ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟ:

Gilles Dostaler- Bernard Maris, Capitalisme et pulsion de mort, Albin Michel, 2009

του Μιχάλη Σκομβούλη


1. Εισαγωγικά


Το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και το ζήτημα νομιμοποίησης που προς στιγμήν φάνηκε αυτή να επιβάλλει ως προς την ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, έθεσε την υπαρκτή Αριστερά ενώπιον ενός σημαντικού προβλήματος: την ιδεολογική της αδυναμία απέναντι στη γενικευμένη κυριαρχία του καπιταλιστικού «οράματος», αλλά και την αδυναμία της να παρέμβει αποτελεσματικά ως προς το στιγμιαίο κενό ηγεμονίας που φάνηκε να παρουσιάζει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός τη στιγμή της «κρίσης του».

Το αποτέλεσμα ήταν ότι η μεν νεοφιλελεύθερη ιδεολογία αποκατέστησε σχετικά γρήγορα την ηγεμονία της, ο δε εντατικός βαθμός εκμετάλλευσης που επιτυγχάνει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός την αποτελεσματικότητά του (γεγονός που μεταφράστηκε στη διατήρηση και επιδείνωση από το 2008 των ήδη εξαιρετικά έντονων ανισοτήτων στις αμοιβές της εργασίας σε σχέση με το κεφάλαιο1 ). Σήμερα πλέον βρισκόμαστε μπροστά στο παράδοξο, ένα καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης να έχει συναντήσει μία κρίση που αμφισβητούσε την ίδια τη χρηματοπιστωτική λογική του, και ταυτόχρονα να επιβιώνει και να βγαίνει ίσως και ενισχυμένο απ’ αυτήν.2

Τα συμπτώματα αυτής της ανεπάρκειας της Αριστεράς σε σχέση με τις ιδεολογικές επεξεργασίες της και την αποτελεσματικότητά της απέναντι στην υπαρκτή αποτελεσματικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, καταδεικνύονται άλλωστε από τις ήττες που αναγκάστηκε να υποστεί όταν κλήθηκε να διαχειριστεί μαζική πολιτική επιρροή (όπως στην Ελλάδα και την Ισπανία), οι αιτίες τους όμως βρίσκονται στη θεωρητική σκευή και τις ιδεολογικές θέσεις, στη βάση των οποίων δομήθηκε η πολιτική λογική της εναλλακτικής Αριστεράς, ή καλύτερα αυτού που θα ονομάζαμε Αριστεράς της «περατότητας». Δηλαδή μίας ιδεολογικής στρατηγικής που ενδιαφερόταν πρωτίστως για τη διάσωση «περατών» χώρων αντίστασης έναντι της επέλασης του νεοφιλελεύθερου «άπειρου» οράματος για τον ορίζοντα των καπιταλιστικών κοινωνιών, στο οποίο έτσι άφηνε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Μία στρατηγική που υιοθετούσε παράλληλα ως προνομιακό τόπο του λόγου της έναν ηθικό εν πολλοίς οικολογισμό, 3 όπου η διάσωση των θεμελιακών οντολογικών όρων της «ζωής» γινόταν η ανθρωπιστικά πρωτεύουσα επιταγή σε σχέση με τον μετασχηματισμό του ίδιου του «συστήματος». Ένας λόγος τέλος που εντός της ταξικής αποδιαφοροποίησης που επιτύγχανε και των ηθικών εξηγήσεων που επιζητούσε γινόταν εύκολα διαχειρίσιμος και αφομοιώσιμος από την κυρίαρχη συντηρητική ηθικίστικη αφήγηση για την κρίση που εντέλει επικράτησε: Είναι αυτή η αφήγηση που μιλάει για οικολογική «απρονοησία» των ανθρώπων εν γένει, για υπερκαταναλωτισμό, για καπιταλισμό «φούσκα» που πρέπει να επιστρέψει στην «πραγματική» οικονομία, συμβάλλοντας έτσι στην καθεαυτή καπιταλιστική διαχειριστική λογική της λιτότητας.4

Ένα βιβλίο όπως το Capitalisme et pulsion de mortτων GillesDostaler και BernardMaris έχει ιδιαίτερη αξία να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής εξέτασης, δεδομένου ότι συμπυκνώνει την ιδεολογική αυτή στάση, ενώ οι ίδιοι οι συγγραφείς του βιβλίου αποτελούν πρόσωπα αρκετά ενδιαφέροντα, με δεδομένες τις θεσμικές ιδιότητες που κατείχαν: ο μεν Dostaler, καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Québec στο Montréal (UQAM), υπήρξε από τους σημαντικούς εκπροσώπους του κινήματος για τα «εναλλακτικά ή πλουραλιστικά οικονομικά» στο γαλλόφωνο χώρο5 (συνεργάτης του περιοδικού Alternatives é conomiques), ο δε Maris υπήρξε ακαδημαϊκός οικονομολόγος (μέλος της ATTAC), και ιδιαίτερα γνωστός στη Γαλλία αριστερός δημοσιογράφος, βασικός συνεργάτης του περιοδικού Charlie Hebdo, ένας εκ των δολοφονηθέντων στις επιθέσεις φανατικών ισλαμιστών στα γραφεία του περιοδικού την 7η Ιανουαρίου 2015.

Το βιβλίο Capitalisme et pulsion de mort είναι ένα δοκίμιο, το οποίο δημοσιεύθηκε λίγο διάστημα μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008, και λαμβάνει μία σειρά από θέσεις για οικονομικά, πολιτικά αλλά και οντολογικά ζητήματα του παρόντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, του καπιταλισμού. Οι θέσεις των συγγραφέων είναι ιδιαίτερα έντονες και διέπονται από μία θα λέγαμε οντολογική απαισιοδοξία γύρω από τη συσχέτιση του καπιταλισμού με την οικολογία του πλανήτη. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη, στην προσπάθεια των συγγραφέων να επιτύχουν μία συνένωση μεταξύ μίας οντολογικής θεώρησης της θεωρίας του Φρόυντ για τις ορμές και των οικονομικών απόψεων του Κέυνς, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την εισαγωγή στην οικονομική επιστήμη ενός έντονου ψυχολογικού-υπαρξιακού στοιχείου.

Στην εισαγωγή του βιβλίου οι συγγραφείς επισημαίνουν την αντίστιξη μεταξύ της αισιοδοξίας του Κέυνς (στο κείμενό του για τις «οικονομικές προοπτικές για τα εγγόνια μας») σχετικά με την επίλυση του οικονομικού ζητήματος μέχρι το 2030 και του καταστροφικού από την άλλη μεριά χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλισμού. Από τη μία μεριά ο Κέυνς εμφανίζεται, έχοντας μία αισιόδοξη αντίληψη όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη και τη δυνατότητα του ανθρώπου να μεταθέτει στο μέλλον τη στενότητα, μέσω τεχνολογικών υπό ευρεία έννοια επινοήσεων. Από την άλλη, σύμφωνα με τους συγγραφείς, ο σύγχρονος καπιταλισμός εμφανίζει έναν παρασιτικό χαρακτήρα, εδραζόμενος στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, που καταλήγει να είναι μόνο αρπακτικός.


2. Η οντολογική ερμηνεία του Φρόυντ

ως η ανθρωπολογική αλήθεια του καταστροφικού καπιταλισμού (1ο μέρος)

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ασχολείται με κάποια βασικά μοτίβα που βρίσκουμε στον Φρόυντ και μπορούν να αξιοποιηθούν ως το ψυχολογικό υπόβαθρο της κοινωνικο-οικολογικής καταστροφής που επιφέρει ο καπιταλισμός. Στα θεμελιώδη συμπλέγματα της φροϋδικής ψυχολογίας (οιδιπόδειο, πατροκτονία κλπ.), βρίσκουμε μία εναντίωση στην προσπάθεια ομοίωσης με το Θεό. Την εναντίωση στην αντίληψη ενός αυτόνομου ατόμου ως κυριαρχούμενου από τη συνείδησή του. Η απώθηση των ορμών αυτών είναι η γενεσιουργός τάση της καταστροφικότητας.

Ενάντια στην αισιοδοξία των οικονομολόγων, όπως αυτή του A. Hirschman, που υποστηρίζει την «κλασική» από τον 18ο αιώνα6 άποψη ότι η επικράτηση του καπιταλισμού και της αναζήτησης του κέρδους μετριάζει τα «άγρια» πάθη υπέρ του «ήπιου εμπορίου», των λελογισμένων παθών, οι συγγραφείς εκδηλώνουν μία έντονα θετικά διακείμενη προσέγγιση προς τις προ-νεωτερικές κοινωνίες, κυρίως ως προς τη δυνατότητα αυθεντικής και δημιουργικής έκφρασής τους δια μέσου των αυτοκαταστροφικών ορμών του ανθρώπου. Η προσέγγιση των συγγραφέων είναι εν γένει ανθρωπολογικά απαισιόδοξη όσον αφορά τη συνύπαρξη της ορμής του έρωτα και της ορμής του θανάτου, βασιζόμενοι στο ανεξάλειπτο της ορμής του θανάτου, άποψη που θεμελιακά αντιτίθεται στην αισιοδοξία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Συγκεκριμένα εντός του καπιταλισμού, ο «ναρκισσισμός» των μικρών διαφορών (ποιος θα κερδίσει λίγο περισσότερο, ποιος θα πάρει τη θέση του άλλου κλπ.) υποκρύπτει μία απωθημένη ορμή καταστροφής του άλλου. Στο ίδιο οντολογικό μοτίβο οι συγγραφείς αντιμετωπίζουν ως εκδηλώσεις της απωθημένης ορμής θανάτου τους υποτιθέμενα «τεχνικούς» όρους που εμπλέκει ο καπιταλισμός (ανταγωνισμός κλπ.). Εξάλλου η επαναληψιμότητα της καπιταλιστικής εργασίας αλλά και η αναγκαστικότητα της κατανάλωσης δεν είναι παρά εκδηλώσεις αυτής της απωθημένης και ανεστραμμένης ορμής του θανάτου.

Σ’ ένα ανάλογο μοτίβο οντολογικοποίησης των εννοιών της πολιτικής οικονομίας τοποθετείται και η φροϋδική ερμηνεία των συγγραφέων για την παρουσία του χρήματος στον καπιταλισμό: Ο απωθητικός ως προς τις ορμές χαρακτήρας της εργασίας και της αξιοποίησης που κυριαρχεί στον καπιταλισμό βρίσκει την κατεξοχήν έκφρασή του στην προσπάθεια διακράτησης και συσσώρευσης χρήματος, που συνδέεται με τη φροϋδική ανάλυση του πρωκτικού χαρακτήρα, ενός χαρακτήρα η συμπεριφορά του οποίου πρωτίστως αναιρεί την ίδια τη ζωή, και παραμένει τυφλή μπροστά στο οντολογικά ανεξάλειπτο των ορμών της.


3. Κέυνς, ο υπαρξιακός φιλόσοφος της καπιταλιστικής ανθρωπολογίας

(2ο μέρος)

Στο δεύτερο μέρος οι συγγραφείς αναπτύσσουν το κατεξοχήν επιχείρημα του βιβλίου, περνώντας στην πραγμάτευση της κεϋνσιανής οικονομικής φιλοσοφίας. Ο Κέυνς τίθεται κατεξοχήν ενάντια στην ουδετερότητα του χρήματος, που εκπροσωπείται στην κυρίαρχη νεοκλασική θεωρία, τονίζοντας από τη μεριά του όχι την «ουδετερότητα» αλλά την διαπλαστική απροσδιοριστία του χρήματος – όχι δηλαδή την απλή παρεμβολή του για να πραγματοποιηθεί μία ανταλλαγή φυσικών αγαθών. Η φύση αυτή του χρήματος βασίζεται στην ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου να διακρατά ρευστότητα ως διαχείριση του άγχους του απέναντι στο μέλλον. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρονται σε κάποια αρχετυπικά παραδείγματα αντίστασης και υποταγής στο πρωταρχικό αυτό άγχος του ανθρώπου απέναντι στα πράγματα, όπως η αντιπαράθεση των μορφών του Σόλωνα και του Μίδα, αλλά και στην περίφημη πραγμάτευση του Αριστοτέλη για την υποταγή της εμπορευματικής δραστηριότητας και της χρηματικής επαύξησης ως παρά φύσιν δραστηριότητας στα πλαίσια της αρχαίας πόλεως.7

Ο Κέυνς έφτανε στο σημείο να βλέπει ως θετική τη μείωση της παρουσίας του χρήματος στη Σοβιετική Ένωση (αν και αντικομμουνιστής). Αντιθέτως, σύμφωνα με τους συγγραφείς, η εμμονή του σημερινού καπιταλισμού στη συσσώρευση χρήματος υπό διάφορες όλο και πιο πολύπλοκες μη παραγωγικές μορφές υποδηλώνει, ακολουθώντας το κεϋνσιανό παράδειγμα, έναν αυτοφαγικό-αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα (και πάλι δηλαδή την άρνηση της ζωής). Ενώ το χρήμα εμφανίζεται ως η ήπια διαχείριση των καταστροφικών παθών στην πραγματικότητα απωθεί το θάνατο επαναφέροντάς τον δια της συσσώρευσης νεκρού χρήματος. Κάτι τέτοιο εμφανίζεται και στις τεχνολογικές εκδηλώσεις του καπιταλισμού όπου έχουμε μία προσπάθεια διαχείρισης («ξεγελάσματος») του θανάτου με ταυτόχρονη όμως προσπάθεια ελέγχου της ζωής (βασικό παράδειγμα η προσπάθεια χειρισμού του DNA). Η ίδια η δυναμική του κεφαλαίου αποτελεί μία άρνηση της ζωής, για τους συγγραφείς, δηλαδή μία στροφή στην προεξόφληση του μέλλοντος: η περίφημη κεϋνσιανή προτίμηση ρευστότητας, που εκδηλώνεται τόσο έντονα στη σημερινή χρηματιστικοποίηση (financialization), δεν είναι παρά μία ψυχολογική ανάγκη απέναντι στο άγνωστο του μέλλοντος, το επιτόκιο είναι ο δείκτης του φόβου για το μέλλον, δηλαδή μία φαντασιακή επιβράβευση της ανασφάλειας των ανθρώπων του καπιταλισμού για το μέλλον τους, συλλογικά και ατομικά (fantasmemesurantuneangoissecollectiveautantqu’individuelle). Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι συγγραφείς όμως, συνεπείς προς τον κεϋνσιανό υποκειμενισμό, περιγράφουν έναν καπιταλισμό χωρίς αντικειμενικές δυνάμεις, έναν καπιταλισμό εντέλει που η έννοια του κεφαλαίου είναι απούσα, αναγόμενη πλήρως σε μία σειρά ψυχικών «ανορθολογικών» ορμών των επιμέρους υποκειμένων (υιοθετώντας ένα είδος ψυχολογισμού που βρίσκεται πίσω και από τον υποκειμενισμό της αυστριακής θεωρίας).

Στον Κέυνς επομένως εντοπίζεται μία πλούσια υπαρξιακή ψυχολογία του πλήθους στον καπιταλισμό, σύμφωνα με την οποία υπάρχει μία ριζική απροσδιοριστία της συμπεριφοράς του πλήθους στον καπιταλισμό και με αυτόν τον τρόπο μία ώθηση για προσαρμογή στον «ελάχιστο κοινό παρανομαστή» της συμπεριφοράς των άλλων, αλλά και μία ανάγκη της επιβεβαίωσης για τους ανθρώπους ότι τα πράγματα θα παραμείνουν τα ίδια, με προβλέψιμο τρόπο, στο μέλλον. Η επανάληψη του ίδιου ως προσπάθεια διασφάλισης και αποφυγής του θανάτου δεν είναι όμως παρά αυτό που σε φέρνει πιο κοντά στο θάνατο.8

Περιπτώσεις όπως αυτή του καταραμένου αποθέματος που ανέδειξε ο Μπατάιγ δεν είναι παρά ακριβώς καταδείξεις ύπαρξης εναλλακτικών, σχετικοποιητικών του καπιταλισμού, προνεωτερικών κοινοτήτων ανθρώπινης ύπαρξης, όπου το άγχος του θανάτου αντιμετωπίζεται δια της γιορτής και της τελετουργικής καταστροφής του συσσωρευμένου-νεκρού πλέον αποθέματος. Κατά συνέπεια βέβαια οι συγγραφείς τοποθετούνται δίπλα σε μία σειρά ανθρωπολογικά προσανατολισμένων κριτικών (όπως ο Polanyi, ο Sahlins κα.) που ωραιοποιούν το χαρακτήρα των προκαπιταλιστικών αυτοκαταναλωτικών κοινωνιών, οι οποίες συνοδεύονταν από εκτεταμένη καταπίεση και στατική ιεροποιημένη στρωματοποιημένη δομή κοινωνικής ιεραρχίας. Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο αυτό καθίσταται πλέον αδύνατο να κατανοηθεί ο ειδικά αυτοαναφορικός-παραγωγικός χαρακτήρας του χρηματικού αποθέματος στον καπιταλισμό, παρά μόνο να ερμηνευτεί ως παρασιτική απώθηση της ζωής9 .


4. Κέυνς, Φρόυντ και παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός (3ο μέρος)

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, οι συγγραφείς προσπαθούν να συνδυάσουν τα εννοιολογικά εργαλεία του Κέυνς και του Φρόυντ, προκειμένου να θεματοποιήσουν τα αδιέξοδα της σημερινής μορφής του καπιταλισμού. Η λατρεία της αγοράς στο σημερινό καπιταλισμό δεν είναι παρά η λατρεία ενός συστήματος που θέλει να λέγεται άθεο, δεν κάνει όμως κάτι άλλο παρά να προσπαθεί να μεταφέρει συνεχώς την «ενοχή» στο μέλλον. Όπως αναφέραμε ήδη, ενάντια στους οικονομολόγους και πολιτικούς στοχαστές της νεωτερικότητας όπως ο Μοντεσκιέ, που υποστήριζαν ότι το «ήπιο εμπόριο» (douxcommerce), θα επιφέρει την εξάλειψη της ορμής του ανθρώπου για βίαιη καταστροφή, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός κρύβει μία εντεινόμενη μάλιστα, ορμή θανάτου και καταστροφής. Αυτή η σκέψη παρουσιάζει έτσι μία ισχυρή αντίθεση (μίσος θα λέγαμε) σε σχέση με την έννοια της προόδου, αλλά και έναν φόβο απέναντι στην επιθυμία των μαζών. Η ταξική πάλη ερμηνεύεται σ’ αυτό το πλαίσιο, πολλές φορές ως προκύπτουσα από την ακατάσχετη επιθυμία των μαζών να συμμετάσχουν σ’ αυτή την κατανάλωση ως ορμή θανάτου τελικά.

Η εν γένει ανάπτυξη και διαφοροποίηση της νεωτερικής καπιταλιστικής κοινωνίας παρουσιάζεται ως μία μορφή υποδούλωσης του ανθρώπου στον εαυτό του, η οποία ενσωματώνεται στο συνεχή ανταγωνισμό και τη διάθεση κυριαρχίας απέναντι στη φύση (μοτίβο που μας θυμίζει τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού). Η διανοητικοποίηση του κόσμου από τη νεωτερική επιστήμη και την τεχνολογία επισημαίνεται ως μία μορφή επέκτασης μίας αρρώστιας: ο «φυσικός» προορισμός του ανθρώπου εμφανίζεται να είναι η (αυτο)καταστροφή του περιβάλλοντός του (ένα πλαίσιο που συνάπτεται για τους συγγραφείς με το φιλοσοφικό ερώτημα για την ύπαρξη ενός ριζικού κακού, όπως τίθεται μέσω Καντ). «Δεν βλέπουμε πλέον τα αστέρια» λόγω της καταστροφικής επέκτασης της ανάπτυξης άρα και της φωτορύπανσης που παράγουν οι μεγαλουπόλεις.

Οι τελευταίες σκέψεις του βιβλίου αφορούν την προοπτική που διανοίγει για την καταστρεπτική δράση του καπιταλισμού η παγκοσμιοποίηση. Σ’ αυτό το σημείο οι συγγραφείς ενστερνίζονται επί της ουσίας, τους πιο απαισιόδοξους (και αντιδραστικούς θα προσθέταμε) φόβους απέναντι στην παγκοσμιοποίηση: την ανάδυση της σύγκρουσης των πολιτισμών, τη μη βιώσιμη άνοδο των μαζικών κοινωνιών των αναδυόμενων οικονομιών (οι μεγάλοι πληθυσμοί, γεμάτοι καταστροφικές επιθυμίες, εμφανίζονται ως μεγάλος κίνδυνος επίτασης της αρρώστιας της ανάπτυξης), τη διευρυμένη ρευστότητα και τη χρηματοπιστωτικοποίηση ως παρασιτικές δραστηριότητες εντός ενός καπιταλισμού που «σαπίζει» (όπως θέλει το παλιό κλασικό απλοϊκό μοτίβο).

Αναζητώντας τις δυνατότητες να πάμε πέραν του καταστροφικού καπιταλισμού, οι συγγραφείς στην αρχή περνούν μέσα από τις ουτοπίες της επαναφοράς της αληθινής επιθυμίας και της απελευθέρωσης του σώματος (απόψεις που βρίσκουμε πχ. στον Φουριέ και τον Μαρκούζε), στις οποίες όμως βλέπουν έναν ιδιόμορφο ναρκισσισμό, ομότιμο με αυτόν του καπιταλισμού. Επίσης διατρέχουν το ερώτημα για τις δυνατότητες που γεννά το ελεύθερο λογισμικό και η οικονομία της γνώσης. Όμως εντέλει η θέση τους κλείνει στην οντολογική αναγκαία παρουσία του «κακού» που φτάνει μέχρι και στη θετική αναφορά υπέρ μίας συντηρητικής κυβέρνησης (όπως αυτή του Σαρκοζί), που υπόσχεται ένα είδος «οικολογικού συντηρητισμού» όπως αναδείχθηκε στις ρητορικές περισσότερο διακηρύξεις περί μίας «Γκρενέλ του περιβάλλοντος», παρά στην πράξη της κυβέρνησης Σαρκοζί, ή ακόμα τέλος δείχνει να ταυτίζεται με τις εξαιρετικά προβληματικές ιδεολογικά θέσεις του Μισέλ Ουελμπέκ.

Διατυπώνουν στο πλαίσιο αυτό πολύ ισχυρές θέσεις (σε βαθμό χονδροειδούς επιχειρηματολογίας) για τη μελλοντική προοπτική της ανθρωπότητας: ο πλανήτης μετατρέπεται σε μία τεράστια φαβέλα, όπου οι ελίτ κοστολογούν ιδιαίτερα υψηλά τους εναπομείναντες πόρους. Το ζήτημα της «φαβελοποίησης» του πλανήτη ενώπιον και του ενδεχομένου της «οικολογικής καταστροφής» είναι κάτι που εύκολα πλέον γίνεται ιδεολογικά μαζικά αποδεκτό, ως ο ηθικός κώδικας της «οικολογικής» ερμηνείας της κρίσης: Προς αυτή την κατεύθυνση χαρακτηριστικός είναι για παράδειγμα ο αλληγορικός χαρακτήρας της ταινίας επιστημονικής φαντασίας Elysium, όπου η Γη εμφανίζεται πλέον στο μέλλον ως η αποθήκη των φτωχών με τους πλούσιους να έχουν μετακινηθεί σε έναν υπερπολυτελή δορυφόρο.10

Τίθεται έτσι εν τέλει το ερώτημα εάν αυτή η καταστροφολογική απαισιοδοξία δεν υποκρύπτει μία ορισμένη ελιτίστικη μισανθρωπία, ή θα ήταν καλύτερα να μιλήσουμε για έναν κατεξοχήν «φόβο των μαζών». Απέναντι στις «αναγκαιότητες» διαχείρισης της «οικολογικής και οικονομικής» κρίσης (ως εάν αυτές οι «κρίσεις» να απευθύνονται σε έναν – ταξικά – ενιαίο παγκόσμιο πληθυσμό), προκρίνεται μία συντηρητική εν ολίγοις εσχατολογία, που αντιτίθεται γενικά στην πρόοδο και την τεχνολογία και εντός του αντιαναπτυξιακού της οίστρου προβάλλει ως αντικαπιταλιστικό το κοινοτιστικά προ-καπιταλιστικό, ένας συντηρητισμός εντέλει εμβαπτισμένος στην ψυχολογικοποίηση των πολιτικο-οικονομικών διακυβευμάτων: Η φυσιολογική ψυχική ορμή των μαζών δεν κατανοεί τους διαχειριστικούς κινδύνους, υποπίπτει στην ψυχολογική επιθυμία που ενσωματώνει την ανεπίσχετη ορμή θανάτου, και παραπέμπει σε μία αναγκαία αυτοκαταστροφή των μαζών, που παρασύρει τα οικολογικά όρια του πλανήτη (μία θέση που είχε διατυπωθεί ήδη από τους συντηρητικούς κύκλους της «πληθυσμιακής» πολιτικής οικονομίας από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα).11

Στην προοπτική των «παγκοσμιοποιητικών» τάσεων του σύγχρονου κεφαλαίου και σε αντίθεση με ό, τι θεωρούσε η μαρξιστική λογική της προσδιορισμένης άρνησης του καπιταλισμού κατά τον 20ό αιώνα, οι συγγραφείς δεν διαπιστώνουν καμία χειραφετητική συγκρουσιακή λογική, παρά μόνο μία θανάσιμη απειλή της οικολογικής και ψυχολογικής ισορροπίας. Ενώ το επιχείρημά τους ξεκίνησε ως μία εναλλακτική κριτική της καταστροφικότητας του σύγχρονου καπιταλισμού, η πίστη τους σε ορισμένες θεμελιώδεις αλήθειες για τα οντολογικά όρια της ανθρώπινης ψυχής και την ασυμβατότητά τους με τη μαζική κοινωνική πρόοδο, τους οδήγησε σε μία συντηρητική αναδίπλωση, αφήνοντας τις ελπίδες τους στην πιθανότητα εμφάνισης μεγάλων διορατικών «προσωπικοτήτων» και «φωτισμένων μυαλών», όπως ο Κέυνς.


Βιβλιογραφία

Baudrillard J. (1976), L’ échange symbolique et la mort, Gallimard.

Beaud M. – Dostaler G. (1995), La pensée économique depuis Keynes, Seuil.

Κράουτς Κ. (2014), Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού, Εκκρεμές.

Davis M. (2006), Planet of Slums, Verso.

Heywood A. (2007), Πολιτικές Ιδεολογίες, Επίκεντρο.

HirschmanA. (2003), Τα πάθη και τα συμφέροντα, Παρατηρητής.

LiPuma E.-Lee B.(2004), Financial Derivatives and the Globalization of Risk, Duke

UniversityPress.

Μαρκαντωνάτου Μ. (2014), «Η προβληματοποίηση της ανάπτυξης στο πλαίσιο δύο κρίσεων. “Φυσικά όρια”, υπερπληθυσμός και πειθάρχηση της εργασίας», Θέσεις, τεύχος 128, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014.

Οικονομάκης Γ.-Παπαλεξίου Γ. (2012), «Εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, νεοκλασική και μαρξιστική ανάλυση: μια θεώρηση», Θέσεις, τεύχος 120, Ιούλιος-

Σεπτέμβριος 2012.

Σκομβούλης Μ. (2007), «Αξία, Ισότητα, Δικαιοσύνη, Αναπαραγωγή: Ο Μαρξ μπροστά στον Αριστοτέλη», Ο Πολίτης, Μάρτιος 2007.

Σκομβούλης Μ. (2012), «Πολύπλοκο κοινωνικό ή Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας; Η κριτική Πολιτική Οικονομία απέναντι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής», Θέσεις τεύχος 118, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012.

Σκομβούλης Μ. (2015), «Ανισότητες του κεφαλαίου: Σύγχρονες οπτικές της δυναμικής των ανισοτήτων στην πολιτική οικονομία του σύγχρονου καπιταλισμού», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 33, 2016.

1 Για περαιτέρω ανάπτυξη του ζητήματος αυτού βλ. Σκομβούλης 2015.

2 Βλ. Κράουτς 2014, ο οποίος όμως έχει την τάση να αποδίδει υπερβολικά την κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στην κυριαρχία των «μεγάλων εταιρειών».

3 Για μία παρουσίαση της ιδεολογίας του οικολογισμού από φιλελεύθερη σκοπιά, Heywood 2007: κεφ. 9.

4 Βλ. σχετικά Μαρκαντωνάτου 2014.

5 Για τις γενικότερες θέσεις του σχετικά με την κατάσταση της οικονομικής επιστήμης βλ. το βιβλίο που έγραψε μαζί με τον M. Beaud: Beaud-Dostaler 1995. Έχουμε αλλού ασκήσει κριτική στο μοντέλο σκέψης των εναλλακτικών οικονομικών, την οποία εδώ προϋποθέτουμε βλ. Σκομβούλης 2012.

6 Για τη συστηματοποίηση αυτού του κλασικού τόπου του φιλελευθερισμού, βλ. Hirschman 2003.

7 Για μια κριτική αποτίμηση των σύγχρονων οικειοποιήσεων της αριστοτελικής εννοιολόγησης της οικονομικής και χρηματικής δραστηριότητας στο αρχαίο πλαίσιο, βλ. Σκομβούλης 2007.

8 Στην ουσία εδώ ξαναπιάνουν το νήμα των σκέψεων που είχε διατυπώσει τη δεκαετία του ’70 ο Μπωντριγιάρ: Baudrillard 1976: 194 κε.

9 Το πρόβλημα της παρασιτικής κατανόησης των χρηματοπιστωτικών μορφών, το εκδηλώνουν συστηματικά οι ανθρωπολογικά προσανατολισμένες ερμηνείες του σύγχρονου καπιταλισμού, βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα κατά τα άλλα προσέγγιση των LiPuma-Lee 2004.

10 Παρά την επίδραση ουδετεροποίησης της ταξικότητας που έχει για το λαϊκό φαντασιακό αυτή η ερμηνεία ενός «οικολογικού ηθικισμού» αναφορικά με την κρίση, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι αναφέρεται παρόλ’αυτά σε υπαρκτές τάσεις γενικευμένης φαβελοποίησης μεγάλων περιοχών διαβίωσης της εργατικής τάξης, βλ. Davis 2006.

11 Για τη συνθετότητα αντιθέτως της σχέσης κεφαλαίου-περιβάλλοντος όπως αυτή συναντάται στο Μαρξ, βλ. Οικονομάκης-Παπαλεξίου 2014.