ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ


Βασίλης Ασημακόπουλος, 2017, Πρώτη φορά Αριστερά: Αντιθέσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του,

Αθήνα: A.P. Publications.






του Σπύρου Σακελλαρόπουλου


Για το ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974-1990 έχουν γραφτεί πολλά βιβλία και ακόμα περισσότερα άρθρα φωτίζοντας, αρκετά συχνά, με επάρκεια πολλές πλευρές της ιστορικής του διαδρομής αλλά και των πρακτικών της διακυβέρνησής του στην περίοδο 1981- 1989. Μόνο και μόνο αυτό το γεγονός είναι ικανό να δημιουργήσει ερωτηματικά σχετικά με την ανάγκη έκδοσης ενός ακόμα βιβλίου για το ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου. Ωστόσο από τον τίτλο ακόμα ο συγγραφέας θέτει το ζήτημα σε μια όχι ιδιαίτερα συζητημένη βάση υιοθετώντας τη θέση πως για πρώτη φορά η Αριστερά ανήλθε στην κυβερνητική εξουσία, μέσω του ΠΑΣΟΚ, το 1981.

Στην παραπάνω θέση μπορεί να υπάρξουν τριών ειδών ενστάσεις: η πρώτη είναι πως ποτέ η Αριστερά στην Ελλάδα δεν ήρθε στην κυβέρνηση, η δεύτερη πως αυτό ήδη συνέβη με την κυβέρνηση του βουνού στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και η τρίτη ότι η πρώτη αριστερή κυβέρνηση είναι αυτή του Σύριζα. Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να αντιταχθεί πως η κυβέρνηση του βουνού δεν ασκούσε εξουσία σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια ενώ στην τρίτη πως μια κυβέρνηση που υπογράφει μνημόνια δεν μπορεί να θεωρηθεί αριστερή. Έτσι επανέρχεται το αρχικό ερώτημα αν το ΠΑΣΟΚ στη συγκεκριμένη περίοδο ήταν ένα αριστερό κόμμα και η διακυβέρνηση που άσκησε ήταν μια αριστερή διακυβέρνηση.

Ο Ασημακόπουλος απαντά με μεθοδικότητα στο ερώτημα ανατρέχοντας στη θεωρία των πολιτικών κομμάτων και στην περιγραφή της ιστορικής εξέλιξης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σε συνδυασμό με την παρουσίαση της μαρξιστικής θεωρίας για τις κοινωνικές τάξεις, το κράτος αλλά και την πορεία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Έχοντας όλα αυτά τα θεωρητικά εφόδια ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερο βάρος στις σχέσεις εκπροσώπησης που έχει το ΠΑΣΟΚ με τις υποτελείς τάξεις, στη διαχρονική εξέλιξη του πολιτικού του προγράμματος αλλά στον τρόπο που η ευρύτερη κοινωνική διαπάλη εισέρχεται στο εσωτερικό του δημιουργώντας εσωτερικές συγκρούσεις αλλά και ρήξεις Με αυτή την έννοια το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα στατικό κόμμα αλλά ενσωματώνει και αναπλάθει τα αποτελέσματα της ταξικής διαπάλης όπως αυτά εγγράφονται στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού αλλά και όπως εισάγονται από τη διαδικασία ενσωμάτωσης της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα (και εδώ ο ρόλος της ένταξης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ είναι καθοριστικός). Ουσιαστικά ο συγγραφέας έχοντας ως θεμελιακή αρχή της ανάλυσής του τη συνάρθρωση των σχέσεων εκπροσώπησης με τις σχέσεις νομιμοποίησης είναι σε θέση με ακρίβεια να αναδείξει τα όρια της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ που πηγάζουν ακριβώς από αυτή τη συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των δύο μορφών σχέσεων. Γιατί πράγματι το ΠΑΣΟΚ το 1981 εκφράζει μια κοινωνική συμμαχία των υποτελών τάξεων (εργατικών, αγροτικών και μικροαστικών στρωμάτων), ωστόσο τα όρια της πολιτικής του έρχονται να προσκρούσουν στην ίδια την υλικότητα του ελληνικού αστικού κράτους αλλά και στους καταναγκασμούς που επιβάλει η ενσωμάτωση στη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης. Με αυτή την έννοια όλο το θεωρητικό πλαίσιο που προηγείται των ιστορικών εξελίξεων (Α΄ Μέρος) είναι εντελώς απαραίτητο για να κατανοήσει ο αναγνώστης τη συνεκτική επιχειρηματολογία του συγγραφέα στα επόμενα μέρη του βιβλίου.

Το παραπάνω φαίνεται όταν ο Ασημακόπουλος εντάσσει το ΠΑΣΟΚ ως ταυτόχρονη εκδήλωση διαφορετικών εκδοχών της προπολεμικής και της μεταπολεμικής αλλά όχι της σύγχρονης με το ΠΑΣΟΚ σοσιαλδημοκρατίας, εξηγώντας έτσι και γιατί για πολλά χρόνια το ΠΑΣΟΚ ήταν σε αντιπαράθεση με τη Σοσιαλιστική Διεθνή. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός μην έχοντας ακολουθήσει την ίδια πορεία με τους αντίστοιχους δυτικοευρωπαϊκούς εμφανίζει μια σειρά από ίδια χαρακτηριστικά (ΕΑΜικό κίνημα, εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος, δικτατορία) τα οποία λειτουργούν καταλυτικά για την ιδιαιτερότητα του ΠΑΣΟΚ.

Ουσιαστικά το «1981» συμπυκνώνει σε πολύ μικρό χρόνο μια διαδικασία που κράτησε δεκαετίες σε άλλες δυτικές κοινωνίες. Κι αυτό είναι που ερμηνεύει γιατί επίσης σε μικρό χρονικό διάστημα, σε σύγκριση πάλι με τις υπόλοιπες δυτικές κοινωνίες, το ΠΑΣΟΚ θα μετατοπιστεί σε πιο συντηρητικές θέσεις. Διαφορετικά ειπωμένο το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές του 1981 με βασικές θέσεις από τη μία την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ, την κατάργηση των αμερικανικών βάσεων, τη θέσπιση θεσμών αυτοδιαχείρισης και από την άλλη τη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων, την κατάργηση των μετεμφυλιακών υπολειμμάτων, τη μεγαλύτερη συμμετοχή πολιτών στα όργανα λήψης αποφάσεων, τον εκσυγχρονισμό του αστικού δικαίου. Τελικά θα υλοποιηθεί η δεύτερη κατηγορία και θα παρακαμφθεί η πρώτη. Αυτό θα συμβεί γιατί το ΠΑΣΟΚ αντιπροσωπεύει το αίτημα κοινωνικού και θεσμικού εκσυγχρονισμού της χώρας η πραγματοποίηση του οποίου δεν φέρνει σε σύγκρουση τις σχέσεις αντιπροσώπευσης με τις σχέσεις νομιμοποίησης. Αντίθετα στο ενδεχόμενο που θα υλοποιούνταν και η πρώτη κατηγορία αιτημάτων τότε θα είχαμε μια ποιοτικά εντελώς άλλη κατάσταση, την ύπαρξη μορφών δυαδικής εξουσίας. (Άλλωστε και οι σφοδρές αντιδράσεις της ελληνικής άρχουσας τάξης απέναντι στην πολιτική του ΠΑΣΟΚ στην πρώτη τετραετία από το φόβο αυτού του ενδεχόμενου εκκινούσαν). Ωστόσο αυτό δεν μπορούσε να γίνει για δύο λόγους, τους οποίους ο Ασημακόπουλος εξηγεί με μεγάλη ενάργεια στο βιβλίο του.

Ο πρώτος λόγος έχει να κάνει με την ίδια την εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ και τις επιδράσεις που έχει η υλικότητα της διαχείρισης του αστικού κράτους στο εσωτερικό του: πολύ σύντομα μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης δημιουργήθηκε μια μεγάλης έκτασης «κρατικοποίηση» του κόμματος. Το σύνολο του Εκτελεστικού Γραφείου και σχεδόν όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής βρέθηκαν σε επιτελικές θέσεις είτε στην κυβέρνηση είτε σε δημόσιους οργανισμούς. Το κόμμα αποδυναμώθηκε και μαζί με αυτό ο ρόλος του ως ιμάντα μεταβίβασης των αιτημάτων της κοινωνίας προς την Κυβέρνηση. Ταυτόχρονα η ίδια η λειτουργία του κράτους ως αστικού μηχανισμού μέσω της δυναμικής της συνέχειας της διοικητικής λειτουργίας, αλλά και της ίδιας της φύσης του, που αποσκοπεί στη νομιμοποίηση/αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και τις συνακόλουθες επιπτώσεις που αυτό έχει με αποκορύφωμα τις επιλογές για τη διαχείριση της κρίσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 1985. Τέλος δεν θα πρέπει να υποτιμώνται οι επιπτώσεις της ώσμωσης των πολιτικών στελεχών με εκπροσώπους της αστικής τάξης.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με την υιοθέτηση των όρων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (στο πλαίσιο αναμφίβολα μιας συνολικής συντηρητικής μετατόπισης σε παγκόσμιο επίπεδο: κρίση του υπαρκτού σοσιαλισμού, νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε Βρετανία, ΗΠΑ, Δ. Γερμανία, υποχώρηση των κοινωνικών κινημάτων σε διεθνή κλίμακα). Αυτό ξεκίνησε με την αποδοχή των πολιτικών της ΕΟΚ, με το περιεχόμενο που είχαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, και εντάθηκε με τη συναίνεση στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1987, που επιτάχυνε τους όρους συμμόρφωσης στις κατευθύνεις της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης σε όλες τις χώρες της ΕΟΚ.

Πέραν των ανωτέρω, ιδιαίτερο στοιχείο πρωτοτυπίας της συγκεκριμένης δουλειάς είναι η ανασκευή του αρκετά διαδεδομένου επιχειρήματος πως το ΠΑΣΟΚ ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Κι αυτό όχι μόνο γιατί το ΠΑΣΟΚ συνέχισε να είναι στην κυβέρνηση πολλά χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του αλλά και γιατί η ίδια η ιστορική καταγραφή που παρουσιάζει ο Ασημακόπουλος αποτυπώνει τη σχέση μεταξύ Α. Παπανδρέου και κομματικής γραφειοκρατίας, μια σχέση δύσκολη που ενίοτε κατέληγε σε εκατέρωθεν συμβιβασμούς. Σε αυτό συμβάλει η πολύ καλή γνώση του συγγραφέα του συνόλου των αποφάσεων της Κεντρικής Επιτροπής και των Πανελλαδικών σωμάτων του ΠΑΣΟΚ, τα οποία με τη σειρά τους όχι μόνο αποκρυσταλλώνουν συσχετισμούς αλλά και αποτυπώνουν μετατοπίσεις τόσο από συνεδρίαση σε συνεδρίαση όσο και από την αρχική εισήγηση μέχρι την τελική απόφαση.

Επίσης υπάρχει η παρουσίαση όλων των ομαδοποιήσεων εσωτερικής αντιπολίτευσης όχι ως μια εκδοχή απλής καταγραφής αλλά ως αποτύπωση των ουσιαστικών πολιτικών διαφωνιών που αναπτύχθηκαν σε αντιπαράθεση με την κεντρική πολιτική γραμμή αλλά και ως ερμηνεία για τους λόγους για τους οποίους τα ρεύματα αυτά απέτυχαν να ηγεμονεύσουν στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Στην ανάδειξη αυτής της υποτιμημένης στη σχετική βιβλιογραφία πλευράς συνέβαλαν και οι δεκάδες συνεντεύξεις που πήρε ο συγγραφέας από τους πρωταγωνιστές των τότε εσωκομματικών αντιπαραθέσεων.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια κριτική αναφορά στις διάφορες απόψεις που έχουν διατυπωθεί για τη φύση του ΠΑΣΟΚ όπως είναι οι απόψεις που το κατατάσσουν στην κατηγορία των λαϊκιστικών κομμάτων, αυτές που δίνουν προτεραιότητα στη ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων ως κομβικού σημείου συγκρότησης των σχέσεων αντιπροσώπευσης, εκείνες που θεωρούν το ΠΑΣΟΚ ως ένα αρχηγικό κόμμα με αδύναμη κομματική βάση και αυτές που τονίζουν τον «εθνικιστικό»/πατριωτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ.

Τέλος, στο Παράρτημα Ι υπάρχουν πίνακες με στατιστικά στοιχεία όχι μόνο για την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας αλλά και την εσωτερική δομή του ΠΑΣΟΚ.

Εν κατακλείδι, το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί μια πρωτότυπη και φρέσκια προσέγγιση του φαινομένου ΠΑΣΟΚ στην περίοδο 1974-1990. Αυτό επιτυγχάνεται γιατί ο συγγραφέας κατορθώνει να συνδυάσει μια βαθιά γνώση γύρω από ζητήματα κράτους, κοινωνικών τάξεων, πολιτικών κομμάτων, θεωρητικής και ιστορικής προσέγγισης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, εξέλιξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού την οποία παραθέτει στο πρώτο μέρος του βιβλίου και που είναι εντελώς απαραίτητη για να κατανοηθεί στη συνέχεια η πορεία και οι μετασχηματισμοί του ΠΑΣΟΚ. Από εκεί και πέρα ακολουθεί η ενδελεχής παρουσίαση της ιστορίας ΠΑΣΟΚ από την περίοδο του ΠΑΚ και ύστερα, σε διαλεκτική σχέση με την πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης και στη συνέχεια η ερμηνεία όλων αυτών των εξελίξεων μέσα σε ένα σαφές θεωρητικό πλαίσιο. Η επιλογή αυτή της συνδυαστικής προσέγγισης σε πολλά επίπεδα, αποτέλεσμα μακρόχρονης κοπιώδους εργασίας, τον βοηθά στο να αποφύγει σχηματικές προσεγγίσεις του φαινομένου ΠΑΣΟΚ δημοσιογραφικού και περιγραφικού τύπου.

Η δουλειά του Ασημακόπουλου έχει και μία πρόσθετη σημασία για τις μέρες που ζούμε οι οποίες πέραν των υπολοίπων χαρακτηρίζονται από μια προσπάθεια των κυρίαρχων τάξεων στο να ξαναγραφτεί προς το συντηρητικότερο η ιστορία της Μεταπολίτευσης. Ο Ασημακόπουλος αποδεικνύει πως η περίοδος 1974-1990 χαρακτηρίζεται από την έντονη παρουσία του λαϊκού παράγοντα που διεκδικεί ό, τι του αφαιρέθηκε στη μετεμφυλιακή και δικτατορική περίοδο. Ήταν μια δεκαπενταετία διεύρυνσης των πολιτικών ελευθεριών και αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου και αυτό είναι που οι κυρίαρχες δυνάμεις θέλουν να απαλείψουν από την συλλογική μνήμη των υποτελών τάξεων. Και μόνο γι’ αυτό, το βιβλίο αυτό αποτελεί σημαντική συνεισφορά στην ευρύτερη ριζοσπαστική θεώρηση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.