Ανθρώπινα δικαιώματα, Σύνταγμα και «κοινωνία των πολιτών» Εκτύπωση
Τεύχος 8, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1984


Ανθρώπινα δικαιώματα, Σύνταγμα, και «κοινωνία των πολιτών»
Ενότητα θεωρίας και πρακτικής στην Ιταλική Αριστερά
του Μπάμπη Ανθόπουλου

1. Τα ανθρώπινα δικαιώματα: μια έννοια της αστικής νομικής ιδεολογίας
Τα δικαιώματα του Ανθρώπου «φυσικά», «απαραβίαστα» ή «απαράγραπτα» αποδείχτηκαν μια έννοια με απίστευτη ζωτικότητα για τη νομική ιδεολογία. Κεντρική υπόθεση της κουλτούρας του κοινωνικού συμβολαίου και ιστορική διεκδίκηση του αστικού φιλελευθερισμού, καταγράφτηκαν σαν νομικά δικαιώματα στα συντάγματα που θεσπίστηκαν στο τέλος του 18ου αιώνα ·*και είναι γεγονός ότι μόνο μετά τη νομική κατοχύρωση τους προστατεύτηκαν σαν έννομα συμφέροντα της ανερχόμενης τότε αστικής τάξης. Η κατοχύρωση τους στα αστικά συντάγματα σήμερα όπως και άλλοτε κυριολεκτικά με τα ίδια λόγια όπως και στη Γαλλία των Γιακοβίνων καλείται να αποδείξει ότι πριν και μετά τις κοινωνικές τάξεις υπάρχουν τα «ίσα» και «ελεύθερα» άτομα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις συνταγματικές ελευθερίες για να ξεπεράσουν το κοινωνικό τους περιβάλλον και να γίνουν όλοι αστοί. Με άλλα λόγια, η αστική νομική ιδεολογία είναι έτοιμη να παραδεχτεί την ύπαρξη διαφόρων κοινωνικών τάξεων, όχι όμως και την ύπαρξη της ταξικής πάλης. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η επίκληση των «αναφαίρετων», «απαραβίαστων» κ.ά. δικαιωμάτων του Ανθρώπου έγινε μια «αγωνιστική» ιδεολογία, απαραίτητη για τη συνοχή της Δύσης και του λεγόμενου «Ελεύθερου Κόσμου». Κάτω από την επίφαση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαιολογήθηκαν οι πιο κυνικές και αιματηρές επεμβάσεις καταστολής των επαναστατικών και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στα πλαίσια τη*., διεύρυνσης της ζώνης επιρροής των ιμπεριαλιστικών χωρών. Η λιτανεία των πατροπαράδοτων αξιών του δυτικού κόσμου, «ελευθερία του ατόμου», «πλουραλισμός», «κοινοβουλευτική δημοκρατία», εξυπηρετούσε τη στρατηγική της έντασης και το ψυχροπολεμικό κλίμα, αφού η πρόδηλη ανυπαρξία αντίστοιχων διαδικασιών στο θεσμικό κανονιστικό σύστημα των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν η καλύτερη επιβεβαίωση του «ολοκληρωτισμού» τους. Το πραγματικό γεγονός της συρρίκνωσης των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών στις ανατολικές χώρες που δεν αφορά πάντως την ανυπαρξία εκείνων των διαδικασιών που η αστική νομική ιδεολογία θεωρεί σαν συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας tout court αποδείχτηκε μια θαυμάσια νομιμοποίηση για την Οικοδόμηση ενός αυταρχικού νομοθετικού οπλοστασίου ενάντια στους «εχθρούς των δημοκρατικών θεσμών». Στο όνομα της προληπτικής υπεράσπισης της ασφάλειας του κράτους προληπτικής γιατί,1 «ο εσωτερικός εχθρός διώκεται σαν επικίνδυνος επειδή ακριβώς δεν είναι δυνατόν να διωχτεί σαν ένοχος» συγκροτήθηκε μια συντριπτική έκτακτη νομοθεσία για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια που κατέλυσε τις εγγυήσεις του Κράτους Δικαίου και τα στοιχειώδη συνταγματικά δικαιώματα. Η πορεία προς την κατάλυση των συνταγματικών δικαιωμάτων δεν ήταν ίδια σε κάθε χώρα, ούτε συνέβη την ίδια χρονική περίοδο, αφού αντανακλούσε και τις επιμέρους ιδιαιτερότητες της πάλης των τάξεων. Ο «Μακκαρθισμός» στην Αμερική τη δεκαετία του '50, ο «Λεβιαθανισμός» του σύγχρονου Γερμανικού κράτους του Berufsverbot και των λευκών κελιών, ο «Καλοτζερισμός» στην Ιταλία της «αντιτρομοκρατικής» υστερίας όπου σύμφωνα με το δικαστή Calogero, οι μεγαλύτερες αποδείξεις της ενοχής των πολιτικών κρατουμένων είναι ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις της ενοχής τους, (βλ. κεφ. 2) και τέλος το «κράτος των εθνικοφρόνων» και η αντικομουνιστική νομοθεσία στην Ελλάδα από το 1929 μέχρι το 1974,2 για να υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη μόνο τις πιο γνωστές περιπτώσεις, συνυπήρξαν και συνυπάρχουν με τα υποκριτικά ιδεολογήματα του «Κράτους Δικαίου» και τη συνταγματική κατοχύρωση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών. Είπαμε όμως στην αρχή ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι μια έννοια με απίστευτη ζωτικότητα. Όχι μόνο γιατί η ηθικολογία της προστασίας τους είναι συνεκτικό στοιχείο της ιμπεριαλιστικής ρητορικής αλλά και γιατί και αυτό είναι κυρίως που μας ενδιαφέρει στο κείμενο αυτό έχουν διεισδύσει και στη θεωρία της Αριστεράς. Ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις μονάχα: κάθε έννοια όπως και η έννοια «ανθρώπινα δικαιώματα» προσλαμβάνει τη συγκεκριμένη λειτουργία της μέσα στο σύστημα εννοιών από το οποίο προέρχεται σαν στοιχείο μιας κεντρικής προβληματικής που αρμόζει σ' αυτό, και όχι σε ένα άλλο σύστημα θεωρητικών εννοιών. Αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος όρος δεν μπορεί να ανήκει έστω και με διαφορετικό νόημα όπως ας πούμε όχι τυπικές, δηλαδή αστικές ελευθερίες, αλλά πραγματικές δηλαδή σοσιαλιστικές ελευθερίες σε δύο διαφορετικά συστήματα θεωρητικών εννοιών· δεν μπορεί δηλαδή να είναι όρος που ανήκει τόσο στην αστική ιδεολογία όσο και στο μαρξισμό. Ας προσπαθήσουμε να πιάσουμε τα πράγματα από τη ρίζα τους, έλεγε ο νεαρός Μαρξ. Και η ρίζα των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» είναι ο «άνθρωπος». Η έννοια «άνθρωπος», «άνθρωποι» λέει χαρακτηριστικά ο Etiene Balibar3 είναι μια από τις πιο επικίνδυνες παγίδες για τη μαρξιστική θεωρία: Είναι δύσκολο κανείς να αντισταθεί σε μια έννοια με τόσο «αυτονόητη σημασία» και επιπλέον με μια «διαφάνεια που έχει όλο το βάρος της σάρκας». Όμως ο «άνθρωπος» που έχει τα «δικαιώματα του Ανθρώπου» δεν είναι έννοια εξωτερική για το μαρξισμό. Υπάρχει σαν «γενικός άνθρωπος» στην «Κριτική...» και στα «Γαλλο - Γερμανικά χρονικά», σαν «ειδολογική ύπαρξη» στα «Χειρόγραφα», υπάρχει ακόμα και στην αμφιλεγόμενη διατύπωση της «18ης Μπρυμαίρ» όπου «οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την ιστορία»..., υπάρχει τέλος με άλλη διατύπωση στο χαρακτήρα της επανάστασης της οποίας η «καρδιά» (δηλαδή το προλεταριάτο) αυτοκαταργείται για να πραγματοποιήσει τη φιλοσοφία... Τίποτα το λιγότερο παράδοξο. Ο μαρξισμός, «είναι σε όλο του το μήκος ταυτόχρονα μια επιστημονική θεωρία και μια ιδεολογία».... «αυτό ισχύει ήδη για το μαρξισμό του Μαρξ που αποτελεί απλά την απαρχή του μαρξισμού»... «η απαρχή αυτή συνδυάζει ορισμένες νέες έννοιες με ιδεολογικές παραστάσεις που προέρχονται από τη φιλοσοφία της ιστορίας, ας πούμε, «η ιδέα του κομμουνισμού σαν πέρασμα από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας»...4 Η έννοια «άνθρωπος» αποτελεί «ένα αληθινό σημείο φυγής προς την περιοχή της φιλοσοφικής ή της χυδαίας ιδεολογίας»5 ώστε καθήκον μιας διαλεκτικής επιστημολογίας να είναι η απόδοση στην έννοια «άνθρωπος» της πραγματικής της λειτουργίας μέσα στη μαρξιστική θεωρία. Για το μαρξισμό, δεν υπάρχουν «άνθρωποι», αλλά μονάχα άνθρωποι που ανήκουν σε κοινωνικές τάξεις. Δεν υπάρχουν «ανθρώπινα δικαιώματα», αλλά μόνο τα δικαιώματα που κατακτούν με τον αγώνα τους οι λαϊκές τάξεις. Η επιστημονική μελέτη των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν μπορεί να γίνει ξεχωριστά από τη μελέτη των διαφορετικών μορφών ατομικότητας6 που προσιδιάζουν σε κάθε τρόπο παραγωγής. Η μορφή ατομικότητας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά και κάθε τρόπου παραγωγής που βασίζεται στην ταξική εκμετάλλευση είναι για την ακρίβεια μια μορφή «μη ατομικότητας» αφού οι άνθρωποι δεν εμφανίζονται σαν πρόσωπα αλλά σαν φορείς καθορισμένων λειτουργιών μιας δομής που παράγει και αναπαράγει το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία δηλαδή την ταξική εκμετάλλευση. Άρα δεν είναι δυνατό να ασχοληθεί κανείς ειδικά με τις ατομικές ελευθερίες ή με την αυτοδιάθεση του «προσώπου», αν δεν μιλήσει πρώτα απ' όλα για την πάλη των τάξεων της οποίας μια «στιγμή» καταγραφή, από απόσταση είναι οι ατομικές ελευθερίες. Γιατί τι είδους επιστημονική ανάλυση μπορεί να γίνει, ας πούμε, πάνω στο βασικό άρθρο του Ελληνικού Συντάγματος, που κατοχυρώνει στον καθένα το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική, και πολιτική ζωή της χώρας, αρθρ. 5 §1 αν αυτή η ανάλυση δεν «υποταχθεί» στην αμείλικτη πραγματικότητα των ταξικών αντιθέσεων που εκμηδενίζουν το πλάτος της έννοιας «έκαστος» του άρθρου 5 §1. Όμως δεν πρόκειται για ένα θεωρητικό πρόβλημα μόνο, αλλά και για ένα πρόβλημα πολιτικό. Γιατί η μυθολογία των ανθρώπινων δικαιωμάτων συνοδεύεται πάντοτε κατά τη «διείσδυση» της στο εσωτερικό της θεωρίας της Αριστεράς από τον οικονομισμό.7 Όσο εξαίρεται λοιπόν ο άνθρωπος και οι ελευθερίες του άλλο τόσο εξαίρονται η ανάπτυξη και η παραγωγικότητα. Η οικονομία θεωρείται ότι έχει προτεραιότητα σε σχέση με την πολιτική, η πολιτική ταξική πάλη θεωρείται ως η αντανάκλαση των οικονομικών αντιφάσεων (και βλ. στο κεφ. για τη «σχέση» ανθρώπινων δικαιωμάτων και «κοινωνίας πολιτών»), οι επαναστατικοί αγώνες, και κατ' αρχάς ο αγώνας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας αναβάλλεται για αόριστο χρόνο. Ο σοσιαλισμός δεν είναι για σήμερα, ούτε γι' αύριο ούτε ήταν για χθες. Όμως δεν υπήρχαν περισσότερο ευνοϊκές συνθήκες, αντικειμενικές αλλά και υποκειμενικές, για την επιτυχία της επανάστασης στη Δύση όσο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την αναβάπτιση των κομμουνιστικών κομμάτων στην αντιφασιστική κολυμβήθρα. Για σήμερα και για πάντοτε άλλωστε, η μάχη για την «προοδευτική δημοκρατία» ή, στην κρατικομονοπωλιακή εκδοχή του ανθρωπισμού, η μάχη για την αντιμονοπωλιακή δημοκρατία, αντικαθιστά το ταξικό όραμα της εργατικής τάξης. Με άλλα λόγια, για τα Κ.Κ. της Δύσης, στο εσωτερικό των οποίων άνθισε το ζεύγος ανθρωπισμού οικονομισμού, τα πάντα ήταν εφικτά, από τότε που έγινε ανέφικτη η επανάσταση... Η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και η υπεράσπιση του Συντάγματος που κατοχύρωνε αυτά τα δικαιώματα, έγινε, έτσι η σημαία του «μετωπισμού», όταν ο «μετωπισμός» γινόταν η μόνιμη πολιτική γραμμή των Κ.Κ. Επιλέξαμε να μελετήσουμε το παράδειγμα της Ιταλίας γιατί αποτελεί τον αξεπέραστο ορίζοντα (της αποτυχίας) της γραμμής του «μετωπισμού» και της «υπεράσπισης του συντάγματος». Η γραμμή Δημητρώφ το «λαϊκό αντιφασιστικό μέτωπο» του Εβδόμου Συνέδριου της Κομμουνιστικής Διεθνούς που έδινε την προτεραιότητα στο θέμα της υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών, μεταβλήθηκε στην τολιατική εκδοχή του στην πολιτική γραμμή της ταξικής συνεργασίας... μέσω των κομμάτων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν κάθε τάξη. Όμως για να προσεγγίσουμε τη σχέση ανάμεσα στη «θεωρητική αναθεώρηση» και στον «πολιτικό ρεφορμισμό» στη μεταπολεμική Ιταλία χρειάζεται, παράλληλα με τον τολιατισμό να ασχοληθούμε και με την περίπτωση του Ντέλλα Βόλπε. Όχι όμως με τη φιλοδοξία, να σκιαγραφήσουμε έστω, την προσφορά του στην ανάπτυξη της επιστημολογίας της μαρξιστικής θεωρίας, οσηδήποτε κι αν υπήρξε αυτή. Επιλέγουμε την έρευνα του ντελλαβολπισμού εστιασμένη πάνω σε ένα και μοναδικό σημείο. Τη σχέση του με την πολιτική πρακτική του PCI, που τότε ήταν η γραμμή της «υπεράσπισης του ιταλικού συντάγματος του 1948». Σημειώνουμε εισαγωγικά μόνο ότι η περίπτωση Ντέλλα Βόλπε δεν ανήκει στους «νέου τύπου» αριστερούς διανοουμένους, που στελεχώνουν κατά μάζες το PCI στα μέσα της δεκαετίας του '50 και αργότερα τους ελάχιστα συνδεόμενους με την κλασσική μαρξιστική παράδοση. Αντίθετα ο Ντ. Βόλπε είναι ένας διανοούμενος κλασσικού τύπου. Ασχολείται μόνο με το μαρξισμό κυρίως με τα νεανικά έργα του Μαρξ που τα μεταφράζει ο ίδιος με τη μεσολάβηση του Τολιάτι και αφήνει την πολιτική στους επαγγελματίες πολιτικούς. Ο ίδιος δηλώνει κατ' επάγγελμα φιλόσοφος. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Το να θέτει κάποιος στο κέντρο της προβληματικής του τα έργα του νεαρού Μαρξ είναι άμοιρο πολιτικών επιπτώσεων; Πότε οι φιλόσοφοι κάνουν πολιτική; Μόνο όταν διατυπώνουν τις απόψεις τους πάνω στην τρέχουσα πολιτική στιγμή κι όχι με τα αυστηρά φιλοσοφικά τους κείμενα; Αργότερα θα εξετάσουμε το «καθαρό» φιλοσοφικό μέρος των θέσεων του Ντ. Βόλπε και θα δούμε αν μπορεί να εννοηθεί η φιλοσοφία αποσπασμένη από την ιστορία και την πολιτική· προς το παρόν όμως ενδιαφέρουν οι πολιτικές θέσεις της σχολής του Ντ. Βόλπε και η ενδεχόμενη διάσταση τους με την τρέχουσα πολιτική γραμμή του PCI της «προοδευτικής δημοκρατίας» και της «προστασίας των δημοκρατικών ελευθεριών». Είναι απαραίτητη όμως μια αναφορά που περιλαμβάνει τη συγκεκριμένη κατάσταση της ταξικής πάλης στη μεταφασιστική Ιταλία, όπου και ξετυλίγονται οι ντελλαβολπιανές θέσεις· μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία και τα όρια τους.

2. Η Doppia Linea του Παλμίρο Τολιάτι και η σχολή του Ντέλλα Βόλπε
Ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον Παλμίρο Τολιάτι· αναφέρεται, στα νέα καθήκοντα που αναλαμβάνει το PCI με την είσοδο του στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Πιέτρο Μπαντόλιο την ίδια στιγμή που ο Μουσσολίνι απογυμνωμένος από τον αυτόχθονα καπιταλισμό, ο οποίος τον θεωρεί ήδη «κομμένο χαρτί» και υποστηρίζει την κυβέρνηση του Μπαντόλιο, ιδρύει τη «Δημοκρατία του Σαλό», ένα κράτος φάντασμα, στηριγμένο στην κατοχή της Βόρειας Ιταλίας από τους Γερμανούς... Το κείμενο του Τολιάτι είναι από τη Rinascita, γραμμένο το 1944, με τίτλο «Τι είναι το κόμμα νέου τύπου».8 «Πριν απ' όλα κι αυτό είναι το ουσιαστικό, το κόμμα νέου τύπου, το νέο κόμμα, είναι ένα κόμμα της εργατικής τάξης και του λαού το οποίο δεν περιορίζεται μονάχα στην κριτική και στην προπαγάνδα αλλά παρεμβαίνει στη ζωή της χώρας με μια δραστηριότητα θετική και δημιουργική το ίδιο, αρχίζοντας από τον πυρήνα στο εργοστάσιο και το χωριό, και φθάνοντας μέχρι την κεντρική επιτροπή, μέχρι και τους ανθρώπους που διαλέγουμε να εκπροσωπούν την εργατική τάξη και το κόμμα, στην κυβέρνηση. Είναι φανερό λοιπόν ότι όταν μιλάμε για ένα κόμμα νέου τύπου, κατανοούμε πριν από κάθε άλλο πράγμα ένα κόμμα, το οποίο είναι ικανό να μεταφέρει στην πολιτική του, στην οργάνωση του, και στη δραστηριότητα του, κάθε μέρα, αυτή τη βαθιά αλλαγή που συνέβη στην εργατική τάξη σε ότι αφορά τα εθνικά μας προβλήματα. Η εργατική τάξη αφού εγκατέλειψε τις θέσεις της συνολικής αντίθεσης και κριτικής που κρατούσε στο παρελθόν κατανοεί σήμερα ότι πρέπει να αναλάβει αυτή η ίδια, δίπλα με τις άλλες συνεπείς δημοκρατικές δυνάμεις, ένα άλλο καθοριστικό ρόλο στον αγώνα για την ελευθερία της χώρας καθώς και για τη δημιουργία δημοκρατικών θεσμών. Το κόμμα νέου τύπου είναι ένα κόμμα ικανό να διαμεσολαβήσει πρακτικά τη νέα τοποθέτηση της εργατικής τάξης, να τη μεταφράσει στην πολιτική και στη δραστηριότητα του, και στη συνέχεια να μετατρέψει την οργάνωση του έτσι ώστε να εξυπηρετήσει αυτό το σκοπό. Συγχρόνως το κόμμα νέου τύπου το οποίο έχουμε στο νου, πρέπει να είναι ένα εθνικό Ιταλικό κόμμα, δηλαδή ένα κόμμα το οποίο θέτει και επιλύει τα προβλήματα της απελευθέρωσης της εργασίας στο πλαίσιο της εθνικής μας ζωής και της εθνικής απελευθέρωσης, διατηρώντας κυρίως όλες τις δημοκρατικές παραδόσεις του έθνους». Από το κείμενο το Τολιάτι, στη Rinascita, φαίνεται καθαρά ο εθνικός ρόλος για τον οποίο προορίζεται το PCL Όχι πια κόμμα που είναι η ταξική οργάνωση και ο φορέας των αντικαπιταλιστικών συμφερόντων, αλλά κόμμα που είναι φορέας «γενικών» και «εθνικών» συμφερόντων, ακόμα κι αν πρόκειται για συμφέροντα αντίθετα μεταξύ τους. Το αίνιγμα της μεταπολεμικής Ιταλίας μετατοπίστηκε από την ερώτηση «καπιταλισμός ή σοσιαλισμός» στην ερώτηση «μοναρχία ή δημοκρατία». Η στροφή του Σαλέρνο η Sralta di Salerno ήταν η γενέθλια πράξη του τολιατισμού, δηλαδή η συμμετοχή, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, του PCI σαν κόμματος όχι μόνο της «επανάστασης» αλλά και της «δημοκρατικής νομιμότητας». Η γραμμή της «εθνικής ενότητας», δηλαδή ουσιαστικά η εγκαθίδρυση μιας αστικής δημοκρατίας στην Ιταλία, υπό την κηδεμονία του Τσώρτσιλ και του Ρούσβελτ, δεν έπεσε από τον ουρανό, ούτε βγήκε ξαφνικά από το κεφάλι του Παλμίρο Τολιάτι. Συνδεόταν κατ' αρχήν με την κεντρική επιλογή της Σοβιετικής Ένωσης και ο Τολιάτι δεν ήταν παρά ένας επιδέξιος και ιδιαίτερα αποτελεσματικός, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, «ταχυδρόμος» του Στάλιν. Όπως παρατηρεί σωστά ο Φερνάντο Κλαουντίν:9 «Για τον Στάλιν το ζήτημα δεν ήταν να βάλει το PCI να υιοθετήσει μια στρατηγική ικανή να δώσει επαναστατική διέξοδο στην κρίση του ιταλικού καπιταλισμού. Ο Στάλιν είχε αποκλείσει τη λύση αυτή από τα πριν, μόλις έγινε σαφές ότι η Ιταλία θα «απελευθερωνόταν» από τα συμμαχικά στρατεύματα. Το ζήτημα ήταν να τοποθετηθούν στην Ιταλική πολιτική σκηνή πιόνια που θα μπορούσαν να ανακόψουν την επιρροή των συμμάχων»... Όμως το PCI εκείνα τα χρόνια αντιπροσώπευε με σχεδόν «θρησκευτικό» τρόπο τη διάθεση των λαϊκών τάξεων να ξεφύγουν από την εκμετάλλευση και τη φτώχεια, μόνο που την επένδυε στα διάφορα «εκλογικά καρτέλ» και στις συμμαχίες κορυφής με τη Χριστιανοδημοκρατία. To PCI καλλιεργούσε με έντεχνο τρόπο στις λαϊκές μάζες ότι η πολιτική του, της συμμετοχής στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και της συμμαχίας του με τη φιλελεύθερη αστική τάξη δεν ήταν αυτοσκοπός· ήταν απλώς το μέσο με το οποίο το PCI θα αποκοίμιζε τον ταξικό εχθρό γι' αυτό και ο Τολιάτι στο βήμα του 8ου συνεδρίου του PCI, όταν δηλαδή έχει εμπεδωθεί στη λαϊκή βάση του κόμματος ο ειρηνικός - εθνικός δρόμος προς το σοσιαλισμό, προσπαθεί να αποτινάξει την κατηγορία που συνεχίζει να τον βαραίνει για πονηρό «ταχτικισμό» κατά την ψήφιση του συντάγματος,10 διαψεύδοντας βέβαια όλη τη γραμμή της ηγετικής ομάδας από την αντίσταση μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '50. Αυτή η πολιτική γραμμή του PCI, δηλαδή ο διπλός εφησυχασμός, από τη μια των λαϊκών τάξεων σε ότι αφορά τη μετατροπή σύντομα της «προοδευτικής» δημοκρατίας σε «σοσιαλιστική» δημοκρατία, και από την άλλη, της αστικής τάξης, σε ότι αφορά τη διατήρηση αυτής της ίδιας δημοκρατίας, και αυτού του ίδιου, (αστικού) κράτους, έμεινε στην ιστορία σαν «Doppia Linea» - «διπλή γραμμή», και δεν την έφερε κανείς άλλος καλύτερα σε πέρας από τον ίδιο τον Παλμίρο Τολιάτι. Μπορούμε τώρα, αφού εκθέσαμε τις βασικές αρχές της πολιτικής θεωρίας του Ντελλαβολπισμού, και τις τοποθετήσαμε μέσα στο ιστορικό πλαίσιο, που χάραζε η λαϊκομετωπική γραμμή του PCI, να επανέλθουμε στον αρχικό μας προβληματισμό. Η σχολή του Ντέλλα Βόλπε, οι θεωρητικές και πολιτικές της θέσεις, ήταν σε μια διαφορετική προοπτική, από εκείνη του τολιατισμού; Κι αν, η απάντηση είναι θετική, πώς εξηγείται ότι με παρέμβαση του κομματικού μηχανισμού, ο Ντ. Βόλπε, ο Τζ. Πιετρανέρα, και ο νεαρός τότε Λούτσιο Κολλέτι ανέλαβαν τη διεύθυνση του πιο σοβαρού κομματικού περιοδικού, στα τέλη της δεκαετίας του '50, της «Societa»; Η πιο διαδεδομένη ερμηνεία11 των σχέσεων ντελλαβολπισμού και τολιατισμού είναι ότι ο Ντ. Βόλπε και οι μαθητές του δεν έκαναν πολιτική, άρα δεν δημιουργούσαν ενδεχόμενα προβλήματα στην ηγετική ομάδα του PCI, αλλά έκαναν μόνο αυστηρά επιστημονική δουλειά. Είναι ακόμα αλήθεια, ότι οι θέσεις της σχολής του Ντ. Βόλπε ήταν «αιρετικές» για τις κυρίαρχες απόψεις μέσα στο PCI - τότε κυριαρχούσε η άποψη ότι η Ιταλία δεν ήταν μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα και γι' αυτό έπρεπε να προηγηθεί του σοσιαλισμού το στάδιο της «προοδευτικής δημοκρατίας» που θα στερέωνε τους υβριδικούς κοινωνικούς θεσμούς. Αντίθετα μ' αυτές τις θέσεις ο Ντ. Βόλπε επέμενε στο γεγονός ότι η Ιταλία θα πρέπει να αναλύεται σαν μια ολοκληρωμένη καπιταλιστική χώρα, με ιδιαιτερότητες βέβαια, που όμως δεν είναι καθοριστικές για το χαρακτήρα της. Οι διαφωνίες του Ντ. Βόλπε μας λέει ο Κολλέτι σε ότι αφορά την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης που επικρατούσε στην Ιταλία, δεν εκφράστηκαν πολιτικά, ακριβώς γιατί δεν ήταν εκεί (στην πολιτική) το ενδιαφέρον του ντελλαβολπισμού. Όμως αυτό δεν απαγόρευσε το Ντ. Βόλπε να εκφραστεί υπέρ του Συντάγματος του Στάλιν του 1936, ούτε τον Πιετρανέρα, να εξάρει, τον «σοσιαλισμό της αγοράς» της Γιουγκοσλαβίας και των ανατολικών χωρών. Ούτε πάλι, εμπόδιζε, τον Ντ. Βόλπε, να εφαρμόσει την περίφημη αρχή του, της «astrazione specificha e determinata»,'2 δηλαδή της επιστημονικά καθορισμένης αφαίρεσης, σε ένα κατ' εξοχή πολιτικό ζήτημα και να εξάγει μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική θέση: Το πρόβλημα αφορά τις σχέσεις δημοκρατίας και σοσιαλισμού στη χώρα του προχωρημένου καπιταλισμού. Το «Κράτος και Επανάσταση» θεωρείται από τον Ντ. Βόλπε σαν κείμενο που έχει μόνο ιστορική αξία και πάντως ολωσδιόλου ανεφάρμοστο σαν θεωρητικόπρακτικό κριτήριο ανάλυσης, της σύγχρονης Ιταλίας. Ο Ντ. Βόλπε θεωρεί τις αντιλήψεις του Λένιν, επαναστατικές μεν, μη λειτουργικές δε, αφού οδηγούν σε αδιέξοδα - υποστήριζε έτσι ότι από το αδιέξοδο της λενινιστικής γραμμής το PCI βγήκε μετά τον Πόλεμο χάρη στη σωστή του πολιτική γραμμή και μόνο μεγάλη τιμή αξίζει στον Τολιάτι, που ήξερε να οδηγήσει το κόμμα μέσα από τους γκρεμούς, σε μια λειτουργική αντίληψη της δημοκρατίας. Έγραφε λοιπόν ο Ντ. Βόλπε: «είναι αλήθεια ότι η δημοκρατία δεν βγαίνει από τα πλαίσια της αστικής κοινωνίας μόνο με τη δικτατορία του προλεταριάτου» αλλά «βγαίνει κιόλας, από κει» μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπου «τα δικαιώματα της εργασίας συγκρούονται με τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας» και χρειάζεται να προσέξουμε πολύ καλά το σημείο αυτό του Sulla Dialettica μέσα σ' αυτό το πλαίσιο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, συνέχιζε ο Ντ. Βόλπε, «μπορεί να διαρθρωθεί λειτουργικά το γκραμσιανό κριτήριο της ηγεμονίας». Η αναφορά στον Γκράμσι έχει κατ' αρχήν ενδιαφέρον φιλολογικό. Είναι ελάχιστες, όταν δεν είναι ανύπαρκτες, οι αναφορές που κάνουν οι ντελλαβολπιανοί στον Γκράμσι εννοείται ότι πάντοτε μέσα στη χρονική περίοδο που ο ντελλαβολπισμός λειτουργεί, ανάμεσα στο 55 και το 64, γιατί μετά ο καθένας τράβηξε το δρόμο του, και μάλιστα πρόσφατα, ο Ουμπέρτο Τσερόνι, τότε νεαρός ντελλαβολπιανός, εξέδωσε το Lessico Gramsciano, όπου και θεωρεί τον Γκράμσι σαν τον πιο μεγάλο διανοητή της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας. Κυρίως όμως η αναφορά στον Γκράμισι έχει ενδιαφέρον πολιτικό. Γιατί η αναφορά γίνεται ακριβώς σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία του Γκράμσι, το θέμα της ηγεμονίας, το οποίο κατανοείται από τον Γκράμσι, και αργότερα, με πολύ πιο σχολαστικό τρόπο από την ηγεσία του PCI, σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Υπενθυμίζουμε στον αναγνώστη, ότι σύμφωνα με τη γκραμσιανή έννοια της «ηγεμονίας» μια κοινωνική τάξη μπορεί και πρέπει να είναι «ηγεμονική» μέσα στην «κοινωνία των πολιτών», πριν καταλάβει την πολιτική εξουσία.13 Οι πολιτικές επιπτώσεις αυτής της θέσης του Γκράμσι δε μας πάνε μακριά: μια κοινωνική τάξη πρέπει να επιβάλλει πρώτα τη δικιά της κοσμο αντίληψη στον κοινωνικό σχηματισμό, και μετά μόνο, μπορεί να γίνει και πολιτικά κυρίαρχη· πριν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας πρέπει να πραγματωθεί η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία. Ο Γκράμσι αναγνωρίζοντας τον Λένιν σαν «αιρετικό» μαρξιστή που κάνει την επανάσταση κόντρα στο «Κεφάλαιο», βλέπει, ίσως, στον εαυτό του, τον «αιρετικό» λενινιστή που θέλει να κάνει την επανάσταση κόντρα στο «Κράτος και Επανάσταση». Διότι ο Λένιν δεν σταμάτησε να τονίζει ότι το πρόβλημα της πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης δεν ανάγεται καθόλου στη διαδικασία επιβολής της δικιάς της κοσμοαντίληψης στο σύνολο της κοινωνίας, αλλά ότι αντίθετα η πολιτική οργάνωση είναι απαραίτητο να δομηθεί σαν το αντίπαλο δέος της κυρίαρχης ιδεολογίας, σε μια σχέση που μπορεί να είναι1 μόνο ανταγωνιστική και όχι ηγεμονική: κυρίαρχη ιδεολογία, ακόμα και μετά την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη, συνεχίζει να παραμένει η αστική και μικροαστική ιδεολογία. Άρα, η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία όχι μόνο δεν είναι προϋποθέσεις για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, αλλά, αντίθετα, είναι, κάποια πιθανά αποτελέσματα που έπονται της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας και αφορούν κυρίως τη διαδικασία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Η προβληματική της «querra di posizione» (πόλεμος θέσεων), στηρίζεται ακριβώς σ' αυτή την επέκταση της «ηγεμονίας» στην πολιτική στρατηγική της εργατικής τάξης η οποία είναι αναγκαία στη Δύση, όπως ήταν αναγκαία στην Ανατολή η λενινιστική «querra Manovrata» (πόλεμος κινήσεων), αν και είναι αλήθεια, ότι η σκέψη του Γκράμσι ακόμα και σ' αυτά τα ζητήματα ήταν πολύ πιο πλούσια από τη τολιατική κωδικοποίηση της. Από κει και πέρα η προέκταση της γκραμσιανής «ηγεμονίας» στο μοντέλο του «ιστορικού συμβιβασμού», σύμφωνα με το οποίο οι λαϊκές τάξεις μπορούν με τη μακροχρόνια πάλη τους να καταλάβουν θέσεις αυτόνομης εξουσίας στο εσωτερικό του καπιταλιστικού κράτους, ή η αναζήτηση δημοκρατικών πιστοποιητικών από μια αναξιόπιστη και διεφθαρμένη Χριστιανοδημοκρατία, με αντάλλαγμα την αποδοχή της σαν ένα μεγάλο «λαϊκό κόμμα», η συνεργασία του οποίου είναι απαραίτητη για το μετασχηματισμό της κοινωνίας, με άλλα λόγια δηλαδή, η «στρατηγικοποίηση» του συμβιβασμού και η οιονεί ανεξαρτητοποίηση του από τον τελικό στόχο, είναι μια οδυνηρή ιστορία, που πάντως αφορά περισσότερο τον Μπερνστάιν και λιγότερο τον Γκράμσι... Είναι φανερό λοιπόν τι σημαίνει για τον Ντ. Βόλπε η συνάρθρωση του κριτηρίου της «ηγεμονίας» με τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» του «ιταλικού δρόμου προς το σοσιαλισμό». Μπορεί ο Γκράμσι να ελέγχεται για «φιλογελιανισμό», μπορεί η φιλοσοφική του διαλεκτική να είναι απλώς μια μαρξιστική εκδοχή της φιλοσοφίας του Κρότσε, μπορεί ακόμα να του προσάπτεται η κατηγορία της υποτίμησης του μαρξισμού σαν επιστήμης, όμως ανάμεσα σ' όλα αυτά υπάρχουν και κάποιες σωστές ιδέες: είναι εκείνες που μπορούν να δικαιώσουν αναδρομικά την «εθνική» πολιτική του PCI, τη μετατροπή του, σε ένα απλό κόμμα της συνταγματικής αντιπολίτευσης, την εμμονή του, στην πλάνη μιας «εναλλακτικής χρήσης του συντάγματος».

3. Η εναλλακτική χρήση του Συντάγματος: τα «μολυβένια χρόνια»... Οι κατηγορούμενοι είναι ένοχοι, διότι δεν υπάρχουν αποδείξεις· διότι αν δεν υπάρχουν αποδείξεις σημαίνει ότι τις έχουν κρύψει άρα αφού τις έχουν κρύψει είναι ένοχοι. Η απόδειξη του θεωρήματος του δικαστή Calogero. 3.1 Το σύνταγμα σαν στρατηγικό πεδίο «να μη προχωρήσουν από την πολιτική στην κοινωνική χειραφέτηση...» Υπάρχει μια σελίδα στους «Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία» που φιλοδοξεί να συμπυκνώσει με τον πιο λιτό και αμφιλεγόμενο, όπως θα δούμε τρόπο, το λυμένο αίνιγμα του Γαλλικού Συντάγματος του 1848 και κατ' επέκταση όλων των αστικών συνταγμάτων, στα οποία η κατοχύρωση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών ελάχιστα ξεφεύγει από τα «γιακοβινικά» παραδειγματικά πρότυπα. Η σελίδα αυτή έχει τη δικιά της ιστορία στη μαρξιστική φιλολογία. Ανακαλύφθηκε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον θεωρητικό του αυστρομαρξισμού Όττο Μπάουερ14 σαν η θεωρητική αναγωγή της (ρεφορμιστικής) αυστρομαρξιστικής πολιτικής πρακτικής, ενώ παραμένει μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα ευάλωτη, σε ότι αφορά την οικειοποίηση της από σοσιαλδημοκρατικές θέσεις. Αξίζει λοιπόν να τη διαβάσουμε λέξη προς λέξη: «Ωστόσο, η πιο πλατειά αντίφαση του συντάγματος αυτού βρισκότανε στα παρακάτω: Στις τάξεις που το σύνταγμα έπρεπε να διαιωνίσει τη δουλεία τους, το προλεταριάτο, τους χωρικούς, τους μικροαστούς, δίνει πολιτική δύναμη μέσω της καθολικής ψηφοφορίας. Και από την τάξη που επικυρώνει την παλιά της κοινωνική δύναμη, αποσύρει τις πολιτικές εγγυήσεις της δύναμης αυτής. Επιβάλλει την πολιτική της κυριαρχία μέσα σε δημοκρατικές συνθήκες που βοηθούν σε κάθε στιγμή τις εχθρικές τάξεις να κερδίσουν τη νίκη και να θέσουν σε κίνδυνο τις ίδιες τις βάσεις της αστικής κοινωνίας. Από τις πρώτες τάξεις ζητεί να μην προχωρήσουν από την πολιτική στην κοινωνική χειραφέτηση· από τις άλλες να μη γυρίσουν πίσω από την κοινωνική στην πολιτική παλινόρθωση». Η ύστερη ερμηνεία αυτού του κειμένου του Μαρξ που αποτέλεσε και την κεντρική θέση της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αντίφαση που υπάρχει στις χώρες του προχωρημένου καπιταλισμού εντοπίζεται ανάμεσα στην πολιτική δημοκρατία και την οικονομική ανάπτυξη. Η μόνη δημοκρατία που είναι δυνατή, είναι αυτή που απολαμβάνουν οι πολίτες των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, όπως εκφράζεται με το καθολικό εκλογικό δικαίωμα και το κοινοβούλιο σαν χώρο πραγμάτωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Όμως ενώ η πολιτική εξουσία περνά σταδιακά στα χέρια των λαϊκών τάξεων, η οικονομική εξουσία συνεχίζει να παραμένει στα χέρια των μονοπωλίων, ώστε να καθίσταται αναγκαία αλλά και νομοτελειακά αναπόφευκτη, εφόσον οι λαϊκές τάξεις κατέχουν σταθερά την κοινοβουλευτική πλειοψηφία η μεταφορά της πολιτικής δημοκρατίας και στο χώρο της οικονομίας. Η εργατική τάξη δεν πρέπει να ιδιοποιηθεί την εξουσία με επανάσταση, αφού ο σοσιαλισμός μπορεί να εγκαθιδρυθεί μέσω του κράτους με κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Ουσιαστικά μια τέτοια ερμηνεία του Μαρξ δεν είναι τίποτα άλλο από τη νιοστή επανάληψη του Μπερσταϊνικού «το κίνημα είναι το παν, ο σκοπός δεν είναι τίποτα», ενώ είναι πολύ εύκολο να αναγνωρίσουμε σ' αυτή την ερμηνεία, την αφαίρεση από τη συνολική προβληματική του Μαρξ για το σύνταγμα, όπως εκτίθεται στα πολιτικά του έργα, παράλληλα με τη «γραμματική» και συνεπώς ανεπαρκή ερμηνεία αυτού του κειμένου. Ο Lucio Colleti15 πρόσεξε αυτή την προϊούσα διαστρέβλωση των «Ταξικών αγώνων στη Γαλλία» και αντιπρότεινε στη θέση της μια αυθεντική λενινιστική ερμηνεία· το παράδοξο είναι και ανάγεται στις ίδιες τις αντιφάσεις του Lucio Colleti που αιτία έχουν τα πεπερασμένα όρια των νεανικών γραπτών του Μαρξ ότι ο Colleti μόνο θαυμασμό έχει να εκφράσει για το «Κράτος και Επανάσταση», την ίδια στιγμή που θεωρεί... το «Εβραϊκό ζήτημα» αξεπέραστο ορίζοντα της μαρξιστικής πολιτικής θεωρίας. Παρ' όλες όμως τις αμφιταλαντεύσεις του, η άποψη του για τη χρήση του συντάγματος είναι πιο κοντά στο περιεχόμενο του κειμένου του Μαρξ. Για τον Colleti η αντίφαση δεν βρίσκεται μεταξύ συντάγματος και καπιταλισμού αλλά «η αντίφαση που βρίσκεται στο εσωτερικό της κοινωνίας περνάει κι από το εσωτερικό του συντάγματος». Το σύνταγμα είναι η ίδια η σύνοψη των αντιφάσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις τάξεις αυτής της κοινωνίας, αλλά αφού «από τις μεν απαιτεί να μην προχωρούν από την πολιτική χειραφέτηση και από τις άλλες να μην οπισθοχωρούν από την κοινωνική παλινόρθωση» τότε, το σύνταγμα εδώ κυρίως, τα συνταγματικά δικαιώματα δεν είναι η οριστική σύνθεση των ταξικών αντιθέσεων, αλλά μονάχα το έδαφος όπου αυτές οι αντιθέσεις είναι δυνατό να ενταθούν με πιο ευνοϊκό τρόπο για τις λαϊκές τάξεις. Στο σημείο αυτό, θα αναζητήσουμε την πληρέστερη κατά τη γνώμη μας «ανάγνωση» του κειμένου του Μαρξ, στην αντίστοιχη ερμηνεία του Αριστόβουλου Μάνεση16 διότι, επιπρόσθετα, διατυπώνει θεωρητικά όλο το κρυπτογραφημένο πλάτος των πρακτικών εννοιών που υπάρχουν στο κείμενο του Μαρξ. Για τον Μάνεση, το σύνταγμα εμφανίζεται με μορφή Ιανού: βλέπει και στο παρελθόν και στο μέλλον. «Η πολιτική λειτουργία του συντάγματος είναι συντηρητική στο βαθμό που προστατεύει τις υπάρχουσες σχέσεις και δομές της κρατικά οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης· προοδευτική στο βαθμό που ορισμένοι θεσμοί και διατάξεις μπορεί να χρησιμεύσουν σαν προχωρημένες θέσεις μάχης για τις ανερχόμενες νέες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, διευκολύνοντας έτσι την ιστορική εξέλιξη». Όμως, παράλληλα, ο Μάνεσης αναγνωρίζει ότι κυρίως «εξαρτάται από την ικανότητα των ανταγωνιζόμενων δυνάμεων, δηλαδή από την εξέλιξη του συσχετισμού τους που το κέντρο βάρους τους βρίσκεται όχι τόσο στο σύνταγμα, όσο στην κοινωνική πραγματικότητα ο καθορισμός της κατεύθυνσης προς την οποία λειτουργούν οι θεσμοί και οι διατάξεις του συντάγματος».17 θα προσθέταμε, κινούμενοι στην ίδια γραμμή, ότι το μυστικό της εναλλακτικής χρήσης του συντάγματος, βρίσκεται έξω από το σύνταγμα, εξαρτάται από το μαζικό κίνημα ή δεν υπάρχει καθόλου. Μακριά από τις λεγκαλιστικές - «συνταγματικές» αυταπάτες της σοσιαλδημοκρατίας, το κείμενο του Μαρξ που προηγούμενα παραθέσαμε, καθόλου δεν επικυρώνει τον αφελή ιστορικισμό της σταδιακής διεύρυνσης της πολιτικής δημοκρατίας σε κοινωνική δημοκρατία ούτε πολύ περισσότερο, παρουσιάζει τον Μαρξ σαν ειρηνόφιλο λάτρη, της με κάθε θυσία τήρησης της συνταγματικής (αστικής) νομιμότητας. 3.2. Ένα σύνταγμα που «βασίζεται» στην εργασία Ας έλθουμε, μετά την παρέκβαση αυτή στο κείμενο του Μαρξ και τις διαδοχικές ερμηνείες του, στη στάση της Ιταλικής Μαρξιστικής Σχολής στις γενικές γραμμές της και όχι στις αποχρώσεις της όπως αυτή συμπυκνώνεται, στις θέσεις του ίδιου του Ντ. Βόλπε. Μπορούμε να τη συνοψίσουμε σε μια μόνο φράση που ανήκει στον Ντ. Βόλπε, αλλά θα μπορούσε να είναι και του Τολιάτι. Η φράση αυτή είναι: «να προχωρήσουμε το σύνταγμα ως το βάθος». Όμως μια προσεκτική εξέταση του κειμένου του Ντ. Βόλπε υπάρχει στο Sulla Dialettica και της άποψης του σε ότι αφορά την εφαρμογή του συντάγματος, δείχνει ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα σ' αυτή και την αντίστοιχη, άκριτα αισιόδοξη, της ηγετικής ομάδας του PCI όσο κι αν η διαφορά καλύπτεται με επιμέλεια πίσω από μια κρυπτογραφημένη και σκόλια διατύπωση. Το ιταλικό σύνταγμα λέει ο Ντ. Βόλπε εγγράφεται μέσα σε ένα «Κράτος Δικαίου», «και θα πρέπει να κατανοήσουμε τι σημαίνει ακριβώς Κράτος Δικαίου».18 Σημειώνουμε μόνο ότι η έκφραση «Κράτος Δικαίου», χρησιμοποιείται, όχι με τη νομική έννοια του όρου, αλλά σαν πολιτικό «στίγμα» της διαφορετικής άποψης του Ντ. Βόλπε για το ιταλικό κράτος σε σχέση πάντα με τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή απόψεις στο PCI που υπερθεμάτιζαν για τον υβριδικό και υπανάπτυκτο χαρακτήρα της ιταλικής κοινωνίας. Γι αυτό η τήρηση των κανόνων του «Κράτους Δικαίου», συνεχίζει ο Ντ. Βόλπε, μπορεί και πρέπει να ενδιαφέρει τους κομμουνιστές κατά ένα γενικό τρόπο. Κυρίως όμως στόχος τους θα πρέπει να είναι η εγγραφή εξισωτικών ή κοινωνικών κριτηρίων στο σώμα της πολιτικής δημοκρατίας.19 Ήδη υπάρχει μια διαφορά από τη γραμμική αστικοδημοκρατική αντίληψη του PCI πάντως όμως ο Ντ. Βόλπε δε διευκρινίζει με ποιο συγκεκριμένο τρόπο τα κοινωνικά κριτήρια θα εγγραφούν στο σώμα της πολιτικής δημοκρατίας. Η αοριστολογική διατύπωση ότι τα κοινωνικά κριτήρια βασίζονται στο κριτήριο της εργασίας υπάρχει αυτούσια και στο άρθρο 1 του ιταλ. συντάγματος (βλ. παρακάτω), που η πρακτική της εφαρμογής του, έδειξε ότι μπορεί να αναφέρεται τόσο στους εργοδότες όσο και στους εργάτες... Δεν είναι τυχαία η επιμονή μας στο ιταλικό σύνταγμα. Είναι αυτό το ίδιο σύνταγμα, το οποίο θεωρείται για το PCI, σαν η πιο μεγάλη κατάκτηση της εργατικής τάξης ή όπως συνηθίζουν να λένε στην Ιταλία, το «πιο δημοκρατικό σύνταγμα του κόσμου». Οι θεμελιώδεις κοινωνικές αρχές του συντάγματος, έδειχναν, όπως πίστευε σταθερά η ηγετική ομάδα του PCI, το δρόμο του μετασχηματισμού του παλιού οικονομικού και πολιτικού συστήματος, τον αυτόχθονα δρόμο προς το σοσιαλισμό: Το άρθρο 1 που ορίζει το πολίτευμα της χώρας σαν κοινοβουλευτική δημοκρατία που βασίζεται στην εργασία, το άρθρο 3 που επιβάλλει σαν καθήκον της δημοκρατίας την απομάκρυνση των οικονομικών και κοινωνικών εμποδίων που περιορίζουν στην πράξη την ισότητα και την ελευθερία των πολιτών, και βάζουν φραγμούς στη συμμετοχή όλων των πολιτών στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές οργανώσεις της χώρας, τέλος το άρθρο 36, που ορίζει ότι η αμοιβή των εργαζομένων πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζει σ' αυτούς και τις οικογένειες τους μια ελεύθερη και αξιοπρεπή ύπαρξη..., είναι οι θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής δημοκρατίας, και του πνεύματος της Αντίστασης, πάνω στις οποίες μπορούν βάσιμα να στηριχτούν οι λαϊκές τάξεις. Μάλιστα ο Τολιάτι, αργότερα, απέκρουε κάθε κατηγορία για τον «επαναστατικό καιροσκοπισμό», που είχε επιδείξει κατά την ψηφοφορία του συντάγματος,20 αν και την εποχή που ψηφίστηκε το σύνταγμα, κυριαρχούσε η γραμμή της «Doppia Linea», Η φιλολογία γύρω από το σύνταγμα, συνεχίστηκε τη δεκαετία του '50. «Η εργατική τάξη μας λέει ο Τολιάτι στην εισήγηση του στο 8ο συνέδριο του PCI δεν κατόρθωσε ακόμα να αποκτήσει την πολιτική ηγεσία του κράτους. Κατέκτησε όμως τον έλεγχο του λαϊκού κινήματος από το οποίο βγήκε αυτό το κράτος, και αυτό το κράτος έχει ένα σύνταγμα που βασίζεται στην εργασία. Οι δυνάμεις που εκπροσωπούν σήμερα την Αριστερά έχουν ένα καινούριο καθήκον: την υπεράσπιση και την εφαρμογή του συντάγματος, γιατί αυτό το σύνταγμα είναι ένα εντελώς πρωτότυπο αποτέλεσμα της ταξικής πάλης στην Ιταλία, διότι από τη μια καταδικάζει κάθε αυθαίρετο περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών και από την άλλη λέει ότι πρέπει να μετακινηθούν τα υλικά εμπόδια που προκαλούν την ανισότητα ανάμεσα στους πολίτες»,21 έτσι ώστε να ανοίγει το δρόμο για διαδοχικές μεταβολές που θα δώσουν στη δημοκρατία ολοένα και πιο ουσιαστικό περιεχόμενο.22 To PCI καταλήγει ο Τολιάτι είναι κόμμα δημοκρατικό γιατί κινείται μέσα στα πλαίσια του συντάγματος, του δημοκρατικού ήθους και της νομιμότητας που καθορίζει το σύνταγμα, ώστε σήμερα να απαιτεί το σεβασμό αυτής της νομιμότητας και την εφαρμογή των συνταγματικών κανόνων απ' όλους.23 Scripta Marient. Ας σημειώσουμε μόνο την ημερομηνία. Δεκέμβρης του 1956, δέκα μήνες μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και τον εξορκισμό της «προσωπολατρείας» σαν μοναδικού υπεύθυνου για τις παραβιάσεις της «σοσιαλιστικής νομιμότητας». Η «σταλινική παρέκλιση» αποδίδεται εξ' ολοκλήρου στον... Στάλιν, τα εγκλήματα της σταλινικής περιόδου σε... ατέλειες της νομικής υπερδομής, και το πλαίσιο δράσης των δυτικών Κ.Κ. προσδιορίζεται αυστηρά μέσα στα όρια της «ειρηνικής συνύπαρξης»... 3.3. Σύνταγμα και παρασύνταγμα, νομιμότητα και παρανομία Τόσο ο Colled, όσο και ο Delia Volpe, κρατούν τις αποστάσεις τους από τον ακραιφνή συνταγματισμό του PCL H διαφοροποίηση τους όμως είναι «έμμεση», διαφοροποίηση αποχρώσεων· στο βάθος υπάρχει η παραδοχή ότι το πλαίσιο των δημοκρατικών ελευθεριών που κατοχυρώνεται στο σύνταγμα24 είναι μια οριστική κατάκτηση των λαϊκών τάξεων, ότι το θεσμικό κανονιστικό της πολιτικής δημοκρατίας είναι περισσότερο ή λιγότερο ο χώρος όπου ζει η λαϊκή κυριαρχία, ότι ο κοινωνικός και προοδευτικός χαρακτήρας του συντάγματος είναι γεγονός, και εκείνο που εκκρεμεί είναι η σωστή δηλαδή ταξική χρησιμοποίηση του νομικού πλαισίου από τις λαϊκές τάξεις και τους πολιτικούς της φορείς. Όμως είναι βέβαιο, ότι η «συνταγματική νομιμότητα», οι περίφημοι «κανόνες του παιγνιδιού» είναι στα αλήθεια το πεδίο όπου η ταξική πάλη διεξάγεται με τον πιο ευνοϊκό τρόπο για τις λαϊκές τάξεις; Η κρατική εξουσία είναι μια «νόμιμη εξουσία» ή μήπως εξουσία απόλυτη, πάνω από κάθε νόμο; Και τι είναι τελικά μια αυθαίρετη εξουσία; Μήπως αυθαίρετη τελικά εξουσία είναι κάθε μη σοσιαλιστική εξουσία;25 Ποια είναι η αληθινή σχέση που συνδέει το κράτος, το σύνταγμα, και την καταστολή; Υπάρχει άραγε ένα σύνταγμα το οποίο οι λαϊκές τάξεις πρέπει να σέβονται ως κόρη οφθαλμού απέναντι στις «αντισυνταγματικές» του παραβιάσεις από την κρατική εξουσία; Μήπως τέλος, η διάκριση ανάμεσα σε σύνταγμα και παρασύνταγμα είναι ακόμα μια «πλατωνική οριοθέτηση».26 (Ας κάνουμε μια παρέκβαση εδώ, για να τονίσουμε ότι τη διαίρεση σύνταγμα - παρασύνταγμα μπορούμε να την κρατήσουμε μόνο στο νομικό επίπεδο. Το παρασύνταγμα υπάρχει μονάχα σαν νομική έννοια. Η απτή και οδυνηρή πραγματικότητα του βεβαιώνει ότι σε σύγκρουση συντάγματος και παρασυντάγματος, το πραγματικό σύνταγμα είναι το παρασύνταγμα ή για να επαναλάβουμε τα λόγια του Αλ. Σβώλου,27 δεν μπορούμε να μιλούμε στην περίπτωση αυτή, για σύνταγμα, αλλά μονάχα για μια λουρίδα συντάγματος). Για να συμπυκνώσουμε τις προηγούμενες ερωτήσεις: Οι νομικές - συνταγματικές μορφές διεξαγωγής της ταξικής πάλης εξαντλούν το ζήτημα της ταξικής πάλης;28 Πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να απαντήσουμε κάθε ερώτηση χωριστά, αν πρώτα δεν τις απαντήσουμε όλες μαζί. Προϋπόθεση όμως για να γίνει αυτό είναι να τελειώνουμε με το απατηλό σχήμα νομιμότητα - παρανομία. Αντίθετα θα πρέπει να δούμε τόσο τη νομιμότητα όσο και την παρανομία σαν χώρους που τους κατασκευάζει το κράτος τους συστέλλει και τους διαστέλλει ανάλογα με τη συγκεκριμένη συγκυρία της πάλης των τάξεων. Το κράτος δεν έχει νομικά όρια. Όχι με την έννοια ότι η δράση του δεν είναι, intra legem η περίφημη αρχή της νομιμότητας αλλά με την έννοια ότι αφού οτιδήποτε κάνει το κράτος είναι νομικό αφ' εαυτού, η παραβίαση του νόμου, ακόμα και των συνταγματικών διατάξεων, είναι μια πράξη εξίσου νόμιμη αν και μέχρι να αποκατασταθεί νομικά η αναντιστοιχία, η συγκεκριμένη πράξη θεωρείται contra legem από τους νομικούς· ποιος όμως, σε τελευταία ανάλυση, νοιάζεται για τη γνώμη τους; Η παραβίαση του νόμου η παραβίαση των «αναφαίρετων» συνταγματικών δικαιωμάτων, δεν αντλεί τη νομιμοποίηση της από μια «συσταλτική» ανάγνωση του συντάγματος, αλλά μέσα από ένα συσχετισμό που δεν είναι καθόλου νομικός αλλά είναι συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα σε αντιμαχόμενες κοινωνικές τάξεις.29 Η διαφορά ανάμεσα στο «Κράτος Δικαίου» και στο Αστυνομικό Κράτος εντοπίζεται ακριβώς στη διαφορετική «φάση» στην οποία αντιστοιχεί το καθένα υπενθυμίζουμε ότι ο χαρακτήρας μιας φάσης εξαρτάται κυρίως από την «τωρινή στιγμή» της πάλης των τάξεων. Το «Κράτος Δικαίου» αντιστοιχεί σε μια φάση σχετικής σταθεροποίησης του συσχετισμού των δυνάμεων, όπου όμως η αστική τάξη έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων μέσα σε μια σχετική ισορροπία των δυνάμεων της ταξικής πάλης (προσοχή: όχι ισορροπία ισότητας, αλλά ισορροπία ανισότητας με την αστική τάξη σε υπεροχή). Αντίθετα το Αστυνομικό Κράτος αντιστοιχεί σε μια κατά κάποιο τρόπο, οριστική ήττα των λαϊκών τάξεων, που έρχεται ύστερα από μια αλλεπάλληλη διαδικασία επί μέρους αποτυχιών σε όλα τα μέτωπα της ταξικής πάλης. Το Αστυνομικό Κράτος συμπίπτει με την κατάρρευση του οικοδομήματος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όχι αναγκαία και με την κατάργηση του ίδιου του κοινοβουλίου και με μια μορφή κράτους έκτακτης ανάγκης. Οι όροι «Κράτος Δικαίου» και «Αστυνομικό Κράτος» δεν συμπίπτουν με τους όρους φιλελεύθερο κράτος (που είναι πάντοτε «Κράτος Δικαίου») και «Αυταρχικό Κράτος» (που δεν είναι πάντοτε Αστυνομικό Κράτος τουλάχιστον δεν είναι τέτοιο στη σημερινή φάση) στο μέτρο που οι πρώτοι είναι όροι νομικοί δείχνουν το αποτέλεσμα που έχει ο μετασχηματισμός του κράτους στο νομικό σύστημα ενώ οι δεύτεροι είναι όροι περιοδολόγησης των μορφών κράτους το φιλελεύθερο κράτος αντιστοιχεί στη φάση του ανταγωνιστικού καπιταλισμού, το αυταρχικό κράτος στη σημερινή φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Το σημερινό «Αυταρχικό Κράτος» είναι «Κράτος Δικαίου» και όχι «Αστυνομικό Κράτος» γιατί το σύνολο της σημερινής φάσης δεν παραπέμπει στην έναρξη μιας διαδικασίας νέου ολοκληρωτισμού πολύ περισσότερο το σημερινό κράτος δεν είναι «Ολοκληρωτικό Κράτος» 3.4. Οι νέες λειτουργίες ασφαλείας του αστικού κράτους «Προτιμώ τη λευκή από την κόκκινη τρομοκρατία» Baraquey a Hilier στους «Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία» Οι παρατηρήσεις που κάναμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, δεν έχουν κάποιο φιλολογικό χαρακτήρα. Αντίθετα πιστεύουμε ότι μας παρέχουν τα βασικά θεωρητικά εργαλεία για την «αναγνώριση» της νέας μορφής αστικού κράτους που χαρακτηρίζει τη σημερινή φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού δηλαδή την «αναγνώριση» της αυταρχικής δημοκρατίας σαν τη σύγχρονη δημοκρατική κοινοβουλευτική μορφή, που αντιστοιχεί στο καπιταλιστικό κράτος. Γιατί είναι αλήθεια ότι στην Ιταλία που ας υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη, είναι μόνο ο τόπος της ερευνάς μας κι όχι του ενδιαφέροντος μας· διότι de te Fabula narrantur η σημερινή αυταρχική δημοκρατία υπήρξε η γραμμική προέκταση μιας «εναλλακτικής» χρήσης του συντάγματος· όμως ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που έχει προβλέψει το PCI, και παρ' όλα αυτά, με την ανοιχτή ή εκβιασμένη συγκατάθεση του. Εγκλωβισμένο στη λογική του «να προχωρήσουμε το σύνταγμα ως το βάθος» το PCI αναγκάστηκε να δεχτεί ότι η μόνη σύμφωνη με το «Σύνταγμα» ερμηνεία του συντάγματος ήταν η παραβίαση του. Η ερμηνεία του συντάγματος, έλεγε· ο Μαρξ, δεν ανήκει σ' αυτούς που το φτιάξανε, αλλά σ' αυτούς που το παραδέχτηκαν... Από όργανο προστασίας των δημοκρατικών ελευθεριών το σύνταγμα της Ιταλίας, έγινε όργανο νομιμοποίησης της αυταρχικότητας και του εκβιασμού της συναίνεσης. Μεταβλήθηκε σε «λάστιχο» διασταλτό στο άπειρο - εννοείται, μόνο για τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Μια δίχως προηγούμενο επιχείρηση καταστολής, που εξαπολύθηκε στην Ιταλία με αφορμή την απαγωγή του Aldo Moro αδιάκριτα, εναντίον όλων όσων ήταν δυνητικά ύποπτοι για ενέργειες που αποσκοπούσαν στην κατάλυση των «δημοκρατικών θεσμών» εκμηδένισε κυριολεκτικά τον κανονιστικό χαρακτήρα του συντάγματος και διαστρέβλωσε το αρχικό νόημα του, δίχως παρ' όλα αυτά να ελεγχθεί ως αντισυνταγματική. Σε ελάχιστο διάστημα το σύστημα εγγυήσεων των συνταγματικών δικαιωμάτων έγινε σύστημα εγγυήσεων της ασφάλειας του κράτους. Αντί οι πολίτες να κινδυνεύουν από την κατάχρηση της κρατικής εξουσίας και το σύνταγμα να τους προστατεύει το κράτος «κινδύνευε» από την κατάχρηση των ατομικών ελευθεριών των πολιτών και απαιτούσε από το σύνταγμα, να το προστατεύσε!). Η αντιστροφή ήταν καθολική. Η Σμιθιανή αντίθεση εχθρός φίλος,30 αναδείχτηκε σαν η βασική πολιτική σχέση στο εσωτερικό του «πιο δημοκρατικού συντάγματος στον κόσμο». Η έκτακτη νομοθεσία31 άρχισε στην Ιταλία τη διετία '7475· το ΝΔ 99/74 διπλασίασε το ανώτατο όριο προφυλάκισης· ακολούθησε ο νόμος Bartolomei που επαναθέσπισε την ανάκριση από την αστυνομία δίχως μεσολάβηση δικαστικής αρχής· ο περιβόητος νόμος Reale, τον Μάιο του '75 επέκτεινε το δικαίωμα των αστυνομικών να πυροβολούν κατάργησε, επιπλέον, το θεσμό της προσωρινής αποφυλάκισης και διεύρυνε τα αστυνομικά μέτρα κατά της Μαφίας και στο χώρο των υπόπτων για «εξέγερση εναντίον του κράτους». Τα νομοθετήματα αυτά όμως δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Η πραγματικά έκτακτη νομοθεσία, που εκμηδένισε τις συνταγματικές εγγυήσεις του «Κράτους Δικαίου», τίθεται σε εφαρμογή, μέσα στη δίνη του θερμού φθινοπώρου του '77 που συγκλόνισε όλη την Ιταλία. Στην αρχή ο νόμος 374/77 που παρέχει στους στρατιώτες που φρουρούν του πολιτικούς κρατούμενους, το δικαίωμα να τους πυροβολούν, αν κατά τη γνώμη τους προσπαθούν να αποδράσουν ή οργανώνουν στάσεις καθώς και το δικαίωμα να πυροβολούν οποιονδήποτε επιχειρεί να διαταράξει την τάξη των φυλακών από τα «έξω». Στη συνέχεια αλλεπάλληλοι νόμοι που παρέχουν το δικαίωμα στην αστυνομία να κλείνει τους χώρους ή τα κέντρα που υπάρχουν υπόνοιες ότι συγκεντρώνονται ύποπτα άτομα όχι ποινικά ύποπτα, αλλά «ύποπτα» για πιθανή εξέγερση ενάντια στους «δημοκρατικούς θεσμούς» και στο σύνταγμα(Ι) ενώ παράλληλα θεσπίζεται η μη τιμωρία σε περίπτωση καταπάτησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης και η ελεύθερη ανάκριση του κατηγορουμένου χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση της κατηγορίας. Εν τω μεταξύ ψηφίζεται νόμος ο οποίος καταργεί εντελώς τα χρονικά όρια της προφυλάκισης (το νδ 151/77). Στο τέλος ψηφίζεται το νομοσχέδιο Bonifaccio, με συμφωνία όλων των κομμάτων, το οποίο εισάγει την προσωρινή κράτηση από την αστυνομία και την εκτόπιση σε περίπτωση που υπάρχουν υπόνοιες για πιθανή δράση του συλληφθέντος στο μέλλον. Είναι οι περίφημες «προπαρασκευαστικές» πράξεις με τις οποίες ποινικοποιείται πια, όχι η πράξη που εμπίπτει στο κοινό, ή έστω, στο έκτακτο ποινικό δίκαιο, αλλά η δυνατότητα τέλεσης της στο μέλλον, η οποία και κρίνεται σαν τέτοια, αποκλειστικά από την αστυνομία. Οι ύποπτοι, που δεν ανήκουν πάντοτε στο χώρο της οργανωμένης Αυτονομίας και των λεγόμενων «ένοπλων ομάδων», αλλά και στις οργανώσεις της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, πέραν του PCI, συλλαμβάνονται με την ασύλληπτη κατηγορία του «πολέμου κατά του κράτους». Ο «πόλεμος» όμως δεν είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται με - κάποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν έστω την υπόσταση αυτού του καθ' όλα αφηρημένου αδικήματος· αρκεί και η «προπαρασκευή» για πόλεμο· στην περίπτωση της υπόθεσης «7 Απρίλη» και ειδικά του καθηγητή του Πανεπιστήμιου της Πάντοβας σε θέματα θεωρίας του κράτους, Antonio Negri, αρκεί για την προφυλάκιση του, ότι είναι συγγραφέας βιβλίων «ανατρεπτικού περιεχομένου», με την έννοια ότι στρέφονται ενάντια στο κράτος... Η νομική λογική φθάνει έτσι στα όρια της, δηλαδή στον παραλογισμό. Οι πολίτες του κράτους είναι είτε «φίλοι» είτε «εχθροί». Για τους εχθρούς δεν υπάρχει έλεος, είναι ένοχοι επειδή είναι εχθροί· η ενοχή δεν χρειάζεται πια να αποδειχτεί, αφού η κατηγορία συμπίπτει με τη φυλάκιση, και αφού η απουσία δίκης θεωρείται το κριτήριο της παράτασης της προφυλάκισης, ώστε το να είναι κάποιος ύποπτος, να καταλήγει να έχει τα ίδια νομικά αποτελέσματα με το να είναι ένοχος. Η ενοχή δεν αποδίδεται πια στην πράξη που τιμωρείται ποινικά, αλλά στην υποψία για την πιθανή τέλεσης της πράξης. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας και του συντάγματος από τους «εχθρούς της δημοκρατίας» γίνεται ο νέος Grundnom του αστικού κράτους μια υπερσυνταγματική εγγύηση ασφαλείας που επιτρέπει κάθε παραβίαση της συνταγματικής νομιμότητας. Πίσω από τη βιβλική δεισιδαιμονία για το «πιο προοδευτικό σύνταγμα του κόσμου» ξεπροβάλλει θριαμβευτικά ο Saint Just32 ... Η ιδεολογία του «Καλοτζερισμού» είναι η ιδεολογία της λατρείας του κράτους, η ιδεολογία του «εσωτερικού εχθρού». Η ιδέα ενός κράτους, που απειλείται από κάθε κίνημα, και το οποίο σε κάθε κίνημα βλέπει ένα αντικράτος που ενορχηστρώνει παράνομες και νόμιμες ενέργειες που υπακούουν στη στρατηγική της καταστροφής των δημοκρατικών θεσμών: «Οποιαδήποτε χειρονομία, έκφραση, θεωρητικοποίηση, λιγότερο ή περισσότερο εξτρεμιστική, κάθε πράξη που έγινε ή θα μπορούσε να γίνει, κάθε έκφραση του κινήματος, ακόμα κάθε αλληλεγγύη ή διαφωνία είναι ύποπτη ποινικοποίησης» παρατηρεί η Rossana Rossanda «διότι μετέχει της πιθανότητας να στρέφεται και να υποκινεί σε ένοπλη εξέγερση ενάντια στο κράτος». Η σύγχρονη ιταλική έκδοση της «raison d' Etat» αντιμετωπίζει τους ιδεολογικούς και πολιτικούς εχθρούς σαν ποινικούς εγκληματίες μέσα από την προδεδομένη, αμετάκλητη αλλά και αναπόδεικτη παραδοχή ότι όλες οι ενέργειες των κατηγορουμένων, στη δίκη της 7 Απρίλη,33 ακόμα και οι φαινομενικά πιο αθώες ή αντιφατικές, είναι αλληλένδετα στοιχεία ενός μωσαϊκού το οποίο «τσιμεντάρεται» από μια φοβερή ιδέα: την καταστροφή των δημοκρατικών θεσμών. Η «νέου τύπου» Δημοκρατία, δίχως ν' απαρνείται τα παραδοσιακά τυπικά συνταγματικά χαρακτηριστικά του «Κράτους Δικαίου», τα έχει αλλοιώσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αποκλείεται η νομιμότητα οποιουδήποτε εναλλακτικού κινήματος. Η ποινική μορφή του «εσωτερικού εχθρού» τυποποιήθηκε μέσα από εγκλήματα που τα πλαίσια τους ήσαν εξαιρετικά ασαφή και γενικά και η εννοιολογική περιγραφή των όρων τους μεστή από αξιολογικές αοριστίες, όπως «ανατρεπτική οργάνωση», «συγκρότηση ένοπλης συμμορίας», «εξέγερση εναντίον του κράτους». Αυτό το υπερβολικά χαλαρό «νομικό πραγματικό», χαρακτηρίστηκε δίκαια από τη Magistratura Democratica (ένωση δικαστικών της Αριστεράς, προσκείμενη κυρίως στο Pdup) σαν «άδειο κουτί» που η ανεξέλεκτη πλήρωση του από τους δικαστές, στη βάση νομικοηθικών ιδεολογημάτων, επιφέρει βαρεία πλήγματα στο σύστημα αυστηρής νομιμότητας που χαρακτηρίζει το παραδοσιακό συνταγματικό «Κράτος Δικαίου», (ουσιαστική κατάργηση της αρχής nullum crimen sine Lege certa). Κατά κάποιο τρόπο όμως αυτή η ιδεολογία της λατρείας του κράτους εξυπηρετούσε και τα νέα ιστορικά σχέδια του PCI που απαιτούσαν στη δεκαετία του '70 την απομόνωση όλων όσων ήταν αντίθετοι στον «ιστορικό συμβιβασμό». Το PCI δρώντας, κάτω από το «φόβο του χειρότερου», ο οποίος αναζωπυρώθηκε μετά τα γεγονότα της Χιλής, έβλεπε στα αριστερά του όχι πολιτικά κινήματα αλλά ποινικούς εγκληματίες, όχι την έκφραση αριστερών διαφωνιών, αλλά την υπονόμευση του συντάγματος και των δημοκρατικών θεσμών. Αντιμετώπισε τη «στρατηγική της έντασης» που γεννήθηκε μέσα στην ίδια την καρδιά του κράτους, με την «πολιτική του φόβου», και σύρθηκε έτσι πίσω από τη Χριστιανοδημοκρατία σε όλα τα ζητήματα της δημόσιας τάξης, δηλαδή της αυταρχικής μετεξέλιξης της δημοκρατίας. Από εκεί και πέρα είναι φανερό, ότι ο μαξιμαλιστικός παιδισμός της «Αυτονομίας» και των «ένοπλων ομάδων» ήταν μια απεγνωσμένη και γι' αυτό τυφλή απάντηση στο συνεχή υποχωρητισμό του PCI και σήμερα, περισσότερο από το 1977 μπορούμε να το υποστηρίξουμε αυτό, αφού, οι τότε πρωταγωνιστές του «ένοπλου αγώνα», όσοι τουλάχιστο δεν μετανόησαν και δεν μεταβλήθηκαν σε επαγγελματίες καταδότες της αστυνομίας εξαγοράζοντας την ποινή τους με την καταγγελία συντρόφων τους, (και αυτό, το τελευταίο μέτρο, είναι νόμος του ιταλικού κράτους!), έχουν κάνει σήμερα την «πικρή» αυτοκριτική τους. Όμως πρόθεση μας δεν είναι να κάνουμε ούτε τον απολογισμό ούτε την κριτική, στα λάθη της «Αυτονομίας» και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στην Ιταλία ούτε άλλωστε έχουμε τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο. Γι αυτό, θα επανέλθουμε στον πυρήνα του προβληματισμού μας, στην κόκκινη κλωστή που διαπερνά σα τελικό συμπέρασμα, το νομικό υλικό της έκτακτης νομοθεσίας της Ιταλίας. Είναι λοιπόν φανερό, ότι η πολιτική εξουσία, όπως συμβαίνει πάντοτε σ' αυτές τις περιπτώσεις, χρησιμοποίησε ένα απροσδόκητο άλλοθι για να αντιστρέψει το ρόλο του συντάγματος· το άλλοθι αυτό ήταν η «τρομοκρατία» που ήταν εν μέρει «αυθεντική» και από ένα σημείο και πέρα, «προκατασκευασμένη», από την ίδια την αστυνομία. Με το άλλοθι λοιπόν της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας», μέσα σε μια «έντεχνη» ατμόσφαιρα αντιτρομοκρατικής υστερίας, το κράτος μπόρεσε και έθεσε τα συνταγματικά δικαιώματα όχι βέβαια των «τρομοκρατών», πολλοί από τους οποίους δεν συνελήφθησαν ποτέ αλλά των ευρύτερων λαϊκών τάξεων υπό την αίρεση μιας ολοένα και περισσότερο συστελλόμενης νομιμότητας. Με αυτή την έννοια υπήρξε πραγματικά στην Ιταλία, μια «εναλλακτική χρήση» του συντάγματος όπως άλλωστε και στο ελληνικό κράτος των «εθνικοφρόνων», από το 1944 μέχρι το 1974, όπως άλλωστε και στη Δυτική Γερμανία, στα δικά της «μολυβένια χρόνια», όπως το ίδιο, και στο «κυνήγι των μαγισσών» στη Μακκαρθική Αμερική. Μόνο που αυτή, η εναλλακτική χρήση και δυνατότητα του συντάγματος, δεν ήταν ένα βήμα μπρος, προς τη Δημοκρατία και το Σοσιαλισμό, αλλά, αντίθετα, ένα βήμα πίσω, προς τη βαρβαρότητα... Η πολιτική που ακολούθησε η ιταλική Αριστερά στάθηκε αδύναμη να απότρεψα αυτές τις εξελίξεις. Το χειρότερο ήρθε, από τον ένα χρόνο στον άλλο, από τη μια μέρα στην άλλη, με τη μορφή της έκτακτης νομοθεσίας, η οποία δεν έθεσε μόνο εκτός νόμου ένα ολόκληρο πολιτικό χώρο (διότι αν στην περίπτωση των «Ερυθρών ταξιαρχιών» υπήρχαν σαφώς εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, υπήρχαν ακόμα και οι νεκροί από τις «επαναστατικές» πράξεις τους, στην περίπτωση της «Αυτονομίας» δεν υπήρχε τίποτε απ' όλα αυτά· το μόνο που υπήρχε και ποινικοποιήθηκε ήταν το «φάντασμα» μιας υποθετικής επανάστασης), αλλά προδιέγραψε ασφυκτικά και τα όρια ανοχής του ιταλικού κράτους απέναντι σε οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα το αμφισβητούσε έστω και στο ελάχιστο. Μπορούμε ακόμα βάσιμα να προβλέψουμε ότι η βαθειά αλλαγή της πολιτικονομικής κουλτούρας μακροπρόθεσμα θα στραφεί και ενάντια στο PCI, γιατί όσο καιρό ακόμα η εργατική τάξη οργανώνεται στους κόλπους του, αυτό το κόμμα θα αποτελεί για κάποιους «δυνάμει» ένα αποσταθεροποιητικό παράγοντα για την πολιτική εξουσία, ιδίως σε περιόδους κοινωνικής αναταραχής. Σε ότι αφορά δε τις αρχικές μας υποθέσεις (θυμίζουμε την κυριότερη: Το κράτος δεν έχει νομικά όρια) είναι φανερό ότι τα γεγονότα της 7 Απρίλη μας χορηγούν εύκολα την επαληθευσιμότητά τους. Καιρός όμως είναι να περάσουμε πίσω από τα γεγονότα, θα αναζητήσουμε έτσι κάποιες θεωρητικές συνιστώσες του «συνταγματισμού» του PCI και θα τις συνθέσουμε με κάποιες συγκαιρινές επεξεργασίες της σχολής του Ντ. Βόλπε. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι η εκδοχή του μαρξισμού που κυριαρχούσε στο PCI τα χρόνια '55-65 ήταν ντελλαβολπιανή κάθε άλλο. Η θεωρία και η πρακτική του PCI ήταν ο τολιατισμός, μια ιδεολογία του συμβιβασμού και της ηττοπάθειας, βασισμένη σε μια αγοραία ανάγνωση του Γκράμσι και έχουμε πει δυο λόγια παραπάνω για όλα αυτά. Παρουσιάζει όμως ξεχωριστό ενδιαφέρον η διαδρομή κάποιων θεωρητικών εννοιών όπως «ανθρώπινα δικαιώματα», «λαός», «κοινωνία πολιτών» που μέσα από μια περίεργη παρακαμπτήριο οδηγεί από τον Έγελο στον νεαρό Μαρξ και από κει στους θεωρητικούς της II Διεθνούς, το σταλινισμό και τον τολιατισμό, ή μέσω της παρέμβασης του Ντ. Βόλπε στον... Ρουσσώ. Τελικά η κυριαρχία αυτών των εννοιών εξηγεί τη σύγκλιση των ντελλαβολπιανών με τα συνθήματα του «ρεφορμιστικού συνταγματισμού» του PCI, παρά τις άλλες σημαντικές, διαφορές τους π.χ. σ' ότι αφορά το χαρακτήρα του ιταλικού καπιταλισμού: Στην ουσία πρόκειται για έννοιες που στοιχειοθετούν ένα «ενιαίο ρεύμα», μια ενιαία θεωρητική σύλληψη για το κράτος και τις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας..

4. Η Ιταλική Μαρξιστική Σχολή
Όπως αναφέρει ο Πέρυ Άντερσον,34 το χαρακτηριστικό παράδοξο του ιταλικού μαρξισμού μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι η πνευματική κυριαρχία μιας σχολής που συγκροτείται σε ριζική αντίθεση με τη σκέψη του Γκράμσι. Ο Γκαλβάνο Ντέλλα Βόλπε είναι ο ιδρυτής της σχολής αυτής που όμως γίνεται γνωστή στις αρχές της δεκαετίας του '60 όχι τόσο από το έργο του Ντ. Βόλπε που είναι σταθερά άγνωστο έξω από την Ιταλία, όσο από τους μαθητές του, τον Ουμπέρτο Τσερόνι, τον Λούτσιο Κολλέτι, τον Μάριο Ρόσσι. Η σχολή αυτή βασίζεται κυρίως στο θεωρητικό σύστημα του κορυφαίου έργου του Ντ. Βόλπε «Logica come scienza positiva» όπου ο συγγραφέας οριοθετείται με αντιδιαμετρικό τρόπο από τον εγελιανισμό, που είχε επηρεάσει το έργο του Κρότσε και μέσω του Κρότσε και του ίδιου του Γκράμσι. Τα νεανικά έργα του Μαρξ η Κριτική της Εγκελιανής φιλοσοφίας του Κράτους και του Λικαίου, το Εβραϊκό ζήτημα και τα Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844 παρέχουν στη σχολή του Ντ. Βόλπε την απόδειξη του καινούριου που έφερε ο Μαρξ σε σχέση με τον Έγελο. θα προσπαθήσουμε συνοπτικά να περιγράψουμε το «καινούριο» που η Ιταλική Μαρξιστική Σχολή ανακαλύπτει στη δικιά της «ανάγνωση» του Μαρξ. Η κριτική του νεαρού Μαρξ μας λένε οι εκπρόσωποι αυτής της σχολής δεν περιορίζεται μόνο στο ότι διέκρινε την αποσύνθεση που υφίστανται τα υλικά στοιχεία και τα κοινωνικά δεδομένα στη σκέψη του Έγελου· αποσύνθεση που οφείλεται στο αναποδογύρισμα της σχέσης μεταξύ Υποκείμενου και Κατηγορουμένου, όπου το «καθολικό» δηλαδή η «Ιδέα» εμφανίζεται σαν το πραγματικό υποκείμενο, μια οντότητα με δικιά της λογική αντί να εκφράζει το κατηγορούμενο κάποιου πραγματικού αντικείμενου και το πραγματικό υποκείμενο, δηλαδή ο εμπειρικός κόσμος εμφανίζεται σαν μια απλή εκδήλωση, μία στιγμή της «Ιδέας». Το σχήμα του Έγελου δε μας πάει μακριά. Εν αρχή ην ο Λόγος. Ο Λόγος είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Ο Λόγος όμως δεν μπορεί να υπάρξει παρά σαν Υποκείμενο, διότι «η υποκειμενικότητα δε μπορεί να υπάρξει παρά μόνο ως υποκείμενο, η προσωπικότητα ως πρόσωπο, (βλ. §279 της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου). Η υποκειμενικοποίηση της «Ιδέας» είναι το κράτος το οποίο σαν μια στιγμή της Ιδέας - Λόγου, δε μπορεί παρά να είναι λογικό, γιατί «κάθε τι που είναι Λογικό είναι και Πραγματικό, κάθε τι που είναι Πραγματικό είναι Λογικό». Επομένως, εφόσον το κράτος είναι το Υποκείμενο, η κοινωνία των πολιτών είναι το κατηγορούμενο του, το Κράτος είναι η εξωτερική αναγκαιότητα και η υπέρτατη αρχή της κοινωνίας των πολιτών, ώστε η κοινωνία των πολιτών να κινείται κάτω από ένα νόμο που της είναι ξένος: σκοπός της κοινωνίας των πολιτών είναι το κράτος. Αντίθετα, για τον Μαρξ της «Κριτικής...», ή πιο σωστά, για τη ντελλαβολπιανή «ανάγνωση» του Μαρξ της «Κριτικής», το Υποκείμενο είναι τα συγκεκριμένα άτομα, δηλαδή η κοινωνία των πολιτών, ενώ το κράτος είναι το κατηγορούμενο - η κοινωνία των πολιτών είναι η Ουσία. Το κράτος είναι το φαινόμενο αυτής της Ουσίας. Το πρώτο βήμα που κάνει ο Μαρξ είναι ότι απομυστικοποιεί το κράτος: το κράτος δεν είναι πια η υπεργήινη δύναμη που πλανιέται πάνω από τους ανθρώπους, αλλά καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες της κοινωνικής τους ζωής. Όμως, μας λέει η Ιταλική Μαρξιστική Σχολή, η κριτική του νεαρού Μαρξ δεν περιορίζεται μόνο στην Εγελιανή αντιστροφή του Είναι σε σκέψη· αν έμενε εκεί, τότε ο Μαρξ δε θα έκανε τίποτα άλλο παρά να επαναλάβει την κριτική του Αριστοτέλη στον Πλάτωνα, δίχως στην ουσία να προσθέσει κανένα καινούριο επιχείρημα στη μάχη του Υλισμού απέναντι στον Ιδεαλισμό. Ο Μαρξ της «Κριτικής» και των «Χειρογράφων» κι αυτό είναι δίχως άλλο η συμβολή της σχολής του Ντ. Βόλπε35 που «ανακαλύπτει» το στοιχείο αυτό σαν το πρώτο σημάδι μιας σκέψης που ακόμα τρέμει μπροστά στη μεγαλοφυία της ολοκληρώνει μια για πάντα την υπεροχή του υλισμού απέναντι στον ιδεαλισμό, όταν αναγνωρίζει στην Εγελιανή φιλοσοφία μια διπλή ατέλεια. Η φιλοσοφία του Εγέλου δεν είναι μόνο ένας «μη κριτικός ιδεαλισμός», στο βαθμό που ανάγει την πραγματικότητα στην Ιδέα, αλλά συγχρόνως είναι και ένας «μη κριτικός θετικισμός» στο βαθμό που καταλήγει στην απορρόφηση της πραγματικότητας, του «ανεπεξέργαστου εμπειρικού υλικού», στην Ιδέα, tale quäle, δίχως καμιά διαμεσολάβηση. Η Ιδέα δεν έχει άλλη δυνατότητα ενσάρκωσης, παρά μόνο στο κράτος που υπάρχει εκείνη τη στιγμή· επειδή το καθήκον του Εγέλου δεν είναι να αποδείξει την αλήθεια της εμπειρικής ύπαρξης καθήκον του δεν είναι να εξηγήσει με επιστημονικές έννοιες την πραγματικότητα, αλλά αντίθετα το καθήκον του είναι να αποδείξει την εμπειρική ύπαρξη μιας προκατασκευασμένης αλήθειας το Αυταρχικό Πρωσσικό Κράτος είναι η σανίδα σωτηρίας της διαλεκτικής του, η πραγματικότητα που υποστασιοποιεί το Λόγο. Ο Έγελος που έχει διώξει από την πόρτα τις διάφορες υλικές κοινωνικές πραγματικότητες, τις ξαναμπάζει λαθραία και πονηρά από το παράθυρο· γίνεται έτσι ο απολογητής όχι τόσο της φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων, αλλά της αφηρημένης της προέκτασης, απολογητής όχι τόσο του αυταρχικού πρωσσικού κράτους, αλλά του σύγχρονου αντιπροσωπευτικού κράτους. Ότι υπάρχει αλλού σαν πραγματικότητα, στη Γερμανία υπάρχει σαν τάση, της οποίας η προδρομική θεωρητική συστηματοποίηση υπάρχει στον Έγελο. Έχει σημασία να επιμείνουμε στην καινοτομία αυτής της κριτικής του νεαρου Μαρξ, γιατί η ίδια η Ιταλική Μαρξιστική Σχολή είναι εδώ που βασίζει τη ριζική απόσπαση του Μαρξ από τον Φόυερμπαχ που κατηγορούσε απλώς τον Έγελο για τον κενό φορμαλισμό του, (βλ. το «η ιδεαλιστική φιλοσοφία ξεκινά από μία σκέψη που σκέφτεται τον εαυτό της, δηλαδή από μια σκέψη αδειανή» (Φόυερμπαχ, όπως τον παραθέτει ο Αιμίλιος Μποτιτσέλι στη «Γέννηση του επιστημονικού σοσιαλισμού»). Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι τα σωστά συμπεράσματα της σχολής του Ντ. Βόλπε πάνω στο πλάτος του περιεχομένου των νεανικών γραπτών του Μαρξ, την οδήγησε σε μια in extremis υπερτίμηση αυτών των έργων. Έτσι θεωρήθηκε ότι η «Κριτική...» και το «Εβραϊκό» είναι τα κείμενα όπου ο Μαρξ θεμελιώνει ολοκληρωμένη την πολιτική του θεωρία. Μάλιστα αυτή η πολιτική θεωρία χρωστά πολλά άσχετα αν ο Μαρξ δεν είχε πάντοτε συνείδηση της οφειλής αυτής στον Ρουσώ (βλ. το περισπούδαστο έργο του Ντ. Βόλπε «Ρουσώ και Μαρξ»), στον οποίο ανάγονται η κριτική του κοινοβουλευτισμού, η θεωρία για τη λαϊκή κυριαρχία, ακόμα και η ιδέα της εξαφάνισης του κράτους. Σε τελευταία ανάλυση, όπως λέει ο Κολλέτι, τα νεανικά έργα του Μαρξ αποτελούν «ένα τελικό, σχεδόν οριστικό βήμα στη γενική θεωρία του νόμου και του κράτους»...

5. Ανθρώπινα δικαιώματα και «κοινωνία πολιτών» Tutto e politica* Gramsci 5.1. Και πάλι ανάμεσα στον Μαρξ και τον Έγελο Το αίτημα του Εγέλου - λέει ο Ου. Τσερόνι36 - είναι η ενοποίηση, η σύνθεση των δυϊσμών. Όμως καθώς το θέμα του είναι ιδεατό, η λύση που εξάγει δεν είναι πραγματική. Όλα συμβαίνουν λες και το κράτος έχει τόπο εγκατάστασης την αιώνια σφαίρα του πνεύματος μέσα στην οποία το παν συντίθεται και μετασχηματίζεται ώστε τα εγκόσμια να μένουν ανέπαφα. Ο δυϊσμός, τον οποίο θέλει να συνθέσει ο Έγελος, είναι ο χωρισμός της πολιτικής κοινωνίας από την κοινωνία των πολιτών. Ο Μαρξ κατανοεί στην «Κριτική...» και στο «Εβραϊκό ζήτημα», το πραγματικό γεγονός του διαχωρισμού, αντίθετα με την Εγελιανή συρρίκνωση του σε μια καθαρά ιδεατή σχέση, («ότι βαθύτερο υπάρχει στον Έγελο είναι ότι αντιλαμβάνεται το διαχωρισμό της πολιτικής κοινωνίας και της κοινωνίας των πολιτών σαν αντίφαση»). Η λύση που εξάγει ο Μαρξ, πάνω στο πρόβλημα της σύνθεσης είναι μια λύση πραγματική. Ας δούμε σχηματικά βέβαια τη διαμεσολάβηση του Έγελου, τη σχέση της με τη διαμεσολάβηση του νεαρού Μαρξ και το πρόβλημα της ένταξης της δεύτερης στο πεδίο της ίδιας ή μιας άλλης, καινούριας προβληματικής. Ο Έγελος καθορίζει τη θέληση του ηγεμόνα σαν εμπειρική ιδιαιτερότητα και τη θέληση του λαού σαν εμπειρική καθολικότητα. Ανάμεσα στις δυο θελήσεις αναζητά το μεσάζοντα, ένα mixtum compositum των δυο άκρων.37 Ο τόπος της διαμεσολάβησης είναι η νομοθετική εξουσία· το σχήμα της διαμεσολάβησης είναι από την πλευρά του ηγεμόνα η κυβερνητική εξουσία και από την πλευρά της κοινωνίας των πολιτών τα Standeκάστες πολιτικά κρατικά οργανωμένες ανάλογες με τις μεσαιωνικές συντεχνίες. Ο Έγελος θέλει τις μεσαιωνικές συντεχνίες αλλά με τη σύγχρονη έννοια της νομοθετικής εξουσίας, ενώ θέλει και τη σύγχρονη νομοθετική εξουσία, ενσωματωμένη όμως στο μεσαιωνικό σύστημα των Stande. H αποστολή των Stande απαιτεί τόσο την προσήλωση στο κράτος όσο και την αίσθηση των συμφερόντων των επιμέρους ατόμων. Η ύπαρξη τους σημαίνει μια διαμεσολάβηση η οποία εμποδίζει από τη μια την εξουσία του ηγεμόνα να απομονωθεί σαν ακραίος πόλος, και από την άλλη εμποδίζει την απομόνωση των επιμέρους ατόμων σαν καθαρή οχλοκρατία, σα σύμφυρμα ανεύθυνων και αντικρουόμενων επιθυμιών. Το κύριο λάθος του Εγελου μας λέει ο Μαρξ συνίσταται στο ότι αντιλαμβάνεται την αντίφαση του φαινομένου σαν ενότητα στην ουσία, στην Ιδέα, ενώ βέβαια η αντίφαση αυτή έχει σαν ουσία κάτι πιο βαθύ: μια ουσιώδη αντίφαση. Στην αντίθεση της κυβερνητικής εξουσίας και των Stande, ο Έγελος αναζητά την ενότητα στην Ιδέα, της οποίας ο τόπος πραγμάτωσης είναι η νομοθετική εξουσία, ώστε η μόνη δυνατή αντίθεση, φαίνεται ότι είναι η αντίθεση ανάμεσα σε δύο εκπροσώπους της κρατικής θέλησης, αφού τα Stande στη μικρογραφική τους έκδοση εκφυλίζονται σε ένα αριθμό πολιτικών ανδρών, που κύριο σκοπό έχουν το «συμφέρον» του κράτους και την προφύλαξη του από το ανοργάνωτο πλήθος. Ο νεαρός Μαρξ αντίθετα συγκροτεί τη διαμεσολάβηση του στη βάση της πραγματικής αντίθεσης την οποία ο Έγελος αποφεύγει να πει με το όνομα της. Η αντίθεση δεν υπάρχει ανάμεσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσίας, αλλά ανάμεσα στο θεσμό των Stande και στο αντιπροσωπευτικό σύστημα.38 Το κύριο πολιτικό αίτημα της πραγματικής κοινωνίας, είναι το δικαίωμα της ψήφου, και της εκλογιμότητας, δίχως περιορισμούς, η εκλογική μεταρρύθμιση, με την οποία η κοινωνία των πολιτών προσδιορίζει το ίδιο το καθεστώς σαν το δικό της αυτοκαθορισμό. Η δημοκρατία θα πει ο νεαρός Μαρξ, στην πιο γνωστή φράση της «Κριτικής» δηλαδή, η δημοκρατική φιλελεύθερη υποταγή του κράτους στο σύνολο των πολιτών μέσα από την κατοχύρωση των πολιτικών ελευθεριών είναι το «λυμένο αίνιγμα όλων των καθεστώτων».39 Ας σταθούμε στη διατύπωση της «Κριτικής» για να σημειώσουμε τη διαφορά της έννοιας λαός του Μαρξ από εκείνη του Εγέλου: για τον τελευταίο, ο λαός είναι μια μάζα άμορφη με ακαθόριστη θέληση εξ ου και η αναγκαιότητα των Stande, ενώ για τον Μαρξ, ο λαός είναι ταυτόχρονα η ουσία και ο σκοπός του κράτους. Για τον Μαρξ η αντίθεση μεταξύ αστού και πολίτη, η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος είναι δυνατόν να διαμεσοποιηθεί μόνο με την αληθινή δημοκρατία. Ο «λαός» είναι η πραγματική διαμεσολάβηση, «η εκλογική μεταρρύθμιση είναι μέσα στα πλαίσια του αφηρημένου πολιτικού κράτους η απαίτηση της διάλυσης του, αλλά ταυτόχρονα και της διάλυσης της κοινωνίας των πολιτών». Η έννοια της κοινωνίας των πολιτών στον Μαρξ δεν είναι διαφορετική από την αντίστοιχη στον Έγελο. Η βάση της προβληματικής της είναι η ύπαρξη «ατόμων - υποκειμένων», των οποίων η αλλοτριωμένη αντικειμενικοποίηση είναι το κράτος. Ο «κόσμος των αναγκών», σαν ο κόσμος στον οποίο οι σχέσεις των ατόμων προσδιορίζονται από την ιδιαίτερη θέληση τους, το εγωιστικό τους συμφέρον, δηλαδή ο κόσμος στον οποίο οι κοινωνικές σχέσεις αντιπροσωπεύουν μορφές διυποκειμενικότητας, συνεχίζει να είναι το πλαίσιο της προβληματικής του· ο τόπος, στον οποίο πρέπει να σταθεί και να ψάξει. Τίποτα περισσότερο απ' αυτό το πρώτο βήμα δεν υπάρχει ούτε στην «Κριτική...», ούτε στο «Εβραϊκό...», ούτε ακόμα στα «Χειρόγραφα», (όπου όμως ο άνθρωπος δεν εξετάζεται πια σαν ουσία αλλά σαν προϊόν της ιστορίας σε πλήρη μεταμόρφωση· όμως δεν έχουμε φτάσει ακόμα στον όρο «άνθρωποι» δηλαδή μάζες της «Γερμανικής Ιδεολογίας»). Οι πολιτικές ελευθερίες, οι οποίες στο νεαρό Μαρξ είναι απαραίτητες για τη συγκρότηση του «λαού» όπου «λαός» είναι η πραγματική διαμεσολάβηση ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών προϋποθέτουν σαν αναγκαίο ιστορικό - θεωρητικό όρο, εννοείται μέσα στο επηρεασμένο από τον Φόυερμπαχ θεωρητικό σύστημα του Μαρξ, την ύπαρξη της κοινωνίας των πολιτών, σαν χώρο της ανάγκης, της εργασίας, και της ανταλλαγής των αγαθών, σα χώρο γενικά της οικονομικής δραστηριότητας.40 Στην προοπτική της «Κριτικής» οι πολιτικές ελευθερίες είναι το μέσο με το οποίο η κοινωνία των πολιτών θα ελέγξει το κράτος και εδώ είναι που η Ιταλική Μαρξιστική Σχολή εντοπίζει το σημείο φυγής του Μαρξ προς τη Ρουσσωική παράδοση της λαϊκής κυριαρχίας: ο λαός σαν όλο απορροφά το σύνταγμα σα μια σφαίρα ζωής και δράσης του ενώ μέχρι τώρα το σύνταγμα απορροφούσε το λαό π.χ. μέσω των διαταγμάτων του ηγεμόνα που παραχωρούσαν όσα δικαιώματα εκείνος έκρινε απαραίτητα στο λαό. Κατά πάσα πιθανότητα, αν και οι παραπομπές του Μαρξ απ' ευθείας στο Ρουσσώ είναι ελάχιστες, ο Ντ. Βόλπε, ο Τσερόνι, ο Κολλέτι, κ.ά. έχουν δίκιο όταν αποκρυπτογραφούν τις Ρουσσωικές αναμνήσεις41 στην «Κριτική» και στο «Εβραϊκό», έχουν όμως άδικο και νομίζουμε ότι αυτό έχει πιο πολλή σημασία για την τελική αξιολόγηση της θεωρητικής τους προσφοράς να εντοπίζουν και να εξαντλούν τη μαρξιστική πολιτική θεωρία στα νεανικά έργα.42 Σε ότι αφορά την πορεία του Μαρξ, μοιάζει να μην υπάρχει τίποτα που δεν έχει ειπωθεί. Συνοπτικά: ο δρόμος από την «Κριτική» στα «Γαλλογερμανικά χρονικά», είναι ο δρόμος που οδηγεί ένα αστό με αιρετικές δημοκρατικές ιδέες στην υπόθεση του κομμουνισμού. Η πολιτική χειραφέτηση, η δίχως περιορισμούς εκλογική μεταρρύθμιση κατανοείται πια σαν απλώς η επανάσταση της κοινωνίας των πολιτών και συγχρόνως η αποπολιτικοποίησή της. Οι πολιτικές ελευθερίες, τα droits du citigen, διαλύουν τη ζωή των ατόμων στα συστατικά της μέρη, δίχως να τα επαναστατικοποιήσουν, ούτε να τα υποβάλλουν σε κριτική. Γι αυτό ο άνθρωπος δεν απελευθερώθηκε από τη θρησκεία έλαβε την ελευθερία της θρησκείας δεν απελευθερώθηκε από την ιδιοκτησία έλαβε την ελευθερία της ιδιοκτησίας· δεν απελευθερώθηκε από τον εγωισμό του επαγγέλματος έλαβε την ελευθερία του επαγγέλματος. Η χορήγηση των δικαιωμάτων του πολίτη έγινε το μέσο για την υπεράσπιση των εγωιστικών δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων του Ανθρώπου.43 Στο «Εβραϊκό...» ο Μαρξ δεν έχει πια συνταγματικές αυταπάτες. Η πολιτική απελευθέρωση δεν ήταν η ανθρώπινη απελευθέρωση· η ανθρώπινη απελευθέρωση είναι η επαναοικειοποίηση του αφηρημένου πολίτη από τον πραγματικό ατομικό άνθρωπο έτσι ώστε ο άνθρωπος να γίνει ον που ανήκει στο είδος του. Ήδη στο «Εβραϊκό» ο Μαρξ βάζει το πρόβλημα που θα μετασχηματίσει τις κοινωνικές σχέσεις ενώ στο δεύτερο γραπτό του, των «Γαλλογερμανικών Χρονικών» παρουσιάζει ένα καινούριο στοιχείο: τον καθολικό χαρακτήρα της πιο καταπιεσμένης τάξης, του προλεταριάτου, που με την επανάσταση θα πραγματοποιήσει τον «ιδεώδη άνθρωπο», την αλήθεια του ανθρώπου. Ο Μαρξ είναι ήδη κομμουνιστής· δεν έχει γίνει όμως ακόμα μαρξιστής.44 Η αντίληψη του για τον κομμουνισμό είναι μια αντίληψη φιλοσοφική ο κομμουνισμός είναι η πραγματοποίηση του ανθρωπισμού. Τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα ανήκουν στους «ανθρώπους» της κοινωνίας των πολιτών και είναι η πληρεξουσιακή προέκταση της· αποτελούν το μέσο ελέγχου του κράτους, του οποίου το αίνιγμα δεν έχει λυθεί ακόμα. Τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι η διαμεσότητα που πραγματώνει την αλήθεια των ειδολογικών ανθρώπων μέσα από τη λαϊκοποίηση του κράτους. Το κράτος δεν συλλαμβάνεται ακόμα ως το ταξικό κράτος το οποίο ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης· αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτα απολύτως για τη μεγαλοφυία της σκέψης του Μαρξ ίσως όμως σημαίνει κάτι, για την Ιταλική Μαρξιστική Σχολή. Σε κάθε περίπτωση έλεγε ο Αλτουσέρ όλη η τέχνη της Ιστορικής Κριτικής είναι «να ξέρουμε να χάνουμε χρόνο ώστε οι νέοι συγγραφείς να μεγαλώσουν»45 ... και αυτό φαίνεται ότι ισχύει εξ ολοκλήρου και για το νεαρό Μαρξ. 5.2, Η «κοινωνία των πολιτών» δεν υπάρχει Πρέπει να είμαστε ανυποχώρητοι· γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να πέσουμε, δίχως να το καταλάβουμε, στα σχήματα της αστικής ιδεολογίας: η έννοια «κοινωνία πολιτών» στα έργα του νεαρού Μαρξ δεν επιτρέπει την κατανόηση των ανθρώπινων σχέσεων σαν σχέσεων που προσδιορίζονται από μια λειτουργία αναγκαία τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα πράγματα. Εφόσον οι άνθρωποι θεωρούνται σαν είδη του homo oeconornicus, δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει κανείς απ' αυτούς για να συγκροτήσει την έννοια της κοινωνικής τάξης, ούτε βέβαια να κατανοήσει τη σχέση κράτους - κοινωνία τάξεις - ταξική πάλη. Οποιαδήποτε θεωρία του κράτους που εστιάζεται πάνω στο σχήμα κράτος - κοινωνία πολιτών, δεν μπορεί παρά να θεωρεί τον ανταγωνισμό του «κόσμου των αναγκών» σαν πάλη μεταξύ ανθρώπων με την ατομική σημασία του όρου, κι όχι όπως είναι το σωστό σαν αποτέλεσμα μιας ανταγωνιστικής δομής της οποίας οι συνθήκες ύπαρξης είναι το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και το στάδιο των παραγωγικών σχέσεων, μέσα σε ένα κοινωνικό σχηματισμό, που κυριαρχείται από ένα καθορισμένο τρόπο παραγωγής. Οι «άνθρωποι» που συγκροτούν τη βάση της προβληματικής της κοινωνίας των πολιτών υπάρχουν σαν «άτομα» μόνο στις νομικές σχέσεις,46 ενώ στις παραγωγικές σχέσεις υπάρχουν σαν αποτελέσματα (οι άνθρωποι, «αποτελέσματα»; ρωτούν με αποστροφή οι αμύντορες της «ανθρώπινης ελευθερίας») της διαδικασίας χωρισμού του άμεσου παραγωγού από τα μέσα παραγωγής διαδικασία που παράγει συγχρόνως τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και την κοινωνικοποίηση της εργασίας. Η έννοια λοιπόν της «κοινωνίας πολιτών» στάθηκε θεωρητικά ενδεής σε ότι αφορά την κατανόηση της δομής του οικονομικού στοιχείου τόσο στον Έγελο όσο και στο νεαρό Μαρξ· παρ' όλα αυτά, στον Μαρξ, η έννοια αυτή θέτει έμμεσα ένα καινούριο πρόβλημα,47 του οποίου η λύση, υπάρχει, αλλά με πρακτικό και όχι θεωρητικό τρόπο, στα μεταγενέστερα έργα. Το πρόβλημα αφορά το σχετικό χωρισμό του κράτους από την οικονομία, και οι μέχρι τώρα απαντήσεις, όπως, κράτος = εξωτερική αναγκαιότητα και εγγενής σκοπός της κοινωνίας των πολιτών, ή η αντιστροφή του, όπως κράτος = αλλοτριωμένη έκφραση - πολιτική θρησκεία της κοινωνίας των πολιτών, δε φαίνονται επαρκείς ούτε στον ίδιο τον νεαρό Μαρξ. Η μομφή λοιπόν που μπορούμε να αποδώσουμε στην Ιταλική Μαρξιστική Σχολή αφού πρώτα αποκαταστήσουμε την ιστορική συμβολή της έννοιας της «κοινωνίας πολιτών» σαν δείκτη μιας συγκεκριμένης πραγματικότητας που πρέπει όμως να «ξανακατασκευαστεί» με θεωρητικές και όχι ιδεολογικές έννοιες είναι ότι «διύλισε» κυριολεκτικά τα έργα εκείνα του Μαρξ, στα οποία η «κοινωνία πολιτών» είναι μια έννοια κλειδί, και τα οποία άλλωστε, ο ίδιος ο Μαρξ τα αποκάλεσε στη «Γερμανική Ιδεολογία» σαν την παλιά φιλοσοφική του συνείδηση· το κυριότερο: απέδωσε στα έργα αυτά, με περισσή ευκολία, την ύπαρξη μιας... Μαρξιστικής Πολιτικής θεωρίας ενώ είναι γνωστό, ότι η πολιτική θεωρία (η θεωρία δηλαδή του πολιτικού στοιχείου) όχι μόνο δεν υπάρχει σ' αυτά τα έργα, αφού προϋποθέτει το «Κεφάλαιο» όπως σωστά επισημαίνει ο Γιώργος Πάσχος48 αλλά δεν υπάρχει ούτε στο «Κεφάλαιο», αφού το αντικείμενο του, είναι κυρίως η περιοχή του οικονομικού στοιχείου, αλλά ούτε και στα κατοπινά έργα, παρά μόνο υπάρχει, υπό μορφή ενδείξεων, πρακτικών εννοιών, περιγραφικών σχημάτων, που δεν διεκδικούν πάντως από μόνα τους, τον τίτλο της Μαρξιστικής Πολιτικής θεωρίας. Η Ιταλική Μαρξιστική Σχολή κατανοεί σταθερά το χωρισμό κράτους - κοινωνίας πολιτών σαν μια διαδικασία που παράγει από τη μια, την αποπολιτικοποίηση - ατομικοποίηση της κοινωνίας των πολιτών (η αρχική ιδέα βρίσκεται στην περίφημη φράση του «Εβραϊκού ζητήματος»: «η πολιτική επανάσταση κατάργησε τον πολιτικό χαρακτήρα της κοινωνίας των πολιτών»,49 και από την άλλη δημιουργεί, τον καθολικό χαρακτήρα ενός καθεαυτού πολιτικού κράτους, ενοποιεί τα αποπολιτικοποιημένα - ατομικοποιημένα μόρια της κοινωνίας των πολιτών. Η σχέση του κράτους και της κοινωνίας κατανοείται όπως η σχέση του ουρανού και της γης· ένα κράτος που υπάρχει έξω και πάνω από την κοινωνία, που θριαμβεύει πάνω από την πραγματική ζωή με τον ίδιο τρόπο που η θρησκεία θριαμβεύει πάνω από τα εγκόσμια. Στην εξαιρετική διεισδυτικότητα της σκέψης του Νίκου Πουλαντζά οφείλουμε ανάμεσα και στα άλλα την πρώτη ολοκληρωμένη κριτική της «ιδιαιτερότητας» του χωρισμού του κράτους από την κοινωνία, στις αναλύσεις της Ιταλικής Μαρξιστικής Σχολής. Ο χωρισμός αυτός υποκαθιστά ένα άλλο, καινούριο πρόβλημα - το πρόβλημα δηλαδή της σχετικής αυτονομίας του κράτους απέναντι στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής: σχετική αυτονομία που είναι το κατάλληλο αποτέλεσμα του αποχωρισμού του άμεσου παραγωγού από τα μέσα παραγωγής, πάνω στο επίπεδο των σχέσεων κράτος παραγωγικές σχέσεις. Το κυριότερο αποτέλεσμα της ειδικής αυτονομίας του πολιτικού από το οικονομικό στοιχείο στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής έχει άμεσες πολιτικές επιπτώσεις· πιο συγκεκριμένα παράγει σε ότι αφορά το πεδίο της ταξικής πάλης, την απομόνωση της οικονομικής ταξικής πάλης μέσα από την αυτονομία της από την πολιτική ταξική πάλη. Η απομόνωση αυτή, που είναι αποτέλεσμα και της παρέμβασης του νομικού στοιχείου, των πολιτικών θεσμών, και του ιδεολογικού στοιχείου, εκφράζεται με ένα πολύ απτό και οδυνηρό τρόπο: σαν συσκότιση των οικονομικών κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες εμφανίζονται στους φορείς τους μας ενδιαφέρει εδώ εννοείται κυρίως η εργατική τάξη με τη μορφή του ανταγωνισμού διυποκειμενικών συμφερόντων και όχι σαν αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή, σχέσεις ανάμεσα σε ανταγωνιζόμενες τάξεις. Το αντικειμενικό γεγονός της απομόνωσης της οικονομικής ταξικής πάλης είναι το πιο εύφορο έδαφος υποδοχής της πολιτικής πρακτικής της αστικής τάξης, που έχει σαν στόχο τη διατήρηση του αστικού κράτους και των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων. Αντίθετα για τις λαϊκές τάξεις το ίδιο αυτό αντικειμενικό γεγονός καθιστά αναποτελεσματική την οικονομική ταξική πάλη και επιβάλλει την αναγκαιότητα της πολιτικής ταξικής πάλης άρα, και τη διαμεσολάβηση του κόμματος που θα συγκεντρώσει τα διάφορα επίπεδα της ταξικής πάλης (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό) σε ένα και μοναδικό στόχο, που η μεταβαλλόμενη ανάλογα με τη συγκυρία αμεσότητα του δεν μεταβάλλει και την τελική αναγκαιότητα του: δηλαδή το στόχο της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας. Μια ανώτερη μορφή οικονομικής ταξικής πάλης που δεν είναι για την ακρίβεια πολιτική ταξική πάλη, αν και παρουσιάζεται σαν τέτοια, είναι η μάχη για την κατοχύρωση και διεύρυνση των συνταγματικών ελευθεριών, η μάχη για τις δημοκρατικές ελευθερίες. Η πάλη για το «Σύνταγμα» δεν είναι αυτονόητα αναποτελεσματική σε ότι αφορά την ανατροπή του αστικού κράτους όταν βέβαια, και τότε μόνο είναι πολιτική, δεν εξαντλεί τη δυναμική της στη θεσμική κατοχύρωση των επιμέρους διεκδικήσεων, αλλά προσανατολίζεται στην εισαγωγή εντάσεων και αντιθέσεων μέσα στην κοινωνία, ώστε ο συσχετισμός των δυνάμεων πυροδοτούμενος απ' αυτές τις αντιθέσεις, να γέρνει αποφασιστικά υπέρ της πλευράς των λαϊκών τάξεων. Οι αποφασιστικές αλλαγές στη συνείδηση των μαζών, η πολιτικοποίηση τους, (εννοείται όχι η νομική πολιτικοποίηση τους, που στην καλύτερη περίπτωση εξαντλείται στην κάθε τέσσερα χρόνια υπερψήφιση των κομμάτων της Αριστεράς) είναι εφικτές μόνο σε μια κατάσταση διαρκούς έντασης ανάμεσα στις αντιμαχόμενες τάξεις και αυτή η ένταση δεν εξαντλείται καθόλου στη θεματική του «συνταγματικού δρόμου». Οι πολιτικές και οι ατομικές ελευθερίες, η υπεράσπιση των συνταγματικών δικαιωμάτων καθόλου δε θα πρέπει να αναφέρεται στην «εξάπλωση της κοινωνίας των πολιτών»50 σαν να υπάρχει δηλαδή μια σφαίρα, όπου το κράτος απουσιάζει, και γι' αυτό υπάρχουν δυνατότητες συμμετοχής των πολιτών σε πολιτιστικά σύνολα που θα τους προστατεύουν απέναντι στις καταχρήσεις του κράτους. Είναι γνωστές οι αναλύσεις του Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ, όπου αναφέρεται στην τακτική του γαλλικού προλεταριάτου, μετά τη νίκη της αστικής δημοκρατίας πάνω στην εξέγερση του Ιούνη σε ότι αφορά την αναποτελεσματικότητα των «ιδιωτικών» τρόπων διεξαγωγής της ταξικής πάλης: «Ένα μέρος του ρίχνεται» (εννοείται, του προλεταριάτου σημ. Μ.Α.) γράφει ο Μαρξ, «σε δογματικούς πειραματισμούς, σε τράπεζες ανταλλαγών και σε εργατικούς συνεταιρισμούς» δηλαδή «σε μια κίνηση που έχει παραιτηθεί από την ιδέα να ανατρέψει τον παλιό κόσμο, με τα δικά του μεγάλα μέσα» και ζητά «να πραγματοποιήσει την απολύτρωση του με ιδιωτικό τρόπο, πίσω από τις πλάτες της κοινωνίας, μέσα στους περιορισμένους όρους ύπαρξης του και γι' αυτό αποτυχαίνει αναγκαστικά». «Περιορισμένοι όροι ύπαρξης», «ιδιωτικός τρόπος», «αναγκαστική αποτυχία» είναι οι λέξεις κλειδιά του κειμένου του Μαρξ που δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες για τα όρια μιας πολιτικής πρακτικής που θέλει να έχει σαν ειδικό στόχο τη... «κοινωνία των πολιτών». Τίποτα λοιπόν πιο λαθεμένο από την αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας των πολιτών. Οι λαϊκές τάξεις δεν βρίσκονται (μέσα στις συνθήκες της καθημερινής τους ύπαρξης) έξω από το πεδίο δράσης του κράτους. Αντίθετα είναι εγκλωβισμένες μέσα στα «δίχτυα» των πολλαπλών εγκλήσεων πολιτικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, πολιτιστικών των κρατικών ιδεολογικών μηχανισμών.51 Χρειάζεται άρα, να επαναλάβουμε για μια ακόμη φορά την προϋπόθεση, εκ των ουκ άνευ, της μαρξιστικής θεωρίας για τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Ότι δηλαδή, οι εγκλήσεις αυτές, δεν είναι δυνατόν να μετασχηματιστούν παρά μονάχα από αληθινά ταξικές - επαναστατικές οργανώσεις οι οποίες, μόνο, είναι δυνατόν να κλονίσουν την υπαγωγή των μαζών στις μορφές της αστικής πολιτικής και ότι πάντως, η ειδική δράση αυτών των ταξικών οργανώσεων (του κόμματος πριν απ' όλα) δεν είναι δυνατόν να έχει σαν στόχο τη διεύρυνση της «κοινωνίας των πολιτών», αλλά τη συγκέντρωση της ταξικής πάλης των λαϊκών τάξεων, στο στόχο της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας και του ελέγχου των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών, σαν προϋπόθεση οποιουδήποτε προγράμματος μετάβασης στο σοσιαλισμό, που θέλει να είναι το ίδιο ρεαλιστικό, όσο, και μεταβατικό. Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1984

3. βλ. Louis Allhusser - Elienne Balibar «Lire le Capital II» pet. coll. Maspero σ. 85, 155επ.
4. βλ. Etienne Balibar, «Κρίση του Μαρξισμού, επικαιρότητα του Μαρξισμού», θέσεις νο 6
5. βλ. στο ίδιο, όπως στη σημ. 3 σ. 84 επ.
6. βλ. Ν. Πουλαντζάς «Μαρξισμός και επιστήμη» θεμέλιο, σ. 299επ.
7. Γιάννης Μηλιός - Δημήτρης Ψαράς «Η θεωρία του Ευρωκομμουνισμού, ανανέωση ή (και) συνέχεια» Αγώνας τ. II (1980)
8. βλ. «Quaderni di Avanguardia Operaia» Sapere Edizione, όπου παρατίθεται και ολόκληρο το κείμενο του Τολιάτι.
9. βλ. για τη «στροφή του Σαλέρνο» Fer. Claudin «H κρίση του Κομμουνιστικού κινήματος» ελλ. έκδοση, Γράμματα σ. 4164.
10. βλ. για τη «διπλή γραμμή» κατά την ψήφιση του ιταλικού συντάγματος του 1948 στο επόμενο κεφάλαιο.
11. βλ. Lucio Colleli «Inlervista politico - filosofica» S.T. Laterza Bari.
12. Βλέπε περισσότερα για την αρχή της «astrazione specificha e determinata» στον Αντώνη Μανιτάκη, «Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων» εκ. Σάκκουλα, όπου και εφαρμογή της αρχής αυτής πάνω στην έννοια «ατομική ελευθερία».
13. βλ. Gramsci «Quaderni dal carcere» Torino, Einaudi, σ. 2010, «Le Risorgimento», Riuniti, Roma, σ. 87.
14. Πρόκειται για τον ίδιο, εναντίον του οποίου, έβαλλε ο Λένιν στον «Ιμπεριαλισμό...» πρβλ. «οι Οττο Μπάουερ και Σία..». Ιδρυτής του Αυστρομαρξισμού θεωρείται ο Rudolf Hilferding, του οποίου το «Χρηματιστικό Κεφάλαιο» έδωσε νέα ώθηση στις μαρξιστικές σπουδές στις αρχές του αιώνα, που όμως αργότερα διετύπωσε «πολιτικιστικά» συμπεράσματα σε ότι αφορά την αυτονομία του κράτους και τη διανεμητική του ικανότητα, και βλ. σε βάθος κριτική των απόψεων του. στους Μύλλερ - Νόιζυς θέσεις νο 1.
15. βλ. Lucio Colleti «Ιδεολογία και κοινωνία» σ. 9596, Οδυσσέας.
16. βλ. Αρ. Μάνεσης «Συνταγματικό Δίκαιο» εκδ. Σάκκουλα σ. 171 και σημ. 81
17. βλ. στο ίδιο, σ. 172.
18. βλ. Ντ. Βόλπε, «Για τη διαλεκτική» Οδυσσέας, σ. 28.
19. βλ. στο ίδιο, σ. 28 επ.
20. βλ. Παλμίρο Τολιάτι «Με ειρήνη και δημοκρατία στο σοσιαλισμό» εκδ. Ηριδανός σ. 5565. 21. στο ίδιο, σ. 59
22. στο ίδιο σ. 60.
23. στο ίδιο σ. 61, «μάλιστα το υπερασπιζόμαστε».
24. Δεν είναι τυχαίο, ότι την κριτική του παραδοσιακού συνταγματικού δικαίου, την έκαναν, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, επαναστάτες - διανοούμενοι που είχαν καθολική εποπτεία πάνω στο χώρο της οικονομίας και της κοινωνίας, όπως ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Γκράμσι. Βλ. για ένα συνταγματικό δίκαιο «νέου τύπου» στον Γκράμσι «Για τον Μακιαβέλλι» ελλ. εκδ. Ηριδανός, σ. 175: «πάνω σ' αυτή την πραγματικότητα που βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση δεν μπορεί να δημιουργηθεί ένα συνταγματικό δίκαιο παραδοσιακού τύπου, αλλά μονάχα ένα σύστημα αρχών που βάζουν σαν σκοπό του κράτους το ίδιο του το τέλος, την ίδια του, δηλαδή, την εξαφάνιση, την απορρόφηση της πολιτικής κοινωνίας μέσα στην κοινωνία των πολιτών».
25. βλ. Δημ. Τσάτσου «Η κρίση του πολιτικού λόγου» σ. 21
26. βλ. Γιώργου Πάσχου «Ο κρατικός αυταρχισμός στις σύγχρονες κοινωνίες» Σύγχρονη εκπαίδευση νο 13.
27. βλ. Αλ. Σβώλος «Προβλήματα του έθνους και της δημοκρατίας» Στοχαστής σ. 88 «Δεν είναι ασύνδετες λουρίδες το Σύνταγμα είναι ένα οργανικό σύνολο που ή ισχύει σε όλο του το πλάτος ή είναι ουσιαστικά νεκρό».
28. Πάντως οι νομικές μορφές της διεξαγωγής της πάλης των τάξεων δε θα πρέπει να υπερτιμούνται, αλλά ούτε και να υποτιμούνται. Διαφορετικά έχουμε τις μορφές του «αντικοινοβουλευτικού κρεττινισμού» των αριστεριστών είτε μορφές «κοινοβουλευτικού κρεττινισμού» των Κ.Κ. βλ. Etienne Balibar «Κόμμα, κράτος, μετάβαση» εκδ. Αγώνας σ. 37, 38.
29. Τίποτε λοιπόν πιο απατηλό από το ότι η νομιμότητα είναι το όριο του κράτους. Το όριο του κράτους είναι ο αγώνας των λαϊκών τάξεων. Βλ. Νίκος Πουλαντζάς «Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός» εκδ. θεμέλιο.
30. βλ. Αριστόβουλος Μάνεσης, «Κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και εσωτερικός εχθρός» Σύγχρυηι θϊ.ματιι νο 8 σ. 2035, όπου και ανάλυση της έννοιας «εσωτερικός εχθρός».
31. Για το σύνολο της έκτακτης νομοθεσίας βλ. κυρίως Luigi Ferrajoli στο «la questione criminale» No 3 σ. 197 και ακόμα βλ. Vittorio Grevi «Sislema penale e leggi dell' emergenza: la risposta legislativa al terrorismo» στο «Violenza politica e terrorismo in Italia» του Ινστιτούτου Cattaneo.
32. Μάνεσης, οπ. π., «όχι ελευθερία για τους εχθρούς της ελευθερίας» Saint - Just. 33. Στην Ελλάδα η υπόθεση είναι γνωστή από την «αυτοκριτική του αντάρτικου» εκδ. Κομμούνα και κυρίως από δημοσιογραφική, σποραδική ενημέρωση (του Δημ. Δεληολάνη στο «Βήμα», του Παύλου Νεράντζη στα «Τετράδια» καθώς και από ένα αυτοκριτικό κείμενο του Negri στον Σχολιαστή νο 5 με τίτλο «Η φυλακή μου, τα λάθη μου, οι ελπίδες μου»). Πάντως κατά τη διάρκεια της δίκης στο foro Italico η βιβλιογραφία πλουτίστηκε σχετικά. Αναφέρουμε το αφιέρωμα της «Βαβέλ» τεύχος 35 με την επιμέλεια του Γ.Σ., τη συνέντευξη του Ferrajoli στον Δημ. Δεληολάνη στα «Τετράδια» τεύχος 8, και το αφιέρωμα της «Προοπτικής» που επιμελήθηκαν ο Παύλος Νεράντζης και η Γκάμπι Κουερτσόλα, όπου και πολλές πληροφορίες για το κλίμα της δίκης και τις συνεχείς παραβιάσεις των δικονομικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Στα «Τετράδια» νο 8 υπάρχει, ακόμα, ένα κείμενο του Δημ. Ιωάννου με τίτλο «Αυτοί που πίστευαν πως έχουν δίκιο» και το οποίο ενδιαφέρει από μια αρνητική πλευρά: διότι χρεώνει το καθεστώς των εκτάκτων μέτρων στην. ..«ανάγκη της κοινωνίας να αμυνθεί» και αυτά τα ίδια έκτακτα μέτρα, τα θεωρεί, «αναγκαίες συλλογικές ενέργειες αυτοπροστασίας της ιταλικής κοινωνίας»!! Και επειδή τέτοιου είδους απόψεις τις έχουμε ξανακούσει (εννοείται όχι από αριστερά περιοδικά) δε μας εξέπληξε ούτε ο επίλογος του κειμένου, που παραπέμπει, σε ένα θεωρητικό του αντικομμουνισμού, τον Sir Karl Raimund Popper...
34. βλ. Perry Anderson «Ο Δυτικός Μαρξισμός» εκδ. Ράππα σ. 75, του ίδιου, η εισαγωγή στο «για ένα επαναστατικό κόμμα» του Lucio Magri, New Left Review vo 60, ελλ. εκδ. σύγχρονα κείμενα, ακόμα τον διάλογο Anderson - Colleti στην «Intervista politico - filosofica» S.T.L. Bari.
35. βλ. Delia Volpe «Logica come scienza positiva», «Rousseau e Marx», «Για τη διαλεκτική» εκδ. Οδυσσέας, βλ. Lucio Colleti «Marxismo e Hegel», «Για το νεαρό Μαρξ» εκδ. Οδυσσέας, «Ιδεολογία και κοινωνία» εκδ. Οδυσσέας και το «Marxismo e il crollo del capitalismo», βλ. Mario Rossi «Marxismo e dialettica Hegeliana» και στα ελληνικά την εισαγωγή του στο «Εβραϊκό ζήτημα» Οδυσσέας, βλ. Üb. Cerroni το κλασσικό «Marx e il diritto moderno» ελλ. εκδ. Παρατηρητής, την εισαγωγή του στην «πολιτική σκέψη» εκδ. Παπαζήση, και τη «Κρίση του Μαρξισμού» εκδ. θεμέλιο. * Η έννοια «Κοινωνία Πολιτών» οφείλει τη λαϊκοποίησή της όχι τόσο στον Έγελο, αλλά ούτε και στον Μαρξ· κυρίως είναι γνωστή σαν Γκραμσιανή έννοια. Όμως στο κείμενο αυτό, δε θ' ασχοληθούμε καθόλου με τη Γκραμσιανή societa civile, για τον απλό λόγο, ότι διαφορετικά χρησιμοποιείται η έννοια αυτή, από τη μια στους Έγελο, Μαρξ. Ντ. Βόλπε κ.ά., και από την άλλη, στον Γκράμσι. Μπορούμε να πούμε ότι στον Μαρξ η societa civile έχει αρνητικό περιεχόμενο, είναι η ιδιωτικοποιημένη κοινωνία, που χαρακτηρίζεται από την ατομικοποίηση και την αποπολιτικοποίηση. Στον Γκράμσι, αντίθετα, η έννοια είναι, κατά κάποιο τρόπο, πιο ευρύχωρη: περιλαμβάνει τις συναρθρώσεις που δεν είναι άμεσα πολιτικές και χαρακτηρίζουν την οργάνωση της σύγχρονης κοινωνίας. Προσοχή όμως: ναι μεν συναρθρώσεις όχι άμεσα πολιτικές, αλλά όχι πάντως αποπολιτικοποιημένες· διότι σε τελευταία ανάλυση όλα είναι πολιτική και οι οργανώσεις αυτές (π.χ. εκκλησιά, σχολεία, κόμματα, συνδικάτα) είναι, σε τελευταία ανάλυση, μηχανισμοί του Κράτους. Πάντως υπάρχει και μια ομοιότητα, κυρίως σε ότι αφορά τον θετικό τρόπο με τον οποίο ο Γκράμσι χρησιμοποιεί την societa civile σαν societa regolata, δηλ. «ρυθμισμένη» κοινωνία. Όταν ο Γκράμσι μιλά για την απορρόφηση της κοινωνίας πολιτών στην ή προς την κατεύθυνση της societa regolata θυμίζει πολύ την Εγελιανή διατύπωση του Μαρξ στην «Κριτική...» για την «εξαφάνιση του πολιτικού κράτους στη γνήσια δημοκρατία». Η societa regolata είναιη κομμουνιστική κοινωνία που δεν έχει ανάγκη από ένα slato politico - όμως τόσο στο νεαρό Μαρξ, όσο και στον Γκράμσι, υποτιμάται η αναγκαιότητα του κράτους, σαν ενεργού παράγοντα διαμόρφωσης καινούριων κοινωνικών σχέσεων, κατά τη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε, ότι η societa civile είναι μια έννοια· προλενινιστική. 36. βλ. Cerroni «Εισαγωγή στην πολιτική σκέψη» εκδ. Παπαζήση σ. 79 επ.
37. βλ. Marx «Κριτική...» Παπαζήση σ. 128 επ.
38. Οπ. π. σ. 117.
39. Οπ. π. σ. 65.
40. βλ. Αντώνη Μανιτάκη, «Η σχέση κράτους και κοινωνίας στη πολιτική φιλοσοφία του Hegel» όπου ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον όρο «ιδιωτική - αστική κοινωνία» για να αποδώσει, στα ελληνικά την bürgerliche Gesellschaft - societa civile, Πολίτης τεύχος 35. 41. βλ. Colleti «Για το νεαρό Μαρξ» εκδ. Οδυσσέας σ. 68, Üb. Cerroni «Ο Μαρξ και το σύγνοονοδίκαιο» Παρατηρητής σ. 284.
42. βλ. Γιώργος Πάσχος «Πολιτική δημοκρατία και κοινωνική εξουσία» εκδ. Παρατηρητής σ. 62, όπου. .. «οι απόψεις του Lucio Colleti δεν είναι σωστές.., η πολιτική θεωρία του Μαρξ δεν προηγήθηκε και ούτε ήταν δυνατό να προηγηθεί του «Κεφαλαίου», ακριβώς επειδή μια υλιστική πολιτική θεωρία προϋποθέτει την ανάπτυξη των βασικών οικονομικών κατηγοριών του «Κεφαλαίου». Οι κατηγορίες αυτές οδηγούν σε μια ανάλυση των πολιτικών σχέσεων που διαφέρει ριζικά από τον εξισωτικό ριζοσπαστισμό του Ρουσσώ και των Γιακοβίνων».
43. βλ. Marx «To Εβραϊκό ζήτημα» Οδυσσέας σ. 95
44. βλ'. Μποτιτσέλλι «Η γέννηση του επιστημονικού σοσιαλισμού», Πανόραμα. 45 βλ. για τη σχέση Ντελλαβολπιανών - Αλτουσεριανών (δηλαδή τη διαμάχη των δύο πιο γόνιμων μαρξιστικών σχολών της Δυτικής Ευρώπης) την «Intervista...» του Colleti, όπου εκτός των άλλων και πληροφορίες του τύπου «αλληλογραφούσα με τον Altusser για πολλά χρόνια..., μια φορά δε του απάντησα, μια άλλη δε μου απάντησε αυτός, και έτσι σιγά - σιγά, διακόπηκε η αλληλογραφία μας», αλλά και ουσιαστικά σχόλια όπως «όταν πρωτοδιάβαζα το Pour Marx η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι υπάρχει σύγκλιση ανάμεσα στον Ντ. Βόλπε και τον Alt, η πρώτη μου επιφύλαξη όμως ήταν ότι ο Alt αντίθετα με τον Delia Volpe δεν έμοιαζε να σέβεται τους κανόνες της παραδοσιακής φιλοσοφίας» ακόμα η έκπληξη του Colleti όταν διαβάζει τις συχνές αναφορές του Αλτουσέρ στον Μάο Τσε Τούυγκ διότι «κανείς από τους Ντελλαβολπιανούς δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη αδυναμία στον μαοϊσμό», η αμηχανία του μπροστά στο «Lire le Capital», «το Lire le Capital δε με βοήθησε καθόλου, όπως νομίζω, ότι δε βοήθησε κανένα να διαβάσει το «Κεφάλαιο», η διαφωνία του, για το «Ανθρωπισμός και Σταλινισμός» γιατί «η εξήγηση του σταλινισμού μέσω του οικονομισμού δεν είναι επαρκής διότι ο σταλινισμός είναι πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο για να εξηγηθεί με τέτοιες απλές κατηγόριες». Πάντως, ειρήσθω εν παρόδω, ότι η εξήγηση του σταλινικού φαινομένου από τον Colleti δε φαίνεται να γίνεται, με πιο πλούσιες έννοιες, από εκείνη του οικονομισμού, αν σκεφτούμε, ότι μεταξύ άλλων, ο Colleti αναφέρεται συχνά στο ότι «ο Στάλιν δεν είχε ζήσει ποτέ στην Ευρώπη - αντίθετα με τον Λένιν» ή και σε φαιδρότητες του τύπου «ο Στάλιν δεν ήξερε ούτε μια ξένη γλώσσα» ή τέλος «ξεπερασμένος είναι ο εθνικός σοσιαλισμός, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε,μια μόνη χώρα»...
46. βλ. Πουλαντζάς, «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις» θεμέλιο σ. 177.
47. Οπ. π., σ. 187.
48. βλ. σημ. 42.
49. βλ. «Εβραϊκό ζήτημα» σ. 98, εκο. Οδυσσέας.
50. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της άποψης είναι ο Τζ. Βάκκα ο οποίος στο «Το σύγχρονο κράτος και η κρίση του» στο συλλ. «Η σημερινή κρίση του Καπιταλισμού» εκδ. θεμέλιο ούτε λίγο - ούτε πολύ υποστηρίζει - και με όλη τη βαρύτητα της θέσης του σα μέλος της ΚΕ του διότι «το λιγότερο Κράτος.... επιβάλλει την ανάγκη ως προς τα κόμματα να αποκτήσουν το κατ' εξοχήν καθήκον τους που είναι να προωθούν την εξάπλωση της κοινωνίας των πολιτών».
51. βλ. Γιάννης Μηλιός, «Ο ιδιωτικός χώρος και το κράτος» Σχολιαστής νο 11

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή