Ξαναδιαβάζοντας τον Φελίξ Μπωζούρ Εκτύπωση
Τεύχος 98, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2007


ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΦΕΛΙΞ ΜΠΩΖΟΥΡ:
ΠΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟς ΚΑΙ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ
της Χριστίνας Κατρή

1. Εισαγωγή: Ο Πίνακας του Μπωζούρ και η εποχή του

Το έργο του Φελίξ Μπωζούρ (Felix Beaujour) Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία (1787-1797) (Παρίσι 1800, ελλ. μτφρ. Ελένη Γαρίδη, επιμ. Τάσος Βουρνάς, εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1974) θεωρείται σημαντική πηγή για τη μελέτη των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων του ελλαδικού χώρου κατά τον ύστερο 18ο αιώνα.

Ο Μπωζούρ (1765-1836) προερχόταν από την τάξη των Γάλλων ευγενών. Υπήρξε διπλωμάτης και συγγραφέας1 και στα τέλη του 18ου αιώνα υπηρέτησε ως πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη. Το βιβλίο περιέχει 28 Εκθέσεις για την οικονομική δραστηριότητα και το εξωτερικό εμπόριο του ελλαδικού γεωγραφικού χώρου,2 τις οποίες, ως επί το πλείστον, ο συγγραφέας απηύθυνε σε αξιωματούχους του γαλλικού κράτους.

Οι Εκθέσεις χαρακτηρίζονται από συστηματικότητα στην καταγραφή των στοιχείων και αναλυτική ακρίβεια στην παρουσίασή τους, με αποτέλεσμα η σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία να θεωρεί το βιβλίο έγκυρη και σημαντική πηγή για την οικονομική εξέλιξη στον ελλαδικό χώρο στα τέλη του 18ου αιώνα. Ως παραδείγματα αξίζει να αναφέρουμε ότι το έργο αυτό αποτελεί την περισσότερες φορές αναφερόμενη πηγή στο βιβλίο του Ν. Σβορώνου Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα (Θεμέλιο, Αθήνα 1996) και επίσης βασική πηγή του έργου του Β. Κρεμμυδά, Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, 1793-1821, (Θεμέλιο, Αθήνα 1980].3

Οι Εκθέσεις που παρέχει ο Πίνακας του Μπωζούρ έχουν αφ’ ενός χαρακτήρα στατιστικών, δηλαδή καταγράφουν τον όγκο του εμπορίου, το εύρος και τα χαρακτηριστικά της παραγωγής, τον πληθυσμό κ.ο.κ. Αφ΄ετέρου, όμως, έχουν πολιτικό χαρακτήρα, δηλαδή επιχειρούν να τεκμηριώσουν την αναγκαιότητα να ακολουθήσει το γαλλικό κράτος συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές. Αυτή η δεύτερη διάσταση του έργου του Μπωζούρ δεν έχει τύχει της απαραίτητης προσοχής από τους μελετητές, με αποτέλεσμα, όπως θα επιχειρήσω να δείξω στα επόμενα, να μη γίνεται επαρκώς κατανοητό το εύρος των μετασχηματισμών στον «ελλαδικό χώρο» κατά την εξεταζόμενη περίοδο, τους οποίους υποδεικνύει η ανάλυση του Μπωζούρ.

Στο πλαίσιο αυτής της σύντομης εισαγωγής αρκεί να επισημάνουμε επιγραμματικά ότι ο Πίνακας του Μπωζούρ γράφεται σε μια συγκυρία που μπορεί να κωδικοποιηθεί ως η «τελική φάση του μερκαντιλισμού». Ο μερκαντιλισμός, γενικά, συμπίπτει με την ιστορική περίοδο κυριαρχίας του προβιομηχανικού-εμπορικού καπιταλισμού, χαρακτηριστικά του οποίου ήταν αφ’ ενός η ασάφεια της μισθιακής σχέσης (διαφορετικές μορφές του «μισθού με το κομμάτι» κ.ο.κ.) ή η «έμμεση υπαγωγή» της εργασίας στο κεφάλαιο, αφ’ ετέρου η ενεργή κρατική οικονομική παρέμβαση για την προώθηση των εξαγωγών, τον μονοπωλιακό έλεγχο των εξαγωγικών αγορών, τον περιορισμό ή έλεγχο των εισαγωγών κ.ο.κ.4

Οι κρατικές πολιτικές ρύθμισης των εμπορικών ροών που ασκούσαν οι μεγάλες καπιταλιστικές χώρες της εποχής (και ειδικότερα η Γαλλία), με στόχο τη διασφάλιση ενός θετικού εμπορικού ισοζυγίου, μετεξελίσσονταν δραστικά στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα, προκαλώντας διχογνωμίες και εντάσεις ανάμεσα σε αντιτιθέμενα συμφέροντα στο εσωτερικό κάθε εμπορικής δύναμης. Οι Εκθέσεις του Μπωζούρ εντάσσονται σε αυτή ακριβώς τη συγκυρία: στρατεύονται υπέρ μιας ενεργού μερκαντιλιστικής πολιτικής του «εμπορικού ισοζυγίου», του τύπου της πολιτικής που εγκαινίασε κατά τον 17ο αιώνα ο Κολμπέρ (Jean-Batiste Colbert, 1619-1683), και επικρίνουν τις πολιτικές «απελευθέρωσης» του εξωτερικού εμπορίου, που με παλινωδίες άρχισαν να εφαρμόζονται από το γαλλικό κράτος από το 1781 και μετά.

Για την τεκμηρίωση των απόψεών του αναφορικά με την ακολουθητέα οικονομική πολιτική, ο Μπωζούρ παρουσιάζει τις ιδιαίτερες μορφές υπό τις οποίες αναπτύχθηκε ο προβιομηχανικός (εμπορικός) καπιταλισμός στον ελλαδικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τη δυναμική του οποίου θεωρούσε απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Γαλλίας και των Γάλλων εμπόρων. Με την έννοια αυτή, το «υλικό» που προσφέρει ο Μπωζούρ υπερβαίνει κατά πολύ το χαρακτήρα μιας απλής στατιστικής απεικόνισης μεμονωμένων οικονομικών στοιχείων.


2. Η υποχώρηση της μερκαντιλιστικής πολιτικής και η επικράτηση του ελληνικού κεφαλαίου στην Ανατολή


Ο Μπωζούρ, στην 23η Έκθεση (Φεβρουάριος 1797) που περιέχεται στο βιβλίο του, παραθέτει τον ακόλουθο πίνακα του συνολικού εμπορίου των ελληνικών περιοχών με τις βασικότερες εμπορικές χώρες της εποχής κατά τη δεκαετία 1787-1797 (Μπωζούρ, όπ.π.: 234):


Ελληνικές εξαγωγές Ευρωπαϊκό εμπόριο Ελληνικές εισαγωγές (πιάστρα) (πιάστρα)

558.320 Αγγλικό εμπόριο 558.320

4.663.000 Γερμανικό >> 1.544.550

1.150.000 Ιταλικό >> 644.400

140.000 Ολλανδικό >> 100.400

1.000.000 Ρωσικό >> 960.000

1.310.000 Γαλλικό >> 1.163.000

8.321.320 13.691.920 4.970.670


Ο Πίνακας αυτός (τον οποίο αναπαράγουν ο Τάσος Βουρνάς στο εισαγωγικό «Σχεδίασμα της οικονομικής ζωής της Ελλάδας στο μεταίχμιο του 18ου προς το 19ο αιώνα» που έγραψε για το βιβλίο του Μπωζούρ (όπ.π.: 27) και ο Νίκος Σβορώνος (Σβορώνος 1996: 354)), παρουσιάζει δύο στοιχεία που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής:

α) θετικό εμπορικό ισοζύγιο των ελληνικών περιοχών έναντι των εμπορικών τους εταίρων, με εξαίρεση το εμπόριο με την Αγγλία που είναι απολύτως ισοσκελισμένο .

β) σαφή υπεροχή του εμπορίου με τις γερμανικές χώρες, καθώς ο όγκος των εξαγωγών από τις ελληνικές περιοχές προς τις γερμανικές χώρες (4,66 εκατ. πιάστρα) καλύπτει περισσότερο από το 50% των συνολικών εξαγωγών (8,82 εκατ. πιάστρα).

Η πρώτη ερμηνεία που δίνει ο Μπωζούρ για τα χαρακτηριστικά αυτά του εξωτερικού εμπορίου των ευρωπαϊκών χωρών με τις ελληνικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σχετίζεται με την ακολουθούμενη από τις χώρες αυτές οικονομική πολιτική:

1. Η μεν Αγγλία συνεχίζει να ακολουθεί μια παρωχημένη πολιτική «νομισματικού ισοζυγίου»,5 η οποία διατηρεί μεν ισοσκελισμένο το εμπορικό ισοζύγιό της, καθηλώνει όμως τον όγκο του εμπορίου σε χαμηλά επίπεδα:


«Το αγγλικό εμπόριο της Ανατολής βρίσκεται στα χέρια μιας εταιρίας, που ιδρύθηκε το 1606 […] Κάθε Άγγλος διαμαρτυρόμενος μπορεί να μπει σ’ αυτή, πληρώνοντας, μόλις γίνει δεκτός, είκοσι γκινέες σα φόρο και μερικές πεντάρες στερλίνας για τα μικροέξοδα […] Ορκίζονται μόλις γίνονται μέλη της, να μη δώσουν το όνομά τους ούτε την επιχείρησή τους σε κανένα, και υποχρεώνονται, με τον ίδιο όρκο, να παίρνουν τα τουρκικά προϊόντα ανταλλάσσοντάς τα με εθνικά προϊόντα και όχι με χρήματα. Κάθε παράδοση, κάθε αποστολή εμπορευμάτων έναντι τους είναι απαγορευμένη […] Η άποψη αυτή, να μην αγοράζουν ποτέ με χρυσό, για να μη χάνουν το ισοζύγιο, είναι μια από τις παλιές εκείνες αντιλήψεις, που δηλητηρίασαν την οικονομία όλων των εθνών» (Μπωζούρ, όπ.π.: 170).6


2. Οι δε άλλες χώρες εγκαταλείπουν την προστατευτική πολιτική με αποτέλεσμα το εξωτερικό εμπόριό τους να περνάει στα χέρια των Ελλήνων:

«Το εμπόριο των γερμανικών κρατών με την Τουρκία είναι ελεύθερο […] Το γερμανικό εμπόριο απλώνει τα δίκτυα του σε όλα τα μέρη της Ελλάδας […] » (Μπωζούρ, όπ.π.: 190).

«Το εμπόριο της Γερμανίας με την Τουρκία βρίσκεται ολοκληρωτικά στα χέρια των Ελλήνων, που είναι διασκορπισμένοι στις δύο αυτοκρατορίες […] Ίδρυσαν εμπορικά πρακτορεία στις κυριώτερες πόλεις της Γερμανίας και σήμερα εκμεταλλεύονται το γερμανικό εμπόριο, όπως οι Γάλλοι και οι Άγγλοι εκμεταλλεύονται το τουρκικό εμπόριο» (όπ.π.: 201).

«Όλο το εμπόριο της Ολλανδίας το διεξάγουν οι Έλληνες» (όπ.π.: 218).

«Το εμπόριο των Ρώσων στην Τουρκία αυξάνει καθημερινά […]. Οι Έλληνες είναι οι μοναδικοί πράκτορες αυτού του εμπορίου» (όπ.π.: 220).


Μόνο στο εξωτερικό εμπόριο με την Ιταλία δεν μπορούν να επικρατήσουν οι Έλληνες, λόγω της μακράς εμπορικής παράδοσης των πόλεων του ιταλικού Βορρά:


«Το εμπόριο των Ιταλών στην Ανατολή είναι ελεύθερο και δεν υποβάλλεται σε κανένα κανονισμό. Οι κύριοι παράγοντές του είναι έμποροι της Βενετίας και του Λιβόρνο» (όπ.π.: 205).


Ο Μπωζούρ αισθάνεται ότι η κυριαρχία του ελληνικού εμπορικού κεφαλαίου και ο εκτοπισμός των Ευρωπαίων (Γερμανών-Αυστριακών, Ολλανδών, Ρώσων) εμπόρων από τους Έλληνες απειλεί εξίσου και τους Γάλλους εμπόρους:


«Παραπονιούνται στη Μασσαλία ότι το εμπόριο της Ελλάδας γίνεται επικίνδυνο. Τα παράπονα αυτά δεν είναι χωρίς βάση» (όπ.π.: 233).

«Αλλά, χρωστάμε την αλήθεια στην πατρίδα μας. Το εμπόριό μας της Ανατολής είναι χαμένο χωρίς πόρους, αν περάσει στα χέρια των Ελλήνων και αν του επιτρέψουμε μια απεριόριστη ελευθερία. Όλες οι θεωρητικές αρχές δεν θα διαψεύσουν ποτέ την πρακτική, κι εδώ η πείρα είναι υπέρ ημών» (όπ.π.: 259).


Τάσσεται έτσι υπέρ μιας «διαφοροποιημένης» μερκαντιλιστικής πολιτικής του «εμπορικού ισοζυγίου»: μέσα από ένα πλήθος απαγορεύσεων και επιδοτήσεων το κράτος πρέπει να διασφαλίσει αφ’ ενός ένα θετικό εμπορικό ισοζύγιο για τα γαλλικά προϊόντα και αφ’ ετέρου τη διατήρηση του εξωτερικού εμπορίου στα χέρια των Γάλλων εμπόρων.7

Ο Μπωζούρ επιστρατεύει τις θεωρητικές του γνώσεις για την υπεράσπιση μιας τέτοιας προοπτικής:

  • Ασκεί αρχικά κριτική στις απόψεις (που κυριαρχούσαν κατά τη μερκαντιλιστική περίοδο) ότι το κέρδος προκύπτει κατά την πράξη της ανταλλαγής ως μηδενικό άθροισμα: ο ένας κερδίζει στον ίδιο βαθμό που χάνει ο άλλος.


«Η θεωρία, λοιπόν, του ενεργητικού και παθητικού εμπορίου είναι μια χίμαιρα. Κάθε εμπόριο είναι ωφέλιμο, μόνο όταν αυξάνει την εθνική δραστηριότητα» (όπ.π.: 236).


Μάλιστα, σε θεωρητικό επίπεδο δηλώνει ότι υπήρξε διαδοχικά οπαδός των φυσιοκρατών και του Άνταμ Σμιθ, των οικονομολόγων που σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής υπήρξαν υπέρμαχοι του ελεύθερου εμπορίου. Υποστηρίζει, όμως, ότι τα πορίσματά τους για την οικονομική πολιτική απαιτούν κάποιες συνθήκες, οι οποίες μέχρι εκείνη τη στιγμή απουσίαζαν:


«Θρεμμένος, από τη νεαρή μου ηλικία, με τις αρχές των οικονομολόγων [ 8 ], και, μετέπειτα, με τις αρχές του Σμιθ [ 9 ] και του Στιούαρτ [ 10 ] , χρειάστηκε να συμπύξω τη θεωρία μου, αφού δεν μπορούσα να συμπύξω τα γεγονότα […] δεν είναι καλό να εμπιστεύεται κανείς πολύ εκείνα που διαβάζει μόνο στα βιβλία […] Η θεωρία που εκτίθεται σε καλογραμμένα κείμενα, θα ήταν ίσως καλή για να την ακολουθήσει κανείς, αν την ακολουθούσαν όλα τα κράτη. Αλλά, όταν ένα από τα κράτη αυτά θελήσει να έχει πλεονεκτήματα […] οι δύο βραχίονες του ζυγού δεν θα είναι πια όμοιοι και η ισορροπία θα διαταραχθεί» (όπ.π.: 251).


  • Στη συνέχεια, στις εκτεταμένες 26η και 27η (από τις συνολικά 28) Εκθέσεις του (Απρίλιος-Μάιος 1797), ο Μπωζούρ κωδικοποιεί τους άξονες οικονομικής πολιτικής οι οποίοι, στο πρότυπο των πολιτικών που εισήγαγε ο Κολμπέρ το 1669,11 θεωρεί ότι μπορούν να ανακόψουν τη μείωση των γαλλικών μεριδίων στο συνολικό εμπόριο της Ανατολής:

α) πλήρη απελευθέρωση του εμπορίου μόνο στο λιμάνι της Μασσαλίας, το οποίο καθίσταται επίσης η αποκλειστική είσοδος όλων των εισαγωγών. 12 Οι Γάλλοι έμποροι της Μασσαλίας απαλλάσσονται από κάθε φορολογική επιβάρυνση.

β) φορολόγηση των ξένων εμπόρων και της ξένης ναυσιπλοΐας στο λιμάνι της Μασσαλίας (τη μοναδική εισαγωγική πύλη της χώρας) με 20% επί του κύκλου εργασιών τους.

Τα μέτρα που εισηγείται ο Μπωζούρ δεν υιοθετούνται από τη γαλλική κυβέρνηση.13 Εσωτερικές δυνάμεις της γαλλικής οικονομίας και κοινωνίας τα καθιστούσαν παρωχημένα και αναποτελεσματικά:14 η οικονομική ανάπτυξη άλλων γαλλικών πόλεων πέραν της Μασσαλίας καθιστά την ιδέα της «μίας και μοναδικής εισαγωγικής πύλης » ανεδαφική. Η αύξηση και διαφοροποίηση της παραγωγής απαιτεί τη διεύρυνση των δυνατοτήτων και τη μείωση του κόστους συναλλαγών και μεταφοράς, πέρα από τα όποια κριτήρια εθνικότητας.15 Τέλος, οι πολιτικές αλλαγές και οι πόλεμοι αναδιατάσσουν επίσης τα μέτωπα αλλά και τις δυνατότητες του εμπορίου.16

Η επιχειρηματολογία με την οποία ο Μπωζούρ επιχειρεί να τεκμηριώσει τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής που υποβάλλει στη γαλλική κυβέρνηση δεν περιορίζεται μόνο σε γενικές αποφάνσεις επί της οικονομικής θεωρίας, αλλά συμπεριλαμβάνει και αναλύσεις αναφορικά με τους (αποδοτικούς) τρόπους διεξαγωγής του εμπορίου και τα χαρακτηριστικά της παραγωγής. Με τον τρόπο αυτό, μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε ένα από τα καίρια ερωτήματα που θέτει η όλη ανάλυσή του: Γιατί η άμβλυνση των προστατευτικών-μερκαντιλιστικών πολιτικών εκ μέρους των ευρωπαϊκών εμπορικών δυνάμεων συνεπάγεται (ή έστω συνδέεται με) την κυριαρχία του ελληνικού κεφαλαίου στην Ανατολή;


3. Καπιταλιστικός μετασχηματισμός και ανταγωνιστικότητα

Ο Μπωζούρ δεν καταγράφει, λοιπόν, μόνο τον όγκο των εισαγωγών και εξαγωγών ή τα είδη και τις ποσότητες των παραγόμενων προϊόντων. Για να διευκολύνει τις γαλλικές εμπορικές αποστολές αλλά και τις αρχές του γαλλικού κράτους που επιφορτίζονταν με τον έλεγχο του εμπορίου, αναφέρεται εκτενώς στους τρόπους και τις τεχνικές συγκέντρωσης και διακίνησης των προϊόντων, στα δίκτυα που συνδέουν τους εμπόρους των αστικών κέντρων οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στο εξαγωγικό εμπόριο με τους παραγωγούς, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί, και με τους πλοιοκτήτες ή άλλους διακινητές των προϊόντων. Παρουσιάζεται έτσι η εικόνα μιας οικονομίας σε μεγάλο βαθμό εμπορευματοποιημένης, καθώς οι σχέσεις έμμεσης υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο προσλαμβάνουν πολλές διαφορετικές μορφές.

Δίκτυα εμπόρων, προαγοραστών και «μεσιτών» συνδέουν τον (αγρότη ή οικοτέχνη) παραγωγό με τον μεγαλέμπορο, μέσα από πολύμορφες σχέσεις διαμεσολάβησης των χρηματικών-εμπορευματικών ροών: αποκαλύπτεται έτσι ότι οι σχέσεις και οι δεσμοί συγγένειας, εντοπιότητας, γλωσσικής συνάφειας και, τελικά, εθνικής ένταξης, που συνδέουν τους χριστιανούς υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λειτουργούν ως «κόμβοι» για τη διάδοση και ανάπτυξη της εγχρήματης εμπορευματικής οικονομίας, δηλαδή του (εμπορικού) καπιταλισμού.

Οι «κόμβοι» αυτοί συγκροτούν τα πολύπλοκα και πυκνά δίκτυα μεσολάβησης που χαρακτηρίζουν το παραγωγικό σύστημα του προβιομηχανικού-εμπορικού καπιταλισμού, που ο Ι. Ι. Ρούμπιν ονομάζει «οικόσιτο σύστημα βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας» ,17 πάνω στο οποίο ασκεί την ασθενή πλέον επικυριαρχία του το ασιατικό-οθωμανικό κρατικό σύστημα των δοσιμάτων.18

Στα δίκτυα αυτά, οι έμποροι εκτός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι δύσκολο να επικρατήσουν, εκτός εάν εξακολουθήσουν να απολαμβάνουν από την κυβέρνησή τους το προνόμιο της αποκλειστικότητας του εμπορίου με τη χώρα τους. Αν το προνόμιο αυτό καταργηθεί, οι συναλλαγές θα περάσουν στα χέρια ντόπιων (Ελλήνων) εμπόρων, διότι αυτοί συνδέονται με άμεσες σχέσεις (γλωσσικής συνάφειας, εντοπιότητας, φιλίας, συγγένειας, εθνικότητας, συναλλαγής κ.ο.κ.) με τους «ενδιάμεσους κρίκους» (μεσίτες και προαγοραστές) αλλά και τους άμεσους παραγωγούς (αγρότες, οικοτέχνες, βιοτέχνες, συνεταιρισμούς) της παραγωγικής αλυσίδας του προβιομηχανικού καπιταλισμού.

Ο «ελεύθερος έμπορος» που δραστηριοποιείται στο εξωτερικό εμπόριο βρίσκεται, λοιπόν, στην κορυφή αυτού του πολυεπίπεδου παραγωγικού συστήματος του προβιομηχανικού καπιταλισμού. 19 Ακόμη και όταν εξακολουθούν να διατηρούνται οι διακρίσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων υπέρ των υπηκόων τους, ο «ελεύθερος έμπορος» μπορεί να είναι Έλληνας που έχει αγοράσει το μπαρά, δηλαδή τον τίτλο του «διερμηνέως» κάποιας ξένης προξενικής αρχής, που του προσφέρει τα δικαιώματα και τις δυνατότητες των αλλοδαπών (Ευρωπαίων) υπηκόων.20

Οι Έλληνες έμποροι κατά κανόνα αναδεικνύονται μέσα από τα δίκτυα των προαγοραστών ή «μεσιτών», οι οποίοι συγκεντρώνουν το προϊόν πολλών άμεσων παραγωγών – προσανατολίζοντας παράλληλα την παραγωγή των τελευταίων στη ζήτηση του εξωτερικού εμπορίου.


«Οι αγοραστές είναι έμποροι παραγγελιοδόχοι, εγκατεστημένοι στις Σέρρες, ή εμπορομεσίτες απεσταλμένοι των ελεύθερων εμπόρων της Θεσσαλονίκης. Οι εμπορομεσίτες αυτοί πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με μεγάλα κεφάλαια, γιατί είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν, πριν από την παράδοση, τα τρία τέταρτα των βαμπακιών που πήραν ως προκαταβολή. Αγοράζουν το εμπόρευμα χωρίς να το δουν και πηγαίνουν στα χωριά μόνο για να το συσκευάσουν και να το βάλουν στο αμάξι. Με τον τρόπο αυτό, αρχίζουν τεράστιες επιχειρήσεις, που τελειώνουν χωρίς μεσίτη, αλλά μόνο με προφορικές συμφωνίες, που εκτελούνται πάντοτε πιστά» (Μπωζούρ, όπ.π.: 60).21


Οι προαγοραστές, τέλος, συνδέονται επίσης (συχνά με σχέσεις συναλλαγής) με μια σειρά τοπικούς παράγοντες ή/και διοικητικούς αξιωματούχους (προεστούς κ.ο.κ.), οι οποίοι διασφαλίζουν αφ’ ενός τον προσανατολισμό της παραγωγής στα συγκεκριμένα προϊόντα που ζητά ο προαγοραστής (και κατ’ επέκταση ο εξαγωγέας ή ο έμπορος μακρινών αποστάσεων) και αφ’ ετέρου την αποκλειστική διάθεση της παραγωγής στους εν λόγω προαγοραστές.

Οι Έλληνες έμποροι που διεξάγουν το εξαγωγικό εμπόριο είναι, λοιπόν, περισσότερο αποδοτικοί από τους ξένους ανταγωνιστές τους διότι μπορούν ακριβώς να συνδέονται και να κινητοποιούν τα πολύμορφα αυτά δίκτυα μεσολάβησης, με βάση τα οποία διαδίδεται και αναπτύσσεται ο (εμπορικός) καπιταλισμός, διαλύοντας ή μετασχηματίζοντας τις προκαπιταλιστικές σχέσεις κοινωνικής συνοχής και συναίνεσης. Η συγγένεια, η εντοπιότητα, η γλωσσική συνάφεια, η εθνική ένταξη (σφυρηλατημένη στη βάση των νέων αυτών σχέσεων) δεν διαμεσολαβούν πλέον τις ασιατικές-κοινοτικές-κρατικές ιεραρχίες των προεστών και των αγάδων, αλλά το κύκλωμα του χρηματικού και εμπορευματικού κεφαλαίου, στο οποίο επικάθεται ως ξένο σώμα πλέον το οθωμανικό σύστημα των δοσιμάτων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπωζούρ, όταν αναφέρεται «στην επιδεξιότητα των Ελλήνων εμπόρων, που στα χέρια τους βρίσκεται το συνάλλαγμα» (όπ.π.: 204), σπεύδει να συμπληρώσει ότι οι έμποροι αυτοί «ξέρουν πάντοτε να το ρυθμίζουν, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους» διότι είναι «ενωμένοι μεταξύ τους σιωπηρά » (όπ.π.). Περισσότερο παραστατική αναφορικά με το ζήτημα αυτό είναι η Έκθεση του Μπουίγ, Γάλλου προξένου στην Άρτα, με ημερομηνία 1.4.1750:


«Έχω πολλές φορές υποδείξει την άδικη ζημία που επιφέρουν στη γαλλική ναυσιπλοΐα αυτοί οι Έλληνες πρόξενοι και υποπρόξενοι υπήκοοι του Σουλτάνου, εντόπιοι από τα Γιάννενα και την Άρτα όπου έχουν τα εμπορικά σπίτια τους, τους συγγενείς συνεταίρους και φίλους και όλους τους άλλους που συνδέονται μαζί τους με αίμα και φιλία, κόσμο και κόσμο που δίνει φυσικά με ευχαρίστησι την προτίμησί του στις άλλες σημαίες παρά στη δική μας […] Εδώ όλο το εμπόριο γίνεται από Έλληνας με άλλους Έλληνας εγκατεστημένους στη Μεσσήνη, Νεάπολι, Λιβόρνο, Μάλτα. Αν είχα να παλαίσω με ξένους προξένους, Αυτοκρατορικούς, Άγγλους, Ναπολιτάνους, Ολλανδούς, Ραγουζαίους και άλλους, είμαι βέβαιος ότι η γαλλική σημαία θα είχε πάντα την προτίμησι που της οφείλεται. Τι μπορώ όμως να κάμω εναντίον τόσων και τόσων ανθρώπων που έχουν μαζί τους αυτοί οι Έλληνες πρόξενοι; » (παρατίθεται στο Μάξιμος 1976: 69-70, η έμφαση προστέθηκε από εμένα).


Μέσα από τα δίκτυα μεσολάβησης, μεσιτείας και προαγοράς, που στρέφουν το εμπόριο στα χέρια των Ελλήνων εμπόρων μακρινών αποστάσεων εκτοπίζοντας τους ξένους, μετασχηματίζεται ολόκληρη η ελληνική κοινωνία.

Τα δίκτυα εγχρήματης επικοινωνίας και δοσοληψίας, που καταλήγουν να τροφοδοτούν το εμπόριο μακρινών αποστάσεων και τις συναλλαγές με το εξωτερικό, δεν είναι παρά η εξωτερική όψη της διάλυσης των προκαπιταλιστικών σχέσεων κοινωνικής οργάνωσης –των κλειστών «αυτόνομων» κοινοτικών δομών και της μη εγχρήματης, «φυσικής», οικονομίας– προς όφελος του προβιομηχανικού-εμπορικού καπιταλισμού της εποχής.

Αντίθετα, έτσι, με ορισμένες παραδοσιακές αριστερές προσεγγίσεις που αντιλαμβάνονταν την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού ως «εξάρτηση»,22 το κεφάλαιο δεν είναι «εξωτερικό» προς την κοινωνία, είναι ο κυρίαρχος πόλος της βασικής αντίφασης που πλέον διατρέχει την κοινωνία. Η κυριαρχία του εμπορικού κεφαλαίου έχει μάλιστα ήδη μετασχηματίσει την παραγωγή. Σε συγκεκριμένους κλάδους η τεχνολογική στάθμη και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης πρωτοπορεί διεθνώς. Ο Μπωζούρ γράφει χαρακτηριστικά:


«Από τους Έλληνες δανειστήκαμε την τέχνη του βαψίματος του βαμπακιού σε κόκκινο. Έλληνες βαφείς πήγαν κι εγκαταστάθηκαν κατά τα μέσα αυτού του αιώνα στο Μομπελλιέ κι έβαψαν εκεί το βαμπάκι με τη δική τους μέθοδο. Τις μεθόδους τους αντέγραψαν σε λίγο οι Γάλλοι βαφείς και μ’ αυτόν τον τρόπο η βαφή της Ανατολής διαδόθηκε στις φάμπρικές μας του Λαγκεντόκ και του Μπεάρν, καθώς και της Ρουέν, της Μαιγέν και του Σολλέ» (όπ.π.: 147).


Και αναφορικά με την εταιρεία των Αμπελακίων σημειώνει:


«Ποτέ άλλοτε δεν συγκροτήθηκε εταιρία επάνω σε πιο μελετημένες οικονομικές βάσεις και ποτέ άλλοτε δεν μεσολάβησαν λιγότερα χέρια, για να διεκπεραιώσουν έναν τόσον μεγάλο όγκο υποθέσεων» (όπ.π.: 144).


4. Αντί επιλόγου: Οι Έλληνες γίνονται έμποροι

ή οι (χριστιανοί) έμποροι Έλληνες;


Κλείνοντας αυτό το μάλλον σύντομο άρθρο θέλουμε να επαναφέρουμε ένα ερώτημα που διατυπώσαμε μόνο υπαινικτικά στα προηγούμενα τμήματά του: Με ποιο τρόπο η κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές, κυρίως, περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που μετασχηματίζει τις μορφές «παραδοσιακής» (ασιατικής-κοινοτικής) κοινωνικής συνοχής, διαμορφώνει «νεωτερικές»- εθνικές μορφές κοινωνικής συνοχής (των αναδυόμενων νέων κοινωνικών τάξεων); Με ποιο τρόπο η «εθνική συνείδηση» διαμορφώνεται ως βασική όψη αυτών των νέων μορφών κοινωνικής συνοχής;

Ο Μπωζούρ δεν θέτει, δεν μπορεί να θέσει, το ερώτημα αυτό: Όντας ο ίδιος φορέας των κυρίαρχων ιδεολογιών και πρακτικών της εποχής του, αντιλαμβάνεται την «αρχή της εθνικότητας» ως προαιώνια ανθρώπινη ιδιότητα. Γι’ αυτόν, η ιστορική συνέχεια της Ελλάδας από την Αρχαιότητα μέχρι τους νεότερους χρόνους είναι δεδομένη, στον ίδιο βαθμό που είναι δεδομένη για την επίσημη ελληνική ιστοριογραφία.23

Εντούτοις, η ανάλυση που παρουσιάσαμε στην αμέσως προηγούμενη ενότητα αυτού του άρθρου ενισχύει, νομίζω, την άποψη που διατύπωσε ο Έρικ Χόμμπσμπομ (E.J. Hobsbawm), σύμφωνα με την οποία «το να είναι κανείς Έλληνας δεν αποτελούσε παρά ένα σχεδόν απαραίτητο επαγγελματικό προσόν του εγγράμματου ορθόδοξου χριστιανού των Βαλκανίων» (Hobsbawm 1992: 205-6). «Με αυτή την έννοια, οι μορφωμένες και εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολής, οποιαδήποτε κι αν ήταν η εθνική καταγωγή τους, είχαν εξελληνιστεί ακριβώς εξαιτίας της φύσης των δραστηριοτήτων τους» (όπ.π.: 204).

Το εμπόριο της Ανατολής περιήλθε σε χέρια Ελλήνων, καθώς δεν ήταν οι Έλληνες που γίνονταν έμποροι, αλλά οι έμποροι (τα πολύμορφα και πολυπρόσωπα δίκτυα μεσολάβησης των εγχρήματων συναλλαγών που χαρακτηρίζουν τον εμπορικό καπιταλισμό) που γίνονταν Έλληνες. Ο μετασχηματισμός της κοινωνίας υπό την κυριαρχία της κεφαλαιακής σχέσης «παράγει» μια νέου τύπου ενότητα-πλαίσιο ανταγωνισμού των κοινωνικών τάξεων: το έθνος.24 Το ζήτημα όμως αυτό απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.


Βιβλιογραφία

Βουρνάς Τ. (1974), «Σχεδίασμα της οικονομικής ζωής της Ελλάδας στο μεταίχμιο του 18ου προς το 19ο αιώνα», στο Μπωζούρ Φ. (1974), Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία (1787-1797): 7-30.

Hobsbawm E. J. (1992), Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848, Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Κρεμμυδάς Β. (1980), Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, 1793-1821, Αθήνα: Θεμέλιο.

Μάξιμος Σ. (1973), Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού. Τουρκοκρατία 1685-1789, Αθήνα: Στοχαστής.

Μάξιμος Σ. (1976), Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον ΧVII αιώνα, Αθήνα: Στοχαστής.

Μηλιός Γ. (1992), «Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893-1900)», Θέσεις 38: 93-126 και www.theseis.com.

Μηλιός Γ. (1996), Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις.

Μηλιός Γ. (1997), Τρόποι παραγωγής και μαρξιστική ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός Γ. (2000), Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα: Κριτική.

Μπωζούρ Φ. (1974), Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία (1787-1797), Αθήνα: Τολίδης.

Rubin Ι. Ι. (1994), Ιστορία οικονομικών θεωριών, Αθήνα: Κριτική.

Σβορώνος Ν. (1982), Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, Αθήνα: Θεμέλιο.

Σβορώνος Ν. (1996), Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, Αθήνα: Θεμέλιο.

Smith Α. (2000), Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

1Άλλα έργα του Μπωζούρ είναι: Le Traite de Luneville le Traite d'Amiens , Apercu des Etats-Unis au debut du 19eme siecle , Theorie des gouvernements , Voyage dans l ' empire ottoman (Georges J. Joyaux, 1995, «De Beaujour’s Views of America at the Beginning of the Nineteenth Century»
The Modern Language Journal , 39, 4: 165-173).

2Ο Μπωζούρ ορίζει τον ελλαδικό γεωγραφικό χώρο ως εξής: «Η Ελλάδα έχει τέσσερα μεγάλα πασαλίκια, της Τριπολιτσάς , του Ευρίπου ή Νεγραπόντε , των Ιωαννίνων και της Θεσσαλονίκης » (Μπωζούρ, όπ.π.: 41) και εκτιμά ότι «ο πληθυσμός της Ελλάδας δεν μπορεί να υπολογιστεί πάνω από 1.920.000 ψυχές» (όπ.π.).

3.Γράφει χαρακτηριστικά ο Β. Κρεμμυδάς (Κρεμμυδάς 1980: 27): «Όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, εξαιρετικά χρήσιμες πληροφορίες περιέχονται σε κείμενα, τα οποία ο F. Beaujour συνέταξε και έστειλε στην κυβέρνησή του με την ιδιότητά του ως επιθεωρητή του εμπορίου της Ανατολής».

4.Για μια αναλυτική περιγραφή των μερκαντιλιστικών πολιτικών βλ. Rubin 1994, κεφ. 1: «Η εποχή του εμπορικού κεφαλαίου» και κεφ. 2 «Εμπορικό κεφάλαιο και μερκαντιλιστική πολιτική στην Αγγλία κατά το 16ο και 17ο αιώνα».

5.«Απαγορεύοντας την έξοδο του χρυσού και του αργύρου από τη χώρα […] η πρώιμη μερκαντιλιστική πολιτική προσανατολιζόταν στη βελτίωση του νομισματικού ισοζυγίου της χώρας» (Rubin 1994: 42).

6.Ας μου επιτραπεί εδώ να επισημάνω ότι αυτή η εμμονή της βρετανικής οικονομικής πολιτικής στις αρχές του προστατευτισμού, και μάλιστα στη μορφή του «νομισματικού ισοζυγίου», που είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία της οικονομικής ιστορίας, διαφεύγει συνήθως της προσοχής των Ελλήνων ιστορικών. Π.χ., ο Σεραφείμ Μάξιμος υποστηρίζει αναφορικά με την οικονομική πολιτική της Αγγλίας στα τέλη του 18ου αιώνα: « Η οικονομική πολιτική της […] παρέμεινε ουσιωδώς φιλελεύθερη. Να κυκλοφορούν διαρκώς και περισσότερα εμπορεύματα της αγγλικής βιομηχανίας από εμπόρους Άγγλους και με πλοία αγγλικά, αλλά κι από εμπόρους οποιασδήποτε εθνικότητας και με πλοία οποιασδήποτε σημαίας. Να ωθηθεί ο ανταγωνισμός ως τα άκρα, με όλα τα μέσα που υπήρχαν στη διάθεσι, με τη συμμετοχή των εν γενέσει στοιχείων του γηγενικού καπιταλισμού » (Μάξιμος 1976: 25). Η προβολή στο παρελθόν σχημάτων του σύγχρονου καπιταλισμού, ή έστω του βιομηχανικού καπιταλισμού που επεκράτησε τον 19ο αιώνα, δεν σπανίζει στο έργο αρκετών Ελλήνων ιστορικών. Στη Βρετανία, οι νόμοι που απαγόρευαν την εισαγωγή σιτηρών από το εξωτερικό καταργήθηκαν το 1846, σηματοδοτώντας τότε για πρώτη φορά την επικράτηση των πολιτικών ελεύθερου εμπορίου.

7.Ο Ρούμπιν περιγράφει ως εξής τις απόψεις των ύστερων μερκαντιλιστών: «Αν πρόκειται να προσελκυστεί χρήμα στη χώρα, αυτό δεν θα γίνει λόγω των άκαμπτων ρυθμίσεων του πρώιμου μερκαντιλισμού, αλλά ως αποτέλεσμα μιας ευρείας οικονομικής πολιτικής που είναι προσανατολισμένη στην προώθηση των εξαγωγών, των μεταφορών και των εξαγωγικών βιομηχανιών, ως μέσου βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου. Σαφώς, το εμπορικό ισοζύγιο μπορεί να υποβοηθηθεί είτε με περικοπές στις εισαγωγές εμπορευμάτων, είτε με επέκταση των εξαγωγών» (Rubin 1994: 67).

8.«Οικονομολόγοι» ονομάζονταν την εποχή εκείνη τα μέλη και οι οπαδοί της θεωρητικής ομάδας των Καινέ (Francois Quesnay, 1694-1774) και Τυργκώ (Jacques Turgot, 1727-1781) που αποκλήθηκαν «φυσιοκράτες» από τους μεταγενέστερους οικονομολόγους (βλ. Rubin 1994: 117 κ.ε.).

9Σε άλλο σημείο των Εκθέσεών του, ο Μπωζούρ γράφει: « Η εργασία είναι η πραγματική αξία των πραγμάτων, ενώ το χρήμα είναι μόνο η ονομαστική » (όπ.π.: 236). Πρόκειται για παράφραση της ακόλουθης διάσημης διατύπωσης του Σμιθ: «Η εργασία αποτελεί το πραγματικό μέτρο της ανταλλάξιμης αξίας κάθε εμπορεύματος [...] Η εργασία είναι η πραγματική τους τιμή, το χρήμα είναι μόνο η ονομαστική τους τιμή» (Smith 2000: I.v.4&7).

10.Ο James Steuart (1712-1780), που άσκησε κριτική στις πρώτες διατυπώσεις της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος (βλ. Rubin 1994: 112 κ.ε.), υπήρξε στην πραγματικότητα οπαδός των προστατευτικών μερκαντιλιστικών πολιτικών, όπως και ο Μπωζούρ. Η βασική ιδέα ήταν ότι η οικονομική δραστηριότητα είναι μόνο τότε αποδοτική, όταν κατευθύνεται από ορθές οικονομικές πολιτικές και κανονισμούς: «Η υπεροχή των ιταλικών εργοστασίων απέναντι στα δικά μας προέρχεται αποκλειστικά και μόνο από τη σοφία των κανονισμών που τα κατευθύνουν» (Μπωζούρ, όπ.π.: 211).

11 «Έχουμε τα μέσα να βελτιώσουμε το εμπόριο της Ανατολής. Ας σπεύσουμε να τα χρησιμοποιήσουμε […] [Γ] ια την αποκατάσταση της τάξης, για να επανακτήσουμε την υπεροχή που είχαμε πετύχει, και, μάλιστα, να δώσουμε στο εμπόριό μας νέα ώθηση, πρέπει να επαναφέρουμε σε ισχύ τους παλιούς νόμους μας και να συγκροτήσουμε ένα νομοθετικό σώμα, προσαρμοσμένο στους νέους νόμους μας» (Μπωζούρ, όπ.π.: 274-75).

12 «Οι εισαγωγές από την Ανατολή πρέπει να γίνονται στη Μασσαλία. Έτσι το θέλουν η φύση και η πολιτική» (όπ.π.: 263). «Αν αναγνωριστεί σ’ όλες τις πόλεις να δέχονται εισαγωγές από την Ανατολή, όπως το ζητούν, τότε η ελευθερία αυτή θα οδηγήσει αναγκαστικά σε ένα πλήθος σημείων όπου το εμπόριο διασαλεύεται, χωρίς να μπορεί σε κανένα απ’ αυτά να ρυθμιστεί» (όπ.π.: 264-5).

13Βλ. Μπωζούρ, όπ.π.: 260-61, Σβορώνος 1982: 179 κ.ε.

14Ενδεικτική των αντιφάσεων είναι η ακόλουθη περιγραφή του Μπωζούρ: «Οι έμποροι της Μασσαλίας, με διαψευσμένες τις ελπίδες, διαμαρτύρονταν εναντίον ενός μέτρου, που οι ίδιοι είχαν εκλιπαρήσει για την εφαρμογή του» (όπ.π.: 260).

15Έτσι, κι όταν ισχύουν οι απαγορεύσεις για τους Έλληνες εμπόρους, αυτές καταστρατηγούνται. Σε μια επιστολή του Γάλλου προξένου στην Άρτα με ημερομηνία 21.12.1775, την οποία παραθέτει ο Σ. Μάξιμος (1973: 65) διαβάζουμε: «Το εμπόριο της Γαλλίας θα ήτανε πολύ πιο αξιοσήμαντο, αν οι Έλληνες που συχνάζανε στη Μασσαλία (για εμπορικές υποθέσεις) δεν βρίσκανε ανάμεσα στους καπετανέους και τους εμπόρους μας ανθρώπους, που να τους διευκολύνουν, παραχωρώντας τα ονόματά τους. Οι τελευταίοι αυτοί το κάνουν κατά παράβαση των διαταγών και τους διευκολύνουν έναντι μιας μικρής αμοιβής. […] Εξευτελίζουν τις τιμές των εμπορευμάτων μας που προέρχονται από την Αμερική […] » .

16 «Η Γαλλική Επανάσταση και οι πόλεμοι που ακολούθησαν σημειώνουν έναν άλλο ουσιαστικό σταθμό […] Ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού εμπορίου πέρασε στα χέρια των Ελλήνων. Διατρέχοντας τις προξενικές εκθέσεις της Θεσσαλονίκης, ύστερα από το 1792, βλέπει κανείς πως μέρα με την ημέρα το εμπόριο της Θεσσαλονίκης περνάει στα χέρια των Ελλήνων, που καταλήγουν να είναι οι μόνοι μεγαλέμποροι στη χώρα και να διενεργούν ακόμα και το εμπόριο της Μασσαλίας» (Σβορώνος 1982: 179).

17 «Ο τεχνίτης-υφαντής δεν μπορούσε πλέον να εξαρτάται από τις πωλήσεις της άμεσης κατανάλωσης στην τοπική αγορά, και διέθετε το ύφασμά του σε μεσάζοντες (middlemen), οι οποίοι μετέφεραν μεγάλες αποστολές σε περιοχές όπου υπήρχε ζήτηση. Ο προαγοραστής (byer up: αγοαστής της συνολικής παραγωγής – σ.τ.μ.) κατείχε τώρα μια ενδιάμεση θέση μεταξύ καταναλωτή και παραγωγού, αποκτώντας προοδευτικά μια κυριαρχία πάνω στον τελευταίο. […] Με το πέρασμα του χρόνου, άρχισε να δίνει στο χειροτέχνη μια χρηματική προκαταβολή. Και στο τέλος, προμήθευε τις πρώτες ύλες (νήμα ή μαλλί) με δικά του έξοδα, εκμισθώνοντάς τις στους χειροτέχνες, οι οποίοι εισέπρατταν τότε μια αμοιβή για την εργασία τους. Από τη στιγμή εκείνη, ο ανεξάρτητος τεχνίτης μετατράπηκε σε εξαρτημένο εργάτη χειροτεχνίας, και ο έμπορος σε προαγοραστή-χονδρέμπορο. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο έμπορος καπιταλιστής, […] απέκτησε τον έλεγχο μεγάλων αριθμών εργατών χειροτεχνίας που εργαζόταν ο καθένας στο σπίτι του. […] Η οικοτεχνική βιομηχανία σημείωσε ιδιαίτερα γρήγορη πρόοδο στους παραγωγικούς κλάδους όπως η υφαντουργία, η οποία δούλευε για ειδικές αγορές ή για εξαγωγές σε άλλες χώρες» (Rubin 1994: 35). Για τον προβιομηχανικό-εμπορικό καπιταλισμό βλ. Μηλιός 1997, κεφ. IV, και Μηλιός 1992: 93-126 και www.theseis.com.

18Βλ. Μηλιός 2000, κεφ. 8.

19.Ο Μπωζούρ παρουσιάζει πολλά παραδείγματα Ελλήνων εμπόρων που κυριαρχούν στο εξαγωγικό εμπόριο ή το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων σε συγκεκριμένα προϊόντα. Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα που ακολουθεί: «Τα καλύτερα γουναρικά έρχονται από το εσωτερικό της Ρωσίας. Οι Έλληνες τα αγοράζουν από τις νότιες επαρχίες της αυτοκρατορίας αυτής, από τις αγορές της Ουκρανίας και της Πολωνίας και τα μεταπωλούν, σε συνέχεια, στις αγορές της Σελίμιας και του Οζόντζιοβα, απ’ όπου διοχετεύονται σ’ ολόκληρη τη Ρωσία» (όπ.π.: 221).

20« Διερμηνείς ονομάζονται οι Έλληνες και οι Εβραίοι που αγοράζουν ένα μπαρά ή ένα πιστοποιητικό διερμηνέα, όχι για να ασκήσουν το επάγγελμα του διερμηνέα στους πρεσβευτές και τους προξένους, αλλά για να επωφεληθούν από τα προνόμια που συνάπτονται μ’ αυτό το επάγγελμα. Το μπαρά απαλλάσσει τον Οθωμανό υπήκοο από τη δική του δικαιοδοσία και τον μεταθέτει στη φράγκικη. Το είδος αυτό της προστασίας πουλιέται σα εμπόρευμα και το περίεργο αυτό είδος εμπορίου το κάνουν οι πρεσβευτές και οι πρόξενοι. Τα ακριβώτερα μπαρά είναι της Γαλλίας και της Αγγλίας. είδα να τα πουλούν ως δέκα χιλιάδες γρόσια» (Μπωζούρ, όπ.π.: 283).

21Τη μέθοδο της προαγοράς χρησιμοποιούσαν βεβαίως και οι ξένοι έμποροι, τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα: « Οι Γάλλοι, πριν το 1789, τα αγόραζαν πάντοτε από κοινού. Τον τρόπο αυτόν τον ονόμαζαν συνεταιρισμό […] Το πλεονέκτημα του συνεταιρισμού ήταν ότι στους πωλητές παρουσιαζόταν ένας μόνον αγοραστής και, έτσι, οι τιμές δεν ανέβαιναν λόγω ανταγωνισμού» (Μπωζούρ, όπ.π.: 94). Σε μια επιστολή του προξένου της Σαγιάδας Ντυ Μπροκά, προς εμπόρους της Μασσαλίας, Άρτα 13.07.1705, την οποία παραθέτει ο Σ. Μάξιμος (1973: 50), διαβάζουμε: «Αν επιθυμείτε, κύριοι, μπορείτε να δώσετε διαταγή, μέσω Νεαπόλεως και Μεσσήνης, για προαγορά, να στείλετε δε μαζύ με τα χρήματα και πλοία, για τη φόρτωση».

22Η ελλαδική αστική τάξη « διαμορφώνει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά […]: τον εμπορευματικό διαμετακομιστικό της χαρακτήρα […] την εξάρτησή της τέλος από τα δυτικά οικονομικά κέντρα» (Σβορώνος 1982: 38). «Αυτή η ελληνική αστική τάξη παραμένει ουσιαστικά μεταπρατική» (Σβορώνος 1982: 279). Για μια κριτική των περί «εξάρτησης» και «μεταπρατικότητας» απόψεων βλ. Μηλιός 1996, κεφ. 2 & 3, και Μηλιός 2000, κεφ. 6 & 7).

23 «Οι επαρχίες της Ελλάδας έχασαν, μαζί με την ελευθερία, το όνομά τους και τα σύνορά τους. Τα πάντα, μετά την κατάχτηση, έγιναν συγκεχυμένα» (Μπωζούρ, όπ.π.: 35).

24.Αντίθετα, στις προσεγγίσεις της «εξάρτησης» η «αστική τάξη» εμφανίζεται ως μια κοινωνική ομάδα ή δραστηριότητα «εξωτερική» ως προς την κοινωνία κι όχι ως η αποτύπωση του κυρίαρχου (ή τείνοντος να κυριαρχήσει) χαρακτηριστικού της κοινωνίας. Η αντίληψη πάλι αυτή περί «εξωτερικότητας» της αστικής τάξης αναγκαστικά συνδέεται με τη «διιστορική» σύλληψη του έθνους, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων. Η «Τουρκοκρατία» κατανοείται τότε ως «κατοχή» τεσσάρων αιώνων. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Σβορώνου, ο οποίος αφού αναφέρεται στις κοινωνικές τάξεις και ιδίως στην αστική, « έτσι δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε στην Ελλάδα μια αστική τάξη. μια καινούρια τάξη με ιδιότυπο επίσης χαρακτήρα » , διερωτάται: « Ποια στάση κράτησε καθεμιά απ’ αυτές τις ομάδες απέναντι στο καίριο πρόβλημα που έθετε η κατοχή; » , Σβορώνος 1982: 223.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή