Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση. Μέρος δεύτερο: Ο καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας: Κρίση και ολοκλήρωση (1920-1940)
του Ηλία Ιωακείμογλου

1. Το σύστημα της σχετικής υπεραξίας

Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα περίπου, ο κύριος τρόπος εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης είναι η απόλυτη υπεραξία: το τμήμα εκείνο του συνολικού χρόνου εργασίας που ιδιοποιείται το κεφάλαιο μεγαλώνει είτε με την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας είτε με την εντατικοποίηση της εργασίας.

Μεταφέρω εδώ την απλή αναπαράσταση του Μαρξ (1978) όπου το ευθύγραμμο τμήμα ab αναπαριστά τη διάρκεια του συνολικού εργάσιμου χρόνου, το τμήμα ad τη διάρκεια της αναγκαίας εργασίας' (δηλαδή της εργασίας που είναι απαραίτητη για τη συντήρηση και αναπαραγωγή της εργατικής τάξης) και το τμήμα be τη διάρκεια της υπερεργασίας (δηλαδή της εργασίας που ιδιοποιείται το κεφάλαιο). Εξ ορισμού (νόμος της αξίας) το ab αναπαριστά την αξία της εργατικής δύναμης και το be αναπαριστά την υπεραξία. Το ποσοστό της υπεραξίας (ή ποσοστό εκμετάλλευσης) είναι ο λόγος bc/ab. H επιμήκυνση της εργάσιμης μέρας κατά cd


a b c όπου το ευθύγραμμο τμήμα ab αναπαριστά τη διάρκεια του συνολικού εργάσιμου χρόνου, το τμήμα ad τη διάρκεια της αναγκαίας εργασίας' (δηλαδή της εργασίας που είναι απαραίτητη για τη συντήρηση και αναπαραγωγή της εργατικής τάξης) και το τμήμα be τη διάρκεια της υπερεργασίας (δηλαδή της εργασίας που ιδιοποιείται το κεφάλαιο). Εξ ορισμού (νόμος της αξίας) το ab αναπαριστά την αξία της εργατικής δύναμης και το be αναπαριστά την υπεραξία. Το ποσοστό της υπεραξίας (ή ποσοστό εκμετάλλευσης) είναι ο λόγος bc ab. H επιμήκυνση της εργάσιμης μέρας κατά cd

επιφέρει μια αύξηση της μάζας της υπεραξίας be, αλλά και του ποσοστού της υπεραξίας με την προϋπόθεση ότι η αξία ab της εργατικής δύναμης δεν αυξάνεται. Τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα έχει η εντατικοποίηση της εργασίας: ισοδυναμεί με μια επιμήκυνση του συνολικού χρόνου εργασίας, συμπυκνώνει περισσότερη εργασία μέσα στην ίδια χρονική διάρκεια. Η υπεραξία που παράγεται μ' αυτό τον τρόπο ονομάζεται απόλυτη υπεραξία.

Η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας και η εντατικότητα της εργασίας δεν υπόκεινται στον καθορισμό κάποιου οικονομικού νόμου: οι μεταβολές τους είναι άμεσο αποτέλεσμα της ταξικής πάλης. Έτσι, η συντριπτική υπεροχή της αστικής τάξης πάνω στην εργατική τάξη μέχρι και το 1870-1880 στις μεγάλες βιομηχανικές χώρες, είχε σαν αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της εργασίας μέχρι εκείνο το βιολογικό όριο που δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστεί, και τη διατήρηση της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας στα όρια επίσης της βιολογικής αντοχής του εργάτη (Engels 1982). Επιπλέον, η εργατική τάξη είναι πολύ λίγο οργανωμένη συνδικαλιστικά και πολιτικά ώστε να ανταλλάσει το εμπόρευμα που κατέχει, δηλαδή την εργατική της δύναμη, στην αξία της: η μάζα των μισθών πέφτει συχνά κάτω από την αξία των μέσων συντήρησης της εργατικής τάξης. Σ' αυτό συμβάλλει και η παρουσία στην αγορά εργασίας των παιδιών, των γυναικών και των απαλλοτριωμένων αγροτών. Με τον τρόπο αυτό αυξάνεται και η μάζα της υπεραξίας (το τμήμα be) και το ποσοστό της υπεραξίας (ο λόγος bc ab, αφού το ab δεν αυξάνεται).Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται λοιπόν από την κυριαρχία της απόλυτης υπεραξίας.

Όπως είδαμε στο προηγούμενο τεύχος, ο συνολικός εργάσιμος χρόνος μειώνεται από το 1870 και μετά με μέσο ρυθμό 5 ώρες την εβδομάδα περίπου ανά δεκαετία σαν αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής, πολιτικής και ιδεολογικής ισχυροποίησης της εργατικής τάξης. Με τους όρους του σχήματος του Μαρξ

αυτό σημαίνει ότι το τμήμα ac μειώνεται συνεχώς. Η μείωση αυτή συνεχίζεται εξάλλου μέχρι το 1950 περίπου, όπως ενδεικτικά φαίνεται και στο διάγραμμα 1 για τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Έχουμε λοιπόν στη διάρκεια της περιόδου μετάβασης από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία μια διαρκή μείωση του συνολικού εργάσιμου χρόνου δηλαδή μια διαρκή αχρήστευση του συστήματος της απόλυτης υπεραξίας χάρη στην άνοδο των εργατικών αγώνων. Είναι ήδη φανερό στη δεκαετία του 1870 ότι η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης δεν είναι πια δυνατό να συνεχιστεί με τον «παλιό» τρόπο. Η σχετική υπεραξία μετατρέπεται κατά τη διάρκεια της μετάβασης, από ένα δευτερεύοντα σε κύριο τρόπο εκμετάλλευσης. Όταν η διάρκεια της εργάσιμης μέρας ac παρεμένει σταθερή (και ακόμη περισσότερο όταν μειώνεται) η υπεραξία be δεν είναι δυνατόν να αυξηθεί παρά μόνο με τη μείωση του μήκους του τμήματος ab.

Η αξία της ήταν αρχικά ab ενώ τώρα είναι ab'< ab. Επίσης αυξάνει έτσι το ποσοστό της υπεραξίας bc\ ab < b 'c\ ab '

Εάν υποθέσουμε τώρα ότι η αξία της εργατικής δύναμης ab μένει σταθερή ή αυξάνει, τότε, με δεδομένο ότι η διάρκεια του συνολικού χρόνου εργασίας μειώνεται ή παραμένει σταθερή, η υπεραξία και το ποσοστό της υπεραξίας μειώνονται ή παραμένουν σταθερά. Κατά τη διάρκεια της μετάβασης, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, οι μισθοί γίνονται όλο και πιο ανελαστικοί, η αγοραστική τους δύναμη αυξάνεται ενώ ο εργάσιμος χρόνος και κατά συνέπεια και τα κέρδη μειώνονται. Ένας τρόπος να αυξηθούν τα κέρδη θα ήταν να μειωθεί το τμήμα ab με πτώση του μισθού κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης. Το κέρδος θα αυξανόταν τότε χάρη σε μια κλοπή ενός τμήματος του αναγκαίου χρόνου εργασίας, δηλαδή της αξίας της εργατικής δύναμης. Αλλά και αυτός ο τρόπος αύξησης του κέρδους εξαρτάται από την ισχύ της εργατικής τάξης και την κατάσταση της αγοράς εργασίας: στο τέλος του 19ου αιώνα, όπως είδαμε, η εργασία των παιδιών έχει μειωθεί και η παρουσία των γυναικών στην αγορά εργασίας έχει εξασθενίσει με τη συγκρότηση της οικογένειας μονάδας κατανάλωσης γυναικείας εργασίας (βλέπε θέσεις 11).

Εφόσον η εργάσιμη μέρα δεν μπορεί να παραταθεί, ούτε η εντατικότητα της εργασίας να αυξηθεί, ούτε να κλαπεί ένα μέρος της αξίας της εργατικής δύναμης, απομένει μόνο ένας τρόπος να αυξηθεί η υπεραξία: πρέπει να μειωθεί η αξία της εργατικής δύναμης. Σχηματικά η υπεραξία μπορεί να αυξηθεί,

Ι. με επιμήκυνση του ac: επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας

ΙΙ. εντατικοποίηση της εργασίας

III. με σύντμηση του ab: κλοπή ενός μέρους της αξίας της εργατικής δύναμης (μισθός μικρότερος από την αξία της), μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης.

Έγινε σαφές ότι η επιμήκυνση του ac ήταν πλέον μια πολύ δύσκολη υπόθεση για την αστική τάξη στην περίοδο που εξετάσαμε στο προηγούμενο άρθρο. Το ίδιο ισχύει και για τη σύντμηση του ab με σφετερισμό της αξίας της εργατικής δύναμης. Όμως, μένει τελικά μια δυνατότητα για την επιβράχυνση του ab: η μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης.

«Την υπεραξία που παράγεται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας την ονομάζω απόλυτη υπεραξία. Αντίθετα την υπεραξία που προκύπτει από τη συντόμευση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και από την αντίστοιχη αλλαγή στη σχέση των μεγεθών των δύο συστατικών μερών της εργάσιμης ημέρας την ονομάζω σχετική υπεραξία» (Το Κεφάλαιο, τόμος 1, σελ. 330).

Η μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης (δηλαδή η συντόμευση του αναγκαίου χρόνου εργασίας) μπορεί να επιτευχθεί με περισσότερους τρόπους. Σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες που τον χαρακτηρίζουν, μπορούμε να διακρίνουμε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό εξωτερικών καθορισμών (Dumenil 1978) που επιδρούν πάνω στο μέγεθος του αναγκαίου χρόνου εργασίας. Η καλή ποιότητα του καλλιεργημένου εδάφους και το ευνοϊκό κλίμα, για παράδειγμα, είναι ένας τέτοιος εξωτερικός (ως προς τον οικονομικό νόμο) καθορισμός. Αλλά αυτοί οι εξωτερικοί καθορισμοί μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν: εξαρτάται από τη χώρα και την ιστορική στιγμή. Αντίθετα υπάρχει ένας καθορισμός που είναι εσωτερικός στον οικονομικό νόμο, δηλαδή υπάρχει διαρκώς και ανεξάρτητα από τον οποιοδήποτε κοινωνικό σχηματισμό: η παραγωγικότητα της εργασίας.

Η παραγωγικότητα της εργασίας δεν είναι ο λόγος προϊόν ανθρωποώρα. Αυτός ο δείκτης συγχέει την εντατικότητα της εργασίας με την παραγωγικότητα της εργασίας, επειδή μετράει το συνδυασμένο αποτέλεσμα τους: η αύξηση του δηλαδή μπορεί να προέρχεται είτε από την εντατικοποίηση είτε από την αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας.

«Όταν λέμε αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας ενοούμε εδώ γενικά μια αλλαγή στη διαδικασία εργασίας, αλλαγή που συντομεύει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή ενός εμπορεύματος έτσι που μια μικρότερη ποσότητα εργασίας αποχτάει τη δύναμη να παράγει μια μεγαλύτερη ποσότητα αξίας χρήσης».

(Το Κεφάλαιο, τόμος 1 σελίδα 330).

Όσο για το λόγο προϊόν ανθρωποώρα μπορούμε να τον ονομάζουμε«απόδοση της εργασίας».*

Όπως είδαμε η περίοδος 1837-1914 χαρακτηρίζεται από το μπλοκάρισμα του συστήματος της απόλυτης υπεραξίας, χάρη στην πολιτική, ιδεολογική και συνδικαλιστική ισχυροποίηση της εργατικής τάξης και την ανάδειξη της σε κύριο αντίπαλο της αστικής τάξης, στην αυξανόμενη ανελαστικότητα των εργατικών μισθών και την ισχυρή διαπραγματευτική ικανότητα των συνδικάτων, στη συγκρότηση της οικογένειας - μονάδας κατανάλωσης γυναικείας εργασίας και τις ακόλουθες μετατροπές της αγοράς εργασίας (μείωση της παρουσίας των παιδιών και των γυναικών στην αγορά). Για τους ίδιους λόγους η κλοπή ενός τμήματος της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας από το κεφάλαιο γίνεται αδύνατη. Ο καπιταλισμός περνάει λοιπόν στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης μέσω αυξήσεων της παραγωγικότητας.

Αλλά ας δούμε αναλυτικότερα ποιοι είναι οι όροι για την παραγωγή σχετικής υπεραξίας:

α) τα μέσα συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής τάξης πρέπει να παράγονται από καπιταλιστικούς κλάδους παραγωγής, β) η παραγωγικότητα της εργασίας στους κλάδους αυτούς και στους κλάδους που τους τροφοδοτούν με μέσα παραγωγής να αυξάνει.

Όπως είδαμε, στην περίοδο 1873-1929 ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής προχωράει αποφασιστικά στη διάλυση του παλιού παραγωγικού συστήματος, στη συρρίκνωση της μικρής εμπορευματικής παραγωγής, και στην επέκταση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων σε νέες σφαίρες της υλικής παραγωγής. Το παραγωγικό σύστημα αποκτάει καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης: διαιρείται σε βιομηχανικούς κλάδους που καθένας τους παράγει ένα εμπόρευμα. Αλλά για να πληρούται ο όρος (α) δεν αρκεί να υπάρχουν στην αγορά διαθέσιμα εμπορεύματα που να έχουν παραχθεί στα πλαίσια της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής: για να μετατραπούν σε μέσα συντήρησης αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, πρέπει τα εμπορεύματα αυτά να αγοραστούν και να καταναλωθούν απ* την εργατική τάξη. Πρέπει επομένως η τάξη αυτή να διαθέτει το ανάλογο εισόδημα. Στην περίοδο της μετάβασης το διαθέσιμο εργατικό εισόδημα αυξάνεται χάρη:

στην ισχυροποίηση της εργατικής τάξης και στη συνακόλουθη αύξηση των πραγματικών μισθών (καθώς και στην αύξουσα ανελαστικότητα τους) στην αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας στη γεωργία και στην πρόοδο του κλάδου των μεταφορών, που έχουν σαν αποτέλεσμα τη μείωση των τιμών των αγροτικών προϊόντων.

Έτσι λοιπόν κατά τη διάρκεια της μετάβασης παρουσιάζονται οι ιστορικές συνθήκες που οδηγούν σε αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης με μέσα κατανάλωσης που παράγονται από καπιταλιστικούς κλάδους παραγωγής, (όρος (α) για την παραγωγή σχετικής υπεραξίας). Η ώθηση που δέχεται μ' αυτόν τον τρόπο η παραγωγή μέσων κατανάλωσης φαίνεται στο διάγραμμα 2.

Η αύξηση της παραγωγικότητας στους καπιταλιστικούς κλάδους παραγωγής (όρος (β) για την παραγωγή σχετικής υπεραξίας) απαιτεί:

«μία αλλαγή στα μέσα εργασίας ή στη μέθοδο εργασίας ή και στα δύο μαζί. Γι αυτό πρέπει να πραγματοποιηθεί μια επανάσταση στους όρους παραγωγής της εργασίας δηλαδή στον τρόπο παραγωγής επομένως στο ίδιο το προτσές εργασίας».

(Τ. Κεφάλαιο, τόμος 1, σελίδα 329). Αλλαγή στα μέσα εργασίας: στην περίοδο 1873-1929, όπως είδαμε στο προηγούμενο τεύχος, αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς ένας νέος τομέας παραγωγής μέσων παραγωγής (τομέας Ι) που έχει αυξημένη ικανότητα να προσδίδει στο παραγωγικό σύστημα συνεχείς και μεγάλες αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας. Επίσης είδαμε ότι αυτό το πετυχαίνει παίζοντας ένα ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στη διαδικασία παραγωγής επιστημονικών γνώσεων και την άμεση διαδικασία παραγωγής εμπορευμάτων. Η παραγωγή επιστημονικών γνώσεων γίνεται σχετικά αυτόνομη από την υλική παραγωγή και πραγματοποιείται κύρια από το Πανεπιστήμιο και τα ερευνητικά εργαστήρια: αυτός ο τρόπος παραγωγής επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων είναι ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής γνώσεων (Μαρξ 1984). Η ανάπτυξη του τομέα Ι και της επιστημονικής έρευνας, ή ακόμη καλύτερα η μεταξύ τους γόνιμη σχέση, οδηγεί από τις αρχές του αιώνα σε πρωτόγνωρους ρυθμούς αλλαγής στα μέσα εργασίας και αυξάνει έτσι την παραγωγικότητα.

Αλλαγή στη μέθοδο εργασίας: στις αρχές του 20ου αιώνα πραγματοποιείται η συστηματική επέκταση του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας της φάμπρικας σε περιοχές του παραγωγικού συστήματος που είχαν μείνει μέχρι τότε ανέπαφες. Αυτή η επέκταση γίνεται με τη μορφή της ταιηλορικής - φορντικής οργάνωσης της εργασίας (στο εξής ΤΦΟΕ) στους βιομηχανικούς κλάδους που λειτουργούν με την αρχή του μηχανικού μετασχηματισμού της ύλης. Η ΤΦΟΕ είναι ουσιαστική υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο: είναι κοινωνικός συνδυασμός ατομικών εργασιών σε μια εργασιακή διαδικασία που έχει γίνει ειδικά καπιταλιστική, όπου οι γνώσεις και οι δεξιότητες του εργάτη μεταβιβάζονται στο κεφάλαιο μέσα από τη διαίρεση της εργασίας σε διανοητική και χειρωνακτική, σε εργασία διεύθυνσης και εργασία εκτέλεσης, τη μετατροπή της επιστήμης σε σχετικά αυτόνομη παραγωγική δύναμη υλοποιημένη μέσα στο σύστημα των μηχανών και τη συγκρότηση ενός καινούργιου συλλογικού εργάτη (Ιωακείμογλου 1983) που συσσωρεύει απέναντι στο κάθε τόσο ανανεωμένο σύστημα των μηχανών καινούργια πρακτική πείρα, γνώσεις και δεξιότητες.

Μέσα στην ιστορική περίοδο που εξετάσαμε έχουμε λοιπόν να κάνουμε με αλλαγές τόσο στα μέσα παραγωγής όσο και στη μέθοδο εργασίας: εξάλλου οι αλλαγές αυτές πραγματοποιούνται μαζί και η αυτονομία τους πρέπει να θεωρείται σχετική. Στις περιόδους της μετάβασης από το ένα σύστημα μηχανών στο άλλο, τα νέα μέσα παραγωγής ενσωματώνουν τον τύπο του καταμερισμού εργασίας που διαμορφώνεται από τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων, με τη μορφή των τεχνικών προδιαγραφών, θα ξαναγυρίσουμε όμως σ' αυτά αργότερα.

Αυτές οι αλλαγές στα μέσα παραγωγής και στην οργάνωση της εργασίας συνιστούν μία επανάσταση στον τρόπο παραγωγής. Αυτή η επανάσταση στον τρόπο παραγωγής στις αρχές του 20ου αιώνα απαιτεί όπως είδαμε τη συγκρότηση ενός συλλογικού εργάτη νέου τύπου. Καθώς καταργεί το μονοπώλιο της τεχνικής γνώσης από την εργατική αριστοκρατία και μειώνει τη σημασία, της μετάδοσης της μέσα από τη μαθητεία, καθιστά αναγκαία την εκπαίδευση της εργατικής τάξης έξω από τη διαδικασία παραγωγής. Όμως ήδη στην περίοδο 1873-1914 έχει γενικευτεί η πρωτοβάθμια δημόσια εκπαίδευση στις ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι ανάγκες της μεγάλης βιομηχανίας και της εκμηχάνισης σε χειρωνακτική εργασία. Αλλά ο συλλογικός εργάτης δεν αποτελείται μόνο από χειρώνακτες εργάτες. Για να εργάζεται κανείς παραγωγικά αρκεί να εκτελεί κάποιες από τις υπολειτουργίες που είναι καθαρά διανοητικές: τα μέλη του συλλογικού εργάτη βρίσκονται πιο κοντά ή πιο μακριά στο χειρισμό του αντικειμένου εργασίας, ή ακόμα δεν συμμετέχουν καθόλου σ' αυτόν. Η συγκρότηση του καινούργιου συλλογικού εργάτη απαιτεί λοιπόν την ανάπτυξη της τριτοβάθμιας και μέσης τεχνικής εκπαίδευσης. Και όπως είδαμε στο προηγούμενο τεύχος η ανάπτυξη αυτή πραγματοποιείται ήδη πριν την εμφάνιση της ΤΦΟΕ αλλά και επιταχύνεται από την τελευταία. Η ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι λοιπόν ένας όρος του θριάμβου της εκμηχάνισης που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του αιώνα, και ο σχολικός μηχανισμός είναι ένα συστατικό στοιχείο του συστήματος της σχετικής υπεραξίας επειδή από την αποτελεσματικότητα του (του σχολικού μηχανισμού) εξαρτάται η δυνατότητα συγκρότησης ενός συλλογικού εργάτη ικανού να θέτει σε λειτουργία το διαρκώς ανανεούμενο σύστημα των μηχανών έτσι ώστε να αυξάνεται η παραγωγική δύναμη της εργασίας.

Με τους δύο βασικούς όρους (α) και (β) για την παραγωγή σχετικής υπεραξίας συνδέεται και η συγκρότηση των μεγάλων αστικών πόλεων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η αστική πόλη περιορίζει τις δαπάνες αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης μέσω της συλλογικής κατανάλωσης. Και αυξάνει την παραγωγική δύναμη της εργασίας μέσω της συνεργασίας των αστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Οι θέσεις έχουν ήδη αφιερώσει ένα ολόκληρο άρθρο στο ζήτημα (Στογιαννίδου 1985).

Επίσης η συγκέντρωση της παραγωγής, που παρουσιάστηκε τόσο έντονα στην αρχή του αιώνα, συνδέεται με την αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, επειδή η μεγάλη μονάδα παραγωγής αυξάνει την κλίμακα παραγωγής και μειώνει έτσι το ανά μονάδα κόστος του προϊόντος, επειδή είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει την επιστημονική - τεχνολογική έρευνα και να θέσει σε εφαρμογή τα αποτελέσματα της, και επειδή μπορεί να προχωρήσει αποφασιστικά στη μετατροπή της εργασιακής διαδικασίας στην κατεύθυνση της αστικής υποταγής της εργασίας στον κεφάλαιο (η ΤΦΟΕ θριαμβεύει στη μεγάλη επιχείρηση).

Η συγκρότηση των μεγάλων αστικών πόλεων και η συγκέντρωση της παραγωγής είναι λοιπόν δύο συστατικά στοιχεία του συστήματος της σχετικής υπεραξίας: χωρίς αυτά η μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης θα ήταν πολύ περιορισμένη.

Για κάθε ξεχωριστό κεφαλαιοκράτη υπάρχει το κίνητρο να φτηναίνει το εμπόρευμα αυξάνοντας την παραγωγική δύναμη της εργασίας πάνω από τη μέση (κοινωνική) παραγωγικότητα επειδή έτσι πραγματοποιεί πρόσθετη υπεραξία: πουλάει τα εμπορεύματα του πάνω από την «ατομική» τους αξία και κάτω από την κοινωνική τους αξία. Η συσσώρευση του ατομικού κεφαλαίου μπορεί έτσι να πραγματοποιηθεί σε βάρος κάποιου άλλου ατομικού κεφαλαίου αφαιρώντας απ' αυτό διαδοχικά τμήματα της αγοράς που πρώτα κατείχε εφόσον το συνολικό μέγεθος της αγοράς μένει σταθερό. Όμως η συσσώρευση του κοινωνικού κεφαλαίου έχει άλλες απαιτήσεις. Καθώς κάθε ξεχωριστός καπιταλιστής τείνει στην αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας με κίνητρο την απόσπαση πρόσθετης υπεραξίας, καταλήγουν όλοι μαζί στο τέλος να παράγουν πολλαπλάσιες ποσότητες εμπορευμάτων. Έτσι το σύστημα τείνει στη μαζική παραγωγή. Αλλά αυτή η αυθόρμητη κατεύθυνση του συστήματος της σχετικής υπεραξίας ενισχύεται και με άλλο τρόπο:

Η αντικατάσταση εργασίας από μηχανικές λειτουργίες είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Ο καπιταλιστής προχωράει σ' αυτή την αντικατάσταση στο βαθμό που η αξία των μηχανών είναι μικρότερη από την αξία της εργατικής δύναμης που αντικαθιστούν. Η εκμηχάνιση και η εφαρμογή νέων επιστημονικών γνώσεων στην παραγωγή εξαρτώνται επομένως από τις αυξήσεις των πραγματικών μισθών και από τη δυνατότητα του τομέα Ι να παράγει φτηνά μέσα παραγωγής. Εξάλλου η μηχανή δεν μεταβιβάζει ολόκληρη την αξία της στο προϊόν αλλά μόνο ένα μέρος της με τις αποσβέσεις: αυτό το τμήμα της αξίας της που μεταβιβάζεται στο προϊόν είναι τόσο πιο μικρό όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα του προϊόντος. Όσο πιο μεγάλη είναι η μάζα των προϊόντων πάνω στην οποία μοιράζεται η αξία της μηχανής τόσο πιο μικρό είναι το τμήμα της αξίας της (της μηχανής) που αναλογεί σε κάθε εμπόρευμα. Αυτός είναι λοιπόν ένας ακόμα λόγος για τον οποίο το σύστημα της σχετικής υπεραξίας ρέπει στην αύξηση της κλίμακας παραγωγής. Τέλος η χρήση των μηχανών περικλείει μια αντίφαση: ενώ απ' τη μία μεγαλώνει το ποσοστό της υπεραξίας με την αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, εκμεταλλεύεται δηλαδή τον κάθε ξεχωριστό εργάτη περισσότερο, από την άλλη μειώνει τον αριθμό των απασχολούμενων εργατών (αντικαθιστώντας την εργασία τους από μηχανικές λειτουργίες) μειώνοντας έτσι τη μάζα της υπεραξίας. Και εφόσον το κεφάλαιο δεν μπορεί να επιμηκύνει τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, αναγκάζεται σε μια «φυγή προς τα μπρος» προσπαθώντας να αντιμετωπίσει αυτή τη μείωση της μάζας της υπεραξίας με παραπέρα αύξηση της παραγωγικότητας και εκμηχάνηση, πράγμα που οδηγεί σε παραπέρα μείωση του αριθμού των εργατών κ.ο.κ. Έτσι μοιραία το σύστημα της σχετικής υπεραξίας με τις μεγάλες αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας και την ανάγκη του για αντικατάσταση εργασίας από μηχανικές λειτουργίες καταλήγει στη μαζική παραγωγή. Εάν επιπλέον δεν έχει στη διάθεση του μία διευρυνόμενη αγορά, το σύστημα πολύ γρήγορα φτάνει σε μια κρίση υπερπαραγωγής. Όπως θα δούμε παρακάτω τέτοια είναι η περίπτωση της πρώτης μεγάλης κρίσης της σχετικής υπεραξίας του 1929. Μέχρι το 1913 η μετάβαση από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία πραγματοποιείται χάρη στη διεύρυνση της αγοράς· απ' τη μία με την άνοδο των εργατικών αγώνων, την αύξηση των πραγματικών μισθών και την αύξηση της ανελαστικότητας τους, και απ' την άλλη με τη ζήτηση μέσων παραγωγής (ανάπτυξη τομέα Ι). Κοντά σ' αυτά η διεύρυνση των αγορών επηρεάστηκε από τη μείωση του κόστους των μεταφορών, την παραγωγή νέων αξιών χρήσης, τη μείωση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, και τόσα άλλα που είδαμε στο προηγούμενο τεύχος. Σε ότι αφορά την παγκόσμια αγορά είναι και αυτή μια αγορά όπου το κεφάλαιο με την υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί κατ' αρχήν μια προσθετή υπεραξία. Γι αυτό το λόγο το σύστημα της σχετικής υπεραξίας, με τις μεγάλες αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας και την ανάγκη του για διευρυνόμενη ζήτηση, ωθείται στις εξαγωγές εμπορευμάτων. Σύμφωνα με τον Busch (1983) η τροποποίηση του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά με την μετατροπή των συναλλαγματικών ισοτιμιών και τους εθνικούς φραγμούς γενικότερα, αφαιρεί από το κεφάλαιο με την υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας τη δυνατότητα να αποκομίζει πρόσθετα κέρδη από την εξαγωγή εμπορευμάτων και ωθείται για να διατηρήσει τα πρόσθετα κέρδη του στην εξαγωγή κεφαλαίου. Συνοψίζοντας σχετικά με την αγορά: το σύστημα της σχετικής υπεραξίας έχει σαν όρο αναπαραγωγής του τη διεύρυνση της αγοράς σε ρυθμούς τόσο μεγάλους όσο και οι αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας. (Αυτό βέβαια ισχύει και για τον καπιταλισμό εν γένει, αλλά όταν βασιλεύει το σύστημα της σχετικής υπεραξίας οι ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας είναι κατά πολύ μεγαλύτεροι και το σύστημα οδεύει πολύ γρήγορα στην κρίση υπερπαραγωγής). Αυτή η διεύρυνση μπορεί να προέρχεται είτε από την εσωτερική είτε από την παγκόσμια αγορά και το σύστημα της σχετικής υπεραξίας ρέπει στην εξαγωγή εμπορευμάτων αρχικά και στην εξαγωγή κεφαλαίου στη συνέχεια.

Ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι η διεύρυνση της αγοράς είναι ένας όρος (ανα)παραγωγής σχετικής υπεραξίας μπορούμε να καταλάβουμε τη σημασία της συγκρότησης της οικογένειας μονάδας κατανάλωσης στη διάρκεια της μετάβασης. Όπως είδαμε στο προηγούμενο τεύχος η οικογένεια είναι στο σύστημα της σχετικής υπεραξίας, μονάδα κατανάλωσης εμπορευμάτων που παράγονται από τη βιομηχανία και μονάδα παραγωγής αξιών χρήσης από τη γυναικεία εργασία. Το νοικοκυριό εμφανίζεται σαν ακριβώς το αντίθετο του εργοστασίου: εδώ η κατανάλωση των εμπορευμάτων είναι αυστηρά ατομική, εκεί η κατανάλωση των εμπορευμάτων - μέσων παραγωγής είναι συλλογική. Ο ορθολογισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σταματάει στην πόρτα του «ιδιωτικού χώρου». Κάθε νοικοκυριό εκτελεί μόνο του, ξεχωριστά από τα άλλα, τις ίδιες εργασίες. Το σύστημα της σχετικής υπεραξίας σπρώχνει απ' τη μια στην αύξηση της κλίμακας παραγωγής, στην κοινωνικοποίηση της παραγωγικής εργασίας, εφαρμόζει εντατικά τις επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις στην παραγωγή, ενώ στηρίζεται από την άλλη στην σπατάλη εργατικής δύναμης που επιφέρει η ατομική μοναχική εργασία των γυναικών, η μηδαμινή κλίμακα στην οποία πραγματοποιείται η οικιακή εργασία και η περιορισμένη εφαρμογή επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων σ' αυτήν (πράγμα που οφείλεται στην κλίμακα της οικιακής εργασίας). Αυτή όμως η σπατάλη οικιακής εργασίας συνοδεύεται από μια σπατάλη εμπορευμάτων και κατά συνέπεια αποτελεί τη βάση μιας τεράστιας αγοράς μέσων ατομικής κατανάλωσης. Ο ανορθολογισμός της οικιακής εργασίας, είναι όρος ύπαρξης της μεγάλης εσωτερικής αγοράς μέσων ατομικής κατανάλωσης. Βέβαια ο καπιταλισμός ασκεί και διαλυτικές δυνάμεις πάνω στην οικογένεια νοικοκυριό. Αλλά αυτή είναι η άλλη όψη της αντίφασης: «Η αξία της εργατικής δύναμης καθοριζόταν όχι μόνο από τον εργάσιμο χρόνο που ήταν αναγκαίος για τη συντήρηση του ενήλικου εργάτη σαν ατόμου, μα και από τον εργάσιμο χρόνο που ήταν αναγκαίος για τη συντήρηση της εργατικής οικογένειας. Οι μηχανές, ρίχνοντας όλα τα μέλη της εργατικής οικογένειας στην αγορά εργασίας κατανέμουν την αξία της εργατικής δύναμης του άνδρα σε όλα τα μέλη της οικογένειας του. Γι αυτό κατεβάζουν την αξία της εργατικής τους δύναμης... Για να ζει τώρα μια οικογένεια είναι υποχρεωμένα τέσσερα άτομα να προσφέρουν όχι μονάχα εργασία μα και υπερεργασία στο κεφάλαιο». (Το Κεφάλαιο, τόμος Ι, σελίδα 410).

Αυτός είναι ένας ιδιαίτερος, όπως τον αποκαλεί ο Μαρξ, τρόπος παραγωγής σχετικής υπεραξίας.

Έτσι, το σύστημα της σχετικής υπεραξίας χαρακτηρίζεται σε ότι αφορά το νοικοκυριό από μία αντίφαση: από τη μία στηρίζεται στον ανορθολογισμό της οικιακής εργασίας ατομικής κατανάλωσης και απ' την άλλη σπρώχνει τις γυναίκες στην αγορά εργασίας ασκώντας έτσι διαλυτικές επιδράσεις πάνω στην οικογένεια νοικοκυριό.

2. Η κρίση της μετάβασης (1929)

Η ολοκλήρωση του συστήματος της σχετικής υπεραξίας (1929-1939)

Στα 1930 τα βασικά στοιχεία του συστήματος της σχετικής υπεραξίας τέτοια που τα συναντήσαμε στην προηγούμενη παράγραφο βρίσκονται ήδη στη θέση τους. Αλλά στη δεκαετία του 20 δεν πληρούται ο βασικός όρος αναπαραγωγής του συστήματος, δηλαδή η διεύρυνση της εσωτερικής και της παγκόσμιας αγοράς σε ρυθμούς ικανούς να απορροφήσουν τη μαζική παραγωγή που θριαμβεύει την εποχή εκείνη. Για να μπει στη θέση του και αυτός ο όρος παραγωγής σχετικής υπεραξίας θα «χρειαστεί» μια μεγάλη κρίση υπερπαραγωγής το 1929. Στη δεκαετία του '30 οι ΗΠΑ, η Βρεταννία και η Γαλλία, από διαφορετικούς εθνικούς δρόμους θα οδηγηθούν στην ολοκλήρωση του συστήματος της σχετικής υπεραξίας.

2.1. Στις ΗΠΑ
Στις ΗΠΑ (Krout θ Rice 1977) η δεκαετία του '20, σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο, χαρακτηρίζεται από μια σειρά ήττες του εργατικού κινήματος. Η συντηρητική εργατική ομοσπονδία AFL είχε 4 εκατομμύρια μέλη πριν το 1920 και λιγότερα από 3 εκατ. το 1930. Η βασικότερη αιτία που αναφέρεται συνήθως στην μαρξόφωνη βιβλιογραφία είναι η σύνθεση της αμερικάνικης εργατικής τάξης. Αποτελείται από μία μερίδα υπερειδικευμένων εργατών η οποία είχε το μονοπώλιο της τεχνικής γνώσης που παράγεται μέσα στο εργοστάσιο, και μια τεράστια δεξαμενή ανειδίκευτων εργατών. Η διαίρεση αυτή μεταφραζόταν σε μια συνδικαλιστική διάσπαση: Οι ειδικευμένοι εργάτες ήταν οργανωμένοι στο συντηρητικό συντεχνιακό συνδικάτο AFL (American Federation of Labour) ενώ οι ανειδίκευτοι (συνήθως μετανάστες) στο IWW (Industrial Workers of the World). Σ' αυτές τις διαιρέσεις πρέπει να προστεθεί η φυλετική διαίρεση λευκοί μαύροι. Η μαζική αγροτική έξοδος από το Νότο αρχίζει στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '20. Ανάμεσα στα 1910 και 1940 υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν 4 εκατ. Νότιοι (2 εκατ. μαύροι και 2 εκατ. λευκοί). Η ένταξη των μαύρων στη μεγάλη βιομηχανία, και ιδιαίτερα την αυτοκινητοβιομηχανία γίνεται μέσα σε κλίμα ρατσισμού. Οι μαύροι καταλαμβάνουν συστηματικά τις θέσεις που αποφεύγουν οι λευκοί, δηλαδή τις πιο βαριές ανθυγιεινές επικίνδυνες δουλειές, και η εργοδοσία χρησιμοποιεί τους μαύρους όπως είχε χρησιμοποιήσει πιο πριν τους Ευρωπαίους μετανάστες, για να σπάσει τις απεργίες και για να εμποδίζει την ίδρυση συνδικάτων (Guerin 1977). Από το 1913 έως το 1919 ο πραγματικός μισθός μειώνεται και στις αρχές της δεκαετίας του '20 τα εργατικά ατυχήματα ανεβαίνουν στα 2 εκατομ. το έτος από τα οποία τα 20.000 θανατηφόρα. Από το 1919 η επίθεση της αστικής τάξης ενάντια στην εργατική είναι ολομέτωπη: στην παραγωγή με την ΤΦΟΕ, στο θεσμικό νομικό πεδίο με την συντονισμένη επίθεση της «Δικαιοσύνης» (Υπουργός Palmer, Ανώτατο Δικαστήριο), στο συνδικαλιστικό με την οργάνωση των κίτρινων συνδικάτων και του εργοδοτικού πατερναλισμού. Το αριστερό συνδικάτο IWW μέχρι το 1925 είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Στη δεκαετία του '20 στις ΗΠΑ εξαπλώθηκε ο φόβος ότι το αριστερό κίνημα απειλούσε τις αμερικάνικες παραδόσεις («the red Scare»). Στα 1919, περίπου 250 αλλοδαποί που κρίθηκαν επικίνδυνοι αριστεροί απελάθηκαν στη Ρωσία και στα 1920 ο Palmer ηγείται μιας αντικομμουνιστικής εκστρατείας που οδηγεί στη σύλληψη 4.000 ατόμων. Την ίδια χρονιά μια βόμβα σκοτώνει στη Wall Street 38 άτομα και ενισχύει την αντικομμουνιστική υστερία. Το 1921 δικάζονται οι Sacco και Vanzetti και στα 1925 ο δάσκαλος Scopes καταδικάζεται από δικαστήριο επειδή δίδαξε τη θεωρία του Δαρβίνου.

Αυτή η ιστορική ήττα της αμερικάνικης εργατικής τάξης επέτρεψε στο κεφάλαιο να προχωρήσει στην εκμηχάνιση: τη γενίκευση του συστήματος της φάμπρικας με τη μορφή της ΤΦΟΕ στις βιομηχανίες μηχανικού μετασχηματισμού, και την αποτελεσματική οδήγηση των φυσικοχημικών δράσεων στις βιομηχανίες φυσικοχημικών διεργασιών.

Αυτή η γενίκευση δεν θα ήταν δυνατή αν δεν είχε πραγματοποιηθεί μια σημαντική συγκέντρωση της παραγωγής: η US. Steel, η Bethlehem Steel και η Republic Steel στη σιδηρουργία, η General Eletric και η Westinghouse στον κλάδο του ηλεκτρισμού, η Ford και η General Motors στην αυτοκινητοβιομηχανία, η Du Pont και η Union Carbide στον κλάδο της χημείας, είναι οι κυριότεροι φορείς της εκμηχάνισης. Η μεγάλη επιχείρηση έχει αποκτήσει σημαντικό βάρος στην αμερικανική οικονομία ήδη το 1920, και η συγκέντρωση της παραγωγής συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας: το 1930 οι 200 μεγαλύτερες επιχειρήσεις είχαν το 43% του τζίρου των βιομηχανικών επιχειρήσεων. (Faulkner 1958). Όπως είδαμε στο προηγούμενο τεύχος η συγκέντρωση της παραγωγής είναι ένας όρος για την εντατική εφαρμογή νέων επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων στην παραγωγή. Πράγματι, η μεγάλη αμερικανική επιχείρηση σε στενή σχέση με τα δημόσια και ιδιωτικά ερευνητικά εργαστήρια προχωράει αποφασιστικά στη σε μεγάλη κλίμακα εκμηχάνιση. Το 1914 μόνο το 30% των μηχανών είναι ηλεκτροκίνητες ενώ το 1929 το αντίστοιχο ποσοστό είναι 70%: η αλλαγή αυτή συνοδεύεται από μία σημαντική αντικατάσταση εργασίας από μηχανικές λειτουργίες. Η ΤΦΟΕ κατακτάει την αυτοκινητοβιομηχανία, τους κλάδους των διαρκών μέσων κατανάλωσης, τον κλάδο του ηλεκτρισμού κ.ά. Η παραγωγή τυποποιείται σε ένα μικρό αριθμό προτύπων: το 1900 υπήρχαν, για παράδειγμα, 5.500 διαφορετικοί τύποι ' ηλεκτρικών λαμπτήρων ενώ το 1923 υπήρχαν 340. Οι ταιηλορικές αρχές οργάνωσης εισχωρούν και στη δουλειά γραφείου όπου επιφέρουν μεγάλες αυξήσεις της απόδοσης της εργασίας.

Έτσι, η ιστορική ήττα της αμερικάνικης εργατικής τάξης γύρω στα 19151925 είχε ένα διπλό αποτέλεσμα:

από τη μια επέτρεψε στο κεφάλαιο να πραγματοποιήσει μία επανάσταση στον τρόπο παραγωγής, επανάσταση τέτοια που τη συναντήσαμε στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.

από την άλλη οδήγησε σε αυξήσεις του πραγματικού μισθού που δεν ακολουθούσαν τις αυξήσεις της απόδοσης της εργασίας (βλέπε διάγραμμα 3).

Ήταν δηλαδή μία νίκη της αστικής τάξης, που ενώ εξασφάλιζε ένα βασικό όρο της μετάβασης από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία (μια επανάσταση στον τρόπο παραγωγής) ταυτόχρονα αφαιρούσε από την ίδια αυτή μετάβαση έναν άλλο βασικό της όρο: τη διεύρυνση της αγοράς. Στη δεκαετία του '20 η εσωτερική αγορά δεν διευρύνεται αρκετά γρήγορα εξαιτίας της στασιμότητας των πραγματικών μισθών. Σ' αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε τα αποτελέσματα της μικρής αύξησης του αγροτικού εισοδήματος στη δεκαετία του '20, και την ανισόμετρη ανάπτυξη της παραγωγικότητας μεταξύ των τομέων Ι και II.

Η αμερικάνικη οικονομία βυθίζεται έτσι το 1929 στην πασίγνωστη κρίση υπερπαραγωγής (Nere 1968): τα περισσότερα στοιχεία του συστήματος της σχετικής υπεραξίας έχουν μπει στη θέση τους και η συνεργεία τους οδηγεί σε μεγάλες αυξήσεις της απόδοσης της εργασίας, αλλά το σύστημα δεν είναι ακόμη ολοκληρωμένο αφού δεν περιέχει το βασικό όρο της αναπαραγωγής του που είναι μία διεύρυνση της αγοράς ικανή να απορροφάει τα προϊόντα της μαζικής παραγωγής (βλέπε παράγραφο 1).

Ενδεικτικά αναφέρεται παρακάτω η εξέλιξη ορισμένων μεγεθών της αμερικάνικης οικονομίας στα χρόνια της κρίσης:

Ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ μειώνεται μεταξύ 1929 και 1932 κατά 43%, οι τιμές πέφτουν κατά 3040%. Ο αριθμός των ανέργων στη διάρκεια της κρίσης ήταν (σε εκατομμύρια άτομα).

Τα 13 εκατ. του 1933 αντιπροσωπεύουν ποσοστό ανεργίας περίπου 30%.

Η απόδοση της εργασίας εξακολουθεί να αυξάνεται (23% μεταξύ 1929 και 1933), ενώ οι μισθοί μειώνονται στην ίδια περίοδο κατά 2535%. 85.000 επιχειρήσεις πτωχεύουν μεταξύ 1929 και 1932. Ο δείκτης κερδών υπολογισμένος για 433 μεταποιητικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ εξελίχτηκε ως εξής:

Ο Franklin D. Roosevelt εκλέγεται πρόεδρος των ΗΠΑ το 1932 και με την ονομασία New Deal (Einaudi 1961) εκφράζει μια πολιτική που οδηγεί ταχύτατα στην ολοκλήρωση του συστήματος της σχετικής υπεραξίας. Ο Μαρξ μίλαγε για:

«τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται στην εξωτερική κίνηση των κεφαλαίων οι εσωτερικοί νόμοι και κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλονται σαν αναγκαστικοί νόμοι του συναγωνισμού και που γι' αυτό τους συνειδητοποιεί σαν κίνητρα ο ατομικός κεφαλαιοκράτης». (Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 331).

Θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε ότι οι εσωτερικοί νόμοι της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής εμφανίζονται και στην εξωτερική κίνηση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, επιβάλλονται σαν αναγκαστικοί νόμοι της αναπαραγωγής του συστήματος και γι' αυτό τους συνειδητοποιεί σαν κίνητρα ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης, δηλαδή το αστικό κράτος και πάνω απ'όλους η κυβερνητική εξουσία. Ο νόμος της σχετικής υπεραξίας επιβάλλει σαν αναγκαστικό όρο της αναπαραγωγής του συστήματος τη συνεχή διεύρυνση της αγοράς, και ο συλλογικός καπιταλιστής κράτος τον συνειδητοποιεί σαν κίνητρο της παρέμβασης του.

Έτσι, ο Roosevelt εκφράζοντας τις απαιτήσεις του οικονομικού νόμου έλεγε στα 1934: «Βλέπω εκατομμύρια άτομα τα οποία δεν έχουν τα μέσα να αγοράσουν τα προϊόντα της φόρμας και του εργοστασίου, και τα οποία με τη φτώχεια τους στερούν εκατομμύρια άλλα άτομα, από μια παραγωγική εργασία».

To New Deal (στο εξής N.D.) είναι λοιπόν η ιστορική μορφή με την οποία παρουσιάστηκε η δομική αλλαγή που οδήγησε στην ολοκλήρωση του συστήματος σχετικής υπεραξίας. Όμως οι οικονομικοί νόμοι δεν υπάρχουν έξω ή δίπλα στην ταξική πάλη. Οι απαιτήσεις του οικονομικού νόμου του νόμου της σχετικής υπεραξίας διαμεσολαβούνται ιστορικά από τους ταξικούς αγώνες. Ο ίδιος ο Roosevelt έλεγε το 1936: «η διοίκηση μου έσωσε το σύστημα του ιδιωτικού κέρδους και της ελεύθερης επιχείρησης». Πράγματι, το New Deal είναι η απάντηση της αστικής τάξης (και όχι των μεμονωμένων καπιταλιστών) στους αγώνες της εργατικής τάξης και στην επερχόμενη πολιτική κρίση. Είναι η καπιταλιστική έξοδος από την κρίση του 1929. Αλλά σίγουρα δεν είναι κάποια μεγαλοφυής στρατηγική. κίνηση του Κεφαλαίου Υποκειμένου που κατά την έκφραση του Negri «έμαθε να διαβάζει το Κεφάλαιο», και να το χρησιμοποιεί προς όφελος του. Στην πραγματικότητα όταν ο Roosevelt κατηγορούσε από το ραδιόφωνο στα 1932 τη «βιομηχανική δικτατορία», τους «βασιλείς της οικονομίας» και υποσχόταν ένα καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο δεν ήξερε ποιο θα ήταν το περιεχόμενο του N.D. Το επεξεργάζεται βήμα βήμα στηριγμένος στις κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να τον βοηθήσουν να προχωρήσει και κάνοντας διαδοχικά «πειράματα». Η κυβέρνηση Roosevelt παλεύει για το συλλογικό καπιταλιστικό συμφέρον υπακούοντας στους οικονομικούς νόμους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής που δρουν «πίσω από την πλάτη της». Οι εμπειρίες που απόκτησε από αυτή την πρακτική την ώθησαν στην απομάκρυνση από τις παραδοσιακές αρχές της φιλελεύθερης οικονομίας:

Ο Unemployement Relief Act του 1933 έχει σκοπό να δώσει δουλειά στους νέους 1825 ετών, στην αναδάσωση, τη συντήρηση εδαφών, την οδοποιία κ.ά. Μέχρι το 1941 πάνω από 2 εκατ. νέοι απασχολήθηκαν σ'αυτό το πρόγραμμα. Επίσης ο Federal Emergency Relief Act του 1933 συνέβαλε στη μείωση της ανεργίας σε κλίμακα πολιτείας και πόλης, και ο Civil Works Administration επίσης του 1933 πρόσφερε δουλειά σε 4 εκατ. άτομα στην οδοποιία και τη συντήρηση των πάρκων.

Ο πιο σημαντικός ίσως νόμος της διοίκησης Roosevelt είναι ο National Industrial Recovery Act (NIRA) του 1933: εξάλειψε την παιδική εργασία, καθιέρωσε τον minimum μισθό και την maximum διάρκεια της εργάσιμες μέρας, και με την περίφημη Section 7α εγγυήθηκε στους εργάτες το δικαίωμα να διαπραγματεύονται συλλογικά.

Ο Public Works Administration του 1933 προσφέρει δουλειά σε 500 εκατ. άτομα μεταξύ 1933 και 1939 με τις δημόσιες δαπάνες 5 δις δολλαρίων για την κατασκευή δρόμων, σχολείων, νοσοκομείων, γεφυριών κ.ά.

Αλλά η διοίκηση Roosevelt επεμβαίνει και στο χώρο των Τραπεζών με τον Emergency Banking Act του 1933 που δίνει στον Πρόεδρο την εξουσία να αναδιαρθρώσει τις τράπεζες που έχασαν την αξιοπιστία τους, με τον Glass - Steagall Banking Act του 1933 και τον Banking Act του 1935.

Επίσης με τον Tennessee Valey Authority Act του 1933 το κράσος αναλαμβάνει μια μεγάλης κλίμακας επενδυτική πρωτοβουλία ιδρύοντας τη δημόσια επιχείρηση TVA που δεν έχει μοναδικό της αντικείμενο τη λειτουργία ενός σταθμού παραγωγής ηλεκτρισμού, αλλά και την ανάπτυξη ολόκληρης της περιοχής. Η TVA ασχολείται με την παραγωγή λιπασμάτων, τη βελτίωση της ναυσιπλοΐας στον ποταμό Tennessy, τον έλεγχο της ροής του κ.ά., με επιτυχία που καλυτερεύει τη ζωή 3 εκατ. κατοίκων της περιοχής Tennesy River Valley, παρά τον πόλεμο που διεξάγουν στη δημόσια επιχείρηση το ιδιωτικό κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι (με κύριο επιχείρημα ότι ανταγωνίζεται την «ιδιωτική πρωτοβουλία»). Ακολουθούν το 1935 οι Public Utilities Holding Company Act και ο Railroad Emergency Act (1933).

Αυτά είναι τα βασικά σημεία του «πρώτου» N.D. δηλαδή του N.D. της πρώτης τετραετίας του Roosevelt 1932-1936.

Από το 1934 το ιδιωτικό κεφάλαιο αρχίζει να κατηγορεί τον Roosevelt ότι υπονομεύει το καπιταλιστικό σύστημα καταστρέφοντας την ιδιωτική επιχείρηση. Όμως αυτός επανεκλέγεται το 1936 και ακολουθεί το «δεύτερο» N.D. με νέα προγράμματα ενάντια στην ανεργία με δαπάνες του προϋπολογισμού. Εντωμεταξύ η πολιτική του N.D. έχει κατορθώσει να μετατρέψει την εργατική αμφισβήτηση σε δυναμικό κίνημα για την εγγύηση από το αστικό κράτος των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων της εργατικής τάξης. Έχει επίσης μετατρέψει την επερχόμενη πολιτική κρίση σε διαμάχη ανάμεσα στον ιδιωτικό καπιταλισμό και την κρατική παρέμβαση στην οικονομία. Η αναμφισβήτητη ηγεμονία της αστικής στρατηγικής του New Deal πάνω στην εργατική τάξη υποτάσσει το κίνημα της στην προοπτική - όχι πια της ανατροπής - αλλά της ολοκλήρωσης του συστήματος της σχετικής υπεραξίας. Αλλά ταυτόχρονα η πολιτική αυτή δίνει τα μέσα στο εργατικό κίνημα να αναπτυχθεί, εφόσον περιορίζεται ακριβώς στην προοπτική της ολοκλήρωσης του συστήματος της σχετικής υπεραξίας, και μόνο μ'αυτό τον όρο. Με τον Lewis και τους εργάτες μεταλλείων αναπτύσσεται η CIO (Commitee For Industrial Organization) ενάντια στη συντεχνιακή - συντηρητική AFL στην οποία και ανήκει και προχωράει στην οργάνωση των εργατών αυτοκινητοβιομηχανίας και χαλυβουργίας. Το 1937 η AFL διαγράφει τα 10 σωματεία που αποτελούν τη CIO, που το 1938 αναγνωρίζεται πια σαν αυτόνομο συνδικάτο. Οι προσπάθειες της CIO να οργανώσει τους εργάτες στο αυτοκίνητο και στο χάλυβα κατέληξαν σε βίαιες απεργίες: μία πολύ συνηθισμένη πρακτική ήταν η παραμονή των απεργών στο χώρο του εργοστασίου (sit down strike). Στη βίαιη έξωση από την αστυνομία οι απεργοί απάντησαν με βία: είχαν βγει από το διεκδικητικό πλαίσιο που έβαζε το N.D. Το 1939 το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ κήρυξε παράνομο το sit down strike ενώ ήδη το 1937 η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε 10 απεργούς στη χαλυβουργία του Νότιου Chicago. H πάλη του ιδιωτικού κεφαλαίου ενάντια στο N.D. και ιδιαίτερα στον National Industrial Recovery Act είχε σαν αιχμή από το 1934 τη Section 7α του νόμου αυτού με την οποία νομιμοποιούνταν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και με την οποία είχε ενισχυθεί σημαντικά η εργατική τάξη. Το 1935 το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ κηρύσσει παράνομη τη Section 7α. Η διοίκηση Roosevelt απαντάει την ίδια χρονιά με τον National Labor Relations Act που δίνει τη δυνατότητα στο κράτος να παρεμβαίνει ευνοϊκά υπέρ των εργατών στις εργασιακές διαμάχες, και το 1938 με τον Fair Labor Standard Act όπου νομιμοποιεί και πάλι τον minimum μισθό, τις 40 ώρες εβδομαδιαίας δουλειάς, την αυξημένη αμοιβή για υπερωρίες, την απαγόρευση της παιδικής εργασίας (κάτω από τα 16 έτη) και την προστασία της εργασίας των νέων (από 16 έως 18 ετών). Τελικά ο Roosevelt υπερίσχυσε του ανώτατου δικαστηρίου: μέχρι το 1941 είχε διορίσει επτά από τους εννέα δικαστικούς που το αποτελούσαν.

Ένας βασικός νόμος του N.D. ήταν ο Social Security Act του 1936 που θεσμοθέτησε τη σύνταξη στα 65, τα επιδόματα ανεργίας, τη βοήθεια στη μητρότητα, στους ανάπηρους κ.α..

Αυτά ήταν τα βασικά σημεία του «δεύτερου» N.D.

Όσο για το ιδιωτικό κεφάλαιο, πάλεψε με όλα τα μέσα: δε χρησιμοποίησε μόνο το ανώτατο δικαστήριο, αλλά και τις ιδιωτικές αστυνομίες, τους χαφιέδες και τους τραμπούκους, την τρομοκρατία, τη διαφθορά. Αλλά ο δυναμισμός του εργατικού κινήματος διοχετευμένος μέσα στην προοπτική της εγγύησης των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων της εργατικής τάξης από το κράτος, δηλαδή υποταγμένος στη λογική της συνολικής αναπαραγωγής των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, είχε οδηγήσει στην ολοκλήρωση του συστήματος της σχετικής υπεραξίας: το στοιχείο που έλειπε από το σύστημα αυτό στα 1929 δηλαδή η διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς με ρυθμούς που να εξασφαλίζουν την πραγματοποίηση των εμπορευμάτων της μαζικής παραγωγής είχε ήδη μπει στη θέση του στα 1940.

Αλλά με το στοιχείο αυτό, η διεύρυνση της αγοράς υπήρχε από πολύ παλιά. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1873-1914, όπως είδαμε στο προηγούμενο τεύχος, με τις συνεχείς αυξήσεις των πραγματικών μισθών και την αύξουσα ανελαστικότητα τους, αλλά και με την ταχύρρυθμη μεγέθυνση του τομέα Ι, πραγματοποιήθηκε μια σημαντική διεύρυνση της αγοράς. Το καινούργιο χαρακτηριστικό που φέρνει η δεκαετία του 30 είναι ότι η ταυτόχρονη διεύρυνση της παραγωγής και της αγοράς γίνεται δομικό στοιχείο του τρόπου παραγωγής υπεραξίας, ενώ στις προηγούμενες περιόδους οι συνολικοί και πολιτικοί συσχετισμοί δεν έκαναν πάντα δυνατή αυτή τη διεύρυνση.

Αυτή η τοποθέτηση του καινούργιου συστατικού στοιχείου στο σύστημα της σχετικής υπεραξίας έγινε με την ιστορική μορφή της παρέμβασης του αστικού κράτους στην οικονομία του κράτους συλλογικού εκπρόσωπου του κεφαλαίου που παίρνει υπόψη του τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της αστικής τάξης, και ειδικότερα:

α) Με την κρατική διαχείριση της εργατικής δύναμης (Brunhoff 1976) που αφορά τον όγκο της ανεργίας, τον κατώτερο μισθό και τη διάρκεια της εργασίας, το νομοθετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαπραγματεύεται η εργατική τάξη με την εργοδοσία τους όρους πώλησης της εργατικής της δύναμης, το status των συνδικάτων, δηλαδή τα όρια της παρέμβασης τους, τις κοινωνικές ασφαλίσεις (ασθένεια, γηρατειά, μειονεκτικά άτομα), κλπ. Η κρατική διαχείρηση της εργατικής δύναμης που εγκαθίσταται στις χώρες του δυτικού καπιταλισμού στη δεκαετία του '30 δεν αποκλείει και τις «παλιές» μορφές διαχείρισης (ελεημοσύνη, κρατικά συσσίτια για τους φτωχούς κλπ.) που εμφανίζονται κατά καιρούς (π.χ. ΗΠΑ δεκαετίας του 1960 και του 1980, Γαλλία 198385). Επίσης η διαχείριση αυτή δεν αφορά το σύνολο της εργατικής τάξης αλλά μόνο μία μερίδα της (Meillassoux 1975). Οι μετανάστες και οι γυναίκες δουλεύουν σε ένα τμήμα της αγοράς εργασίας όπου όλες οι ρυθμίσεις της κρατικής παρέμβασης έχουν μικρή σημασία. Εξάλλου η ανασφάλεια της απασχόλησης μειώνεται ή μετατρέπεται αλλά δεν εξαλείφεται και αυτό αφορά την εργατική τάξη στο σύνολο της: Η ρύθμιση του όγκου της ανεργίας γίνεται στοιχείο οικονομικής πολιτικής, μία «μεταβλητή χειρισμού», μέσω της οποίας το αστικό κράτος επιδρά πάνω στο ύψος. των μισθών και της κατανάλωσης.

β) Με τις δημόσιες επενδύσεις, τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού, τη φορολογική πολιτική. Στις ΗΠΑ οι κυβερνητικές δαπάνες αντιπροσώπευαν το 7,5% του εθνικού προϊόντος το 1903, το 10% περίπου το 1929 και το 20% περίπου το 1939. Το αστικό κράτος παρεμβαίνει στο επίπεδο κατανάλωσης και επένδυσης, επομένως και συνολικής ζήτησης (για προϊόντα του τομέα Ι και του τομέα II) προσπαθώντας να εξασφαλίσει την αναγκαία διεύρυνση της αγοράς. Βασικές δαπάνες του κράτους είναι οι στρατιωτικές δαπάνες που αποτελούν και σημαντική πηγή παραγγελιών για μια σειρά άλλους βιομηχανικούς κλάδους. Το 1939 η ανεργία στις ΗΠΑ ήταν ακόμη 17% παρά το γεγονός ότι μεταξύ 1923-1939 το κράτος δαπάνησε πολύ μεγάλα ποσά για μη στρατιωτικούς σκοπούς. Μία μελέτη του Gillmann. (Αναφέρεται από τους Μύλλερ Νόιζυς, θέσεις 1 σελίδα 88) έδειξε ότι η κοινωνική ασφάλιση στις ΗΠΑ ήταν ένας δευτερεύων παράγοντας αντιμετώπισης της κρίσης.

Μόνο η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών από το 1939 και μετά επέτρεψε στην αμερικάνικη οικονομία να ξεπεράσει τα προβλήματα της μεγάλης κρίσης.

Το κράτος αναλαμβάνει επενδυτικές πρωτοβουλίες σε τομείς που δεν είναι επικερδείς για το ιδιωτικό κεφάλαιο (:η πολιτική των εθνικοποιήσεων, πολιτική κατεξοχήν των εργατικών κομμάτων), ή σε τομείς όπου η επένδυση είναι όρος αναπαραγωγής του συνολικού (κοινωνικού) κεφαλαίου, ή ακόμη σε τομείς αιχμής όπου ο επιχειρηματικός κίνδυνος είναι αρχικά ψηλός. Σε όλες τις περιπτώσεις δρα σαν φορέας της λογικής της αναπαραγωνής του συστήματος ως συνόλου.

γ) Με τη θεσμοθέτηση ενός συνδικαλιστικού κινήματος που χωρίς να αμφισβητεί τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της παραγωγής, αποδέχεται τις αστικές αντιλήψεις για το «κράτος πρόνοιας», «κράτος ευημερίας», «παρεμβατικό κράτος», «κράτος κοινωνικών παροχών» που έχοντας στη διάθεση του ένα διαρκώς αυξανόμενο τμήμα του κοινωνικού προϊόντος, το διανέμει με τη μορφή κοινωνικών παροχών και δημοσίων επενδύσεων (Müller και Neusüss 1982). Τα συνδικάτα αυτά έχουν σα βασικό τους στόχο να αυξηθεί το μερίδιο των εργαζομένων στο εθνικό εισόδημα. Το αστικό κράτος από τη μεριά του αναγνωρίζει ότι οι εργατικοί μισθοί είναι ανελαστικοί και χαράζει την οικονομική του πολιτική πάνω σ' αυτό το δεδομένο.

2.2. Στη Βρετανία
Στη Βρετανία (Deane και Cole 1969), όπως και στις ΗΠΑ, η δεκαετία του '20 χαρακτηρίζεται από μια σειρά ήττες του εργατικού κινήματος:

Η επίθεση της αστικής τάξης στα 1920-21 έχει σαν κύριο όπλο την ανεργία (διάγραμμα 4). Τα συνδικάτα αναγκάζονται να δεχτούν μεταξύ 1920 και 1922 σοβαρές μειώσεις στους μισθούς για να μειωθεί η ανεργία και να αυξηθεί η. ανταγωνιστικότητα των βρετανικών επιχειρήσεων. Η εργατική απογοήτευση εκφράζεται άμεσα στη μείωση της αριθμητικής δύναμης των συνδικάτων από 8,3 εκατ. το 1920 σε 5,6 εκατ. το 1922, και τη διάσταση της μαχητικής βάσης με τη συμβιβαστική ηγεσία. Οι ιδιοκτήτες μεταλλείων ζητάνε μειώσεις των μισθών μέχρι και 35%, η εργοδοσία εφαρμόζει το Lockout με ευκολία, και η κυβέρνηση στέλνει το στρατό ενάντια στους απεργούς. Τον Απρίλιο του 1921 οι εργάτες μεταλλείων απορρίπτουν μία μεγάλη μισθολογική μείωση και καλούν την «τριπλή 92 συμμαχία» εργατών μεταλλείων σιδηροδρομικών λιμενεργατών σε απεργία (Triple Alliance) η ηγεσία συνθηκολογεί και η «συμμαχία» καταστρέφεται. Η εργατική κυβέρνηση του 1924 (μειοψηφία) δεν είναι σε θέση να αναλάβει καμία πρωτοβουλία για κοινωνική μεταρρύθμιση. Το 1926 η εργοδοσία ζητάει ξανά μειώσεις μισθών, οι εργάτες μεταλλείων κατεβαίνουν ξανά σε απεργία και το T.U.C. (Trades Union Congress) αποφασίζει να τους στηρίξει με μια γενική απεργία. Η συντηρητική κυβέρνηση βγάζει την απεργία παράνομη. Η ηγεσία συνθηκολογεί μετά από εννέα μέρες, την ίδια στιγμή που στη βάση κυριαρχεί μια πρωτοφανής εργατική αλληλεγγύη. Οι εργάτες και πάλι εγκαταλείπουν τα συνδικάτα: από 5,5 εκατ.μέλη το 1925 σε 4,9 εκατ. το 1927 (διάγραμμα 5).

Όσο πιο πολύ μειώνεται η ισχύς της εργατικής τάξης, τόσο περισσότερο η εργοδοσία περνάει στην επίθεση: το 1927 με τον Trades Disputes Act, οι γενικές απεργίες (αλλά και οι απεργίες συμπαράστασης και οι «πολιτικές» απεργίες), κηρύσσονται παράνομες. Απαγορεύεται στους δημόσιους υπάλληλους να γίνονται μέλη του TUC, και η οικονομική ενίσχυση του Εργατικού Κόμματος γίνεται πιο δύσκολη. Τη βρετανική εργατική τάξη δεν την εξασθενίζει μόνο η ανεργία αλλά και οι διαιρέσεις της: ανισότητες μισθών, ειδικευμένοι ανειδίκευτοι, αμοιβή με την ώρα αμοιβή με το κομμάτι, διαφορετικά μισθολογικά συστήματα με πριμ, επιδόματα κλπ.

Στη δεκαετία του 1930 θεσμοθετείται η ημέρα των οκτώ ωρών και η ετήσια άδεια. Οι συντάξεις, οι ασφάλειες αρρώστιας και τα οικογενειακά επιδόματα παραμένουν σε άθλια επίπεδα.

Η ήττα αυτή του εργατικού κόμματος στη Βρετανία έχει όμως διαφορετικά αποτελέσματα απ' ότι στις ΗΠΑ. Επιτρέπει βέβαια στο κεφάλαιο να προχωρήσει σε αλλαγή στις μεθόδους εργασίας: η ΤΦΟΕ εισάγεται ιδιαίτερα στη βιομηχανία αυτοκινήτων μαζί με μισθολογικές αυξήσεις και διαφθορά της συνδικαλιστικής ηγεσίας.

Οι αλλαγές αυτές στη μέθοδο εργασίας, η επέκταση του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας της φάμπρικας με τη μορφή της ΤΦΟΕ έδωσε σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους της Βρετανίας ένα σημαντικό δυναμισμό: η παραγωγή ηλεκτρικών διαρκών μέσων κατανάλωσης διπλασιάστηκε μεταξύ 1924 και 1935, ενώ η παραγωγή αυτοκινήτων υπερδιπλασιάστηκε. Αλλά σε σύγκριση με τις ΗΠΑ οι διαφορές ήταν αρκετά εντυπωσιακές: ενώ η κατανάλωση ηλεκτρικών ψυγείων στις ΗΠΑ είχε φτάσει το 1939 τα 150 και στον Καναδά τα 50 ψυγεία ανά 10.000 κατοίκους, στη Βρετανία το 1935 η αντίστοιχη κατανάλωση ήταν μόνο 8. Τα μόνα διαρκή μέσα κατανάλωσης που είχαν περάσει πραγματικά στη μαζική κατανάλωση στα τέλη της δεκαετίας του '30 ήταν η ηλεκτρική σκούπα, το ηλεκτρικό σίδερο και το ραδιόφωνο. Επίσης μαζική έχει γίνει η κατανάλωση εφημερίδων και κινηματογράφου.

Όμως αυτή η αυξανόμενη απόσταση από τον αμερικάνικο καπιταλισμό, δεν οφείλεται κύρια σε κάποια προβλήματα της εσωτερικής αγοράς μέσων κατανάλωσης. Αντίθετα, η αγορά αυτή διευρύνεται: οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται σοβαρά μεταξύ 1920 και 1922 αλλά στη συνέχεια αυξάνονται μέχρι το 1938 κατά 15% (βλέπε διάγραμμα 3). Οι τεχνολογικά «νέοι» κλάδοι βασίστηκαν σημαντικά στη διεύρυνση αυτού του τμήματος της εσωτερικής αγοράς. Στην κατανάλωση της εργατικής<~τάξης εισέρχονται όλα εκείνα τα εμπορεύματα των οποίων η αξία μειώνεται με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι κλάδοι της βρετανικής βιομηχανίας που στηρίζονται στις εξαγωγές αντιμετωπίζουν σοβαρά· προβλήματα και προσπαθούν να στραφούν περισσότερο στην εσωτερική αγορά. Και αυτό όχι μόνο επειδή η εσωτερική αγορά μέσων κατανάλωσης διευρύνεται αλλά και επειδή το διεθνές εμπόριο φθίνει στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Αλλά και η εσωτερική αγορά για μέσα παραγωγής διευρύνεται και επιτρέπει στους κλάδους του τομέα Ι να πραγματοποιήσουν μία αποφασιστική στροφή. Η χαλυβουργία και η σιδηρουργία εγκαταλείπουν την πολιτική των εξαγωγών και απευθύνονται στην εσωτερική αγορά ενώ η υφαντουργία δέχεται σκληρά χτυπήματα από τη φθίνουσα ζήτηση στη διεθνή αγορά. Η χαλυβουργία εξάγει 2 στα 7 εκατ. τόνους της παραγωγής της το 1910-14 δηλαδή περίπου 30% ενώ το 1935-38 μόνο 0,7 στα 11,3 της παραγωγής της δηλαδή μόνο το 6%. Βέβαια οι ρυθμοί ανάπτυξης της Βρετανικής εσωτερικής αγοράς είναι μικρότεροι από τους αντίστοιχους της αμερικάνικης, αλλά αυτός είναι μόνο ένας από τους λόγους της μείωσης του βάρους της Βρετανίας στην παγκόσμια οικονομία. Η Βρετανική «καθυστέρηση» σε σχέση με τις ΗΠΑ, αντανακλά τις δυσκολίες που συναντάει η συγκρότηση του συστήματος της σχετικής υπεραξίας στο παλιό «εργαστήρι του κόσμου». Η επιμονή του ιδιωτικού κεφαλαίου στις αρχές του φιλελευθερισμού έχει σημαντικά αποτελέσματα στη Βρετανία. Η συγκράτηση της διεύρυνσης της εσωτερικής αγοράς για μέσα κατανάλωσης μέσω της περιορισμένης αύξησης των πραγματικών μισθών και των κρατικών παροχών πρόνοιας στέρησε από τη βρετανική βιομηχανία: α) το απαραίτητο εμπορικό στήριγμα στο εσωτερικό σε μια εποχή που το παγκόσμιο εμπόριο έφθινε και η εθνική οικονομία ήταν οχυρωμένη πίσω από ψηλά προστατευτικά τείχη, και β) το κίνητρο να προχωρήσει γρήγορα σε νέες εφαρμογές επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων στην παραγωγή ώστε να μειώσει έτσι το κόστος παραγωγής. Στη Βρετανία του μεσοπολέμου τίποτα δεν υπήρχε που να μπορεί να ωθήσει το κεφάλαιο σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό: η πίεση από τους πραγματικούς μισθούς πάνω στο κόστος, το είπαμε, είναι μικρή, η εσωτερική αγορά είναι υπερπροστατευμένη από τις εισαγωγές, και ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων έχει αμβλυνθεί σημαντικά. Σε ο,τι αφορά τον ανταγωνισμό, ο Hobsbawm σημειώνει ότι η συγκέντρωση του βρετανικού κεφαλαίου ιδιαίτερα έντονη την εποχή εκείνη, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τη Γερμανία που έχουν γνωρίσει τη μονοπωλιακή συγκέντρωση πολύ πιο πριν όταν ακόμη ο βρετανικός καπιταλισμός παρέμενε σε ανταγωνιστική δομή της παραγωγής στο μεσοπόλεμο εκφράζει την αρνητική τάση του μονοπωλίου που, όπως έλεγε ο Λένιν, «συμβαίνει μερικές φορές σε ορισμένες χώρες να γίνεται κυρίαρχη». Η συγκέντρωση αυτή ήταν περιοριστική αμυντική προστατευτική με σκοπό να διατηρηθούν τα κέρδη με μείωση της έντασης του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων. Όσο για το κράτος στη Βρετανία υπερισχύουν οι φιλελεύθερες παραδόσεις για «λιγότερο κράτος» που σημαίνει λιγότερες κρατικές παρεμβάσεις για τον εκσυγχρονισμό του παραγωγικού συστήματος και περισσότερη αστυνομία περισσότερη προστασία των συμφερόντων του ιδιωτικού κεφαλαίου. Στο μεσοπόλεμο οι βρετανικές κυβερνήσεις κάνουν συστηματικές προσπάθειες για τη μείωση της έντασης του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Η συγκρότηση του συστήματος της σχετικής υπεραξίας «καθυστερεί» λοιπόν στη Βρετανία επειδή το εργατικό κίνημα οπισθοχωρεί και επειδή το ιδιωτικό κεφάλαιο είναι ιδιαίτερα ισχυρό. Οι καινούργιες επιστημονικές γνώσεις δεν έλειπαν από τη Βρετανία της εποχής. Η θέση της Βρετανίας στις καθαρές επιστήμες ήταν εξαιρετική, ιδιαίτερα μετά το 1933 με την έξοδο των γερμανών αντιφασιστών επιστημόνων. Το βρετανικό πανεπιστήμιο είχε λοιπόν τις δυνατότητες να παίξει το ρόλο που του αντιστοιχεί μέσα στο σύστημα της σχετικής υπεραξίας. Το στοιχείο που έλειπε ήταν ο διαμεσολαβητικός ρόλος του τομέα Ι ανάμεσα σ' ένα τέτοιο πανεπιστήμιο και την άμεση διαδικασία παραγωγής: ο τομέας αυτός αποδείχτηκε συχνά ανίκανος να αναπτύξει νέες τεχνικές που να βασίζονται στις νέες επιστημονικές γεύσεις. Αξίζει να σημειώσουμε μαζί με τον Hobsbawm ότι οι λίγες προσπάθειες για ανάπτυξη καινούργιων προϊόντων έγιναν από το κράτος και όχι από την «ιδιωτική πρωτοβουλία»: από την πολεμική βιομηχανία (αεροπλάνα, ραντάρ) και το κρατικό BBC (τηλεόραση). Το ιδιωτικό κεφάλαιο αμέλησε συστηματικά την έρευνα και ανάπτυξη (R.D.).

2.3. Στη Γαλλία
Στη Γαλλία (Fohlen 1974) η διαδικασία μετάβασης στον καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας μεταμφιέζεται σε μια πορεία πολύ πιο «ηρωική» και «επαναστατική». Με το ΚΚ στην πρωτοπορία των αγώνων, ο σταλινικός ρεφορμισμός διοχετεύει το δυναμισμό της εργατικής τάξης στην προοπτική της ολοκλήρωσης του συστήματος της σχετικής υπεραξίας. Σ' αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε:

1. την αδυναμία των κομμουνιστών να αντιληφθούν τη σημασία των καινούργιων τεχνολογικών αλλαγών για τις παραγωγικές σχέσεις, και

2. την καταλυτική επίδραση του πολέμου πάνω στην ισχύ της εργατικής τάξης. Από τη γαλλική εμπειρία του μεσοπολέμου αξίζει να κρατήσουμε μερικά σημεία που παρατίθενται εδώ χωρίς ιεράρχηση και πολύ συνοπτικά:

α) Σημαντική κρατική παρέμβαση στην οικονομία. Στη διάρκεια της κρίσης (που στη Γαλλία αρχίζει το 1931) το κράτος δημιουργεί μικτές εταιρίες (societes mixtes) με βιομηχανικές ή τραπεζικές επιχειρήσεις που πτωχεύουν και είναι «απαραίτητες στην εθνική οικονομία». Αργότερα, με το Λαϊκό Μέτωπο του 1936 ορισμένες εθνικοποιήσεις θέτουν τους σιδηροδρόμους, την πολεμική βιομηχανία, και την αεροναυπηγική βιομηχανία κάτω από τον έλεγχο του κράτους.

β) Η παραγωγή της πολεμικής βιομηχανία στη διάρκεια του πολέμου με τις ειδικές ανάγκες της (τυποποιημένη μαζική παραγωγή δημιουργεί τις συνθήκες για την εισαγωγή της ΤΦΟΕ στην παραγωγή. Στην ίδια κατεύθυνση έδρασε και η είσοδος της ανειδίκευτης γυναικείας εργατικής δύναμης στο εργοστάσιο στη διάρκεια του πολέμου. Έτσι κατανικήθηκαν οι εργατικές αντιστάσεις στην εισαγωγή της ΤΦΟΕ που είχαν εκδηλωθεί έντονα και οργανωμένες από τη CGT στα 1912-1913 (Boyer 1983).

γ) Ο κρατικός μηχανισμός αναπτύσσει ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων με την πολεμική βιομηχανία. Η ανάπτυξη της εμφανίζεται και στην περίπτωση της Γαλλίας του μεσοπολέμου σαν αποτελεσματικός τρόπος τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης ιδιαίτερα μετά την αποτυχία του Λαϊκού Μετώπου.

δ) Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου του 1936, όπως και η πολιτική του New Deal, στόχευε στην τόνωση της παραγωγής μέσα από μία αύξηση των πραγματικών μισθών και της κατανάλωσης. Το Λαϊκό Μέτωπο έφερε την εβδομάδα των 40 ωρών, τις ετήσιες πληρωμένες άδειες, τις συλλογικές συμβάσεις, την αύξηση του έμμεσου μισθού, την ενίσχυση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Η αποτυχία οικονομικής ανάκαμψης μέσω αυτής της πολιτικής οφείλεται στο ότι δεν συμπεριλάμβανε μια δραστική υποτίμηση του γαλλικού φράγκου (σε αντίθεση με τον Roosevelt που κατάλαβε τη σημασία της υποτίμησης το 1933-34), και στο ότι το 1930-1939 ήταν για τη γαλλική βιομηχανία μία περίοδος αποεπένδυσης και τεχνολογικής παλαίωσης.

ε) Από το 1919 η CGT, σε αντίθεση με τη στάση της του 1912-13, δεν παλεύει ενάντια στις συνέπειες της εκμηχάνισης και ιδιαίτερα της ΤΦΟΕ πάνω στις σχέσεις παραγωγής, αλλά αγωνίζεται στην κατεύθυνση της «δίκαιης» διανομής των «καρπών του εκσυγχρονισμού της παραγωγής». Από το 1932 η σημαντική πτώση του αριθμού των συνδικαλισμένων εργατών και των μελών των αριστερών κομμάτων, η άνοδος της ανεργίας και η μείωση της ισχύος της εργατικής τάξης, η επικράτηση ακόμα του σταλινικού ρεφορμισμού στο' εργατικό κίνημα, οδηγούν στην προώθηση αποκλειστικά άμεσων βραχυπρόθεσμων διεκδικήσεων. Κάτω από τις σημαίες της «σκληρής» σταλινικής γραμμής και της «σιδερένιας» κομματικής πειθαρχίας κρύβεται απλά και μόνο η προοπτική της μετάβασης στον καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας και της υποταγής του εργατικού κινήματος στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της αστικής τάξης. Όπως σημειώνει ο Beaud, ενώ όλος ο κόσμος αριστερά και δεξιά στη Γαλλία του μεσοπολέμου απορρίπτει τη σοσιαλδημοκρατία, στην πραγματικότητα στην περίοδο αυτή μπαίνουν οι βάσεις ενός σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού.

στ) Η αποεπένδυση που παρατηρείται μεταξύ 1930-1939 και η τεχνολογική παλαίωση που τη συνόδευε οφειλόταν στη συρρίκνωση της εσωτερικής αγοράς, την πτώση των εξαγωγών, και την παρουσία άφθονης φτηνής εργατικής δύναμης στην αγορά εργασίας.

3. Ορισμένα συμπεράσματα

Με βάση όσα προαναφέρθηκαν μπορούμε πάρα πολύ συνοπτικά να σταθούμε κριτικά απέναντι σε μια σειρά αγοραίες αντιλήψεις:

α) Οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται αριστερά και δεξιά ότι ο εκσυγχρονισμός του παραγωγικού συστήματος επιτυγχάνεται με την τόνωση του κέρδους και με την επιχειρηματική πρωτοβουλία (όπου επιστρατεύεται και ο Schumpeter). Στη σημερινή συγκυρία για να επιτευχθεί η επιθυμητή αύξηση του κέρδους πρέπει λένε να μειωθούν οι πραγματικοί μισθοί. Στις ιστορικές περιόδους που είδαμε σ' αυτό και στο προηγούμενο τεύχος μάταια θα ψάξει κανείς να βρει ένα ιστορικό προηγούμενο: αντίθετα όλα διαψεύδουν τη νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα για το ρόλο των μισθολογικών αυξήσεων και το ρόλο της επιχειρηματικής ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Οι αυξήσεις αυτές ήταν ένας βασικός παράγοντας της μετάβασης από τον καπιταλισμό της απόλυτης υπεραξίας στον καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας, δηλαδή τον ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Μερικά ιστορικά παραδείγματα πού έχουν πολλά να μάθουν στους χυδαίους φιλελεύθερους: Το μπλοκάρισμα της εκμηχάνισης στη Γαλλία της δεκαετίας του '30 (εκμηχάνιση που αποπειράθηκε να πραγματοποιηθεί στον τομέα II) μέσα σε μια συγκυρία πολύ μικρών αυξήσεων των μισθών και πτώσης των εξαγωγών (βλέπε για λεπτομέρειες στο έργο του Sauvy (1972) για το μεσοπόλεμο) · η παρακμή της Βρετανίας ήδη από το 1985 που δεν οφείλεται στην έλλειψη επιχειρηματικής πρωτοβουλίας όπως έχει ήδη ειπωθεί, αλλά στην υποτονική ανάπτυξη του Πανεπιστημίου και την αποικιοκρατική πολιτική · η Βρετανική παρακμή του μεσοπολέμου που οφείλεται ίσα ίσα στη δύναμη της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» και στο «λιγότερο κράτος». (Βλέπε για λεπτομέρειες στα αριστουργηματικά κείμενα του Eric Hobsbawm, ιδιαίτερα το Industry and Empire).

Όπως είδαμε στην παράγραφο 1 οι αυξήσεις των πραγματικών μισθών ωθούν στην αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας με επαναστατικοποίηση του τρόπου παραγωγής. Και είναι επίσης η πρόσθετη υπεραξία που σπρώχνει τον ατομικό καπιταλιστή στην αύξηση της παραγωγικότητας: Είναι υποταγμένος στους οικονομικούς νόμους του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

β) Υποτίθεται ότι σε κάθε ιστορική περίοδο, ορισμένοι βιομηχανικοί κλάδοι παίζουν το ρόλο της «ατμομηχανής» της οικονομίας: η ανάπτυξη αυτών των κλάδων είναι αρκετή για να βγάλει την οικονομία από τη στασιμότητα.

Στην πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Αν ο σιδηρόδρομος π.χ. έπαιξε έναν τέτοιο ρόλο στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες χώρες, μπορεί κανείς να συναντήσει και ιστορικές περιόδους όπου η ανάπτυξη των νέων «δυναμικών» κλάδων αδυνατεί από μόνη της να ρυμουλκήσει την οικονομία. Στην Βρετανία και ιδιαίτερα στη Γαλλία του μεσοπολέμου οι μοντέρνες βιομηχανίες υποφέρουν πολύ λιγότερο απ' την κρίση απ' ότι οι κλασικοί βιομηχανικοί κλάδοι, χωρίς όμως ο σχετικός δυναμισμός τους να οδηγεί σε αναδιάρθρωση του παραγωγικού συστήματος και έξοδο από τη στασιμότητα.

γ) Μετά από αυτά είναι κανείς αναγκασμένος να αναρωτηθεί πώς είναι δυνατό η οικονομική πολιτική να βασίζεται πότε στον ένα ή πότε στον άλλο μύθο όταν η ιστορική πείρα και οι ιστορικές αναλύσεις που ήδη υπάρχουν διαψεύδουν με πολύ άνεση τους μύθους αυτούς. Πρέπει να ξεπεράσουμε την αντίληψη του Κράτους - Υποκειμένου που χαράζει την οικονομική πολιτική:

η πολιτική αυτή είναι κάθε φορά το σύμπτωμα του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων.

εκφράζει το συνολικό συμφέρον της αστικής τάξης σαν συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας που επιβάλεται υπό τη μορφή αντικειμενικών - τεχνικών περιορισμών.

είναι αναγκασμένη να ενσωματώνει κάθε φορά τις απαιτηθείς της εργατικής τάξης (στο βαθμό που αυτή είναι ικανή να τις επιβάλει) υπό τον όρο ότι δεν έρχονται σε αντίθεση με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Ο κόσμος της οικονομικής πολιτικής είναι κατά συνέπεια ο κόσμος του μύθου και της ιστορικής αμνησίας. Η θεωρητική χυδαιότητα του νεοφιλελευθερισμού π.χ. δεν οφείλεται στην αγραμματοσύνη του ιδεολογικού υπηρετικού προσωπικού της αστικής τάξης (αν και στην Ελλάδα φαίνεται πως έχουμε και αυτόν τον επιτυχημένο συνδυασμό βλ. Κυπριανίδης, 1983), αλλά στις ανάγκες διατύπωσης μιας οικονομικής πολιτικής που ενώ είναι σύμπτωμα ενός δυσμενούς για την εργατική τάξη συσχετισμού δυνάμεων, θέλει να παρουσιάζει σαν αντικειμενική ανάγκη συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας, το χτύπημα και την εξάλειψη όλων των κατακτήσεων της εργατικής τάξης.

δ) Έχουν πει ότι η εργατική τάξη ενσωματώθηκε στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, ότι οι αυξήσεις των μισθών τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι μία συνειδητή πολιτική του κράτους που έχει σα στόχο να ενσωματώσει την εργατική τάξη, ότι η εργατική τάξη είναι πλέον «μέσα στο κεφάλαιο» (Negri 1967). Τα μεγάλα παραδείγματα ήταν η αμερικάνικη και η γερμανική εργατική τάξη. Αυτό που εμφανίζεται σαν ενσωμάτωση είναι η δυνατότητα του αστικού κράτους να εκφράζει και να εγγυάται τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης και η δυνατότητα των συνδικάτων να συνεργάζονται μ' ένα τέτοιο κράτος. Αλλά η ιστορική πείρα δείχνει ότι δεν πρόκειται για ενσωμάτωση αλλά για ένα ταξικό συμβιβασμό που όπως κάθε. συμβιβασμός είναι πρόσκαιρος μέχρις ότου ανατραπεί ο συσχετισμός δυνάμεων. Όταν η αμερικάνικη εργατική τάξη, στα πρώτα χρόνια της CIO, στα 193738 ξεπέρασε τα όρια που έβαζε η πολιτική του New Deal, όταν βγήκε έξω από την προοπτική της ολοκλήρωσης του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας, ο Roosevelt δε δίστασε να κινήσει τον καταπιεστικό μηχανισμό του κράτους. Και οι γερμανοί εργάτες που τους λέγαν ρεφορμιστές «αυτοί φτιάξαν ένα ολόκληρο κίνημα (35ωρο). Οι δικοί μας επαναστάτες κάνουν μόνο παραστάσεις στους υπουργούς» (με τα λόγια ενός συνδικαλιστή, περιοδικό «Κριτική», Μάρτιος '85).

Το άρθρο αυτό αφορούσε την ολοκλήρωση του συστήματος της σχετικής υπεραξίας. Ολοκλήρωση βέβαια δε σημαίνει τελειότητα: ο καπιταλισμός δεν ξεπέρασε τις κρίσεις του, το κεφάλαιο δεν έμαθε να διαβάζει το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, εξακολουθεί να έχει μια υπεραπλουστευμένη αντίληψη για την καπιταλιστική διαδικασία αναπαραγωγής, και η πιο τέλεια θεωρία του, ο κεϋνσιανισμός, έχει ήδη δείξει τις περιορισμένες δυνατότητες που έχει για να αντιμετωπίζει τις καπιταλιστικές κρίσεις.

Ένα επόμενο άρθρο θα αναφέρεται στην κρίση του καπιταλισμού, κρίση της σχετικής υπεραξίας, που έχει σήμερα πια μπει στη δεύτερη δεκαετία της.

Όπως και στο προηγούμενο άρθρο τα στοιχεία που αναφέρονται εδώ είναι μόνο ενδεικτικά και ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται για περισσότερα θα πρέπει να καταφύγει στη βιβλιογραφία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Boyer R. 1983, «L'introduction du Taylorisme en France a la lumiere de recherches recentes» CEPREMAP, τεύχος 8313. Brunhoff S. de, 1976, «Etat et Capital» PUG Maspero. Busch K. 1983, «H συζήτηση για την παγκόσμια αγορά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας» θέσεις 5.

Deane P. και Cole W.A. 1969, British Economic Growth 16881959» Cambridge University Press.

Dumenil G. 1978, «Le concept de loi economique dans le Capital» Maspero. Einaudi D. 1961, «Roosevelt et la revolution du New Deal» A. Colin. Engels F. 1983, «The condition of the working class in England» Panther, Granada Publishing.

Faulkner H.U. 1958, «Histoire economique des EtatsUnis d'Amerique» PUF. Fohlen C 1974, «France 19201970». The Fontana Economie History of Europe 6, Pait 1, Collins Fontana Books.

Guerin D. 1977, «Le mouvement ouvrier aux EtatsUnis de 1866 a nos jours» Maspero.

Ιωακείμογλου H. 1983, «Συλλογικός εργάτης ή εργάτης μάζα», θέσεις 3. Κυπριανίδης T., 1983, «Μονεταρισμός και αριστερός νεοφιλευθερισμός» θέσεις 5.

Krout J. και Rice Α, 1977, «Unite! States since 1865» Barnes and Noble Books.

Maignien Y. 1974, «La division du travail manuel et intellectuel». Maspero. Müller W. και Neususs Ch. 1982, «Σχετικά με τη θεωρία του κράτους κοινωνικής πρόνοιας», θέσεις Ι. Μαρξ Κ. 1978, «Το Κεφάλαιο», Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. 1984, «Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής». Εκδόσεις Α Συνέχεια.

Meillusspux C. 1975, «Femmes, Gremiers et Capitaux», Maspero. Nere J. 1968, «La crise de 1929» A. Colin.

Negri A. 1967, «Ο Κέυνς και η καπιταλιστική θεωρία του κράτους το 1929», περιέχεται στο «Νεοκαπιταλισμός και Επαναστατικό κίνημα», Εκδόσεις Κομούνα.

Στογιαννίδου Μ., 1985 «Η καπιταλιστική πόλη και η αξία της εργασιακής δύναμης» θέσεις 11.

Sauvy A. 1972, «Histoire economique de la France entre les deux guerres, Fayard.