Της Σύνταξης

Το 1985 θα είναι αναμφίβολα μια χρονιά πολιτικών εξελίξεων. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και οξύνσεις θα μπουν στην τελευταία, προεκλογική τους ευθεία, ήδη το μήνα που διανύουμε, με την κατάθεση του εκλογικού νόμου.

Καθώς αυτή η ημερομηνία πλησιάζει, αυξάνει και η αντιφατικότητα των πολιτικών γραμμών και παρεμβάσεων, όπως αυτές διαμορφώνονται όχι μόνο από τις κομματικές ηγεσίες και τις επίσημες κομματικές γραμμές, αλλά και από τα συγκροτήματα του τύπου, τους κομματικούς παράγοντες, τους έγκυρους υποστηρικτές ή πολέμιους της «Αλλαγής». Η συγκυρία διαμορφώνεται δηλαδή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πείθει όλους τους δρώντες φορείς της πολιτικής ότι η παρέμβαση τους μπορεί σήμερα να επηρεάσει τις εξελίξεις.

Εντούτοις η πορεία και τα αποτελέσματα των εξελίξεων μπορούν σε μεγάλο βαθμό να προδιαγραφούν από σήμερα. Δηλαδή τα χαρακτηριστικά της σημερινής φάσης, η σταθεροποίηση της «Αλλαγής», η στρατηγική καθήλωση της στο «συνταγματικό δρόμο», η πόλωση της «Αλλαγής» με τη Δεξιά, η ηγεμονία της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ πάνω στις άλλες πολιτικές «δυνάμεις της Αλλαγής», θα επανεπιβεβαιωθούν μέσα από τις επερχόμενες εξελίξεις.

Ταυτόχρονα όμως γίνονται σήμερα περισσότερο προφανή παρά ποτέ τα όρια της «Αλλαγής», τα όρια δηλαδή του «συνταγματικού δρόμου» μέσα από τον οποίο η Αριστερά οραματίζεται την Αλλαγή. Δεν πρόκειται απλά για μια στρατηγική που αποδεικνύεται πλέον ότι δεν «υπερβαίνει» το υπάρχον κοινωνικό σύστημα, αλλά για μια στρατηγική που αναπαράγει κάποιους «ανασχετικούς» κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Και δεν αφορά αυτό μόνο το ΠΑΣΟΚ, που έχει πλέον την άνεση ακόμα και να κάνει χρήση, στη σημερινή προεκλογική φάση, της πιο ωμής κρατικής τρομοκρατίας ενάντια στους «εξτρεμιστές», για να καθησυχάζει τις σιωπηλές πλειοψηφίες της «Αλλαγής»· αφορά και την παραδοσιακή Αριστερά που ξεπερνώντας ακόμα και τις εκτιμήσεις του πρωθυπουργού, περιορίζει την κριτική της στον εκλογικό νόμο και «σιωπά» μπροστά στη στρατηγική σημασία της επανεκλογής του Κ. Καραμανλή στην προεδρία της Δημοκρατίας.

Με τα ζητήματα όμως αυτά, που αφορούν τη συνέχιση (αλλά και τις επιμέρους τροποποιήσεις) της σημερινής φάσης, μέσα από τις διαφαινόμενες εξελίξεις, ασχολείται αναλυτικά το άρθρο των Γιάννη Μηλιού και Μάκη Σπαθή, Κυπριακό, προεδρικές εκλογές, εκλογικός νόμος: Προς τη δεύτερη φάση της «Αλλαγής».

Το άρθρο του Θανάση Τσεκούρα, Σημειώσεις για τους ταξικούς αγώνες στην Κύπρο, αναλύει τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την περίοδο 19601974. Σ ε. ρήξη με την αριστερή παράδοση στη χώρα μας, που θέλει να βλέπει τις εξελίξεις του «Κυπριακού» σαν έκφανση της εξάρτησης και εκμετάλλευσης του «ελληνισμού» από τον ιμπεριαλισμό, το άρθρο αναδεικνύει την προτεραιότητα της δυναμικής της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό του κυπριακού κράτους. Η ανάλυση βοηθάει επομένως στην κατανόηση και των σημερινών εξελίξεων του «Κυπριακού».

Το άρθρο του Ανέστη Ταρπάγκου, Επιτροπές εργαζομένων στις επιχειρήσεις: Προς την αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος και την εμπέδωση της καπιταλιστικής εξουσίας; αναφέρεται στην εισαγωγή του θεσμού των Επιτροπών Εργαζομένων από την κυβέρνηση, με την εφαρμογή της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας. Το άρθρο υποδεικνύει πως το περιεχόμενο του καινούργιου θεσμού ανταποκρίνεται σε μια μορφή «συμμετοχής των εργαζομένων» που ελαχιστοποιεί την ουσία του εργατικού ελέγχου και απαγορεύει έτσι τη διαμόρφωση μιας επαναστατικής εργατικής πρακτικής ενάντια στο κεφάλαιο. Από την άλλη το νέο θεσμικό πλαίσιο επιχειρεί να εκτοπίσει και να υποκαταστήσει τους υπαρκτούς σήμερα φορείς του εργοστασιακού κινήματος, να ανασχέσει δηλαδή την κοινωνική και πολιτική δυναμική τους. Ο νέος θεσμός βρίσκει εντούτοις την υποστήριξη ή έστω την ανοχή των κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς.

Ο Χρήστος Θεοχαράς με το άρθρο του Εν ονόματι του Έθνους: Ο εκσυγχρονισμός του στρατιωτικού μηχανισμού και οι παρεμβάσεις της Αριστεράς, αναφέρεται στην «κρίση νομιμοποίησης» της στρατιωτικής θητείας και του εσωτερικού καθεστώτος του στρατού, καθώς και στις προσπάθειες της πολιτικής εξουσίας να επανοικοδομήσει τη συναίνεση των στρατευμένων προς το στρατιωτικό μηχανισμό. Στη συνέχεια περιγράφει τους όρους που αναπαράγουν τις αυθόρμητες αντιστάσεις των στρατευμένων προς τους φορείς της εξουσίας και ασκεί κριτική στις αντιλήψεις της παραδοσιακής Αριστεράς για τον «εκδημοκρατισμό του στρατού».

Τα δύο επόμενα άρθρα αυτού του τεύχους αναφέρονται σε ορισμένα καίρια ζητήματα της μαρξιστικής πολιτικής θεωρίας. Της θεωρίας που η επίσημη Αριστερά έχει υποκαταστήσει με τον πραγματισμό των «εθνικών διεξόδων» και των «πραγματικών λύσεων».

Ο Μπάμπης Ανθόπουλος με το άρθρο του Η θεωρία του παρτιζάνου και ο Carl Schmitt. Σημειώσεις πάνω στην πολιτική και τον πόλεμο, ξεκινάει από ορισμένα σημεία της θεωρίας του Carl Schmitt και από τη συζήτηση μέσα στην ευρωπαϊκή Αριστερά σχετικά με τη σμιττιανή θεωρία, για να προσεγγίσει από μια επίκαιρη οπτική γωνία τα θεμελιώδη ζητήματα της μαρξιστικής πολιτικής θεωρίας: Το (αστικό) κράτος, την (αστική) πολιτική εξουσία, την επαναστατική στρατηγική.

Το άρθρο του Δημήτρη Χαραλάμπη, Αφανής εγελιανισμός και θεωρίες περί κράτους ασκεί κριτική από τη μαρξιστική σκοπιά, τόσο στις αστικές θεωρίες για το κράτος, όσο και στη σοσιαλδημοκρατική και τη σταλινική - δογματική προσέγγιση. Υποδεικνύει τις εγελιανές καταβολές όλων αυτών των θεωριών, παρά τα ριζικά διαφορετικά πολιτικά συμπεράσματα προς τα οποία η κάθε θεωρία κατατείνει.

Το άρθρο τέλος του Νίκου Κομνηνού, Ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών και κρίση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, ξεκινάει από την εμπειρική διαπίστωση ότι σε πολλές δυτικές καπιταλιστικές χώρες μειώνονται κατά την τελευταία δεκαετία οι ρυθμοί της αγροτικής εξόδου, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια δυναμική ανάπτυξη ορισμένων αγροτικών περιοχών. Στη συνέχεια περιγράφει τους όρους που οδήγησαν σ' αυτή την αστικοαγροτική αντιστροφή και ασκεί κριτική σ' ορισμένες διαδεδομένες σήμερα ερμηνείες του φαινομένου.

6 /1/ 85