ΠΑΣΟΚ: μύθος και ιστορία
των Τάσου Κυπριανίδη και Θανάση Τσεκούρα

1. ΠΑΣΟΚ: η «μεγάλη έκπληξη της μεταπολίτευσης»

Η κατάρρευση της δικτατορίας έκφραζε, ανοιχτά ένα συνολικότερο και γενικότερο πρόβλημα για την καπιταλιστική εξουσία: συμπύκνωνε την κρίση της μετεμφυλιακής μορφής διακυβέρνησης του «κράτους των εθνικοφρόνων».

Η μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία καθορίστηκε λοιπόν, από την αμφισβήτηση από την μεριά των λαϊκών τάξεων της μορφής διακυβέρνησης τους, και για την καπιταλιστική εξουσία από την εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση, υπό την πολιτική διεύθυνση του Κ. Καραμανλή και της Ν.Δ., μεταρρύθμιση που προσδιόριζε τον γενικό της προσανατολισμό, στην προοπτική της σταθεροποίησης του «κράτους δικαίου». Δεν θα επαναλάβουμε πράγμα που, από τις στήλες αυτού του περιοδικού έχουμε επανειλημμένα τονίσει1, θα προσπαθήσουμε όμως να αναδείξουμε κάποιες πλευρές αυτής της διαδικασίας, για να καταλάβουμε καλύτερα την πολιτική τοποθέτηση και τα αποτελέσματα της στάσης και της παρέμβασης του ΠΑΣΟΚ μέσα στη συγκυρία.

Η σταθεροποίηση του «κράτους δικαίου» σημαίνει μια διαρκή και παρατεταμένη πορεία ήττας για το λαϊκό κίνημα, με διπλή κατεύθυνση:

α) Το λαϊκό κίνημα δεν καταφέρνει να αμφισβητήσει τη μορφή διακυβέρνησης που περιγραφικά ονομάσαμε «κράτος δικαίου», να την μεταγράψει, όχι βέβαια σε αμφισβήτηση συνολικά της καπιταλιστικής εξουσίας, αλλά σε ένα σταθερό και με διάρκεια συσχετισμό των δυνάμεων που να επιτρέπει την υπεράσπιση και την διεύρυνση των κατακτήσεων που απόσπασε, την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Ο λαϊκός ριζοσπαστισμός γρήγορα υποτάσσεται και ενσωματώνεται στις πολιτικές και ιδεολογικές σταθερές του «κράτους δικαίου». Το ανοιχτό πρόβλημα που μένει αφορά το «ταμείο εισπράξεως» των πολιτικών αποτελεσμάτων, που φυσικά δημιούργησε η παρέμβαση του.

β) Η συγκυρία σταθεροποίησης του «κράτους δικαίου» συγχρονίζεται και ολοκληρώνει το νόημα της στις μεταλλαγές του αστικού κράτους κατά τη σύγχρονη φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Η εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση της Ν.Δ. εντάσσεται στην αυταρχική κατεύθυνση μετεξέλιξης του «κράτους δικαίου», της κρίσης των παραδοσιακών αρχών του φιλελευθερισμού, της «ιερής» αρχής της διάκρισης των εξουσιών, του σεβασμού στους θεσμούς της λαϊκής αντιπροσώπευσης στο εσωτερικό του κράτους.

Η θεσμοθετημένη από το Σύνταγμα του '75 υποτίμηση του Κοινοβουλίου και η αντίστοιχη ενδυνάμωση της εκτελεστικής εξουσίας, η ενδυνάμωση και η επικρατούσα ιδεολογία της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της Διοίκησης, ο περιορισμός των πολιτικών ελευθεριών και η θέσμιση προληπτικής και έκτακτης νομοθεσίας, η οργανική αδυναμία του κυβερνώντος κόμματος και η ανάδειξη του Κ. Καραμανλή σε ιδιαίτερη «πολιτική δύναμη», σχετικά αυτόνομης από το κόμμα του, όλα μαζί συνδυασμένα δεν αποτελούν πρόσκαιρες και τυχαίες δυσμορφίες, αλλά χαρακτηριστικούς δείκτες που αναδείκνυαν και σταθεροποιούσαν την αυταρχική εκδοχή του «κράτους δικαίου».

Η σύνδεση και η διαπλοκή των δύο παραγόντων, που περιγράψαμε επιγραμματικά, καθορίζει τις κυρίαρχες αντιθέσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η συνολική ταξική πάλη και η άνοδος των λαϊκών αγώνων οδηγούν σε κρίση τις παραδοσιακές μορφές διακυβέρνησης της εξουσίας, και η νέα κρατική μορφή προσπαθεί να απορροφήσει την κρίση με τις αναγκαίες μεταλλαγές.

Η τοποθέτηση του ΠΑΣΟΚ σ' αυτή την συγκυρία είναι η πειστικότερη δικαιολόγηση για την αλματώδη αύξηση της πολιτικής του δύναμης την ίδια περίοδο, αφού κατάφερε να εισπράξει το μεγαλύτερο ποσοστό από το κοινωνικό υπόστρωμα του λαϊκού ριζοσπαστισμού και της ανασύνθεσης της καπιταλιστικής εξουσίας.

Σε μια πρώτη φάση, όταν ο λαϊκός ριζοσπαστισμός λειτουργούσε ακόμη σαν σημαντικός πολιτικός αντίπαλος της εκσυγχρονιστικής μεταρρύθμισης, το ΠΑΣΟΚ δεν δίσταζε να συμπαραταχθεί μαζί του, κατορθώνοντας να υπερκεράσει τις δυνάμεις της παραδοσιακής αριστεράς. Το «Βυθίσατε το Χόρα», παρ' όλο τον παραλογισμό του, κατάφερνε να ηγεμονεύει στον αναπτυγμένο αντιαμερικανισμό των λαϊκών μαζών, καθώς και η καταγγελία του καραμανλικού Συντάγματος σαν πρότυπο «καισαρικής Δημοκρατίας», πάνω στα αναπτυγμένα σε όλους δημοκρατικά αντανακλαστικά. Ταυτόχρονα ο λαϊκός ριζοσπαστισμός τοποθετείται άνετα στο ΠΑΣΟΚ, αφού αυτό νομιμοποιείται απόλυτα στο εσωτερικό της Αριστεράς, σαν κύρια μάλιστα πολιτική συνιστώσα, διατηρώντας πάντα μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της. Oι θεωρητικός και ιδεολογικός εξοπλισμός του, η βασική ανάλυση της| ελληνικής κοινωνίας μοιάζει αρκετά στις αντίστοιχες θέσεις της παραδοσιακής Αριστεράς: ολιγαρχία (κατεστημένο) λαός, στρεβλός και υπανάπτυκτος ελληνικός καπιταλισμός, εξάρτηση, μονοπώλια, κλπ, είναι σχήματα που εύκολα αναγνωρίζονται και γίνονται αποδεκτά στο εσωτερικό της Αριστεράς. Παράλληλα, οι «πρωτότυπες», επεξεργασίες του ΠΑΣΟΚ, οι τριτοκοσμικές αναφορές, η απόσταση από τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η απεμπλοκή του από τις εσωτερικές διαμάχες του κομμουνιστικού κινήματος, η έμφαση στο χαρακτήρα του «κινήματος», ο υπερτονισμός της σημασίας και του ρόλου των αγροτικών μαζών t της υπαίθρου, απελευθερώνουν το ΠΑΣΟΚ από τη βαριά και δυσάρεστη κληρονομιά της Αριστεράς στον τόπο μας και από την χρόνια σκλήρυνση και αναποτελεσματικότητα της πολιτικής της.

Η θεωρητική και στρατηγική τοποθέτηση του ΠΑΣΟΚ, όπως διαμορφώνεται την ίδια περίοδο, προσδιορίζεται περισσότερο από την ανάγκη εκμετάλλευσης των κοινωνικών αντιθέσεων της περιόδου, παρά από μια διαδικασία έγκυρης και επεξεργασμένης επιστημονικά πολιτικής ανάλυσης. Για παράδειγμα η προσκόλληση του ΠΑΣΟΚ και η διαχείριση των θεωριών «μητρόπολης περιφέρειας» είναι, απ' όλες τις πλευρές, διάτρητη σε μια μαρξιστική ανάλυση. Παρ' όλα αυτά εξυπηρετεί με απόλυτη επιτυχία τις συγκυριακές πολιτικές ανάγκες του ΠΑΣΟΚ: κατάφερε να εκφράσει τον αυθόρμητο αντιαμερικανισμό των λαϊκών δυνάμεων, την κρίση του «Ανήκομε στη Δύση», με περισσότερη αξιοπιστία από τις ανάλογες ιδεολογικές μυθεύσεις της παραδοσιακής Αριστεράς, που την ίδια περίοδο ασφυκτιούσαν από την ανοιχτή κρίση των φιλοσοβιετικών (ΚΚΕ), ή φιλοευρωπαϊκών (ΚΚΕεσ.) στρατηγικών. Την ίδια πολιτική λειτουργία εξυπηρετούσαν οι σύστοιχες αναφορές αυτού του μοντέλου στον ιδιαίτερο ρόλο των αγροτικών μαζών για την επαναστατική διαδικασία των χωρών της «περιφέρειας»· σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ σαν «κίνημα», και την άρνηση του ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης, προσέγγιζε με μεγαλύτερη επιτυχία τα αυθόρμητα στοιχεία του αγροτικού ριζοσπαστισμού της περιόδου.

Ο θεωρητικός εκλεχτικισμός του ΠΑΣΟΚ, εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο τις πολιτικές του προτεραιότητες, καταφέρνοντας όμως να αξιοποιεί ταυτόχρονα την αναξιοπιστία, την αγκύλωση και την ανοιχτή κρίση των δυνάμεων της Αριστεράς.

Ο βαθμιαίος εκφυλισμός του λαϊκού ριζοσπαστισμού, συμβαδίζει με την αντίστοιχη ενσωμάτωση του στην πολιτική του ΠΑΣΟΚ, αφήνοντας σαν μοναδικό σχεδόν πολιτικό αποτέλεσμα την κοινοβουλευτική ενδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ μέχρι τις εκλογές του '11.

Η ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ στο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η συντριπτική ήττα των δυνάμεων του Κέντρου, αναδεικνύουν το ΠΑΣΟΚ σταδιακά σε ρεαλιστική εναλλακτική προοπτική κόμματος εξουσίας. Είναι η εποχή που το ΠΑΣΟΚ αφήνει το ρόλο της «έξαλλης» και «ανεύθυνης» αντιπολίτευσης, και προσαρμόζεται ως υπεύθυνος και σοβαρός μελλοντικός διαχειριστής της εξουσίας. Η αυξημένη πολιτική δύναμη που κατέχει πλέον, του δίνει τη δυνατότητα να μεγενθύνει το «κοινωνικό ακροατήριο» του, παρεμβαίνοντας ' καίρια τώρα στις κρίσεις και τις αντιθέσεις της διαδικασίας εμπέδωσης και σταθεροποίησης του αυταρχικού «κράτους δικαίου».

Βέβαια τέτοιες μεταλλαγές δεν εμφανίζονται «ως δια μαγείας». Η αντίθεση του ΠΑΣΟΚ στην αυταρχική εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση, εξελίχτηκε στο έδαφος του πολιτικού κενού των δυνάμεων της Αριστεράς, οι οποίες είτε προσπάθησαν να εμφανιστούν σαν συμπληρωματικές και εξομαλυντικές συνιστώσες της μεταρρύθμισης (περίπτωση ΚΚΕεσ.), είτε ασχολήθηκαν, κατά κύριο λόγο, με την αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας του κομμουνιστικού κινήματος, λύνοντας τις εσωτερικές του αντιπαραθέσεις (περίπτωση ΚΚΕ).

Είναι σημαντικό να τονίσουμε, εδώ, κάποια πράγματα:

Η εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση του Κ. Καραμανλή και της Ν.Δ. δεν επέτρεψε να εγγραφούν στη διαδικασία της, κατακτήσεις από την μεριά των λαϊκών μαζών. Μάλιστα, η πρόσκαιρη παρέμβαση του λαϊκού κινήματος στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, συνάντησε τη γρήγορη αντεπίθεση της καπιταλιστικής εξουσίας, που έχοντας απόλυτα την πρωτοβουλία των κινήσεων αμφισβήτησε και τελικά ακύρωσε τις κατακτήσεις του. Η πορεία του εντεινόμενου αυταρχισμού, με την αντεργατική νομοθεσία, τον εκσυγχρονισμό της καταστολής, την αμφισβήτηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών του κράτους προδιαγράφει την ανατροπή των σχέσεων δύναμης προς όφελος της εξουσίας, δίνοντας έτσι το βαθύτερο νόημα στη διαδικασία μετάβασης στην δημοκρατία. Η μεγάλη πολιτική δύναμη και η ευρύτατη στήριξη που απόσπασε η Ν.Δ. στις εκλογές του '74, ήταν ο αναγκαίος πολιτικός όρος για τον έλεγχο των πρωτοβουλιών από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις. Και η αναδιάταξη δεν αφορά απλά τον τρόπο άσκησης της εξουσίας· θίγει σε μεγάλο βαθμό τις καθιερωμένες την μετεμφυλιακή περίοδο, ισορροπίες, την κοινωνική συμμαχία που στήριξε αποφασιστικά την καπιταλιστική εξουσία. Οι λαϊκές μάζες της υπαίθρου, παραδοσιακό στήριγμα του δεξιού λαϊκισμού όλων των δεξιών κυβερνήσεων, εκφράζουν μεταπολιτευτικά μια έντονη κοινωνική ανασφάλεια, που σίγουρα έχει να κάνει με το γεγονός της σημαντικής τους εκλογικής μετακίνησης στο ΠΑΣΟΚ, από τις εκλογές του '77. Ταυτόχρονα, η μεταρρύθμιση θίγει μια σειρά κρατικούς μηχανισμούς, που παραδοσιακά λειτούργησαν σαν τόποι συμμαχιών και συμβιβασμών με τις λαϊκές τάξεις· είναι η περίπτωση της εκπαίδευσης που έπαψε να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός κοινωνικής ανόδου, για την μικροαστική τάξη της πόλης και της υπαίθρου, το «κλείσιμο» της Διοίκησης, και της κρατικής μηχανής στην εύκολη πρόσβαση των λαϊκών τάξεων, ακόμη και το χτύπημα των πελατειακών σχέσεων του κυβερνώντος κόμματος, που διοχέτευσε στο παρελθόν και αυτό την κοινωνική κινητικότητα βασικών στηριγμάτων της εξουσίας.

Η σταθεροποίηση λοιπόν του «κράτους δικαίου», χαρακτηρίζεται από τον αυταρχισμό, τόσο στο πρότυπο της νέας μορφής διακυβέρνησης, όσο και στην αναδιάρθρωση των νέων σχέσεων εξουσίας και λαϊκών τάξεων που καθιέρωσε. Η επιτυχία του καθορίστηκε από τον έλεγχο των πρωτοβουλιών και από την ευρύτατη κοινωνική στήριξη, που απόσπασε την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, αλλά παράλληλα και από την δυνατότητα να διευρύνει και να αναπαράγει αυτή την κοινωνική στήριξη. Ο αυταρχικός χαρακτήρας της μεταρρύθμισης, η κοινωνική ρευστότητα και αναδιάταξη που προκάλεσε, βαθμιαία δυσκόλευαν αυτή την δυνατότητα. Στην πορεία του, η αποδυνάμωση παραδοσιακών στηριγμάτων και κοινωνικών συμμαχιών, η σύγκρουση με συντεχνιακά συμφέροντα, η αδυναμία της δομής και του πολιτικού προσωπικού του κυβερνώντος κόμματος, οδήγησαν στα πρώτα σημεία κρίσης της εκσυγχρονιστικής πολιτικής. Η ένταση των κοινωνικών αντιθέσεων συνδέθηκε με τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, μετά το '79, οδηγώντας στην αποδυνάμωση της μαζικής κοινωνικής βάσης της Ν.Δ. και στην ουσιαστική ανακοπή της μεταρρυθμιστικής πολιτικής.

Η πολιτική τοποθέτηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη συγκυρία του αυταρχισμού και της κρίσης, οδηγεί στην ανάδειξη του σε κυβερνών κόμμα στις εκλογές το '81, αφού κατάφερε να συνασπίσει το σύνολο σχεδόν της κοινωνικής δυσαρέσκειας που γέννησε ο αυταρχισμός, δημιουργώντας παράλληλα και την ίδια του την πολιτική φυσιογνωμία. Το ΠΑΣΟΚ αντιπολιτεύτηκε με ειλικρίνεια την αυταρχική εκδοχή του «κράτους δικαίου», χωρίς ποτέ να αμφισβητεί τις βαθύτερες και ουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις, που συμπυκνώνονται σ' αυτή τη μορφή κράτους· «πλησίασε» την κοινωνική δυσαρέσκεια, χωρίς να υπερβαίνει τα όρια και τις σταθερές της αντίστασης της. Σ' αυτή την πορεία ανακάλυπτε και το ίδιο τον πολιτικό του ρόλο και τη στρατηγική του. Η πρόταση του, στις λαϊκές μάζες που συσπείρωνε, δεν μπορούσε να είναι απλά η υποταγή του στον συντεχνιασμό και την αυθόρμητη κοινωνική δυσαρέσκεια, γιατί τότε η συμπόρευση αναγκαστικά θα γινόταν πρόσκαιρη. Το «κοινωνικό συμβόλαιο» που υπέγραψε στηριζόταν στην προοπτική της δημοκρατικής εκδοχής του «κράτους δικαίου». Αν ο κρατικός αυταρχισμός της μεταπολίτευσης, έδινε πειστικότητα στο σύνθημα «Ποτέ πια δεξιά» και δημιούργησε την τεράστια αντιδεξιά συσπείρωση υπό την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ, σίγουρα αυτό δεν οφείλετο στα ανεξάντλητα αποθέματα μνήμης του ελληνικού λαού, όσο στην διαμόρφωση από το ΠΑΣΟΚ μιας ρεαλιστικής στρατηγικής εξουσίας, που τοποθετείτο πολιτικά και διαμορφωνόταν σταδιακά στη συγκυρία και τις αντιθέσεις της, σαν «συνέχεια» του «κράτους δικαίου», αλλά σε «τομή» με την αυταρχική εκδοχή του.

Η κρίση της πολιτικής της Ν.Δ. αναδείκνυε ταυτόχρονα το ΠΑΣΟΚ σε «πρόταση» και πιθανή προοπτική και στους κόλπους της αστικής τάξης, αφού φαινόταν να απαντά στο ερώτημα της ανανέωσης της κοινωνικής βάσης στήριξης της εξουσίας, μετά την συρρίκνωση και την αναταραχή που προκαλούσε η προηγούμενη πολιτική. Το στοίχημα της ουσιαστικής ανανέωσης της ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων, αποτέλεσε το βασικό ατού, που κατέγραψε το ΠΑΣΟΚ σαν πιθανό και εναλλακτικό κόμμα της εξουσίας. Η ανάδειξη του σε κίνημα - συνασπισμό με ευρύτατη λαϊκή αποδοχή και υποστήριξη, αντί να συναντά την υστερική άρνηση των κυρίαρχων τάξεων, δημιουργεί τους όρους της αποδοχής του, από τη μεριά τους.

Το «φαινόμενο ΠΑΣΟΚ», είναι λοιπόν στον μεγαλύτερο βαθμό, αποτέλεσμα και προϊόν της περιόδου της μεταπολίτευσης· η επιτυχία του στηρίζεται στην ικανότητα του να αντιληφθεί τις κυρίαρχες κοινωνικές αντιφάσεις της περιόδου, και να παρέμβει πρωταγωνιστικά, εκμαιεύοντας εκεί την πολιτική του δύναμη. Κατάφερε να συνασπίσει, χωρίς μεγάλους κλυδωνισμούς τον λαϊκό ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης, αφού ξεπέρασε τις περισσότερες φορές από τα αριστερά, τις δυνάμεις της παραδοσιακής Αριστεράς. Συνάθροισε όλη την κοινωνική δυσαρέσκεια που προκάλεσε η εδραίωση του αυταρχικού «κράτους δικαίου», διαμορφώνοντας σταδιακά και την δική του ταυτότητα ως διαφορετικό κόμμα εξουσίας, δυνάμει αποδεκτό και στους κόλπους της αστικής τάξης.

Η ανάδειξη του λοιπόν στην κυβέρνηση, δεν αναλύεται με απλοϊκό τρόπο· το ΠΑΣΟΚ δεν αντιπροσωπεύει την «έξυπνη μεταμφίεση» του Κέντρου ή της Κεντροαριστεράς, τη ρεβάνς του '65 αφού πάντα τοποθετήθηκε και νομιμοποιήθηκε στο εσωτερικό της Αριστεράς, χρησιμοποιώντας μια ύστατη περίοδο, και σαν διακόσμηση, δυνάμεις και στελέχη από το παραδοσιακό Κέντρο. Μάλιστα κατάφερε το δύσκολο εγχείρημα, να αναγνωρίζεται σαν πιθανή και χειροπιαστή προοπτική εξουσίας, χωρίς να βαρύνει πάνω του, το στίγμα και η φθορά του παλιού πολιτικού κόσμου και του πολιτικού προσωπικού του.

Ανήλθε στην εξουσία, όχι στα πλαίσια ενός «στημένου» δικομματικό παιχνιδιού, αλλά διαμορφώνοντας τη φυσιογνωμία του και την ηγεμονική του πρόταση για την καπιταλιστική εξουσία, μέσα στις κοινωνικές αντιθέσεις και τις κρίσεις της μεταπολίτευσης.

Τελικά έγινε κυβερνητικό κόμμα, όχι χάριν στους ιδιαίτερους δεσμού του με μερίδες της αστικής τάξης, αλλά σαν ιστορική πρόκληση να ανανεώσει την κοινωνική στήριξη της εξουσίας και την ίδια τη μορφή της ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων, πάνω στις λαϊκές τάξεις.

Στα καταγωγικά χαρακτηριστικά λοιπόν του ΠΑΣΟΚ, οφείλουν να αναζητηθούν σημαντικές διαστάσεις της κυβερνητικής πολιτείας του.

2. ΠΑΣΟΚ: «κυβερνών κόμμα» με ιδιαιτερότητες

Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ σαν κυβέρνηση, εντάσσεται στις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας της μεταπολιτευτικής περιόδου, όπως υλοποιούνται στη στρατηγική του «κράτους δικαίου». Και εδώ ας είμαστε λίγο αξιωματικό «η «Αλλαγή» εντάσσεται στο εσωτερικό των στρατηγικών διαχείρισης της εξουσίας, καθόσον ακριβώς το αστικό κράτος δεν είναι παρά η πολιτική συμπύκνωση και το κέντρο άσκησης αυτής της εξουσίας»2.

Οι σημαντικές διαφορές από το παρελθόν, αφορούν την επιχειρούμενη αναδιοργάνωση των σχέσεων εξουσίας λαϊκών τάξεων και την παράλληλη μετάβαση από την μορφή του αυταρχικού κρατισμού, στην μορφή του δημοκρατικού κρατισμού σαν διαφορετικά πρότυπα διακυβέρνησης.

Η αναδιοργάνωση των σχέσεων εξουσίας λαού σαν διαδικασία που επιτρέπει την ενίσχυση της θέσης των λαϊκών τάξεων, δεν μπορεί να νοηθεί σαν απλή κυβερνητική τακτική με μοναδικό σκοπό την, πάση θυσία, διατήρηση στην εξουσία. Τα διαδοχικά «κοινωνικά συμβόλαια» που υπόγραψε το ΠΑΣΟΚ, σαν δεσμευτικά συστατικά του, γίνονται πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της ίδιας της ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων, ή καλύτερα αυτή είναι η επιδίωξη και η κατεύθυνση του ΠΑΣΟΚ: ο μετασχηματισμός της αναγνώρισης και της εκπροσώπησης των λαϊκών μαζών στο ΠΑΣΟΚ, σε ευρύτατη κοινωνική βάση στήριξης της εξουσίας. Σ' αυτό το κύριο αίτημα της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ στην σημερινή συγκυρία ενσωματώνονται όλες οι επί μέρους πλευρές της κυβερνητικής πολιτικής.

Ταυτόχρονα, η πολιτική του ΠΑΣΟΚ διαμορφώνεται σε μια διαφορετική εκδοχή διαχείρισης της εξουσίας που αντανακλά κατ' αρχήν μια συγκεκριμένη πολιτική κοινωνικών συμμαχιών: Επαναπροσδιορισμός της θέσης μερίδων της μικροαστικής τάξης, που υλοποιείται στην ενίσχυση της θέσης τους στους συσχετισμούς των κρατικών μηχανισμών (στήριξη στην μικρή και μεσαία κρατική γραφειοκρατία με χαρακτηριστικές περιπτώσεις το Ενιαίο Μισθολόγιο και την πολιτική αυξήσεων, τα όργανα συμμετοχής, την μεταρρύθμιση στο Πανεπιστήμιο και το χτύπημα των καθηγητών, την μεταρρύθμιση στην υγεία σε σύγκρουση με το παραδοσιακό μεγαλοϊατρικό κατεστημένο κλπ.), Στήριγμα στις λαϊκές τάξεις της υπαίθρου με ευνοϊκή πολιτική τιμών, χρηματοδοτήσεων και κοινωνικών παροχών, σε αντιπαράθεση με κατηγορίες πλούσιων εμπόρων και αγροτών. Ευδιάκριτες τομές στο εσωτερικό της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης, που περιλαμβάνουν μια ευνοϊκότερη μεταχείριση της μικρής παραγωγής, της βιοτεχνίας, με την ενίσχυση του ρόλου του ΕΟΜΜΕΧ, την παροχή δανείων, την επιτροπή συνεργασίας Τραπεζών Βιοτεχνών, τις κρατικές προμήθειες, κλπ. Μια νέα πολιτική κοινωνικής εξειρήνευσης στο εργοστάσιο.

Η ανανέωση λοιπόν της μαζικής κοινωνικής βάσης της εξουσίας, που επιχειρεί το ΠΑΣΟΚ, στην ουσία αναδιαρθρώνει τον κοινωνικό κορμό, τις τάξεις στηρίγματα της εξουσίας, τους παραδοσιακούς συνεκτικούς ιστούς και τις εσωτερικές σχέσεις της κοινωνικής συμμαχίας που στερεώνει την ταξική εξουσία.

Γιατί είναι φυσικό, ότι η πορεία ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, η ένταξη στην ΕΟΚ, η αυταρχική εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση της Ν.Δ. η παρατεταμένη καπιταλιστική κρίση να απαιτούν την αντικατάσταση παλιότερων ισορροπιών και την καθιέρωση καινούργιων.

Σ' αυτή τη στρατηγική εντάσσεται και η διαχείριση, από το ΠΑΣΟΚ, της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης, σαν πολιτική που συναρθρώνει και προσπαθεί να συνοδηγήσει μια διαδικασία ενίσχυσης της θέσης των λαϊκών τάξεων με μια συγκεκριμένη κατεύθυνση διεξόδου από την κρίση για την αστική τάξη.

Την τελευταία προεκλογική περίοδο έγινε καθαρή η διατύπωση και η αντίθεση δύο κυρίαρχων στρατηγικών διαχείρισης, που πρέπει να αναλύσουμε περισσότερο. Σ' αυτό δεν βοηθάει, το δίπολο «κεϋνσιανισμός φιλελευθερισμός», αφού οδηγεί απλά σε μια τυπολογία της οικονομικής πολιτικής του κράτους, πάντα πρόθυμη να κριτικάρει την φαινομενικά αντιφατική, κομματιασμένη και συγκεχυμένη πολιτική του κράτους, και πέραν αυτών τίποτε. Η οικονομική κρίση, σαν «αναγκαία» φάση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ενεργοποιεί τους δικούς της μηχανισμούς κίνησης: μπλοκάρισμα της διαδικασίας συσσώρευσης, υποτίμηση και απαξίωση μερίδων του κοινωνικού κεφαλαίου, αναδιάρθρωση, δημιουργία βιομηχανικού εφεδρικού στρατού, συμπίεση μισθών, κλπ. Οποιαδήποτε οικονομική πολιτική του κράτους, όσο άξια και «αν είναι, δεν είναι δυνατόν, να δημιουργήσει είτε να εκμηδενίσει αυτές τις τάσεις· η παρέμβαση της, πάντα, επιδιώκει να επιταχύνει, ή να επιβραδύνει, ήδη εκδηλωμένες τάσεις στο κοινωνικό επίπεδο, δημιουργώντας το συνολικό προσανατολισμό, τη στρατηγική κατεύθυνση που ενοποιεί το συνασπισμό εξουσίας και οργανώνει καλύτερα την κυριαρχία του, στο σύνολο του κοινωνικού σχηματισμού.

Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ, πέρα από συγκυριακές μεταλλαγές, στηρίζεται σε μερικούς βασικούς άξονες, για το ξεπέρασμα της κρίσης:

α) Περιορίζει στο ελάχιστο, τις «εκκαθαριστικές» συνέπειες της κρίσης, με τη μορφή της ανεργίας, της τάσης συμπίεσης των μισθών, κλεισίματος επιχειρήσεων, των διαλυτικών συνεπειών της κρίσης για την μικροαστική τάξη, κλπ. Διατηρεί έτσι τους όρους μιας κοινωνικής συμμαχίας διεξόδου από την κρίση, που εξασφαλίζει την «κοινωνική γαλήνη», ενώ ενσωματώνει ταυτόχρονα, οποιαδήποτε κίνηση των λαϊκών δυνάμεων, στην προοπτική της ανάπτυξης της «εθνικής οικονομίας», στην ανάγκη ανόδου της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας, της διεθνούς θέσης του ελληνικού καπιταλισμού. Ακόμη περισσότερο προσπαθεί να εντάξει άμεσα αιτήματα, στόχους, την όποια δυναμική του εργατικού κινήματος, στην κατεύθυνση ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα μόνιμο «κοινωνικό συμβόλαιο» μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σοσιαλδημοκρατικού τύπου, διατηρώντας όσο γίνεται την αλυσίδα μισθών παραγωγικότητας, με την αναγκαία πολιτική της επένδυση (αναγνώριση συνδικαλισμού, προστασία του εισοδήματος των εργαζομένων, θεσμοί συμμετοχής, κλπ.).

Σ' αυτό το σημείο βρίσκεται και η πραγματική διαφορά με τη στρατηγική διαχείριση της Ν.Δ., που εμφαντικά χαρακτηρίζεται από την πριμοδότηση και ενίσχυση των «αυθόρμητων» διαδικασιών του καπιταλισμού για το ξεπέρασμα της κρίσης και όχι βέβαια σε ψευδώνυμες αντιφάσεις του τύπου «παρεμβατισμός ή ελευθερία της αγοράς», κλπ.

β) Η στρατηγική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ, διαθέτει και μια δεύτερη πλευρά, που επιδιώκει να προσανατολίσει και να ενοποιήσει τις κυρίαρχες τάξεις, προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση εξόδου από την κρίση. Παρεμβαίνοντας περιοριστικά σ' εκείνες τις τάσεις των κεφαλαιοκρατών για αύξηση της εκμετάλλευσης μέσα από την ενίσχυση της εργοστασιακής πειθαρχίας, την τρομοκρατία, την καθήλωση των μισθών, τις απολύσεις, την κερδοσκοπία του χρήματος, το παραεμπόριο, κλπ., πριμοδοτεί ταυτόχρονα μια διαφορετική κατεύθυνση για το κεφάλαιο, που στηρίζεται κατά κύριο λόγο, στην αύξηση της σχετικής υπεραξίας, μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, στην στροφή σε νέους, δυναμικά αναπτυσσόμενους, κλάδους της παραγωγής (πολεμική βιομηχανία), έτσι ώστε η έξοδος από την κρίση να διευρύνει τις κατακτήσεις του ελληνικού καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

3. Και πάλι για το κράτος; Μια λανθασμένη πρόβλεψη

Η αναδιοργάνωση των σχέσεων εξουσίας λαϊκών τάξεων εγγράφει τα πολιτικά της αποτελέσματα και στο επίπεδο της κρατικής εξουσίας και των μηχανισμών της, επικυρώνοντας τη μετάβαση από τον αυταρχικό κρατισμό, στο δημοκρατικό κρατισμό.

Η ουσιαστική αυτή πλευρά της συγκυρίας επαναφέρει στο προσκήνιο την κρίση της θεωρίας της Αριστεράς για το κράτος, με έναν πρωτότυπο τρόπο: ανατρέποντας την πρόβλεψη, ότι κυρίως στην συγκυρία της καπιταλιστικής κρίσης μοιραία συρρικνώνεται η κοινωνική στήριξη της εξουσίας, ενώ ταυτόχρονα εντείνονται τα αυταρχικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών σχέσεων στις οποίες υλοποιείται.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο εσωτερικό αυτής της κρίσης, παρουσιάζουν οι απόψεις κάποιων ρευμάτων του ευρωκομμουνισμού, κυρίως όσων εκφράζονται στο ύστερο έργο του Ν. Πουλαντζά, γιατί συμπυκνώνουν τα αδιέξοδα της θεωρίας για το Κράτος στην καπιταλιστική κρίση ευρύτερων δυνάμεων της Αριστεράς. Πιστεύουμε ότι η βασική θέση, για τη σημερινή φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, συνοψίζεται αρκετά καλά στην ανάλυση που επιχειρεί για την «Κρίση του κράτους», και ειδικότερα όταν εξετάζει τον νέο ρόλο του κράτους και τις αναπροσαρμογές του:

«Πάντως οι σημερινές «οικονομικές» λειτουργίες του κράτους..., λειτουργίες όλες που εντείνονται μέσα στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης, δρουν μαζικά περισσότερο από ποτέ άλλοτε προς όφελoς των στενά «οικονομικό κλαδικών» συμφερόντων ορισμένων μερίδων του κεφαλαίου εις βάρος άλλων. Η άμεση αυτή εισχώρηση του κράτους που εξελίσσεται σαν χιονοστιβάδα μέσα στις οικονομικές ρωγμές του συνασπισμού εξουσίας και έτσι γίνεται η ίδια άμεσος παράγοντας πολιτικής κρίσης, θέτοντας συνεχώς υπό αίρεση τον οργανωτικό ρόλο του κράτους στην εδραίωση του γενικού πολιτικού συμφέροντος του συνασπισμού εξουσίας»3.

Μια σχετικά πιο ευδιάκριτη, προέκταση του προηγούμενου συλλογισμού, είναι η ακόλουθη:

«Η ιδιαίτερα στενή σχέση μεταξύ του κράτους και της ηγεμονικής μερίδας της αστικής τάξης, του μονοπωλιακού κεφαλαίου, στη σημερινή φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού... Αν και η εικόνα μιας «συγχώνευσης» του σύγχρονου κράτους και των μονοπωλίων είναι σίγουρα ανακριβής και απλοϊκή, γιατί παραβλέπει τη σχετική αυτονομία που και το σύγχρονο κράτος συχνά διατηρεί απέναντι στις μερίδες του μονοπωλιακού κεφαλαίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συγκροτείται μια ιδιαίτερα στενή σχέση κρατικών μηχανισμών μονοπωλίων, σχέση ζωτικής σημασίας για τα μονοπώλια»4.

Η σημασία της προηγούμενης τοποθέτησης, έγκειται περισσότερο στα πολιτικά της αποτελέσματα: στην εγγύτητα της με τις παραδοσιακές αναλύσεις των θεωρητικών του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού για την στενή συμμαχία κράτους και μονοπωλιακού κεφαλαίου από την μια, και την αντίστοιχη στρατηγική της πλατειάς δημοκρατικής συμμαχίας για την αντιμετώπιση του κρατικού αυταρχισμού και τον εκδημοκρατισμό του κράτους από την άλλη5.

Η προηγούμενη θεωηρητική και πολιτική ανάλυση, πιστεύουμε ότι μπαίνει σε κρίση και καταρρέει από την πολιτική του ΠΑΣΟΚ, αφήνοντας δύο πολύ συγκεκριμένες κατευθύνσεις για τους φορείς της: μια πραγματιστική και ρεαλιστική πολιτική υποστήριξης στο ΠΑΣΟΚ6, ως δύναμης που με αυξημένη πολιτική δύναμη ανακόπτει την εδραίωση του κρατικού αυταρχισμού στην ελληνική κοινωνία, προωθώντας μια εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης, η οποία όμως παρ' ότι προωθεί τον εκδημοκρατισμό του κράτους, δεν εγκαινιάζει καμιά διαδικασία μετάβασης στον σοσιαλισμό. Και μια άλλη με βασικό «προσόν» την απόλυτη τύφλωση μπροστά στην πραγματικότητα, που βλέπει στο ΠΑΣΟΚ την πολιτική δύναμη που προωθεί τον κρατικό αυταρχισμό, αναζητώντας μέτωπα και συμμαχίες ακόμη και στον χώρο της Δεξιάς για την προάσπιση της δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών7.

Όπως έχουμε δείξει προηγούμενα, ολόκληρη η πολιτική ιστορία του ΠΑΣΟΚ, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για να ευδοκιμήσουν κριτικές που του απευθύνονται απ' αυτή τη σκοπιά· ήρθε στην εξουσία, για να λύσει προβλήματα που γεννούσε η προηγούμενη στρατηγική, στην οποία είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τυπολογικά χαρακτηριστικά του κρατικού αυταρχισμού. Ταυτόχρονα, η δύναμη που το στηρίζει στην εξουσία δεν είναι η καταστολή και η αμφισβήτηση των λαϊκών δυνάμεων, αλλά αντίθετα, η κυριαρχία που προτείνει αντιστοιχεί σε μια αναδιάταξη των κοινωνικών συμμαχιών που στηρίζεται στην «ενσωμάτωση» των λαϊκών δυνάμεων μέσα από την ενίσχυση των θέσεων τους, στα πλαίσια πάντα του συστήματος. Και το σύνολο αυτής της ηγεμονικής αναδιοργάνωσης εγγράφεται τελικά στη δημοκρατική εκδοχή του «κράτους δικαίου». Σίγουρα η μεταρρύθμιση του ΠΑΣΟΚ δεν ανατρέπει τις κοινωνικές σχέσεις που συμπυκνώνονται στο κράτος, εγκαινιάζει όμως τομές δημοκρατικού χαρακτήρα, που εγγράφονται συνολικά σαν καινούργια μορφή διακυβέρνησης.

Παρόμοιες ανακατατάξεις υπάρχουν και στον χώρο της κυρίαρχης ιδεολογίας· η διεύρυνση και ο εμπλουτισμός της, με παραδοσιακά αριστερά ιδεολογικά στοιχεία, η κοινότυπη πλέον χρήση του «σοσιαλισμού», της «λαϊκής συμμετοχής», της «κοινωνικής δικαιοσύνης», σίγουρα μακροπρόθεσμα οδηγεί στον απόλυτο ευνουχισμό και στην ακύρωση κάθε ανατρεπτικού νοήματος που περιέχουν.

Βέβαια, είναι πολύ εύκολο να απομόνωσες μερικά χαρακτηριστικά αυτής της πραγματικότητας και να τελειώνεις γρήγορα με τα σημαντικά προβλήματα που θέτει: το ΠΑΣΟΚ γέννημα - θρέμμα του παραδοσιακού λαϊκισμού της ελληνικής κοινωνίας, στο «σύντομο διάλειμμα» της κυβερνητικής πολιτείας του, το πολύ πολύ να ντύνει και την εξουσία με το λαϊκιστικό του επίχρισμα, έτσι χωρίς στρατηγική και πολιτική, με μόνο σκοπό του τη διατήρηση στην εξουσία, ίσως και σαν κρυφοβοναπαρτισμός, με καθαρά ανατολίτικες μεθόδους και ανελέητα «γιουρούσια στο εποικοδόμημα»8. Και βέβαια, η αστική τάξη, τα βλέπει όλα αυτά αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τα ανατρέψει, αφού βλέπει το βασίλειο της κατειλημμένο από έναν βάρβαρο «μισθοφορικό στρατό ή πολεμικό λαό Σελτζούκων». Και όλα αυτά, όχι σε μια μακρινή και εξωτική αποικία, που οι κοινωνικές σχέσεις μπορεί να αναδεικνύουν τέτοια φαινόμενα, αλλά μέσα στην Ευρώπη στο κέντρο του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Και είναι σημαντικό να τονίσει κανείς την βαρύτητα της διαφοροποίησης του ΠΑΣΟΚ, όταν στην παγκόσμια αγορά οι πιέσεις για εναρμόνιση και ομογενοποίηση των κρατικών πολιτικών είναι σχεδόν εξαναγκαστικές είτε με ρητορική μορφή (διάσκεψη των «7» στη Βόννη), είτε με υλική αποφασιστική μορφή (δανειοδότηση από το ΔΝΤ, αποφάσεις των οργάνων της ΕΟΚ, διακυμάνσεις συναλλαγματικών ισοτιμιών, κλπ.) Δεν θα ήταν φυσικό, μπροστά σ' αυτή την κατάσταση να διακρίναμε άλλα σημάδια στον ορίζοντα, που θα κατέληγαν στη βαθμιαία αποδυνάμωση και τελικά στην αναγκαστική ή μη, απομάκρυνση του ΠΑΣΟΚ από την εξουσία; Σε πλήρη και ανοικτή πολιτική κρίση, σε άρση κάθε μορφής αντιπροσώπευσης προς το ΠΑΣΟΚ και την πολιτική του, στο ξύπνημα από τον «τετράχρονο εφιάλτη», που μας λέει και η κ. Βλάχου; Και όμως οι «πονηρίες ιης ιστορίας», για τις οποίες μας προειδοποιούσε ο Έγελος, φαίνεται ότι δεν έχουν τελειωμό.

4. Εκλογές: «θέλω Αλλαγή, ψηφίζω ΠΑΣΟΚ»

Είναι πλέον κοινός τόπος, να ισχυρισθεί κανείς ότι η Αριστερά (ΚΚΕ, ΚΚΕεσ.) κατέβηκε στον εκλογικό στίβο της 2ας Ιουνίου, χωρίς κανένα ουσιαστικό πλεονέκτημα στα χέρια, και μάλιστα με ιδιαίτερα αρνητική την συνολική συγκυρία, κυρίως μετά τις τελευταίες πολιτικές πρωτοβουλίες του ΠΑΣΟΚ για την αναθεώρηση του Συντάγματος και την υπερψήφιση του Χ. Σαρτζετάκη. Όμως δεν είναι καθόλου προφανές ότι ο παροπλισμός της Αριστεράς έχει μακροχρόνια ιστορία και εμφανίζεται εκρηκτικά με την αναδιάταξη της πολιτικής σκηνής, μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1981.

Η κυρίαρχη αντίθεση που αναδεικνύεται, αρκετά πριν από τις εκλογές του '81, αλλά εμπεδώνεται περισσότερο την περίοδο της κυβερνητικής πολιτείας του ΠΑΣΟΚ, αντιπαραθέτει στην πολιτική σκηνή τις δυνάμεις της «Απαλλαγής» από την μια, και τις δυνάμεις της «Αλλαγής», την «ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων» από την άλλη, που είτε συντελείται στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, είτε τις περισσότερες φορές σε ευρύτερη κλίμακα αλλά κάτω από την αναμφισβήτητη κυριαρχία του.

Οι δυνάμεις της παραδοσιακής Αριστεράς, είτε επειδή δεν θέλουν να κάνουν αλλιώς είτε επειδή δεν μπορούν, αφού ο θεωρητικός και ιδεολογικός τους εξοπλισμός, η ιστορική τους διαμόρφωση, η πολιτική τους αντίληψη και πρακτική οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτή την κατεύθυνση, καθορίζουν μόνιμα τη θέση τους στο εσωτερικό των «δημοκρατικών δυνάμεων», του «μπλοκ της Αλλαγής», έχοντας αντικειμενικά αποδεχθεί εκ των προτέρων την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ, σαν κυβερνητική έκφραση της υπαρκτής Αλλαγής. Αυτή η διαμορφωμένη πραγματικότητα άπειρες φορές επαληθεύθηκε την προηγούμενη τετραετία, ώστε δεν υπάρχει ανάγκη να επιμείνουμε. Η μοναδική πολιτική στόχευση της Αριστεράς εξαντλείται στην καλυτέρευση της θέσης της στο εσωτερικό του «μπλοκ της Αλλαγής»: είτε με τον στόχο της «αλλαγής του συσχετισμού των δυνάμεων της αλλαγής» (ΚΚΕεσ.), είτε με την επίκληση της «πραγματικής Αλλαγής» κατεύθυνση είναι η απλή· η εκμετάλλευση των αριστερών κενών που είναι μοιραίο να αφήνει η προβλεπόμενη με σιγουριά δεξιόστροφη πορεία της «Αλλαγής». Η κριτική λοιπόν προς το ΠΑΣΟΚ ήταν μοιραίο, να περιορίζεται σε στενά και ασφυκτικά όρια αφού τις περισσότερες φορές την ανάγκασε να λειτουργεί σαν η «φωνή της συνείδησης» του ΠΑΣΟΚ, σαν το πραγματικό ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΠΑΣΟΚ του «συμβιβασμού» και των «συναινετικών παιχνιδιών» (νεκρανασταίνοντας τώρα τελευταία και την διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη), αναζητώντας ταυτόχρονα την ιδιαιτερότητα της στην ιστορία (εμείς οι κομμουνιστές αγωνιστήκαμε για να πέσει η Δεξιά, γεμίζαμε τα ξερονήσια, κλπ.).

Αυτή η αμυντική στάση που υιοθέτησε η Αριστερά, άμβλυνε τις δυνατότητες σύνδεσης με οποιαδήποτε έκφραση υπαρκτού λαϊκού ριζοσπαστισμού. Ταυτόχρονα την κατέστησε ανενεργή και αδύναμη απέναντι στις επιθετικές πρωτοβουλίες του ΠΑΣΟΚ, όπως τελευταία για την Προεδρία της Δημοκρατίας και την αναθεώρηση του Συντάγματος, με τις οποίες απόδειξε για μια ακόμη φορά ότι εύκολα υπερκαλύπτει τα οποιαδήποτε κενά στα αριστερά του, ανακτά τον πλήρη έλεγγο του συνόλου των πολιτικών πρωτοβουλιών και αναδύεται σε έναν απόλυτα πειστικό αγώνα για την προάσπιση της «Αλλαγής», τόσο απέναντι στην δεξιά αντεπίθεση, όσο και απέναντι στον «μηδενισμό» της Αριστεράς.t

Έτσι λοιπόν η πολιτική της Αριστεράς, την προεκλογική περίοδο, αφού υποτίμησε απόλυτα την εκ των πραγμάτων κυρίαρχη αντίθεση ΠΑΣΟΚ και Δεξιάς, ανακάλυψε ένα τερραίν φανταστικών ή ευδιάκριτα δευτερευουσών αντιθέσεων της συγκυρίας για να τοποθετηθεί: για το ΚΚΕ το κύριο δίλημμα ήταν ανάμεσα στη δεξιά και τη δεξιά πολιτική από τη μια, και την «Αλλαγή» από την άλλη, την οποία υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε το ίδιο, εμπλουτισμένο με αόριστες δυνάμεις «ριζοσπαστών σοσιαλιστών», «πατριωτών δημοκρατών» και ανένταχτων αριστερών.

Για το ΚΚΕεσ. ο τραγέλαφος ήταν σαφώς πιο πλούσιος: για κάποιες δυνάμεις του ΚΚΕεσ. ο κύριος αντίπαλος προσδιοριζόταν ρητά στον «ολοκληρωτισμό» του ΠΑΣΟΚ, με αναζήτηση συμμαχιών, ακόμη και «με το διάβολο», δηλ. δυνάμεων από την ιστορική δεξιά, ενώ για κάποιες άλλες τάσεις επαρκούσε το παραδοσιακό οπλοστάσιο της κριτικής του ηγεμονισμού,, της αλαζονείας και της αυτοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ.

Η πολιτική των δυνάμεων της παραδοσιακής Αριστεράς στηρίχτηκε λοιπόν στην καλύτερη περίπτωση σε μια φανταστική υποκατάσταση της πραγματικής συγκυρίας, από κάποια συγκεχυμένα και αντιφατικά σχήματα. Επειδή ήταν δύσκολη μια πλήρης ταύτιση του ΠΑΣΟΚ και της Δεξιάς, μια και ακύρωνε αυτομάτως και την τετραετή, κριτική η άκριτη συσπείρωση στο «μπλοκ της Αλλαγής», εξαφανίστηκε ταχυδακτυλουργικά το ίδιο το αντικείμενο των εκλογών το ζητούμενο των εκλογών δεν ήταν ο τρόπος διαχείρισης της κρατικής εξουσίας, μια και αυτό θεωρείτο λυμένο, προς όφελος μάλιστα της «Αλλαγής». Εκείνο που κύρια ενδιέφερε και θα μάθαινε κανείς το βράδυ της Κυριακής ήταν οι εσωτερικές σχέσεις δύναμης, η ποσοστιαία αναλογία κάθε συνιστώσας, μέσα στο εκ των προτέρων νικηφόρο μπλοκ της «Αλλαγής».

Η προεκλογική περίοδος, βέβαια, απλά μεγένθυνε τις δεδομένες αδυναμίες της Αριστεράς, και κατέδειξε την πολιτική της περιθωριοποίηση. Γιατί είναι πολύ δύσκολο να καταγγέλλεις την «δεξιά πολιτική», την ίδια στιγμή που η Δεξιά στρέφει το μέγιστο δυναμικό της απέναντι στον ίδιο στόχο. Πολύ περισσότερο όταν η πολιτική ύπαρξη της Αριστεράς, όλη την προηγούμενη περίοδο, στοιχήθηκε συμπληρωματικά στην πορεία της «Αλλαγής».

Ας επιχειρήσουμε τώρα, να αποκρυπτογραφήσουμε την πραγματική διάταξη μάχης των πολιτικών δυνάμεων στη συγκυρία και τα ζητήματα που θα έπαιρναν, πρόσκαιρη ή οριστική απάντηση στο κομβικό σημείο των εκλογών, καθώς και τον τρόπο που κατέγραφαν τις υπαρκτές κοινωνικές διεργασίες και συγκρούσεις.

α) Η σύγκρουση των «δύο κόσμων»
Το αποφασιστικό σημείο της σύγκρουσης των τελευταίων εκλογών αφορούσε την προσπάθεια της αλλαγής του ΠΑΣΟΚ, στην αποφασιστική αντιπαράθεση με την Δεξιά, να σταθεροποιήσει τη θέση της στην εξουσία διατηρώντας τη μαζική κοινωνική της βάση. Στην πραγματικότητα να σταθεροποιήσει τη στρατηγική διαχείρισης της εξουσίας που επιτρέπει την αναγνώριση και την ανάκτηση θέσεων από τις λαϊκές τάξεις, και σε αναφορά με τη δημοκρατική εκδοχή του «κράτους δικαίου». Σ' αυτό το σημείο εστιάζεται η πραγματική σύγκρουση με την Ν.Δ., καθόσον αυτή επιδιώκει να ανατρέψει την κυρίαρχη σήμερα μορφή διαχείρισης της εξουσίας και το «κοινωνικό συμβόλαιο» που τη στηρίζει πριμοδοτώντας τελικά μια επιθετική στρατηγική ενάντια στις λαϊκές τάξεις. Σ' αυτό το σημείο, αποκτά πραγματική διάσταση το δίλημμα ΠΑΣΟΚ ή Δεξιά, ενδιαφέρει σαφώς τις λαϊκές δυνάμεις και τους πολιτικούς εκφραστές τους, παρότι φυσικά δεν επρόκειτο για τη σύγκρουση ανάμεσα στην καπιταλιστική εξουσία απ'τη μια και τη σοσιαλιστική αλλαγή απ' την άλλη.

Η πολιτική λοιπόν του ΠΑΣΟΚ είναι σαφής και αποτελεσματική, αφού την αντίθεση δύο στρατηγικών διαχείρισης του αστικού κράτους, καταφέρνει να τη μεταθέσει στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής στη φανταστική αντίθεση των «δύο κόσμων», συσπειρώνοντας ευρύτερες δημοκρατικές δυνάμεις στο πλευρό του. Εδώ φαίνεται ακόμη καλύτερα η αναποτελεσματικότητα της πολιτικής της Αριστεράς: η πολιτική στρατηγική της είναι συνώνυμη με το «μπλοκ της Αλλαγής», με τη συμπαράταξη των δημοκρατικών δυνάμεων, με το «Ποτέ πια δεξιά» που ήταν το κεντρικό σύνθημα των μακρόχρονων αγώνων της Αριστεράς στον τόπο μας. Γι αυτό η Αριστερά δεν είναι δεσμευμένη από τους αιφνιδιασμούς και τους «ανήθικους» ελιγμούς του Α. Παπανδρέου, αλλά από την ίδια την πολιτική της ταυτότητα. Η μεγάλη δεξαμενή της λαϊκής υποστήριξης, από την οποία αντλεί σήμερα το ΠΑΣΟΚ, είναι γεμάτη από τους αγώνες, τους πόθους και τις ήττες του λαϊκού κινήματος στον τόπο μας. Η δημοκρατική ευαισθησία του λαού, ίσως το καλύτερο απότοκο του εμφυλίου πολέμου, και του «κράτους των εθνικοφρόνων», αντί να εκπαιδευτεί από την σοσιαλιστική ιδεολογία και πολιτική, εισπράττεται σήμερα από τις πρόθυμες ψηφοδόχους του ΠΑΣΟΚ και του Α. Παπανδρέου, όπως απέδειξαν και τα τελικά αποτελέσματα της εκλογικής αναμέτρησης.

β) Η επίθεση της Δεξιάς
Μετά τις εκλογές του '81, και αφού πέρασε ένα μεταβατικό διάστημα «απορρόφησης» των συνεπειών της ήττας, άρχισε μια περίοδος ανασύνταξης των δυνάμεων της Δεξιάς και αναζήτησης στρατηγικής για την επανάκτηση της εξουσίας, που κορυφώνεται, με διαλείμματα και καμπές, σε μια ολομέτωπη επίθεση φθοράς και αμφισβήτησης του ΠΑΣΟΚ, ήδη από την περίοδο των Ευρωεκλογών και ύστερα.

Ανεξάρτητα, από τακτικές επιλογές σε ζητήματα τρέχουσας πολιτικής, η επίθεση της Δεξιάς επικεντρώνεται σε τρεις βασικούς άξονες:

1. Παρ' ότι η πόλωση της κεντρικής πολιτικής σκηνής, η σύγκρουση των «δύο κόσμων», μυθοποίησε τη στρατηγική και τους στόχους της Ν.Δ. καταγράφοντας την ως τη συνέχεια της προδικτατορικής Δεξιάς, η Δεξιά συγκεκριμενοποίησε στις εκλογές το πολιτικό της πρόσωπο σε αναφορά με τη συγκυρία και την εμπειρία της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Η στρατηγική της δεν αντλήθηκε κατά κύριο λόγο από το παρελθόν, από το οπλοστάσιο του αντικομουνισμού, και τις ρεβανσιστικές διαθέσεις απέναντι στις δυνάμεις της Αριστεράς. Η μετατόπιση της ήταν σαφής ακόμα και σε σχέση με τη Δεξιά της μεταπολίτευσης και της εκσυγχρονιστικής μεταρρύθμισης. Τα κεντρικά μέτωπα της στρατηγικής της Δεξιάς δομήθηκαν μέσα στις κοινωνικές αντιθέσεις της Πασοκικής διακυβέρνησης, διαμορφώνοντας σ' αυτό το επίπεδο τη στρατηγική της αντιπαλότητα απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Η άνοδος της στην εξουσία θα σήμαινε αμφισβήτηση της δημοκρατικής εκδοχής του Κράτους δικαίου και του Κοινωνικού Συμβολαίου που επιδιώκει να οργανώσει το ΠΑΣΟΚ.

Η αναγόρευση από τη Ν.Δ. της συζήτησης για την οικονομική πολιτική, στο υπ' αριθμόν ένα ζήτημα ξεκαθάρισε περισσότερο την στρατηγική της, σ' αυτό το επίπεδο. Πέρα από τον παραδοσιακό λαϊκισμό προτάσεων που αποσκοπούσαν να δημιουργήσουν ευνοϊκό ακροατήριο στους κόλπους της μικροαστικής τάξης, αμφισβήτησε συνολικά την κοινωνική συμμαχία και την συγκεκριμένη κατεύθυνση διεξόδου από την κρίση του ΠΑΣΟΚ, που περιγράψαμε προηγούμενα. Η δικιά της στρατηγική στηριζόταν στην απαρεμπόδιστη ενεργοποίηση των «εκκαθαριστικών» τάσεων της ίδιας της οικονομικής κρίσης, την ενίσχυση και όχι τον περιορισμό των αυτόματων μηχανισμών του καπιταλισμού, για την υπέρβαση της κρίσης (κλείσιμο προβληματικών, «ελεύθερες ατομικές συμβάσεις εργασίας», μείωση κοινωνικών παροχών και μείωση της φορολογίας, κλπ.), με πρώτο και αναγκαίο στόχο την άμεση και μετωπική επίθεση εναντίον του εργατικού και του υπόλοιπου λαϊκού κινήματος και των κατακτήσεων του. Τελική συνέπεια ία ήταν η ομογενοποίηση και ο εναρμονισμός της κρατικής πολιτικής με τις τάσεις που κυριαρχούν σήμερα στην παγκόσμια αγορά και στην πλειοψηφία των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

2. Η προσπάθεια ήταν να συσπειρωθούν στη Ν.Δ., όχι μόνο τα παραδοσιακά και διατηρημένα ερείσματα της ιστορικής Δεξιάς, αλλά το σύνολο των κοινωνικών δυνάμεων που πραγματικά η φαινομενικά εκφράζει "1 προβαλλόμενη από τη Ν.Δ. διαχείριση της Κρίσης. Η συσπείρωση αυτή, ιέ έντονο κοινωνικό χρώμα, είναι εύκολο να τοπογραφηθεί: παραδοσιακοί κύκλοι της αστικής τάξης που. δεν δέχονται να «πειραματιστούν» με τα ανοίγματα και τις καινούργιες μορφές άσκησης της εξουσίας, που προτείνει το ΠΑΣΟΚ, μια και. την ίδια στιγμή ο λόγος της Ν.Δ. συγκλίνει καθαρά, με τις «άγριες» και αυθόρμητες διαθέσεις του ατομικού κεφαλαιοκράτη για μια επιθετική πολιτική ξεπεράσματος της κρίσης. Μερίδες του κεφαλαίου και της μικροαστικής τάξης, με δραστηριότητα στο χώρο του εμπορίου και της κυκλοφορίας, πραγματικά θιγμένες από την πολιτική του ΠΑΣΟΚ απέναντι τους, που για μια μεγάλη περίοδο αντιπολιτεύονται σταθερά το ΠΑΣΟΚ (Ε.Σ.Ι.Π., διαδηλώσεις «κατσαρόλας», κλπ., όπου έχει ενδιαφέρον η μόνιμη αντίθεση μεταξύ εμπορικών και βιομηχανικών συλλόγων για τα όρια και την διάσταση της αντιπολίτευσης στο ΠΑΣΟΚ). Και συν αυτών, οι παραδοσιακές κορυφές της γραφειοκρατίας και του προσωπικού του κράτους, δυσαρεστημένες από τον «εκπασοκισμό» της Διοίκησης και την αναδιοργάνωση των εσωτερικών σχέσεων των κρατικών μηχανισμών, η πλειοψηφία των μικροαστών της «ιδιωτικής οικονομίας», σαν παραδοσιακά και μόνιμα στηρίγματα του ατομικού κεφαλαιοκράτη κλπ.

Η κοινωνική αυτή συσπείρωση στη Ν.Δ., αξίζει να αναλυθεί περισσότερο μια και αποτελεί ένα σχετικά νέο φαινόμενο, ανανεώνει την παραδοσιακή μαζική κοινωνική βάση της ιστορικής Δεξιάς, που με τον ιδιόμορφο λαϊκισμό της κατάφερνε να δικτυώνεται σε ευρύτατες λαϊκές μάζες, με βασική δύναμη τον κόσμο της υπαίθρου (η λαϊκότητα του Κ. Καραμανλή)9.

3. Σε αυστηρή συσχέτιση με τους προηγούμενους άξονες, εμφανίζεται και η ιδεολογική αναδιαμόρφωση που επεχείρησε η Ν.Δ. με το όραμα του νεοφιλελεύθερου αντικρατισμού («λιγότερο κράτος, περισσότερη ελευθερία»). Ο «αντικρατισμός» της Ν.Δ., εκτός από ιδεολογική επικάλυψη της επιθετικής στρατηγικής της εξουσίας, και στήριγμα της νέας κοινωνικής συσπείρωσης που προωθεί, είχε και μια σαφέστατα πολιτική λειτουργία στην συγκυρία: να αναδείξει την Ν.Δ., σαν πολιτική δύναμη που προασπίζει τις δημοκρατικές και ατομικές ελευθερίες, τις παραδοσιακές αρχές του φιλελευθερισμού, της διάκρισης των εξουσιών, του σεβασμού του Κοινοβουλίου, απέναντι στην «επίθεση» ολοκληρωτισμού και κρατισμού του ΠΑΣΟΚ.

Ευτυχώς όμως σ' αυτή την κατεύθυνση, καραδοκούσε σκληρός πυρήνας διανοουμένων της Αριστεράς, έτοιμος και αποφασισμένος να της «χαλάσει τα σχέδια»: «Αν λοιπόν φθάνουμε σήμερα να διαβάζουμε τα άρθρα της Καθημερινής που στο βαθμό που μιλούν αυστηρά για τα δικαιώματα του πολίτη και την ανάγκη των θεσμών για αντικειμενικότητα, ελάχιστα μπορούμε να τα τροποποιήσουμε, γι' αυτό δεν φταίμε προφανώς εμείς»10.

Αλλά ας μην βιαζόμαστε· ο θίασος των «αντικρατιστών», «αντιολοκληρωτικών», κ.ά. έκτακτα συνεργαζόμενων, θα μας προσφέρει ακόμη περισσότερες εκπλήξεις με εκλεκτές συγκινήσεις και στο μέλλον.

γ) Η αμυντική στάση της Αριστεράς
Η Αριστερά, στις τελευταίες εκλογές, ήταν όπως είπαμε κατά κάποιο τρόπο αναγκασμένη να αντιμάχεται τον ίδιο της τον εαυτό, την ιστορία και το παρελθόν της. Τοποθετήθηκε στη συγκυρία με μοναδικό «όπλο» τη συσσώρευση των πολλαπλών αδιεξόδων της και την εμμονή στη συγκάλυψη τους. Η αφερεγγυότητα και η αναξιοπιστία μιας πολιτικής κριτικής στην Αλλαγή που εστιαζόταν στο κομβικό σημείο του κοινοβουλευτισμού, τις εκλογές και τον εκλογικό νόμο χωρίς καμιά στήριξη στην κοινωνική εμπειρία της ταξικής πάλης όλη την προηγούμενη περίοδο, χωρίς να αναδεικνύει μια άλλη πρόταση και προοπτική στις λαϊκές δυνάμεις, είναι δύσκολο να συγκαλυφθεί με τεχνάσματα.

Έτσι το πολιτικό ακροατήριο της Αριστεράς ήταν αναγκασμένο να παλινωδεί σε ένα πραγματικό κομφούζιο. Ακόμη και ενστικτωδώς διέβλεπε τη ρεαλιστική πιθανότητα της νίκης της Ν.Δ., και τις άμεσες συνέπειες· η νίκη της Αλλαγής του '81 θα αποδεικνυόταν μια μικρή παρένθεση, ιστορική ατυχία, στην επί σειρά ετών διακυβέρνηση της χώρας από τις συντηρητικές δυνάμεις. Συνδυάζοντας αυτή την παραδοχή με την συνταγματική αναταραχή και την αποπομπή του συμβόλου της «εθνικής ομοψυχίας» από την Προεδρία, άνοιγε ο δρόμος για μια μόνιμη και σταθερή πορεία συντηρητικοποίησης ολόκληρου του κοινωνικού ιστού, για μια ευρείας κλίμακας ήττα των λαϊκών δυνάμεων. Γιατί η γενική ψυχολογία της ήττας που θα προέκυπτε από τις εκλογές συνιστούσε το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα στηριζόταν η επίθεση της Δεξιάς, με άμεση συνέπεια την ανατροπή της συγκυρίας εις βάρος των λαϊκών δυνάμεων. Απέναντι σ' αυτό το ζήτημα τι αντιπρότεινε η παραδοσιακή Αριστερά; Τις περισσότερες φορές τίποτα. Λίγες μόνο φορές, παρασυρμένη απ' τον κοινοβουλευ;ικό κρετινισμό που κυριαρχούσε κατά την προεκλογική περίοδο πρότεινε του ΠΑΣΟΚ το χτύπημα της αυτοδυναμίας. Με δεδομένο όμως ότι η πολιτική συγκυρία είχε διαμορφωθεί, έτσι ώστε, η μη αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ να αποτελεί τον πιο ρεαλιστικό στόχο της Ν.Δ., μια παρόμοια πιθανότητα θα αποτελούσε μερική ευόδωση της επίθεσης της Δεξιάς, μια νίκη με χρονική αναστολή, εφαλτήριο και ασφαλές προμήνυμα της τελικής εφόδου, θα εγκαινίαζε μια μεταβατική περίοδο αστάθειας μέχρι την επανάληψη των εκλογών και πιθανότατα την καθαρή εκλογική νίκη της Δεξιάς, ή σαν λιγότερο πιθανή περίπτωση μια νέα εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ με μαζική μεταστροφή ψηφοφόρων από την Αριστερά. Σε μια τέτοια περίπτωση άνοιγε ο δρόμος για την ουσιαστική εμπλοκή της Αριστεράς, είτε σαν ανοικτή στήριξη, είτε σαν κυβερνητική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, σε μια διαδικασία συνδιαχείρισης της εξουσίας και της καπιταλιστικής κρίσης, μέσα σε μια συγκυρία με δύο καταφανή πολιτικά μειονεκτήματα· την παρατεταμένη επίθεση της Δεξιάς και την αδύναμη και μειονεκτική θέση της παραδοσιακής Αριστεράς απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Και σ' αυτή την κατεύθυνση, το Γαλλικό πείραμα, μας προσφέρει ασφαλείς ενδείξεις για να κρίνουμε το μέλλον αυτής της προοπτικής για την παραδοσιακή Αριστερά.

Επίλογος: ΠΑΣΟΚ και ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Το πρόβλημα που επαναθέτει η συγκυρία, μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, αφορά άμεσα και εξ ολοκλήρου την Αριστερά. Αν η ιστορική της αποστολή περιορίζεται στην ολοκλήρωση της δημοκρατίας, θα πρέπει να παραδεχθεί ότι έχουν αναλάβει άλλοι πολιτικά ισχυρότεροι να την πραγματώσουν.

Αν ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, όχι με τρόπο στρεβλό και εξαρτημένο, αλλά αυτοδύναμα και με βάσεις «κοινωνικής δικαιοσύνης», και πάλι παραβιάζει ανοικτές θύρες.

Με λίγα λόγια, το πρόβλημα της Αριστεράς απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, δεν έγκειται στην διαφορά, αλλά στην απόλυτη ομοιότητα τους. Το ΠΑΣΟΚ είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο φαίνεται όλη η Αριστερά, με τις ιστορικές της προδιαγραφές, το κοινωνικό της πρόσωπο, τις προοπτικές της για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας.

Και εκεί βρίσκεται η ουσία του προβλήματος· με ποιο τρόπο αντιμάχεται τη σημερινή δημοκρατία, όχι γιατί είναι μισή και μπασταρδεμένη, αλλά γιατί είναι καπιταλιστική, δηλ. κοινωνικά ανίκανη να εκφράσει την κοινωνική προοπτική της Αριστεράς. Και την ανάπτυξη, όχι γιατί δεν είναι αυτοδύναμη και ολοκληρωμένη, αλλά γιατί είναι καπιταλιστική, και κοινωνικά ανάπηρη. Γιατί, αν η αποστολή της Αριστεράς είναι η ολοκλήρωση της αστικής δημοκρατίας, η εθνική ανεξαρτησία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα των πολιτών, κλπ., τότε μια ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας αρκεί για να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ, δεν τα καταφέρνει και άσχημα σ' αυτή την κατεύθυνση.

Η πρόταση λοιπόν της Αριστεράς δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται στον υποκειμενισμό και στην τύφλωση μπροστά στην πραγματικότητα, καταγγέλλοντας τον υποτιθέμενο αυταρχισμό και ολοκληρωτισμό του ΠΑΣΟΚ. Ούτε βέβαια να κρυφογελάει με την πιθανή παλινόρθωση της Δεξιάς, έτσι ώστε να γίνουν πάλι «καθαρά» τα μέτωπα και «ευδιάκριτοι» οι αντίπαλοι. Γιατί η απομάκρυνση του ΠΑΣΟΚ από τη Δεξιά, θα σημάνει αναγκαία και μια διαδικασία ήττας του λαϊκού κινήματος, που προφανώς δυσκολεύει την υπόθεση της Αριστεράς.

Η ιστορική επιβίωση λοιπόν της Αριστεράς εξαρτάται από το αν θα καταφέρει να οργανώσει την αντιπαλότητα της προς την καπιταλιστική εξουσία και την πολιτική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, προς αυτό που πραγματικά εκπροσωπεί και εκφράζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, και όχι στο «φάντασμα» του και στις διαδοχικές μυθοποιήσεις του.

Και δεν πρέπει να διστάσει να αντικρύσει την πραγματικότητα, εκτός βέβαια και δεν έχει να προσθέσει τίποτα περισσότερο στα ήδη υπάρχοντα.

Αλλά τότε η ιστορική της αποστολή πρέπει να θεωρηθεί τελειωμένη.

19 Ιουνίου 1985

Σημειώσεις

1. Γ. Μηλιού, «Η σταθεροποίηση του Κράτους Δικαίου», ΘΕΣΕΙΣ 1.

2. Γ. Μηλιού, Μ. Σπαθή, «Η πολιτική εξουσία μετά την απομάκρυνση του Καραμανλή», ΘΕΣΕΙΣ 11, σελ. 11.

3.. Ν. Πουλαντζό, «Οι σημερινοί μετασχηματισμοί του Κράτους, η πολιτική κρίση και η Κρίση του Κράτους», στο συλλογικό έργο, «Η Κρίση του Κράτους», σελ. 49, (ελλ. έκδ.).

4. Του ίδιου, «Δημοκρατική Συμμαχία και αυταρχικό Κράτος», στο «ΒΗΜΑ» της 1ης Φεβρουαρίου 1976.

5.. Εδώ ας κάνουμε μια διάκριση· η τυπολογία των χαρακτηριστικών μορφών του «κρατικού αυταρχισμού» είναι αναμφίβολα μια απτή και εμπειρικά ελέγξιμη πραγματικότητα, σε πολλές χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Στην αρχή της ανάλυσης μας, προσπαθήσαμε να διακρίνουμε τέτοια χαρακτηριστικά και στην εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση της Ν.Δ., μεταπολιτευτικά. Το πρόβλημα βρίσκεται στην επιχειρούμενη θεωρητική συστηματοποίηση, που οδηγεί τον Ν. Πουλαντζά να προσεγγίσει ανάλογες θεωρητικές τοποθετήσεις που πηγάζουν από την σκοπιά του «κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού».

6. Αυτή την κατεύθυνση ακολούθησε με συνέπεια ο Ν. Πουλαντζάς, όπως φαίνεται στο άρθρο του: «Μπορεί να γίνει η ενότητα των δυνάμεων της Αλλαγής», που δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ το Φεβρουάριο του 1978. Γράφει χαρακτηριστικά: «Πιο συγκεκριμένα το ΠΑΣΟΚ δείχνει να ξεπερνάει, ή και να διαψεύδει, τον ποπουλιστικό χαρακτήρα του, έτσι τουλάχιστον που ο όρος ποπουλισμός χρησιμοποιείται στην πολιτική συζήτηση στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό. Αντίθετα προς την αντιΠασοκική κινδυνολογία, το ΠΑΣΟΚ αναδίπλωσε τα τελευταία χρόνια δύο βασικά χαρακτηριστικά που, στη σύζευξη τους, τείνουν να το διαφοροποιήσουν από τον Ποπουλισμό:

α) Ένα αυθεντικό αριστερό στρατηγικό πρόγραμμα αντιμονοπωλιακών και αντιϊμπεριαλιστικών αλλαγών, στο οποίο επέμεινε βασικά μέχρι τώρα, παρά τις αναμφίβολες στροφές τακτικής του, ενώ ο ποπουλισμός χαρακτηρίζεται από ένα συνοθύλευμα αριστερών και ανοιχτά δεξιών πολιτικών στοιχείων.

β) Μια βαθιά οργανωτική διάρθρωση μέσα στους οικονομικούς κοινωνικούς μαζικούι; χώρους από το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μέχρι τους χώρους δουλειάς των αγροτικών και μικροαστικών στρωμάτων, ενώ ο ποπουλισμός βασίζεται κυρίως σε μια αποκλειστικά χαρισματική φετιχιστική ταυτότητα με τον αρχηγό».

7. Χαρακτηριστικά: Δ. Παπαδημητρόπουλου, «Γιουρούσι στο Εποικοδόμημα» και Γ. Καρρά, «θα γράψουμε ιστορία ή απλώς θα μας γράψει αυτή;» στο περ. Δεκαπ. Πολίτης, τ. 37.

8. «Συνεπές προς τον λαϊκισμό του, το ΠΑΣΟΚ έδωσε τη μάχη της διατήρησης του στην εξουσία εξυπηρετώντας κουτσά στραβά τα συμφέροντα του αγροτομικροαστικού κόσμου που αποτελεί τη κύρια εκλογική του δύναμη και θωπεύοντας τις προσδοκίες των ανερχόμενων στρωμάτων. Αλλού με τη βοήθςια των χρημάτων της ΕΟΚ, αλλού με τον εξωτερικό δανεισμό, αλλού με τη βοήθεια του πληθωρισμού, αλλού με έργα βιτρίνας ή ψηφοθηρικές παροχές κατάφερε να κατασιγάσει και να διασκεδάσει τις κοινωνικές αντιθέσεις, να προσφέρει την προστατευτική παραμυθία του Κράτους Προνοίας που γινόταν πιστευτή από τα γειτονικά στρώματα στο βαθμό που, στον κοινωνικό στίβο, όχι μόνο δεν συνάντησε ως αντίπαλο του την Αριστερά αλλά συχνότατα βρήκε σ' αυτήν εποικοδομητική συνεργασία Σήμερα οι αριθμοί νοσούν, ο λαός «ευημερεί». Αεκαπ. Πολίτης, τ. 44.

9.. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι οι κυριότερες κριτικές που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό της Ν.Δ., για την πολιτική του κόμματος στις εκλογές (Α.Ανδριανόπουλος, Π. Γεννηματάς, Δ. Λιβανός) επικεντρώθηκαν σ' αυτό το σημείο· στην εικόνα της Ν.Δ., σαν κόμμα της «πλουτοκρατίας» των «μεγάλων συμφερόντων», κλπ.

10. Γ. Καρρά, ο.π.