Τράφικινγκ: συζήτηση γύρω από μια έννοια. Η περίπτωση των ανατολικοευρωπαίων γυναικών στην Ιταλία Εκτύπωση
Τεύχος 98, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2007


ΤΡΑΦΙΚΙΝΓΚ1 : ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΝΝΟΙΑ. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ2
της Ρούτβιτσα Αντριάσεβιτς3
μετάφραση Μαρία Ι. Παπαδήμα4

1. Εισαγωγή

«Ας τις ονομάσουμε Όλγα και Nατάσα. Η ιστορία τους μοιάζει με τις ιστορίες πολλών άλλων κοριτσιών από την Ανατολική Ευρώπη που έχουν φτάσει στην Ιταλία τυφλωμένα από την υπόσχεση ότι θα βρουν εργασία, για να εξαναγκαστούν στη συνέχεια να γίνουν πόρνες από έναν μαστροπό, έναν αδίστακτο άνθρωπο. Με το που βγήκαν από το λεωφορείο που τις μετέφερε παράνομα από τη Μολδαβία στην Ιταλία, τις ανέλαβε ο Ρίμι, ένας Αλβανός».5


Το προηγούμενο απόσπασμα, που δημοσιεύτηκε σε ιταλική ημερήσια εφημερίδα, είναι παρόμοιο με πολλές άλλες αναφορές που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια στις ειδήσεις και σε διάφορες άλλες εφημερίδες σχετικά με τη διακίνηση γυναικών από την «ανατολική» προς τη «δυτική» Ευρώπη6 για να απασχοληθούν στη βιομηχανία του σεξ. Πολλοί μελετητές του «τράφικινγκ» έχουν αναλύσει πώς αυτό αναπαρίσταται στα ΜΜΕ και έχουν επισημάνει ότι –όπως ακριβώς στο απόσπασμα– ο όρος τράφικινγκ παρουσιάζεται συνήθως στο πλαίσιο του δυαδικού σχήματος «θύμα-εγκληματίας», απεικονίζοντας τις γυναίκες ως αθώα, νέα και απληροφόρητα θύματα, ενώ τους διακινητές ως άντρες-εγκληματίες που εξαπατούν τις γυναίκες και τις εξαναγκάζουν να μεταναστεύσουν παράνομα και να εκπορνευθούν (Berman 2003, Doezema 1999, Sharma 2003, Stenvoll 2002, Sutdhibhasilp 2002). Με αφετηρία το δυαδικό σχήμα «θύμα-εγκληματίας» το κείμενο αυτό εξετάζει κριτικά τις τρέχουσες αναπαραστάσεις και την κατανόηση αφ’ ενός του «τράφικινγκ» ως οργανωμένου εγκλήματος και αφ’ ετέρου των γυναικών ως θυμάτων εξαναγκασμού και εξαπάτησης. Ως εκ τούτου, η προβληματική μου δεν εστιάζεται στη βία κατά των γυναικών, κατανόηση που προτιμούν πολλές φεμινίστριες, τόσο μελετήτριες όσο και ακτιβίστριες. Αντί γι’ αυτό, εξετάζω το «τράφικινγκ» στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και προτείνω τη μετατόπιση των όρων της σχετικής ανάλυσης από τη βία και το οργανωμένο έγκλημα στη μετανάστευση και την εργασία.7

Ο όρος τράφικινγκ, ο οποίος προσδιορίζεται στο Πρωτόκολλο για το Τράφικινγκ των Ηνωμένων Εθνών ως καταναγκαστική και παραπλανητική μεταφορά προσώπων υπό συνθήκες εκμετάλλευσης που προσομοιάζουν στη δουλεία,8 χρησιμοποιείται συχνά με τρόπους που εξομοιώνουν μια μεγάλη γκάμα διεργασιών. Αυτές έχουν να κάνουν κατ’ αρχάς με τη «στρατολόγηση» γυναικών και τη μεταφορά τους από τη χώρα αναχώρησης στη χώρα προορισμού, καθώς και με τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας μετά από την άφιξη στον προορισμό τους. Αρκετοί μελετητές έχουν υποστηρίξει (Anderson & O’Connell Davidson 2003, Wijers & Lap-Chew 1997) πως ενώ μια γυναίκα, μεταφερόμενη σε ξένη χώρα, μπορεί πράγματι να βρεθεί υπό συνθήκες εργασίας που θυμίζουν δουλεία (βία ή/και απειλή βίας, κατάσχεση νομικών εγγράφων, απαγόρευση ελεύθερης κυκλοφορίας), μπορεί επίσης να εμπλακεί στο τράφικινγκ χωρίς να την έχουν εξαναγκάσει και μπορεί να βρεθεί ή να μη βρεθεί σε συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας. Η ανάλυσή μου διακρίνει αυτές τις διεργασίες, εστιάζοντας σε εκείνη τη φάση του τράφικινγκ που αφορά την εύρεση γυναικών και τη μετακίνησή τους προς τη χώρα προορισμού. Η μεθοδολογική αυτή προσέγγιση συναντά μια σχετικά πρόσφατη σειρά κειμένων για το τράφικινγκ, τα οποία θέτουν υπό αμφισβήτηση τη θεωρούμενη αυτονόητη συσχέτιση μεταξύ τράφικινγκ και οργανωμένου εγκλήματος και προτείνει να διερευνηθούν οι τρόποι με τους οποίους τα συνοριακά και μεταναστευτικά δικαιικά καθεστώτα καθιστούν νομικά, οικονομικά και σωματικά πιο ευάλωτες τις διακινούμενες γυναίκες (Berman 2003, Sharma 2003, Sutdhibhasilp 2002). Η Ιταλία αποτελεί ένα μοναδικό πεδίο έρευνας για το ζήτημα του τράφικινγκ, καθώς συνδυάζει τρία βασικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, είναι μια χώρα με «νέα» μετανάστευση, δηλαδή μόλις τα τελευταία χρόνια μεταράπηκε από χώρα αποδημίας σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Δεύτερον, η Ιταλία θεωρείται από πολλούς τόπος με διαπερατά σύνορα, που επιτρέπει μια σχετικά εύκολη ροή παράνομης μετανάστευσης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Τέλος, η Ιταλία και το Βέλγιο αποτελούν τα μοναδικά κράτη της ΕΕ που περιλαμβάνουν στους μεταναστευτικούς νόμους τους ένα ειδικό άρθρο το οποίο επιτρέπει την κοινωνική προστασία και νομιμοποίηση των θυμάτων του τράφικινγκ.9

Το κείμενό μου βασίζεται στις αφηγήσεις μεταναστριών από ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες που διακινήθηκαν προς την Ιταλία, και με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτει μερικές από τις περίπλοκες διεργασίες που αποτελούν όρους για να υπάρξει τράφικινγκ. Η μελέτη μου βασίζεται σε έρευνα πεδίου που διεξήγαγα στην Μπολόνια10 μεταξύ Οκτωβρίου 1999 και Φεβρουαρίου 2000 με μια ομάδα είκοσι πέντε μεταναστριών που έφτασαν στην Ιταλία μέσω δικτύων τράφικινγκ και εργάστηκαν ως πόρνες στο δρόμο υπό συνθήκες περιορισμού11 διαφορετικών βαθμών και υπό συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης από ένα ή περισσότερα τρίτα πρόσωπα. Οι συμμετέχουσες ήταν ηλικίας δεκαοχτώ έως είκοσι πέντε ετών και προέρχονταν από διάφορες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες ήταν εκτός της διαδικασίας διεύρυνσης της ΕΕ.12 Από αυτή τη μεγαλύτερη ομάδα των είκοσι πέντε επέλεξα δεκαπέντε γυναίκες, με τις οποίες πραγματοποίησα μη δομημένες, σε βάθος, μη προκαθορισμένου τέλους συνεντεύξεις.13 Κατά το χρόνο διεξαγωγής των συνεντεύξεων καμία από τις συμμετέχουσες δεν εργαζόταν πλέον ως πόρνη στο δρόμο. Όλες τις απασχολούσαν ερωτήματα σχετικά με τις νέες συνθήκες ζωής τους, όπως το δίλημμα επαναπατρισμός ή παραμονή στην Ιταλία.

Στο κείμενό μου εξετάζω τις αφηγήσεις αυτών των γυναικών στο φόντο των «λόγων» (discourses)14 και των αναπαραστάσεων που βρίσκουμε στα ΜΜΕ για το τράφικινγκ των γυναικών,15 καθώς και σε επιλεγμένες θρησκευτικές (π.χ. Caritas) και φεμινιστικές πηγές. Τα αποσπάσματα εφημερίδων που χρησιμοποιώ αφορούν την έρευνά μου όχι μόνον εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο απεικονίζουν το τράφικινγκ, αλλά ειδικότερα επειδή αναφέρονται στις ίδιες ακριβώς γυναίκες από τις οποίες πήρα συνέντευξη. Η καθολική οργάνωση Caritas έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη προγραμμάτων ενάντια στο τράφικινγκ στην Ιταλία και διευθύνει αρκετά καταφύγια, όπου μεγάλος αριθμός γυναικών έχει βρει βοήθεια. Όσον αφορά τις Emanuela Moroli και Roberta Sibona, συγγραφείς του βιβλίου Schiave d’occidente: sulle rotte dei mercanti di donne, είναι ηγετικές φυσιογνωμίες της φεμινιστικής οργάνωσης Differenza Donna , που εδρεύει στη Ρώμη . Αξίζει να αναφερθεί ότι το υλικό που έχουν παραγάγει οι προαναφερθείσες θρησκευτικές και φεμινιστικές πηγές έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη και τη χάραξη πολιτικής στην Ιταλία, ενώ έχει κυκλοφορήσει ευρέως σε εθνική κλίμακα. Το καλύτερο παράδειγμα του αντίκτυπου που είχε το βιβλίο Schiave d'occidente στους αναγνώστες του αποτελεί το γεγονός ότι κάποιοι πελάτες προσέγγισαν τις γυναίκες που είχαν δώσει συνέντευξη στις συγγραφείς, επειδή διάβασαν το εν λόγω βιβλίο και τις ταύτισαν με τα πορτρέτα των γυναικών που αναφέρονται σ’ αυτό.

Η ανάλυσή μου φωτίζει διαφορετικές και συχνά παραμελημένες όψεις του τράφικινγκ, εξετάζοντας τις διαδικασίες αναπαράστασης και τον τρόπο με τον οποίο παράγονται και βρίσκουν τη θέση τους τα νοήματα στον δημόσιο «λόγο». Θέτω υπό συζήτηση την επίσημη αναπαράσταση του τράφικινγκ και χαρτογραφώ μερικά από τα κεντρικά στοιχεία που απαρτίζουν την έννοια. Τα στοιχεία αυτά, που εμφανίζονται επανειλλημένως σε διάφορες πηγές και συγκλίνουν με το πολιτικό πρόγραμμα της ΕΕ, ενισχύουν την προσέγγιση αφ’ ενός του τράφικινγκ με όρους οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας και αφ’ ετέρου των γυναικών με όρους εξαπάτησης θυμάτων που έχουν εξαναγκαστεί να μεταναστεύσουν παράνομα και να εκπορνευτούν. Θα εξετάσω προσεκτικά τις αφηγήσεις των γυναικών για το πέρασμα των συνόρων και την είσοδό τους σε κυκλώματα τράφικινγκ, αφηγήσεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ευρέως αποδεκτή έννοια της θυματοποίησης. Έτσι, ξεκινώ με την εξέταση ερωτημάτων που έχουν σχέση με τη μετακίνηση των γυναικών, καθώς και με τη «στρατολόγησή» τους. Με αυτό τον τρόπο η έρευνά μου φέρνει στο προσκήνιο τους τρόπους με τους οποίους τα σύνορα παράγουν τις συνθήκες ύπαρξης και εξάπλωσης του τράφικινγκ. Όπως άλλωστε θα υποστηρίξω, ο αντίκτυπος που έχουν στη ζωή των μεταναστών οι ρυθμίσεις για τη βίζα και τα σύνορα αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο που οφείλουμε να εξετάζουμε στην ανάλυση των αφηγήσεων για τη μετανάστευση, τις οποίες μας δίνουν οι γυναίκες που έχουν διακινηθεί. Τέλος, πραγματεύομαι την ποινικοποίηση της ακανόνιστης μετανάστευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις αφηγήσεις των γυναικών για τις δικές τους εμπειρίες από τις διαδικασίες μετανάστευσης στο πλαίσιο του ιταλικού νομικού μηχανισμού. Υποστηρίζω πως η προνομιακή αντιμετώπιση της αφήγησης της θυματοποίησης όσον αφορά το τράφικινγκ αποκλείει τη δυνατότητα να εντοπιστούν τα κίνητρα που οδήγησαν τις γυναίκες με τις οποίες μίλησα στο μεταναστευτικό τους πρόγραμμα, περιορίζοντας σοβαρά την κατανόηση του τράφικινγκ ως μεταναστευτικού συστήματος.


2. Καθιστώντας έμφυλα16 τα σύνορα της διευρυμένης Ευρώπης

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας διάφορες εφημερίδες σε όλη τη δυτική Ευρώπη παρουσιάζουν όλο και συχνότερα τη μετανάστευση με όρους έκτακτης ανάγκης και εισβολής, προωθώντας με αυτό τον τρόπο την ιδέα ότι πρόκειται για κρίση που πρέπει να περιοριστεί (Dal Lago 1999). Όπως ακριβώς και για τις άλλες μορφές ακανόνιστης μετανάστευσης, τα ΜΜΕ τείνουν να δίνουν και όσον αφορά το τράφικινγκ έμφαση στον μαζικό του χαρακτήρα. Μια τέτοια αναπαράσταση βρίσκουμε στο απόσπασμα εφημερίδας για την Όλγα και τη Nατάσα, που παρέθεσα στην εισαγωγή. Εκτός απ’ το γεγονός ότι η ιστορία των δύο γυναικών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα εξαπάτησης με σκοπό να οδηγηθούν στην παράνομη μετανάστευση και την πορνεία, το χρονικό τους παρατίθεται δίπλα σε πλήθος άλλες παρόμοιες ιστορίες. Με τον τρόπο αυτό υπονοείται η ύπαρξη μιας τεράστιας σε έκταση αλυσίδας τράφικινγκ από την ανατολική προς τη δυτική Ευρώπη. Το μοτίβο της συλλογικής εξαπάτησης και διασποράς μπορεί επίσης να εντοπιστεί σε ποικίλες άλλες πηγές, παραδείγματος χάριν σε ένα εκπαιδευτικό φυλλάδιο για μαθητές γυμνασίου που εκδίδεται από κοινού από τους δήμους της πόλης Μπρέσια στη βόρεια Ιταλία και από την τοπική ομάδα Caritas: «Πολλές νέες γυναίκες που ζουν σε επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης και που επιθυμούν την ελευθερία, γοητεύονται από ψεύτικες υποσχέσεις κοινωνικού και οικονομικού κέρδους, και δέχονται την προσφορά να έρθουν να εργαστούν στη Δύση [...]. Οι αριθμοί μιλάνε για εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως ακόμα και ένα εκατομμύριο νέες γυναίκες που έχουν διασπαρεί στους δρόμους όλης της Ευρώπης» (City of Brescia, Centro Caritas Darfo And Coordinamento Imp-Sex Brescia 2000: 4).

Αυτές οι αναφορές στη μαζικότητα του τράφικινγκ και η έμφαση στην παραπλανητική και καταναγκαστική φύση της συμφωνίας μεταξύ μεταναστριών και τρίτων προσώπων δεν εντοπίζονται αποκλειστικά στον Τύπο και σε θρησκευτικές πηγές. Το μοτίβο «των κυμάτων» διακινούμενων γυναικών καθώς και το μοτίβο των διακινούμενων γυναικών ως θυμάτων υιοθετείται και από αρκετές θεωρητικούς του φεμινισμού. Ενώ οι Khalid Koser και Helma Lutz (1998: 3) τονίζουν την έλλειψη αξιόπιστων στοιχείων όσον αφορά τις μετανάστριες που διακινούνται παράνομα με σκοπό την πορνεία, άλλοι μελετητές (Caldwell, Galster, Kanics & Steinzor 1999, Lazaridis 2001:70) στηρίζονται σε αμφισβητήσιμα στατιστικά δεδομένα, προερχόμενα από κυβερνητικούς και μη κυβερνητικούς οργανισμούς, όπου οι αριθμοί έχουν μεταξύ τους μια απόκλιση εκαντοντάδων χιλιάδων.17 Η ασάφεια και το διφορούμενο αυτών των στοιχείων τροφοδοτεί περιγραφές του τράφικινγκ από την ανατολική Ευρώπη, οι οποίες γίνονται με όρους «εκρηκτικής αύξησης» (Molina & Janssen 1998: 16) που έχει πάρει πλέον «διαστάσεις επιδημίας» (Η.Ε στο Pickup, 1998: 44). Τέτοιες κινδυνολογικές απεικονίσεις του φαινομένου όχι μόνο διογκώνουν τις στατιστικές δημιουργώντας μια εικόνα εισβολής, αλλά, όπως θα υποστηρίξω στη συνέχεια, αναπτύσσουν μια ιδιαίτερα έμφυλη εικόνα τους, που αποσιωπά τη σχέση μεταξύ της ακανόνιστης μετανάστευσης και της νομικής-υλικής δημιουργίας συνόρων σε σχέση με το τράφικινγκ.

Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ΕΕ συσχετίζουν κι αυτές το τράφικινγκ με την «παράνομη» μετανάστευση από τρίτες χώρες, καθώς και με το οργανωμένο έγκλημα, εξ ου και αντιμετωπίζουν τη φερόμενη μαζικότητα του τράφικινγκ με ολοένα σκληρότερους μεταναστευτικούς νόμους (Wijers & Doorninck 2002). Από αυτή την άποψη η εφαρμογή του σχεδίου προστασίας συνόρων έχει αναδειχθεί σε μέτρο κομβικής σημασίας: «Η καλύτερη διαχείριση του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ θα βοηθήσει στον αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία, την παράνομη μετανάστευση και το τράφικινγκ προσώπων» (Presidency Conclusions Leaken European Council, No. 42). Ο εκτεινόμενος συνοριακός έλεγχος, ιδιαίτερα των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, παρουσιάζεται ως αποζημίωση για την κατάργηση των εσωτερικών συνόρων μεταξύ κρατών-μελών του Σένγκεν καθώς και για το σχηματισμό περιοχής ελεύθερης κυκλοφορίας για τους πολίτες της ΕΕ (Turnbull 1999).18 Η κατάργηση (lifting) των εσωτερικών συνόρων της ΕΕ σήμανε την ταυτόχρονη μετατόπιση του ελέγχου προς τα εξωτερικά σύνορά της και τη δημιουργία αυτού που αποκαλείται «Ευρώπη-φρούριο». Οι πολιτικές και οι πρακτικές της ΕΕ στα μεταναστευτικά θέματα έχουν δημιουργήσει, σύμφωνα με τον Etienne Balibar, ένα «διπλό καθεστώς κυκλοφορίας ανθρώπων» (Balibar στο Simoncini 2000: 32). Αυτού του είδους οι πολιτικές διευκολύνουν και ενθαρρύνουν την εργασιακή κινητικότητα των πολιτών της ΕΕ περιορίζοντας την ίδια στιγμή την κινητικότητα των πολιτών «τρίτων χωρών». Η διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ, ειδικά όσον αφορά τον συνοριακό έλεγχο και τους περιορισμούς στην παροχή βίζας, έχει μετατρέψει αυτό το διπλό καθεστώς σε πολλαπλά καθεστώτα διαφοροποιημένων βαθμών κινητικότητας μεταξύ των κρατών της ΕΕ, των υποψήφιων για ένταξη κρατών και των μη υποψήφιων κρατών. Τα υποψήφια να ενταχθούν στην ΕΕ κράτη είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν συνοριακούς κανονισμούς και διαδικασίες έκδοσης βίζας τύπου Σένγκεν στις σχέσεις τους με μη υποψήφια κράτη. Ως εκ τούτου, η Τσεχία περιέλαβε την Ουκρανία, τη Ρωσία και τη Λευκορωσία στις προτάσεις της για νέες πολιτικές βίζας (Bort 2000: 6). Άλλα μέτρα, όπως ο κανόνας «ασφαλών τρίτων χωρών», έχουν περιορίσει περαιτέρω την κινητικότητα των μεταναστών (Dietrich 2000: 123). Παραδείγματος χάριν, κάποιες «ασφαλείς τρίτες χώρες», όπως η Πολωνία, εισήγαγαν κανονισμούς παροχής ασύλου ακολουθώντας τη γραμμή της ΕΕ, οι οποίοι δίνουν τη δυνατότητα στις πολωνικές αρχές να απελαύνουν απ’ το πολωνικό έδαφος τους μη καταγεγραμμένους μετανάστες, προωθώντας τους σε στρατόπεδα κράτησης στην Ουκρανία και τη Λευκορωσία (FFM 1998: 6).19 Αυτές οι διαδικασίες μετατόπισαν την ευθύνη για την προστασία των συνόρων και την παρεμπόδιση της παράνομης μετανάστευσης από την ΕΕ στα υποψήφια κράτη, μετατρέποντάς τα σε ένα είδος «ανασχετικής ζώνης» ή σε νέους «φύλακες» των πυλών της ΕΕ (Andreas 2000).

Παρά το γεγονός ότι κάποιοι μελετητές υποβαθμίζουν τη σημασία των συνόρων, υποστηρίζοντας ότι αυτά δεν αποτελούν αδιαπέραστα εμπόδια ούτε μπορούν ποτέ να ελέγχονται πλήρως (Bigo 2003, Andreas & Snyder 2000), υπάρχουν άλλοι που μιλούν για «πόλεμο» όταν αναφέρονται στη σύγκρουση η οποία πραγματοποιείται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης και στο κόστος σε ανθρώπινες ζωές20 που αυτή συνεπάγεται (Mezzadra και Rigo 2003). Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, οι μελετητές συμφωνούν στην εκτίμηση ότι η ιδέα των πλήρως αστυνομευμένων συνόρων, στη μορφή που παρουσιάζεται από τα κυρίαρχα κράτη, αποτελεί «μύθο» (Anderson 2000: 25) και «ψευδαίσθηση ελέγχου» (Bigo 2003). Παρ’ όλ’ αυτά, τα σύνορα και ο συνοριακός έλεγχος φαίνεται ότι επιτελούν μια σημαντική ψυχολογική λειτουργία στις δυτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες, παρέχοντας αίσθημα ασφάλειας και ενισχύοντας την αίσθηση του ανήκειν στην πολιτική κοινότητα (Bigo 2003, Snyder 2000). Επιπλέον, τα σύνορα δεν είναι απλώς στατικές διαχωριστικές γραμμές: οι συνέπειές τους δεν περιορίζονται στη διαμόρφωση ενός εξωτερικού χώρου καθιερώνοντας νέους διαχωρισμούς. Διαμορφώνουν και το εσωτερικό της ΕΕ, υπό τη μορφή θεσμικών πρακτικών και «λόγων» που κατονομάζουν κάποια έθνη και κάποιους ανθρώπους ως «ανήκοντες» και κάποιους άλλους ως «μη ανήκοντες». Επομένως ο συμβολικός ρόλος των συνόρων συνδέεται στενά με τον νομικό-υλικό σχηματισμό τους και τη λειτουργία τους, όπως παραδείγματος χάριν η λειτουργία του συνόρου ως «φίλτρου» που διαχωρίζει τα «ανεπιθύμητα» από τα «επιθυμητά» μεταναστευτικά κύματα (Andreas 2000: 4). Μέσα στην οικονομία του λόγου για την παράνομη μετανάστευση τα σύνορα αποτελούν τον τόπο του εγκλήματος. Είναι ένας τόπος όπου ο νόμος παραβιάζεται και όπου η καθεστηκυία τάξη καταπατάται από εκείνους που προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα χωρίς έγγραφα και χωρίς να ελεγχθούν. Στον Τύπο το πέρασμα των συνόρων αποδίδεται μέσω εικόνων που είναι εξαιρετικά έμφυλες. Η επικρατούσα απουσία γυναικών από τις φωτογραφικές αναπαραστάσεις της διέλευσης συνόρων συνοδεύεται από μια αφήγηση, σύμφωνα με την οποία οι μετανάστριες παρουσιάζονται όχι ως πρωταγωνίστριες αλλά μάλλον ως χαρακτήρες με ελάχιστη ή καμία δυνατότητα δράσης. Ενώ οι μετανάστες απεικονίζονται ως κεντρικά πρόσωπα και ενεργοί χαρακτήρες στο πέρασμα των συνόρων, οι μετανάστριες τείνουν να χάνονται απ’ την εικόνα και να ξαναγίνονται ορατές ως πρόσφυγες πολέμου ή/και ως θύματα του τράφικινγκ (Andrijasevic 2003).

Φεμινίστριες που μελετούν τη μετανάστευση σε σχέση με το κοινωνικό φύλο έχουν πολύ σωστά αμφισβητήσει την επικρατούσα θεωρία για τη μετανάστευση που βασίζεται στην ιδέα της μεταναστεύουσας οικογένειας, στην οποία ο άνδρας φέρεται ως ενεργός δράστης, παρακινούμενος από οικονομικά κίνητρα, και η γυναίκα ως εξαρτημένη από τον άνδρα, είτε οικονομικά είτε σε σχέση με την οργάνωση του μεταναστευτικού προγράμματος. Έτσι, αντιπαρατιθέμενες στο προαναφερθέν φαντασιακό σχήμα, δίνουν έμφαση στο ρόλο των γυναικών ως ενεργών δραστών στη διεθνή μετανάστευση (Anthias & Lazaridis 2000, Kofman 1999, Morokvasic 1991). Παρά ταύτα, όταν πρόκειται για το τράφικινγκ, αρκετές φεμινίστριες υποβαθμίζουν την πολυπλοκότητα και την πραγματική εικόνα της κατάστασης με το να συνδέουν χωρίς δεύτερη σκέψη το τράφικινγκ με την παράνομη μετανάστευση, διαιωνίζοντας ως εκ τούτου την αφήγηση της θυματοποίησης. Παραδείγματος χάριν, η Άννι Φιζάκλια (Annie Phizacklea) γράφει ότι οι «διακινούμενες γυναίκες συχνά ωθούνται στην παράνομη μετανάστευση έχοντας πέσει θύματα εξαπάτησης και εξαναγκασμού» (1998: 31), (Phizacklea 1996, Kofman et al. 2000). Εξάλλου, η Μαρίνα Όρσινι-Τζόουνς (Marina Orsini-Jones) και η Φραντσέσκα Γκάτουλο (Francesca Gattullo), οι οποίες έχουν μελετήσει ειδικά το ζήτημα της μετανάστευσης και του παράνομου τράφικινγκ προς την Ιταλία και την Μπολόνια, λένε ότι οι μετανάστριες αποτελούν τμήμα «του πολύ λυπηρού» δουλεμπορίου που «ανθίζει σε ολόκληρη την Ευρώπη » (Orsini-Jones & Gattullo 2000: 128). Ο τρόπος με τον οποίο οι εν λόγω φεμινίστριες παρουσιάζουν τις γυναίκες που συμμετέχουν στα δίκτυα τράφικινγκ είναι μακριά από το να τις βλέπουν ως ενεργούς δράστες ή ακόμα και από το να εξετάζουν το βαθμό δυνατότητας για δράση. Με τη διατήρηση ορισμένων πλευρών του κυρίαρχου «λόγου» για το τράφικινγκ και με την απεικόνιση, χωρίς δεύτερη σκέψη, του τράφικινγκ είτε ως παράνομης μετανάστευσης είτε ως οργανωμένου εγκλήματος, οι φεμινίστριες αυτές δεν βλέπουν την πολλαπλότητα κινήτρων και τρόπων εισόδου των γυναικών στα δίκτυα τράφικινγκ. Εντούτοις, όταν θέτουμε συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με την εμπειρία της μετανάστευσης, μια διαφορετική εικόνα αναδύεται. Πώς και μαζί με ποιους διέσχισαν οι γυναίκες τα σύνορα και έφθασαν στον προορισμό τους; Διέθεταν διαβατήρια και βίζα ή ταξίδευαν χωρίς καθόλου έγγραφα; Αν είχαν βίζα, πώς την απέκτησαν και για πόσο καιρό ίσχυε; Με το να μη θέτουν τέτοιου είδους ερωτήματα, οι φεμινίστριες που γράφουν για τη μετανάστευση δεν καταφέρνουν να διερευνήσουν τους τρόπους με τους οποίους τα συνοριακά νομικά καθεστώτα καθώς και τα καθεστώτα βίζας της ΕΕ έχουν επιπτώσεις στη ζωή των γυναικών.


3. Παρανομία και νομιμότητα, σύνορα και τράφικινγκ

Στις αφηγήσεις των συμμετεχουσών στην έρευνά μου η κατοχή ή μη βίζας συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες διέσχισαν τα σύνορα και με το χρόνο που τους χρειάστηκε για να περάσουν. Η διαφορά ανάμεσα στη διέλευση συνόρων με τα κατάλληλα έγγραφα ή χωρίς αυτά είναι κυρίως εμφανής στις αφηγήσεις εκείνων των γυναικών που έφτασαν στην Ιταλία δύο φορές μέσω των δικτύων τράφικινγκ: την πρώτη φορά περπατώντας και χωρίς βίζα ενώ τη δεύτερη φορά με λεωφορείο, έχοντας τουριστική βίζα αγορασμένη από κάποιο ταξιδιωτικό πρακτορείο. Στις περιπτώσεις που οι συμμετέχουσες στην έρευνά μου είχαν διασχίσει τα σύνορα χωρίς έγγραφα, περπατώντας ή ταξιδεύοντας με φορτηγό ή πλοιάριο, το ταξίδι αυτό καθ’ εαυτό αποτέλεσε κεντρικό κομμάτι της μεταναστευτικής αφήγησής τους, με λεπτομερείς περιγραφές σχετικών προσώπων και πραγμάτων. Στην αφήγησή της η Οκσάνα αναφέρθηκε στον αριθμό των ανθρώπων που ταξίδευαν μαζί της, στα ονόματά τους, στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν καθώς διέσχιζαν τα σλοβενοϊταλικά σύνορα, στη βλάστηση, ακόμα και στην κατάσταση του εδάφους όπου περπάτησαν. Όταν οι ίδιες γυναίκες επέστρεψαν στην Ιταλία για δεύτερη φορά, έχοντας πλέον έγκυρη βίζα, ταξίδεψαν με αεροπλάνο ή λεωφορείο και διέσχισαν τα διεθνή σύνορα γρήγορα και ομαλά. Οι περιγραφές αυτών των «νόμιμων» ταξιδιών, σε πλήρη αντίθεση με τις προηγούμενες περιγραφές, περιείχαν ελάχιστες λεπτομέρειες για το ταξίδι αυτό καθ’ εαυτό. Η διαφορά μεταξύ των περιγραφών των ταξιδιού χωρίς έγγραφα και αυτού με έγγραφα μπορεί να αποδοθεί στο βαθμό κινδύνου ή ρίσκου που οι γυναίκες αυτές αντιμετώπισαν κατά τη διάρκεια της πρώτης τους εμπειρίας. Ο φόβος της σύλληψης από τη συνοριακή αστυνομία, ο φόβος σεξουαλικής κακοποίησης από αυτούς που τις διακίνησαν, ο φόβος μιας πιθανής ασθένειας κατά τη διάρκεια του παρατεταμένου ταξιδιού, το γεγονός ότι είχαν ελάχιστο ή καθόλου έλεγχο των συνθηκών του ταξιδιού καθώς και το ότι εξαιτίας όλων αυτών εξαρτώνταν από τους διακινητές – όλ’ αυτά οδήγησαν σε μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία, της οποίας οι λεπτομέρειες χαράχθηκαν στη μνήμη τους.21

Σε αντίθεση με την ιδέα ότι οι γυναίκες πάντα εξαναγκάζονται ή υποχρεούνται από διακινητές να μεταναστεύσουν παράνομα, μερικές συμμετέχουσες μου μίλησαν για το πώς το ταξίδι τους προς την Ιταλία δεν θα μπορούσε να καταστεί δυνατό παρά μόνο με τη βοήθεια αυτών των ανθρώπων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκουμε στα λόγια της Λουντμίλα, η οποία απευθύνθηκε σε ένα πρακτορείο για να αγοράσει βίζα και να οργανώσει το ταξίδι της στην Ιταλία. Όμως, λόγω της αστάθειας που υπήρχε στην περιοχή εξαιτίας του βομβαρδισμού της Σερβίας από το ΝΑΤΟ, το μολδαβικό πρακτορείο δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει αυτή την εργασία ρουτίνας.22 Αφού περίμενε επί μήνες να βελτιωθεί η κατάσταση, η Λουντμίλα αποφάσισε τελικά να έρθει σε επαφή με έναν διακινητή που της είπε πως θα τη φέρει στην Ιταλία σε τέσσερις ημέρες υπό την προϋπόθεση ότι εκεί θα εργαστεί ως πόρνη. Για μερικές από τις γυναίκες με τις οποίες μίλησα το ταξίδι για Ιταλία διήρκεσε περισσότερο επειδή η συνοριακή αστυνομία σταμάτησε την ομάδα με την οποία ταξίδευαν. Για την Κατερίνα, το αποτυχημένο πέρασμα οδήγησε στην απέλασή της από την Αυστρία. Για τη Λαρίσα, που επίσης συνελήφθη από τη συνοριακή αστυνομία, η σύλληψη σήμανε την απαγόρευση εισόδου στην Ουγγαρία. Μερικές εβδομάδες αργότερα, κάθε μία από τις εν λόγω γυναίκες ξεκίνησε μια καινούργια προσπάθεια για διέλευση των συνόρων, ακολουθώντας αυτή τη φορά μια διαφορετική πορεία. Η Λαρίσα έφθασε στην Ιταλία από την Αλβανία με πλοιάριο, ενώ η Κατερίνα διέσχισε τα σλοβενοϊταλικά σύνορα με τα πόδια. Η Κατερίνα σχολιάζει το δεύτερο ταξίδι της: «Φοβόμουν ότι θα με πιάσουν και θα με στείλουν πίσω στην πατρίδα μου. Κι αν η συνοριακή αστυνομία με έπιανε, θα αναγκαζόμουν να ξανακάνω το ίδιο ταξίδι απ’ την αρχή» . Πολλές αφηγήσεις περιλαμβάνουν σχόλια που φανερώνουν ότι οι γυναίκες καταλάβαιναν καλά την ανάγκη να διασχίσουν τα σύνορα κρυφά. Η Κατερίνα συνεχίζει: «Μερικά κορίτσια ταξιδεύουν κρυμμένα στο πίσω μέρος ενός φορτηγού. Παίρνουν υπνωτικά χάπια ώστε να μπορούν να είναι ακίνητες και να μην τρώνε καθόλου. Παίρνουν υπνωτικά χάπια και κοιμούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού» .

Ωστόσο, αυτό που κανόνισαν οι γυναίκες με κάποια τρίτα πρόσωπα ώστε να φθάσουν στην Ιταλία τις εξέθεσε σε κίνδυνο σεξουαλικής/σωματικής κακοποίησης από αυτούς τους τρίτους ή σε κίνδυνο κράτησης και ανάκρισης από τη συνοριακή αστυνομία, εάν συλλαμβάνονταν κατά τη διάρκεια της διέλευσης των συνόρων. Το ότι είχαν ελάχιστο ή καθόλου έλεγχο των συνθηκών του ταξιδιού σήμαινε πως τα συμφέροντα των τρίτων αυτών προσώπων καθόρισαν την πορεία που θα ακολουθούσαν οι γυναίκες, καθώς και τη διάρκεια του ταξιδιού (Koslowski 2001). Ο πολλαπλασιασμός των συνοριακών ελέγχων και η εισαγωγή νέων ρυθμίσεων για την κατοχή βίζας αύξησε επίσης τις δαπάνες του ταξιδιού.23 Για τις γυναίκες, π.χ., που ταξίδευαν από τη Μολδαβία ή την Ουκρανία χωρίς έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα, αυτό σήμαινε νέες δαπάνες για κάθε διέλευση των συνόρων που είχε οργανωθεί από τρίτα πρόσωπα από τη χώρα προέλευσης μέχρι την Ιταλία διαμέσου των Βαλκανίων.24 Κάποιες φορές, η αποπληρωμή των εξόδων ενός προηγούμενου τμήματος του ταξιδιού και η οργάνωση του επόμενου τμήματος σήμαινε ότι εμπλέκονταν περισσότεροι του ενός πράκτορες στο θέμα της πληρωμής. Με άλλα λόγια, κάθε τμήμα του ταξιδιού αποκτούσε μια χρηματική αξία που οι γυναίκες με τις οποίες μίλησα, μην έχοντας τα οικονομικά μέσα για να πληρώσουν, έπρεπε να ξεπληρώσουν με σεξουαλική εργασία σε διάφορους σταθμούς κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Επομένως, η έρευνά μου δείχνει ότι οι αυστηρότεροι μεταναστευτικοί έλεγχοι που υιοθετήθηκαν για να μειώσουν το τράφικινγκ αυξάνουν τελικά το κόστος της όλης «επιχείρησης» (Salt & Stein 1997), εκτινάσσουν την αξία των μεταναστών ως «εμπορευμάτων εργασίας» (Kyle & Dale 2001) και τελικά εξυπηρετούν τα οικονομικά συμφέροντα τρίτων προσώπων. Κατ’ επέκταση, αυξάνεται ο βαθμός ελέγχου που αυτά τα τρίτα πρόσωπα μπορούν ν’ ασκήσουν στους μετανάστες, τόσο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όσο και κατά την άφιξη στη χώρα προορισμού (Anderson & O’Connell Davidson 2003).25 Παραδόξως, λοιπόν, ο αυξημένος έλεγχος της μεταναστευτικής κινητικότητας πιθανότατα δεν συγκρατεί το διεθνές έγκλημα, αλλά μάλλον αυξάνει τη συμμετοχή σε αυτό, εξαιτίας του υψηλότερου κέρδους από δραστηριότητες τράφικινγκ (Finckenauer 2001, Koslowski 2001: 351).26

Όλες οι γυναίκες δεν έφτασαν στην Ιταλία χωρίς έγγραφα. Οι διακινητές είχαν προμηθεύσει κάποιες με τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα. Όταν η Σνεζάνα συνειδητοποίησε ότι θα αναγκαζόταν να διασχίσει τα σύνορα με τα πόδια, καθώς τα τρίτα πρόσωπα δεν ήταν πρόθυμα να ξοδέψουν χρήματα για να της αγοράσουν βίζα, αρνήθηκε να φύγει μέχρις ότου διαπραγματεύτηκε με επιτυχία την απόκτηση βίζας και το ταξίδι με λεωφορείο για Ιταλία. Μια άλλη συμμετέχουσα στην έρευνα, η Τατιάνα, πέταξε από Μόσχα για Ρώμη έχοντας μια δεκαπενθήμερη τουριστική βίζα την οποία είχαν αγοράσει για λογαριασμό της δύο Ρωσίδες που εργάζονταν ως πόρνες στην Ιταλία. Η Οκσάνα και η Ιωάννα (η Όλγα και η Nατάσα από το απόσπασμα της εφημερίδας που παρατέθηκε στην εισαγωγή) έφθασαν στην Ιταλία σε δύο μέρες ταξιδεύοντας με λεωφορείο. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της εφημερίδας, δεν έφτασαν χωρίς έγγραφα. Είχαν αγοράσει βίζα για μικρό διάστημα από ένα πρακτορείο, με λεφτά δανεισμένα από τρίτους. Τα χρήματα αυτά κάλυψαν το κόστος της βίζας, το ταξίδι από την Ουκρανία στην Πολωνία, τη διαμονή για ένα βράδυ σε ξενοδοχείο της Βαρσοβίας και ένα εισητήριο λεωφορείου για την Μπολόνια. Ακόμη κι αν είναι αρκετά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ταξιδέψει κανείς χωρίς έγγραφα με μια κανονική διεθνή γραμμή λεωφορείων στην Ευρώπη, ο τρόπος με τον οποίο περιγράφηκε η περίπτωση των δύο γυναικών στα ΜΜΕ τις έκανε να φαίνονται «παράνομες». Αυτή η σύγχυση του τράφικινγκ με τη μετανάστευση χωρίς έγγραφα τροφοδοτεί και ενισχύει την αναπαράσταση του τράφικινγκ ως μορφής παράνομης μετανάστευσης. Στηρίζεται σε μια υπεραπλουστευμένη διάκριση μεταξύ «παράνομης» και «νόμιμης» μετανάστευσης. Όπως δείχνει η δική μου έρευνα, ορισμένες συμμετέχουσες εισήλθαν στην Ιταλία με έγκυρη βίζα αλλά αργότερα έγιναν «μετανάστριες χωρίς έγγραφα», όταν παρέμειναν στη χώρα πέρα απ’ το χρονικό όριο που όριζε η βίζα τους.

Ως εκ τούτου λοιπόν, το τράφικινγκ μπορεί να έχει νόμιμες πλευρές, όπως λόγου χάριν βίζες που αποκτώνται νόμιμα, ενώ νόμιμες μεταναστευτικές διαδικασίες μπορεί να έχουν και κάποιες παράνομες πλευρές, όπως η απαίτηση των πρακτορείων να τους καταβληθούν υψηλές αμοιβές ή ακόμη το αίτημα προξενικών αρχών για παράνομες πληρωμές. Τα συμπεράσματα της έρευνάς μου συμπίπτουν με τη δουλειά άλλων ερευνητών που υποστηρίζουν ότι ένας ευδιάκριτος διαχωρισμός νόμιμης και «παράνομης» μετανάστευσης σε σχέση με το τράφικινγκ δεν είναι εφαρμόσιμος (Anderson & O'Connell Davidson 2003, Maluccelli 2001, McDonald et al. 2000, Sharma 2003). Μια τέτοια οπτική υπογραμμίζει ότι το μοντέλο του τράφικινγκ ως μορφής παράνομης μετανάστευσης, σε αντιδιαστολή με τους νόμιμα εγκεκριμένους τρόπους μετανάστευσης, είναι εξαιρετικά προβληματικό. Η επιπόλαια ένταξη του τράφικινγκ στην κατηγορία της «παράνομης» μετανάστευσης επισκιάζει το γεγονός ότι οι όλο και αυστηρότεροι μεταναστευτικοί νόμοι έχουν μειώσει τις δυνατότητες νόμιμης μετανάστευσης και ότι στις μέρες μας η παρανομία έχει καταλήξει να είναι ένα δομικό στοιχείο των μεταναστευτικών κυμάτων (Mezzadra 2001: 78).


4. Εξαπάτηση και μεταναστευτικά προγράμματα27


Εκτός από την αναφορά στην απαγωγή, το απόσπασμα της εφημερίδας που εξετάστηκε μας δίνει ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με τους πολλούς διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γυναίκες και διακινητές έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Κάποια άλλα παραδείγματα δείχνουν ότι οι γυναίκες ανταποκρίνονται σε αγγελίες πρακτορείων που βρίσκουν σε εφημερίδες για εργασία στο εξωτερικό. Εντούτοις, αν κανείς εξετάσει τη ζωή των γυναικών με τις οποίες μίλησα, αποκαλύπεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα όσον αφορά τα συστήματα τράφικινγκ. Στις αφηγήσεις των γυναικών τα τρίτα άτομα που συμμετείχαν στην οργάνωση του ταξιδιού προς στην Ιταλία ήταν πολλά και είχαν διαφορετικές μεταξύ τους αρμοδιότητες. Οι γυναίκες δεν αναφέρονται στην αρχική επαφή με ανθρώπους ή με πρακτορεία εργασίας ως μια εμπειρία κακοποίησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αφελείς όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα αυτών των τρίτων ανθρώπων. Από την άλλη, οι γυναίκες με τις οποίες μίλησα δεν φαίνεται να υποτιμούν τη σημασία της συμμετοχής των τρίτων προσώπων και συχνά στις συνεντεύξεις αναφέρονται σε αυτούς με τον τρόπο που βλέπουμε στην αφήγηση της Οκσάνα: «Βοηθούν τα κορίτσια να βρουν δουλειά σε μια ξένη χώρα ». Κάποια τμήματα του δικτύου, μέσω του οποίου προσφέρεται στις γυναίκες απασχόληση και μεταφορά στην Ιταλία και για το οποίο οι ίδιες εργάζονται στη συνέχεια, φαίνεται πράγματι να είναι μέρος ενός ευρύτερου εγκληματικού δικτύου. Κάποια άλλα δίκτυα τράφικινγκ, αντίθετα, καλύπτουν μια ευρεία γκάμα ανθρώπων, όπως οδηγοί ταξί, νοικοκυρές, ιδιοκτήτες εστιατορίων που συμπληρώνουν το εισόδημά τους «μεταφέροντας τις κατάλληλες πληροφορίες ». Εάν από τη μια πλευρά το τράφικινγκ είναι μια «βιομηχανία πολλών εκατομμυρίων δολαρίων» (Ram 2000: 1), από την άλλη αποτελεί επίσης αναπόσπαστο τμήμα των τοπικών, άτυπων οικονομιών ορισμένων ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Σε αυτές τις χώρες, που βρίσκονται σε κατάσταση οικονομικής αναδόμησης με υψηλά ποσοστά ανεργίας και με πολλές ημινόμιμες μορφές εργασίας, το τράφικινγκ αποτελεί ένα είδος «εναλλακτικού […] κυκλώματος για να βγάζει κανείς τα προς το ζην [και] κάποιο κέρδος » (Sassen 2000: 523). Η μελέτη του εύρους των επιχειρήσεων και των δραστών που παρεμβαίνουν στα διαφορετικά στάδια της διαδικασίας τράφικινγκ, έτσι όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις των γυναικών με τις οποίες μίλησα, δείχνει πως αρκετοί συμμετέχοντες στα δίκτυα τράφικινγκ δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την εκμετάλλευση της εργασίας των γυναικών αφού αφιχθούν στον τόπο προορισμού. Αντίθετα, έχουν οικονομικό όφελος από την εύρεση και μεταφορά μεταναστών. Τα στοιχεία της έρευνάς μου θέτουν άρα υπό αμφισβήτηση τη μονοσήμαντη κατανόηση του τράφικινγκ ως οργανωμένης και εμπρόθετης επιχείρησης τρίτων προσώπων για να βρεθούν και να μεταφερθούν γυναίκες με αποκλειστικό στόχο το κέρδος από την εκμετάλλευση της εργασίας των μεταναστριών ως πορνών.

Επιπλέον, τα αποσπάσματα των εφημερίδων που εξετάστηκαν σπάνια δίνουν πληροφοφίες σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας που προσφέρεται στις γυναίκες, διαιωνίζοντας έτσι την ιδέα ότι κάποια τρίτα πρόσωπα αναπόφευκτα εξαπατούν τις μετανάστριες, ωθώντας τις στην πορνεία. Αρκετές μελέτες δείχνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό γυναικών από την ανατολική Ευρώπη που έχουν έρθει στην ΕΕ, τον Καναδά ή την Τουρκία μέσω δικτύων τράφικινγκ συμφώνησαν να κάνουν σεξουαλική εργασία αλλά ήταν απληροφόρητες για τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης που τις περίμεναν στη χώρα προορισμού (Gulcur & Ilkkaracan 2002, Maluccelli 2001, McDonald et al. 2000, Orfano 2002, Wijers & Lap-Chew 1997). Τα στοιχεία της έρευνάς μου οδηγούν σε παρόμοια συμπεράσματα. Αυτό, όμως, που επίσης προκύπτει από τα στοιχεία μου είναι πως όταν η έμφαση δίνεται στην εξαπάτηση (ή έλλειψη εξαπάτησης) όσον αφορά τη σεξουαλική εργασία, η ανάλυση της διαδικασίας τράφικινγκ παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα πλαίσιο ηθικολογίας γύρω από την πορνεία. Η έμφαση στο ζήτημα της εξαπάτησης όσον αφορά την πορνεία μας δίνει ελάχιστες πληροφορίες για τις εργασιακές συνθήκες τις οποίες οι μετανάστριες έχουν (ή δεν έχουν) διαπραγματευτεί με τρίτα πρόσωπα και άρα εμποδίζει την ίδια την κατανόηση των μεταναστευτικών προγραμμάτων των γυναικών.

Τα μεταναστευτικά προγράμματα, είτε συμπεριλαμβάνουν συμφωνία για σεξουαλική εργασία είτε όχι, αποτελούν κεντρικό στοιχείο στις αφηγήσεις για το τράφικινγκ των συμμετεχουσών στην έρευνά μου. Παραδείγματος χάριν, για την Άννα, η οποία «απλώς» ήθελε «να φτάσει στην Ιταλία » χωρίς να την απασχολούν οι λεπτομέρειες της εργασίας που θα έκανε ως πόρνη, η είσοδός της στο σύστημα του τράφικινγκ και η συγκατάθεσή της να εργαστεί στην πορνεία ήταν απλώς το μέσο για έναν σκοπό. Η Ιωάννα ήρθε στην Ιταλία εξαιτίας της έλλειψης ευκαιριών στην πατρίδα της: «Είμαι είκοσι τριών ετών και τώρα είμαι σε θέση να φροντίζω τις ανάγκες μου μόνη μου. Ήρθα στην Ιταλία επειδή δεν υπήρχε δουλειά για μένα στην πατρίδα μου. Αρχικά είχα πει όχι, αλλά εφόσον δεν υπήρχε τίποτα, το να πάω στην Ιταλία ήταν μια τελευταία ευκαιρία για να βρω δουλειά» . Η Ιωάννα έφυγε από την Ουκρανία με σκοπό να βελτιώσει την κατάστασή της αλλά και την κατάσταση της οικογενείας της. Η Κατερίνα, από την άλλη, έφυγε από τη Ρουμανία προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη που ένιωθε εξαιτίας ταπεινώσεων στο σχολείο και παλαιότερων επεισοδίων βίας στο σπίτι: «Ήθελα να ξαναρχίσω τη ζωή μου σε έναν τόπο όπου κανείς δεν θα ήξερε εμένα ή οτιδήποτε για μένα. Ήθελα να δημιουργήσω μια νέα εικόνα του εαυτού μου» . Γι’ αυτές τις γυναίκες, η μετανάστευση στην Ιταλία ήταν μέρος ενός σχεδίου που στόχευε στην αντιμετώπιση της φτώχειας, της ανεργίας, του χαμένου αυτοσεβασμού, της ενδοοικογενειακής βίας, της εκπαίδευσης που είχε διακοπεί, καθώς και της γενικότερης αίσθησης στασιμότητας στη ζωή. Έτσι, για τις γυναίκες με τις οποίες μίλησα η είσοδος στην Ιταλία μέσω των δικτύων τράφικινγκ ήταν ένας τρόπος ταξιδιού και μετανάστευσης.

Είναι φανερό ότι οι γυναίκες στις οποίες είχαν υποσχεθεί να τις απασχολήσουν ως σερβιτόρες ή ως οικιακές βοηθούς και οι οποίες εν συνεχεία εντάχθηκαν στη σεξουαλική βιομηχανία δεν ήταν ενημερωμένες για τους όρους απασχόλησής τους στη σεξουαλική εργασία. Από την άλλη, ούτε εκείνες οι γυναίκες που είχαν κάνει συμφωνία για σεξουαλική εργασία ήξεραν λεπτομέρειες για τη συμφωνία αυτή. Η αφήγηση της Κατερίνα αποτελεί ένα καλό παράδειγμα. Η Κατερίνα είχε αποδεχτεί την πρόταση του συντρόφου της να μεταναστεύσει από τη Ρουμανία στην Ιταλία και να εργαστεί εκεί ως πόρνη. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν γνώριζε τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες θα εργαζόταν. Οι ιδιαιτερότητες της δουλειάς –οι πολλές ώρες, ο μεγάλος αριθμός πελατών, ο συνεχής έλεγχος από ένα τρίτο πρόσωπο ή από διάφορους συνεργάτες– δεν ήταν γνωστές στην Κατερίνα. Μια άλλη γυναίκα με την οποία μίλησα είχε περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτά που αναμενόταν να κάνει. Η Οκσάνα, που ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην Ιταλία για δεύτερη φορά, ρώτησε τη φίλη της την Ιωάννα εάν θα ήθελε να την ακολουθήσει και της περιέγραψε την προηγούμενη εμπειρία της ως πόρνης στο δρόμο (βλ. το απόσπασμα εφημερίδας στην εισαγωγή που αναφέρει την ιστορία της Όλγας και της Νατάσας, δηλαδή ακριβώς των ίδιων γυναικών, δίνοντας έμφαση στην εξαπάτηση που οδήγησε στην πορνεία). Η Ιωάννα δηλώνει ότι έφθασε στην Ιταλία προετοιμασμένη: «Ήρθα στην Ιταλία και ήξερα τα πάντα – τι να λέω στους πελάτες, τι να κάνω, πού να πηγαίνω, ήξερα τα πάντα ». Παρ’ όλ’ αυτά, η εξέταση της προφορικής συμφωνίας που έκανε η Ιωάννα με ένα τρίτο πρόσωπο καθιστά σαφές ότι δεν γνώριζε ότι όφειλε να παραδίδει το μεγαλύτερο μέρος των αποδοχών της ούτε ότι θα δούλευε ως πόρνη υπό συνθήκες περιορισμού, κάτι που θα καθιστούσε δύσκολη την ανάκληση της συμφωνίας.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επαναλάβω ότι την εποχή που έκανα τις συνεντεύξεις όλες οι γυναίκες με τις οποίες μίλησα είχαν ήδη αποχωρήσει από την πορνεία. Λαμβάνοντας άρα υπόψη το γεγονός ότι τα στοιχεία μου περιορίζονται σε αυτή τη συγκεκριμένη κατηγορία μεταναστριών, είναι αδύνατον να ξέρω εάν η κατανόηση της πορνείας –στο συνδυασμό της με το τράφικινγκ– ως ένα είδος μεταναστευτικού προγράμματος μπορεί να γενικευτεί στον ευρύτερο πληθυσμό των γυναικών που συμμετέχουν σε δίκτυα τράφικινγκ ή εάν αφορά μια συγκεκριμένη ομάδα υποκειμένων που έχουν ήδη αφήσει την πορνεία και κατασκευάζουν μια αφήγηση της εμπειρίας τους με όρους μεταναστευτικού προγράμματος. Παρ’ όλους τους ερμηνευτικούς περιορισμούς, η έρευνα της εισόδου στα δίκτυα τράφικινγκ και στην πορνεία, που γίνεται από την οπτική της ίδιας της ζωής των γυναικών, παράγει νέες ιδέες σχετικά με την πολυπλοκότητα του τράφικινγκ. Τα στοιχεία της έρευνάς μου επιβεβαιώνουν εκείνα τα ευρήματα που δείχνουν ότι ο όρος «θύμα» είναι ανεπαρκής για την απεικόνιση των συνθηκών που αντιμετωπίζουν οι μετανάστριες στα δίκτυα τράφικινγκ (Maluccelli 2001, Corso & Trifirο 2003). Αυτή η σειρά ερευνών έχει καταδείξει ότι οι γυναίκες σπάνια πέφτουν θύματα απαγωγής ή εξαναγκάζονται στη μετανάστευση. Αντίθετα, βασίζονται στα δίκτυα τράφικινγκ προκειμένου να πραγματοποιήσουν προγράμματα μετανάστευσης, είτε αυτά στοχεύουν στη σεξουαλική εργασία είτε σε άλλου τύπου εργασία.

Ενώ στις αφηγήσεις των γυναικών αναφέρθηκε πράγματι ένας ορισμένος βαθμός εξαπάτησης κατά την είσοδο στα δίκτυα τράφικινγκ, όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας στη χώρα προορισμού, η περιορισμένη έμφαση, τυπική της φεμινιστικής συζήτησης περί του τράφικινγκ, στο κατά πόσο οι γυναίκες συναινούν ή όχι στην πορνεία εμποδίζει την κατανόηση των εργασιακών σχέσεων εκμετάλευσης στην πορνεία δρόμου. Η Μπρίτζετ Άντερσον (Bridget Anderson) και η Τζούλια Ο-Κόνελ Ντέβινσον (Julia O’Connell Davidson) (Anderson & Davidson 2003) υποστηρίζουν ότι η έννοια της εξαπάτησης, έτσι όπως τίθεται στον ορισμό του τράφικινγκ, αφήνει ανοικτά ερωτήματα σε σχέση με το βαθμό εξαπάτησης που απαιτείται για να μιλήσουμε για «θύμα του τράφικινγκ» , όσον αφορά το περιεχόμενο της εργασίας, το ύψος των αμοιβών, τις εργασιακές πρακτικές, το ρυθμό ή την ένταση της εργασίας, το χρόνο διάρκειας της σύμβασης. Εάν, όπως ορίζει το πρωτόκολλο των ΗΕ, μια περίπτωση τράφικινγκ λαμβάνει χώρα όταν ένα πρόσωπο, διά της εξαπάτησης, επιλέγεται και μεταφέρεται από ένα τρίτο πρόσωπο σε εργασιακές συνθήκες εκμετάλλευσης με σκοπό το όφελος αυτού του τρίτου προσώπου από την εργασία, τότε η ασάφεια εντοπίζεται στην ίδια την έννοια της εξαπάτησης. Η ασάφεια της έννοιας της εξαπάτησης σε συνδυασμό με τις έννοιες της βίας, του εξαναγκασμού και της εκμετάλλευσης, ως βασικών συστατικών του τράφικινγκ, επιβάλλουν έναν υπεραπλουστευτικό και τελικά λανθασμένο διαχωρισμό μεταξύ των εθελούσιων και ακούσιων διαδικασιών μετανάστευσης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό δεδομένου ότι η βία, ο εξαναγκασμός, η εξαπάτηση και η εκμετάλλευση υπάρχουν επίσης σε εκούσια και νομίμως ρυθμισμένα συστήματα μετανάστευσης και απασχόλησης. Επιπλέον, εφόσον ο ορισμός του τράφικινγκ προϋποθέτει μια σχέση μεταξύ της εξαπάτησης και της μεταγενέστερης εκμετάλλευσης των μεταναστριών, το αποτέλεσμα είναι να μπλέκονται και να αντιμετωπίζονται ως ένα πράγμα μια μεγάλη γκάμα διαφορετικών συμφερόντων που έχουν τρίτα πρόσωπα. Με αυτό τον τρόπο ποινικοποιείται ένα ευρύ φάσμα δραστών που έχουν κάποια συμμετοχή σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας τράφικινγκ.


5. Ορίζοντας τον τόπο του εγκλήματος

Πολυάριθμες αναπαραστάσεις των διακινητών μπορεί κανείς να βρει και στα ΜΜΕ, καθώς και σε θρησκευτικά και φεμινιστικά έντυπα. Π.χ., οι συντάκτες του εκπαιδευτικού φυλλαδίου Caritas τους παρουσιάζουν ως εξής: «Το λαθρεμπόριο ανθρώπων και η διακίνηση όπλων, ναρκωτικών και φθηνού εργατικού δυναμικού συνδέονται στενά με το τράφικινγκ ξένων κοριτσιών. Η ύπαρξη ενός εξαιρετικού, πολύ σφιχτού πλέγματος επικοινωνίας επιτρέπει στο εγκληματικό αυτό δίκτυο να είναι απλωμένο σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι “τερματικοί” του σταθμοί είναι ο χώρος της μόδας, τα γραφεία απασχόλησης καθώς και τα γραφεία ταξιδιών» (2000: 6). Η χρήση της εικόνας ενός τόσο απλωμένου εγκληματικού δικτύου αναπαριστά το τράφικινγκ ως κάτι το οποίο είναι πανταχού παρόν και από τους «τερματικούς σταθμούς» του οποίου καμία γυναίκα δεν μπορεί να ξεφύγει. Ένα άλλο παράδειγμα βρίσκουμε στο Schiave d'occidente, που προαναφέρθηκε, όπου οι διακινητές παρουσιάζονται ως άγριοι εγκληματίες που επιβεβαιώνουν τον ανδρισμό τους μέσω της σωματικής κακοποίησης: «Δεν χρειαζόταν κανένας σοβαρός λόγος για να ξεσπάσει η οργή του Τζέντι. Αρκούσε μια απλή πρόφαση, την οποία μπορούσε να εφεύρει ανά πάσα στιγμή. Κάθε φορά που επέστρεφα από τη δουλειά στο δρόμο, με υποδεχόταν με έναν καλό ξυλοδαρμό [...]. Φυσικά, με βίαζε επίσης, έτσι ώστε να επιβεβαιώνει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του » (1999: 39). Σε ολόκληρο το βιβλίο οι συγγραφείς παρεμβαίνουν στο κείμενο, συνδυάζοντας τις δικές τους απόψεις για το τράφικινγκ με τα ακριβή αποσπάσματα του λόγου των γυναικών. Αυτή η στάση είναι πολύ εμφανής στην τελευταία πρόταση του προηγούμενου αποσπάσματος. Εκεί βλέπουμε ότι η άποψη της έφηβης μπλέκεται με τις απόψεις των συγγραφέων για την πορνεία, αναπαριστώντας την ανδρική σεξουαλικότητα ως κάτι που στηρίζεται στην κυριαρχία πάνω στις γυναίκες. Αυτός ο τύπος συγγραφικού χειρισμού των απόψεων που εκφράζουν οι ομιλούσες παράγει μια αφήγηση η οποία παρουσιάζει τις «άλλες» γυναίκες ως θύματα βίαιων ανδρών που συνήθως προέρχονται από τις δικές τους πατριαρχικές κοινωνίες.

Η Τζο Νοεζίμα (Jo Doezema), βασισμένη στη δουλειά της Γουέντυ Μπράουν (Wendy Brown), εξετάζει τον «δυτικό φεμινισμό και την πόρνη του τρίτου κόσμου» και επισημαίνει ότι «η επιθυμία για την προστασία τραυματισμένων ταυτοτήτων οδηγεί στην ενδυνάμωση και στη συνέργια με πειθαρχικά καθεστώτα εξουσίας» (2001: 33). Οι δυτικές φεμινιστικές στρατηγικές, όπως εκείνες στο Schiave d'occidente, που προσπαθούν να δείξουν τη φρικτή «πραγματικότητα» του τράφικινγκ εστιάζοντας αποκλειστικά στην ανδρική βία και την εκμετάλλευση των γυναικών, ενισχύουν την αναπαράσταση των ξένων γυναικών ως ανίσχυρων θυμάτων και των ξένων ανδρών ως βίαιων. Επιπλέον, οι συγγραφείς δεν εξετάζουν το ρόλο του ιταλικού κράτους ή των μεταναστευτικών ρυθμίσεων ως κεντρικών παραγόντων οι οποίοι διατηρούν τον κοινωνικό και πολιτικό αποκλεισμό των μεταναστών και τους καθιστούν ευάλωτους στη βία. Αντιθέτως, στρέφονται προς τις αρχές για να καταπολεμηθεί και να κατασταλεί το τράφικινγκ. Παρόμοια, οι συγγραφείς του Φακέλου για τη μετανάστευση (1999) , που δημοσιεύτηκε από το Caritas, θεωρούν δεδομένη την παράνομη και εγκληματική φύση του τράφικινγκ και προτείνουν μέτρα καταπολέμησής του μέσω της δημιουργίας «ειδικής αστυνομίας συνόρων [...] και μέσω της οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης των φτωχότερων χωρών προκειμένου να επιτευχθεί καλύτερος συνοριακός έλεγχος» (1999: 31).

Το ζήτημα της βίας είναι δημοφιλές και στον Τύπο. Οι εφημερίδες συχνά τονίζουν ότι οι μετανάστριες που στρέφονται δικαστικά εναντίον των διακινητών πέφτουν θύματα εκφοβισμού με απειλές για άσκηση βίας: οι διακινητές απειλούν τις οικογένειες των μεταναστριών στην πατρίδα τους ή αυτές τις ίδιες. Αυτές οι γυναίκες άρα αντιμετωπίζουν τεράστιους κινδύνους είτε επιστρέψουν στην πατρίδα τους είτε καταγγείλουν τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον τους. Το άρθρο 18 του νόμου 40/1998, μέρος της ιταλικής μεταναστευτικής νομοθεσίας, είναι μοναδικό κατά το ότι επιτρέπει σε πρόσωπα τα οποία διακινήθηκαν προς την Ιταλία και των οποίων η ζωή θα μπορούσε να κινδυνεύσει αν επέστρεφαν στη χώρα προέλευσης να παραμείνουν στην Ιταλία και να αποκτήσουν μόνιμη κατοικία και άδεια εργασίας, υπό τον όρο να συμφωνήσουν να αφήσουν την πορνεία και να συμμετάσχουν σε ένα πρόγραμμα κοινωνικής προστασίας. Παρ’ όλο που αναγνωρίζω τη σημασία νομικών ρυθμίσεων για την προστασία των θυμάτων, είμαι επιφυλακτική όσον αφορά τους τρόπους με τους οποίους το άρθρο 18 θεσμοποιεί τη ρητορεία της θυματοποίησης και της δίδει κύρος. Όσες γυναίκες κάνουν αίτηση στο πλαίσιο αυτού του νόμου πρέπει να αφήσουν την πορνεία και να στερηθούν ως εκ τούτου τη δυνατότητα να είναι αυτή μέρος του μεταναστευτικού τους προγράμματος. Επιπλέον, το άρθρο καθιερώνει μια κανονιστική αφήγηση θυματοποίησης βασισμένη σε πολύ ιδιαίτερες μορφές και μοτίβα βίας. Π.χ., στις περιπτώσεις στις οποίες από τα λεγόμενα της γυναίκας δεν είναι σαφές αν υπάρχει απειλή για βία σε περίπτωση που επιστρέψει στην πατρίδα της ή κίνδυνος αντιποίνων από την πλευρά των διακινητών, οι υπάλληλοι των υπηρεσιών μετανάστευσης δεν δέχονται το αίτημά της για παραμονή στην Ιταλία. Στην περίπτωση της Ναταλίας, λόγου χάρη, το αίτημά της για άδεια παραμονής βάσει του άρθρου 18 απορρίφθηκε από τις αρχές με την εξής αιτιολογία: «Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κανένας συγκεκριμένος κίνδυνος όσον αφορά την ασφάλεια της αιτούσας, τον οποίο θα προκαλούσε η προσπάθειά της να δραπετεύσει από οργανώσεις που εκμεταλλεύονται την πορνεία» . Κατ’ αυτό τον τρόπο, η τρέχουσα νομική εννοιολόγηση του τράφικινγκ όχι μόνο αποκλείει τη δυνατότητα δράσης των γυναικών καθιερώνοντας μια κανονιστική αφήγηση που στηρίζεται στις ιδέες της αναγκαστικής μετανάστευσης, του εξαναγκασμού σε πορνεία και την οικονομική εκμετάλλευση, αλλά και τιμωρεί τις γυναίκες που ξεφεύγουν από τον καθιερωμένο αυτόν κανόνα. Χωρίς τη δυνατότητα πρόσβασης στο άρθρο 18, οι γυναίκες αυτές αδυνατούν να νομιμοποιήσουν το καθεστώς τους και έτσι μπορεί να απελαθούν.

Μια από τις γυναίκες που συμμετείχαν στην έρευνά μου είχε πει στη Repubblica 28 ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην πατρίδα της εξαιτίας μιας επικίνδυνης κατάστασης που την ανέμενε εκεί. Στη συνέντευξή μας η ίδια γυναίκα παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Εξηγεί ότι η αναφορά στην απειλή βίας ήταν μια στρατηγική που θα της επέτρεπε να υποβάλει αίτηση για ειδική άδεια διαμονής. Η αίτηση αυτή αφορά εκείνους που έχουν διακινηθεί ενάντια στη θέλησή τους και διατρέχουν τον κίνδυνο να υποστούν βία εάν επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Η στρατηγική αυτή προτάθηκε στην Οκσάνα από τον υπεύθυνο για τους ξένους αστυνομικό, ο οποίος ήταν αρμόδιος για την περίπτωσή της. Εδώ δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να παρουσιάσω τις διφορούμενες πλευρές της στάσης αυτού του αστυνομικού. Όμως, θα ήθελα να τονίσω ότι η παρουσίαση του εαυτού ως θύμα είναι όντως αναπόφευκτη εάν μια μετανάστρια χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα θέλει να χρησιμοποιήσει το νομικό σύστημα μετανάστευσης προς όφελός της και να αποκτήσει το δικαίωμα παραμονής στην Ιταλία. Δεν υποστηρίζω ότι βίαια επεισόδια δεν συμβαίνουν. Όμως, ενδιαφέρομαι εδώ για τη ρητορική χρήση της βίας που δημιουργεί το χώρο για έναν «λόγο» ικανό να υποδεχθεί διάφορες αφηγήσεις βίας. Αν και έχω εστιάσει στις εμπειρίες μετανάστευσης των γυναικών ως τρόπο αντιπαράθεσης στους κυρίαρχους «λόγους» και τις αναπαραστάσεις του τράφικινγκ, δεν υποστηρίζω ότι οι αφηγήσεις τους δεν διαποτίζονται από καθιερωμένους «λόγους», ούτε ότι είναι απαραιτήτως σε σχέση αντιπαράθεσης με αυτούς. Εντούτοις, την ίδια στιγμή, το ζήτημα της βίας υποδεικνύει την πολυπλοκότητα της παραγωγής αφηγήσεων θυματοποίησης: η πλοκή τους προσφέρεται για χειρισμό καθώς είναι ήδη διαθέσιμη στο πλαίσιο του επικρατούντος «λόγου» για το τράφικινγκ. Ταυτόχρονα, όμως, η οικειοποίηση αυτού του «λόγου» τροφοδοτεί και στηρίζει περαιτέρω την κυρίαρχη κατανόηση του τράφικινγκ με όρους εγκλήματος και βίας.


6. Συμπεράσματα

Η έμφαση στο πόσο υποφέρουν οι γυναίκες που εμπλέκονται σε αυτό το οποίο ονομάζεται «τράφικινγκ» μπορεί να γίνει κατανοητή αν λάβουμε υπόψη κάποια υπάρχοντα εμπειρικά δεδομένα σχετικά με τη βία και τις κακουχίες που αντιμετωπίζουν στην προσπάθειά τους να έχουν πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Αυτή καθ’ εαυτή η έμφαση είναι ηθικά και ανθρωπιστικά αξιέπαινη. Η δική μου δουλειά δεν έχει ως στόχο να αρνηθεί ή να υποβαθμίσει τον πόνο και τα βάσανα που περιλαμβάνονται στην εμπειρία των γυναικών οι οποίες εμπλέκονται στο τράφικινγκ. Στόχος μου είναι, μάλλον, να διευρύνω και να βαθύνω το πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο αυτές οι κακουχίες μπορούν να γίνουν κατανοητές και να αναλυθούν. Υποστηρίζω ότι η μονομερής έμφαση στην πορνεία αυτή καθ’ εαυτή –με τη σχετική έμφαση στο τυπικό ρεπερτόριο της καταπίεσης των γυναικών, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της ανδρικής βίας– παρουσιάζει σοβαρούς πολιτικούς και θεωρητικούς περιορισμούς. Αντί να τίθεται προνομιακά το ζήτημα της βίας ή/και της εκμετάλλευσης η οποία ασκείται από τρίτα πρόσωπα στο χώρο της σεξουαλικής εργασίας, η εργασία αυτή προτείνει την εξέταση του τράφικινγκ από την οπτική της μετανάστευσης. Η οπτική της μετανάστευσης δείχνει πως, λόγω της έμφασης στις έννοιες «θύμα» και «οργανωμένο έγκλημα», οι τρέχουσες εννοιολογήσεις του τράφικινγκ εγκαθιστούν ένα αμοιβαία συγκροτησιακό πλέγμα που συγκαλύπτει την περιπλοκότητα της διαδικασίας του τράφικινγκ.

Η οπτική της μετανάστευσης επεκτείνει τη συζήτηση περί οργανωμένου εγκλήματος και θυματοποίησης έτσι ώστε στην ανάλυση να συμπεριλαμβάνεται ο ρόλος που παίζουν οι μεταναστευτικές πολιτικές της ΕΕ (δηλαδή οι ισχύουσες ρυθμίσεις για τη βίζα και τους συνοριακούς ελέγχους) στη δημιουργία και διατήρηση των όρων ύπαρξης του τράφικινγκ. Η εργασία μου δείχνει πως όταν οι νόμιμες οδοί μετανάστευσης καθίστανται απρόσιτες, οι μετανάστριες στρέφονται σε μη κανονικές. Οι αυστηρότεροι συνοριακοί έλεγχοι και οι πιο περιοριστικές μεταναστευτικές ρυθμίσεις που στοχεύουν στην παρεμπόδιση του τράφικινγκ δεν προστατεύουν τις γυναίκες από την κακοποίηση αλλά, αντίθετα, τις κάνουν πιο ευάλωτες στη βία και την εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και αφήνουν παραδόξως μεγάλο περιθώριο για κερδοσκοπία και κακοποίηση. Τα ευρήματά μου δείχνουν πως ο υπάρχων μηχανισμός της ΕΕ για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης δημιουργεί μη ρυθμισμένη μετανάστευση, η οποία οδηγεί τις γυναίκες στα δίκτυα τράφικινγκ και συνεπώς στην πορνεία. Αυτές οι σκέψεις υπογραμμίζουν την ανάγκη να αναλύσουμε τους τρόπους με τους οποίους το κράτος κάνει τους μετανάστες πιο ευάλωτους και πιο εξαρτημένους από τρίτα πρόσωπα, μέσω ενός συνδυασμού περιοριστικών κανονισμών διαμονής και εργασίας, οι οποίοι με τη σειρά τους ενισχύουν τις συνθήκες υποδούλωσης, επιτρέποντας έτσι στα τρίτα πρόσωπα να διατηρούν την κυριαρχία τους.

Όπως ανέφερα στο τρίτο μέρος του παρόντος, αρκετές φεμινίστριες που έχουν ερευνήσει το τράφικινγκ από την οπτική της μετανάστευσης ή/και της παγκοσμιοποίησης αποτυγχάνουν να εξετάσουν κριτικά τη σύγκλιση του τράφικινγκ, της παράνομης μετανάστευσης και του εγκλήματος, την οποία εγκαθιδρύουν ορισμένες εκστρατείες κατά του τράφικινγκ και οι κυβερνήσεις. Μια πολιτικά και θεωρητικά ενημερωμένη φεμινιστική εργασία θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να φέρνει στο προσκήνιο το υλικό πεδίο των μεταναστευτικών ρυθμίσεων της ΕΕ και να εξετάζει τις επιπτώσεις που έχουν στο τράφικινγκ γυναικών οι αυστηρές συνοριακές ρυθμίσεις του Σένγκεν καθώς και οι πολιτικές για τη βίζα, κυρίως από τη στιγμή που η επιβολή των εξωτερικών ευρωπαϊκών συνόρων και η σκλήρυνση των κανονισμών μετανάστευσης δημιουργούν τις συνθήκες για τον πολλαπλασιασμό του τράφικινγκ. Μια τέτοια θεώρηση θα επέτρεπε στους μελετητές να μετατοπίσουν την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη ύπαρξη του τράφικινγκ προς τα κράτη-μέλη της ΕΕ και να απομακρυνθούν από την αντίληψη που θεωρεί τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης τους βασικούς παραγωγούς εγκλήματος και τράφικινγκ.

Η μετατόπιση των όρων ανάλυσης του τράφικινγκ από τη βία και το οργανωμένο έγκλημα προς τη μετανάστευση δημιουργεί ένα ακόμα κρίσιμο θεωρητικό άνοιγμα. Το άνοιγμα αυτό επιτρέπει να αναδυθούν ιστορίες μετανάστευσης γυναικών. Όταν το τράφικινγκ ορίζεται ως ακούσια μετανάστευση και οργανωμένο έγκλημα, αυτό συνεπάγεται ότι οι διακινούμενες γυναίκες γίνονται αντιληπτές ως θύματα μιας μη συναινετικής διαδικασίας μετανάστευσης και αυτοί που τις διακινούν ως εγκληματίες που στρατολογούν και μεταφέρουν τα θύματα για να βγάλουν χρήματα από την εργασία τους στην πορνεία. Αυτός ο ορισμός του τράφικινγκ βασίζεται σε μια αρκετά ασαφή ιδέα εξαπάτησης που υπονοεί ότι το θύμα, πριν από τη μετανάστευση, έχει παραπλανηθεί όσον αφορά τη φύση και τους όρους της συμφωνίας απασχόλησης. Η δική μου ανάλυση των αφηγήσεων εκείνων των γυναικών με τις οποίες μίλησα αποδεικνύει ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της εισόδου των γυναικών στα δίκτυα τράφικινγκ και της αναζήτησης τρόπων πραγματοποίησης των μεταναστευτικών προγραμμάτων τους. Υποστηρίζω ότι τα μεταναστευτικά προγράμματα των γυναικών γίνονται καλύτερα κατανοητά ως επιθυμίες και αιτήματα για κινητικότητα. Το γεγονός ότι τα μεταναστευτικά προγράμματα των γυναικών διαμορφώνονται τόσο από οικονομικούς όσο και από μη οικονομικούς παράγοντες υποδεικνύει ότι το τράφικινγκ αποτελεί ένα μέσο επίτευξης καλύτερων οικονομικών συνθηκών και νέων ευκαιριών ζωής. Οι αφηγήσεις των γυναικών με τις οποίες μίλησα για τον τρόπο με τον οποίο εισήλθαν στο τράφικινγκ και για τη φάση του ταξιδιού καθιστούν σαφές ότι είναι απολύτως αναγκαίο να προσέξουμε τις αποχρώσεις με τις οποίες το τράφικινγκ βιώνεται και γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, από τη μια πλευρά, και αναπαρίσταται και θεσμοθετείται, από την άλλη.

Τα δεδομένα της έρευνάς μου ωθούν τις φεμινίστριες που ασχολούνται με τα μεταναστευτικά ζητήματα να ξανασυζητήσουν τις έννοιες του εξαναγκασμού, της εξαπάτησης και της θυματοποίησης και να ερευνήσουν την πολυπλοκότητα των επιθυμιών και των σχεδίων που οι μετανάστριες αρθρώνουν μέσω του τράφικινγκ, ζητώντας κοινωνική και υλική κινητικότητα. Το να αποδίδουμε την πολυπλοκότητα των επιθυμιών και των σχεδίων των γυναικών αυτών στην κατηγορία του «θύματος» σημαίνει ότι συγκαλύπτουμε την αντίστασή τους στις δομικές ανισότητες και την προσπάθεια που κάνουν για να αλλάξουν τη ζωή τους. Τέλος, οι ζωές των μεταναστριών δείχνουν ότι η έννοια τράφικινγκ είναι ανεπαρκής και παραπλανητική για την κατανόηση της πολυπλοκότητας των σημερινών πολιτικών υποκειμενικοτήτων και των κοινωνικοπολιτικών μετασχηματισμών. Μας δείχνουν ακόμα ότι πρέπει να επινοήσουμε νέα σχήματα πέρα από το «οργανωμένο έγκλημα» και «τα θύματα», εφόσον θέλουμε να μιλήσουμε για τις αλλαγές στη σύγχρονη Ευρώπη.


Βιβλιογραφία

Anderson Bridget, O’Connell Davidson Julia (2003), Needs and Desires: Is there a Demand for "Trafficked" Persons?, Geneva: IOM.

Anderson Malcolm (2000), «The Transformation of Border Controls: A European Precedent?», σε Peter Andreas and Timothy Snyder (eds.): 15-30.

Andreas Peter (2000), «Introduction: The Wall after the Wall», σε Peter Andreas and Timothy Snyder (eds): 1-14.

Andreas Peter, Snyder Timothy (eds) (2000), The Wall Around the West. State Borders and Immigration Controls in North America and Europe, New York: Rowman & Littlefield.

Andrijasevic Rutvica (2004), Trafficking in Women and the Politics of Mobility in Europe, Doctoral Thesis defended at Utrecht University, The Netherlands.

Andrijasevic Rutvica (2003), «The Difference Borders Make: (Il)legality, Migration and Trafficking in Italy among eastern European Women in Prostitution», σε Sara Ahmed, Claudia Castaneda, Anne-Marie Fortier, Mimi Sheller (eds.), Uprootings /Regroundings: Questions of Home and Migration, Oxford: Berg.Anthias Floya, Lazaridis Gabriella (2000), «Introduction: Women on the Move in Southern Europe», σε Floya Anthias, Gabriella Lazaridis (eds.), Gender and Migration in Southern Europe, Oxford: Berg.

Apap Joanna, Medved Felicita (2002), «Protection Schemes for Victims of Trafficking in Selected EU Member States, Candidates and Third Countries», presented at the Seminar on Exchange of Information and Best Practices Regarding Protection Schemes for Victims of Trafficking in Selected EU Member States, Candidates and Third Countries, Madrid 19-20 December 2002.

Berman Jacquiline (2003), “(Un)Popular Strangers and Crisis (Un)Bounded: Discourses of Sex-Trafficking, the European Political Community and the Panicked State of the Modern State”, European Journal of International Relations, 9,1: 37-86.

Biemann Ursula (2000), “Performing the Border. Gender, Transnational Bodies and Technology”, been there and back to nowhere: Gender in Transnational Spaces, Berlin: b_books.

Bigo Didier (2003), “Criminalization of “migrants”: the side effect of the will to control the frontiers and the sovereign illusion”, Paper Presented at Irregular Migration and Human Rights Conference at University of Leicester, 28-29 June 2003.

Bort Eberhard (2000), Illegal Migration and Cross-Border Crime: Challenges at the Eastern Frontier of the European Union, EUI Working Paper RSC 2000/9.

Caldwell Gillian, Galster Steve, Kanics Jyothi, Steinzor Nadia (1999), “Capitalizing on Global Economies: The Role of Russian Mafia in Trafficking in Women for Forced Prostitution”, Phil Williams (ed.), Illegal Immigration and Commercial Sex, London and Portland: Frank Cass.

Carchedi Francesco (2000), “La prostituzione straniera in Italia: analisi dei risultati della indagine sulle protagoniste e i modelli relazionali”, Francesco Carchedi, Anna Piccolini, Giovanna Mottura, Giovanna Campani (eds.), I colori della notte. Migrazioni, sfruttamento sessuale, esperienze di intervento sociale, Milano: FancoAngeli.

Caritas (1999), Immigrazione. Dossier statistico 1999, Roma.

City of Brescia, Centro Caritas Darfo And Coordinamento Imp-Sex Brescia (2000), Stop! Fermiamo il traffico, Brescia.

Corso Carla, Trifiro Ada (2003), … e siamo partite! Migrazione, tratta a prostituzione straniera in Italia, Firenze: Giunti.

Dal Lago Alessandro (1999), Non-persone. L’esclusione dei migranti in una societa globale, Milano: Feltrinelli.

Dietrich Helmut (2000), «Regime di controllo delle frontiere e nuove migrazioni nell’Europa di Schengen. Il caso tedesco», Sandro Mezzadra, Alessandro Petrillo (eds.), I confini della globalizzazione, Roma: manifestolibri.

Doezema Jo (2001), “Ouch! Western Feminists’ “Wounded Attachments” to the “Third World Prostitute””, Feminist Review, 67: 16-38.

Doezema Jo (1999), “Loose Women or Lost Women. The Re-emergence of the Myth of “White Slavery” in Contemporary Discourses of “Trafficking in Women””, http://www.walnet.org/csis/papers/doezema-loose.html

Forschungsgesellschaft Flucht und Migration (FFM) (1998), “Living Near the Border: The Involvement of Border Population into what Can Be Called the German Border-Regime at the German Polish Border”, MoneyNations@access Magazine: 6-11.

Finckenauer James (2001), “Russian Transnational Organized Crime and Human Trafficking”, σε David Kyle, Rey Koslowski: 166-186.

Giammarinaro Maria Grazia (2000), “La rappresentazione simbolica della tratta come riduzione in schiavitu”, σε Francesco Carchedi at al. : 90-99.

Global Survival Network (1997), Crime and Servitude. An Expose of the Traffic in Women for Prostitution from the Newly Independent States, Washington D.C.

Gulcur Leyla, Ilkkaracan Pinar (2002), “The “Natasha Experience”: Migrant Sex Workers from Former Soviet Union and Eastern Europe in Turkey”, Women’s Studies International Forum, 25, 4: 411-421.

Kelly Liz (2002), “The Wrong Debate: Reflections on Why Force is Not the Key Issue with Respect to Trafficking in Women for Sexual Exploitation”, feminist review, 73: 139–144.

Kofman Eleonore (1999), “Female “Birds of Passage” a Decade Later: Gender and Immigration in the European Union”, International Migration Review, 33, 2: 269-299.

Kofman Eleonore, Phizaklea Annie, Raghuram Parvati, Sales Rosemarie (2000), Gender and International Migration in Europe, London and New York: Routledge.

Koser Khalid and Lutz Helma (1998), The New Migration in Europe: Social Constructions and Social Realities, London: MacMillan Press.

Koslowski Rey (2001), “Economic Globalization, Human Smuggling, and Global Governance”, σε David Kyle, Rey Koslowski (eds.), Global Human Smuggling. Comparative Perspectives, Baltimore and London: The John Hopkins University Press: 337-358.

Kyle David, Dale John (2001), “Smuggling the State Back in: Agents of Human Smuggling Reconsidered”, σε David Kyle, Rey Koslowski: 29-57.

Lazaridis Gabriella (2001), “Trafficking and Prostitution. The Growing Exploitation of Migrant Women in Greece”, The European Journal of Women’s Studies, 8, 1: 67-102.

Maluccelli Lorenza (2001), “Tra schiavitu e servitu: biografie femminili in cerca di autonomia”, Giuliana Candia et al. (eds.), Da vittime a cittadine. Percorsi di uscita dalla prostituzione e buone pratiche di inserimento sociale e lavorativo, Ediesse: Roma: 37-82.

McDonald Laura, Moore Brooke, Timoshkina Natalya (2000), Migrant Sex Workers from Eastern Europe and the Former Soviet Union: The Canadian Case, Ottava: Status of Women Canada.

Mezzadra Sandro (2001), Diritto di fuga. Migrazioni, cittadinanza, globalizzazione, Verona: Ombre corte.

Mezzadra Sandro, Rigo Enrica (2003), “L’Europa dei migranti”, Giuseppe Bronzini, Heidrun Friese, Antonio Negri, Peter Wagner (eds.), Europa, Costituzione e movimenti sociali, Roma: manifestolibri: 213-230.

Molina Fanny Polania, Janssen Marie-Luise (1998), I Never Thought This would Happen to Me: Prostitution and Traffic in Latin American Women in the Netherlands, Amsterdam: Foundation Esperanza.

Morokvasic Mirjana (1991), “Fortress Europe and Migrant Women”, Feminist Review. 39: 69-84.

Moroli Emanuela, Sibona Roberta (1999), Schiave d’occidente. Sulle rotte dei mercanti di donne, Mursia: Milano.

O’Connell Davidson Julia (1998), Prostitution, Power and Freedom, Ann Arbor: University of Michigan Press.

Orfano Isabella (2003), “Country Report Italy”, Payoke at al., Research based on case studies of victims of trafficking in human beings in 3 EU Member States, i.e. Belgium, Italy and The Netherlands, Commission of the European Communities, DG Justice & Home Affairs, Hippokrates JAI/2001/HIP/023.

Orsini-Jones Marina, Gatullo Francesca (2000), “Migrant Women in Italy: National Trends and Local Perspectives”, Floya Anthias, Gabriella Lazaridis (eds.), Gender and Migration in Southern Europe, Oxford: Berg: 125-145.

Parrenas Salazar Rachel (2001), Servants of Globalization. Women, Migration, and Domestic Work, Stanford: Stanford University Press.

Pickup Francine (1998), “More Word but no Action? Forced Migration and Trafficking in Women”, Gender and Development, 6, 1: 44-51.

Phizacklea Annie (1998), “Migration and Globalisation”, σε Khalid Koser, Helma Lutz (eds.), The New Migration in Europe: Social Constructions and Social Realities, London: MacMillan Press: 21-39.

Phizacklea Annie (1996), “Women, Migration and the State”, S. Rai, G. Lievesley (eds.), Women and the State: International Perspectives, London: Taylor & Francis: 163-73.

European Council, 14 and 15 December 2001, Presidency Conclusions Leaken, Conclusion No. 42.

Ram Melanie (2000), “Putting an End to the Trafficking of Women in the NIS and CEE”, IREX Policy Paper, www.irex.org

Salt John, Stein Jeremy (1997), “Migration as a Business: The Case of Trafficking”. International Migration, 35, 4: 467-491.

Sassen Saskia (1999), Guests and Aliens, New York: The New Press.

Sassen Saskia (2000), “Women’s Burden: Counter-geographies of Globalization and the Feminization of Survival”, Journal of International Affairs, 53, 2: 503-524.

Sharma Nandita (2003), “Travel Agency: A Critique of Anti-Trafficking Campaigns”, Refuge, 21, 3: 53-65.

Simoncini Alessandro (2000), “Migranti, frontiere, spazi di confine. I lavoratori migranti nell’ordine salariale”, altreragioni, 10 : 29-45.

Snyder Timothy (2000), “Conclusions: The Wall around the West”, σε Peter Andreas, Timothy Snyder (eds.): 219-228.

Stenvoll Dag (2002), “From Russia with Love? Newspaper Coverage of Cross-Border Prostitution in Northern Norway 1990-2001”, The European Journal of Women’s Studies, 9, 2: 143-162.

Sutdhibhasilp Noulmook (2002), “Migrant Sex Workers in Canada”, σε Susanne Thorbek, Bandana Pattanaik (eds.), Transnational Prostitution. Changing Global Patterns, London and New York: Zed Books.

Turnbull Penelope (1999), “The Fusion of Immigration and Crime in the European Union: Problems of Cooperation and the Fight against the Trafficking in Women”, Phil Williams (ed.), Illegal Immigration and Commercial Sex. The New Slave Trade, London and Portland (OR): Frank Cass.

United. Http://www.united.non-profit.nl

Virgilio Maria (2000), “Le “nuove schiavitu” e le prostituzioni”, Diritto Immigrazione e Cittadinanza: 39-52.

Wijers Marjan, Lap-Chew Lin (1997), Trafficking in Women, Forced Labour and Slavery-like Practices in Marriage, Domestic Labour and Prostitution, Utrecht: STV.

Wijers Marjan, Doorninck van Marieke (2002), “Only Rights can Stop Wrongs: A Critical Assessment of Anti-Trafficking Strategies”, http://www.walnet.org/csis/papers/wijers-rights.html


1Σ.τ.μ.: Ο όρος trafficking είτε διατηρείται στα ελληνικά ως έχει, είτε μεταφράζεται ως «διακίνηση».

2Μια προηγούμενη μορφή αυτού του κειμένου έχει δημοσιευθεί στο Andrijasevic 2003.

3 Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε

4Ευχαριστώ τον Αλέξανδρο Ηλία για τη βοήθειά του στη μετάφραση.

5.«Le chiameremo Olga and Natascia. La loro storia e uguale a quella di tante altre ragazze venute dall’Est con il miraggio di un lavoro e poi costrette a prostituirsi da magnaccia senza scrupoli. Moldave, appena scese dal pullman che le porta clandestine in Italia vengono prese in consegna dall’albanese Rimi» ( Il Resto del Carlino , 18 Ιουλίου 1999).

6.Όταν χρησιμοποιώ τους όρους «ανατολική» και «δυτική» Ευρώπη αναφέρομαι σε διακριτές γεωπολιτικές περιοχές. Έχω βάλει τους όρους σε εισαγωγικά και χωρίς κεφαλαία, ώστε να μη διαιωνίζεται η εικόνα δύο στατικών μπλοκ. Στη μετά το 1989 εποχή, και ειδικά καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε διαδικασία διεύρυνσης, αυτή η εννοιολόγηση θα ήταν εσφαλμένη. Στη συνέχεια του κειμένου οι όροι δυτική και ανατολική Ευρώπη θα χρησιμοποιούνται χωρίς εισαγωγικά.

7.Το τράφικινγκ μπορεί να γίνεται με σκοπό την οικιακή εργασία, την πορνεία, τη συμμετοχή στη βιομηχανία ψυχαγωγίας, τη γεωργική εργασία, καθώς και την εργασία σε οικοδομές. Σε αυτό το κείμενο ενδιαφέρομαι αποκλειστικά για το τράφικινγκ που αφορά την πορνεία. Χρησιμοποιώ εισαγωγικά για να αναδείξω την κριτική μου στον όρο τράφικινγκ, την οποία αναπτύσσω στο κείμενο. Στη συνέχεια του κειμένου, το τράφικινγκ με σκοπό την πορνεία θα εμφανίζεται απλά ως τράφικινγκ, χωρίς εισαγωγικά.

8Αναφέρομαι εδώ στο πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών που έχει σκοπό την αποτροπή, καταστολή και τιμωρία του τράφικινγκ προσώπων, το οποίο αποτελεί έναν διεθνώς αποδεκτό ορισμό του όρου τράφικινγκ. Το πρωτόκολλο υιοθετήθηκε τον Νοέμβριο του 2000 στη Σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στο διεθνικό οργανωμένο έγκλημα. Για μια συζήτηση σχετικά με τον ορισμό του τράφικινγκ στο πλαίσιο της Ιταλίας, βλ. μεταξύ άλλων τα κείμενα των Carchedi (2000) και Virgilio (2000).

9.Για μια συζήτηση των διαφορών μεταξύ του ιταλικού και του βελγικού μοντέλου βλ. για παράδειγμα Apap & Medved 2002 και Giammarinaro 2000.

10.Εδώ και πάνω από μια δεκαετία υπάρχουν στην Μπολόνια αρκετά πρωτοποριακά προγράμματα για το τράφικινγκ, όπως το πρόγραμμα «Moonlight» («σεληνόφως») που έχει ως στόχο τη δουλειά στους δρόμους όπου λαμβάνει χώρα η σεξουαλική εργασία. Υπάρχει επίσης το «Progetto Delta» που στοχεύει στην κοινωνική προστασία ή/και στον εθελούσιο επαναπατρισμό των θυμάτων του τράφικινγκ. Τέλος, το πρόγραμμα «Casa delle donne per no subire violenza di Bologna», που αποτελεί μέρος του προηγούμενου προγράμματος, στο πλαίσιο του οποίου έχω διεξαγάγει τη δική μου έρευνα πεδίου καθώς και έναν μεγάλο αριθμό συνεντεύξεων.


11.Δανείζομαι τον όρο «συνθήκες περιορισμού» (conditions of confinement) από την O’Connell Davidson. Με αυτόν τον όρο αναφέρεται στις «συνθήκες που εμποδίζουν την αποχώρηση από την πορνεία μέσω της χρήσης σωματικού περιορισμού, σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας, ή μέσω της απειλής άλλων μη οικονομικών κυρώσεων, όπως φυλάκιση ή επαναπατρισμός» (1998: 29).

12.Οι χώρες αυτές είναι: Ρουμανία, Ουκρανία, Μολδαβία, Ρωσία, Κροατία, και Σερβία-Μαυροβούνιο. Παρά το γεγονός ότι η Ρουμανία είναι τώρα ανάμεσα στις υποψήφιες χώρες-μέλη της ΕΕ, την περίοδο της δικής μου έρευνας πεδίου θεωρούνταν αρκετά πίσω από τις άλλες υποψήφιες και ως εκ τούτου μέχρι πρόσφατα (Ιανουάριος 2002) οι Ρουμάνοι πολίτες χρειάζονταν βίζα για να εισέλθουν στη ζώνη του Σένγκεν.

13.Η επιλογή των συγκεκριμένων γυναικών έγινε λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά παραγόντων: χρόνο, γλώσσα, διαθεσιμότητα των γυναικών και βαθμό εμπιστοσύνης. Υπήρξαν επίσης περιπτώσεις γυναικών που, έχοντας αποχωρήσει από την ελεγχόμενη από τρίτους πορνεία στο δρόμο, αποφάσισαν να επιστρέψουν στις χώρες προέλευσής τους. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν υπήρξε πραγματικά καθόλου χρόνος για να πραγματοποιηθούν οι συνεντεύξεις, καθώς το μεγαλύτερο κομμάτι της μέρας τους είχε πλέον καταληφθεί από αστυνομικές ανακρίσεις, ιατρικούς ελέγχους και τα σχετικά με την έκδοση των απαραίτητων ταξιδιωτικών εγγράφων. Η γλώσσα αποτέλεσε συχνά ένα ακόμη εμπόδιο στην πραγματοποίηση των συνεντεύξεων, δεδομένου ότι ήταν απαραίτητο να βρω μεταφραστές από τα ρωσικά, τα ρουμανικά ή τα μολδαβικά. Η έλλειψη χρόνου και οι δυσκολίες επικοινωνίας δυσκόλεψαν επίσης τη δημιουργία μιας σχέσης εμπιστοσύνης με τις γυναίκες, απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των συνεντεύξεων σε βάθος.

14.Με τον όρο «λόγος» αποδίδεται ο όρος discourse και τίθεται σε εισαγωγικά για να είναι σαφής η διαφορά από άλλες κοινές χρήσεις του όρου λόγος (Σ.τ.μ.).

15Τα αποκόμματα από εφημερίδες συλλέχθηκαν μεταξύ 1998-2000 από τη Republicca, μια εθνική ημερήσια εφημερίδα, καθώς και από το Resto del Carlino, μια τοπική ημερήσια εφημερίδα της Μπολόνιας.

16.Με τον όρο «καθιστώντας έμφυλα» αποδίδεται ο όρος gendering. Ο όρος έμφυλος/έμφυλη έχει καθιερωθεί στα ελληνικά ως η καλύτερη απόδοση του gendered (Σ.τ.μ.).

17.Ο Διεθνής Οργανισμός για τη Μετανάστευση (ΔΟΜ) υπολογίζει ότι 700.000 γυναίκες και παιδιά διακινούνται ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ σύμφωνα με τις πηγές των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ) ο αριθμός κυμαίνεται μεταξύ δύο (IMADR στο McDonald, Moore, Timoshkina 2000: 1) και τεσσάρων εκατομμυρίων ανθρώπων (Ram 2000: 2). Όσον αφορά το τράφικινγκ γυναικών από την ανατολική Ευρώπη στην ΕΕ, ορισμένες πηγές της ΕΕ αναφέρονται σε 500.000 γυναίκες (Ram 2000: 2) ενώ άλλες υπολογίζουν έναν αριθμό μεταξύ 200.000 και 500.000, ο οποίος περιλαμβάνει γυναίκες από την ανατολική Ευρώπη, καθώς και από τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία (Molina & Janssen 1998: 16).

18.Η Συνθήκη του Σένγκεν κατήργησε τα εσωτερικά σύνορα μεταξύ των κρατών-μελών που υπάγονται σε αυτήν, επιτρέποντας την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, κεφαλαίου, υπηρεσιών και των ίδιων των πολιτών. Ταυτόχρονα, όμως, η Συνθήκη ενίσχυσε τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ και έθεσε ως στόχο την εναρμόνιση των πολιτικών μετανάστευσης και παροχής ασύλου. Σήμερα η περιοχή του Σένγκεν περιλαμβάνει την Αυστρία, το Βέλγιο, τη Δανία, τη Φιλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ισλανδία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, τη Νορβηγία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Σουηδία.

19.Επιπλέον, υπάρχει η απαίτηση τα υποψήφια κράτη να υπογράψουν συμφωνίες επανένταξης, να τροποποιήσουν τον ισχύοντα νόμο για τους αλλοδαπούς και να ενισχύσουν (ή να εισαγάγουν) νόμους ενάντια στη διακίνηση ανθρώπων. Για μια εξαιρετική ανάλυση του μετασχηματισμού του νόμου αλλοδαπών στα υποψήφια κράτη βλ. Rigo 2004.

20.Το ευρωπαϊκό δίκτυο «Ενωμένοι για τη διαπολιτισμική δράση» (United for cultural action), το οποίο εδρεύει στην Ολλανδία και δραστηριοποιείται εναντίον του εθνικισμού, του ρατσισμού και του φασισμού, έχει καταγράψει περισσότερους από 3.750 θανάτους μεταναστών ως αποτέλεσμα της αστυνόμευσης συνόρων, των πολιτικών κράτησης και απέλασης και των κυρώσεων μεταφοράς (UNITED 2003). Τα στοιχεία αυτά αφορούν μόνο εκείνους τους μετανάστες που έχουν καταγραφεί. Ως εκ τούτου, οι «πραγματικοί» αριθμοί είναι άγνωστοι.

21.Μια έρευνα για τον τρόπο εισόδου των Φιλιππινέζων οικιακών βοηθών στην Ιταλία καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα σχετικά με τη διέλευση συνόρων και τις σχετικές εμπειρίες (cfr. Parrenas 2001).

22.Οι γυναίκες με τις οποίες μίλησα αναφέρουν ότι τα πρακτορεία χρεώνουν μεταξύ 360 και 500 αμερικανικών δολαρίων, ανάλογα με τη χώρα αναχώρησης, για μια βίζα και ένα εισιτήριο λεωφορείου για Ιταλία. Να σημειωθεί ότι εκείνες από τις συμμετέχουσες που εργάζονταν ως δασκάλες ή γραμματείς στη Μολδαβία ή στην Ουκρανία κέρδιζαν 20 ως 30 αμερικανικά δολάρια το μήνα.

23.Η Ράκελ Σαλαζάρ Παρένας (Rhacel Salazar Parrenas) δείχνει ότι το ποσό το οποίο χρεώνουν τα πρακτορεία για να βοηθήσουν τους μετανάστες που θέλουν να ταξιδέψουν χωρίς έγγραφα απ’ τις Φιλιππίνες μέχρι την Ιταλία διπλασιάστηκε σε 8.000 αμερικανικά δολάρια κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, όταν η Ιταλία μπήκε στη ζώνη Σένγκεν και ενίσχυσε τον έλεγχο στα εξωτερικά σύνορά της (Salazar Parrenas 2001).

24.Στη βιβλιογραφία του τράφικινγκ αυτή η διαδικασία αναφέρεται συνήθως ως το να είναι κανείς «πουλημένος» («being sold») (Global survival network 1997, Kelly 2002: 31-32).

25.Μια συζήτηση σχετικά με τις συνθήκες κράτησης υπό τις οποίες έζησαν οι συμμετέχουσες στην έρευνά μου όσο δούλευαν στην οργανωμένη από τρίτους πορνεία δρόμου είναι εκτός πλαισίου εδώ. Έχω, όμως, ασχοληθεί με το θέμα αυτό στη διδακτορική μου διατριβή, ιδιαίτερα στο κεφάλαιο 3 (Andrijasevic 2004).

26.Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι οι οργανωμένες εγκληματικές οργανώσεις δεν είχαν εμπλακεί αρχικά στο τράφικινγκ αλλά ότι αυτό πραγματοποιούνταν στο πλαίσιο μεταναστευτικών δικτύων (IOM σε Turnbull 1999: 192).

27.Με τον όρο «μεταναστευτικά προγράμματα» μεταφράζεται το migratory projects, που αναφέρεται κυριολεκτικά στο πρόγραμμα μετανάστευσης το οποίο επιχειρεί να ακολουθήσει η μετανάστρια (Σ.τ.μ.).

28Η ακριβής ημερομηνία του άρθρου αυτού δεν αναφέρεται για την ασφάλεια της πληροφοριοδότριας.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή