Ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών και κρίση της συσσώρευσης του κεφαλαίου
του Νίκου Κομνηνού

Εισαγωγή

Σε μια σχηματική απόδοση, μπορούμε να πούμε ότι το καθεστώς συσσώρευσης που χαρακτήρισε τη μεταπολεμική ανάπτυξη της καπιταλιστικής Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, ο φορντισμός προς τιμή του Η. Ford που εισήγαγε την τεχνικοπαραγωγική του οργάνωση προσδιορίζεται από τις ακόλουθες σχέσεις: (Lipietz 1984) α. τα ποσοστά της αύξησης της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της παραγωγικότητας στην υποδιαίρεση Ι (τομέας παραγωγής μέσων παραγωγής) είναι ίδια. β. τα ποσοστά αύξησης της κατανάλωσης των μισθωτών και της παραγωγικότητας στην υποδιαίρεση II (τομέας παραγωγής μέσων κατανάλωσης) είναι ίδια. Η πρώτη από τις παραπάνω σχέσεις πιστοποιείται με εκπληκτική ακρίβεια, από τα στατιστικά δεδομένα, για τις κύριες βιομηχανικές χώρες. Η δεύτερη εξασφαλίσθηκε κυρίως μέσα από μια πολιτική ρύθμιση της μισθωτής σχέσης: η μαζική κατανάλωση ακολούθησε τη μαζική παραγωγή, μέσω της συλλογικής διαπραγμάτευσης της μισθωτής σχέσης και τις παροχές του κράτους προνοίας. Η φορντική λοιπόν συσσώρευση και ανάπτυξη στηρίχθηκε κύρια στην διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς και δευτερευόντως στις διεθνείς ανταλλαγές. Φορντική οργάνωση της παραγωγής, συνεχής βελτίωση της παραγωγικότητας και μεγέθυνση της εσωτερικής αγοράς εξασφαλίζουν μια σταθερότητα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και στο ποσοστό κέρδους και η ανάπτυξη των βιομηχανικών χωρών προχωράει κανονικά με μέσους ετήσιους ρυθμούς 57%. Η διεύρυνση της παραγωγής πάνω από τους ρυθμούς της αύξησης της παραγωγικότητας τροφοδοτείται με εργατικό δυναμικό που προέρχεται από τις αναπτυσσόμενες χώρες και τις αγροτικές περιοχές. Έτσι μια συνεχής μεταφορά εργατικής δύναμης σε αγροτικοαστική κατεύθυνση και μια δυναμική ανάπτυξη των αστικών περιοχών χαρακτηρίζουν την ένταξη του αγροτικού χώρου στον αστικοβιομηχανικό καπιταλισμό. Μετά το μέσο όμως της δεκαετίας του 1960 και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι κινητήριες δυνάμεις της φορντικής συσσώρευσης εξαντλούνται και η ισορροπία τομέων παραγωγής, παραγωγικότητας, κατανάλωσης και επενδύσεων θραύεται (Boyer 1983). Καταγράφονται πια χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, θεαματική πτώση των επενδύσεων, μαζική ανεργία, ενώ ταυτόχρονα αποδιαρθρώνεται η προηγούμενη ενότητα αγροτικών και αστικών περιοχών. Ειδικά για τις αγροτικές περιοχές οι νέες συνθήκες εμφανίζονται με την μορφή μιας ιδιότυπης αντιστροφής.

1. Η αστικοαγροτική αντιστροφή


Τα δεδομένα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδας του 1981 αποδεικνύουν ότι στην δεκαετία 1970 80 περιορίσθηκε η αγροτική έξοδος και επιβραδύνθηκε η αστικοποίηση του αγροτικού πληθυσμού, σε σχέση με τους ρυθμούς των προηγούμενων δεκαετιών. Οι πίνακες 1 και 2 είναι ενδεικτικοί αυτής της μεταβολής. Από τους πίνακες 1 και 2 προκύπτει ότι στην τελευταία δεκαετία, οι αγροτικές περιοχές περιορίζουν την μεταναστευτική εκροή τους κατά 2,5 φορές, οι ημιαστικές περιοχές αντιστρέφουν θετικά το μεταναστευτικό τους ρεύμα, στις αστικές περιοχές η μεταναστευτική εισροή περιορίζεται ελαφρά και το εξωτερικό μεταναστευτικό ρεύμα αντιστρέφεται. Κάμπτεται λοιπόν ο ρυθμός της αστικοποίησης τόσο στη θετική του μορφή (την αστική ανάπτυξη) όσο και στην αρνητική του (την αγροτική έξοδο). Η επιβράδυνση της αστικοποίησης, ο περιορισμός της αγροτικής εξόδου και πολλές φορές η ταχύτερη ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών, δεν είναι ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει μόνο τις πληθυσμιακές μεταβολές της Ελλάδας. Με διαφορετικές μορφές εμφανίζεται μετά το 1970 σε πολλές καπιταλιστικές χώρες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το επίπεδο του αστικοποιημένου πληθυσμού σταματάει για πρώτη φορά στην δεκαετία του 1970. Ο αστικός πληθυσμός εξακολουθεί βέβαια να αυξάνει αλλά με ρυθμό χαμηλότερο απ' ότι ο πληθυσμός των αγροτικών περιοχών. Σαν αποτέλεσμα, το τμήμα του πληθυσμού που κατοικεί στις αστικές περιοχές σταματάει να μεγενθύνεται συγκριτικά. Το 1950 το 46% του πληθυσμού των ΗΠΑ κατοικούσε σε αστικές περιοχές· το 1960 το 53%, το 1970 το 58%, το 1980 το ποσοστό εξακολουθεί να είναι 58%. Σε ορισμένες μάλιστα πολιτείες αυτό μειώνεται (Long L., D. Deare 1983). Σύμφωνα πάντα με τους L. Long και D. Deare, η μεταβολή αυτή οφείλεται στο ότι οι αγροτικές περιοχές κερδίζουν εξίσου γρήγορα με τις αστικές νέες θέσεις εργασίας. Το συνολικό μάλιστα ποσοστό αύξησης της απασχόλησης είναι μεγαλύτερο στις αγροτικές επαρχίες. Στη Μεγάλη Βρετανία οι μόνες περιοχές που καταγράφουν μια αύξηση στην βιομηχανική απασχόληση μεταξύ 1971-1976 είναι οι αγροτικές επαρχίες, με μέση αύξηση 1,6% σε σύγκριση με την κατά 13,4% μείωση των απασχολουμένων στις Βρετανικές Μητροπόλεις (Keeble D. et al. 1983). Παρόμοια μεταβολή καταγράφεται στη Δανία. Ενώ στο σύνολο της χώρας μεταξύ 1973 και 1978 οι θέσεις απασχόλησης περιορίζονται κατά 10% και οι θέσεις απασχόλησης στις αστικές περιοχές κατά 13%, οι αγροτικές περιοχές κερδίζουν 12% νέες θέσεις εργασίας (Keeble et. al. 1983). Τη διαφοροποίηση και αντιστροφή των ρυθμών ανάπτυξης αστικών και αγροτικών περιοχών κατά τη δεκαετία του 1970 μπορούμε να τη διαπιστώσουμε στο σύνολο της ΕΟΚ σε όρους ΑΕΠ, προστιθέμενης αξίας και βιομηχανικής απασχόλησης (βλ. πίνακες 3, 4, 5). Αναλυτικά στο επίπεδο των εννέα χωρών της ΕΟΚ, τα συμπεράσματα των πινάκων 3,4 και 5,


δηλ. η ταχύτερη ανάπτυξη των αγροτικών και λιγότερο αστικοποιημένων περιοχών από τις αστικοποιημένες και υψηλά αστικοποιημένες περιοχές, επιβεβαιώνονται τόσο σε όρους προστιθέμενης αξίας όσο και βιομηχανικής απασχόλησης για την Δ. Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία και Ιταλία και σε όρους προστιθέμενης αξίας για τις Κάτω Χώρες, και το Βέλγιο. Παράλληλα δεν επιβεβαιώνονται ισχυρισμοί για την διαφοροποίηση των χωρών του Βορρά από αυτές του Νότου ως προς τον χαρακτήρα της παραπάνω μεταβολής. Βλέπουμε λοιπόν μέσα στην δεκαετία του 1970 να περιορίζεται η αγροτική έξοδος εκεί που αυτή δεν είχε ολοκληρωθεί, να επιβραδύνεται ο ρυθμός της αστικοποίησης, να εμφανίζεται μια ταχύτερη ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών, απ' ότι των αστικών, να αυξάνεται η βιομηχανική απασχόληση στις αγροτικές περιοχές πολλών αναπτυγμένων βιομηχανικών χωρών, και να διευρύνεται η συμμετοχή τους στο ΑΕΠ και στην προστιθέμενη αξία. Σε τι όμως οφείλεται αυτή η αντιστροφή των προηγούμενων τάσεων; Μήπως διαμορφώνεται μια νέα αναπτυξιακή δυναμική στον αγροτικό χώρο; Σε τι οφείλεται η σχετική αναβίωση των μέχρι σήμερα λιγότερο αναπτυγμένων περιφερειών των καπιταλιστικών χωρών;

2. Αγροτική ανάπτυξη ή κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης;

2.1. Διαδεδομένες ερμηνείες της αστικοαγροτικής μεταβολής
Οι πιο γνωστές ερμηνείες που δόθηκαν στην εμπειρικά διαπιστούμενη επιβράδυνση της αστικοποίησης και την παράλληλη ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών επικεντρώνονται στη μεταβολή της χωροθετικής συμπεριφοράς της βιομηχανίας. Αυτή θεωρείται ότι προκαλείται είτε λόγω χωροθετικών περιορισμών επέκτασης των επιχειρήσεων, είτε λόγω της γενικότερης αναδιάρθρωσης της βιομηχανικής δραστηριότητας. Στην ερμηνεία του «κόστους παραγωγής» προβάλλεται το ψηλότερο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων στα αστικά κέντρα, σαν κύριος λόγος της μετακίνησης τους προς τις λιγότερο αστικοποιημένες και τις αγροτικές περιοχές. Οι Moore, Rhodes και Tyler (1982) υπολογίζουν ότι οι πρόσφατες αστικοαγροτικές διαφορές του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου στο Λονδίνο και την Ανατολική Αγγλία ανέρχονται σε 32-58% των ακαθάριστων κερδών τους. Η διαφοροποίηση του κόστους λειτουργίας έχα προφανώς επιπτώσεις στα κέρδη, στην ανταγωνιστικότητα και στην μεταβολή του αριθμού των απασχολουμένων των επιχειρήσεων. Στις ΗΠΑ προτείνεται μια πιο σύνθετη θεωρία σχετικά με το κόστος παραγωγής και την κινητικότητα της βιομηχανίας προς τις αγροτικές περιοχές: η «filterdown» θεωρία του Thompson (1968). Ο Thompson συνδέει την αγροτική εκβιομηχάνιση με τις αλλαγές στη δομή του κόστους των βιομηχανικών επιχειρήσεων καθώς αυτές διέρχονται τα διάφορα στάδια του κύκλου ζωής τους. Τα πρώτα στάδια της γρήγορης τεχνολογικής αλλαγής απαιτούν τη μεγάλη αστική συγκέντρωση και τις εξειδικευμένες οικονομίες εργασίας των μητροπόλεων. Στην συνέχεια ο αυξανόμενος ανταγωνισμός και η τυποποίηση της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας οδηγούν τις επιχειρήσεις να αποκεντρωθούν σε χαμηλόμισθους αστικούς και αγροτικούς οικισμούς καθώς το κόστος εργασίας γίνεται καθοριστικός παράγοντας της ανταγωνιστικότητας τους, στα ύστερα στάδια του κύκλου ζωής τους. Η ερμηνεία των «χωροθετικών περιορισμών» των Fothergill και Gudgin (1979) επικεντρώνεται στους περιορισμούς προσφοράς ωφέλιμης επιφάνειας στις επιχειρήσεις στις μεγάλες πόλεις. Σύμφωνα μ' αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση πίσω από την αστικοαγροτική μετακίνηση των βιομηχανιών βρίσκεται η αντικατάσταση της ζωντανής εργασίας από τις μηχανές. Οι νέες ανάγκες σε χώρους επέκτασης που έτσι δημιουργούνται είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν στις πόλεις, λόγω της μεγάλης πυκνότητας και της ισχυρής συνέχειας του φυσικού χώρου και ωθούν τις επιχειρήσεις σε μετεγκατάσταση στον αγροτικό χώρο και σε μικρότερα αστικά κέντρα. Στην ερμηνεία τέλος της νέας κινητικότητας των επιχειρήσεων σε σχέση με τις διαδικασίες της «βιομηχανικής αναδιάρθρωσης», θεωρείται ότι η γεωγραφική κινητικότητα των επιχειρήσεων αποτελεί μέρος των γενικότερων στρατηγικών τους για οικονομική αναδιάρθρωση, όπως αυτή εκδηλώνεται στο τέλος της δεκαετίας του 1960. Έτσι η σύγχρονη πτώση της βιομηχανικής δραστηριότητας στις αστικές περιοχές εξελίσσεται παράλληλα με ριζικές μεταβολές του συνόλου της οικονομίας. Μέσα δε σ' αυτό το ευρύτερο πλαίσιο των συνολικών μεταβολών των εθνικών οικονομιών, μπορούν τα ειδικά προβλήματα της χωροθετικής συμπεριφοράς των επιχειρήσεων να γίνουν κατανοητά (Massey D.B., R. Meegran 1978). Σ' αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην κερδοσκοπική ικανότητα των επιχειρήσεων και στην αναζήτηση καλύτερων συνθηκών εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Έτσι η εισαγωγή τεχνολογίας που καθιστά άχρηστο μέρος του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, επιτρέπει τη μετακίνηση της παραγωγής ή των τμημάτων της σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από εκμεταλλεύσιμο, ανειδίκευτο και φθηνό εργατικό δυναμικό. Ακόμη η μετακίνηση των βιομηχανικών επιχειρήσεων προς τις έως τώρα καθυστερημένες και λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές τροφοδοτεί και την φιλολογία των «πλεονεκτημάτων της καθυστέρησης». Σ' αυτή την οπτική, ενώ τα παλιά «κέντρα» αντιμετωπίζουν τα μειονεκτήματα της ανάπτυξης, οι λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές αξιοποιούν τα εμφανιζόμενα «πλεονεκτήματα της καθυστέρησης» για να προσελκύσουν ένα μεγάλο αριθμό παραγωγικών κλάδων (Maskell 1983 και Garofoli 1983).

2.2 Αστικοαγροτική μεταβολή και κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης
Χαρακτηριστική είναι, και στις τρεις κατευθύνσεις ερμηνείας της αστικοαγροτικής αντιστροφής που αναφέραμε, η έμφαση στη γεωγραφική κινητικότητα των βιομηχανικών επιχειρήσεων. Έτσι παρ' όλες τις σημαντικότατες διαφορές τους (η άποψη π.χ. των Fothergill-Gudgin εντάσσεται μέσα σε μια αναπτυξιακή προοπτική της βιομηχανικής δραστηριότητας, ενώ αντίθετα αυτή των Massey-Meegan ξεκινάει από τη διαπίστωση της κρίσης και της αναδιάρθρωσης που αυτή επιβάλλει) και οι τρεις ερμηνευτικές οπτικές, καθώς περιορίζουν την προβληματική τους στο πεδίο της βιομηχανικής δραστηριότητας, αδυνατούν να πάρουν υπόψη τους την συμβολή των αγροτικών περιοχών στη διαμόρφωση της εμπειρικά διαπιστούμενης αντιστροφής. Ενώ όλες οι μέχρι σήμερα αναλύσεις της αστικοποίησης ξεκινούσαν από την κατάσταση του αγροτικού χώρου, οι τρέχουσες ερμηνείες των σημερινών τάσεων απαλείφουν τελείως την δυναμική που αυτός περικλείει και τη συμβολή του στη φαινομενολογία των ρυθμών της αστικοποίησης. Μια πιο σφαιρική ερμηνεία της αστικοαγροτικής αντιστροφής πιστεύομε ότι είναι δυνατή, δηλαδή αυτή που ξεκινάει από την άρθρωση του αγροτικού χώρου με τη συσσώρευση του κεφαλαίου στον βιομηχανικό καπιταλιστικό τομέα. Σημαντική τομή στην ιστορία της ένταξης των αγροτικών περιοχών στην καπιταλιστική ανάπτυξη αποτέλεσαν οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Μ' αυτές εξασφαλίσθηκε πρώτα απ' όλα η συντριβή της μεγάλης φεουδαλικής γαιοκτησίας προς όφελος του αστικού καπιταλισμού, ο οποίος εξασφάλισε την προσφορά των αγροτικών προϊόντων σε φθηνότερες τιμές. Μετά την υποταγή ή κοινωνική ενσωμάτωση των γαιοκτημόνων, δύο διαφορετικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης του αγροτικού χώρου γίνονται δυνατές, ανάλογα με τον τρόπο αναδιανομής της γης. Στη μια περίπτωση, η δημιουργία μεγάλων και μεσαίων εκμεταλλεύσεων δίπλα στις μικρές ευνοεί την άμεση ανάπτυξη του καπιταλισμού στον αγροτικό χώρο, καθώς επιτρέπει τόσο την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στις μεγάλες εκμεταλλεύσεις, όσο και την εμφάνιση μισθωτών εργατών γης από την εγκατάλειψη της καλλιέργειας των μικρών. Στην άλλη περίπτωση, η μεγάλη κατάτμηση του καλλιεργούμενου εδάφους και η δημιουργία πολλών μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων οδηγεί στο σχηματισμό ενός μεγάλου αριθμού μικροσκοπικών οικογενειακών αγροτικών επιχειρήσεων. Η οργάνωση της παραγωγής παίρνει τη μορφή της μικροεμπορευματικής παραγωγής και η ενσωμάτωση της στον καπιταλισμό γίνεται έμμεσα, με τη διαμεσολάβηση των μηχανισμών της αγοράς. Ενώ όμως η μορφή της κοινωνικής οργάνωσης του αγροτικού χώρου εξαρτήθηκε από την έκβαση της ταξικής σύγκρουσης μέσα σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, και στις δύο περιπτώσεις η ένταξη του αγροτικού χώρου στον αστικοβιομηχανικό καπιταλισμό έγινε: α) μέσω της συμβολής του στη διαμόρφωση του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στο βιομηχανικό τομέα, β) μέσω της εισροής εργατικής δύναμης στους αστικοβιομηχανικούς τομείς, σύμφωνα με τους δικούς τους ρυθμούς ανάπτυξης, γ) μέσω της συμβολής τους στον σχηματισμό του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Πάνω σ' αυτή τη μορφή άρθρωσης αγροτικών και μη τομέων αναπτύχθηκε το χωρικό σχήμα ανάπτυξης της μεταπολεμικής περιόδου των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά του αποτελούν ο υψηλός αριθμός αστικής ανάπτυξης, η ένταση της αστικοαγροτικής αντίθεσης, η ένταση της διχοτομίας αναπτυγμένων-υπανάπτυκτων περιοχών καθώς και η συνεχής διεύρυνση του μεγέθους των επιχειρήσεων και της συγκέντρωσης τους. Είναι κατανοητό ότι ένα τέτοιο σχήμα ανάπτυξης συνεπάγονταν μια μεγάλη μεταφορά πόρων και ειδικότερα εργασίας τόσο στο χώρο, όσο και μεταξύ των τομέων, ανάμεσα σε πρωτογενή και δευτερογενή ή ανάμεσα σε προχωρημένους και καθυστερημένους τομείς (Garofoli 1983). Οι μεταναστευτικές λοιπόν κινήσεις του πληθυσμού σε αγροτικοαστική κατεύθυνση και η μεταφορά αξίας (μέσω πιστωτικό-εμπορευματικών σχέσεων, ελέγχου των τιμών και κρατικής παρέμβασης) αποτέλεσαν τις κυρίαρχες διαδικασίες μέσα από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η άρθρωση αγροτικών και αστικών χώρων και τομέων. Από την αρχή όμως της δεκαετίας του '70 οι σχέσεις αυτές αρχίζουν να μετασχηματίζονται. Αφετηρία αποτελεί η πρώτη γενικευμένη μεταπολεμική ύφεση της καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία γενικεύεται σ' όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Τελειώνει έτσι η μακριά φάση της μεταπολεμικής ανάπτυξης, καθώς οι κινητήριες δυνάμεις της εξαντλούνται και οι αντιφάσεις των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής καταγράφονται εντονότερα (Lipietz 1984). Σύμφωνα με τον Mandel (1982) η γενικευμένη ύφεση της καπιταλιστικής οικονομίας εκφράζει με συνθετικό τρόπο την αντιστροφή της «μακριάς αναπτυξιακής φάσης» που άρχισε στις ΗΠΑ το 1940 και στην Δυτ. Ευρώπη και Ιαπωνία το 1948 και διήρκεσε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960.Διαμορφώνεται έτσι μια νέα «μακριά φάση» που χαρακτηρίζεται από ένα μακρόχρονο μέσο ποσοστό ανάπτυξης, χωρίς αμφιβολία χαμηλότερο από το μισό των δεκαετιών '50 και '60. Η νέα αυτή οικονομική κατάσταση ή η γενικευμένη κρίση του φορντισμού σύμφωνα με την ορολογία της σχολής της regulation, οδηγεί στην αστικοαγροτική αντιστροφή που με τη βοήθεια των ποσοτικών στοιχείων διαπιστώνουμε, καθώς μετασχηματίζει και οριακά ανατρέπει τις σχέσεις (α, β, γ) πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η αστικοαγροτική άρθρωση. Συγκεκριμένα μεταβάλλονται οι απαιτήσεις των αστικοβιομηχανικών τομέων σε εργατικό δυναμικό, μετατρέπεται ο τρόπος σχηματισμού του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού και αναδιαρθρώνεται η γεωγραφική κατανομή του κόστους της εργατικής δύναμης. Πρόκειται για αλλαγές που με συστηματικό τρόπο αναιρούν την αγροτικοαστική ροή πόρων και εργασίας.

Ο περιορισμός της εισροής εργατικού δυναμικού στους αστικοβιομηχανικούς τομείς προκύπτει από την ανάπτυξη και εισαγωγή ημιαυτόματων και αυτόματων τεχνικών παραγωγής στη συγκεκριμένη συγκυρία της δεκαετίας του '70. Νέες τεχνολογίες βασισμένες στην μικροηλεκτρονική, στις μηχανές αριθμητικού ελέγχου, στα ρομπότ, στον προγραμματισμό της παραγωγής μέσω υπολογιστών οδηγούν σε μια ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, που κύρια εντοπίζεται στην καπιταλιστική Ευρώπη, στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ. Εάν λοιπόν η παραγωγικότητα αυξάνεται ετήσια κατά 5%, απαιτείται μια παρόμοια αύξηση της παραγωγής για να διατηρηθεί η πλήρης απασχόληση, εφόσον όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί. Με έναν ενεργό πληθυσμό που αυξάνει ετήσια 1% το καθεστώς της πλήρους απασχόλησης απαιτεί μια αύξηση της παραγωγής κατά 6%. Στο πλαίσιο της κρίσης της δεκαετίας του '70, πολύ χαμηλότεροι μέσοι ρυθμοί ανάπτυξης πραγματοποιήθηκαν (βλ. πίνακας. 6). Έτσι, μια διακύμανση της παραγωγής ±2%, συνοδευόμενη από μια αύξηση της παραγωγικότητας κατά 4% και του ενεργού πληθυσμού κατά 1% δημιουργεί πτώση της απασχόλησης 3% έως 7% ετήσια. Χαρακτηριστικό των φθινουσών απαιτήσεων εργατικού δυναμικού και της δυσκολίας εισροής νέου εργατικού δυναμικού στην παραγωγική διαδικασία είναι η ανεργία των νέων. Για το σύνολο της ΕΟΚ το ποσοστό των νέων ανέργων αυξάνει συνεχώς σ' όλη τη δεκαετία του '70 (βλ. πιν. 7).

Σ' όλη την διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου ανάπτυξης συμμετείχαν στις εργατικές μάζες των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών εργαζόμενοι από λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Καθώς η αστικοποίηση του αγροτικού πληθυσμού των χωρών του «βιομηχανικού κέντρου» είχε ολοκληρωθεί, οι πρόσθετες ανάγκες τους σε εργατικό δυναμικό καλύφθηκαν από μετανάστες εργαζόμενους και από την αυξανόμενη εισδοχή γυναικών στην παραγωγή. Αυτές οι δύο κατηγορίες εργατικού δυναμικού εκδιώκονται μαζικά από την παραγωγή μόλις αντιστρέφεται η οικονομική συγκυρία. Στην Ελλάδα π.χ. ενώ η δεκαετία 1960-70 διαμορφώνεται ένα ρεύμα αποδημίας περίπου 450 χιλιάδων ατόμων, στην δεκαετία 1970-80 αντίθετα επαναπατρίζονται περίπου 530 χιλ. άτομα (πιν. 1). Πολύ γνωστή επίσης είναι η πρόσφατη πολιτική «κινήτρων» στη Δυτ. Γερμανία για τον επαναπατρισμό 300.000 Τούρκων μεταναστών. Σε ό,τι αφορά τις αγροτοαστικές μετακινήσεις, οι μειωμένες εισροές εργατικού δυναμικού και η διογκούμενη ανεργία στον αστικοβιομηχανικό τομέα των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών τις περιορίζουν δραστικά τόσο στο εθνικό επίπεδο των παραπάνω χωρών όσο και στις χώρες από τις οποίες αντλούσαν εργατικό δυναμικό στη φάση της ταχείας ανάπτυξης. Καθώς η ανεργία καθιερώνεται σαν δομικό χαρακτηριστικό της νέας φάσης, μετασχηματίζεται ο τρόπος σχηματισμού και η διάρθρωση του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Την παραδοσιακή θέση των αγροτών στον εφεδρικό βιομηχανικό στρατό καταλαμβάνουν αυτοί οι ίδιοι οι άνεργοι, καθώς ο αριθμός τους λίγο μεταβάλλεται ανάμεσα στο ανώτερο και στο κατώτερο σημείο του οικονομικού κύκλου (κατά προσέγγιση πρόκειται για μια διακύμανση ανάμεσα σε 13 εκατ. και σε 17 εκατ. για τις κύριες βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες). Η ιστορική επομένως λειτουργία της οικονομικής συγκυρίας στη δεκαετία του '70 είναι ακριβώς το τέλος της εποχής της πλήρους απασχόλησης και η μόνιμη εισαγωγή της ανεργίας μέσα στην αγορά εργασίας. Ο εφεδρικός βιομηχανικός στρατός μπορεί να συγκροτείται με τον κλασικό πια τρόπο, τους ανέργους του ίδιου του βιομηχανικού τομέα και όχι με πρόσθετες αγροτικοαστικές μετακινήσεις. Σύμφωνα με τα προηγούμενα ο περιορισμός των αναγκών σε εργατική δύναμη στους αστικοβιομηχανικούς τομείς των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών στην δεκαετία του '70 οδήγησε διαδοχικά: στην απομάκρυνση κατ' αρχήν μαζικά των γυναικών και των μεταναστών από την παραγωγή και στον επαναπατρισμό μεγάλου αριθμού των τελευταίων στην προσωρινή αναίρεση της αναγκαιότητας των αγροτικοαστικών μετακινήσεων και στη διακοπή της προηγούμενης έντασης τους στην παραμονή εργατικού δυναμικού στις αγροτικές και λιγότερο αστικοποιημένες περιοχές στην παρουσία «λιμνάζοντος» εργατικού δυναμικού έξω από ένα περιβάλλον με συνδικαλιστική παράδοση, μη ενταγμένου σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, με μικρότερη εν δυνάμει αντίσταση στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και χαμηλότερο συγκριτικά κόστος αναπαραγωγής, μακριά από τα κύρια αστικά κέντρα και τις μεγάλες συγκεντρώσεις. Διαμορφώθηκε έτσι μια νέα γεωγραφική κατανομή της εργατικής δύναμης, του κόστους της και των άλλων χαρακτηριστικών της που αποτέλεσε τη βάση και επέτρεψε τη νέα γεωγραφική κινητικότητα ορισμένων βιομηχανικών επιχειρήσεων. Μετακινήθηκαν λοιπόν βιομηχανικές επιχειρήσεις ή τμήματα τους προς τις αγροτικές και τις λιγότερο αστικοποιημένες περιοχές σε πολλές καπιταλιστικές χώρες (Δ. Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία, Δανία). Βέβαια σε πολλές πάλι καπιταλιστικές χώρες οι αγροτικές περιοχές γνώρισαν ένα παρόμοιο με τις αστικές περιοχές περιορισμό των θέσεων εργασίας. Από κλαδική άποψη η ροή των επιχειρήσεων αφορά κλάδους, είτε μοντέρνους, υψηλής προστιθέμενης αξίας ανά εργαζόμενο (ηλεκτρονικά, υπολογιστές, αεροναυπηγική, οχήματα), είτε περισσότερο παραδοσιακούς και έντασης εργασίας (υφαντουργία, ρούχα, παπούτσια). Αντίθετα σταθερότερη χωροθετική συμπεριφορά επέδειξαν κλάδοι όπως τα χημικά, η χαλυβουργία, τα μη μεταλλικά ορυκτά, όπως επίσης και κλάδοι με έντονη εξάρτηση από τη χωροθέτηση των πρώτων υλών (Keeble et al. 1983). Οπωσδήποτε η αναλυτική καταγραφή των μετακινήσεων του βιομηχανικού κεφαλαίου αποτελεί ένα ξεχωριστό θέμα. Εδώ αρκούμαστε να ξαναϋπογραμμίσουμε ότι: α. είναι η νέα γεωγραφική κατανομή της εργατικής δύναμης που επιτρέπει τις νέες χωροθετικές συμπεριφορές της βιομηχανίας β. η σχετική αναβίωση των αγροτικών και λιγότερο αστικοποιημένων περιοχών που έτσι συντελείται δεν βασίζεται στην ανάπτυξη της γεωργίας αλλά αντίθετα στη μετακίνηση της βιομηχανίας. Παρουσιάζεται λοιπόν μιας άλλης μορφής αστικοποίηση των αγροτικών περιοχών και όχι μια αγροτοαστική αντιστροφή των ρυθμών ανάπτυξης.


Βιβλιογραφία

Boyer Luc (1977): «Management et cycle international del innovation», Direction et Gestion des Enterprises, Nov.Des. 1977.
Boyer R., J. Mistral (1983), «La Crise», Annalies: Economia, Societes, Civilisation, Mai, Juin 1983 ΕΣΥΕ, (1962, 1972, 1982),
Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος, Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Αθήνα.
Fothergill S., G. Gudgin (1979): «Regional employment change: a subregional explanation», Progress in Planning, Vol. 12. Garofoli G. (1983): «Uneven development and industrial restructuring: the Italian pattern in the '70's».
Maxow Seminar Proceedings. Keeble D., P.L. Owens, Ch. Thompson (1983): «The urbanrural manufacturing shift in the European Community». Urban Studies, Vol 20, Nov. 1983.
Lipietz A. (1984): La Mondialisation de la crise Generale du Fordisme 19671984, CEPREMAP No 8413 Paris.
Long L., D. De Are (1983): «The slowing of urbanization in the U.S.», Scientific American, N. 1, Vol. 249, July
Mandel E. (1982): La crise 19741982; le faits leur inrerpretation marxiste, Ed. FlammarionChamps, Paris.
Maskel P. (1983): «Capital restructuring and'the advantages of backwardness in peripheral regions». Naxos Seminar Proceedings.
Massey D., R. Meegan (1978): «Industrial restructuring versus the cities» Urban Studies, Vol. 15. Moore B., J. Rhodes, D. Tyler (1982): The Growth of Employment in the Inner and Outer Cities of the Six Largest Conurbations in the United Kingdom 19511976, Univ. of Camgridge, Disc. Paper 7.
Thompson W.R. (1968): «Internal and extrenal factors in the development of urban economies» Issues in Urban Economics, The John Hopkins Press, Baltimore.