο ακόλουθο συμπέρασμα. Το θεωρητικό σύστημα του Μιλλ δεν ικανοποιεί την ικανή συνθήκη του νεοκλασικού δόγματος ή εναλλακτικά δεν ικανοποιεί καμία από τις δύο προϋποθέσεις που διατυπώσαμε νωρίτερα (βλ. παράγραφο 2). Έτσι, παρά τα επιμέρους στοιχεία «συγγένειας» με το νεοκλασικό «σύμπαν» (βλ. Σωτηρόπουλος 2006) και όλη του την «υπαινικτική» στάση προς αυτό, ο Μιλλ παραμένει κατά βάθος «κλασικός».

Μάλιστα, σε ό,τι αφορά την ικανή συνθήκη, δηλαδή την υιοθέτηση της νεοκλασικής οικονομικής ανθρωπολογίας, ο Μιλλ θα διαδραματίσει έναν ενεργητικά αρνητικό ρόλο, ακολουθώντας τουλάχιστον σε κάτι τον υποτιθέμενο «δάσκαλο» Ρικάρντο. Ουσιαστικά, όμως, ο Μιλλ δεν υπήρξε ποτέ ρικαρδιανός.

Έχοντας αποδώσει ένα πρώτο περίγραμμα των φιλοσοφικών θέσεων του Μιλλ, δεν θα ήταν λάθος να προσθέσουμε στη προηγούμενη διαπίστωση του Στίγκλερ ότι όχι μόνο οι οικονομολόγοι μετά τον Μπένθαμ δεν ενδιαφέρθηκαν να μεταφέρουν την ιδέα της ηθικής αριθμητικής στην οικονομική ανάλυση αλλά πολύ περισσότερο η παρέμβαση του Μιλλ (μετά την έλευση της ρικαρδιανής «κυριαρχίας») σχεδόν εκμηδένισε κάθε τέτοια δυνατότητα. Τούτο διότι η πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια σύνδεσης της οικονομικής ανάλυσης με την «αρχή της ωφέλειας» συνοδεύτηκε από απόρριψη όλων των προϋποθέσεων που συνάδουν με την ιδέα του ηδονιστικού λογισμού αλά Μπένθαμ. Οδήγησε, έτσι, στην υιοθέτηση μιας διαφορετικής εμπειριστικής ανθρωπολογίας ως θεμελίου της οικονομικής σκέψης από εκείνη που συναντούμε στις αναλύσεις των αμέσως μεταγενέστερων Τζέβονς, Μάρσαλ, Βαλράς και Μένγερ.

Το θεωρητικό πλαίσιο πριν από την παρέμβαση του Μιλλ είναι λίγο-πολύ γνωστό. Οι Σμιθ και Ρικάρντο (και παρά τις προσωπικές σχέσεις του δευτέρου με τον κύκλο των ωφελιμιστών) επιχείρησαν να συγκροτήσουν ένα οικονομικό σύστημα θεμελιωμένο στην πλήρη διάκριση της ανταλλακτικής αξίας από την αξία χρήσης. Η ισχυρή απήχηση του έργου τους –αναμφίβολα σε συνδυασμό με τις ιστορικές συνθήκες της εποχής– υπήρξε πιθανότατα και η βασική αιτία που δεν άφηνε κανένα περιθώριο για τη θεωρητική αξιοποίηση των ιδεών του Μπένθαμ από τους οικονομολόγους του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικές εξαιρέσεις, βέβαια, είναι οι παρεμβάσεις των Σαι (Say) και Λαουντερνέηλ (Lauderdale ), οι οποίοι επιχείρησαν να τοποθετήσουν την έννοια της χρησιμότητας στο επίκεντρο της οικονομικής ανάλυσης, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, καθώς δεν μπόρεσαν να αξιοποιήσουν την ιδέα της οριακής χρησιμότητας.

Η οικονομική σκέψη του Μιλλ κινήθηκε σε κατεύθυνση γεφύρωσης του «χάσματος» ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία28 (προσπάθεια που χαρακτηρίστηκε από τους μαρξιστές παρακμή της κλασικής πολιτικής οικονομίας). Θα ήταν μεγάλο λάθος να παραβλέψουμε τη συνεισφορά του ωφελιμιστικού δόγματος –στην όποια εκδοχή του– προς την κατεύθυνση ενός τέτοιου «γεφυρώματος». Από την άλλη, όμως, η προσπάθεια του Μιλλ να εγγράψει στο εσωτερικό του ωφελιμισμού «προοδευτικές» κοινωνικές απόψεις μοιραία τον οδήγησε στο να απορρίψει όλα εκείνα τα σημεία που δυνητικά οδηγούσαν στη θεωρία της οριακής χρησιμότητας. Με αυτή την έννοια το «γεφύρωμα» παρέμεινε τελικά ημιτελές.



Βιβλιογραφία

Althusser L. (1990), Philosophy and the Spontaneous Philosophy of the Scientists & Other Essays, London and New York: Verso.

Bentham J. (1988), The Principles of Morals and Legislation, New York: Prometheus Books.

Black R.D.C. (1972), “Jevons, Bentham and De Morgan”, Economica, New Series, 39, 154: 119-134.

Eatwell J., Milgate M. (1999), «Some Deficiencies of Walrasian Intertemporal General Equilibrium», στο G. Mongiovi, F. Petri (eds), Value, Distribution and Capital, Essays in Honour of Pierangelo Garegnani, London: Routledge.

Edwards R.B. (1986), «The Principle of Utility and Mill’s Minimizing Utilitarianism», The Journal of Value Inquity 20: 125-136.

Garegnani P. (1978), «Notes on Consumption, Investment and Effective Demand: I», Cambridge Journal of Economics 2 (1978): 335-353.

Garegnani P. (1979), «Notes on Consumption, Investment and Effective Demand: II», Cambridge Journal of Economics 3 (1979): 63-82.

Jevons W.S. (1871), The Theory of Political Economy, London & New York: Macmillan and Co., από την ηλεκτρονική διεύθυνση: http://cepa.newschool.edu/het/texts/jevons/jevons18711.pdf .

Kurz H. (1985), «Sraffa’s Contribution to the Debate in Capital Theory», Contributions to Political Economy 4: 3-24.

Levine D. (1998), Subjectivity in Political Economy, London and New York: Routledge.

Marshall A. (1956), Principle of Economics, 8th Edition, London: Macmillan & Co Ltd.

Marshall A. (1966), «The Present Position of Economics», στο A.C. Pigou (ed.), Memorials of Alfred Marshall, New York: August M. Kelley Publishers.

Meikle S. (2000), Η οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός Γ. (1997), Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Mill J.S. (1902), Principles of Political Economy, 6th edition, Longmans, Green, And Co.

Mill J.S. (1992), «Περί του Ορισμού της Πολιτικής Οικονομίας και της Προσήκουσας προς Αυτήν Μεθόδου Έρευνας», στο Μανόλης Αγγελίδης-Κοσμάς Ψυχοπαίδης (επιμ.), Κείμενα Πολιτικής Οικονομίας και Θεωρίας της Πολιτικής, Αθήνα.

Mill J.S. (2002), Ωφελιμισμός, Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις.

Mitchell W. (1918), «Bentham’s Felicific Calculus», Political Science Quarterly 33, 2: 161-183.

Μπαλτάς Α. (2002), Για την Επιστημολογία του Λουί Αλτουσέρ, Αθήνα: εκδόσεις Νήσος.

Harrison R. (1987), «Bentham, Jeremy», στο J. Eatwell, M. Milgate, P. Newman (eds), The New Palgrave, A Dictionary of Economics, vol. I, London: Macmillan: 226-9.

Harrod R. (1936), «Utilitarianism Revisited», Mind 45, 178: 137-156.

Heilbroner R. (2001), Οι Φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου, Αθήνα: Κριτική.

Henry J.F. (1990), The Making of Neoclassical Economics, Boston: Unwin Hyman.

Hutchison T.W. (1956), “Bentham as an Economist”, The Economic Journal 66, 262: 288-306.

Pasinetti L. (1991), Παραδόσεις Θεωρίας της Παραγωγής, Αθήνα: Κριτική.

Πουλαντζάς Ν. (1985), Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, τόμος Ι, Αθήνα: Θεμέλιο.

Robinson J. (1970), «Capital Theory Up to Date», Canadian Journal of Economics 3: 309-17.

Robinson J. (1972), Economic Heresies: Some Old-Fashioned Questions in Economic Theory, London: Macmillan.

Roncaglia A. (1999), «From Utilitarianism to Marginal Utility», στο G. Mongiovi, F. Petri (eds), Value, Distribution and Capital, Essays in Honour of Pierangelo Garegnani, London: Routledge.

Rubin I.I. (1994), Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, Αθήνα: Κριτική.

Schumpeter J. (1994), History of Economic Analysis, New York: Oxford University Press.

Screpanti E., Zamagni S. (2002), Η Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης, τόμος Α, Αθήνα: Τυπωθήτω.

Smith A. (2000), Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίες του Πλούτου των Εθνών. Βιβλία Ι & ΙΙ, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Stark W. (1946), «Jeremy Bentham as an Economist», The Economic Journal 56, 224: 583-608.

Stigler G. (1965), «The Development of Utility Theory», Essays in the History of Economics, Chicago: The University of Chicago Press.

Σωτηρόπουλος Δ. (2005), John Stuart Mill: το Τέλος της Κλασικής Σχολής της Πολιτικής Οικονομίας και η Ανάδυση του Νεοκλασικού Υποδείγματος, Αθήνα: ΕΜΠ Διδακτορική Διατριβή.

Σωτηρόπουλος Δ. (2006), «Η θέση του John Stuart Mill στην ιστορία της οικονομικής σκέψης. Μέρος Ι: Η κρίσιμη μετατόπιση από την ανάλυση των Smith και Ricardo και η διαμόρφωση του αναγκαίου βήματος προς το νεοκλασικό σύστημα», Θέσεις 95: 147-166.

Viner J. (1991), «Bentham and J. S. Mill: The Utilitarian Background», στο Douglas A. Irwin (ed.), Essays on the Intellectual History of Economics / Jacob Viner, Princeton: Princeton University Press.



1.Το γεγονός αυτό ήταν μάλλον ξεκάθαρο στους κοινωνικούς στοχαστές της μεταρικαρδιανής περιόδου. Σε ένα γράμμα του προς τον Μιλλ το 1841, Αύγουστος Κοντ (Auguste Comte) εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο Μπένθαμ πρέπει να θεωρείται «η κύρια καταγωγή αυτού που ονομάζεται πολιτική οικονομία» (παρατίθεται σε Stark 1946: 583).

2Μολονότι οι προϋποθέσεις του θεωρήματος του αόρατου χεριού υπήρχαν στο βιβλίο The Theory of Moral Sentiments , η ολοκληρωμένη διατύπωσή τους έγινε στο βιβλίο IV του Πλούτου των Εθνών : «Καθώς κάθε άτομο προσπαθεί, όσο του είναι δυνατόν, να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιό του για τη στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας, και να κατευθύνει αυτή τη βιομηχανία έτσι ώστε η παραγωγή της να έχει τη μέγιστη δυνατή αξία, κάθε άτομο εργάζεται κατ’ ανάγκην για να καταστήσει το ετήσιο εισόδημα της κοινωνίας όσο το δυνατόν μεγαλύτερο. Μάλιστα, γενικά, ούτε προτίθεται να προωθήσει το δημόσιο συμφέρον, ούτε γνωρίζει σε ποιο βαθμό το προωθεί. Προτιμώντας να στηρίξει την εγχώρια και όχι την ξένη βιομηχανία, στοχεύει μόνο στη δική του ασφάλεια. Και κατευθύνοντας αυτή τη βιομηχανία κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μεγιστοποιείται η αξία της παραγωγής της, στοχεύει μόνο στο δικό του κέρδος, και για το σκοπό αυτό, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, καθοδηγείται από ένα αόρατο χέρι στο να προωθεί ένα στόχο που δεν αποτελεί μέρος των προθέσεών του. Ούτε είναι πάντα κακό για την κοινωνία το ότι αυτό δεν αποτελεί μέρος των προθέσεών του. Ακολουθώντας το δικό του συμφέρον, προωθεί συχνά αυτό της κοινωνίας αποτελεσματικότερα απ’ ό,τι αν πραγματικά προσπαθεί να το προωθήσει» (παρατίθεται σε Rubin 1994: 222, η έμφαση δική μου).

3.Ο «πλήρης» ορισμός της πολιτικής οικονομίας που υιοθετεί ο Μιλλ δεν φαίνεται να καταγράφει κάποια σημαντική διαφοροποίηση από το πλαίσιο του Σμιθ. Η πολιτική οικονομία «ανιχνεύει τους νόμους των φαινομένων εκείνων που ανακύπτουν από τις συνδυασμένες λειτουργίες των ανθρώπων για την παραγωγή του πλούτου, στο βαθμό που αυτά τα φαινόμενα δεν τροποποιούνται από την επιδίωξη οποιουδήποτε άλλου στόχου» (Mill 1992: 153).

4Για περισσότερα σχετικά με τη διαδικασία αυτή που πραγματοποιείται και με τη διαμεσολάβηση της φιλοσοφίας βλ. Althusser 1990: 101-144, Μπαλτάς 2002: 44-52.

5.Για τις θέσεις που αναπτύσσονται σε αυτή την παράγραφο ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στην ακόλουθη σχετική βιβλιογραφία: Robinson 1970, Garegnani 1978, 1979, Pasinetti 1991, Kurz 1985, Eatwell & Milgate 1999.

6.Ο Stark 1946: 601-8, σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση, δείχνει με ποιον τρόπο το έργο του Μπένθαμ αποτέλεσε το υπόβαθρο των νεοκλασικών απόψεων του Τζέβονς, του Έτζγουερθ, του Μάρσαλ αλλά και του Μένγκερ (Menger).

7.Πρόκειται, άλλωστε, για επιχείρημα που υποστηρίζεται από τις αναλύσεις των Stigler 1965, Stark 1946, Mitchell 1918, Black 1972, Hutchison 1956, Roncaglia 1999, Henry 1990. Επίσης βλ. Μηλιός 1997 και Σωτηρόπουλος 2005.

8.Θα πρέπει να συμφωνήσουμε με τον Μίτσελ (Mitchell 1918: 162) πως παρότι το θεωρητικό ενδιαφέρον του Μπένθαμ διασκορπίστηκε προς διάφορες κατευθύνσεις, η βασική αναλυτική ιδέα του έχει να κάνει με την εφαρμογή της αρχής της ωφέλειας στη μελέτη των κοινωνικοϊστορικών φαινομένων.

9.Π.χ. βλέπε Schumpeter 1994: 302-3, 1054, Stigler 1965: 70-75, Screpanti & Zamagni 2002: 105-6, Stark 1946: 600-1, Viner 1991: 162, Mitchell 1918, Hutchison 1956: 289-290, Henry 1990: 90-95.

10.Βλ. σχετικά Schumpeter 1994: 130-2, Screpanti & Zamagni 2002: 105. Όπως μας πληροφορεί ο Mitchell 1918: 162, ο Μπένθαμ είχε συνείδηση των αναλυτικών επιρροών που είχαν στο έργο του οι Χιούμ, Χάρτλεϋ και Πρίστλεϋ (Hume, Hartley και Priestley, Αγγλία), ο Ελβέτιος (Helvetius, Γαλλία) και ο Μπεκαρία (Beccaria, Ιταλία).

11.Οι αναλυτικές προϋποθέσεις που συνοδεύουν τον ωφελιμισμό αναπτύσσονται εύστοχα από τους Rubin 1994: 299-305 και Henry 1990: 92-5.

12Πρόκειται για μια θέση που συναντάμε και στον Σμιθ, εξαιτίας του θεωρήματος της αόρατης χειρός .

13Ο Bentham 1988: 3 σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η κοινωνία είναι ένα φανταστικό σώμα (fictitious body), συγκροτούμενο από τα άτομα τα οποία θεωρούνται ότι αποτελούν τα μέλη της. Τότε, ποιο είναι το συμφέρον της κοινωνίας; Το άθροισμα των συμφερόντων των διαφόρων ατόμων που την αποτελούν. Είναι μάταιο να μιλάμε για το συμφέρον της κοινότητας χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ποιο είναι το συμφέρον του ατόμου».

14.Για περισσότερα βλ. Viner 1991: 155. Ο τελευταίος μάλιστα, συμπληρώνοντας τον θετικό απολογισμό της πολιτικής δράσης του Μπένθαμ, σημειώνει ότι «υπήρξε ένας επιτυχημένος κοινωνικός μεταρρυθμιστής, περισσότερο ενδεχομένως από οποιονδήποτε άλλον ιστορικά πέρα από τον Καρλ Μαρξ […] εάν πρόκειται να του αποδοθούν οι αλλαγές οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μετά το θάνατό του ως αποτέλεσμα ενεργειών των οπαδών του» (όπ.π.).

15Για την τυποποίηση αυτή βλ. Viner 1991: 160-1, Roncaglia 1999: 108-9, Harrison 1987: 226.

16.Όπως είδαμε και προηγουμένως είναι γενικά αποδεκτό στη βιβλιογραφία ότι ο Μπένθαμ έφτασε στη διατύπωση της αρχής της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Στο κείμενο του 1801 με τίτλο The True Alarm (βλ. σχετικά Hutchison 1956: 290-1) –και αφού πρώτα σημειώσει ότι «ολόκληρη η αξία θεμελιώνεται στη χρησιμότητα»– ασκεί κριτική στον Σμιθ όχι για την αναλυτική διάκριση ανάμεσα σε ανταλλακτική αξία και αξία χρήσης αλλά για την αδυναμία σύνδεσης της δεύτερης με την πρώτη. Ο Σμιθ, στη βάση της ιδιαίτερης προβληματικής του, σημειώνει ότι «πράγματα που έχουν τη μεγαλύτερη αξία χρήσης έχουν συχνά μικρή ή καμία αξία ανταλλαγής» (Smith 2000: I.iv.13). Έτσι, δημιουργείται και το γνωστό παράδοξο με το διαμάντι και το νερό (βλ. σχετικά Schumpeter 1994: 300-311). Το διαμάντι κατέχει μεγάλη ανταλλακτική αξία εκπροσωπώντας ελάχιστη αξία χρήσης, ακριβώς το αντίθετο με ό,τι συμβαίνει με το νερό (όπ.π.).

Ο Μπένθαμ επανέρχεται στο παράδοξο αυτό (στο εν λόγω κείμενο του 1801), επιχειρώντας μια διαφορετική απάντηση-επίλυση, η οποία εμφανώς υποδεικνύει τη νεοκλασική θεωρία της οριακής χρησιμότητας. Συγκεκριμένα, σχολιάζει: «Ο λόγος για τον οποίο το νερό συναντάται να μη διαθέτει καμία αξία από την άποψη της ανταλλαγής (“value with a view to exchange”) είναι διότι είναι εξίσου απαλλαγμένο από κάθε αξία από την άποψη της χρήσης (“value with a view to use”). Εάν ολόκληρη η απαιτούμενη ποσότητα είναι διαθέσιμη, το πλεόνασμα δεν έχει κανενός είδους αξία. Το ίδιο θα συνέβαινε και στην περίπτωση του κρασιού, των δημητριακών και οτιδήποτε άλλου. Το νερό, όπως παρέχεται από τη φύση χωρίς καμία ανθρώπινη προσπάθεια, είναι περισσότερο πιθανό να καταταχτεί στην κατηγορία των πλεονασματικών αγαθών, όμως υπάρχουν αρκετές περιστάσεις στις οποίες διαθέτει ανταλλακτική αξία μεγαλύτερη του κρασιού» (παρατίθεται σε Hutchison 1956: 291).

17Ο Μπένθαμ αναφέρει σχετικά με το χρήμα: «Έχουμε ήδη αποδείξει ότι αποτελεί το πιο ακριβές μέτρο της ποσότητας του πόνου ή της απόλαυσης που ένας άνθρωπος μπορεί να αποδεχτεί» (παρατίθεται σε Henry 1990: 92). Επίσης, βλ. Henry 1990: 92, Stigler 1965: 74, Stark 1946: 606-607. Πρόκειται για μια θέση την οποία συναντάμε μεταγενέστερα και στην ανάλυση του Marshall 1956: 32.

18Πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι η πατρότητα της ιδέας της ηθικής αριθμητικής δεν ανήκει στον Μπένθαμ, παρότι συνδέθηκε κυρίως με το όνομά του. Στο συγκεκριμένο ζήτημα ο Μπένθαμ είναι μάλλον επηρεασμένος από τον Φράνκλιν (Benjamin Franklin) (Viner 1991: 161).

19Για περισσότερα βλ. Stigler 1965: 74.

20.Όπως, επίσης, παρατηρεί ο Hutchison 1956: 290, παρότι ο Μπένθαμ μπορεί να θεωρηθεί γνήσιος πρόγονος των Τζέβονς και Έτζγουερθ, «ως οικονομολόγος , με τη σύγχρονη σημασία, ο Μπένθαμ δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να αναπτύξει κάποιον οικονομικό λογισμό ή μια θεωρία των σχετικών αξιών και τιμών».

21Σύμφωνα με την ενδιαφέρουσα ανάλυση του Hutchison (1956), θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Μπένθαμ είχε αφήσει ανοικτό και ένα άλλο «παράθυρο», αυτή τη φορά προς την κεϋνσιανή προβληματική. Οι απόψεις του σχετικά με την ακούσια αποταμίευση (forced saving) και την κρατική παρέμβαση χαρακτηρίζονται από μια μερκαντιλιστική διάθεση. Επομένως, αν η μια όψη του Μπένθαμ συνδέεται άμεσα με τους νεοκλασικούς και η άλλη συνάδει με την κεϋνσιανή προβληματική, μάλλον θα πρέπει να συμφωνήσουμε με το ακόλουθο σχόλιο του Hutchison 1956: 306: «Εάν ο Μπένθαμ πρόκειται να χαρακτηριστεί “κλασικός” οικονομολόγος, μαζί με τους Σμιθ και Ρικάρντο, τότε αυτό το πολυαμφισβητημένο επίθετο είναι ουσιαστικά κενό κάθε θεωρητικής σημασίας».

22Για περισσότερα βλ. Viner 1991: 166.

23.Συγκεκριμένα, «εάν οι πηγές της ηδονής ήταν ακριβώς ίδιες για τους ανθρώπους και τα γουρούνια, ο κανόνας του βίου που θα άρμοζε σε αυτούς θα άρμοζε και σ’ εκείνα» (Mill 2002: 82).

24.Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της λογικής του Μιλλ: «Πολλά αδιάφορα πράγματα που αρχικά οι άνθρωποι τα έκαναν έχοντας κάποιο κίνητρο, συνεχίζουν να τα κάνουν από συνήθεια. Κάποιες φορές αυτό γίνεται ασυνείδητα και η συνειδητοποίηση λαμβάνει χώρα μετά την πράξη. Άλλες φορές γίνεται συνειδητά, αλλά εδώ έχουμε μια καθ’ έξιν βουλητική ενέργεια (volition) που τίθεται σε λειτουργία από τη δύναμη της συνήθειας, ενδεχομένως σε αντίθεση με την εμπρόθετη προτίμηση, όπως συμβαίνει μ’ όσους απέκτησαν κακές ή επιβλαβείς συνήθειες. […] Η διάκριση βούλησης και επιθυμίας, εάν εννοηθεί μ’ αυτό τον τρόπο, αποτελεί ένα αυθεντικό και αξιοσημείωτο ψυχολογικό γεγονός. Ωστόσο, το γεγονός αυτό συνίσταται απλώς στο ότι η βούληση, όπως κάθε άλλο στοιχείο της ιδιοσυστασίας μας, είναι δεκτική στην επίδραση της συνήθειας, και εξαιτίας της τελευταίας μπορεί να συμβεί να θέλουμε κάτι που δεν το επιθυμούμε πλέον καθαυτό ή να το επιθυμούμε μόνο επειδή το θέλουμε. Είναι, όμως, εξίσου αληθές ότι αρχικά η βούληση παράγεται εξ ολοκλήρου από την επιθυμία, η οποία συμπεριλαμβάνει την απωθητική επιρροή του πόνου και τη θελκτική επιρροή της ηδονής» (Mill 2002: 128-9).

25Για τον Hutchison 1956: 289, επίσης, το γεγονός αυτό αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες στην ιστορία της οικονομικής σκέψης, «όπου έξυπνες και πρωτότυπες ιδέες, κοινώς αποδεκτές από τους περισσότερους οικονομολόγους μιας μεταγενέστερης περιόδου, παρέμεναν θαμμένες και εξαφανισμένες ενώ στη θεωρητική σκηνή κυριαρχούσαν συστήματα που τώρα κατά κύριο λόγο δεν είναι αποδεκτά».

26Βλ. Viner 1991: 171-2, Black 1972: 126. Ανάλογα επιχειρήματα έχουν αναπτυχθεί και από τους Jevons 1871: 30-2 και Marshall 1956: 79, 107. Δεν πρόκειται να επεκταθούμε ιδιαίτερα στο ζήτημα αυτό.

27Βλ. Σωτηρόπουλος 2005: 127-131.

28Η εύστοχη αυτή μεταφορά προέρχεται από τον Meikle 2000: 38.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή