Η θεωρία του παρτιζάνου και ο CarlSchmitt Σημειώσεις πάνω στην πολιτική και τον πόλεμο
του Μπάμπη Ανθόπουλου


Εισαγωγή (Η επικαιρότητα του CarlSchmitt)


Μια ανάλυση που έχει σαν αφετηρία της τη «θεωρητική συμβολή» του Carl Schmitt πρέπει χωρίς άλλο να ξεκινήσει με μια εισαγωγή σχετικά με τη ζωή και το έργο του Schmitt. Γιατί ο Carl Schmitt δεν είναι μόνο ένας συγγραφέας «επικίνδυνος» όσο και «κλασικός», αλλά κυρίως γιατί είναι ένας συγγραφέας σχετικά άγνωστος, τουλάχιστον στη χώρα μας. Είναι βέβαια γνωστός στους νομικούς κύκλους (και δη στους δημοσιοδικαιικούς) αν και εκεί, όσο περνάμε από τις σχετικά πιο συντηρητικές στις σχετικά πιο προοδευτικές γενιές δημοσιολόγων, η επιρροή του παρουσιάζει μια πτωτική τάση μέχρι που εξαφανίζεται εντελώς. Ύστερα μια εισαγωγή στον Schmitt άρα και στις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνεται θα μπορούσε να καλύψει κάποια κενά που υπάρχουν στο κείμενο που ακολουθεί. Εντούτοις μια τέτοια εισαγωγή μου φαίνεται σχεδόν ακατόρθωτη. Εισαγωγή σε ποιον Schmitt άραγε; Στο συνταγματολόγο, στον πολιτικό, στο φιλόσοφο, στον ιστορικό; (Διότι ο Schmitt επιμένει ότι είναι μόνο νομικός, με μια έννοια όμως της νομικής, θα λέγαμε, απόλυτα Βαϊμαριανή: μια προοπτική σφαιρική που ενσωματώνει όχι μόνο τη λεγόμενη Political Science αλλά και την ιστορία και τη φιλοσοφία, πέρα από κάθε «ακαδημαϊκή πειθαρχία»). Στον Schmitt ποιας εποχής άραγε; Της Βαϊμάρης, του Εθνικοσοσιαλισμού, της Δίκης της Νυρεμβέργης, του Ψυχρού Πολέμου, του Ευρωκομμουνισμού; Σε ποια ανάγνωση του Schmitt ύστερα; Στην παραδοσιακή - ακαδημαϊκή, (που παρουσιάζει μια μόνιμη διάρκεια), στην υπερσυντηρητική - απολογητική (κυρίαρχη στη Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία του Μεσοπολέμου), στην κριτική - αιρετική (δεκαετία του '70); Το ότι το κείμενο μου πάνω στον Schmitt είναι σαφώς μεροληπτικό σε ό,τι αφορά το χώρο, το χρόνο και την οπτική της ανάγνωσης δεν αναιρεί το γεγονός ότι μια εισαγωγή άξια του ονόματος της θα πρέπει να περιλαμβάνει όλη την προηγούμενη αλληλουχία, αν θέλει να είναι στοιχειωδώς αμερόληπτη. Άρα η μόνη εισαγωγή που μου φαίνεται δυνατή τώρα είναι μια εισαγωγή «εγκυκλοπαιδικού» τύπου: η αναφορά λοιπόν επιγραμματικά στις θεμελιώδεις κατηγορίες της Σμιττιανής σκέψης σκοπεύει μόνο να δείξει την πολυεδρικότητα και την επικαιρότητα ενός στοχαστή που σήμερα θεωρείται ευρύτερα σαν ο «τελευταίος κλασσικός της ευρωπαϊκής πολιτειολογίας». Ο Schmitt γεννήθηκε στο Πλάττενμπεργκ της Βεστφαλίας του 1888. Σπούδασε πολιτική φιλοσοφία και νομικά στα πανεπιστήμια του Στρασβούργου και του Μονάχου. Ήταν μαθητής του Max Weber, γρήγορα όμως τράβηξε άλλους δρόμους από το δάσκαλο του. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια της Βόννης, του Βερολίνου και έκανε σεμινάρια στις μεγαλύτερες Δυτικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος και επεξεργάστηκε τη θεωρία του Führerprinzip. Συνελήφθη από τους συμμάχους το 1945 για τη συνεργασία του με τους Ναζί αλλά απαλλάχθηκε μετά την ανακριτική διαδικασία. Το 1947 αποσύρθηκε στο Πλάττενμπεργκ όπου συνέχισε απομονωμένος την επιστημονική του δραστηριότητα. Στη δεκαετία '20'30 επηρέασε στοχαστές σαν τον Otto Kirchheimer, τον Franz Neumann, τον György Lucacks, τον Max Andler, που αναφέρονταν άμεσα στο μαρξισμό. Στη δεκαετία του '70 το έργο του «ξαναδιαβάστηκε» από μια νέα γενιά Ιταλών μαρξιστών όπως ο Massimo Cacciari, o Mario Tronti, o Baggio De Giovanni, ο Antonio Negri, η οποία αναγνώρισε στη θεωρία του για το «κράτος εκτάκτου ανάγκης» ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Οι θεμελιώδεις έννοιες που επεξεργάστηκε είναι, ο Πολιτικός ρομαντισμός (: αδυναμία γρήγορης και αποτελεσματικής απόφασης), η Πολιτική θεολογία (: θεολογική καταγωγή των νομικών εννοιών), η Κυριαρχία (: κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει στο κράτος εκτάκτου ανάγκης) και το Πολιτικό (: το κριτήριο του Πολιτικού είναι η διάκριση ανάμεσα στον «εχθρό» και στο «φίλο»). Στη βάση όλων αυτών, η θεωρία του για το Υλικό σύνταγμα (μια αντινορματιβίστικη αντίληψη για το σύνταγμα σαν τη συγκεκριμένη πολυπλοκότητα ενός δυναμικού «γίγνεσθαι» που τίποτα δεν έχει να κάνει με ένα μεταϊστορικό «Δέον») αποδείχτηκε ότι είχε ένα στρατηγικό μέλλον: σε καιρούς κρίσης το κείμενο του συντάγματος δεν είναι παρά ένα κομμάτι χαρτί.


1. Αποκρυπτογράφηση μιας παρέκκλισης 1.

Αν ο Baruch Spinoza είναι η «anomalia Selvaggia»1 (ατίθασση ανωμαλία) της Ολλανδίας της μετάβασης, ο Carl Schmitt είναι η «anormalita assoluta» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. «Το να είναι κάποιος αιρετικός σπινοζιανός, αυτό λογίζεται σχεδόν σαν σπινοζισμός, στο μέτρο που ο τελευταίος είναι μια από τις μεγαλύτερες αιρετικές διδασκαλίες της ιστορίας». (Λ. Αλτουσέρ). Το να είναι κάποιος σήμερα αιρετικός σμιττιανός αυτό ίσως θεωρηθεί σχεδόν σαν σμιττιανισμός, αφού ο τελευταίος είναι το «μαύρο πρόβατο» του Ευρωπαϊκού Δημοσίου Δικαίου. Όμως το να προσπαθεί κάποιος να «συνδέσει» το μαρξισμό με τον Schmitt, ε, αυτό θα θεωρηθεί δίχως άλλο ασέβεια, ιεροσυλία, σύμπτωμα παρακμής. Διότι από τον Μαρξ στον Schmitt δεν μπορεί να υπάρχει ένα «πέρασμα από αξίες»2 : εδώ κυριαρχεί η αιματηρή νύκτα της 30ης Ιουνίου του 1934, εδώ είναι το Der Führer schützt das Recht. «Υπάρχει όμως» λέει ο Tronti «μια υλική διαδρομή: στο τέλος αυτής της διαδρομής μπορούμε να πούμε ότι είμαστε πια ελεύθεροι από την τυραννία των αξιών ώστε να βυθιστούμε συνειδητά μέσα στην επικαιρότητα των θεωριών»3 . Με ποια έννοια λοιπόν ο Schmitt είναι σήμερα επίκαιρος; Ποια γραμμή έρευνας μπορεί να μπολιάσει μια σκέψη «συφοριασμένη» στο σώμα αυτού, που κάποτε ήταν η «νιότη του κόσμου»; Τι μπορεί να σημαίνει τέλος, πέρα από μια υπέργηρη μελαγχολία, η τελευταία σπαζοκεφαλιά του ενενηντάχρονου πολιτολόγου που δήλωνε το 1979 ότι: «είμαι μαρξιστής στο μέτρο που τράβηξα στα πολιτικά τους συμπεράσματα τις οικονομικές έννοιες του μαρξισμού. Δεν είμαι μαρξιστής, αφού αναγνώρισα την οικονομική υπεραξία σαν καθαρά πολιτική υπεραξία ακόμα κι από την προλεταριακή άποψη».4 2. Το κείμενο αυτό δε θα ασχοληθεί καθόλου με το θέμα του «ναζισμού»5 του Schmitt. Ούτε θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Μια τέτοιου είδους εργασία προϋποθέτει την ιστορική και συστηματική έρευνα της πολιτικοσυνταγματικής. εμπειρίας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Το σύνταγμα της Βαϊμάρης (και του οποίου το άρθρο 48 ήταν η νόμιμη βάση του σμιττιανού Führerprinzip) θεωρείται σαν το πρώτο στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις που κατοχύρωσε σε δικαιικό επίπεδο τη στροφή προς το στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μια πλήρης έρευνα πάνω σ' αυτό, αν δε θέλει να εξαντληθεί σε κοινοτυπίες, δε μπορεί παρά να έχει τη μορφή μιας Sozialgeschichte (κοινωνικής ιστορίας) όπου ιστορία, πολιτική και σύνταγμα, θα διασταυρώνονται σαν η αναγκαία συνθήκη της σμιττιανής σκέψης. Είναι ακόμα φανερό ότι μια τέτοια ειδική έρευνα ξεπερνά τις υποκειμενικές μας δυνατότητες, πράγμα που επιβάλλει αναγκαστικά την «αποστασιοποίηση» από τη δραματική αυτή περίοδο του Schmitt. Οι αναφορές που ενδεχόμενα γίνονται πάνω στον «ολοκληρωτικό» χαρακτήρα της σκέψης του Schmitt αναφέρονται κυρίως στις χομπεσσιανές της καταβολές, το οποίο είναι εντελώς άλλης τάξης πρόβλημα, και δε θα πρέπει πάντως να συγχέεται με το ναζιστικό φαινόμενο. Πάνω σ' αυτό το σημείο θέλουμε να επιστήσουμε τη προσοχή του αναγνώστη: είναι απόλυτα λαθεμένη η χρέωση του Schmitt με κάποιον εν γένει «ολοκληρωτισμό», όταν γίνεται σε αντιπαράθεση με κάποιο υποτιθέμενο αντίπαλο δημοκρατικό δέος που τις περισσότερες φορές παίρνει τη μορφή του Κελσενιανού θετικισμού. Η διαφορά ανάμεσα στον «ολοκληρωτικό» Schmitt και το «δημοκρατικό» Kelsen είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια ρεαλιστική εξήγηση αυτού που πράγματι υπάρχει (Schmitt) και σε μια μεταφυσική μυστικοποίησή του (Kelsen). Δεν είναι ο Schmitt ολοκληρωτικός αλλά είναι το αστικό κράτος, που φέρνει όπως το σύννεφο τη βροχή, την τάση του ολοκληρωτισμού. Με αυτή την έννοια είναι τουλάχιστο περίεργο να αποδίδεται στον Schmitt σαν μομφή αυτό που συνιστά τους τίτλους της επιστημονικής του εγκυρότητας: η περιγραφή αυτού που υπάρχει in vitro, δίχως υπερβατικές μεταθέσεις. Ιδού λοιπόν το αίνιγμα της σμιττιανής παρέκκλισης: πρόκειται για μια «πολεμική» καταγγελία του αστικού φιλελευθερισμού, μια θαρραλέα πράξη ευθανασίας της νομικής θεωρίας του κράτους. Μετά τον Carl Schmitt, η νομική θεωρία του κράτους, αυτή η λαμπρή και περίτεχνη δημιουργία της ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης, γίνεται πια αντικείμενο των ιστορικών επιστημών: δεν μπορείς να ερμηνεύσεις τη νέα μορφή κράτους που προσιδιάζει στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού με μια νομική θεωρία για το κράτος. Βέβαια, η κριτική του φιλελευθερισμού δε γίνεται από μια σκοπιά δημοκρατική. Αντίθετα, η κριτική αυτή παρεκκλίνει σε μια φυγή προς τα πίσω, μια νοσταλγία του Ancien Regime, ένα μοντέλο «γερμανικής δημοκρατίας» τύπου Thomas Mann (: «η δημοκρατία και η ίδια η πολιτική είναι εξωτικές και δηλητηριώδεις στο γερμανικό χαρακτήρα»). Με άλλα λόγια, η πολιτικοφιλοσοφική τοποθέτηση του Schmitt (αντιφιλελεύθερη - αντιδημοκρατική) δημιουργεί κάποιους όρους επιστημονικότητας για την ανάλυση του. Του επιτρέπει να μη εγκλωβίζεται στη φιλελεύθερη αστική ιδεολογία του δικαίου, να κοιτάει «πέρα» απ' αυτήν, και σε ρήξη μαζί της να προσεγγίζει συχνά τις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας και την πάλη των τάξεων. Από την άλλη όμως, αυτή η ίδια η πολιτικοφιλοσοφική τοποθέτηση του Schmitt θέτει και κάποια όρια στην επιστημονικότητα της ανάλυσης του. Στα όρια αυτά θα έπρεπε κατ' αρχήν να επισημάνουμε την επαναφορά της θεωρίας της pouvoir neutre (ουδέτερης εξουσίας), που ταυτίζοντας το «φρουρό του συντάγματος» με τον αρχηγό του κράτους (κατά την ερμηνεία του μοιραίου άρθρου 48 της Βαϊμάρης), αποτέλεσε την πολυτικοθεωρητική μήτρα του Führerprinzip. (: Οργάνωση της κοινωνίας και των θεσμών σύμφωνα μ' ένα μοντέλο πειθαρχίας στρατιωτικού τύπου, όπου σε κάθε βαθμίδα ή θεσμό κατοχυρώνεται η απόλυτη εξουσία - αυθεντία ενός «αρχηγού»). 3. Η θεωρία του Παρτιζάνου είναι μια μελέτη πάνω στην πολιτική και τον πόλεμο. Μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε γιατί είναι ειδικά, αυτή η θεματική του Schmitt, εκείνη που διαβάστηκε περισσότερο τη δεκαετία του '70: διότι τι άλλο είναι τα χρόνια του '70, παρά το έδαφος όπου αυτή η σχέση (πολιτική - πόλεμος) ανανεώνεται και επανοικοδομείται; Η θεωρητική φόρμα της σύνθεσης (πολιτική = πόλεμος) εκφράστηκε μέσα από το στρατηγικό βιολεντισμό του Αντρέ Γκλυκσμάν (στο Φασισμοί: παλιός και νέος ελληνικά έκδ. Στοχαστής), που δίχως άλλο άνοιξε μια σημαντική συζήτηση στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Αριστεράς6 και η οποία βρήκε το πιο υψηλό θεωρητικό της επίπεδο στον ιδιότυπο «αβανγκαρτίστικο» λόγο των πανεπιστημιακών της Ιταλικής Νέας Αριστεράς. Σ' αυτή τη συζήτηση ο Carl Schmitt δε μπορούσε να μείνει απ' έξω: άρχισε μια καινούρια ανάγνωση του έργου του, πέρα από την παραδοσιακή Γερμανική βιβλιογραφία (που αν και η πιο πλούσια πάντοτε, δεν ξεπέρασε ποτέ το φιλολογικό επίπεδο). Το απροσδόκητο αυτής της «δεύτερης» Άνοιξης7 του Carl Shmitt δεν είναι ότι έγινε στην Ιταλία ήδη αρκετά έργα του είχαν μεταφραστεί την εποχή του Ιταλικού Φασισμού από τους νομικούς του καθεστώτος. Το παράδοξο είναι αλλού: στην οικειοποίηση της σκέψης του Schmitt από τη Νέα Αριστερά, και από συγγραφείς που είναι ή δηλώνουν μαρξιστές. Και το πρωτότυπο αυτής της «δεύτερης» ανάγνωσης του Schmitt είναι, ότι δεν πρόκειται τούτη τη φορά, για ένα τυπικό παράδειγμα ιρρασιοναλισμού των αριστερών διανοουμένων σε εποχές κρίσης. Αντίθετα μου φαίνεται και το κείμενο τούτο, πάνω στη σμιττιανή Θεωρία του Παρτιζάνου, εντάσσεται σ' αυτήν ακριβώς την οπτική ότι είναι, αν όχι η αυθεντική, πάντως μια δυνατή ανάγνωση, και ότι επιπρόσθετα, μπορεί να προσφέρει γνωσιολογικές επιπτώσεις για μια μαρξιστική θεωρία της Πολιτικής. Προϋπόθεση για μια τέτοια ανάγνωση του Schmitt είναι μία και μοναδική: η «προσωρινή» αδιαφορία απέναντι στην «ιδεολογική» τελολογία της πολιτικής του θεωρίας. Μαθαίνει κανείς περισσότερα από ένα μεγάλο συντηρητικό παρά από ένα μικρό επαναστάτη: δε μπορούμε να πάμε πέρα από τον Schmitt αν δεν τον διασχίσουμε. Το κείμενο αυτό φιλοδοξεί κυρίως να προσφέρει ένα χρήσιμο υλικό, ένα κλειδί στο χέρι, γι' αυτή την κλειστή πόρτα που είναι ο «άλλος» Carl Schmitt. H θεωρία του Παρτιζάνου μας παρέχει την αφορμή και τη δυνατότητα για μια πρώτη προσπάθεια, για ένα βλέμμα πίσω από την πόρτα.


2. Η θέση της θεωρίας του Παρτιζάνου στο έργο του CarlSchmitt

Η θεωρία του Παρτιζάνου είναι έργο του ύστερου Schmitt, γραμμένο το 1963. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στην εισαγωγή του,8 το τελικό κείμενο είναι αποτέλεσμα δυο εισηγήσεων που έγιναν το Μάρτιο του 1962 στην Παμπλόνα και στη Σαραγόσα, η πρώτη δε έκδοση έγινε στην Ισπανική γλώσσα τον ίδιο χρόνο, θεωρείται το τελευταίο πρωτότυπο θεωρητικό έργο του Schmitt: μετά απ' αυτό η παραγωγή του Schmitt περιορίζεται στην επανάληψη και τον εμπλουτισμό των παλαιότερων θεματικών, δίχως φιλοδοξίες κάποιας θεωρητικής ανανέωσης τους. Η θεωρία του Παρτιζάνου είναι ένα έργο πρωτότυπο: είναι η πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης μιας θεωρίας του παρτιζάνου, αυτής της μυθικής φιγούρας, που πλανιέται, με μορφές διαφορετικές, από την εποχή του Ναπολέοντα πάνω στην Ευρώπη, για να περάσει στον καιρό μας, στις μορφές της οργανωμένης Αντίστασης του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και, πιο πρόσφατα, στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου. Είναι ένα έργο πρωτότυπο πάνω σε μια παλιά θεματική. Ήδη πριν τον Schmitt, υπάρχουν στοιχεία, πληροφορίες, ενδείξεις ή ακόμα και αυθεντικές έννοιες, πάνω στο πρόβλημα του παρτιζάνου, μέσα από τα κείμενα σπουδαίων θεωρητικών του ανταρτοπόλεμου. Από το Vom Kriege του Κλαούσεβιτς, δια μέσου των Tetradka του Λένιν και τον Παρατεταμένο Πόλεμο του Μάο Τσε Τουνγκ, η πρακτική του παρτιζάνου μετασχηματίζεται και τελειοποιείται, παραμένοντας όμως ασύνδετη, συγκυριακή, και τελικά ανήμπορη να συστηματοποιηθεί σε μια θεωρία του παρτιζάνου. Αυτή η αδυναμία μέχρι σ' ένα βαθμό είναι αντικειμενική: ο παρτιζάνος μέχρι τον 19ο αιώνα είναι μια φιγούρα ρευστή, είναι ο κουρσάρος ή ο πειρατής, τουλάχιστον μέχρι τα χρόνια του Ναπολέοντα, όπου παρουσιάζεται σα μια «ελαφρά στρατιά» ενάντια στον ξένο εισβολέα, δίχως όμως πάλι να αποκτά εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα επιτρέψουν το πέρασμα του από τα λαϊκά μυθιστορήματα ή τη στρατιωτική επιστήμη, στο χώρο της πολιτικής θεωρίας. Σε ένα κείμενο του Schmitt με θέμα την έννοια της πειρατείας9 μπορούμε ήδη να διακρίνουμε μια αρνητική σκιαγράφηση της μεταγενέστερης θεώρησης του παρτιζάνου που βασίζεται στο χαρακτήρα της πολιτικής στράτευσης που προσιδιάζει στον παρτιζάνο και απουσιάζει στον πειρατή. Το θέατρο της πειρατείας είναι η ελεύθερη θάλασσα, εκεί όπου δεν υπάρχουν πολιτικά δικαιώματα κυριαρχίας. Ο πειρατής είναι μια φιγούρα «αποεθνικοποιημένη», όχι με την έννοια ότι δεν έχει πατρίδα, αλλά με την έννοια ότι δε μπορεί να θεωρηθεί σαν μέλος κάποιου κράτους. Η πειρατεία είναι μια πράξη μη πολιτική, μια πράξη ενός animus furandi: το κίνητρο του πειρατή είναι αποκλειστικά το προσωπικό κέρδος. Σ' αυτό το κείμενο του Schmitt (1938) ανατρέχει ακόμα η ιδέα ότι οι πράξεις των επαναστατικών κομμάτων, δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν πειρατεία, ακόμα κι αν παρουσιάζουν τα εξωτερικά γνωρίσματα της, διότι σ' αυτές υπάρχει το πολιτικό στοιχείο. Εφόσον η πειρατεία είναι μη πολιτική, το ίδιο μη πολιτική είναι και η αντιμετώπιση της. Οι πειρατές είναι hostes generis humani και η ενότητα της ανθρωπότητας μπροστά σ' αυτόν τον κοινό κίνδυνο συγκροτείται σαν μια μη πολιτική ενότητα: στην αλληλεγγύη όλων ενάντια στον πειρατή δεν υπάρχει χώρος για μια ομαδοποίηση του τύπου εχθρός - φίλος. Είναι φανερό ότι η αυτονομία της θεωρίας του Παρτιζάνου σε σχέση με τις προηγούμενες θεματικές του είναι μόνο σχετική: σε τελευταία ανάλυση εκείνο που καθορίζει το σμιττιανό παρτιζάνο είναι η έννοια του πολιτικού, όπως αναπτύχθηκε στο κλασικό ομότιτλο του βιβλίο. Αν ήμασταν μάλιστα ένοχοι κάποιου φορμαλιστικού ταξινομισμού θα κατατάσσαμε τη θεωρία του παρτιζάνου στην προοπτική της συνταγματικοπολιτικής σπουδής του Schmitt και όχι σε εκείνη της ύστερης δημοσιοδιεθνικής. Ο παρτιζάνος μπορεί κατά τη γνώμη μας να ερμηνευτεί στη βάση κυρίως του Der Begriff des Politischen («H έννοια του πολιτικού») και όχι του γεωπολιτικού Der nomos der Erde... και μου φαίνεται ότι και οι διορθώσεις10 που κάνει ο ίδιος ο Schmitt στην ορολογία που χρησιμοποίησε στο τελευταίο αυτό βιβλίο σε ότι αφορά τους «παρτιζάνους της θάλασσας» οφείλονται ακριβώς σ' αυτή την υπεροχή του πολιτικού στοιχείου ανάμεσα στα διάφορα κριτήρια του παρτιζάνου. Με αυτή την έννοια, η επιστημονική θεωρία του παρτιζάνου είναι νοητή μόνο σα θεωρία του πολιτικού παρτιζάνου, δηλαδή του παρτιζάνου σαν πολιτικού υποκείμενου.


3. Ο Κλαούζεβιτς και το juspublicumeuropaeum

Η αναφορά στον Κλαούζεβιτς είναι μια σταθερά της σμιττιανής σκέψης από την εποχή του Der Begriff des politischen. Στο περίφημο αξίωμα του Κλαούζεβιτς ότι ο πόλεμος είναι Fortsetzung der Politik mit anderen Mitteln (συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα) ο Schmitt αναγνωρίζει ένα πυρήνα σωστό και ένα συμπέρασμα λαθεμένο.11 Ο πόλεμος δεν είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, δεν είναι δηλαδή ένα απλό όργανο ή ο σκοπός της πολιτικής, αλλά είναι αντίθετα η ultima ratio της πολιτικής (του «πολιτικού» σύμφωνα με τον Schmitt). Ο πόλεμος είναι η προϋπόθεση του πολιτικού άρα η έννοια του εχθρού είναι πρωταρχική σε σχέση όχι μόνο με τον πόλεμο αλλά και με την πολιτική το πολιτικό είναι η διάκριση ανάμεσα στον εχθρό και το φίλο. Ο Schmitt ανακαλύπτει στον Κλαούζεβιτς την αναδρομική επιβεβαίωση σε πρακτική και λανθάνουσα μορφή της θεωρίας του για την έννοια του Πολιτικού. Με λόγια απλά: ο πόλεμος δεν είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, αλλά αντίθετα, είναι η προϋπόθεση της πολιτικής, η πολιτική είναι πόλεμος. Η σμιττιανή ερμηνεία του Κλαούζεβιτς είναι κατά κάποιο τρόπο ένας αντιΚλαούζεβιτς: ο πόλεμος έχει μια δικιά του «γραμματική», παρουσίαζα, για να χρησιμοποιήσουμε μια νεότερη έκφραση, μια «σχετική αυτονομία» από το πολιτικό, το πολιτικό (δηλαδή η διάκριση εχθρού - φίλου) είναι η οργανωτική μήτρα τόσο της πολιτικής πρακτικής όσο και της πολεμικής πρακτικής (με τη στρατιωτική - τεχνική έννοια). Στη θεωρία του Παρτιζάνου ο Schmitt επανέρχεται στο θέμα Κλαούζεβιτς.12 Για τον Schmitt ο Κλαούζεβιτς είναι ανάμεσα στα άλλα, ο πρώτος θεωρητικός του παρτιζάνου. Όπως συμβαίνει πάντοτε, στην πολιτική οι Γερμανοί στοχάζονται αυτό που οι άλλοι κάνουν. Το ίδιο και στην επιστήμη του πολέμου. Δεν υπήρξε ποτέ στη Γερμανία ένας αληθινός πόλεμος en partisan κατά του Ναπολέοντα αντίθετα απ' ό,τι συνέβη την ίδια εποχή στη θεωρητικά υπανάπτυκτη Ισπανία υπήρξε όμως η πρώτη θεωρητική μεταρσίωση του. Ο κύκλος του Κλαούζεβιτς ανακάλυψε θεωρητικά τον παρτιζάνο τα χρόνια της μαθητείας στη Γενική Σχολή του Πολέμου στο Βερολίνο. Η νομιμοποίηση του παρτιζάνου σε ένα θεωρητικό επίπεδο θα την ονομάσουμε «φιλοσοφική νομιμοποίηση» είναι το σημείο εκκίνησης για μια πολιτική θεωρία του παρτιζάνου. Η θεωρία όμως του Κλαούζεβιτς μένει δέσμια μιας ανυπέρβλητης εξωτερικής πραγματικότητας η οποία και της επιβάλλει τα όρια της. Η πραγματικότητα αυτή είναι η παγιοποίηση του jus publicum Europaeum. Τι είναι λοιπόν το jus publicum europaeum (j. p. eur.) και γιατί δεν είναι δυνατή μέσα στα όρια του η ανύψωση του παρτιζάνου σε μια φιγούρα αποκλειστικά πολιτική; Θα πρέπει σ' αυτό το σημείο να εντάξουμε την έννοια του j.p.eur μέσα στη συνολική σμιττιανή προβληματική σα μια έννοια νομικοϊστορική. Διότι το j.p.eur είναι μια ολόκληρη ιστορική εποχή που για τον Schmitt άρχιζα με τους θρησκευτικούς πολέμους του XVI αιώνα και δύει στις αρχές του XX. Το χαρακτηριστικό του j.p.eur είναι η στενή σχέση ανάμεσα στο εσωτερικό Δημόσιο Δίκαιο των ευρωπαϊκών κρατών και το Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, όπου όμως το δεύτερο «δε μπορεί να εξηγηθεί δίχως μια θεωρία της γέννησης του πρώτου».13 Η κρίση του j.p.eur συμπίπτει με μια διπλή αμφισβήτηση της παραδοσιακής νομικής έννοιας της «κυριαρχίας»; στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών, το κράτος δεν έχει πια το μονοπώλιο του πολιτικού, ενώ σε διεθνές επίπεδο αναδύονται δυνάμεις εξωευρωπαϊκές που καθορίζουν πια το σύστημα των διεθνών σχέσεων. Ο Κλαούζεβιτς θεωρητικός του πολέμου και της πολιτικής του j.p.eur, δεν μπορεί να οικοδομήσει μια θεωρία του παρτιζάνου αφού οι παρτιζάνοι είναι ένα καινούριο πολιτικό υποκείμενο που προσιδίαζα στην εποχή που το j.p.eur πια δεν ισχύει. Ο παρτιζάνος θριαμβεύει θεωρητικά στο Βερολίνο του '800, παρ' όλα αυτά όμως «δεν ραγίζει την παραδοσιακή ευλάβεια του λαού για τον κυρίαρχο, αντίθετα η πολιτική ενότητα του λαού - κυρίαρχου δυνάμωνα ακόμα περισσότερο: ο Αχέροντας που είχε σπάσει προς στιγμήν τα φράγματα ξαναμπαίνει αμέσως στο κανάλι της κρατικής τάξης»14 , Η ευλάβεια του λαού προς την πολιτική εξουσία αποσυντίθεται εκατό χρόνια μετά τον Κλαούζεβιτς, διαμέσου της πορείας που περνάει από τη φιλοσοφική εξήγηση του κόσμου (Hegel) στην επιστημονική ερμηνεία του (Marx) και από κει, στη μεταβολή του (Λένιν). Για τον Schmitt, μόνο με τον Λένιν αρχίζει η πραγματική ιστορία του παρτιζάνου: πριν όμως μιλήσουμε για τον παρτιζάνο του Λένιν, θα πρέπει να σταθούμε σ' αυτό που θα τ' ονομάσουμε «λενινισμό» του Schmitt.


4. Ο Schmitt στην Πετρούπολη

Η σχέση του Schmitt με τον Λένιν15 είναι μια σχέση μη αναγώγιμη σε αξιολογικά - ηθικά σχήματα. Είναι κατανοητή μόνο αν διαβαστεί μορφολογικά: η φόρμα της σκέψης τους, είναι ο ρεαλισμός, δηλαδή εκείνη η μοναδική ικανότητα κατανόησης του πραγματικού (της λενινιστικής «συγκυρίας») που παράγει σχήματα πολιτικής πρακτικής άμεσης αποτελεσματικότητας. Όμως δεν υπάρχει αμφιβολία: η «πολιτική» τελεολογία του Schmitt είναι ακριβώς η αντίθετη με τη λενινιστική. Από τη μια η πολιτική θεολογία του μεγάλου Λεβιάθαν, του νέου «θνητού θεού» (Deus Mortalis), από την άλλη το τσάκισμα, η καταστροφή, και η αντικατάσταση αυτής της κρατικής μηχανής, σαν αναγκαία οργανωτική μορφή της κυριαρχίας των εκμεταλλευομένων τάξεων. Είναι ίσως μια από τις «πονηριές» της ιστορίας που μας ανάγκαζα να μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη μετεξέλιξη του Σοβιετικού Κράτους όχι με το σχήμα του Λένιν αλλά περισσότερο με το σχήμα του Schmitt: ο Στάλιν είναι δίχως άλλο η εκδίκηση του Donoso Cortes.16 M' αυτή την έννοια εμείς δε θα μιλήσουμε για ένα Λένιν σμιττιανό, όπως κάνει ο Francesco Vallentini στον πρόλογο της «Δικτατορίας», αλλά αντίθετα, για ένα Schmitt «λενινιστή» στο μέτρο μόνο, που παίρνει στα σοβαρά αυτό που ο Λένιν πάντοτε και περισσότερο απ' όλους έπαιρνε στα σοβαρά: την πάλη των τάξεων σα μια ασυμφιλίωτη Feindschaft (εχθρότητα). Στην ερώτηση, αν υπάρχει ένας απόλυτος εχθρός και ποιος είναι αυτός συγκεκριμένα μας λέει ο Schmitt17 ο Λένιν υπερέχει απ' όλους τους σοσιαλιστές και μαρξιστές του καιρού του. Για το Λένιν, «ο απόλυτος εχθρός ήταν ο ταξικός εχθρός, ο αστός, ο δυτικός καπιταλιστής». O Tronti ερμηνεύοντας τη σχέση ΛένινSchmitt φτάνει ως συνήθως στην καρδιά του προβλήματος: «νομιμότητα και παρανομία στον Λένιν γίνονται νομιμότητα και νομιμοποίηση στον Schmitt».18 Και πραγματικά. Ο Schmitt πριν γράψει το Legalität und Legitimität έχει διαβάσει με ιδιαίτερη προσοχή το «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» για το οποίο μάλιστα, αργότερα παρατηρεί ότι «οποιαδήποτε συζήτηση πάνω στο πρόβλημα της νομιμότητας είναι αναχρονισμός, αν δεν μετρηθεί με αυτό το κείμενο»". Παραπέμπει μάλιστα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση στην πιο γνωστή φράση του «Αριστερισμού»: «οι επαναστάτες που δεν ξέρουν να συνδυάζουν τις παράνομες μορφές πάλης με όλες τις νόμιμες, είναι κακοί επαναστάτες» και μπορούμε να αναγνωρίσουμε εύκολα εδώ τη λενινιστική καταγωγή της σμιττιανής θεωρίας του «τρίτου ενδιαφερόμενου» (και βλ. πιο κάτω για την αναγκαιότητα της νομιμοποίησης του μη κανονικού μέσα από την κανονικότητα, κεφ. 8). Ο Schmitt σχολιάζει τις σημειώσεις του Λένιν πάνω στον Κλαούζεβιτς: «...οι σημειώσεις, οι υπογραμμίσεις, τα θαυμαστικά του Λένιν πάνω στο Vom Kriege, είναι από τα πιο σπουδαία ντοκουμέντα της παγκόσμιας ιστορίας... Αυτό που ο Λένιν μπόρεσε να πάρει από τον Κλαούζεβιτς, και το έμαθε σε βάθος, δεν είναι μονάχα η περίφημη φόρμουλα του πολέμου σα συνέχεια της πολιτικής. Είναι ακόμα κι αυτή η άλλη κατηγορία, που αφορά τον τρόπο να ξεχωρίζεις τον εχθρό από το φίλο, και αυτό είναι ίσως το πιο σπουδαίο, επειδή δεν προσδιορίζει μόνο τον τύπο του πολέμου αλλά ακόμα και τον τύπο της πολιτικής. Μόνο ο επαναστατικός πόλεμος είναι για τον Λένιν ο αληθινός πόλεμος γιατί αυτός βασίζεται σε μια απόλυτη εχθρότητα. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμβατικά παιχνίδια...» (T.d.P. σ. 40). Ο μπολσεβικισμός είναι για τον Schmitt ο κληρονόμος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας, και αυτή η συμμαχία της φιλοσοφίας με τον παρτιζάνο, κωδικοποιημένη στα Tetradka και στο Τι να κάνουμε απελευθερώνει δυνάμεις νέες και εκρηκτικές. Ο παλιός φόβος του Joseph de Maistre για ένα ακαδημαϊκό Pugacev δηλαδή για μια συμμαχία της Δυτικής πολιτικής φιλοσοφίας και των λαϊκών τάξεων της Ρωσίας αποδεικνύεται, μας λέει ο Schmitt,20 μια σωστή πολιτική διαίσθηση· σωστή, όμως περιορισμένη - η εκρηκτική δύναμη που απελευθέρωσε η σύνθεση της δυτικής κουλτούρας και των ντόπιων επαναστατικών παραδόσεων ξεπερνά κατά πολύ τους φόβους του de Maistre. Με την Οκτωβριανή επανάσταση μια καινούρια εποχή ανοίγει: στην Αγία Πετρούπολη η εργατική τάξη εμφανίζεται σα μια αυτόνομη μεταβλητή του καπιταλιστικού κόσμου, καθώς γύρω από ένα κομμουνιστικό κόμμα που κάνει πολιτική ταξική (δηλαδή σύμφωνα με σμιττιανούς όρους ορίζει σαν «εχθρό» την αστική τάξη) κατακτά την πολιτική εξουσία και οργανώνει το πρώτο κράτος της απόλυτης Feindschaft. O Tronti πάλι σωστά παρατηρεί, ότι στον Schmitt η μόνη κοινωνική δύναμη που παίρνει στα σοβαρά την πάλη των τάξεων «...φαίνεται, ότι είναι το Προλεταριάτο». «Φαίνεται, δεν είναι σαφές».21 Εδώ εντούτοις, εμείς θα παρατηρούσαμε ότι σημασία δεν έχει αν «φαίνεται» ή «είναι σαφές», πιο σπουδαίο είναι, ότι αυτή η διαίσθηση του Schmitt είναι λαθεμένη. Ο Schmitt θέλει να προειδοποιήσει μια αστική τάξη που κατατρίβεται σε κοινοβουλευτικές συζητήσεις ότι ο «εχθρός» της που είναι και ο δικός του «εχθρός» οργανώνεται για την «τελευταία μάχη». Ολόκληρο το κείμενο του Schmitt για τον Λένιν στον «Παρτιζάνο» εμπνέεται απ' αυτόν τον τυπικό σμιττιανό μεθοδολογικό κανόνα (βλ. παρακάτω στη «νομιμοποίηση» του παρτιζάνου), δηλαδή την υπερβολή, το ράγισμα του ραβδιού από την άλλη μεριά.22 Στην περίπτωση μας, υπερβολή σημαίνει υπερτίμηση του «εχθρού». Αν ο Γκαίτε έβλεπε στο Βαλμύ το τέλος των πολέμων των Βασιλιάδων και την έναρξη των πολέμων των λαών, ο Schmitt βλέπει στην Πετρούπολη, στο «κόμμα που γίνεται κράτος», την έναρξη, την «ασβολή στην ιστορία της απόλυτης εχθρότητας». Ο «σκοπός του παρτιζάνου», είναι ο Schmitt που μιλάει, «παραμένει η κομμουνιστική επανάσταση σε όλες τις χώρες του κόσμου». Σήμερα όμως όλοι γνωρίζουμε και είναι ίσως εκείνος ο παλιός φόβος του de Maistre που δεν αφήνει τον Schmitt να το παραδεχτεί, ότι σήμερα η Ευρώπη δεν ζει πια «sous Γ oeil des Russes» («υπό τα όμματα των Ρώσων») ότι η φορά των πραγμάτων διέψευσε τους φόβους του. Η θεωρία του Schmitt φθάνει εδώ στα όρια της επιστημονικότητάς της. Οι πολιτικοφιλοσοφικές αρχές που καθοδήγησαν τη θεωρητική του πορεία, που του επέτρεψαν να «διαφύγει» από τη φιλελεύθερη - θετικιστική μυστικοποίηση των ταξικών σχέσεων, μπαίνουν τώρα φραγμός στην επιστημονικότητα της ανάλυσης του.


5. Από τον Κλαούζεβιτς στον Μάο

Αν ο Λένιν ανοίγει ένα καινούριο κεφάλαιο στην ιστορία και στη θεωρία του παρτιζάνου, ο Μάο είναι εκείνος που σύμφωνα πάντοτε με τον Schmitt είναι ο πιο σπουδαίος Praktiker (πρακτικός) της νέας μορφής του παρτιζάνικου πολέμου: δεν είναι τυχαίο, ότι ο ίδιος γίνεται και ο πιο σπουδαίος θεωρητικός της. Εκείνο που υπάρχει στον Μάο και εντυπωσίαζα τον Schmitt είναι ο πειρασμός των αντιφάσεων. Η αντίφαση που είναι σε τελευταία ανάλυση καθοριστική, η απόλυτη Feindschaft, η πάλη δηλαδή ανάμεσα σε δυο ανταγωνιζόμενες τάξεις υπάρχει πάντοτε επικαθορισμένη από άλλες αντιφάσεις, που κι αυτές με τη σειρά τους είναι συγκεκριμένες ομαδοποιήσεις στη βάση του κριτηρίου εχθρός - φίλος. Ο Schmitt απαριθμεί τις αντιφάσεις που διατρέχουν τον κινέζικο κοινωνικό σχηματισμό: «η φυλετική εχθρότητα ενάντια στους λευκούς εκμεταλλευτές - αποικιοκράτες - το εθνικό μίσος ενάντια στου ομόφυλους γιαπωνέζους εισβολείς - η ταξική εχθρότητα απέναντι στην κινέζικη αστική τάξη».23 Μόνο μέσα από μια διαδικασία «συμπύκνωσης» αυτών των αντιφάσεων δηλαδή μέσα από την κάθε φορά αποκρυστάλλωση του «πραγματικού εχθρού» μπορούμε να φτάσουμε στην «απόλυτη εχθρότητα», δηλαδή τη συγχώνευση των διαφορετικών αντιφάσεων σε μια ενότητα ρήξης, που καταλήγει στην άνοδο των λαϊκών τάξεων στην εξουσία. Είναι φανερό ότι ο χειρισμός των διαφορετικών αντιφάσεων προϋπόθετα μια συγκεκριμένη άποψη για τον πολιτικό σκοπό του πολέμου και εδώ είναι που ο Schmitt ξαναβρίσκει τον Κλαούζεβιτς να διατρέχα τη Μεγάλη Πορεία, από τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο στον εμφύλιο, από την απόκρουση των Γιαπωνέζων κατακτητών στην τελική νίκη ενάντια στον Τσαγκ Και Σεκ. Ο «Μάο γράφει ο Schmitt οφείλει τη νίκη του απέναντι στον εσωτερικό εχθρό, το Κουό Μι Ταυγκ και το στρατηγό Τσαυγκ Και Σεκ, αποκλειστικά, χάρη στην εμπειρία του παρτιζάνικου πολέμου κόντρα στους Γιαπωνέζους και το Κουό Μι Τανγκ»...24


6. Τα κριτήρια της θεωρίας του παρτιζάνου

Στον Schmitt οφείλουμε ανάμεσα στα άλλα και ένα μοντέρνο ορισμό της κλασικότητας: «κλασικότητα είναι η δυνατότητα για διακρίσας καθαρές και ομόφωνες».25 Διακρίσεις καθαρές, δηλαδή κριτήρια. Η θεωρία των Παρτιζάνων διατρέχεται από τούτη την ειδική επιδίωξη των ασφαλών κριτηρίων: η απεραντοσύνη του ιστορικού υλικού πάνω στο οποίο δουλεύει ο Schmitt επιβάλλει την ασφάλεια των κριτηρίων ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος μιας απαρέμφατης περιπτωσιολογίας και θα δούμε στο κεφ. 7 τα όρια αυτής της προσέγγισης. Για την ώρα θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τα τρία πρώτα κριτήρια26 της σμιττιανής θεωρίας για τον παρτιζάνο, αυτά δηλαδή που παρουσιάζονται ετεροπροσδιορισμένα από ένα τέταρτο κριτήριο, το αποφασιστικό: το πολιτικό κριτήριο. Το πρώτο κριτήριο είναι νομικό: η μη κανονικότητα?1 Προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μη αμφιλεγόμενης κανονικότητας σε ότι αφορά την έννοια του κράτους και του στρατού. Το «κανονικό» κράτος αναγνωρίζεται στον τύπο κράτους που προέκυψε μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ενώ ο «κανονικός» στρατός είναι ο εθνικός στρατός μετά το Βαλμύ· ο «κανονικός» στρατός τέλος υπόκειται στο jus in bello του συνεδρίου της Βιέννης,28 το οποίο ρύθμιζα τις δημοσιοδιεθνικές σχέσεις με βάση τις κλασικές διακρίσεις. Η μη κανονικότητα εξωτερικεύεται στην αντίθεση της πολυμορφίας του μη κανονικού στρατού με την ομοιομορφία της στολής του στρατιώτη ενώ στην ουσία πρόκειται για την αντίθεση ανάμεσα σε μια «στρατιωτική» δύναμη που είναι ακόμα αδύναμη να συγκροτηθεί σε πολιτική εξουσία και σε ένα αντικράτος, και στη στρατιωτικοπολιτική δύναμη μιας προδεδομένης πολιτικής εξουσίας και ενός προδεδομένου κράτους. Η μη κανονικότητα σαν κριτήριο της θεωρίας, αντλείται από τις εμπειρίες της ισπανικής αντίστασης στην εισβολή του Ναπολέοντα, παραπέμπει όμως από μόνη της σε μια προπαρτιζανική φιγούρα, αφού δεν έχει φτάσει ακόμα στο «πολιτικό». Το δεύτερο κριτήριο είναι στρατιωτικό-τεχνικό: η ευκινησία.29 Στην ουσία δεν πρόκειται για ένα αυτόματο κριτήριο, περισσότερο είναι η παραδειγματική φόρμα της μη κανονικότητας. Η γρήγορη μετακίνηση, επιδεξιότητα, οι «μικροί πόλεμοι» απέναντι στο «μεγάλο πόλεμο», είναι σταθερά όλων των «ελαφριών στρατειών» και είτε μόνη της, είτε σε συνδυασμό με τη μη κανονικότητα παραπέμπει στην προϊστορία του παρτιζάνου. Ο παρτιζάνος συνεχίζει να είναι αντικείμενο της θεωρητικής τεχνικής του πολέμου, όχι όμως της θεωρίας του πολιτικού (διότι όπως δείξαμε στο κεφ. 3 η πολιτική είναι πόλεμος, ο πόλεμος δεν είναι όμως η πολιτική). Το τρίτο κριτήριο είναι γεωπολιτικό: ο γήινος, δηλαδή ο αμυντικός χαρακτήρας του παρτιζάνου. Ο παρτιζάνος είναι δεμένος με τη γη30 βουνά, βάση, ζούγκλα, έρημος και είναι η γη που επιβάλλει την παρτιζάνικη στρατηγική σα μια ειδική αμυντική στρατηγική. «Η γη και η θάλασσα δεν παράγουν μόνο διαφορετικά στρατηγικά μέσα, δεν είναι μόνο θέατρα διαφορετικών πολέμων, αλλά είναι ακόμα έννοιες διαφορετικές του πολέμου και του εχθρού»31 . Εύκολα αναγνωρίζουμε σ' αυτό το γεωπολιτικό κριτήριο του παρτιζάνου τη θεωρητική του καταγωγή. Η γη ενάντια στη θάλασσα, είναι το θέμα του Land und Meer. Eine weltgeschichtliche Betrachtung, δημοσιευμένου το 1942, που αποτελεί και τη γενέθλια ημερομηνία της σμιττιανής σπουδής πάνω στην επανερμηνεία της παγκόσμια ιστορίας, στη βάση του κριτηρίου των δομικών γραμμών εχθρότητας, και των δημοσιοδιεθνικών μετώπων εχθρός - φίλος. Σ' αυτό το σημείο είμαστε μακριά από κάθε τελεολογία: η ιστορία δεν έχει κάποιο σκοπό, το υποκείμενο της ιστορίας είναι η ίδια η πορεία, κι αυτή η πορεία είναι η ατέρμονη διάκριση ανάμεσα στον εχθρό και το φίλο. Είμαστε πολύ κοντά σε μια αληθινή σμιττιανή anticipazione σε ότι έμελλε να γίνει το σταυρικό σημείο της αλτουσεριανής θεωρίας της Ιστορίας (: προτεραιότητα της έννοιας της διαδικασίας πάνω στην έννοια της τξης η ταξική πάλη είναι η μηχανή της ιστορίας). Σε ότι αφορά πάντως το «γήινο» χαρακτήρα του παρτιζάνου είναι σαφέστατη η γενεαλογία του. Ο παρτιζάνος είναι ο κυρίαρχος της Γης και κατάγεται απ' ευθείας από τον Behemoth, τον Χομπεσσιανό Ταύρο που συμβολίζει την αταξία και τον εμφύλιο πόλεμο, ενώ αντίθετα οι αποικιοκρατικές δυνάμεις είναι ο Leviathan, η Χομπεσσιανή Φάλαινα που κυριαρχεί στη θάλασσα, σύμβολο της Τάξης και του Κράτους. Ο Schmitt με την επιμονή του στη μάχη των δυνάμεων της θάλασσας και των δυνάμεων της Γης, της οποίας η τωρινή φάση είναι η σύγκρουση παρτιζάνου - αποικιοκρατίας, μας υπενθυμίζει για μια ακόμη φορά τον αξεπέραστο ορίζοντα των αναζητήσεων του: δηλαδή την πολιτική φιλοσοφία του Thomas Hobbes.32


7. Ο πολιτικός παρτιζάνος

Το τέταρτο κριτήριο της θεωρίας του παρτιζάνου είναι το κριτήριο των κριτηρίων: η πολιτική στράτευση. Δεν υπάρχει θεωρία του παρτιζάνου έξω από τον πολιτικό παρτιζάνο. Στην πολιτική στράτευση εντοπίζεται η διαφορά του παρτιζάνου από τον παρατή ή το ληστή, των οποίων τα κίνητρα είναι αποκλειστικά κερδοσκοπικά. Η πολιτική στράτευση παραπέμπει στην ένταξη του παρτιζάνου σε ένα πολιτικό οργανισμό που σε εποχές επαναστατικές («αποσύνθεσης των κοινωνικών δομών» τις χαρακτηρίζει ο Schmitt), παίρνει τη μορφή επαναστατικού κόμματος. Η σχέση του μαχητή παρτιζάνου με το πολιτικό κόμμαμήτρα, είναι μια σχέση υποταγής - κυριαρχίας, τέτοια που δεν παρουσιάζεται ούτε στο «λεγόμενο» (όπως το χαρακτήριζα) ολοκληρωτικό κράτος. Ο πολιτικός, λοιπόν, παρτιζάνος, δηλαδή ο παρτιζάνος sub specie rei publicae που δρα στο χώρο του δημόσιου ενάντια σε μια συγκεκριμένη κοινωνική δομή, και ενάντια στο κράτος αυτής της κοινωνικής δομής είτε είναι κράτος «εθνικό» είτε «κατοχικό» είναι ο μοντέρνος παρτιζάνος σαν ειδικό αντικείμενο της θεωρίας. Παρ' όλα αυτά, αν και το κριτήριο του πολιτικού παρτιζάνου παρουσιάζεται αναλυτικά σε σχέση με τη φαινομενολογία του (βλ. το κεφ. 8 για το θέμα της πολιτικής νομιμοποίησης), απουσιάζει μια ανάλυση ιστορικογενετική του πολιτικού του χαρακτήρα. Αυτή η απούσα ανάλυση στη θεωρία του παρτιζάνου υπάρχει, σε πρακτική μορφή και διάσπαρτη, σε άλλα έργα του Schmitt, και θα προσπαθήσουμε συνοπτικά να τη συνθέσουμε, σαν αναγκαίο τμήμα της θεωρίας του παρτιζάνου. Ο πολιτικός παρτιζάνος είναι μια φιγούρα του ιμπεριαλισμού. Αυτό είναι καθαρό στον Schmitt. Και αν είναι σε μια άλλη από εκείνες τις περίφημες «εισαγωγές» σε επανεκδόσεις του έργου του (συγκεκριμένα την ιταλική εισαγωγή του 1971) όπου το αναφέρει, ήδη από τα χρόνια του '50 σε ένα δοκίμιο με τίτλο Nehmen feilen l Weiden το θεμελιώνει μέσα από μια άποψη διαλεκτική.33 Το πρόβλημα του Schmitt σ' αυτό το έργο της ωριμότητας είναι και δε θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο, αφού ο Schmitt θεωρεί τον εαυτό του πριν απ' όλα σαν «νομικό» μια νομική θεωρία του ιμπεριαλισμού. Διαβάζουμε το τρίτο σχόλιο πάνω στην έννοια του αρχαιοελληνικού «νόμος» (nomos).: «η παγκόσμια ιστορία είναι μια ιστορία της προόδου ή ίσως μονάχα της αλλαγής των μέσων και των μεθόδων της ιδιοποίησης: από την κατάληψη της γης των νομαδικών και αγροτοφεουδαρχικών χρόνων μέχρι τη βιομηχανική ιδιοποίηση της βιομηχανοτεχνικής εποχής... [...] Το μίσος ενάντια στην αποικιοκρατία, που χτυπά σήμερα (ση. Μ.Α.: είναι στα 1953) τους Ευρωπαϊκούς λαούς είναι το μίσος ενάντια στην ιδιοποίηση». Όσο για τη φιλελεύθερη αντίληψη μιας δήθεν ειρηνικής φύσης του ιμπεριαλισμού ήδη από τον καιρό του Der Begriff... παρατηρεί ειρωνικά: «ουσιαστικά μη πολεμική, και κυρίως στη βάση της φιλελεύθερης ιδεολογίας, είναι μόνο η ορολογία».34 Με άλλα λόγια: η φύση του ιμπεριαλισμού συνίσταται στην προτεραιότητα της ιδιοποίησης πάνω στη διανομή και τη παραγωγή, η ιμπεριαλιστική ιδιοποίηση είναι μια επιχείρηση πολιτικοπολεμική από τη στιγμή που την εμπορική φόρμα της σύγκρουσης υποκαθιστά μια ανοιχτά βίαιη και πολεμική αποικιοκρατική εξάπλωση και αυτή η τελευταία έχει σαν αποτέλεσμα την ανάδυση καινούριων διακρίσεων του τύπου εχθρός - φίλος: με αυτή την έννοια ο παρτιζάνος που αντιστέκεται στην αποικιοκρατική διείσδυση γίνεται πολιτικός, μια μοντέρνα πολιτική φιγούρα, ένα νέο πολιτικό Υποκείμενο, που δεν έχει να κάνει τίποτα με τις προμοντέρνες, προπολιτικές φόρμες του πειρατή ή του κοινωνικού ληστή. Νομίζω όμως ότι σ' αυτό το σημείο η θεωρία του παρτιζάνου παρουσιάζει κάποια μονομέρεια. Ο Schmitt περιορίζει την έκθεση συγκεκριμένων περιστατικών μόνο σε χώρες που ο πολιτικός παρτιζάνος είναι ταυτόχρονα και επαναστατικό υποκείμενο, δεν περιορίζεται δηλαδή στον καθαρά εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα αλλά προετοιμάζει μέσα απ' αυτόν σαν τη φυσική του κατάληξη τον εμφύλιο πόλεμο. Στη σμιττιανή θεωρία του παρτιζάνου υπάρχει πόλος Λένιν, πολύς Μάο, πολύς Χο Τσι Μινχ, πολύς Γκεβάρα αντίθετα δεν υπάρχει καθόλου ο Αχμέτ Μπεν Μπελά, καθόλου ο Γρίβας - Διγενής. Ο Schmitt ταυτίζοντας τη φιγούρα του παρτιζάνου με το νέο Behemoth συγκροτεί την θεωρία του σα τη μοντέρνα θεωρία του εμφυλίου πολέμου. Δε νομίζω ότι μπορούμε να αποδώσουμε αυτή τη μονομέρεια στην έλλειψη πληροφοριών και ενδείξεων η εξαιρετική ευρυμάθεια και ενημέρωση του Schmitt δε μας επιτρέπει να θεωρήσουμε συμπτωματική την απουσία της Αλγερίας και της Κύπρου σαν τα σύγχρονα θέατρα ενός «άλλου» παρτιζάνικου πολέμου που όταν γράφεται η θεωρία του Παρτιζάνου έχει ήδη ολοκληρώσει την πρώτη του φάση. Δίχως να θέλουμε να μπούμε στην ουσία του θέματος (που από την αρχή το προσδιορίσαμε μόνο σε σχέση με τη θεωρία του Schmitt), θα έπρεπε να παρατηρήσουμε ότι τόσο στην Αλγερία όσο και στην Κύπρο ενώ από τη μια επιβαιώνονται τα νομικά, τεχνικά και γεωπολιτικά κριτήρια του παρτιζάνου, από την άλλη, το κριτήριο της πολιτικής στράτευσης παρουσιάζεται διαφοροποιημένο. Αυτό γιατί η πεποίθηση του Schmitt για τον πολιτικό παρτιζάνο σαν φορέα μιας απόλυτης ταξικής εχθρότητας, της οποίας οι διαδοχικοί σταθμοί είναι ο εθνικός πόλεμος, ο εμφύλιος - εσωτερικός πόλεμος και τέλος ο παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος, καθοδηγούμενοι από ένα ενιαίο επαναστατικό κέντρο δεν είναι καθόλου αυτονόητη, παρ' όλους τους φόβους του Schmitt. Στην Αλγερία π.χ. ο «tertius», ο τρίτος ενδιαφερόμενος δεν είναι η Ανατολή ενάντια στη Δύση, ούτε βέβαια το F.L.N. είναι το «μακρύ χέρι» του κομμουνιστικού κέντρου για την παγκόσμια επανάσταση. Το δικαίωμα που διεκδικεί κατ' αρχήν το F.L.N. και ο φελλαχικός παρτιζάνικος στρατός είναι η συγκρότηση της Αλγερίας σε ένα ανεξάρτητο κράτος.35 Η μετεξέλιξη του F.L.N. από κόμμα της απελευθέρωσης σε κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης αποδείχτηκε ανέφικτη: η «αυτοδιαχειριστική άνοιξη» του Αχμέτ Μπεν Μπέλλα, γρήγορα ξαναμπήκε στο κανάλι της κρατικής τάξης. Σε ότι αφορά την περίπτωση της Κύπρου, που κι αυτή απουσιάζει εντελώς από τη θεωρία του Παρτιζάνου, τα πράγματα είναι ακόμα πιο μπερδεμένα. Διότι αν το F.L.N. είναι αντικειμενικά αντιιμπεριαλιστικό και επαναστατικό τουλάχιστον μέχρι την εκκαθάριση του Μπέλλα η περίπτωση της ΕΟΚΑ, είναι δίχως άλλο προβληματική, θα έλεγε κανείς, ότι στην ΕΟΚΑ έχουμε να κάνουμε με το μοναδικό φαινόμενο ενός «Νατοϊκού» παρτιζάνου: ο Γ. Γρίβας - Διγενής στην εισαγωγή του εγχειριδίου του για τον Ανταρτοπόλεμο,36 αναφέρεται εξαντλητικά στην ανάγκη επεξεργασίας του παρτιζάνικου πολέμου σαν το μόνο μέσο... για να ανακοπεί η διείσδυση του κομμουνιστικού μπλοκ, ενώ κατηγορεί άμεσα τις Η.Π.Α. ότι δεν έχουν δημιουργήσει μια... Ανώτερη Σχολή Ανταρτοπόλεμου, η οποία θα αναλάβει την «αντεπίθεση» για την απελευθέρωση των «υπό κομμουνιστικόν έλεγχον χωρών». Δεν θέλουμε να μπούμε εδώ στο θέμα, αν ο αγώνας της ΕΟΚΑ ήταν αντιιμπεριαλιστικός ή όχι,37 πάντως σε ότι αφορά τη μελέτη μας είναι φανερό ότι η μορφή ενός παρτιζάνου - Träger (φορέα) της σοσιαλιστικής επανάστασης, όπως ξετυλίγεται στη σμιττιανή θεωρία, είναι λαθεμένη. Η μονοσήμαντη αυτή θεώρηση του παρτιζάνου, αποτέλεσμα των ψυχροπολεμικών ψυχώσεων της δεκαετίας του '50 δεν φαίνεται ικανή να ερμηνεύσει την «ιδιόρρυθμη» παρουσία του παρτιζάνου μέσα σε ένα περίπλοκο δημοσιεδιεθνικό σύστημα (ας σκεφτούμε μονάχα το Αφγανιστάν).


8. Νομιμότητα και νομιμοποίηση του παρτιζάνου

Η σμιττιανή νομιμοποίηση είναι ιδιότυπη: δεν είναι το τυπικό κριτήριο διάκρισης των Βεμπεριανών τύπων εξουσίας (ορθολογικός - παραδοσιακός - πρισματικός) ούτε ακόμα μπορεί να αναχθεί στο εσωτερικό του λεγόμενου «ορθολογικού» τύπου εξουσίας σε μια καθαρή νομιμότητα. Η νομιμοποίηση στον Schmitt είναι ειδική: υπάρχει μέσα στην αντίθεση της με τη νομιμότητα, είναι με άλλα λόγια, η νομιμοποίηση ενάντια στη νομιμότητα.3 * Δεν μπορούμε εδώ με αφορμή τη διαλεκτική νομιμοποίησης - νομιμότητας του παρτιζάνου να προχωρήσουμε περισσότερο στις απαρχές αυτής της διχοτομίας. Αρκεί μόνο να επισημάνουμε ότι ο τόπος της νομιμοποίησης είναι μια πολιτική έννοια του νόμου, ενώ ο αντίστοιχος της νομιμότητας μια έννοια του νόμου φορμαλιστική (και η διάκριση του Schmitt ανάμεσα σε Verfassung και Konstitution στο επίπεδο του συνταγματικού Δικαίου στηρίζεται σ' αυτήν ακριβώς τη διχοτομία). Οι στοχασμοί του Schmitt πάνω στον παρτιζάνο και τη νομιμοποίηση του έχουν σαν αφετηρία ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός: πρόκειται για τη δημιουργία του OAS από το Γάλλο στρατηγό Raoul Salan που ξεκινά μια σειρά τρομοκρατικές επιθέσεις τόσο ενάντια στο λαϊκό πληθυσμό της Αλγερίας όσο και ενάντια στα γαλλικά στρατεύματα με αφορμή την πολιτική του Ντε Γκωλ που «παραιτείται» από τα «κυριαρχικά» (δηλ. αποικιοκρατικά) δικαιώματα της Γαλλίας στην Αλγερία. Ο Salan στη δίκη του ενώπιον της γαλλικής δικαιοσύνης επικαλέστηκε την ιδέα του Έθνους κόντρα στο Κράτος για να νομιμοποιήσει τις τρομοκρατικές ενέργειες του OAS, δηλαδή μια ανώτερη μορφή νομιμοποίησης κόντρα στη τυπική νομιμότητα.39 Μπορούμε σύμφωνα με τη Βεμπεριανή ορολογία να αποδώσουμε στις πράξεις του OAS την επίκληση μιας «παραδοσιακής νομιμοποίησης», εκείνης δηλαδή που στηρίζεται στον ιερό χαρακτήρα παραδόσεων που ισχύουν από πάντοτε (στην περίπτωση του Salan η ιδέα του έθνους και η προσεπίκληση του ιερού χαρακτήρα των πράξεων του: «θα ανοίξω το στόμα του μόνο για να φωνάξω Vive La France! και στον εισαγγελέα θα πω απλώς que Dieu me garde! (o θεός να με φυλάει)».40 O Salan καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Η νομιμοποίηση που επικαλέστηκε αποδείχτηκε ανέφικτη. Ο Schmitt συμπεραίνει σωστά ακόμα και σε αντίθεση με τις απόψεις του στα χρόνια του '30 ότι ακόμα κι αν η κρίση του νόμου και της νομιμότητας είναι αδιαμφισβήτητη, ωστόσο, η μορφή της νομιμοποίησης που παραμένει η πιο ισχυρή στο σύγχρονο κράτος, είναι η νομική νομιμοποίηση, δηλαδή η τυπική νομιμότητα. Υπάρχει άραγε κάποια στροφή του ύστερου Schmitt πάνω στο πρόβλημα της νομιμότητας; Αν ακολουθήσουμε την ερμηνεία του Κ. Löwith41 μπορούμε να την επιβεβαιώσουμε σαν τη φυσική συνέπεια του «συμπτωματισμού» της σκέψης του Schmitt, δηλαδή της υποταγής της αποκλειστικά στις ιστορικές περιστάσεις. Με αυτή την έννοια αν η κρίση της Βαϊμάρης θα παρείχε στον Schmitt το παράδειγμα της νομιμοποίησης που αποδυναμώνει τη νομιμότητα, η Γαλλία του Ντε Γκωλ θα του παρείχε το παράδειγμα της υπεροχής της νομιμότητας, κόντρα σε οποιαδήποτε άλλη νομιμοποίηση. Νομίζουμε όμως ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι επαρκής. Ο Schmitt δεν είναι μόνο «αναγνώστης» τις εποχής του, δεν είναι κάποιος δημαγωγός των σπαρταριστών γεγονότων, αλλά κυρίως είναι αυτό που εύστοχα επισημαίνει ο Pierangelo Schiera, δηλαδή ο «dottrinario»,42 ο θεωρητικός, θεωρητικός, που πάει να πει ότι η έγνοια του είναι να πει τα πράγματα με το όνομα τους, με τη βοήθεια αυθεντικών θεωρητικών εννοιών, ώστε το «πραγματικό» να κατανοηθεί αποδεικτικά, στη δομή του κι όχι στη φαινομενολογία του. Αν είναι έτσι τα πράγματα τότε η διαλεκτική νομιμοποίηση - νομιμότητα που δεν παύει να είναι μια ιστορική διαλεκτική, μια διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη δεν αναθεωρείται σ' αυτόν τον ύστερο Schmitt σε σχέση με τις προηγούμενες επεξεργασίες της. Ο μεθοδολογικός κανόνας που χρησιμοποιεί ο Schmitt είναι να σκέφτεται στα άκρα, όχι την «κανονικότητα» αλλά τη στιγμή που η «κανονικότητα» έρχεται σε κρίση, όχι το Κράτος Δικαίου, αλλά το κράτος έκτακτης ανάγκης, δηλαδή όχι η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία, αλλά η Βαϊμάρη. Ο καιρός του Salan είναι η εποχή της «κανονικότητας»: ο Ντε Γκωλ σαν άλλος deus ex macchina σταθεροποιεί την ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων αναπροσαρμόζοντας τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας μέσα από τον εξορθολογισμό της τυπικής νομιμότητας. Το πρόβλημα όμως της νομιμοποίησης που φαίνεται ότι απομακρύνεται στον Schmitt με αφορμή τη θεωρία του παρτιζάνου μπορεί να τεθεί και να λυθεί μόνο μέσα στην «εξαίρεση». Νομίζουμε ότι έτσι μόνο μπορούμε να καταλάβουμε τον Schmitt όταν με αφορμή τη θεωρία wo Παρτιζάνου γράφει ότι «ακόμα και η αμφισβητούμενη νομιμότητα παραμένει σε ένα σύγχρονο κράτος πιο δυνατή από κάθε άλλο δίκαιο».


9. Η λαϊκή νομιμοποίηση του Παρτιζάνου: ο «tertius»

Στα κεφάλαιο 67 προσδιορίσαμε τα τέσσερα κριτήρια που σύμφωνα με τον Schmitt οριοθετούν τη φιγούρα του σύγχρονου παρτιζάνου. Αυτά είναι συνοπτικά η μη κανονικότητα, η ευλογία, η πολιτική στράτευση, και η αμυντική διάταξη (ο «γήινος» του χαρακτήρας). Είδαμε ακόμα με αφορμή τη δίκη του OAS το ανέφικτο της λεγόμενης «παραδοσιακής» νομιμοποίησης του και την αδυναμία της μπροστά στη νομική νομιμοποίηση των θεσμών της πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Νομίζουμε ότι πάνω σ' αυτό χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο: το θέμα της νομιμοποίησης του παρτιζάνου είναι το καθοριστικό σημείο της θεωρίας του παρτιζάνου, ο αδύνατος κρίκος τον οποίο πρέπει να πιάσουμε και να τραβήξουμε ώστε να βγει «όλη η αλυσσίδα». Μου φαίνεται ότι το πρόβλημα αυτό είναι σε ένα βαθμό και πρόβλημα του ίδιου του Schmitt. Γι αυτό και δίπλα στα τέσσερα προαναφερθέντα κριτήρια του παρτιζάνου ο Schmitt παραθέτει ένα ακόμα χαρακτηριστικό, δίχως να το ανάγει σε ξεχωρισμό κριτήριο με σαφήνεια, πάντως παρατηρώντας ότι «είναι τμήμα αναπόσπαστο της θεωρίας του παρτιζάνου». Πρόκειται για τον tertius, τον «τρίτο ενδιαφερόμενο». Ο «τρίτος ενδιαφερόμενος» δεν παρέχει μόνο τεχνικό και πολεμικό εξοπλισμό στον παρτιζάνο, δεν τον βοηθά μόνο με τρόφιμα, χρήματα, φάρμακα, δεν είναι με λίγα λόγια μια φιγούρα τοποθετημένη στο διεθνές επίπεδο, στις σχέσεις ανάμεσα σε γεωπολιτικά συμφέροντα (ο Schmitt έχει την τάση στη θ.τ.Π. να τοποθετεί τον «τρίτο ενδιαφερόμενο» και σε ένα, θα λέγαμε, δημοσιοδιεθνικό επίπεδο παίρνοντας αφορμή από την υποστήριξη της Μόσχας στον Χο Τσι Μιυχ). Δίχως να υποτιμούμε την αναγκαιότητα παρουσίας ενός Τρίτου που θα υποστηρίζει και θα νομιμοποιεί ένα παρτιζάνικο πόλεμο στο χώρο των διεθνών σχέσεων, νομίζουμε ότι η έννοια του «τρίτου ενδιαφερόμενου» θα πρέπει να έχει πεδίο αναφοράς τον ενδοκρατικό χώρο και όχι το διακρατικό. Αυτή η έννοια έχει πεδίο εφαρμογής τη δυνατότητα από την πλευρά του παρτιζάνου της πολιτικοποίησης του μη πολιτικοποιημένου λαϊκού πληθυσμού. Ο παρτιζάνος είναι υποχρεωμένος να συγκεντρώσει στον εαυτό του το ρόλο της πολιτικής αντιπροσώπευσης των λαϊκών τάξεων που στέκονται ανάμεσα στον «εχθρό» και σ' αυτόν. Γράφει ο Schmitt: «η μη κανονικότητα από μόνη της δεν δημιουργεί τίποτα. Γίνεται αμέσως παρανομία». Αυτό σημαίνει ότι, μόνο η αναφορά του παρτιζάνου στην «κανονικότητα», δηλαδή η σύνδεση με τον πληθυσμό που συνεχίζει να ζει κανονικά και να εργάζεται στα χωράφια και στα εργοστάσια, μπορεί να διατηρήσει τον παρτιζάνο στο χώρο του Πολιτικού. Ο Schmitt το επισημαίνει με τη γνώριμη του σαφήνεια: «προοπτικά, η μη κανονικότητα πρέπει να νομιμοποιείται από την κανονικότητα»... δηλαδή από τη συμμαχία του παρτιζάνου με ένα «τρίτο ενδιαφερόμενο».43 Νομίζουμε ότι αυτή η φράση είναι ένα σημείο μη επιστροφής για τον Schmitt. Η πολιτική νομιμοποίηση του παρτιζάνου σαν χαρακτηριστικό της θεωρίας του προϋποθέτει μια αλλαγή οπτικής του ίδιου του Schmitt πάνω στη θεωρία του για το Πολιτικό, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε συνοπτικά ποια είναι αυτή η αλλαγή της οπτικής (ενώ ο θεματικός χώρος παραμένει ο ίδιος) και πώς η θεωρία του παρτιζάνου περιέχει σε πρακτική μορφή ένα είδος αυτοκριτικής του Schmitt σε ότι αφορά τη θεωρία του Πολιτικού.


10. Το κριτήριο του Πολιτικού. Η αυτοκριτική

Δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως άλλωστε δείξαμε και στο κεφ. 3, ότι στο Der Begriff... το σημείο εκκίνησης της θεωρίας είναι η κατηγορία του «εχθρού». Οι συγγραφείς που ασχολούνται κατά κάποιο τρόπο «επαγγελματικά» με τον Schmitt (κι ανάμεσα τους θα πρέπει να αναφέρουμε τον Γερμανό Hasso Hofmann, τον Ιταλό Ρ.Ρ Portinaro, και το Γάλλο Julien Freund), στην πλειοψηφία τους εντοπίζουν στο σημείο αυτό, το αδύνατο σημείο της σμιττιανής θεωρίας ενώ άλλοι πάλι, όπως ο J. Huizinga,44 αναγνωρίζουν στην έννοια του «εχθρού» στοιχεία μαγικοδαιμονιακά και ένα «αντιχριστιανικό σατανισμό που ανυψώνει το κακό σε νόρμα και σε ηθικό σημείο»... Πάντως, ανεξάρτητα από το «σατανισμό» του Huizinga, το πρόβλημα υπάρχει, και ο ίδιος ο Schmitt αναγκάστηκε, στην εισαγωγή του '63, στην τέταρτη έκδοση του Der Begriff..., να απαντήσει στην πιο εμπεριστατωμένη κριτική που του έγινε πάνω σ' αυτό (στην κριτική του Otto Brunner, στο Land und Herrschaft, που ήταν κατά τα άλλα, τ εφαρμογή της θεωρίας του Schmitt στο χώρο της συνταγματικής ιστορίας...). Η απάντηση στον Brunner, είναι μια συναρπαστική άσκηση διαλεκτικής, δεν παύει όμως να είναι και μια υπεκφυγή: «η μορφή για μια αξιωματική προτεραιότητα της έννοιας του εχθρού είναι με τη σειρά της πολύ γενική και στερεότυπη. Παραμελεί το γεγονός ότι η οικοδόμηση μιας έννοιας, προέρχεται πάντοτε, μέσα από μια διαλεκτική αναγκαιότητας (mit dialektischer Notwendingkeit) από την άρνηση της. Στη νομική θεωρία (Rechtstheorie) όπως και στη νομική πρακτική (Rechtsleben) η αναφορά στην άρνηση είναι κάθε άλλο παρά επιβεβαίωση του αρχούμενου. Η ποινή και το Ποινικό Δίκαιο προϋποθέτουν όχι ένα γεγονός αλλά ένα άνομο γεγονός στις αρχές τους (sondern eine Untat an Inrem Anfang). Μήπως αυτό σημαίνει μια «θετική» αξιολόγηση του ανομήματος και μια προτεραιότητα του εγκλήματος; (Ist das vielleicht eine «positive» Auffassung der Untat und ein «Primat» des Verbrechens?).45 H γοητεία της διατύπωσης δεν αλλάζει την απώθηση μιας in concreto απάντησης· μια τέτοια απάντηση (λανθάνουσα κι ανομολόγητη) υπάρχει στη θεωρία του παρτιζάνου και ειδικά στην αναφορά στον «τρίτο ενδιαφερόμενο». Διότι, αν στην εισαγωγή του '63, ο Schmitt αρνείται, τη μομφή του Brunner μέσω μιας διαλεκτικής μετατόπισης, στον παρτιζάνο μου φαίνεται ότι την παραδέχεται. Βέβαια, με ένα τρόπο ειδικό: την παραδέχεται, δίχως να τη δέχεται, δεν την παραδέχεται, δεχόμενος την. Διαβάζουμε στη θ.τ.Π., στο κεφάλαιο «από τον πραγματικό εχθρό στον απόλυτο»: «τώρα, η ουσία του Πολιτικού δεν είναι η καθαρή εχθρότητα αλλά η δυνατότητα να ξεχωρίζεις ανάμεσα στον εχθρό και το φίλο και η προϋπόθεση τόσο του εχθρού όσο και του φίλου».46 Άρα, το κριτήριο του πολιτικού δεν είναι μόνο η διάκριση του εχθρού αλλά και η σύγχρονη αναγνώριση του φίλου, στην περίπτωση ειδικά του παρτιζάνου η συμμαχία με έναν «τρίτο ενδιαφερόμενο». Νομίζω ότι στο σημείο αυτό βρισκόμαστε στην καρδιά όχι μόνο της θεωρίας του παρτιζάνου αλλά και της θεωρίας του πολιτικού: ο μανιχανισμός της πρώτης σμιττιανής περιόδου (που δε μας επιτρέπει να δεχτούμε τον «Lenin schmittiano» του Valentini βλ. κεφ. 4) υποχωρεί για να δώσει τη θέση του σε μια διαλεκτική αντιμετώπιση της σχέσης εχθρός - φίλος. Παρ' όλα αυτά θα τολμούσα να πω η διαλεκτική αυτή, παραμένει «ασυνείδητη» ακόμα και στον παρτιζάνο, και μόνο μια «συνειδητή» ανάγνωση, όχι γραμματική, όχι επιφανειακή, και βέβαια όχι αξιολογική, μπορεί να αποκαλύψει αυτή τη φενακισμένη προβληματική. Είναι η απουσία, του «τρίτου ενδιαφερόμενου» που απαγορεύει τη νομιμοποίηση του Raoul Salan, και είναι, αντίθετα, η ύπαρξη του, που επιτρέπει την πολιτική νομιμοποίηση του παρτιζάνου. Με αυτή την έννοια η κατηγορία της πολιτικής νομιμοποίησης έχει σαν έδαφος το χώρο των πολιτικών ταξικών σχέσεων, δηλαδή των συμμαχιών του παρτιζάνου με το μη στρατευμένο λαϊκό πληθυσμό. Η πολιτική νομιμοποίηση του παρτιζάνου συγκροτούμενη σαν κατάφαση του «τρίτου», του «φίλου», αποδεικνύει την αναποτελεσματικότητα μιας πολιτικής πρακτικής που περιορίζεται στην άρνηση του «Άλλου», του «εχθρού». Από το Der Begriff des Politischen στην Theorie des Partisanen δεν αλλάζει η προβληματική, αλλάζει όμως η οπτική της: ο «εχθρός» παύει να είναι το τελικό σημείο της θεωρίας και ο «φίλος» παύει να απωθείται σαν το μη αναγκαίο στοιχείο της διαλεκτικής. Το Πολιτικό δεν ταυτίζεται πια με τη διάκριση του εχθρού, ούτε ο πόλεμος με την πολιτική. Το πολιτικό είναι η σωστή αναγνώριση τόσο του εχθρού όσο και του φίλου: ο «τρίτος ενδιαφερόμενος» είναι πια αναπόσπαστο στοιχείο της έννοιας του. Αυτός ειδικά ο Schmitt, του Παρτιζάνου, είναι και ο πιο χρήσιμος. Και είναι με αφορμή τη θεωρία του παρτιζάνου που αξίζει τον κόπο να διατρέξουμε τη γραμμή MarxSchmitt, μια γραμμή που συνέχεια διαρρηγνύεται και επανοικοδομείται. Διότι, η μελέτη της ιστορίας του εργατικού κινήματος είναι τίποτε άλλο άραγε από την επιβεβαίωση δυστυχώς οδυνηρή και post festum ότι το να γνωρίζεις καλά τον εχθρό, σημαίνει κυρίως να κάνεις σωστές συμμαχίες ώστε να τον απομονώνεις; θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι ο Schmitt, όχι του Παρτιζάνου, αλλά του Begriff..., βρίσκει τον πιο συνεπή εκφραστή του στη τριτοδιεθνίστικη θεωρητικοπολιτική κατασκευή της «τάξης εναντίον τάξης» και στην ισοπεδωτική θεωρία του «σοσιαλφασισμού». Με αυτή την έννοια, στη δεκαετία του '30, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας προσανατολισμένο στη θεωρία του σοσιαλφασισμού, υπήρξε, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, περισσότερο σμιττιανό (εννοείται σε σχέση με τον αρχικό μανιχαϊσμό του Der Begriff...) απ' ότι ο φασισμός: ο δεύτερος δεν ήξερε να ξεχωρίζει μόνο τον «εχθρό» (δηλαδή το ΚΚΓ και την οργανωμένη εργατική του βάση) αλλά και τον «φίλο» (δηλαδή τα μεσαία στρώματα, τα οποία στηρίζουν το φασιστικό κράτος, άσχετα αν αυτό το τελευταίο εξυπηρετεί στην πραγματικότητα τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου). Αντίθετα το ΚΚΓ «αυτοκτονεί», πιστό στη θεωρία ότι οι σοσιαλδημοκρατικές λαϊκές μάζες είναι εξ' υπαρχής χαμένες, αφού ανάμεσα στον «εχθρό» (το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα) και σ' αυτό, nihil medium...


11. Οι Παρτιζάνοι των πόλεων

Δεν θα αποφύγω τον πειρασμό να επανέλθω σε ένα θέμα που δεν είναι επίκαιρο (επίκαιρες είναι μόνο οι επιπτώσεις του και είπαμε με άλλη ευκαιρία δυο τρία πράγματα). Αυτό, που όλοι ξέρουν σαν «Τρομοκρατία» και του οποίου η υποκειμενική εκδοχή είναι το «Αντάρτικο της Πόλης» (: ο νέος παρτιζάνος). Η θεωρία του Schmitt νομιμοποιεί κάποιες ύστερες σκέψεις πάνω σ' αυτό. Η θέση που προτείνουμε από την αρχή είναι σαφής: στην περίπτωση των παρτιζάνων των πόλεων, παρτιζάνικη ουσιαστικά είναι μόνο η ορολογία, θα αναφερθούμε αποκλειστικά στη RAF: η περίπτωση των Brigatte rosse εμφανίζεται πιο περίπλοκη και απαιτεί άλλου είδους έρευνα (αν και μετά το '77 η λεγόμενη «τρίτη» Brγενιά πλησιάζει πολύ το αρχικό μοντέλλο της RAF). Η RAF είναι πολιτική; Γιατί δίχως άλλο είναι παράνομη (η μη κανονικότητα), είναι ευκίνητη (μικρές ληστείες μικροί «πόλεμοι»), είναι τέλος με τον τρόπο της «γήινη» (όχι στο βουνό, αλλά στη μητρόπολη). Η RAF διακρίνει τον εχθρό κι ας αρκεστούμε προς το παρόν σ' αυτό. Ο εχθρός όμως της RAF δεν είναι ο ταξικός εχθρός αλλά το εικόνισμα του: ο κρατικός μηχανισμός. Ο τελευταίος υποστασιοποιείται σε μια μεταφυσική οντότητα με δικιά της εξουσία, ο εχθρός είναι ο μηχανισμός του κράτους, το κράτος μηχανή, όχι το κράτος σαν υλοποίηση ταξικών σχέσεων, όχι δηλαδή το κράτος σαν κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Εφόσον στη θεωρία, «εχθρός» είναι ο κρατικός μηχανισμός, ο κλεφτοπόλεμος με την αστυνομία είναι η πρακτική (και ιδού αίφνης η ενότητα θεωρίας και πρακτικής!). Εκτός όμως από τον «εχθρό» πολιτική σημαίνει να ξεχωρίζεις και το «φίλο». Ο «φίλος» στη περίπτωση μας είναι οι λαϊκές τάξεις. Όμως αυτές είναι παθητικές. Γι αυτό και χρειάζονται οι θεαματικές πράξας της ένοπλης βίας: οι λαϊκές μάζες θα έπρεπε να πειστούν πως το κράτος είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης (: η χάρτινη τίγρη), ώστε να αναλάβουν μόνες τους την πρωτοβουλία. Μάταιοι πόθοι: οι λαϊκές μάζες είναι αδιάφορες και στο τέλος γίνονται εχθρικές απέναντι στους επίδοξους παρτιζάνους. Αυτό προκαλεί στην RAF την κλιμάκωση της θεολογικής της αντίληψης για τον εχθρό τώρα εχθρός δεν είναι μόνο το κράτος, είναι το ίδιο και η «άνανδρη Αριστερά» που εγκλωβίζει τις μάζες, στο τέλος εχθροί είναι όλοι όσοι δεν συμφωνούν με τη RAF. Με αυτή την έννοια ο επίλογος για την RAF δεν γράφεται στο Σταμχάιμ αλλά στο Μογκαντίσου: ο πόλεμος έλεγε ο Schmitt έχει τη δικιά του γραμματική... Ο ιδιωτικός πόλεμος της RAF δεν είχε τίποτα να κάνει με το δημόσιο πόλεμο του παρτιζάνου. Στο έδαφος του κενού εκπροσώπησης των κοινωνικών αντιστάσεων η RAF συγκρότησε τη διαμεσολάβηση μιας ξέφρενης υποκειμενικότητας. Όμως η «παρανομία» από μόνη της, είναι παράνομη: η απουσία ενός «τρίτου ενδιαφερόμενου» μετέθεσε αμέσως την Rote Armee Fraktion από το χώρο της πολιτικής στο χώρο της πολιτικής εγκληματικότητας. Διότι «επαγγελματίες επαναστάτες χωρίς λαϊκές μάζες γύρω τους είναι επαγγελματίες συνομώτες»47 . Ο Schmitt συνεχίζει λοιπόν να είναι επίκαιρος: «μεταφορικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι μαχητής... κι ότι, κάποιος αν είναι θαρραλέος, με κίνδυνο και με προσωπικό ρίσκο, γίνεται παρτιζάνος του εαυτού του. Τέτοιοι εκφυλισμοί της έννοιας είναι ένα σημείο των καιρών, που βέβαια δεν πρέπει να παραμελούμε...»4 *.


12. Η πολιτική πέρα από το κράτος, ο Μαρξ μετά τον Schmitt

Προσπαθήσαμε με αφορμή τη θεωρία του Παρτιζάνου να ψηλαφίσουμε κάποιες ιδέες του Schmitt πάνω στο Πολιτικό. Το πρόβλημα του ήταν η οικοδόμηση μιας σύγχρονης πολιτικής θεωρίας, αυτής που ο αστικός φιλελευθερισμός και η νομική θεωρία του κράτους δε μπορούσαν ούτε να υποψιαστούν. Στη μοντέρνα φιγούρα του παρτιζάνου ο Schmitt αναγνωρίζει ένα κεντρικό παράδειγμα της θεωρίας του. Η πολιτική παύει να ταυτίζεται με το κράτος, το κράτος παύει νά 'χει το μονοπώλιο της πολιτικής. Εμφανίζονται νέα πολιτικά υποκείμενα δίχως κρατικό περιεχόμενο: η «πολιτική» διαχωρίζεται έτσι από το «πολιτικό» ή πιο σωστά η «πολιτική» δεν εκπορεύεται μόνο από το κράτος, αλλά κι από δυνάμεις που συγκροτούνται έξω απ' αυτό για να «συμπλακούν» όχι αναγκαστικά με την πολεμική σημασία της λέξης με αυτό. Τα ιστορικά κόμματα της εργατικής τάξης και ο παρτιζάνος είναι τα δίχως κρατικό περιεχόμενο πολιτικά υποκείμενα στα οποία κυρίως αναφέρεται ο Schmitt και τα οποία διαβρώνουν τον μεγάλο Λεβιάθαν. Για μια ακόμα φορά η ιστορία φαίνεται ότι διαψεύδει τον Schmitt τη στιγμή που τον δικαιώνει. Το «κράτος των κομμάτων», με τη συμμετοχή των ιστορικών φορέων της εργατικής τάξης, είναι η προσπάθεια του κράτους να ξαναποκτήσει το μονοπώλιο της πολιτικής, η προσπάθεια για την μετατροπή των εργατικών κομμάτων σε απλά κρατικά παραρτήματα. Εδώ τελειώνει ο Schmitt και ξαναρχίζει ο Μαρξ. Διότι αν ο Schmitt αποτελεί το πιο υψηλό σημείο της θεωρίας της Ragion di Stato, του Κρατικού Λόγου, της Κρατικής σκοπιμότητας, μια Μαρξιστική θεωρία του κράτους δε μπορεί παρά να είναι μια θεωρία της Ragion di classe, του Ταξικού Λόγου, της Ταξικής σκοπιμότητας. Μια θεωρία διάχυσης της πολιτικής και συγχρόνως επανασυγκέντρωσής της. Ο Carl Schmitt με αυτή την έννοια είναι επίκαιρος γιατί μας θυμίζει πράγματα κλασικά: Τη μορφή κράτος, την πραγματικότητα του μεγάλου Λεβιάθαν, ότι δηλαδή το κράτος αποτελεί το αληθινό κόμμα της αστικής τάξης. Και μας αναγκάζει να αναζητήσουμε την εναλλαχτική δυνατότητα που σήμερα είναι σε κρίση: την προοπτική ενός νέου πρίγκηπα, μια νέα μορφή κόμμα σαν το αληθινό «κράτος» των λαϊκών τάξεων.



1. Η έκφραση είναι του Antonio Negri (:Spinoza e Γ anomalia). Δεν είναι τυχαίο ότι ο Negri εντοπίζει τη Σπινοζιανή anomalia στο Tantum juris quantum potentiae: δεν υπάρχει στον Σπινόζα η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου, ούτε η νομική μυστικοποίηση του κράτους. Βλ. Negri «L' anomalia Selvaggia. Saggio Su Porere e Potenza in Baruch Spinoza», σ. 1319, 225237. (Ο Άγγελος Ελεφάντης έχει μεταφράσει τον πρόλογο, από το βιβλίο αυτό, στον Πολίτη, τ. 60 σ 1820). Η anomalia στον Schmitt δεν είναι διαφορετική: όσο και να ψάξεις στα έργα του δε θα βρεις ποτέ τη μοντέρνα θρησκεία της αστικής τάξης, δηλαδή τη «λαϊκή κυριαρχία».

2. Mario Tronti, «Marx e Schmitt: un problema storicoteorico» στο αφιέρωμα του Ινστιτούτου Γκράμσι Βενετίας στον Schmitt, «La politica oltre lo Stato: Carl Schmitt» (από δω και πέρα Lapost) σ. 2540.

3. Mario Tronti, οπ. π. σ. 25.

4. Βλ. την επιστολή του Carl Schmitt στον Ρ. Schiera, L' Espresso, (101179) σ. 175. Αν δεν κάνω λάθος πρόκειται για το τελευταίο γνωστό κείμενο του Schmitt μαζί με το «Die Legale Weltrevolution. Politischer Mehrwert als Prämie auf juristische Legalität und Superlegalität, Der Staat, τ. 17 (1978) σ. 321339. Στο κείμενο αυτό ο Schmitt επανέρχεται στη θεωρία της «πολιτικής υπεραξίας», μια τυπική έννοια της Βαϊμαριανής του περιόδου, εφαρμόζοντας την όμως στη σύγχρονη πραγματικότητα: το αληθινό θέμα του είναι το βιβλίο του Σαντιάγκο Καρίγιο «Ευρωκομμουνισμός και Κράτος». Ο Schmitt σ' αυτό το κείμενο διακρίνει την Καριγιανή Legalität (νομιμότητα) από την Λενινιστική Legalität: Ο Καρίγιο θεωρεί την νομιμότητα μοναδικό δρόμο της επανάστασης, ο Λένιν μονάχα ένα από τα μέσα της. Πάντως η έννοια της «πολιτικής υπεραξίας» είναι απαραίτητη για την κατανόηση της προβληματικής του Schmitt πάνω στη νομιμότητα και την λεγόμενη «υπερνομιμότητα» (δανεισμένη από τον M. Hauriou).

5. Η επιρροή του Schmitt στους Έλληνες συνταγματολόγους και πολιτολόγους «διυλίστηκε» μέσα από το επιχείρημα του «ναζισμού». Όχι τόσο πάντως στους παλιότερους συγγραφείς, π.χ. θεμ. Τσάτσο, Γ. Δασκαλάκη, Αλ. Σβώλο, για να αναφέρουμε ενδεικτικά παραδείγματα, (ο Γ. Δασκαλάκης έχει γράψει και ένα άρθρο που άμεσα αναφέρεται στον Schmitt, «Der totale Staat als Moment des Staates» στο Archiv Für Rechtsund Sozialphilosophie τ. 31 (1938) ενώ για τη σχέση SchmittΣβώλου βλ. Γιώργος Πάσχος, «Κράτος και Πολιτεύματα στη σκέψη του Αλ. Σβώλου», που φαίνεται να αποτιμά την επιρροή του Schmitt σαν επικίνδυνη και να της αποδίδει τη Σβωλική κριτική κατά του κοινοβουλευτισμού). Αντίθετα, ο «ναζισμός» τείνει να αποτελεί το αποφασιστικό στοιχείο στους νεώτερους συγγραφείς. Ο Μάνεσης τον θεωρεί «διαπρεπή» μεν αλλά «διαβόητο για την υποστήριξη του στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς», ο Δημ. Τσάτσος δε, αναφερόμενος στο Verfassungslehre τον θεωρεί «κορυφαίο νομικό»,... «κλασσικό το Verfassungslehre... η μελέτη του όμως επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή γιατί υπάρχουν τα συμπεράσματα της νομικής θεμελίωσης του ναζιστικού καθεστώτος». Ο ίδιος ο Schmitt, στη Δίκη της Νυρεμβέργης, απάντησε στις κατηγορίες που τον ήθελαν θεωρητικό του εθνικοσοσιαλισμού με τα εξής λόγια: «Αν με θεωρήσετε υπεύθυνο για τον Χίτλερ, τότε θα πρέπει να θεωρήσετε και τον Ρουσσώ υπεύθυνο για τους Γιακωβίνους» ενώ τέλος χρήσιμες, είναι κάποιες νεότερες έρευνες στην Ιταλία (Schiera, Tronti, Miglio, Caracciolo, Vallentini) που θεωρούν το «compromesso» του Schmitt «συμπτωματικό», σε σχέση με την «αυθεντική» Βαϊμαρινή περίοδο. Πιο κατηγορηματικός απ' όλους, ο καθηγητής της Αισθητικής στο Πανεπιστήμιο της Βενετίας, Massimo Cacciari που έγραψε πρόσφατα ένα άρθρο με τίτλο


6. Το βιβλίο του Γκλυκσμάν (ελλ. έκδοση Στοχαστής, 1972) έχει αξία κατά κάποιο τρόπο «ιστορική» - και τίποτα περισσότερο: άνοιξε από τις αρχές της δεκαετίας του '70, μια συζήτηση, που κράτησε μέχρι το 7879, πάνω στις νέες αυταρχικές μορφές του κράτους, τα συμπεράσματα του όμως είναι πολύ προβληματικά. Ο ίδιος άλλωστε γρήγορα αναζήτησε αλλού την τύχη του και όχι πάντως στη «Νέα Αντίσταση».

7. Πραγματικά, «Δεύτερη Άνοιξη». Η βιβλιογραφία πάνω στον Schmitt, στη δεκαετία του '70, ξεπέρασε κάθε άλλη, πλην βέβαια, της Γερμανικής. Ένα άρθρο του Mario Bernard! Guardi με τίτλο «Perche Schmitt piace alla nuova sinistra» (γιατί αρέσει ο Schmitt στη Νέα Αριστερά) στο «Prospettive libri» τ. 12 (1984) προσπαθεί να εξηγήσει την απροσδόκητη οικειοποίηση του Schmitt από τους διανοούμενους της Αριστεράς. Πάντως η απήχηση του Schmitt στους κόλπους των διανοουμένων του PCI αν εξαιρεθούν ο Tronti, και ο Cacciari που είναι ειδικές περιπτώσεις είναι περιορισμένη. Μάλιστα, πρόσφατα στη Rinascita τ. 34, (1984) ο Massimo Brutti ανέλαβε να εξορκίσει τα «καινά δαιμόνια» αντιπαραβάλλοντας τον κελσενιανό «parlamentarismo» (που επιτρέπει τη συμμετοχή των μαζών) στον σμιττιανό «decisionismo» (που την αποκλείει), σ. 4041. Όπως γράφει ο Brutti: «στη σκέψη του Schmitt λείπουν οι αξίες της ελευθερίας και δεν υπάρχει η ιστορία της αστικής ηγεμονίας... Τα σύγχρονα κράτη δεν είναι αναγώγιμα σε ένα μοντέλο ενότητας της εξουσίας...». Προφανώς, αφού υπάρχει άλλωστε και η «διάκριση των εξουσιών»... Πέρα όμως από τις αυταπάτες του Brutti για την πολλαπλότητα της εξουσίας, ο σμιττιανός «decisionismo» ενοχλεί ιδιαίτερα γιατί παραπέμπει ακριβώς σ' ένα μοντέλο δημοκρατίας απωθημένο από καιρό από το PCL Μια σοσιαλιστική δημοκρατία δεν μπορεί να είναι «discuditora» (με την κελσενιανή έννοια) αλλά «decisionistica». Δηλαδή, με λόγια απλά, αποκλειστική, εξαιρετική και μεροληπτική.

8. Βλ. Carl Schmitt, «Teoria del Partigiano». Il Saggiatore. (από δω και πέρα TdP). σ. 1.

9. Schmitt, «Der Begriff der Piraterie» στο «Völkerbund und Völkerrecht» τ. 4 σ. 351354 - το ίδιο κείμενο υπάρχει στη συλλογή «Positionen und Begriffe in Kampf mit Weimar GenfVersailles 19231939», Hamburg, Hanseatische Verlagsanstalt, σ. 240243.

10. Schmitt, TdP, σ. 22.

11. Schmitt, στη συλλογή έργων του «Le categorie del Politico» (από δω και πέρα LdP) σ. 177 και κυρίως τη θεμελιώδη σημείωση 24.

12. Schmitt, TdP σ. 3137, P.P. Portinaro στο «La crisi dello jus publicum europeum» Ed. di communita, σ. 213214.

13. P.P. Portjnaro, JPEur, σ. 11.

14. Schmitt, TdP σ. 37.

15. Βλ. ειδικότερα F. Valentin!, «Carl Schmitt ο dell' iperpoliticismo», εισαγωγή στο «La Dittatura», Laterza Bari, σ. 1231, Tronti, «Su Schmitt» στο «Soggeti crisi potere», Cappeli Bologna σ. 7181.

16. O Donoso Cortes είναι ο ερεβώδης Ισπανός φιλόσοφος που θεωρείται σαν ο πρόδρομος του Dezisionismus. Μαζί με τον De Maistre και τον Bonald κηρύττουν την επιστροφή στο Ancien Regime και την Δικτατορία σαν τη μόνη λύση. Βλ. Schmitt, LdP σ. 7586.

17. Βλ. Schmitt, TdP, σ. 4248.......

18. Βλ. Tronti, «Marx oltre Schmitt», όπ. π. σ. 27.

19.*Βλ. Schmitt, TdP, σ. 288.

20. Βλ. Schmitt, TdP, σ. 41.

21. Βλ. Tronti, «Su Schmitt», σ. 77. Για τις απόψεις του Tronti βλ. την κριτική του Antonio Caracciolo στην παρουσίαση του «Der Hüter der Verfassung», Giuffre, σ. 6 που θεωρεί γενικότερα την Τροντιανή σύνδεση MarxLeninSchmitt σαν τη φυσιολογική εξέλιξη των απόψεων του στα Quaderni rossi, και των απόψεων του για την «Αυτονομία του Πολιτικού».

22. Ο Σμιττιανός μεθοδολογικός κανόνας παραπέμπει στην παράδοση όλων των μεγάλων στοχαστών της πολιτικής θεωρίας, από τον Μακιαβέλλι και τον Χομπς μέχρι τον Λένιν: σκέψη όχι πάνω στον κανόνα, αλλά πάνω στην εξαίρεση. Η συμβολή του Schmitt στην ανάλυση του «πολιτικού» είναι ότι συστηματοποίησε την προτεραιότητα της εξαίρεσης πάνω στον κανόνα, στην κανονικότητα σαν μεθοδολογικό κανόνα, και έφθασε έτσι, σε συμπεράσματα «αιρετικά» για την αστική σκέψη. Το πρόβλημα που ανακύπτει εδώ, αλλά ξεπερνά τα όρια αυτής της μελέτης, είναι ότι η εξαίρεση θεμελιώνει τον κανόνα ακριβώς σαν εξαίρεση κι όχι σαν κανόνας και με αυτή την έννοια ο Schmitt προσανατολισμένος πάντοτε και αποκλειστικά στην εξαίρεση, έφθασε στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι το κικερονιακό Salus populi Suprema Lex esto, υπάρχει πάντοτε. Πάνω σ' αυτό το σπουδαίο νομικό πολιτικό πρόβλημα μπορούμε να συμβουλευτούμε τη μελέτη του Luigi Rossi, «Un criterio di logica giuridica: le regola e I' eccezione particolarmente nel diritto publico», στο Scritti vari di diritto publico, τ. 5 Milano, την κλασσική μελέτη του Roman Schnur «Individualismo e assolutismo», Milano 1979, καθώς και τις κριτικές απόψεις του Ν. Luhman, στο «La democrazia in discussione», Bari, 1980. Πάντως το θέμα εξαίρεσηκανόνας είναι το σταυρικό σημείο στον Schmitt και απαιτεί μια ad hoc έρευνα, (για την άποψη του Κ. Lo'with που υποτιμά τη θεωρητική αξία της διχοτομίας κανόνας εξαίρεση ταυτίζοντας την «εξαίρεση» του Schmitt με την «συγκυρία» και άρα, όλο το σχήμα του Schmitt αποκλειστικά με τη Βεϊμάρη, βλ. κάποιες σκέψεις μας στο κεφ. 9 για τη νομιμότητα του παρτιζάνου). Τέλος σε ένα άλλο επίπεδο που αφορά τη διατύπωση «ριζοσπαστικών» ιδεών στον αφηρημένο χώρο της φιλοσοφίας (στην ουσία πρόκειται για το ίδιο πρόβλημα κανόνας εξαίρεση) ενδιαφέρουσες είναι οι γνωστές θέσεις του Αλτουσέρ, στο «θέσεις», θεμέλιο, σ. 130131.

23. Βλ. Schmitt, TdP, σ. 46.

24. Βλ. Schmitt, TdP, σ. 43.

25. Βλ. Schmitt, LdP, σ. 91 (πρόκειται για την εισαγωγή του '63 στην επανέκδοση τοι> «Der Begriff...», που θεωρείται όπως όλες οι εισαγωγές του Schmitt στις επανεκδόσεις των έργων του, σαν αυθεντικό θεωρητικό κείμενο, βλ. την εισαγωγή, στο LdP, σ. 89100).

26. Βλ. γενικότερα για τα κριτήρια του παρτιζάνου, P.P. Portinaro, οπ. π. σ. 213, το έργο του R. Aron «Penser la guerre, Clausewilz», τόμος 2 «L' age planetaire», Gallimard, Paris, σ. 210212. Επίσης Hasso Hofmann, «Feindchaft. Grundbegriff des Politischen? Zeitschrift für Politik τ. 12 (1965) σ. 1739. Mayrizio Ghelardi, «Una teoria teologica del Partigiano», Critica Marxista τ. 4 (1981) σ. 187191, Francesco Marcadante, «Discorsi sulla guerra: da C. Schmitt a A. Gluksmann», Cahiers Vilfredo Parelo, τ. 16, 123140.

27. Βλ. Schmitt, TdP, σ. 10.

28. Το συνέδριο της Βιέννης είναι η κορυφαία στιγμή του jus pub. Eur. Πληροφορίες για τη διαδικασία και το νόημα του βλ. ειδικότερα Π. Πετρίδης «Σχέδια για την οργάνωση της Ευρώπης στα χρόνια της αποκατάστασης» θες νικη, σ. 1016. Για την ειδική θέση στη σμιττιανή θεωρία που έχει το συνέδριο της Βιέννης βλ. P.P. Portinaro οπ. π. σ. 191192.

29. Schmilt, TdP σ. 12.

30. Schmitt, TdP σ. 14. 31. Schmitt, TdP σ. 15. 32. Πάνω στη σχέση HobbesSchmitt, Alesandro Biral, «Schmitt interprete di Hobbes», στο Lapost σ. 103123, Tronti, «Hobbes e Cromwell» στο <Stato e rivoluzione in Inghiltera». II Saggiatore Milano. Ο Biral είναι κατά της Σμιττιανής ερμηνείας του Hobbes, o Tronti υπέρ, ενώ, οποιαδήποτε συζήτηση σήμερα πάνω στον Hobbes, φαίνεται να περνά (θετικά ή αρνητικά) μέσα από τη Σμιττιανή ερμηνεία του Hobbes, στο «Der Leviathan in der Staatslehre des Thomas Hobbes.

33. Schmitt, LdP, σ. 295312. Υπάρχει ένα μεταφραστικό πρόβλημα με το γερμανικό πρωτότυπο τίτλο Nehmen T eilen Weiden, που η ιτ. μτφ. απέδωσε σαν appropriazione divisione prodizione και η Ισπανική appropiacion particion Apacentamiento, και για τις οποίες ο Schmitt είπε ότι δεν αποδίδουν ακριβώς το αρχικό νόημα των λέξεων. Αν ακολουθήσουμε την ετυμολογία του Schmitt, το nehmen ανάγεται στο αρχαιβελληνικό νέμομαινομή, το Teilen στο νέμωδιανομή, και το weiden στο νέμομαιβοσκή. Στο κείμενο ακολουθούμε τη μτφ. του Ρ. Schiera και αποδίδουμε το Nehmen, με τον όρο ιδιοποίηση.

34. Schmitt, LdP σ. 164.

35. Βλ. την συνέντευξη του Μπεν Μπέλλα, στον Francois Bondy και στον David Rousset, που δημοσιεύτηκε στις «Εποχές» τεύχος 9, 1963 και πρόσφατα, το σχόλιο του Μ.Ν. Ράπτη στο Βήμα, 281084 «η τρομερή γροθιά στην αποικιοκρατία».

36. Βλ. Γεωργίου Γρίβα Διγενή, «Αγων ΕΟΚΑ και Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα 1962 σ. 8. σ. 109112. Πάντως το βιβλίο του Γρίβα Διγενή είναι πολύ ενδιαφέρον από στρατιωτικοτεχνική άποψη.

37. Βλ. Θανάσης Τσεκούρας, θέσεις No 7, «Κυπριακό: Από την Ένωση στη Ζυρίχη», που δεν αναγνωρίζει την ΕΟΚΑ στα εθνικοαπελευθερωτικά αντιμπεριαλιστικά κινήματα του τρίτου κόσμου. 38. Βλ. Carl Schmitt, LdP σ. 211244. Βλ. ακόμα Γιώργος Πάσχος, «Δημοκρατική αρχή και πολιτική νομιμοποίηση», σ. 242249.

39. Βλ. Carl Schmitt, TdP σ. 6467.

40. Βλ. Carl Schmitt, TdP σ. 51.

41. Βλ. Κ. Löwith, «II Decisionismo occasionale di Carl Schmitt» Critica dell'esistenza storica, Napoli, Morano, σ. 113161. 42. Βλ. Pierangelo Schiera, «Dalla costituzione alla politica: la decisione in Carl Schmitt», σε Lapost σ. 16. 43. Βλ. Carl Schmitt, TdP, σ. 67.

44. Βλ. Ι. Huizinga, «La crisi delia civilta», Torino, σ. 81.

45. Βλ. την απάντηση του Schmitl στον Hasso Hofmann, «Feindschaft G rundbegriff des Politischen?» σ. 2122. 46. Βλ. Carl Schmitt, TdP, σ. 73.

47. Η έκφραση είναι του Γιώργου Πάσχου, στο «Κρατική βία και λειτουργική τρομοκρατία», Πολιτικά ζητήματα στη σύγχρονη Ελλάδα σ. 64. Για τον «συνωμοτικό» χαρακτήρα της RAF το πιο αποκαλυπτικό (εκ των ένδον) κείμενο είναι του Horst Mahler, συνέντευξη με την Luciana Castellina, «Le interviste del Manifesto», σ. 115. Βλ. ακόμα Peter Schneider, Manifesto (2101977) και Oscar Negt, Manifesto (16977).

48. Schmitt. TriP. π Π