Για την έννοια της αφηρημένης εργασίας στο Κεφάλαιο του Μαρξ

του Σπύρου Λαπατσιώρα

 

1. Εργασία και συγκεκριμένη εργασία

 

Θέμα του κειμένου αυτού είναι η έννοια της αφηρημένης εργασίας στο Κεφάλαιο του Μαρξ. Θα ξεκινήσουμε με την εξέταση του όρου «εργασία».

Ο όρος «εργασία» φαίνεται απλός. Για παράδειγμα, η ραφτική (που παράγει σακάκια) αποτελεί ένα είδος εργασίας, δηλαδή μία διαδικασία/δραστηριότητα η οποία «καθορίζεται από το σκοπό που επιδιώκει, από τον τρόπο που ενεργεί, από το αντικείμενο, τα μέσα και το αποτέλεσμά της» (Κ1: 56)1 . Το παράδειγμα της ραφτικής συνδέει αυτήν την δραστηριότητα με ένα αποτέλεσμα το οποίο θεωρείται κοινωνικά ωφέλιμο, δηλαδή την παραγωγή της αξίας χρήσης σακάκι.

Άλλες εργασίες, διαφορετικές από τη ραφτική (που παράγει σακάκια), παράγουν άλλα ωφέλιμα πράγματα. Με βάση αυτή τη διάκριση, δηλαδή το κριτήριο της παραγωγής διαφορετικών αξιών χρήσης, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μία ποικιλία  «ωφέλιμων εργασιών» των οποίων το προϊόν τους είναι μία αξία χρήσης. Η κάθε μία από αυτές για να παραχθεί μία ειδική αξία χρήσης οργανώνεται με μία συγκεκριμένη μορφή, διαφορετική από τις άλλες ωφέλιμες εργασίες και επομένως μπορούμε το κάθε μέλος αυτής της ποικιλίας να το ονομάζουμε «συγκεκριμένη εργασία» (Κ1: 52) ή «συγκεκριμένη ωφέλιμη εργασία» (Κ1: 60).

Η περιγραφή της «συγκεκριμένης εργασίας» ενέχει βαθμούς γενικότητας που  επιτρέπουν την αφηρημένη περιγραφή του όρου «εργασία». Η εργασία σύμφωνα με τον Μαρξ μπορεί να παρασταθεί ως «ένα προτσές [διαδικασία]2 ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, ένα προτσές όπου ο άνθρωπος με τη δική του πράξη μεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον εαυτό του και τη φύση. [...] Επενεργώντας με τη κίνηση αυτή πάνω στη φύση που βρίσκεται έξω από αυτόν και αλλάζοντάς την, αλλάζει ταυτόχρονα και τη δική του φύση» (ΚΙ: 190). Επίσης, η ανάλυση του Μαρξ αναδεικνύει ως κύριο στοιχείο το ότι η εργασία είναι σκόπιμη δραστηριότητα, καθοδηγείται από ένα σκοπό:

 

«Η αράχνη κάνει δουλειές που μοιάζουν μ’ αυτές που κάνει ο υφαντής, και η μέλισσα με το χτίσιμο των κυττάρων της κερήθρας της ντροπιάζει κάμποσους ανθρώπους - αρχιτέκτονες. Αυτό όμως που ξεχωρίζει από τα πριν το χειρότερο αρχιτέκτονα από την καλύτερη μέλισσα είναι ότι έχει κιόλας φτιάξει το κύτταρο στο κεφάλι του, προτού το φτιάξει στο κερί. Στο τέλος του προτσές της εργασίας προκύπτει ένα αποτέλεσμα που υπήρχε κιόλας από την αρχή στην παράσταση του εργάτη, δηλαδή υπήρχε κιόλας ιδεατά. Ο εργάτης δεν πετυχαίνει μονάχα μιαν αλλαγή της μορφής του φυσικού [στοιχείου που τίθεται ως πρώτη ύλη]· πραγματοποιεί ταυτόχρονα στο φυσικό στοιχείο το σκοπό του, ένα σκοπό που τον ξέρει, ένα σκοπό που καθορίζει ως νόμος τον τρόπο και το είδος της ενέργειάς του και που σ’ αυτόν πρέπει να υποτάξει τη θέλησή του» (Κ1: 191).

Κάθε συγκεκριμένη εργασία χαρακτηρίζεται από τον σκοπό που την οργανώνει και την καθοδηγεί και διαφέρει από άλλες συγκεκριμένες εργασίες ως προς την διαφορά του σκοπού που έχουν. Ο σκοπός αποτελεί οργανωτικό στοιχείο της διαδικασίας εργασίας επειδή τα υπόλοιπα στοιχεία μίας εργασιακής διαδικασίας, όπως αυτή μπορεί να παρασταθεί γενικά, δηλαδή το αντικείμενο και τα μέσα της εργασίας, καθορίζονται από τον σκοπό να παραχθεί μία συγκεκριμένη αξία χρήσης. Για παράδειγμα, η ραφτική εργασία για να παράγει σακάκια θα χρησιμοποιήσει τις κατάλληλες για το σκοπό αυτό πρώτες ύλες και μέσα εργασίας.

Μία γενική, αφηρημένη, παράσταση της εργασιακής διαδικασίας προσφέρει ο Μαρξ στο απόσπασμα που ακολουθεί:

 

«Το προτσές [διαδικασία] της εργασίας όπως το παραστήσαμε στα απλά και αφηρημένα στοιχεία του είναι σκόπιμη δραστηριότητα για την κατασκευή αξιών χρήσης, για την ιδιοποίηση του φυσικού στοιχείου για τις ανθρώπινες ανάγκες» (Κ1: 197).

 

Ωστόσο, πρόκειται για μία γενική παράσταση της εργασιακής διαδικασίας η οποία  «είναι κάτι εξίσου κοινό για όλες τις κοινωνικές μορφές», δηλαδή αποτελεί μία παράσταση της εργασιακής διαδικασίας ως μίας κοινής διαδικασίας για όλους τους τρόπους παραγωγής και επομένως δεν αφορά ειδικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Πώς τροποποιείται η έννοια «εργασία» αν λάβουμε υπόψη ότι οι εργασιακές διαδικασίες εκτελούνται εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής;

Πριν προχωρήσουμε στην κατεύθυνση που χαράζει αυτό το ερώτημα θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η γενική έννοια «εργασία» που έχουμε ως τώρα αποτελεί μία αφαίρεση. Το ίδιο και η έννοια «συγκεκριμένη/ωφέλιμη εργασία». Φαίνεται, με βάση τους ορισμούς που δώσαμε ως τώρα, ότι μπορούμε να περάσουμε από τη δεύτερη στην πρώτη αν αφαιρέσουμε την ειδικότητα, την ειδοποιό διάσταση και τη διαφορά, που χαρακτηρίζει τον ειδικό σκοπό της εργασίας και τις ειδικές γι’ αυτό το σκοπό πρώτες ύλες και μέσα παραγωγής, και κρατήσουμε τα υπόλοιπα: ότι κάθε εργασία αποτελεί μια σκόπιμη δραστηριότητα επί κάποιων πρώτων υλών μέσω κάποιων μέσων παραγωγής γενικά. Φαίνεται επομένως σαν να έχουμε μία αφηρημένη έννοια της εργασίας αν παραλείψουμε από τη «συγκεκριμένη εργασία» το «συγκεκριμένη». Αυτή η γενική έννοια της εργασίας, παρόλο που αποτελεί μία αφαίρεση δεν αποτελεί την έννοια «αφηρημένη εργασία». Η έννοια «αφηρημένη εργασία» αποτελεί μία έννοια που αφορά ειδικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως δείχνουμε στη συνέχεια. Δεν προέρχεται από την κατανόηση της εργασίας ως διαδικασίας παραγωγής ωφέλιμων πραγμάτων και επομένως δεν έχει σχέση με τη γενική έννοια της εργασίας που περιγράψαμε ως τώρα.

 

2. Η εισαγωγή της έννοιας αφηρημένη εργασία στο Κεφάλαιο

 

Η αφηρημένη εργασία εισάγεται στις πρώτες σελίδες του Κεφαλαίου, μαζί με την εισαγωγή της έννοιας της αξίας.

Ο Μαρξ δείχνει ότι η ανταλλαγή των εμπορευμάτων προϋποθέτει τη συμμετρία τους, δηλαδή το κοινό τρίτο στοιχείο βάσει του οποίου σχετίζονται ως όμοια και συγκρίνονται μεταξύ τους. Η συμμετρία δεν πηγάζει από την αξία χρήσης τους αλλά από το ότι παρίστανται στην ανταλλαγή ως αξίες. Μέρος του επιχειρήματος αποτελεί η εισαγωγή της έννοιας τ ης αφηρημένης εργασίας:

 

«Αν τώρα παραβλέψουμε την αξία χρήσης των σωμάτων των εμπορευμάτων, τους μένει μονάχα μια ιδιότητα, η ιδιότητα ότι είναι προϊόντα εργασίας. Έτσι όμως μεταμορφώθηκε κιόλας για μας το ίδιο το προϊόν της εργασίας. Αν κάνουμε αφαίρεση από την αξία του χρήσης, κάνουμε επίσης αφαίρεση και από τα συστατικά μέρη και τις μορφές του σώματός του που το κάνουν να είναι αξία χρήσης. Δεν είναι πια τραπέζι ή σπίτι ή νήμα ή κάποιο άλλο ωφέλιμο πράγμα. Έσβησαν όλες οι αισθητές ιδιότητές του. Δεν είναι επίσης πια το προϊόν της εργασίας του ξυλουργού ή του οικοδόμου ή του κλώστη ή κάποιας άλλης συγκεκριμένης παραγωγικής εργασίας. Μαζί με τον ωφέλιμο χαρακτήρα των προϊόντων της εργασίας εξαφανίζεται και ο ωφέλιμος χαρακτήρας των εργασιών που περιέχονται σ’ αυτά, εξαφανίζονται επομένως και οι διάφορες συγκεκριμένες μορφές αυτών των εργασιών, δεν διακρίνονται πια μεταξύ τους, αλλά έχουν αναχθεί όλες στην ίδια ανθρώπινη εργασία, στην αφηρημένη εργασία» [Κ1: 52, η υπογράμμιση σημείων του κειμένου με πλάγια γράμματα έχει προστεθεί].

 

Σε αυτό το εισαγωγικό για την έννοια της αφηρημένης εργασίας απόσπασμα παρατηρούμε ότι η αφηρημένη εργασία είναι προϊόν αφαίρεσης του «ωφέλιμου χαρακτήρα» των εργασιών. Η εξαφάνιση των συγκεκριμένων μορφών που αυτές παίρνουν οδηγεί στη μη-διάκρισή τους και επομένως στην αναγωγή των εργασιών σε ό, τι ο Μαρξ ονομάζει «αφηρημένη εργασία».

 

2.1. Για την αναγκαιότητα της εισαγωγής της έννοιας «αφηρημένη εργασία».

 

Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτή η θεωρητική κίνηση, της αφαίρεσης του συγκεκριμένου χαρακτήρα των εργασιών μέσω των οποίων παρήχθησαν τα προϊόντα, είναι αναγκαία. Η Κλασική Πολιτική Οικονομία, θεωρούσε ότι η συμμετρία των εμπορευμάτων ανάγεται στο ότι είναι προϊόντα εργασίας. Αλλά ο Μαρξ παρατηρεί ότι καθώς οι εργασίες που τα παράγουν είναι επίσης ετερογενείς το ερώτημα της συμμετρίας μεταφέρεται από τα ποιοτικώς διαφορετικά αντικείμενα που ανταλλάσσονται στις ετερογενείς εργασίες. Επομένως η απαίτηση της συμμετρίας συνεπάγεται ότι όπως και τα προϊόντα στην ανταλλαγή ισχύουν ως όμοια το ίδιο και οι εργασίες θα ισχύουν ως όμοιες. Η απαίτηση ομοιότητας δηλώνεται με τον όρο «αφηρημένη εργασία».

Με διαφορετικούς όρους, τα εμπορεύματα για να ανταλλαχτούν πρέπει αναγκαία να «ενδυθούν» μία άλλα μορφή από αυτή που έχουν ως χρήσιμα αντικείμενα: να είναι αξίες. Να εμβαπτιστούν δηλαδή σε ένα άλλο χώρο που τους δίνει την κοινή διάσταση, την ενότητα, να είναι αξίες. Η ίδια αναγκαιότητα διατρέχει και τις εργασίες που τα παρήγαγαν.

 

2.2. Για τη διαφορά της γενικής έννοιας της εργασίας και της αφηρημένης εργασίας Ι.

 

Όμως, σε τι διακρίνεται η γενική έννοια της εργασίας που παρουσιάσαμε στην προηγούμενη ενότητα από την αφηρημένη εργασία; Και τις δύο φαίνεται να τις εξάγουμε με τον ίδιο τρόπο. Φαίνεται να τις παίρνουμε με αφαίρεση του συγκεκριμένου χαρακτήρα, της ειδοποιού διάστασης και της διαφοράς τους, ο οποίος κάνει συγκεκριμένα ωφέλιμες τις επιμέρους εργασίες. Αλλά αυτή η αφαίρεση του συγκεκριμένου χαρακτήρα δεν αφήνει ως «υπόλοιπο» μία παράσταση εργασίας ως γενικά σκόπιμης δραστηριότητας για την παραγωγή χρήσιμων [γενικά] προϊόντων;

Ωστόσο, ο Μαρξ σημειώνει ότι η αφηρημένη εργασία δεν συμπίπτει με την γενική έννοια της εργασίας:

 

«Αρχικά το εμπόρευμα μας φάνηκε σαν κάτι το διφυές: σαν αξία χρήσης και αξία ανταλλακτική. Μετά είδαμε ότι και η εργασία, εφόσον εκφράζεται στην αξία, δεν έχει πια τα ίδια χαρακτηριστικά που έχει σαν παραγωγός αξιών χρήσης. Αυτή τη διφυή φύση της εργασίας που περιέχεται στο εμπόρευμα την απόδειξα πρώτος εγώ κριτικά» (Κ1: 55).

 

Και στη συνέχεια, όταν συζητά τη διαφορά της διαδικασίας εργασίας, που αντιστοιχεί στην γενική έννοια εργασίας που έχουμε περιγράψει, από τη διαδικασία αξιοποίησης στην άμεση διαδικασία παραγωγής, 3 στο 5ο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου καταλήγει:

 

«Έτσι βλέπουμε ότι η διαφορά που βρήκαμε προηγούμενα με την ανάλυση του εμπορεύματος, η διαφορά ανάμεσα στην εργασία εφόσον παράγει αξία χρήσης και στην ίδια εργασία εφόσον παράγει αξία, εκφράζεται τώρα σαν διάκριση ανάμεσα στις διάφορες πλευρές του προτσές [διαδικασίας] παραγωγής» (Κ1: 209).

 

Ο Μαρξ θεωρεί ότι η ανάλυση του διφυούς χαρακτήρα της εργασίας, ως συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας (όπως και της μορφής της αξίας), αποτελεί δική του συμβολή στη θεωρητική ανάλυση της πολιτικής οικονομίας και «κεντρικό σημείο που γύρω του περιστρέφεται η κατανόηση της πολιτικής οικονομίας» (Κ1: 55). Αυτή η ανάλυση, έχει κατά τον Μαρξ, σημαντικές συνέπειες για τη θεωρητική οργάνωση της πολιτικής οικονομίας.4 Για παράδειγμα, ο Μαρξ κρίνοντας την απουσία αυτής της ανάλυσης στο έργο του Ρικάρντο, ο οποίος υποστήριζε ότι η εργασία είναι το κοινό μέτρο με το οποίο καθορίζεται η αξία των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται, καταλήγει στο ότι αυτή η απουσία ευθύνεται για την μη κατανόηση της σημασίας του χρήματος στην καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και αναπαραγωγής:

 

«Όλα τα εμπορεύματα μπορούν να αναχθούν σε εργασία, δηλαδή σ’ αυτό που αποτελεί την ενότητά τους. Αυτό πού δεν εξετάζει ο Ρικάρντο είναι η ειδική μορφή, με την οποία η εργασία παρασταίνεται σαν η ενότητα των εμπορευμάτων. Γι’ αυτό δεν καταλαβαίνει το χρήμα» (ΘΥ3: 159).

«Ο Ρικάρντο λοιπόν δεν εξετάζει τη μορφή – τον ιδιαίτερο καθορισμό της εργασίας σαν δημιουργού ανταλλακτικής αξίας ή σαν κάτι που παρασταίνεται με ανταλλακτικές αξίες – τον χαρακτήρα αυτής της εργασίας. Γι’ αυτό δεν κατανοεί τη συνάφεια αυτής της εργασίας με το χρήμα ή ότι αυτή η εργασία οφείλει να παρασταίνεται σαν χρήμα. [...] Από δω [πηγάζει] η λαθεμένη θεωρία του για το χρήμα. Εξαρχής ενδιαφέρεται μόνο για το μέγεθος της αξίας» (ΘΥ2: 192).

 

Ένα πρώτο στοιχείο διάκρισης των δύο εννοιών είναι ότι η αφηρημένη εργασία αφορά την έννοια της αξίας, ενώ, η γενική έννοια της εργασίας αποτελεί μία γενική παράσταση της εκάστοτε συγκεκριμένης εργασίας μέσω της οποίας παράγεται η αξία χρήσης των εμπορευμάτων. Επομένως, ενώ η αφηρημένη εργασία αφορά ειδικά τον εμπορευματικό-καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η γενική έννοια της εργασίας αποτελεί «κοινό» όλων των τρόπων παραγωγής.

 

2.3. Για τη διαφορά της γενικής έννοιας εργασίας με την αφηρημένη εργασία ΙΙ: Η κριτική του Μπάβερκ.

 

Ο Μπεμ Μπάβερκ (Böhm-Bawerk, 1949) ασκεί κριτική στα συμπεράσματα που εξάγει ο Μαρξ από τη λογική της αφαίρεσης των αξιών χρήσης. Ενώ κατά το Μαρξ στο «υπόλοιπο» δεν μένει η αξία χρήσης αλλά η αξία των εμπορευμάτων, ό, τι τα καθιστά ενότητα, ο Μπάβερκ υποστηρίζει ότι ο Μαρξ διεξάγει «λάθος» την αφαίρεση. Το επιχείρημα του Μπάβερκ έχει συνέπειες και για το ερώτημα που θέσαμε σχετικά με το πώς διακρίνονται μεταξύ τους η γενική έννοια της εργασίας (σκόπιμη δραστηριότητα για την παραγωγή αξιών χρήσης) και της αφηρημένης εργασίας.

Ο Μπάβερκ  υποστηρίζει ότι το «λάθος» του Μαρξ έγκειται στο ότι δεν βλέπει ότι το «υπόλοιπο» που μένει μετά την αφαίρεση είναι ευρύτερο από αυτό που διαπιστώνει ο Μαρξ (Böhm-Bawerk 1949: 74). Με την αφαίρεση της αξίας χρήσης που κάνει ο Μαρξ αφαιρούνται μόνο οι ειδικές ιδιότητες που καθιστούν επιδεκτικό ένα εμπόρευμα για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Ωστόσο η αξία χρήσης ως γενική κατηγορία δεν εξαφανίζεται. Το εμπόρευμα εξυπηρετεί κάτι – αδιάφορο τι – δηλαδή είναι «χρήσιμο γενικά». Με άλλα λόγια από το ότι κάτι είναι «χρήσιμο για φαγητό» αφαιρεί το «[...] για φαγητό» μόνο, και επομένως το «χρήσιμο» μένει ως υπόλοιπο. Επομένως το «κοινό τρίτο» που εξάγεται δεν είναι αυτό που διατείνεται ο Μαρξ, περιλαμβάνει και το «χρήσιμο». Αναγνωρίζει ότι ο Μαρξ δηλώνει σταθερά ότι ένα εμπόρευμα δεν μπορεί να έχει ανταλλακτική αξία χωρίς να είναι αξία χρήσης, ωστόσο θεωρεί ότι αυτή η δήλωση είναι απλά ασύμβατη με τον τρόπο που κάνει την «αφαίρεση» ο Μαρξ. Προφανώς το επιχείρημα του Μπάβερκ επεκτείνεται και στην αφαίρεση του ειδικού χαρακτήρα των συγκεκριμένα ωφέλιμων εργασιών. Ακολουθώντας αυτό το επιχείρημα θα έπρεπε να καταλήξουμε ότι μετά την αφαίρεση του ειδικού χαρακτήρα της σκόπιμης δραστηριότητας για την παραγωγή φαγητού απομένει ένας γενικός χαρακτήρας σκόπιμης δραστηριότητας, δηλαδή ότι ο Μαρξ περιγράφει τη γενική παράσταση της εργασίας για την παραγωγή αξιών χρήσης.

Εξαφανίζονται οι «ειδικές» μορφές των αξιών χρήσης, αλλά δεν αφαιρείται η «αξία χρήσης»: ας το σκεφτούμε. Ο Μαρξ επιμένει ότι την ανταλλακτική σχέση συνάπτουν δύο διαφορετικές αξίες χρήσης. Η δομή του χώρου της εξίσωσης των εμπορευμάτων στην ανταλλακτική σχέση δεν απαιτεί απλά την «αξία χρήσης» αλλά δύο ετερογενείς αξίες χρήσης, δύο διαφορετικά σώματα, μορφές εμφάνισης της αξίας χρήσης. Η μη-αφαίρεση του γένους που απαιτεί ο Μπάβερκ αποτελεί μία κενή ταυτότητα. Επειδή η ανταλλακτική σχέση από «χρήσιμο για Α» = «χρήσιμο για Β», γίνεται «χρήσιμο» = «χρήσιμο». Δεν υπάρχει ένα επιδιωκόμενο («για κάτι») αυτής της χρησιμότητας που απομένει, αποτελεί κενή σκοπιμότητα. Σε αυτή την περίπτωση και τα δύο εμπορεύματα είναι χρήσιμα γενικά. Ως χρήσιμα γενικά δεν μπορούν να ανταλλαχτούν αλλά μόνο ως έχοντα ετερογενή χρησιμότητα. Επομένως η κενή σκοπιμότητα, η γενική χρησιμότητά τους δεν μπορεί να λειτουργήσει ως το ίδιον της ανταλλακτικής σχέσης. Η αφαίρεση που προτείνει ο Μπάβερκ καταργεί την ετερότητα και την υποκαθιστά με μία ταυτότητα που δεν στηρίζει τη σχέση. Πάλι πρόκειται για ζήτημα μεθόδου και παραγνώρισης της μεθόδου του Μαρξ. Το ζητούμενο του Μαρξ δεν είναι να βρει κάτι κοινό απλά. Αλλά ένα στοιχείο το οποίο, από την μία πλευρά, καθιστά όμοια/ίσα δύο ετερογενή πράγματα χωρίς, από την άλλη πλευρά, να καταργηθεί η ετερότητά τους, η οποία αποτελεί το υποστήριγμα του σχετισμού τους  – όπως άλλωστε απαιτείται και συμβαίνει στην ανταλλακτική σχέση. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αφαίρεση του ειδικού χαρακτήρα των αξιών χρήσης συμπαρασύρει και τον χαρακτήρα τους ως χρήσιμων αντικειμένων επί ποινή ακύρωσης της ανταλλακτικής σχέσης.

Γενικές αξίες χρήσης δεν μπορούν να συγκροτήσουν ανταλλακτική σχέση, πρέπει να ενέχεται μία διαφορά χρήσης των εμπορευμάτων. Και γι’ αυτό ο Μαρξ εργάζεται με αυτό το οποίο δεν καταστρέφει τη σχέση: την «ειδική», σύμφωνα με την ορολογία του Μπάβερκ, αξία χρήσης. Το ίδιο επιχείρημα επεκτείνεται στις συγκεκριμένες εργασίες που παρήγαγαν τα εμπορεύματα που ανταλλάσσονται. Μόνο ως διαφορετικές εργασίες, με μία ιδιάζουσα σκοπιμότητα σχετίζονται στην ανταλλακτική σχέση. Η αφαίρεση του ιδιάζοντος σκοπού τους στο πλαίσιο της ανταλλακτικής σχέσης δεν καταλήγει στην γενική έννοια της εργασίας, ως γενικά σκόπιμης δραστηριότητας, αλλά ανοίγει τον δρόμο για μετάβαση σε «άλλο γένος» εργασίας, την αφηρημένη εργασία.

 

2.4. Για το καθεστώς της έννοιας αφηρημένη εργασία στις αρχικές σελίδες του Κεφαλαίου πριν την ανάλυση της μορφής της αξίας.

 

Ο Μαρξ τονίζει τη διαφορά «γένους» μεταξύ των εννοιών της αξίας χρήσης και της αξίας, της συγκεκριμένης εργασίας με διάφορες διατυπώσεις, όπως για παράδειγμα ότι αυτό το οποίο μένει μετά την αφαίρεση των αξιών χρήσης και του ωφέλιμου χαρακτήρα των εργασιών έχει χαρακτήρα «φαντασματικής αντικειμενικότητας [gespenstige Gegenständlichkeit]» (Κ1: 52). Έχει το χαρακτήρα «φαντασματικής αντικειμενικότητας» επειδή αποτελεί προϊόν, αντικειμενικότητα δηλαδή, μίας διαδικασίας, της αφηρημένης εργασίας, η οποία δεν έχει εμπειρική παράσταση ως εργασία. Με άλλα λόγια, έχει αυτό τον χαρακτήρα επειδή παριστάνεται σε κάτι αισθητό (αντικειμενικό) το αποτέλεσμα των κοινωνικών σχέσεων που απαιτούν και ορίζουν την εμπορευματική μορφή (που όπως όλες οι σχέσεις δεν παρίστανται ως αισθητά αντικείμενα αλλά γίνονται αντιληπτές από την αποτελεσματικότητά τους στην οργάνωση της εμπειρίας). Σε μία άλλη γνωστή διατύπωση, κατ’ αντίστοιχο τρόπο, το εμπόρευμα χαρακτηρίζεται ως «αισθητό-υπεραισθητό πράγμα [sinnlich übersinnliches Ding]» (Κ1: 84), ενώ στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου συμπεραίνει:

 

«Για να κρατήσει κανείς το λινό ύφασμα ως απλώς πραγμώδη έκφραση ανθρώπινης εργασίας, πρέπει απλά να μην λάβει υπόψη του ό, τι το κάνει πράγματι πράγμα. Το πραγμώδες της ανθρώπινης εργασίας, η οποία από τη μεριά της είναι αφηρημένη, χωρίς περαιτέρω ποιότητα και περιεχόμενο, είναι αναγκαία αφηρημένο πραγμώδες, ένα πράγμα της σκέψης. Έτσι το ύφασμα λιναριού γίνεται κλώσμα φαντασίας» (Κ1α: 54).

 

Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτό το συμπέρασμα είναι προσωρινό συμπέρασμα, καθώς, εξάγεται σε ένα σημείο που δεν έχουν αναπτυχθεί όλες οι έννοιες που απαιτούνται για να καθοριστεί η αξία και η αφηρημένη εργασία. Η συνέχεια του αποσπάσματος δείχνει ότι η ανάλυση της μορφής της αξίας και του χρήματος αποτελεί την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί για να αποκτήσουμε εμπειρική λαβή στις έννοιες της αξίας και της αφηρημένης εργασίας και να μην αποτελούν μόνο «πράγματα της σκέψης»:

 

«Τα εμπορεύματα όμως είναι πράγματα. Ό, τι είναι πρέπει να είναι πραγμωδώς ή να το δείχνουν στις ίδιες τις δικές τους μεταξύ πραγμάτων σχέσεις» (Κ1α: 54)

 

Αλλά εδώ αγγίζουμε ζητήματα που αφορούν τη σειρά έκθεσης των εννοιών στο Κεφάλαιο και τη σημασία της «αφαίρεσης» που επιτελεί ο Μαρξ. Ο τρόπος που ο Μαρξ εκθέτει τη θεωρητική κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι «αργός». Σε κάθε σημείο παρουσιάζει τις έννοιες και το περιεχόμενο που αυτές έχουν με βάση τα ερωτήματα που έχουν τεθεί μέχρις αυτό το σημείο και το πεδίο διερεύνησης που έχει ανοίξει.5 Στο σημείο που εισάγεται από τον Μαρξ η έννοια της αφηρημένης εργασίας δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη η αντικειμενικότητα της έννοιας της αξίας και το χρήμα ως μορφή εμφάνισης της αξίας και επομένως, σε αυτό το σημείο, η παρουσίαση της έννοιας έχει ένα χαρακτήρα αιτήματος ανάλυσης του εμπορεύματος: για να είναι σύμμετρα τα εμπορεύματα πρέπει να είναι σύμμετρες και οι εργασίες που παράγουν την αξία τους, πρέπει να εξομοιώνονται ως εργασίες. Σε αυτό το σημείο της μαρξικής ανάλυσης η «αφηρημένη εργασία», όπως και η «αξία», δεν έχει «προσίδια πραγματικότητα», δεν γνωρίζουμε τι είναι, πού την βρίσκουμε και πώς την μετράμε και γι’ αυτό δηλώνεται ως «πράγμα της σκέψης». Είναι μία έννοια που δηλώνει μία αναγκαιότητα που προκύπτει από τη μέχρι τώρα ανάλυση. Στη συνέχεια, απαιτείται η ανάλυση να δείξει την αντικειμενικότητά της, την αποτελεσματικότητά της στην διάρθρωση των άλλων εννοιών και τους τρόπους με τους οποίους αποβαίνει καθοριστική για την οργάνωση της εμπειρίας μας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτό το εγχείρημα ολοκληρώνεται με την παρουσίαση της μορφής της αξίας και του χρήματος το οποίο θα εξετάσουμε εν συντομία σε επόμενη ενότητα, όπου προκύπτει ότι «αυτή η [αφηρημένη] εργασία οφείλει να παρασταίνεται σαν χρήμα» (ΘΥ2: 192).

 

2.5. Μία σύνοψη της μέχρι τώρα ανάλυσης.

 

Για την παραγωγή των εμπορευμάτων δεν διεξάγονται δύο εργασίες, μία συγκεκριμένη και μία αφηρημένη. Υπάρχει μία πραγματικά εκτελούμενη εργασία η οποία έχει «διφυή» χαρακτήρα. Μπορεί να προσεγγιστεί και να αναλυθεί από δύο διαφορετικές πλευρές που εκδηλώνουν τις αναγκαιότητες οργάνωσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής: να παράγονται εμπορεύματα δηλαδή αξίες που είναι και χρήσιμα αντικείμενα. Με άλλα λόγια ο διφυής χαρακτήρας του εμπορεύματος συνεπάγεται τον διφυή χαρακτήρα της εργασίας και τον διφυή χαρακτήρα της οργάνωσης της παραγωγής. Επομένως, έχουμε μέχρι στιγμής τέσσερις έννοιες εργασίας: την πραγματικά εκτελούμενη εργασία η οποία μπορεί και να παρατηρηθεί εμπειρικά, τη συγκεκριμένη εργασία της οποίας η εμπειρική διάσταση είναι η ιδιαίτερη σκοπιμότητα και οργάνωση την οποία απαιτεί η ιδιαίτερη αξία χρήσης που παράγει καθώς επίσης και η αισθητή μορφή του προϊόντος ως αξία χρήσης, τη γενική παράσταση της εργασίας, η οποία αποτελεί  αφαίρεση του συγκεκριμένου χαρακτήρα των εργασιών και δεν παρατηρείται  εμπειρικά και  την αφηρημένη εργασία, η οποία στο παρόν σημείο έχει χαρακτήρα αιτήματος της ανάλυσης χωρίς ίδια εμπειρική πραγματικότητα.

Επιπρόσθετα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι στη γενική έννοια της εργασίας, αφενός μεν, κρατήσαμε μία αναφορά στην ωφελιμότητα της εργασίας, δηλαδή μία αναφορά στο γεγονός ότι αυτή η εργασία έχει ένα σκοπό, να παράγει αξίες χρήσης, αφετέρου δε, η γενική έννοια της εργασίας παριστά μία διαδικασία. Αντίθετα στο ενέργημα της αφαίρεσης με το οποίο παίρνουμε την «αφηρημένη εργασία», αφενός,  διαγράφεται ο σκοπός της παραγωγής αξιών χρήσης, καθώς η αξία χρήσης αποτελεί απλά προϋπόθεση για να είναι ένα προϊόν εμπόρευμα και από την πλευρά της ανάλυσης της αξίας δεν μας αφορά η αξία χρήσης, αφετέρου, αφορά εργασία παρελθούσα, εργασία η οποία έχει αντικειμενοποηθεί στο εμπόρευμα.

Η αφαίρεση με την οποία παίρνουμε την αφηρημένη εργασία αφαιρώντας τον σκοπό, διαγράφει οτιδήποτε χαρακτηρίζει μία εργασία: τη «σκοπιμότητα» που καθορίζει τις πρώτες ύλες, τα μέσα εργασίας και την ειδική δραστηριότητα που θα τα μετασχηματίσει σε ένα «σκοπούμενο» χρήσιμο προϊόν. Με άλλα λόγια, το «υπόλοιπο» της αφαίρεσης έχει τη μορφή «δαπάνη χρόνου χωρίς ορισμένο σκοπό». Στο σημείο που είμαστε δεν διακρίνεται από οποιαδήποτε εμπρόθετη δραστηριότητα, για παράδειγμα παιχνίδι, εκτός από το ότι η πρώτη ύλη που διεξάγεται η αφαίρεση  είναι οι διαφορετικές συγκεκριμένες εργασίες που τα παρήγαγαν, δηλαδή συγκεκριμένες εμπρόθετες δραστηριότητες. Αλλά το ερώτημα παραμένει. Η αφαίρεση που συντελείται καθιστά την έκφραση «αφηρημένη εργασία» μία αντίφαση εν τοις όροις: αυτό που υποδηλώνεται είναι μία «εργασία μη-εργασία», μία δαπάνη χρόνου (σε ένα παρελθόντα χρόνο) χωρίς «σκοπό» η οποία παρόλα αυτά είναι «εργασία» ή για να τονίσουμε και μόνο τη διαφορά, η αφαίρεση που τη συγκροτεί είναι ριζική: οδηγεί σε κάτι ως άλλο «γένος», διάφορο από τις συγκεκριμένες εργασίες. Με άλλα λόγια, φαίνεται ένα αδύνατο είδος (γένος) εργασίας, μία εργασία χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, πρώτη ύλη, τεχνική οργάνωση και συγκεκριμένα μέσα παραγωγής. Γνωρίζουμε ήδη ότι «αυτή η εργασία οφείλει να παρασταίνεται σαν χρήμα» (ΘΥ2: 192). Στη συνέχεια του κειμένου θα εξετάσουμε την αναγκαιότητα  της παράστασης της αφηρημένης εργασίας ως χρήμα.

 

3. Η ιδιωτική, η αφηρημένη και η κοινωνική εργασία

 

Η αναγκαιότητα της αφηρημένης εργασίας στην εμπορευματική-καπιταλιστική μορφή οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής πηγάζει από το ότι οι εργασίες που εκτελέστηκαν για την παραγωγή των εμπορευμάτων που ανταλλάσσουν οι εμπορευματοκάτοχοι πρέπει να επικυρωθούν ως τμήματα της συνολικής κοινωνικής εργασίας που δαπανάται για την αναπαραγωγή της κοινωνίας.

Η ανταλλαγή εμπορευμάτων αποτελεί μία ιδιαίτερη κοινωνική μορφή οργάνωσης της παραγωγής. Ο καταμερισμός εργασίας στην παραγωγή του συνολικού κοινωνικού προϊόντος παίρνει δύο όψεις όταν η παραγωγή παίρνει τη μορφή παραγωγής εμπορευμάτων με σκοπό την εγχρήματη ανταλλαγή. Η πρώτη είναι ο  καταμερισμός εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των εμπορευμάτων ως αξιών χρήσης. Αυτή την όψη μπορούμε να την ονομάσουμε τεχνικό καταμερισμό της εργασίας· και να δηλώνουμε το γεγονός ότι τα διαφορετικά τμήματα της εργασίας πρέπει να συνδυάζονται για την παραγωγή των αξιών χρήσης ως τεχνικό συνδυασμό της εργασίας. Η δεύτερη είναι ότι αυτός ο (τεχνικός) καταμερισμός της εργασίας επιμερίζεται σε τμήματα τα οποία παράγουν αυτοτελή εμπορεύματα προς ανταλλαγή. Αυτή την όψη την ονομάζουμε κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και κοινωνικό συνδυασμό της εργασίας, το αντίστοιχο γεγονός της αναγκαιότητας συνδυασμού των διαφορετικών τμημάτων που κατανέμεται κοινωνικά η εργασία. Η διαφορά αυτών των δύο όψεων φαίνεται από το ότι:

 

«σε κάθε εργοστάσιο η εργασία είναι συστηματικά καταμερισμένη, ο καταμερισμός αυτός όμως δεν πραγματοποιείται με το ότι οι εργάτες ανταλλάσουν τα ατομικά προϊόντα τους. Μονάχα τα προϊόντα αυτοτελών και ανεξάρτητων της μίας από την άλλη ατομικών εργασιών αντιπαρατίθενται το ένα στο άλλο ως εμπορεύματα» (Κ1: 56).

 

Εδώ πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι στην καπιταλιστική κοινωνία η εμπειρική υπόσταση του καταμερισμού εργασίας εμφανίζεται στην ανταλλαγή, ως μία πληθώρα διαφορετικών εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί για ανταλλαγή, δηλαδή ως υλική ύπαρξη του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας:

 

«Ο καταμερισμός της εργασίας, ως η ολότητα όλων των ειδών παραγωγικής δραστηριότητας, αποτελεί τη συνολική μορφή της κοινωνικής εργασίας από την υλική της πλευρά, ως εργασία δηλαδή που παράγει αξίες χρήσης. Ως τέτοια, όμως, υπάρχει – από την πλευρά των εμπορευμάτων μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής – μόνο στο αποτέλεσμά της, στη διαφοροποίηση των ίδιων των εμπορευμάτων» (Συμβολή: 69).

 

Αυτή η διαφορά μεταξύ των μορφών που παίρνει ο καταμερισμός εργασίας στην παραγωγή εμπορευμάτων εισάγει νέες έννοιες για την εργασία. Πρώτη, η ιδιωτική εργασία. «Ιδιωτική» είναι η διαδικασία εργασίας η οποία αποτελεί αυτοτελές και (σχετικά) ανεξάρτητο τμήμα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής. Αυτή βασίζεται στη άμεση (θεσμική) ανεξαρτησία κάθε ιδιαίτερου παραγωγού (καπιταλιστή) από όλους τους άλλους. Η σημαντική διαφορά με τη «συγκεκριμένη» έγκειται στο ότι κάθε προϊόν μίας «συγκεκριμένης» εργασίας δεν προσφέρεται αναγκαία για ανταλλαγή (μπορεί η τελευταία να είναι απλά τμήμα του τεχνικού καταμερισμού εργασίας εντός μίας «ιδιωτικής» διαδικασίας παραγωγής) ενώ το προϊόν της «ιδιωτικής» - «συγκεκριμένης» εργασίας, μία αξία χρήσης για άλλους, προσφέρεται για ανταλλαγή. Αυτή η διαφορά σημαίνει ότι η ιδιωτική εργασία μπορεί να περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές συγκεκριμένες εργασίες υπό τη σκέπη της σε κάποια περίοδο.6

Εδώ πρέπει να προσέξουμε μία τροποποίηση του νοήματος της έννοιας «αξία χρήσης». Ό, τι ορίζει τη «συγκεκριμένη» εργασία, η διαφοροποίηση και η διάρθρωση των σκοπιμοτήτων, τα μέσα εργασίας και οι πρώτες ύλες, υπόκειται στους όρους της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής. Επομένως, από την αρχή του Κεφαλαίου όταν αναφερόμαστε σε «αξία χρήσης» του εμπορεύματος δεν αναφερόμαστε στο αποτέλεσμα μίας «συγκεκριμένης» εργασίας αλλά στο αποτέλεσμα μίας συνάρθρωσης του «ιδιωτικού» και «συγκεκριμένου» χαρακτήρα της. Με άλλα λόγια, ο όρος «αξία χρήσης» δεν αναφέρεται στις «ανάγκες του ανθρώπου γενικά».

Όλες οι ιδιωτικές εργασίες, οι ανεξάρτητες καπιταλιστικές διαδικασίες παραγωγής συσχετίζονται έμμεσα μεταξύ τους μέσω του μηχανισμού της αγοράς, καθώς ο καθένας παράγει όχι για τον εαυτό του ούτε για την «κοινότητα» αλλά για την ανταλλαγή στην αγορά, για την υπόλοιπη κοινωνία που όμως «συναντιέται οικονομικά» μαζί της μόνο στην αγορά. Καθώς οι εμπορευματοκάτοχοι εκτελούν με ιδιαίτερους όρους την παραγωγική διαδικασία (για παράδειγμα ως προς την οργάνωση της εργασίας, την παραγωγικότητά της, τις ίδιες τις αξίες χρήσης που παράγουν, τον όγκο αυτών, ή την αξίωση τιμής που έχουν) αυτές οι ιδιωτικές εργασίες δεν είναι άμεσα τμήματα της συνολικής κοινωνικής εργασίας που απαιτείται για την αναπαραγωγή της κοινωνίας. Λέμε «άμεσα» για να υποδηλώσουμε ότι τα εμπορεύματα τα οποία παράγονται δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας μορφής ανάθεσης από την υπόλοιπη κοινωνία σε αυτούς τους παραγωγούς να τα παράγει. Εδώ εισάγουμε την έννοια της κοινωνικής εργασίας. Με αυτήν αναφερόμαστε στο σύνολο της κοινωνικά και τεχνικά καταμερισμένης και συνδυασμένης εργασίας για να παραχθεί το προϊόν που απαιτείται για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στην καπιταλιστική κοινωνία οι απαιτήσεις σε συνολική κοινωνική εργασία για την αναπαραγωγή της δεν προκύπτουν από προειλημμένη απόφαση (όπως θα μπορούσε να συμβαίνει σε μία συνεταιριστική μορφή οργάνωσης της παραγωγής) αλλά αναγνωρίζονται ως απαιτήσεις εκ των υστέρων:

 

«Αφετηρία δεν είναι η εργασία των ατόμων ως κοινωνική εργασία, αλλά, αντίστροφα, οι ιδιαίτερες εργασίες των ξεχωριστών ατόμων οι οποίες μόλις στη διαδικασία της ανταλλαγής αποδεικνύονται ως γενική κοινωνική εργασία μέσω της άρσης του αρχικού τους χαρακτήρα. Η γενική κοινωνική εργασία δεν αποτελεί, επομένως, έτοιμη προϋπόθεση, αλλά αποτέλεσμα που προκύπτει στη διαδικασία της ανταλλαγής» (Συμβολή: 60).

 

Καθώς οι ιδιωτικές εργασίες, αντικειμενοποιημένες σε ειδικές αξίες χρήσης, δεν αναγνωρίζονται άμεσα ως τμήματα της κοινωνικής εργασίας (ούτε ως προς την αξία χρήσης ούτε ως προς τις αξιώσεις σε χρήμα που έχουν τα ατομικά κεφάλαια με το εμπόρευμα που παράγουν) απαιτείται μία διαδικασία, αντικειμενική, κοινωνικά έγκυρη και καθολική, μέσω της οποίας να αναγνωρίζονται ως τμήματα του καπιταλιστικού κοινωνικού καταμερισμού και συνδυασμού εργασίας, της κοινωνικής εργασίας όπως οργανώνεται στον καπιταλισμό. Με άλλα λόγια, για να πιστοποιηθεί η κοινωνικότητα της αξίας χρήσης η οποία παράγεται και, επομένως, ο κοινωνικός χαρακτήρας της συνολικής, «ιδιωτικά» εκτελεσμένης, διαδικασίας εργασίας που την παρήγαγε, έτσι ώστε δι’ αυτής της πιστοποίησης οι εμπορευματοκάτοχοι να μπορούν να έχουν απαιτήσεις (εγχρήματες) στα προϊόντα εργασίας άλλων, απαιτείται ένας μετασχηματισμός των ιδιωτικών-συγκεκριμένων εργασιών σε μια κοινή μορφή που τις καθιστά σύμμετρες. Αυτή η κοινή μορφή είναι η αφηρημένη εργασία και ο μετασχηματισμός της ιδιωτικά εκτελεσμένης εργασίας σε αφηρημένη εργασία αποτελεί τη μεσολάβηση η οποία απαιτείται για να μπορούν οι ιδιωτικές εργασίες να πιστοποιηθούν ως τμήματα της κοινωνικής εργασίας.

 

4. Ο μετασχηματισμός της ιδιωτικής σε αφηρημένη εργασία

 

Με ποιο τρόπο οργανώνεται ο μετασχηματισμός της ιδιωτικής σε αφηρημένη εργασία;

Καθοριστική για την οργάνωση του μετασχηματισμού είναι η ανταλλαγή καθώς αποτελεί τον τόπο συνάντησης των εμπορευματοκατόχων:

 

«Γενικά τα αντικείμενα χρήσης γίνονται εμπορεύματα μόνο γιατί είναι προϊόντα ατομικών [ιδιωτικών] εργασιών πού ασκούνται η μια ανεξάρτητα από την άλλη. Το σύνολο αυτών των ατομικών [ιδιωτικών] εργασιών αποτελεί τη συνολική εργασία της κοινωνίας [κοινωνική εργασία]. Επειδή οι παραγωγοί έρχονται σε κοινωνική επαφή μόνο με την ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας τους, και τα ειδικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των ατομικών [ιδιωτικών] τους εργασιών φανερώνονται μονάχα μέσα στα πλαίσια αυτής της ανταλλαγής. Μ’ άλλα λόγια οι ατομικές [ιδιωτικές] εργασίες δρουν στην πράξη σαν μέλη της συνολικής εργασίας της κοινωνίας [κοινωνικής εργασίας] μόνο μέσω των σχέσεων που η ανταλλαγή φέρνει τα προϊόντα της εργασίας μεταξύ τους και μέσω αυτών των προϊόντων τους ίδιους τους παραγωγούς» (Κ1: 86).

 

Στην ανταλλαγή άμεσα σχετίζονται εμπορεύματα.7 Οι εμπορευματοκάτοχοι δεν σχετίζουν τις εργασίες τους. Η συσχέτιση των εργασιών είναι αποτέλεσμα της συσχέτισης των εμπορευμάτων:

 

«Επομένως οι άνθρωποι δεν συσχετίζουν μεταξύ τους τα προϊόντα της εργασίας τους σαν αξίες επειδή τα πράγματα αυτά χρησιμεύουν γι’ αυτούς σαν απλά εμπράγματα περιβλήματα ομοειδούς ανθρώπινης εργασίας. Αντίστροφα. Εξισώνοντας στην ανταλλαγή το ένα με το άλλο τα διαφορετικά προϊόντα τους σαν αξίες, εξισώνουν μεταξύ τους τις διάφορες εργασίες τους σαν ανθρώπινη [αφηρημένη] εργασία» (Κ1: 87).

 

Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος μέσω των οποίων οι ιδιωτικές εργασίες μετατρέπονται σε αφηρημένη εργασία εδράζεται στην ανταλλαγή αντικειμένων, των προϊόντων αυτών των εργασιών και πραγματοποιείται μέσω αυτής της ανταλλαγής. Με άλλα λόγια, η όποια αφαίρεση δεν αποτελεί (νοητική) εργασία των εμπορευματοκατόχων αλλά αντικειμενικό αποτέλεσμα της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Επιπρόσθετα αποκτά ύπαρξη μέσω ενός «άλλου»: είναι η υλικότητα8 της ανταλλαγής των εμπορευμάτων που την απαιτεί.

Η ανάλυση της μορφής της αξίας μας παρέχει τη δυνατότητα να σκεφτούμε πώς οργανώνεται αυτή η αφαίρεση. Παρουσιάζοντας περιληπτικά9 αυτήν την ανάλυση, τα κύρια σημεία της σχετικά με το θέμα μας, μπορούν να συνοψιστούν όπως στη συνέχεια. Ο κάθε παραγωγός φέρνοντας το προϊόν του στην αγορά απαιτεί δι’ αυτού προϊόντα άλλων. Επομένως ο ίδιος το προϊόν του το αντιμετωπίζει «σαν εντολή πάνω σε μια καθορισμένη ποσότητα όλων των εκφράσεων της κοινωνικής εργασίας» (ΘΥ3: 166).10 Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η ισχύς αυτής της εντολής και η έκταση της ισχύος. Η απαίτηση σε προϊόντα εργασίας άλλων και ο καθορισμός της έκτασης αυτής της απαίτησης παίρνει εμπειρική υπόσταση μέσω της χρηματικής έκφρασης της αξίας των εμπορευμάτων.11 Πριν την πράξη της ανταλλαγής αυτή η απαίτηση παίρνει τη μορφή της τιμής (που αποτελεί μία ιδεατή έκφραση της αξίας του εμπορεύματος, τη διεκδίκηση σε αξία του εμπορευματοκατόχου) (Κ1: 115, 117). Μετά την ανταλλαγή, μπορεί να πραγματοποιηθεί η αξία του εμπορεύματος (να πωληθεί) στην τιμή του ή όχι. Κάτι το οποίο αφορά και το μέγεθος της αξίας (τιμή πώλησης) αλλά και το αν το προϊόν είναι αξία (μπορεί να μην πωληθεί καθόλου). Δηλαδή η ανταλλαγή αποτελεί «salto mortale» (Κ1: 118) του εμπορεύματος όπου είτε επικυρώνονται οι απαιτήσεις σε αξία είτε όχι και με την πράξη της ανταλλαγής και τη μετατροπή του εμπορεύματος που κατέχει ο εμπορευματοκάτοχος σε χρήμα ορίζεται το μέγεθος της αξίας που έχει.

Η αφαίρεση του ειδικού χαρακτήρα των εργασιών πραγματοποιείται μέσω της χρηματικής σχέσης. Επειδή κάθε εμπόρευμα αποτιμά την αξία του σε χρήμα, δηλαδή πρώτα μετατρέπεται «έμπρακτα», κατά τη στιγμή του υπολογισμού της αξίας του, «ιδεατά» ή πραγματικά, 12 σε ένα άλλο σώμα. Σε ένα κοινωνικά έγκυρο σώμα που αποτελεί εντολή σε άλλες αξίες χρήσης (εμπορεύματα). Αυτή αποτελεί μία «έμπρακτη» αναγνώριση ότι δεν λογίζεται μόνο ως αξία χρήσης αλλά ως αξία και μπορεί να δρα ως αξία με τη μορφή του χρήματος («ιδεατά» αρχικά, ή όταν πραγματοποιηθεί η ανταλλαγή). Μέσω της τιμιακής (χρηματικής) μορφής που εξασφαλίζει η ανταλλαγή, ως μορφή οργάνωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και αναπαραγωγής, αποτιμάται η συγκεκριμένη-ιδιωτική εργασία που παρήγαγε το εμπόρευμα ως ισοδύναμη (ιδεατά) με άλλες εργασίες. Με άλλα λόγια, η τιμιακή μορφή εκφράζει το αποτέλεσμα αφαίρεσης του συγκεκριμένου χαρακτήρα των εργασιών, εφόσον παρίστανται στην τιμή ως εργασίες που παρήγαγαν αξία και, επομένως, η μορφή της αφαίρεσης13 συνίσταται στην αξιακή έκφραση του εμπορεύματος στο χρήμα. Ταυτόχρονα η τιμιακή μορφή διεκδικεί την παράσταση της ιδιωτικής εργασίας που παρήγαγε το εμπόρευμα ως τμήμα της κοινωνικής εργασίας και η μετατροπή του εμπορεύματος σε χρήμα, επικυρώνει (ή όχι) αυτήν τη διεκδίκηση (και την έκταση αυτής της διεκδίκησης).14

Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το σχήμα της αφαίρεσης του συγκεκριμένου-ιδιωτικού χαρακτήρα των εργασιών διέπεται από ένα σχήμα λογικής χρονικότητας όπως αυτό που ακολουθεί; Ιδιωτική εργασία που παράγει προϊόν, ανταλλαγή του προϊόντος/μετατροπή της ιδιωτικής σε αφηρημένη, αναγνώριση της ιδιωτικής εργασίας όπως μετατράπηκε σε αφηρημένη εργασία ως τμήμα της κοινωνικής εργασίας;

Όχι! Ένα τέτοιο σχήμα λογικής χρονικότητας θα σήμαινε ότι η καπιταλιστική παραγωγή είναι απλά παραγωγή αξιών χρήσης. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει η παραγωγή για ανταλλαγή είναι παραγωγή εμπορευμάτων. Επομένως το πρόβλημα που βρίσκεται στη βάση της διάκρισης ανάμεσα στην τιμιακή μορφή και την πραγματοποίησή της, δηλαδή ανάμεσα στην ιδεατή και την πραγματοποιημένη αξία, έγκειται στο ότι από τη μία πλευρά, η αφηρημένη εργασία σχηματίζεται με την ανταλλαγή των εμπορευμάτων, ενώ από την άλλη πλευρά στην ανταλλαγή εισέρχονται εμπορεύματα, δηλαδή (ιδεατά) σώματα στα οποία παρασταίνεται αφηρημένη εργασία. Με τα λόγια του Μαρξ υφίσταται μία «δυσκολία, η οποία έγκειται στο γεγονός ότι τα εμπορεύματα πρέπει από τη μια μεριά να μπούνε στη διαδικασία της ανταλλαγής ως αντικειμενοποιημένος γενικός χρόνος εργασίας και, από την άλλη, αυτή η αντικειμενοποίηση του χρόνου εργασίας των ατόμων ως γενικός χρόνος εργασίας δεν είναι παρά το προϊόν της διαδικασίας της ανταλλαγής» (Συμβολή: 60).

Το γεγονός ότι η καπιταλιστική παραγωγή είναι παραγωγή για την ανταλλαγή, παραγωγή εμπορευμάτων, σημαίνει ότι η ίδια η παραγωγή συντελείται μέσω των μορφών που λαμβάνει από την ανταλλαγή. Παράγονται δηλαδή ενότητες αξίας χρήσης με χρηματική αποτίμηση, (ιδεατή) αξία και συγκεκριμένο μέγεθος. Με άλλα λόγια, οι αξίες χρήσης έρχονται με τιμή, δηλαδή ως εμπορεύματα, στην ανταλλαγή:

 

«Μόνο με την εκποίηση (Verausserung) η ατομική εργασία παρασταίνεται πραγματικά σαν το αντίθετό της. Το εμπόρευμα πρέπει όμως να έχει αυτή τη γενική έκφραση, προτού εκποιηθεί. Αυτή η ανάγκη της παράστασης της ατομικής εργασίας σαν γενικής εργασίας είναι η ανάγκη της παράστασης ενός εμπορεύματος με τη μορφή του χρήματος» (ΘΥ3: 156).

 

Επομένως για να κατανοήσουμε την αφηρημένη εργασία θα πρέπει να στραφούμε στην διαδικασία παραγωγής των εμπορευμάτων.

 

5. Η διαδικασία αξιοποίησης και η αφηρημένη εργασία

 

Τα εμπορεύματα είναι προϊόντα της διαδικασίας παραγωγής και όπως δείχνει η ανάλυση του 5ου κεφαλαίου του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου μπορούμε να αναλύσουμε την τελευταία από δύο διακριτές οπτικές γωνίες. Σύμφωνα με την πρώτη, η διαδικασία παραγωγής ανάγεται σε (συγκεκριμένη) εργασία (με τις αναγκαίες πρώτες ύλες και μέσα) που σκοπεύει στην παραγωγή αξιών χρήσης (Κ1: 191, 197). Σύμφωνα με τη δεύτερη πρόκειται για «διαδικασία αξιοποίησης» όπου η εργασία λογίζεται ως εργασία που «δημιουργεί αξία, δηλαδή σαν πηγή αξίας» (Κ1: 201). Και οι δύο πλευρές, αποτελούν δύο «ταυτόχρονες» «όψεις/προοπτικές» επί της (εκάστοτε) μίας και ενιαίας πραγματικής διαδικασίας παραγωγής στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Η διαδικασία αξιοποίησης, η ανάγκη παράστασης των προϊόντων ως αξίες και η παραγωγή υπεραξίας και (κανονικού) κέρδους επιβάλλει όλες οι διάφορες ως προς τη σκοπιμότητα εργασίες να αναχθούν σε μία κοινή έκφραση και αυτή τη βρίσκουν στο χρήμα (Κ1: 199 κ.ε.).

Ο κεφαλαιοκράτης ως οργανωτής της παραγωγής, όπως παρουσιάζει τη διαδικασία ο Μαρξ (Κ1: 199-209), αποτελεί το στοιχείο το οποίο επιτελεί την «αφαίρεση» καθώς πρέπει να συσχετίσει το «συγκεκριμένο» των εργασιών με την χρηματική έκφραση της υπεραξίας και της αξίας και να τις οργανώσει κατάλληλα, φροντίζοντας οι όροι εκτέλεσης της εργασίας και της κατανάλωσης σταθερού κεφαλαίου, όπως αποτιμώνται ως κόστος χρηματικά, να επιτρέπουν να παραχθεί μεγαλύτερο μέγεθος αξίας από το μέγεθος αξίας του κεφαλαίου που προκαταβλήθηκε.

Η υπαγωγή της διαδικασίας εργασίας στη διαδικασία αξιοποίησης σημαίνει ότι όλα τα στοιχεία που την καθορίζουν υφίστανται αφαίρεση, καθώς στο «λογιστήριο» της επιχείρησης το κάθε τι μετριέται χρηματικά. Βλέπουμε ότι η «αφαίρεση» δεν είναι «κλασική», δεν αφαιρούμε διαφορές για να βρούμε τα κοινά ως υπόλοιπο, αλλά παραπέμπει στην οργάνωση της  αναπαράστασης των διαφορετικών εργασιών ως όμοιων, μέσω ενός τρίτου (χρήματος). Αυτή η διαδικασία αναπαράστασης (δηλαδή η «αφαίρεση») «διαγράφει/αφαιρεί» ό, τι τις καθιστά συγκεκριμένες/σκόπιμες δραστηριότητες ακριβώς διότι τις εμβαπτίζει («προσθέτει») όλες σε μία άλλη ίδια διάσταση: τη χρηματική διάσταση.

Ιδωμένη η εργασία υπό την προοπτική της διαδικασίας αξιοποίησης αποκτά άλλο σκοπό: είναι εργασία παράγουσα χρήμα (και κέρδος) και όχι μία συνήθη αξία χρήσης, επομένως είναι όμοια με κάθε άλλη εργασία, αποτελεί άλλο «γένος» εργασίας που «ενυπάρχει» σε κάθε ιδιαίτερη διαδικασία παραγωγής στον καπιταλισμό. Είναι προφανές ότι δεν δημιουργεί ο κεφαλαιοκράτης την αφαίρεση: αυτή την εξασφαλίζει το χρήμα και η παράσταση της εργασίας ως αφηρημένης εργασίας σε αυτό, δηλαδή το εξασφαλίζουν οι όροι της ανταλλαγής ως κοινωνικής μορφής οργάνωσης της παραγωγής. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα σύνολο όρων το οποίο ήδη υπάρχει και εξασφαλίζει τους τρόπους, τις μορφές, τις τεχνικές και μία ήδη συντελεσμένη ιστορία για να ασκηθεί το ενέργημα της αφαίρεσης.  

Μπορούμε, επομένως, να πούμε ότι αφηρημένη εργασία είναι η πραγματικά εκτελεσμένη εργασία όταν τη βλέπουμε υπό το φως της μορφοποίησής της και οργάνωσής της έτσι ώστε καθώς εκτελείται να παράγει αξία και υπεραξία (σε χρηματικούς όρους). Η αφηρημένη εργασία αποτελεί μεσολαβητικό παράγοντα για να γίνει η ιδιωτική-συγκεκριμένη εργασία κοινωνική, μόνο επειδή στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής οργανώνεται έτσι η διαδικασία εργασίας ώστε μαζί με την παραγωγή του βαμβακιού να παράγεται και καθαρή ποσότητα αξίας, όπως αποτιμάται σε χρήμα και επομένως να μπορεί η εργασία να λογίζεται ως ίδια με κάθε άλλη επειδή παρεμβάλλεται η ιδεατή ανταλλαγή του εμπορεύματος με χρήμα.15 Η μορφή της αφηρημένης εργασίας είναι η εργασία ως παράγουσα αξία, δηλαδή χρήμα. (Δηλαδή, η πραγματικά εκτελούμενη εργασία, ως ενότητα συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας, παράγει προϊόν που αποτιμάται σε χρήμα και το οποίο προϊόν παρήχθη με σκοπό να αποφέρει το κανονικό κέρδος). Εδώ φυσικά πρέπει να σημειώσουμε ότι καθώς ο στόχος παραγωγής του (μελλοντικού) κανονικού κέρδους καθορίζει τους όρους οργάνωσης της (τρέχουσας) διαδικασίας παραγωγής θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν περιμένει ο καπιταλιστής να εκκινήσει η διαδικασία παραγωγής για να την οργανώσει: υπό μία έννοια η αφαίρεση είναι «ήδη» συντελεσμένη, «πριν» την εκκίνηση της διαδικασίας παραγωγής.

 

6. Η αφηρημένη εργασία, η ανταλλαγή και η παραγωγή

 

Η προηγούμενη ανάλυση δημιουργεί μία αμφισημία: πού γίνεται η αφαίρεση του συγκεκριμένου χαρακτήρα των εργασιών και σχηματίζεται η αφηρημένη εργασία; στην παραγωγή, όπως περιγράψαμε στην προηγούμενη ενότητα, ή στην ανταλλαγή, όπως περιγράψαμε στην προ-προηγούμενη ενότητα;

Για την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα μας βοηθήσει η διάκριση μεταξύ αξίας και μεγέθους της αξίας, δηλαδή μεταξύ της «ποιοτικής» και της «ποσοτικής» διάστασης.

Σε κάθε επιχείρηση ό, τι παράγεται εκφράζει ιδιωτική εργασία και ως εκ τούτου η όποια αφαίρεση του συγκεκριμένου χαρακτήρα των εργασιών συμβαίνει εκεί δεν είναι ικανή να την καταστήσει τμήμα της κοινωνικής εργασίας. Πρόκειται για μη-πλήρη, από την άποψη της ένταξης στη κοινωνική εργασία αφαίρεση, όπως άλλωστε δείχνει η διαφορά μεταξύ (σχεδιασθείσας) τιμής (ιδεατού μεγέθους αξίας) και μετατροπής του εμπορεύματος σε χρήμα («πραγματικού» μεγέθους αξίας). Αν το εξετάσουμε, όμως, πιο συγκεκριμένα παρατηρούμε ότι ο καπιταλιστής, ως οργανωτής της παραγωγής, έχει «πάντα ήδη» δεδομένες τις μορφές οργάνωσης της ανταλλαγής: τη μορφή-εμπόρευμα και τη μορφή-χρήμα. Για να εκπληρώσει τον στόχο παραγωγής κέρδους παράγει εμπορεύματα, προϊόντα για ανταλλαγή, όπως αναλύσαμε στην προηγούμενη ενότητα, επομένως παραλαμβάνει τις μορφές εμπόρευμα και χρήμα (είναι «πάντα ήδη» εμβαπτισμένη η δραστηριότητά του σε αυτές) και μέσω αυτών εργάζεται επί της πραγματικά εκτελούμενης εργασίας ώστε να την παραστήσει σε χρήμα και επομένως σε αφηρημένη εργασία, χωρίς καμία ειδική ποιότητα πέραν της χρηματικής της αποτίμησης. Με άλλα λόγια, δίνει τη μορφή της αφηρημένης εργασίας στις συγκεκριμένες εργασίες που εκτελούνται ιδιωτικά και τη μορφή της δυνάμει κοινωνικής εργασίας μέσω των διεκδικήσεων σε αξία και υπεραξία που έχει το αποτέλεσμα της εργασίας που επιτελεί. Εδώ η μετατροπή συγκεκριμένης εργασίας σε αφηρημένη δια της παράστασής της σε χρήμα είναι δρώσα και αποτελεί στοιχείο οργάνωσης της διαδικασίας αξιοποίησης, ή με άλλα λόγια η άμεση παραγωγή αποτελεί τόπο που είναι παρατηρήσιμη «εν δράσει» η αφαίρεση του συγκεκριμένου χαρακτήρα των εργασιών. Σε μία πιο γενική διατύπωση: η αφηρημένη εργασία αποτελεί τη μετασχηματισμένη μορφή των εργασιών ώστε να καθίστανται συγκρίσιμες. Αφαιρεί τη σκοπιμότητα από αυτές και συνακόλουθα όλες τις απαιτήσεις που προκύπτουν από αυτή. Αυτή η αφαίρεση επιτυγχάνεται μέσω της δυνατότητας παράστασης κάθε εμπορεύματος στο χρήμα, δηλαδή, τελικά, μέσω της παράστασης του αποτελέσματος κάθε ιδιωτικής-συγκεκριμένης εργασίας στο χρήμα. Ωστόσο από τη στιγμή που έχει υπάρξει η εμπορευματική και η χρηματική μορφή, δεν απαιτείται να τίθεται το χρήμα πραγματικά έναντι του εμπορεύματος. Μπορεί ο ίδιος μετασχηματισμός, που επιφέρει η αφαίρεση, να συμβεί ιδεατά, μέσω της τιμολόγησης του προϊόντος.

Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας του καπιταλιστή - οργανωτή της παραγωγής αποτιμάται στην ανταλλαγή που ακολουθεί την παραγωγή, όπου επικυρώνονται ή όχι οι απαιτήσεις αξίας που εκφράζει η τιμή. Αυτό σημαίνει ότι η ανταλλαγή που ακολουθεί την παραγωγή είναι καθοριστική για το συγκεκριμένο καθορισμό του μεγέθους της αξίας και τη σχετική προσαρμογή των ήδη αφηρημένων ιδιωτικών-συγκεκριμένων εργασιών ως εν ενεργεία και όχι απλά δυνάμει τμημάτων της κοινωνικής εργασίας.

Παρατηρούμε ότι η ανταλλαγή είναι στην αρχή και το τέλος αυτής μετατροπής. Προμηθεύει τις μορφές που θα εργαστεί η διαδικασία παραγωγής και αποτελεί τον τόπο της τελικής επικύρωσης της αφαίρεσης (παράστασης σε χρήμα) που έχει συντελεστεί στη διαδικασία παραγωγής. Αλλά μεταξύ της αρχής και του τέλους υπάρχει διαφορά «επιπέδου» οργάνωσης των εννοιών. Τις μορφές τις προμηθεύει η ανταλλαγή ως μορφή οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής. Την επικύρωση την κάνει η ανταλλαγή ως στιγμή του κύκλου αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Παρατηρούμε επίσης ότι η απάντηση στο ερώτημα αλλάζει ανάλογα με το αν αναφερόμαστε στην αξία και τις μορφές της ή το μέγεθος της αξίας, στην «ποιοτική» ή την «ποσοτική» διάσταση. Σχηματίζει η διαδικασία αξιοποίησης αφηρημένη εργασία; και ναι και όχι. Ναι ως προς τη μορφή. Αυτό σημαίνει ότι τα προϊόντα της (καπιταλιστικής) ιδιωτικής εργασίας είναι δυνάμει κοινωνική εργασία. Αλλά το «δυνάμει», εκτός από το ότι δηλώνει τη στέρηση του «ενεργεία», δηλώνει επίσης τον ποιοτικό προσχηματισμό που καθιστά την ιδιωτική εργασία «δυνάμει κοινωνική», καθώς η πρώτη παριστάνεται στο χρήμα υπό τη μορφή απαιτήσεων σε αυτό. Αυτό σημαίνει επίσης ότι τα εμπορεύματα που παρήχθησαν συνιστούν μορφή κυκλοφορούντος κεφαλαίου. Όχι ως προς το μέγεθος. Καθώς η πραγματική μετατροπή των προϊόντων της εργασίας σε χρήμα, δηλαδή η ανταλλαγή ως στιγμή του κύκλου αξιοποίησης, αποβαίνει καθοριστική για την πιστοποίηση της κοινωνικής εργασίας που αποτελεί «αρχική συνθήκη» για την επόμενη φάση της διαδικασίας παραγωγής και τους καθορισμούς της δυναμικής της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Αυτό σημαίνει επίσης ότι το χρήμα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν μπορεί να υποκατασταθεί από κουπόνια εργασίας, ότι τα προϊόντα της ιδιωτικής εργασίας δεν είναι άμεσα χρήμα.

Ωστόσο αν λάβουμε υπόψη ότι οι καθορισμοί της άμεσης διαδικασίας παραγωγής προέρχονται από τη συνολική διαδικασία κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής, η αφαίρεση του συγκεκριμένου-ιδιωτικού χαρακτήρα των εργασιών, ως θεμελιώδης όρος για να λειτουργεί η ανταλλαγή ως μορφή οργάνωσης της κοινωνικής αναπαραγωγής, θα πρέπει να απλώνεται σε όλο τον κύκλο αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Από αυτήν την προοπτική η ανάλυση εδώ ερεύνησε ένα μικρό τμήμα των τρόπων που αυτές οι διαδικασίες αφαίρεσης καθίστανται δρώσες στο πεδίο της εμπειρίας μας και μας επιτρέπουν να έχουμε εμπειρική λαβή επάνω τους.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

 

Μαρξ

 

Grundrisse: Μαρξ, Κ. (1989), Grundrisse. Tόμος 1, Αθήνα, Στοχαστής.

ΘΥ2: Μαρξ, Κ. (1982), Θεωρίες για την υπεραξία. Τόμος 2, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

ΘΥ3: Μαρξ, Κ. (1985), Θεωρίες για την υπεραξία. Τόμος 3, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

K1α και Παράρτημα: Μαρξ, Κ. (1991), Εμπόρευμα και χρήμα. Το πρώτο βιβλίο από την πρώτη έκδοση (1867) του «Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» με το παράρτημα Ι.1: Η αξιακή μορφή, Αθήνα, Κριτική.

Κ1: Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο. Tόμος 1, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

Συμβολή: Μαρξ, Κ. (2010), Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

 

Άλλα έργα

 

Αlthusser, L. (1994), Φιλοσοφικά, Αθήνα, Ο Πολίτης.

Althusser, L. (1986), «Η έννοια του οικονομικού νόμου στο “Κεφάλαιο”», Θέσεις, τ. 15, [www.theseis.com].

Arthur, C. (2006), «Η έννοια του χρήματος», Θέσεις, τ. 95, [www.theseis.com].

Böhm-Bawerk, E. (1949), Karl Marx and the Close of his System, New York, Augustus M. Kelley Publishers.

Λαπατσιώρας, Σ. (2006), «Απλή αξιακή μορφή, εμπόρευμα και χρήμα. Μια ανάγνωση του πρώτου τμήματος του Κεφαλαίου», Θέσεις, τ. 95, [www.theseis.com].

Λαπατσιώρας, Σ. (2009), «Η διαλεκτική της απλής αξιακής μορφής», Αξιολογικά, τ. 21.

Μηλιός, Γ., Δ. Δημούλης και Γ. Οικονομάκης (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό, Αθήνα, Νήσος.

 

 

1  Μία σύμβαση για την παραπομπή στα έργα του Μαρξ. Στο Κεφάλαιο, παραπέμπουμε με το αρχικό γράμμα Κ. Κ1 σημαίνει ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου. Στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου με Κ1α. Στο Παράρτημα της 1ης έκδοσης με «Παράρτημα». Στις Θεωρίες για την Υπεραξία, με ΘΥ, όπου ΘΥ2 σημαίνει ο δεύτερος τόμος και ΘΥ3 ο τρίτος, με Grundrisse στην ελληνική έκδοση των Grundrisse και με Συμβολή στη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Οι αριθμοί των σελίδων παραπέμπουν στις ελληνικές μεταφράσεις που παρατίθενται στη βιβλιογραφία.

2  Στο παράθεμα ό, τι είναι σε αγκύλες, [], αποτελεί προσθήκη που αποσκοπεί στη διασάφηση του νοήματος του παραθέματος. Το ίδιο ισχύει για όλα τα παραθέματα στη συνέχεια του κειμένου.

3  Τη σημασία που έχει η διάκριση όσον αφορά την αφηρημένη εργασία, την παρουσιάζουμε στις ενότητες 5 και 6 στη συνέχεια.

4  Αναλυτικά σε Μηλιός et al, 2005: κεφάλαια 1-3.

5  Πιο αναλυτικά για τη μέθοδο του Μαρξ στο Κεφάλαιο σε Althusser 1986, και Λαπατσιώρας 2006.

6  Η σχέση μεταξύ συγκεκριμένης και ιδιωτικής εργασίας υπακούει στη δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ενδέχεται οι συγκεκριμένες εργασίες που κάποια στιγμή υπάγονται σε μία ιδιωτική διαδικασία παραγωγής να αυτονομηθούν ως τμήματα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και να γίνουν διαφορετικές ιδιωτικές διαδικασίες, όπως ενδέχεται και το αντίστροφο, τμήματα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας να απωλέσουν την ιδιότητα ανεξάρτητων ιδιωτικών διαδικασιών παραγωγής και να γίνουν συγκεκριμένες εργασίες εντός μίας συνολικής ιδιωτικής διαδικασίας παραγωγής ενός προϊόντος ως εμπορεύματος.

7  Σχετίζονται εμπορεύματα, δηλαδή ενότητες αξίας χρήσης και αξίας, με το χρήμα που αποτελεί μορφή εμφάνισης της αξίας, μέτρο της και γενικό ισοδύναμο. Ωστόσο, αφενός μεν, δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί η μορφή της αξίας, δηλαδή η αναγκαιότητα του χρήματος ως μορφή εμφάνισης της αξίας και παράστασης της αφηρημένης εργασίας· περιοριζόμαστε επομένως, ακολουθώντας τη θεωρητική κίνηση του Μαρξ, στη μορφή της  ανταλλαγής ως σχετισμού εμπορευμάτων· αφετέρου δε η ανάλυση της μορφής της ανταλλαγής καθοδηγεί την ανάλυση της μορφής της αξίας, δηλαδή την κατανόηση του χαρακτήρα της  αφηρημένης εργασίας.

8  «Υλικότητα» με μία διευρυμένη έννοια που μπορεί να είναι «το απλό ίχνος, η υλικότητα της χειρονομίας που αφήνει ένα ίχνος» (Αλτουσέρ 1994: 36).

9  Αναλυτικά σε Arthur 2006, Λαπατσιώρας 2006, 2009, Μηλιός et al, 2005: κεφάλαια 1-3.

10  Σε μία ισοδύναμη διατύπωση: «Αυτό που πριν από όλα ενδιαφέρει πρακτικά τους ανταλλάχτες προϊόντων είναι το ζήτημα πόσα ξένα προϊόντα θα πάρουν για το δικό τους προϊόν, δηλαδή με βάση ποιες αναλογίες ανταλλάσσονται τα προϊόντα μεταξύ τους» (Κ1: 88)

11  Αν δεν υπάρχει η χρηματική μορφή τότε «τα εμπορεύματα δεν έχουν μια γενική σχετική μορφή αξίας, με την οποία να εξομοιώνονται ως αξίες και να συγκρίνονται ως μεγέθη αξίας. Έτσι δεν αντικρίζουν το ένα το άλλο σαν εμπορεύματα αλλά μόνο σαν αξίες χρήσης» [Κεφάλαιο, Τ1: 100] και «στον ίδιο βαθμό που τα προϊόντα της εργασίας μετατρέπονται σε εμπορεύματα, συντελείται η μετατροπή του εμπορεύματος σε χρήμα» (Κ1: 101).

12  Εδώ κρατάμε τις διακρίσεις του Μαρξ μεταξύ της τιμολόγησης ενός προϊόντος από τον καπιταλιστή-παραγωγό και της τιμής που λαμβάνει κατά την ανταλλαγή του.

13  Εδώ πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι η διαδικασία της αφαίρεσης συνεπάγεται τη δημιουργία μηχανισμών που αποβλέπουν στη διαδικασία παραγωγής ως διαδικασία αξιοποίησης  όπως θα δούμε στη συνέχεια. Επομένως σε αυτό το σημείο της ανάπτυξης του Μαρξ πρόκειται για την πιο γενική και αφηρημένη μορφή με την οποία δίνεται η διαδικασία αφαίρεσης των ειδικών χαρακτηριστικών της εργασίας.

14  Και με διατυπώσεις που συναντάμε στο κείμενο της Συμβολής στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας: «Στην πραγματικότητα όμως οι ατομικές εργασίες, οι οποίες παριστάνονται με αυτές τις ιδιαίτερες αξίες χρήσης, γίνονται γενική εργασία και, με αυτόν τον τρόπο, κοινωνική εργασία, μόνο όταν ανταλλάσσονται πραγματικά η μία έναντι της άλλης σε αναλογίες αντίστοιχες με τη χρονική διάρκεια της εργασίας που περιέχεται σ’ αυτές. Ο κοινωνικός χρόνος εργασίας υπάρχει σε αυτά τα εμπορεύματα μόνο σε λανθάνουσα, ας πούμε, μορφή και φανερώνεται μόνο στη διαδικασία της ανταλλαγής» (Συμβολή: 59-60).

15  Το γεγονός ότι η αφαίρεση εγγράφεται στην κάθε «ατομική» διαδικασία παραγωγής συνεπάγεται ότι η «αφηρημένη» και η «κοινωνική» εργασία είναι διαφορετικοί προσδιορισμοί.