Η μαρξιστική ανάλυση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και το ζήτημα του εμπορευματικού χρήματος Εκτύπωση
Τεύχος 97, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2006


Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΣΦΑΙΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
του Γιάννη Μηλιού

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν δημοσιεύθηκαν στο πλαίσιο του αφιερώματος που φιλοξένησε η επιθεώρηση Historical Materialism για το βιβλίο του Κώστα Λαπαβίτσα Social Foundations of Markets, Money and Credit (London: Routledge, 2003).1

Το αφιέρωμα είναι ενδεικτικό του αυξανόμενου ενδιαφέροντος στο εσωτερικό της μαρξιστικής θεωρίας για τη θεωρία του χρήματος και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο Κώστας Λαπαβίτσας αλλά και οι συγγραφείς που σχολιάζουν το έργο του έχουν συμβάλει σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Παραδοσιακά, η χρηματοπιστωτική σφαίρα λειτουργεί σαν «γκρίζα ζώνη» για τις κυρίαρχες εκδοχές της μαρξιστικής θεωρίας. Οι εκδοχές αυτές, που είτε συνδέονται με το εννοιολογικό σύστημα που αποτελούσε τον «σοβιετικό μαρξισμό» είτε προκύπτουν από μια «ρικαρδιανή ανάγνωση» του Μαρξ2 είτε, τέλος, υποκλίνονται σε κεϋνσιανές προβληματικές ή ακόμη και στα νεορικαρδιανά σχήματα (μη χρηματικών υλικών ροών), πριμοδοτούν μια αντίληψη «διχοτομίας» ανάμεσα στην «πραγματική οικονομία» των «αξιών», νοούμενων ως ποσοτήτων εργασίας που έχουν ενσωματωθεί στα «πραγματικά» εμπορεύματα, και στην «πλασματική» χρηματοπιστωτική σφαίρα, νοούμενη ως σφαίρα «κερδοσκοπίας».

Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, το χρήμα εκφράζει, στην τιμή, την «πραγματοποίηση προϋπάρχουσας αξίας» (ενσωματωμένης κατά την παραγωγή στα εμπορεύματα). Η «πραγματική οικονομία» συνίσταται σε ροές εμπορευμάτων που ενσωματώνουν (μετρήσιμες σύμφωνα με τις περισσότερες προσεγγίσεις) ποσότητες δαπανηθείσας εργασίας. Οι όποιες αποκλίσεις αξίας-τιμής αποτελούν έτσι το αποτέλεσμα των διακυμάνσεων της αγοράς γύρω από μια κεντρική τιμή-παραγωγής. H τιμή-παραγωγής προκύπτει κατά συστηματικό τρόπο ως μηχανισμός αναδιανομής υπεραξίας στο πλαίσιο της τάσης εξίσωσης των ποσοστών κέρδους, λόγω διαφορών στις οργανικές συνθέσεις των ατομικών κεφαλαίων, με τη συνολική ενσωματωμένη στην παραγωγή αξία και υπεραξία να παραμένουν αμετάβλητες (δηλαδή ίσες με το συνολικό άθροισμα των τιμών και των κερδών αντιστοίχως).

Επομένως, από την αντίληψη αυτή, έπεται ότι τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα (που δεν εμπεριέχουν ποσότητες «ενσωματωμένης εργασίας» αντίστοιχες με τις τιμές τους) είναι «πλασματικές αξίες». Η χρηματοπιστωτική σφαίρα θεωρείται έτσι ότι διογκώνεται από την «πλεονάζουσα» υπεραξία (για την οποία απουσιάζουν αποδοτικές σφαίρες επένδυσης στην «πραγματική οικονομία»): Η πλεονάζουσα αυτή υπεραξία επιδίδεται στην αγοραπωλησία χρηματοπιστωτικών τίτλων με στόχο την κερδοσκοπία (τη μεταπώληση των τίτλων σε τιμές ανώτερες των τιμών αγοράς). Καθώς η («πραγματική») αξία –η ενσωματωμένη εργασία– που έχει εισέλθει στη χρηματοπιστωτική σφαίρα δεν αυξάνεται ουσιαστικά, η χρηματοπιστωτική σφαίρα και ιδίως το χρηματιστήριο γίνονται αντιληπτά ως ένα «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος», ένας «καπιταλισμός-καζίνο»: τα κέρδη της μίας πλευράς δεν μπορεί να προκύψουν παρά από τις ζημίες της άλλης. Η εισρέουσα αξία, δημιουργώντας ζήτηση για χρηματοπιστωτικούς τίτλους, «φουσκώνει» αρχικά τις τιμές κάποιων «χαρτιών», προσελκύει επιπλέον («πραγματική») αξία από μισθιακά και άλλα εισοδήματα, και όταν τελικά η «φούσκα» σκάσει, συντελείται μια αναδιανομή αξίας υπέρ των επιτήδειων κερδοσκόπων (που είχαν φροντίσει να πουλήσουν τα «χαρτιά» ακριβά πριν από την κρίση, αποσύροντας περισσότερο χρήμα απ’ όσο αρχικά εισήγαγαν στη χρηματοπιστωτική σφαίρα) και σε βάρος του «ευρέος κοινού», που εγκλωβίζεται στη θέση του «χαμένου».

Οι συγγραφείς των κειμένων που δημοσιεύουμε εδώ δεν εντάσσονται σε αυτή την απλουστευτική προσέγγιση. Χωρίς να αγνοούν ή να υποτιμούν την εντονότερη ροπή προς την αστάθεια και τις κρίσεις που διέπει τη χρηματοπιστωτική σφαίρα σε σύγκριση με τις σφαίρες παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών, απορρίπτουν κάθε αντίληψη διχοτομίας μεταξύ της «πραγματικής οικονομίας» και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αντίθετα, δείχνουν τον σημαντικό ρόλο που παίζει η χρηματοπιστωτική σφαίρα για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου.

Υιοθετώντας το μαρξικό σχήμα αναπαράστασης της διευρυμένης αναπαραγωγής του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, Χ-Ε-(Χ+ΔΧ), όπου το Χ συμβολίζει το χρηματικό κεφάλαιο και το Ε τα εμπορεύματα (τις εισροές και τις εκροές της παραγωγικής διαδικασίας),3 μπορούμε να κατανοήσουμε ότι η χρηματοπιστωτική σφαίρα επιτελεί μια σειρά κρίσιμες λειτουργίες, ορισμένες από τις οποίες είναι:

  • συγκεντρώνει και «καναλιζάρει» χρήμα που βρίσκεται «άπραγο» στα χέρια του «κοινού» και το διαθέτει ως χρηματικό κεφάλαιο στους καπιταλιστές.

  • προεξοφλώντας τη δυναμική της κεφαλαιακής συσσώρευσης (το προσδοκώμενο μέγεθος του ΔΧ), δημιουργεί χρήμα, κυρίως ως χρηματικό κεφάλαιο διαθέσιμο στους καπιταλιστές.

  • λειτουργώντας ως δίκτυο απαιτήσεων στη μελλοντική παραγωγή, «κοινωνικοποιεί» και διαχέει στην τάξη των καπιταλιστών τις ροές υπεραξίας.

  • επιτρέπει τη γρήγορη μετακίνηση του κεφαλαίου από τομέα σε τομέα της οικονομίας και με την έννοια αυτή εντείνει τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό και τη συσσώρευση. 4

  • επιτελεί μια διαδικασία συνεχούς αποτίμησης των πάγιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων, που ενώ βρίσκονται πλέον εκτός κυκλοφορίας, η αξία τους υπεισέρχεται αποφασιστικά στον προσδιορισμό του ύψους κερδοφορίας (του ποσοστού κέρδους) του κεφαλαίου. Η αξία αυτή, που μεταβάλλεται διαρκώς με την τεχνολογική μεταβολή και τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου, αποτιμάται συγκριτικά με εκείνη των άλλων κεφαλαίων μέσω των τιμών των μετοχών και των παραγώγων.

  • δημιουργεί ένα σύστημα «διαχείρισης επιχειρηματικού κινδύνου» για κάθε μορφή οικονομικής δραστηριότητας, κυρίως μέσω των παραγώγων. 5

  • καθιστά σύμμετρες τις πιο διαφορετικές μορφές περιουσιακών αποδόσεων και επομένως συμβάλλει στην ομογενοποίηση των επιμέρους διαδικασιών διευρυνόμενης αναπαραγωγής του κεφαλαίου και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των αιτιωδών τάσεων της κεφαλαιακής συσσώρευσης.

Η χρηματοπιστωτική σφαίρα ως σύνολο, αλλά και οι επιμέρους λειτουργίες της απέχουν πολύ από το να αποτελούν «κερδοσκοπικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος». Πέραν αυτού, το κεφάλαιο δεν χωρίζεται σε δύο «μερίδες», τους «παραγωγικούς επιχειρηματίες» (της «πραγματικής οικονομίας») και τους «κερδοσκόπους» (της χρηματοπιστωτικής σφαίρας). Το κεφάλαιο είναι μια εκμεταλλευτική ταξική σχέση και στο πλαίσιό της κάθε μεμονωμένο κεφάλαιο επιδιώκει τη μεγιστοποίηση του (ποσοστού) κέρδους του (του λόγου ΔΧ/Χ). Με αυτό το κριτήριο επιδίδεται εξ ορισμού στην «κερδοσκοπία», δηλαδή «μεταναστεύει» από τη μία σφαίρα οικονομικής δραστηριότητας στην άλλη, και επιλέγει εκείνες τις δραστηριότητες για να τοποθετήσει τα κέρδη του ή τα κεφάλαια που αντλεί από το πιστωτικό σύστημα, οι οποίες προσδοκά ότι θα του αποφέρουν την υψηλότερη κερδοφορία. Στο πλαίσιο αυτό, η χρηματοπιστωτική σφαίρα είναι μια ενδεχόμενη «σφαίρα επένδυσης» κάθε μεμονωμένου κεφαλαίου. Πρόκειται για τη λειτουργία του ανταγωνισμού, την οποία ο Μαρξ είχε περιγράψει ως την «πραγματική λειτουργία του κεφαλαίου ως κεφάλαιο».6

Κλειδί για την ερμηνεία και ανάλυση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελεί η μαρξική θεωρία της αξίας και του χρήματος. Όπως έχει επανειλημμένως υποστηριχθεί από τις στήλες των Θέσεων, η Μαρξική έννοια της αξίας δεν συμπίπτει με τη ρικαρδιανή αντίληψη της αξίας ως άμεσα μετρήσιμης ποσότητας («δαπανώμενης εργασίας»). Στο σύστημα του Μαρξ, η αξία αποτελεί έννοια που αποκρυπτογραφεί μια ιστορικά ιδιαίτερη κοινωνική πραγματικότητα, τον καπιταλισμό.

Χαρακτηριστικό του καπιταλισμού δεν είναι απλώς η εμπορευματική κυκλοφορία, η γενική ανταλλαξιμότητα των εμπορευμάτων, αλλά κυρίως η χρηματική κυκλοφορία. Το χρήμα, που κατέχει το μονοπώλιο της αγοράς, όπως γράφει ο Λαπαβίτσας, αποτελεί χαρακτηριστική εκδήλωση του πυρήνα των κεφαλαιακών κοινωνικών σχέσεων, την «πραγμοποίηση» της κεφαλαιακής σχέσης. Για το λόγο αυτό, δεν κατέχει απλώς το μονοπώλιο της αγοράς, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα «αυτοσκοπό», όπως επισημαίνει ο Μαρξ: αποτελεί τη γενική μορφή εμφάνισης της «αυτοαξιοποιούμενης αξίας», δηλαδή του κεφαλαίου. Το χρήμα, επομένως, δεν κατέχει μια από τα πριν κοινή διάσταση με τα εμπορεύματα, αλλά, αντίθετα, αποτελεί (και θέτει) τη διάσταση της αξίας των εμπορευμάτων στο επίπεδο της εμπειρικής πραγματικότητας: Το χρήμα είναι η τιμή, δεν έχει τιμή. Με άλλα λόγια, αντίθετα με τα εμπορεύματα, το χρήμα δεν έχει ανταλλακτική αξία, ενώ αξία χρήσης του αποτελεί μόνο ότι εκφράζει την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων. Η αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνον διά του χρήματος.7 Το μέγεθος της αξίας εμφανίζεται αποκλειστικά ως τιμή.

Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, έχω υποστηρίξει στο παρελθόν ότι η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μια «στιγμή» του συνολικού κοινωνικού κυκλώματος του χρηματικού κεφαλαίου:

«Η μαρξική χρηματική θεωρία του κεφαλαίου υποδηλώνει μια “αντιστροφή” της μετακεϋνσιανής θέσης περί ενδογενούς χαρακτήρα του χρήματος: δεν είναι η δημιουργία και κυκλοφορία του χρήματος ενδογενής στη διαδικασία παραγωγής και κυκλοφορίας εμπορευμάτων, αλλά, αντιστρόφως, η παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι ενδογενής στο συνολικό κοινωνικό κύκλωμα του χρήματος, του οποίου η κίνηση καθορίζεται από τη λειτουργία του ως κεφαλαίου. Με μια διαφορετική διατύπωση, η ανάλυση με βάση τις κατηγορίες που ανέπτυξε ο Μαρξ έδειξε ότι όλες οι αντιλήψεις περί διχοτομίας μεταξύ της “πραγματικής” οικονομίας και του χρήματος πρέπει να απορριφθούν. Το χρήμα δεν είναι απλώς ενδογενές στις οικονομικές σχέσεις. Η κίνησή του είναι η υλική έκφραση των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων. […] Εφόσον το χρήμα είναι η πιο γενική μορφή του κεφαλαίου, δεν μπορεί να “δημιουργείται” από το κράτος. Η πηγή του δεν μπορεί να είναι παρά η διαδικασία αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ότι το πιστωτικό χρήμα αποτελεί αναγκαστικά την κύρια μορφή χρήματος. […] Το επίπεδο της χρηματικής κυκλοφορίας εξαρτάται από τη διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης, η οποία συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία πιστωτικού χρήματος».8

Η προσέγγιση που αδρομερώς σκιαγραφήσαμε έχει και ακόμη μία σημαντική θεωρητική συνέπεια, στην οποία έχουμε επίσης αναφερθεί στο παρελθόν: το χρήμα στον καπιταλισμό δεν (μπορεί να) αποτελεί εμπόρευμα, ενότητα αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας, ακόμη και αν χρησιμοποιούνται απτά εμπορεύματα για τον ορισμό της νομισματικής μονάδας (π.χ. ένα μάρκο θα αγοράζει μια ουγκιά χρυσού, ή/και δυο ουγκιές αργύρου ή 4,5 χλγ. βωξίτη). Όταν ο Μαρξ εισάγει στις πρώτες σελίδες του Κεφαλαίου το «χρηματικό εμπόρευμα», στην πραγματικότητα εισάγει μια «ανώριμη έννοια» που αντιστοιχεί στο εισαγωγικό εκείνο επίπεδο της ανάλυσής του (δεν έχει ακόμη εισαγάγει την έννοια του κεφαλαίου και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής). Την πρωτόλεια αυτή έννοια του (εμπορευματικού) χρήματος θα «επαναστατικοποιήσει» πλήρως στη συνέχεια.9 Διότι ακριβώς η μέθοδος που χρησιμοποιεί για να φέρει σε πέρας το θεωρητικό του έργο στο Κεφάλαιο είναι η «σταδιακή οικοδόμηση» εννοιών, μέσα από τη μετάβαση σε διαφορετικά επίπεδα θεωρητικής αφαίρεσης και με τη συνεχή εισαγωγή νέων προσδιορισμών σε αυτές τις έννοιες. Στο εισαγωγικό λοιπόν εκείνο επίπεδο ανάλυσης των πρώτων σελίδων του Κεφαλαίου, ο Μαρξ ήταν υποχρεωμένος να παρουσιάσει μια γενεαλογία του χρήματος βασισμένη στο εμπόρευμα, μεταξύ άλλων, για να αποφύγει την παγίδα του νομιναλισμού: την άποψη ότι το χρήμα προκύπτει από την απόφαση του ηγεμόνα και του κράτους.10

Στο ζήτημα αυτό, όμως, εντοπίζουμε την αδυναμία αμφότερων των κειμένων που ακολουθούν: Μην έχοντας, κατά την αντίληψή μου, έρθει σε ολοκληρωτική ρήξη με τις ρικαρδιανές ερμηνείες του Μαρξ, τόσο ο Λαπαβίτσας όσο και οι Μπράιαν και Ράφερτυ θεωρούν ότι η αποδοχή της μαρξικής θεωρίας της αξίας συνεπάγεται τη συνηγορία του εμπορευματικού χαρακτήρα του χρήματος. Περιπίπτουν έτσι σε διαφορετικού τύπου αντιφάσεις το καθένα, τις οποίες μάλιστα εκατέρωθεν εντοπίζουν: ο Λαπαβίτσας στην «απώθηση» της «αξιακής θεωρίας» του χρήματος στο ιστορικό παρελθόν, οι Μπράιαν και Ράφερτυ στον ισχυρισμό περί ταυτόχρονης ύπαρξης πολλών «χρημάτων», ένα από τα οποία είναι το «σύστημα των χρηματιστηριακών παραγώγων».

Όμως, στα σημαντικά αυτά ζητήματα της θεωρίας του χρήματος και του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα επανέλθουμε.

1Bryan Dick and Rafferty Michael (2006), «Money in Capitalism or Capitalist Money?», Historical Materialism 14.1: 75-95, και Lapavitsas Costas (2006), «Relations of Power and Trust in Contemporary Finance», Historical Materialism 14.1: 129-154. Στο ίδιο αφιέρωμα δημοσιεύονται επίσης κείμενα των Jim Kincaid, Gary Dymski, Makoto Itoh και Kazutoshi Miyazawa.

2Επ’ αυτού, βλ. αναλυτικά: Μηλιός Γ., Δημούλης Δ. και Οικονομάκης Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό , Αθήνα: Νήσος. Επίσης, Μηλιός Γ. (2003), «Η μαρξική θεωρία της αξίας και ο ενδογενής χαρακτήρας του χρήματος», Θέσεις 84: 137-162, Λαπατσιώρας Σ. (2006), «Απλή αξιακή μορφή, εμπόρευμα και χρήμα. Μια ανάγνωση του πρώτου τμήματος του Κεφαλαίου » , Θέσεις 95: 47-86.

3Βλ. αναλυτικά Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: κεφ. 3.

4Όπως παρατηρούν οι Bryan και Rafferty (2006), Capitalism with Derivatives. A Political Economy of Financial Derivatives, Capital and Class : «Ανταγωνισμός σημαίνει ότι η επένδυση αποσύρεται από εκεί που το ποσοστό κέρδους είναι χαμηλό και εισέρχεται εκεί που είναι ψηλό» [σ. 168].

5Όπως ορθά σημειώνουν οι Bryan και Rafferty (2006), τα παράγωγα «αποτελούν έκφραση των καπιταλιστικών σχέσεων, όχι μια παθολογική εξέλιξη» [σ. 197]. Και συμπεραίνουν: «Το να αντιπαρατεθεί κανείς στα παράγωγα σημαίνει να αντιπαρατεθεί στην ταξική φύση του ίδιου του καπιταλισμού» [σ. 214].

6Μαρξ Κ. (1990), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β , Αθήνα: Στοχαστής, σ. 498. Βλ. επίσης το ακόλουθο εύστοχο απόσπασμα: «Ο ανταγωνισμός […] είναι, επομένως, κάτι που προκύπτει στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, μεταξύ των διαφορετικών δυνατοτήτων επένδυσης που κατέχουν, όπως και μεταξύ επιχειρήσεων», Bryan και Rafferty 2006: 168.

7Ορισμένα συνεπαγόμενα της θέσης αυτής: Η μαρξική αφηρημένη εργασία δεν έχει εμπειρικά απτή υπόσταση. Ο χρόνος αφηρημένης εργασίας δεν μετριέται με το χρονόμετρο. Οι αξίες μετρούνται μόνο στο επίπεδο της μορφής εμφάνισής τους, ως τιμές. Αξίες και τιμές δεν αποτελούν σύμμετρα μεγέθη. Συνεπώς, οι τιμές παραγωγής προκύπτουν από την ανακατανομή των (αρχικά άνισων) κερδών, όχι των υπεραξιών. Το «πρόβλημα του μετασχηματισμού» (των αξιών σε τιμές παραγωγής) δεν υφίσταται καν.

8Μηλιός, Γ. (2003), «Η μαρξική θεωρία της αξίας και ο ενδογενής χαρακτήρας του χρήματος», Θέσεις 84: 137-162.

9Βλ. Μηλιός (2003).

10Αναλυτικά για το ζήτημα αυτό βλ. Λαπατσιώρας Σπύρος (2005), Η συγκρότηση της έννοιας του χρήματος στα ώριμα οικονομικά έργα του Καρλ Μαρξ 1857-73 (ΕΜΠ, Διδακτορική Διατριβή), κεφ. 3: «Η μορφή της αξίας».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή