Για τη στρατηγική του αντικαπιταλιστικού κινήματος*. Μέρος Α΄
του Ηλία Ιωακείμογλου

1. Η στρατηγική, η μαγική σκέψη και η ιστορία

Μέσα από αναρίθμητες παρατηρήσεις και υπομονετικούς πειραματισμούς, πεισματικές και επανειλημμένες απόπειρες, γεννήθηκε κατά τον τέταρτο αιώνα π.Χ. στην Αίγυπτο, η μεταλλουργία του χαλκού: η τεχνική προηγείται λοιπόν της επιστήμης, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, «ευθύς εξαρχής, η γέννηση και η ανάπτυξη της επιστήμης εξαρτήθηκαν από την παραγωγή» (Ένγκελς). Για όσο καιρό μάλιστα, η παραγωγή βασίζεται στην απλή εμπειρική γνώση, διανοίγει το έδαφος πάνω στο οποίο εγκαθίσταται η μαγική σκέψη, η ερμηνεία των φαινομένων μέσω της δεισιδαιμονίας και του θρησκευτικού μυστικισμού.

Κάπως έτσι, με αυτό το τόσο γνωστό και κοινότυπο ερμηνευτικό σχήμα, φαίνεται ότι είναι δυνατό να περιγράψουμε και το καταστατικό των γνώσεων εκείνων που κάνουν δυνατή την άσκηση της τέχνης της στρατηγικής: γνώσεις που αποκτήθηκαν μέσα από μια μακρά σειρά παρατηρήσεων και αναλύσεων των. στρατιωτικών συγκρούσεων, και που συναπαρτίζουν όχι μία επιστημονική αλλά μία εμπειρική θεωρία, μια «πραξεολογία» (praxeologie), ένα σύστημα πρακτικών κανόνων για την τεχνική των συγκρούσεων. Αυτή η συσσωρευμένη πρακτική γνώση, θα αποτελέσει την πρώτη ύλη της μελλοντικής επιστημονικής θεωρίας της στρατηγικής. Και για όσο καιρό η στρατηγική θα παραμένει μια απλή τέχνη, θα γίνεται αντικείμενο της σύγχρονης μαγικής σκέψης, της αστικής ιδεολογίας, που υποκαθιστά τη θρησκευτική ιδεοληψία με τον φιλοσοφικό ανθρωπισμό (Althusser): την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ιστορία δεν είναι μια διαδικασία, αλλά το προϊόν του Ανθρώπου, που «φτιάχνει» την ιστορία, αυτή τη γραμμική - υποτίθεται - διαδοχή συμβάντων που χαράσσει η «ανθρώπινη μεγαλοφυΐα» και συνενώνει το νήμα της ανθρώπινης βούλησης.

Τι είναι όμως αυτό που κρατάει ακόμη τη στρατηγική μέσα στα ασφυκτικά περιθώρια της τεχνικής, και αναστέλλει έτσι την εκρηκτική ανάπτυξη των γνώσεων που χαρακτηρίζει κάθε γνωστικό κλάδο κατέχοντα το καταστατικό της επιστήμης;

Ο P. Langevin, ένας από τους μεγαλύτερους φυσικούς του αιώνα, γράφει ότι η ιδέα της μη ευκλείδειας γεωμετρίας βρίσκεται ήδη μέσα στα Στοιχεία του Ευκλείδη, και ο J.J. Thomson, που συνέβαλε στην ανακάλυψη του ηλεκτρονίου, και ήταν σύγχρονος του Langevin, ισχυρίζεται ότι η υπόθεση της διπλής φύσης του φωτός (κύμα και ροή σωματιδίων ταυτόχρονα), είναι ήδη παρούσα μέσα στην Πραγματεία Οπτικής του Newton που δημοσιεύτηκε το 1675'. Ωστόσο, η μη ευκλείδεια γεωμετρία αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα, η δε κυματομηχανική θεμελιώθηκε μόλις το 1923 από τον Louis de Broglie. Φαίνεται λοιπόν, ότι η παραγωγή γνώσεων είναι μια διαδικασία που υπόκειται στους περιορισμούς της ιστορίας: μόνον όταν συγκλίνουν μια σειρά ιστορικές συνθήκες, δημιουργούνται οι όροι παραγωγής μιας γνώσης. Και όταν οι συνθήκες αυτές παρουσιαστούν επιβάλλονται με την τυφλή βία της αναγκαιότητας: αγνοώντας ο ένας τον άλλο, ο Newton και ο Leibniz ανακαλύπτουν ταυτόχρονα τον απειροστικό λογισμό, ο Einstein και ο Lorentz τη σχετικότητα, κ.ο.κ. Φαίνεται λοιπόν ότι ο καθοριστικός παράγοντας ο οποίος θα μεταφέρει τη στρατηγική πέρα από το «επιστημολογικό της κατώφλι»2, είναι αυτή η δέσμη των ιστορικών συνθηκών που θα υπαγάγει τις πρακτικές μας γνώσεις περί στρατηγικής σ' ένα νέο σύστημα ορθολογικότητας, που θα τις διευθετήσει και θα τις ταξινομήσει σ' ένα δίχτυ αναγκαίων και εσωτερικών σχέσεων αιτιότητας - δηλαδή σε ένα σύστημα νόμων.

Άρα, η ερώτηση μας σχετικά με τα εμπόδια που αναστέλλουν την υπαγωγή της θεωρίας της στρατηγικής στον επιστημονικό ορθολογισμό, μας παραπέμπει αναγκαστικά στην εξέταση των σημερινών ιστορικών συνθηκών, δηλαδή του ταξικού πολέμου.

Για πολλά χρόνια, ο κόσμος της Αριστεράς συνήθισε να σκέφτεται την πολιτική πρακτική, την οργάνωση, τη στρατηγική και την τακτική των εργαζόμενων τάξεων, με βάση μιαν αναφορά: τον Λένιν, ή μάλλον, την επίσημη εκδοχή των κομμουνιστικών κομμάτων για τη «σκέψη του Λένιν», όχι με τον τρόπο που οι πιστοί αναφέρονται στη Βίβλο ή το Κοράνι - όπως θα σπεύσουν να συμπληρώσουν οι φρενήρεις υπάλληλοι της αστικής ιδεολογίας - αλλά ακριβώς όπως ο Μακιαβέλι και οι σύγχρονοι του σκέφτονταν την τέχνη του πολέμου, δηλαδή με διαρκή αναφορά στην αρχαία Ρώμη και τη στρατιωτική της οργάνωση3 - οδηγημένοι όχι από κάποια τυφλή πίστη αλλά από την αναζήτηση της πολιτικής (και στρατιωτικής) αποτελεσματικότητας. Έτσι, αυτή η προσήλωση στην παλιά μας αναφορά διατηρήθηκε για όσο καιρό είχε λειτουργικότητα, δηλαδή δεν οδηγούσε σε ήττες - τουλάχιστον όχι πάντα -, επειδή εξασφάλιζε στις δυνάμεις της εργασίας τη συνοχή, την αντοχή και την ισχύ που έχει ανάγκη κάθε μαχόμενος σχηματισμός, ακόμη και όταν δίνει μάχες οπισθοφυλακής.

Σήμερα η ιστορική μας αναφορά έχει χάσει το νόημα της: η παραδοσιακή στρατηγική της Αριστεράς, αυτή που επί μισό αιώνα καθοδηγούσε την πολιτική πρακτική του συνόλου των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, ηττήθηκε μέσα σε λίγα χρόνια - στις αρχές της δεκαετίας του '80. Το τέλος της Αριστεράς και η ιστορική ήττα του κομμουνιστικού κινήματος καθιστούν έκδηλη την κρίση στρατηγικής των δυνάμεων της εργασίας. Κρίση είναι η κατάσταση όπου το παλιό πεθαίνει και το καινούργιο αργεί να γεννηθεί (Gramsci). Διανύουμε δηλαδή εκείνη τη μεταβατική περίοδο όπου η παλιά στρατηγική των δυνάμεων της εργασίας - δηλαδή η ίδια η Αριστερά - πεθαίνει και η καινούργια δεν έχει ακόμη εμφανιστεί: βρισκόμαστε σ' εκείνο το οδυνηρό όριο όπου η κραυγαλέα ανικανότητα άσκησης αντικαπιταλιστικής πολιτικής διασταυρώνεται με την αναμονή εμφάνισης μιας απροσδιόριστης στρατηγικής πίσω από την οποία θα συνταχθούν οι διάσπαρτες δυνάμεις της εργασίας σε ένα νέο σχηματισμό μάχης.

Η στρατηγική, είναι πάνω απ' όλα υλική διαδικασία, είναι στρατηγική δράση, αλλά είναι ταυτόχρονα και νοητική κατασκευή, στρατηγική σχέδιο. Το σχέδιο αυτό, η συγκρότηση μιας θεωρίας, ακολουθεί την ιστορία των συγκρούσεων: μεταβάλλεται κάθε φορά που το σχέδιο αποδεικνύεται ανεπαρκές, είτε εξαιτίας των νέων τεχνολογικών συνθηκών, είτε επειδή ανάμεσα στην πραγματική στρατηγική (τη στρατηγική δράση) και τη νοητική της κατασκευή (τη στρατηγική σχέδιο) παρατηρήθηκε μια υστέρηση (της δεύτερης ως προς την πρώτη). Τέτοια είναι και η περίπτωση της στρατηγικής των εργαζόμενων τάξεων σήμερα.

Σε παλιότερους καιρούς, οι ικανοί πολεμιστές φρόντιζαν καταρχήν να γίνουν ανίκητοι, και μετά περίμεναν, έως ότου ο εχθρός γίνει τρωτός. Sun Tzu, «H τέχνη του πολέμου»

Έτσι, μετά από εβδομήντα χρόνια θεωρητικής σιγής γύρω από τη στρατηγική (και την τακτική), συγκεντρώνονται και πάλι οι ιστορικές συνθήκες για να μετατραπεί σε αντικείμενο έρευνας αυτό που είχε λησμονηθεί και θα πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά: δηλαδή μια θεωρία της στρατηγικής που να υπηρετεί τις δυνάμεις της εργασίας - ακριβώς όπως η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του Κ. Μαρξ, που ενώ είναι θεωρητική κατασκευή με καταστατικό στήμης, θωρακίζει το ταξικό συμφέρον των εργαζόμενων τάξεων.

Όσο λοιπόν και αν είναι δύσκολο να απαντήσουμε στην ερώτηση για το εάν η θεωρία της στρατηγικής θα αποκτήσει καταστατικό επιστήμης σ' αυτά τα τέλη του αιώνα, τουλάχιστον γνωρίζουμε ότι συγκεντρώνονται και πάλι οι ιστορικές συνθήκες για να μετατραπεί σε αντικείμενο έρευνας η στρατηγική (και η τακτική). Και ότι την έρευνα αυτή θα τη διεξάγουν αυτοί που τη χρειάζονται: οι διάσπαρτες δυνάμεις της εργασίας. Βέβαια, με την ήττα της Αριστεράς, το ακαδημαϊκό κατεστημένο, δηλαδή οι οργανικοί διανοούμενοι του αστισμού, έχουν αναδειχθεί σε μοναδικό έγκυρο φορέα της επιστημονικής γνώσης, και οι δυνάμεις της εργασίας με το βεβαρημένο ιστορικό παρελθόν, που συστηματικά αποτελούσε επιστημολογικό εμπόδιο στην ανάπτυξη της ίδιας της μαρξιστικής θεωρίας, έχουν δυσφημιστεί. Εντούτοις, οι όροι άσκησης της θεωρητικής πρακτικής σήμερα πια έχουν μετατραπεί ριζικά: η έρευνα γύρω από τη στρατηγική των εργαζόμενων τάξεων, αποκτάει πολλούς βαθμούς ελευθερίας από το γεγονός ότι τα παλαιά τριτοδιεθνιστικά και ευρωκομμουνιστικά θεωρητικά σχήματα, που λειτουργούσαν σαν ένα είδος αριστερού ιδεολογικού pret-a-porter, που έδιναν δηλαδή έτοιμες, γρήγορες και κωδικοποιημένες απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα, έχουν πλέον πτωχεύσει: κανέναν δεν δεσμεύει πια ο σεβασμός τους. Βέβαια, η έρευνα γύρω από τη στρατηγική δεν είναι δυνατό να διεξαχθεί στο απόλυτο κενό: η αναστάτωση των εννοιών της θεωρητικής στρατηγικής, η συγκρότηση ενός νέου πεδίου θεωρίας, δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί αν δεν ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας με τη θεωρητική μας κληρονομιά. Όχι μόνο με τα θεωρητικά σχήματα της ηττημένης Αριστεράς, αλλά και με τις θεωρητικές κατασκευές του Λένιν, του Τρότσκυ, του Μάο, που διατηρούνται κάτω από ένα παχύ στρώμα ιστορικών γεγονότων, σαν ένα σιωπηλό υπόβαθρο που περιμένει να ανακαλυφθεί. Έρευνα λοιπόν, σε ρήξη με το παρελθόν του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και συνέχεια θεωρητικών κατασκευών που δεν περατώθηκαν, ή μάλλον, που παρέμειναν εκκρεμείς έως ότου κλείσει η πρώτη μεγάλη περίοδος αντικαπιταλιστικών επαναστάσεων.

2. Στρατηγική: μια έννοια υπεράνω υποψίας

Στο μυθικό κόσμο του κινηματογράφου, το πρόσωπο ενός στρατηγού είναι η συναρμογή όλων των σημείων της ανθρώπινης ευστροφίας, ή ακόμη και της μεγαλοφυίας, ανάλογα με το μέγεθος του στρατηγικού στόχου που ο εν λόγω στρατηγός επιτυγχάνει στη συνέχεια του έργου. Είναι η αυθαίρετη και στομφώδης κατασκευή ενός προσώπου στο οποίο ήδη προδιαγράφεται η έκβαση των μελλοντικών μαχών, ένα σύμβολο τόσο οικείο που δεν χρειάζεται ανάλυση: υποδηλώνει, έτσι απλά, χωρίς η στρατηγική - η σωστή στρατηγική, αυτή που νικάει - είναι το προϊόν της ανθρώπινης ευστροφίας4.

Εντούτοις, ο κόσμος του θεάματος δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να εικονογραφεί και να μετασχηματίζει - δηλαδή να δίνει απειράριθμες νέες μορφές - σε μιαν ιδεολογία που προϋπάρχει: την αστική ιδεολογία5, ένα ολόκληρο σύστημα ιδεών, παραστάσεων, συμβόλων και εικόνων, που είναι δεδομένο, συγκροτημένο από τα πριν, και του οποίου τις λογικές αλληλουχίες αναλαμβάνει να διευθετήσει κάθε φορά με καινούργιο τρόπο η «φαντασία» (απ' όπου προκύπτει και το παιχνίδι του θεάματος)6. Έτσι, ο μύθος της στρατηγικής προϊόν της ανθρώπινης ευστροφίας (ιδιοφυίας), δεν είναι παρά η εύγλωττη ανακατασκευή του τρόπου με τον οποίο η αστική ιδεολογία αντιλαμβάνεται τη στρατηγική.

Ο συνήθης ορισμός που αυτή η ιδεολογία δίνει στη στρατηγική, ανήκει σε μια μεγάλη οικογένεια ορισμών, που η κοινή τους βάση μπορεί να οριστεί ως η «θεωρία της πράξης» («πραξεολογία», praxeologie): πρόκειται για μια «θεωρία» που περιγράφει τις κοινωνικές πρακτικές με τις έννοιες του (δρώντος) υποκειμένου, του στόχου, των διαθέσιμων μέσων, της αποστολής, των αντικειμενικών συνθηκών και των περιοριστικών παραγόντων, του αντιπάλου, του ελιγμού, της απόφασης, της θέλησης... Το σημείο συσσωμάτωσης αυτών των περιγραφών είναι η αρχή της ορθολογικότητας (ή, εν πάσει περιπτώσει, μιας κάποιας ορθολογικότητας), δηλαδή η επίτευξη στο μέγιστο βαθμό, ενός στόχου με τα ελάχιστα διαθέσιμα μέσα, με την ελάχιστη δαπάνη, το μικρότερο δυνατό κόστος. Δηλαδή, ένα υποκείμενο θεωρείται ορθολογικό - σύμφωνα με τον γενικό, τυπικό ορισμό του ορθολογισμού που δίνει η στρατιά των αστών ιδεολόγων - όταν

επιδιώκει την επίτευξη στόχων που δεν αλληλοαποκλείονται, που είναι πλήρως ή έστω εν μέρει συμβατοί μεταξύ τους, και

χρησιμοποιεί τα μέσα εκείνα που είναι κατάλληλα για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Η γενικότητα μιας τέτοιας αρχής επιτρέπει την ευρεία εφαρμογή της σε μια σειρά γνωστικούς κλάδους («επιστήμες του Ανθρώπου») οι οποίοι, έχοντας αδυναμία να ορίσουν του ίδιο το αντικείμενο τους, καταφεύγουν σε ένα θεωρητικό δάνειο: εισάγουν τον γενικό ορισμό του «ορθολογισμού» στο δικό τους πεδίο και προσπαθούν να τον εξειδικεύσουν στο δικό τους αντικείμενο. Όμως, όπως έδειξε ο Maurice Godelier7 για την περίπτωση της Οικονομικής, αυτή η προσπάθεια εξειδίκευσης αποτυγχάνει: τελικά δηλαδή, αυτός ο γνωστικός κλάδος αποκτά έναν ορισμό που δεν αφορά μόνον τις οικονομικές, αλλά το σύνολο σχεδόν των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Εξωθώντας στα άκρα την αδυναμία του ορισμού του αντικειμένου της «επιστήμης» τους, οι ίδιοι οι οικονομολόγοι εικονογραφούν το θεωρητικό τους αδιέξοδο, δίνοντας σαν παραδείγματα οικονομικών δραστηριοτήτων σχέσεις που καταφανώς δεν ανήκουν ούτε στη σφαίρα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, ούτε στη σφαίρα της κυκλοφορίας του προϊόντος: η σχέση μιας μητέρας με το μωρό της π.χ. είναι υποτίθεται οικονομική σχέση, ή μάλλον έχει μια οικονομική όψη, αφού συμμορφώνεται με τον παραπάνω ορισμό της ορθολογικότητας, και η φροϋδική αρχή της ηδονής δεν είναι παρά μια έκφραση, μια υποπερίπτωση της αρχής της οικονομικότητας8. Το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων αποκτάει έτσι ένα «οικονομικό περιεχόμενο».

Τα ίδια φαινόμενα θεωρητικής αδυναμίας και κατάχρησης παρατηρούνται και στην περίπτωση της στρατηγικής, η οποία ορίζεται - στα πλαίσια της «θεωρίας της πράξης» - ως η τέχνη της διάταξης και του συνδυασμού των διαθέσιμων δυνάμεων με στόχο την απόσπαση (πολιτικών) συμβιβασμών από τη μεριά του αντιπάλου, με το μικρότερο δυνατό κόστος. Έχει ως ενδιάμεσους στόχους την καταστροφή των στρατιωτικών δυνάμεων του εχθρού, την κατάκτηση του εδάφους του, την κάμψη της θέλησης του, τη διάλυση των συμμαχιών του, και ως μέσα, τη σύρραξη, τη συμπλοκή. Βέβαια, όλα αυτά τα μέσα και οι σκοποί έχουν νόημα μόνο σε σχέση με ένα υποκείμενο που παίρνει αποφάσεις και που είναι ο διοικητής. Ξαναβρίσκουμε εδώ την ίδια αδυναμία με αυτήν της Οικονομικής και των άλλων «επιστημών του Ανθρώπου»; ο ορισμός της στρατηγικής είναι τελικά η γενική «αρχή της ορθολογικότητας» που περιγράψαμε παραπάνω, και τίποτε περισσότερο. Η θεωρία της στρατηγικής δίνει στον εαυτό της έναν ορισμό που τελικά δεν αφορά μόνον τα φαινόμενα του πολέμου - ή της σύγκρουσης εν γένει - αλλά το σύνολο σχεδόν των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Με τον ίδιο τρόπο που η Οικονομική υιοθετεί ως ορισμό του δικού της αντικειμένου τη γενική αρχή της ορθολογικότητας, και στη συνέχεια αντιλαμβάνεται τα πάντα ως οικονομικά φαινόμενα, έτσι και η θεωρητική στρατηγική, υιοθετεί τον ίδιο ορισμό και αντιλαμβάνεται τα πάντα ως στρατηγικά φαινόμενα. Αυτό εξηγεί και την ευρεία χρήση του όρου «στρατηγική»: στρατηγική της οικονομικής ανάπτυξης, στρατηγική της επιστημονικής έρευνας, στρατηγική των επιχειρήσεων, στρατηγική των χωρών στο διεθνές οικονομικό σύστημα, στρατηγικό μάνατζμεντ, πολιτική στρατηγική... Ο όρος αποκτάει έτσι ένα άλλο περιεχόμενο, πολύ πιο ρευστό από αυτό που είχε αρχικά (δηλαδή στους αρχαίους Έλληνες: τέχνη του στρατηγού, τέχνη του πολέμου): τέχνη λήψης ορθολογικών αποφάσεων.

Με τον τρόπο αυτό, ο όρος «στρατηγική» αποσυνδέεται από τα πεδία της (στρα, ή πολιτικής) σύγκρουσης, εκκενώνεται από την έννοια του ανταγωνισμού, και αποκτάει έναν «άχρωμο ορισμό»9, θα πρέπει λοιπόν, αν θέλουμε να προχωρήσουμε, να επιστρέψουμε στους παλιούς ορισμούς των στρατιωτικών και των πολιτικών, και εν πάσει περιπτώσει εκείνων για τους οποίους - όπως και για εμάς - η στρατηγική έχει να κάνει με τη σύγκρουση μαχόμενων σχηματισμών και όχι με το μάνατζμεντ και το μάρκετινγκ, το σχεδιασμό της επιστημονικής έρευνας ή τη διείσδυση των ιαπωνικών προϊόντων στις ξένες αγορές...

Αλλά αφού τραβήξαμε αυτή τη διαχωριστική γραμμή, ανάμεσα σ' αυτές τις δραστηριότητες που δικαιούνται το όνομα της στρατηγικής και σ' αυτές που δεν το δικαιούνται, και στις οποίες δεν θα αναφερθούμε πια, ας ξαναεπιστρέψουμε στον ορισμό της στρατηγικής και στα όσα αυτός συνεπάγεται:

Το σχήμα Υποκείμενο-Μέσα-Στόχος, που χρησιμοποιεί ο γενικός ορισμός της ορθολογικότητας, εισάγει στη θεωρία της στρατηγικής την έννοια της ιδιοφυΐας, του προικισμένου διοικητή: είναι αυτός που για να πάρει τις σωστές αποφάσεις - αυτές δηλαδή που οδηγούν στη νίκη - οφείλει να είναι προικισμένος με «πολεμική ιδιοφυΐα». Η ιδιοφυΐα αυτή, λέει ο Klausewitz, συνίσταται στο συνδυασμό ορισμένων προσόντων που κάνουν το διοικητή να ξεχωρίζει από ανθρώπους «μετρίας διανοίας» («μια μέση νόηση μπορεί συμπτωματικά, βέβαια, να βγει σωστή»)10. Ξανασυναντάμε έτσι, σ' αυτό ακριβώς το σημείο, το σκληρό πυρήνα της αστικής ιδεολογίας, τον φιλοσοφικό ανθρωπισμό, δηλαδή την αντίληψη του ανθρώπου ως υποκειμένου, αυτής της «σιωπηρής φιλοσοφίας της ψυχολογίας, της ηθικής, ακόμη και της πολιτικής οικονομίας»11 που εισβάλλει αυθόρμητα μέσα στη γλωσσική μας πρακτική για να παραστήσει κάθε πραγματική - δηλαδή υλική - διαδικασία με τις έννοιες της αστικής ιδεολογίας. Αντίληψη για την οποία «είναι ο άνθρωπος που φτιάχνει την ιστορία»12, και φυσικά - για να εξειδικεύσουμε αυτόν τον γενικό κανόνα στο θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ - είναι η ανθρώπινη ευστροφία (μεγαλοφυΐα) που συλλαμβάνει τη (μεγάλη) στρατηγική. Η αστική αντίληψη της στρατηγικής ανάγεται τελικά σε μια απλοϊκή ανθρωπολογία που θέτει ως βάση της «θεωρίας της πράξης» την έννοια του υποκειμένου.

Ποια είναι, άραγε, τα θεωρητικά αποτελέσματα αυτής της επικυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας πάνω στη θεωρία της στρατηγικής; Πρόκειται για μια σχέση όπου η πρώτη γονιμοποιεί τη δεύτερη;

Διατρέχοντας κανείς τη σχετική φιλολογία, διαπιστώνει με ευκολία ότι η θεωρία της στρατηγικής αποτελείται από δύο επίπεδα, δύο διακριτές σφαίρες:

Η πρώτη αναφέρεται στην ορατή πλευρά των πραγμάτων, στη θορυβώδη επιφάνεια τους, στο σύνολο των φαινομένων του πολέμου που μπορεί κανείς να παρατηρήσει άμεσα, και για τα οποία μπορεί να σχηματίσει ένα σύστημα-κανόνων-για-το-πώς-διεξάγεται-η-σύγκρουση. Αυτό το σύστημα κανόνων, αυτό το savoir-faire, προσδίδει στη στρατηγική το χαρακτήρα της τέχνης.

Η δεύτερη αναφέρεται στην αόρατη πλευρά των φαινομένων του που γενικότερα της σύγκρουσης), σ' αυτή που από θεωρητική άποψη κατέχει τον ερμηνευτικό ρόλο, και που συγκροτείται με πυρήνα την έννοια της «πολεμικής ιδιοφυΐας», της ανθρώπινης «ευστροφίας», και τελικά, του ατόμου ως υποκειμένου, αυτού του απόλυτου - δηλαδή αυθαίρετου - δεδομένου της αστικής ιδεολογίας.

Η σχέση ανάμεσα σ' αυτές τις δύο σφαίρες είναι καταρχήν καθαρά εξωτερική, δηλαδή δεν είναι οργανική: είναι δυνατό να αφαιρέσουμε τη μια από την άλλη, να περιχαράξουμε με σαφήνεια τα όρια της κάθε μίας, να αναγνώσουμε ένα κείμενο αγνοώντας τη μία ή την άλλη, να κατασκευάσουμε δύο ανεξάρτητα βιβλία από ένα. Με δύο λόγια, η αντίληψη του υποκειμένου που φτιάχνει τη στρατηγική δεν προσφέρει τίποτε στο σύστημα κανόνων για το πώς διεξάγεται η σύγκρουση που αποτελεί και την ουσιαστική θεωρία της στρατηγικής. Δεν διανοίγει κανένα πεδίο έρευνας, δεν θέτει καινούργια ερωτήματα στη στρατηγική δράση, δεν καταδείχνει τις αδυναμίες της υπάρχουσας θεωρίας, ούτε και υπαινίσσεται μέσω ποίων οδών αυτές είναι δυνατό να ξεπεραστούν. Αντίθετα, η αντίληψη του υποκειμένου δημιουργού της στρατηγικής αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη των γνώσεων γύρω από το πώς διεξάγεται η σύγκρουση: η θέση ότι η ανθρώπινη ευφυΐα κατασκευάζει τη στρατηγική, απαντάει εκ των προτέρων σε όλα τα πιθανά ερωτήματα που είναι δυνατό να τεθούν, ερμηνεύει τα φαινόμενα της σύγκρουσης με μιαν αρχή, έναν παράγοντα, ένα στοιχείο, που δεν ανήκει στον κόσμο τους, που είναι εξωγενής και περί του οποίου τίποτε δεν απομένει να λεχθεί. Δεν είναι τυχαίο που η δομή αυτή της θεωρητικής στρατηγικής (άθροισμα, συνένωση, συγκόλληση της τέχνης του πώς διεξάγεται η σύγκρουση αφενός, και ιδεολογία του υποκειμένου δημιουργού αφετέρου), έχει κρατήσει τις γνώσεις μας στο ίδιο σταθερά μέτριο επίπεδο, και το καλύτερο ίσως κείμενο για την τέχνη του πολέμου είχε ήδη γραφεί περί το 500 π.Χ.

Πώς όμως θα μπορέσουμε να απελευθερωθούμε από αυτή την παράσταση της αστικής ιδεολογίας του υποκειμένου που φτιάχνει τη στρατηγική; Και για να κατανοήσουμε καλύτερα το βάρος της ερώτησης, ας το σκεφτούμε με όρους της σημερινής συγκυρίας: τι θα πρέπει να σημαίνει για εμάς η φράση, στην οποία εδώ και πολλά ήδη χρόνια καταλήγουν οι αναλύσεις μας, ότι «η στρατηγική της αστικής τάξης απέναντι στην κρίση είναι η αναδιάρθρωση της παραγωγής, των υπηρεσιών και της καθημερινής ζωής»; Δηλαδή, με ποιόν άλλο τρόπο θα συλλάβουμε τα σύγχρονα φαινόμενα της ταξικής σύγκρουσης χωρίς να καταφεύγουμε στη φαντασίωση ότι η αστική τάξη, «το κεφάλαιο», αποφασίζει εκ των προτέρων τις κινήσεις του, τις σχεδιάζει (αυτοπροσώπως ή έσω κάποιων επιτελικών οργάνων, έστω του κράτους), συντάσσει στρατηγικά σχέδια και τα εκτελεί «σαν ένας άνθρωπος»;

Πρώτα απ' όλα θα πρέπει να αναζητήσουμε αυτή την έξοδο διαφυγής αφενός στη θεωρητική μας κληρονομιά, (δηλαδή τις θεωρίες που συγχωνεύτηκαν με το εργατικό και αντικαπιταλιστικό κίνημα), και αφετέρου στην ίδια την «πρακτική θεωρία» της στρατηγικής, αυτό το σύστημα κανόνων για το πώς διεξάγεται η σύγκρουση που συγκροτήθηκε εμπειρικά στη διάρκεια εικοσιπέντε αιώνων. Και στη συνέχεια, θα πρέπει να θέσουμε σε δοκιμασία τις υποθέσεις που θα διαμορφώσουμε χάρη σ' αυτή τη κληρονομιά, φέρνοντάς τες αντιμέτωπες με την ιστορία των στρατιωτικών και πολιτικών συγκρούσεων.

3. Οι νόμοι του πολέμου

Ο Sun Tzu, που έζησε στην Κίνα του 5ου αιώνα π.Χ., ήξερε ότι η στρατηγική δεν είναι ένα σύνολο ιδεών που η ανθρώπινη μεγαλοφυΐα συγκρότησε σε συνεκτικό σχέδιο δράσης. Ήξερε ότι στον πόλεμο, όπως και στην πολιτική, δεν υπάρχουν μόνιμες συνθήκες, ούτε δυσκίνητες δυνάμεις που καθορίζουν σταθερές ισορροπίες. Και κατά συνέπεια, ότι κάθε μαχόμενος σχηματισμός μοιάζει «με το νερό, αφού, όπως αυτό αποφεύγει τα υψώματα και κατευθύνεται στα χαμηλά σημεία του εδάφους, έτσι και ο στρατός αποφεύγει τη δύναμη και χτυπάει την αδυναμία»13

Έτσι λοιπόν, ο Sun Tzu δανείζεται, για να περιγράψει έναν κανόνα σχηματισμού της στρατηγικής, την έννοια της διαδικασίας (του προτσές): και τη δανείζεται από την άμεση παρατήρηση της φύσης, υιοθετώντας με τον τρόπο αυτό μια πρωτόγονη αντίληψη θερμοδυναμικής. Τοποθετείται δηλαδή, στον αντίποδα της αντίληψης του ανθρώπου ως υποκειμένου - έστω προσωρινά αφού σε άλλα σημεία του έργου του αναφέρεται στις ικανότητες του διοικητή με τον ίδιο τρόπο που αναφέρεται σ' αυτές και η δυτική φιλολογία της στρατηγικής.

Η κριτική του «φιλοσοφικού ανθρωπισμού» (για την οποία οφείλουμε πολλά στον Louis Althusser), αλλά και το έργο του Sun Tzu, μας βοηθάνε να χαράξουμε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ' αυτό που απορρίπτουμε και σ' αυτό που ζητάμε, δηλαδή να πάρουμε θέση μέσα στη θεωρία: μας οδηγούν στη θέση ότι το ζήτημα είναι να υποκαταστήσουμε την αντίληψη της στρατηγικής προϊόν της ανθρώπινης μεγαλοφυΐας με την αντίληψη της στρατηγικής ως στιγμή μιας διαδικασίας. Διανοίγεται έτσι ένα πεδίο έρευνας που δεν είναι πια «ο σωστός τρόπος λήψης αποφάσεων» (ερώτημα που θέτει στον εαυτό της η «θεωρία της πράξης»), ούτε ποια πρέπει να είναι τα προσόντα του διοικητή, αλλά οι κανόνες σχηματισμού της στρατηγικής, ή ακόμη, οι αντικειμενικοί νόμοι της σύγκρουσης («οι νόμοι του πολέμου» κατά την έκφραση του Μάο Τσε Τουυγκ, που εκτός από μαρξιστής ήταν καταφανώς επηρεασμένος και από τον Sun Tzu). Αλλά πριν να προχωρήσουμε, ας στραφούμε προς στιγμή προς τη θεωρητική και πολιτική μας κληρονομιά, για να αναζητήσουμε εκεί τις παραπάνω θέσεις, δηλαδή ότι η στρατηγική είναι η στιγμή μιας διαδικασίας14, ότι υπάρχουν αντικειμενικοί νόμοι που διέπουν τη σύγκρουση, ότι υπάρχουν κανόνες σχηματισμού της στρατηγικής:

Δεν θα δυσκολευτούμε να διαπιστώσουμε τότε, πως ανάμεσα στη μαρξική θεωρία (δηλαδή την επιστήμη της Ιστορίας και την ταξική αντίληψη του Κράτους) αφενός, και την πολιτική στρατηγική που διατείνεται ότι εμπνέεται, ή ασκείται στο όνομα αυτής της θεωρίας, υπάρχει μια προβληματική σχέση, ένα δύσκολο λογικό πέρασμα. Ακόμη χειρότερα, η στρατηγική γίνεται κατανοητή από την Αριστερά - αμέσως μετά από τον Λένιν - ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που την καταλαβαίνει και ο τελευταίος στρατιωτικός: ως μια τέχνη που ασκείται από ένα επιτελικό όργανο, το οποίο με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες αποφασίζει για τις παραπέρα κινήσεις του μαχόμενου σχηματισμού. Ενώ δηλαδή οι μαρξιστές από τη μια αντιλαμβάνονται την κοινωνική σύγκρουση ως αντικειμενικό φαινόμενο (θεωρία του ιστορικού υλισμού), από την άλλη υποκλίνονται - όταν θέλουν να κάνουν πολιτική - στη βουλησιαρχική αντίληψη του προγραμματισμού της ταξικής πάλης.

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια αντιφατική σύζευξη ανάμεσα στην επιστήμη της Ιστορίας και την αστική ιδεολογία της στρατηγικής προϊόν της ανθρώπινης μεγαλοφυΐας:

ανάμεσα στη μαρξική θεωρία της Ιστορίας, που είναι η εγκαθίδρυση ενός συστήματος εννοιών όπου κυριαρχεί η έννοια της διαδικασίας χωρίς υποκείμενο και χωρίς σκοπό, έννοια που υποβάλλει με τη σειρά της την ιδέα της σύγκρουσης ως αντικειμενικής διαδικασίας, και

στη θεωρία της στρατηγικής και της πολιτικής δράσης των μαρξιστών που είναι εμποτισμένη με την έννοια του ανθρώπου ως υποκειμένου (που φτιάχνει την ιστορία).

Ωστόσο, η έννοια της στρατηγικής στον Λένιν, όπως θα δούμε παρακάτω, αλλά και σε μερικούς άλλους μαρξιστές (όντως ολιγάριθμους), κάθε άλλο είναι παρά η βουβή αποδοχή της αστικής αντίληψης της στρατηγικής.

Σύμφωνα με την αντίληψη του Sun Tzu, υπάρχουν λοιπόν αντικειμενικοί κανόνες σχηματισμού της στρατηγικής. Αυτό δεν είναι διατυπωμένο ρητά μέσα στο έργο του, αλλά υπάρχει εκεί κάτι το πιο σημαντικό: η ίδια η διατύπωση ορισμένων από αυτούς τους κανόνες. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουμε έναν που επανέρχεται ακατάπαυστα:

ο μαχόμενος σχηματισμός αποφεύγει τα δυνατά σημεία του αντιπάλου, συγκεντρώνει τις δυνάμεις του και χτυπάει στα αδύνατα του σημεία - και αυτό συμβαίνει αναγκαστικά, όσο αναγκαστικά είναι τα φυσικά φαινόμενα.

Ας δεχτούμε λοιπόν σαν υπόθεση εργασίας αυτόν τον πρώτο αντικειμενικό κανόνα σχηματισμού της στρατηγικής και ας προσπαθήσουμε να τον ελέγξουμε με την ιστορία μιας σειράς πολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων: την τακτική που ακολούθησαν οι δυνάμεις του κεφαλαίου στην επίθεση τους ενάντια στους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80, τη στρατηγική της κεφαλαιοκρατικής αναδιάρθρωσης, την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία και τη Γερμανία (1900-1940), τις λενινιστικές θέσεις του Απρίλη... Αυτός ο έλεγχος, της αρχικής μας υπόθεσης, που δανειζόμαστε από τον Sun Tzu, (δηλαδή ότι ένας βασικός αντικειμενικός κανόνας σχηματισμού της στρατηγικής είναι πως κάθε μαχόμενος σχηματισμός αποφεύγει τα δυνατά σημεία του αντιπάλου, συγκεντρώνει τις δυνάμεις του και χτυπάει στα αδύνατα σημεία), θα παράγει αναγκαστικά μια σειρά θέσεις, που είτε θα παραπέμπουν σε άλλους κανόνες σχηματισμού της στρατηγικής, είτε θα μας αναγκάζουν να αναθεωρήσουμε (ή να αναδιατυπώσουμε) παλιότερες αντιλήψεις της Αριστεράς, είτε θα θέτουν καινούργιες ερωτήσεις.

4. Ο δρόμος της ελάχιστης αντίστασης. (Η ταχτική της επίθεσης του κεφαλαίου στη δεκαετία του '80)

Οι εμπειρίες της δεκαετίας του '80 στις ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες μας έχουν δείξει, με αρκετή σαφήνεια, το «μονοπάτι» που ακολουθεί η επίθεση των αστικών δυνάμεων ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας, με σκοπό τη ριζική ανατροπή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων: δεν πρόκειται για μια επίθεση στο σύνολο των δυνάμεων των εργαζόμενων τάξεων, αλλά για μια επιλεκτική προσβολή ορισμένων τμημάτων τους. Και αυτό δεν είναι τυχαίο: όπως μας διδάσκει ο Sun Tzu, δεν πραγματοποιείται ποτέ επίθεση στο σύνολο των δυνάμεων ενός σχετικά καλά οργανωμένου, παρατεταγμένου, ενωμένου και εξοπλισμένου αντιπάλου, στον οποίο δεν δίνεται καμιά διέξοδος διαφυγής, διότι τότε αυτός μάχεται με απόγνωση, δηλαδή με το μέγιστο των δυνάμεων του. Αναγκαστικά λοιπόν, η τακτική των επιτιθέμενων αστικών δυνάμεων, είναι μια τακτική «βήμα προς βήμα», μια τακτική απόσπασης κομματιών από το μαχόμενο σχηματισμό που είναι οι εργαζόμενες τάξεις.

Απομένει να δούμε πώς «επιλέγονται» τα τμήματα ή οι ομάδες εκείνες των εργαζομένων που γίνονται αντικείμενο ολομέτωπης επίθεσης. Καταρχήν, η εργατική τάξη αποτελείται από μερίδες, ομάδες, επαγγελματικές κατηγορίες, τμήματα..., που το καθένα τους φέρει ορισμένους σταθερούς χαρακτήρες: με άλλα λόγια, κάθε μερίδα, ομάδα, επαγγελματική κατηγορία, έχει τις ιδιαιτερότητες της που απορρέουν από την ιδιαίτερη της θέση στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, από τη θέση της ως προς το κράτος, από το χαρακτήρα της διαδικασίας εργασίας του κλάδου, από το ύψος του εισοδήματος κ.λπ. Η συγκρότηση της εργατικής τάξης είναι λοιπόν, συγκρότηση ενός μωσαϊκού μερίδων εργαζομένων σε κοινωνικό συνασπισμό που μάχεται για τα ενιαία του συμφέροντα. Ο ίδιος ο τρόπος της συγκρότησης της τάξης καθοδηγεί και την επίθεση του αντιπάλου: ακολουθώντας τους «αρμούς», τις επιφάνειες συναρμογής των επιμέρους μερίδων της εργατικής τάξης, «ανακαλύπτει» - με διαδοχικές προσεγγίσεις - τα αδύνατα σημεία της, στα οποία συγκεντρώνει τις δυνάμεις του. Ο βασικός τακτικός στόχος των αστικών δυνάμεων - που έχουν σαν κορμό τους και κύριο όγκο το ίδιο το κράτος - είναι λοιπόν η διάσπαση της ενότητας των δυνάμεων της εργασίας. Ωστόσο, παραμένει ακόμη εκκρεμές το ερώτημα, σε ποια μερίδα ή τμήμα ή επαγγελματική κατηγορία θα γίνει η επίθεση. Η απάντηση δίνεται ξανά από τον πρώτο κανόνα σχηματισμού της στρατηγικής που υιοθετήσαμε (ως υπόθεση εργασίας): ότι ο αντίπαλος χτυπάει στα αδύνατα σημεία - και θα έπρεπε να συμπληρώσουμε, στο πιο αδύνατο απ' όλα. Στην περίπτωση μας δηλαδή, αυτό σημαίνει ότι επιλέγεται σα στόχος το πιο αδύνατο σημείο του αντίπαλου σχηματισμού: όχι η πιο αδύνατη μερίδα των εργαζόμενων τάξεων, αλλά εκείνη που παρουσιάζει - ή είναι δυνατό με βάση τις «ευκαιρίες» που προσφέρει η συγκυρία, να παρουσιάσει - τους πιο αδύνατους δεσμούς με την υπόλοιπη τάξη, αυτή δηλαδή που έχει τους πιο αδύνατους «αρμούς». Και αυτές οι μερίδες, συνήθως, είναι αυτές που παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες ιδιομορφίες (άλλο χρώμα, άλλη εθνικότητα, άλλο φύλο, «προνομιούχοι και αργόσχολοι» κ.λπ.), ακριβώς επειδή αυτές οι ιδιομορφίες είναι εύκολο να παρουσιαστούν ως σημεία χωρισμού και διαίρεσης από την υπόλοιπη τάξη. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με την ανάδειξη από τη μεριά του αντιπάλου των ιδιομορφιών αυτών σε σημεία (αποχωρισμού και διαίρεσης, η σχέση κάθε κατηγορίας εργαζομένων (που έχει επιλεγεί σα στόχος) με το σύνολο της εργατικής τάξης, οι αρμοί της, μετατρέπονται: διαμέσου του κράτους, και ιδιαίτερα διαμέσου των ιδεολογικών του μηχανισμών, που αναλαμβάνουν να αποδυναμώσουν την αλληλεγγύη των εργαζομένων.

Από τα παραπάνω, φαίνεται λοιπόν, ότι:

Ο κανόνας σχηματισμού της στρατηγικής που αναφέρεται στα δυνατά και αδύνατα σημεία των αντιπάλων επαληθεύεται κατά την πρόσφατη ιστορία του ταξικού πολέμου,

Ο κανόνας αυτός, παραπέμπει σε μιαν γενικότερη αρχή. σ' εκείνο τον απλό νόμο που φαίνεται ότι δεν διέπει μόνον τα φυσικά φαινόμενα: δηλαδή ότι ακολουθεί κανείς, όταν συγκρούεται, το δρόμο που παρουσιάζει την ελάχιστη αντίσταση. Ο δρόμος αυτός, ορίζεται από τη διαδοχή των αδύναμων σημείων που προσβάλλει ο αντίπαλος σχηματισμός μάχης.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, ο δρόμος της ελάχιστης αντίστασης ορίζεται καταρχήν από το πρώτο αδύνατο σημείο: η επίθεση ενάντια στη μερίδα των εργαζομένων που έχει επιλεγεί - ακριβώς επειδή παρουσιάζει αδύναμους «αρμούς» - είναι στην αρχή ιδεολογική, και αυτή είναι η κύρια, η κρίσιμη, η δυσκολότερη φάση της, επειδή μετά, όταν ο στόχος έχει απομονωθεί, στερημένος από την υποστήριξη που του παρείχε η κοινωνική αλληλεγγύη των εργαζομένων, αποτελεί εύκολο αντίπαλο για τον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους. Από τη στιγμή που έχουν κατακτήσει τη νίκη, οι αστικές δυνάμεις θα μετατοπιστούν στο επόμενο αδύναμο σημείο των εργαζόμενων τάξεων κ.ο.κ. Η διαδοχή των αδύναμων σημείων που προσβάλλουν είναι ο δρόμος που παρουσιάζει την ελάχιστη αντίσταση.

Το πιο σημαντικό στοιχείο, όμως, αυτής της τακτικής, δεν είναι η συγκυριακή απόσπαση της συναίνεσης των εργαζομένων για την επίθεση ενάντια σε μια συγκεκριμένη ομάδα εργαζομένων («προνομιούχων» ή «παράνομων» ή «ξένων» κ.ο.κ.). Το πιο σημαντικό στοιχείο της είναι η καλλιέργεια στις εργαζόμενες μάζες ενός συλλογισμού, δηλαδή μιας λογικής, που βασίζεται σε υπαρκτές διαφορές τις οποίες μετασχηματίζει μέσω ενός παιχνιδιού συλλογικών φαντασιώσεων σε στοιχεία αντιπαλότητας και εχθρότητας. Το πιο επικίνδυνο δεν είναι, δηλαδή, το ίδιο το περιεχόμενο του συλλογισμού, αλλά ο τύπος του: είναι ο ίδιος τύπος συλλογισμού που χρησιμοποιεί ο ρατσισμός - με την ευρεία έννοια του όρου: θρησκευτικός, φυλετικός, κοινωνικός κ.λπ. Λογική του κοινωνικού αποκλεισμού που στηρίζεται σε υπαρκτή διαφορά η οποία όμως έχει αναχθεί σε ανταγωνιστική αντίθεση μόνον χάρη στη διαμεσολάβηση του φαντασιακού (προνομιακό χώρο παρέμβασης των μοντέρνων ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους - τηλεόραση και ραδιόφωνο, αλλά και χώρο που εκμεταλλεύτηκε ακόμη καλύτερα, αν και με λιγότερα τεχνικά μέσα ο φασισμός). Με δεδομένη την εξοικείωση των εργαζομένων με την λογική του αποκλεισμού, δηλαδή του ρατσισμού, κάθε νέα επίθεση του κεφαλαίου συναντάει όλο και μικρότερη αντίσταση, αφού με κάθε νίκη του όχι μόνο «εξοντώνει» τον αντίπαλο αλλά και εθίζει όλο και περισσότερο τους «θεατές» στη λογική του αποκλεισμού, τους προετοιμάζει δηλαδή να δεχτούν το χειρότερο. Αυτό ακριβώς είναι και το αποφασιστικό σημείο, σε ό,τι αφορά στους μετανάστες στην Ελλάδα, σήμερα. Είναι ακριβώς εκείνο το κομμάτι εργαζομένων που προσφέρεται ως το πιο κατάλληλο για την εφαρμογή μιας τακτικής σαν την παραπάνω. Άρα, θα πρέπει να αποφύγουμε μια στατική αντίληψη των αδύναμων σημείων: αυτά μετατρέπονται από την ίδια τη σύγκρουση. Μετά από τη νίκη της αστικής τάξης πάνω σε μια μερίδα, τμήμα, επαγγελματική κατηγορία της εργατικής τάξης, τα αδύναμα σημεία της τελευταίας έχουν μετατραπεί μέσα από το παιχνίδι της «εκπαίδευσης» των μαζών στη λογική του αποκλεισμού και του ταξικού ρατσισμού. Αυτή η παρατήρηση από μόνη της, αρκεί για να φανεί πόσο ανόητη είναι η εκδοχή εκείνη της στρατηγικής που φαντασιώνεται ότι είναι δυνατός ο προγραμματισμός των επιθετικών ενεργειών της αστικής τάξης, σε έναν ορίζοντα που να ξεπερνάει τα στενά χρονικά περιθώρια της μεσοπρόθεσμης συγκυρίας. Μακροπρόθεσμα, η ταξική πάλη είναι απρόβλεπτη, άρα και δεν προγραμματίζεται (και θα το ξαναθυμηθούμε αυτό με ευκαιρία τον Λένιν και τα όσα τον ακολούθησαν). Είναι απρόβλεπτη διότι ο δρόμος της ελάχιστης αντίστασης δεν είναι χαραγμένος από τα πριν, αλλά μεταβάλλεται στο βαθμό που τον ακολουθούμε. Μεταβάλλεται αφού η κάθε μάχη μετατρέπει όχι μόνον τον αντίπαλο σχηματισμό, αλλά και το έδαφος - δηλαδή τις αντικειμενικές συνθήκες - της επόμενης μάχης.

Όμως, αν αυτή η διαδικασία συνεχιζόταν επ' άπειρο, τότε θα είχαμε μια συνεχή μετατροπή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του ενός αντιπάλου, μέχρις ότου αυτός κατακτούσε την οριστική, τελειωτική, ολοκληρωτική νίκη. Το γεγονός ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, οφείλεται στο ότι οι αντικειμενικές συνθήκες της σύγκρουσης, το έδαφος, το περιβάλλον της σύγκρουσης, διέπεται από συγκεκριμένους νόμους που είναι οι νόμοι του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και οι οποίοι εισάγουν στο «παιχνίδι», στην ταξική σύγκρουση, τη δυνατότητα των αντιφατικών αποτελεσμάτων της νίκης. Ενώ δηλαδή σε μια στρατιωτική νίκη, τα αποτελέσματα της μετατρέπουν σαφώς τις αντικειμενικές συνθήκες υπέρ του νικητή, στην περίπτωση της πολιτικής νίκης, θα ήταν φρονιμότερο να ισχυριστούμε ότι παράγονται αντιφατικά αποτελέσματα - τα οποία βέβαια συνολικά ευνοούν τον νικητή. Για να προχωρήσουμε όμως σ' αυτή την κατεύθυνση θα έπρεπε να περάσουμε τώρα σε μιαν ανάλυση της «στρατηγικής της κεφαλαιοκρατικής αναδιάρθρωσης της παραγωγής».

* Σημειώσεις για μια έρευνα

1. Και τα δύο παραδείγματα αναφέρονται από τον J. Rosmorduc στο De Thales a Einstein, Etudes Vivantes, Paris Montreal, 1979.

2.. «0 G. Bachelard περιγράφει πράξεις και κατώφλια επιστημολογικά: αυτά αναστέλλουν την απροσδιόριστη σώρευση των γνώσεων, θραύουν την αργή ωρίμανση τους και τις εισάγουν σε ένα νέο χρόνο, τις αποκόβουν από την εμπειρική τους προέλευση και από τα αφετηριακά τους κίνητρα...», Michel Foucault, Η αρχαιολογία της γνώσης, Εξάντας 1987.

3. «Ο Μακιαβέλι ήταν ο γιος της Αναγέννησης: η μέθοδος απόδειξης της ορθότητας των θεωριών του, συνίσταται στο ότι καταδεικνύει πως αυτές ήταν αποδεκτές κατά την Αρχαιότητα. (...). Πίστευε ότι η καλύτερη απόδειξη της ορθότητας των ιδεών του ήταν η θέση πως ο ρωμαϊκός στρατός ήταν ένας εθνικός στρατός πεζικάριων.» Felix Gilbert, «Machiaveli: la renaissance de l an de la guerre», στο Les maitres de la strategie, Flammarion 1980 (στην αγγλική έκδοση, Makers of Modern Strategy, Princeton University Press, 1943).

4. Η αρετή της τηλεόρασης είναι το θράσος: αναλαμβάνοντας να μετατρέψει τον πόλεμο σε θέαμα, προσπάθησε να διακινήσει τον ίδιο μύθο, το μύθο της στρατηγική προϊόν της ανθρώπινης μεγαλοφυίας, με όχημα το πρόσωπο και τη φυσική παρουσία του Swarzkopf. Για τον τρόπο κατασκευής του μύθου βλέπε στο «Mythologies» του Roland Barthes.

5. Ωστόσο, «η κυρίαρχη ιδεολογία επιβάλλεται πάντα στις μάζες ενάντια σε ορισμένες τάσεις της δικής τους κουλτούρας, που δεν είναι ούτε αναγνωρισμένη, ούτε θεσμικά κατοχυρωμένη (sanctionnee) αλλά που αντιστέκεται». (Louis Althusser, Philosophie et philosophie spontanee des savants, Maspero 1974). θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε ότι ενίοτε η κουλτούρα αυτή παρεισφρύει και στον κόσμο του θεάματος.

6. Η ατέρμονη διαδικασία μετασχηματισμού της μορφής των αστικών ιδεολογικών μορφωμάτων είναι δυνατή μόνο χάρη στο ότι κάθε ιδεολογικός λόγος δεν έχει αρχή και τέλος, δεν αποτελείται από μια σιδερένιας συνοχής λογική διαδοχή των συστατικών του στοιχείων - δηλαδή των ιδεών, άρα επιτρέπει την αναδιάταξη τους κατά αυθαίρετο τρόπο που τον διαλέγει κάθε φορά η «φαντασία». Η ιδεολογία είναι το άμορφο υλικό, η πρώτη ύλη του θεάματος, του οποίου η δομή, η συγκρότηση, επαφίεται κάθε φορά στη «δημιουργικότητα» του καλλιτέχνη ή των media people.

7. Rationalite et irrationalite en economie, Maspero 1974.

8. R.Burling «Maximization theories and the study of Economic Anthropology», American Anthropologist, Nr. 64, 1962.

9. Κατά την έκφραση του J.P. Charnay στο «Essai general de strategie», Editions Champ Libre.

10. «Περί του πολέμου», Εκδόσεις Βάνιας, 1989.

11. L. Althusser, «Για τον Μαρξ και τον Φρόϋντ», θέσεις 35, Απρίλιος 1991.

12. L. Althusser, «Απάντηση στον Τζων Λιούις», Θεμέλιο.

13. Sun Tzu, «The art of War», Oxford University Press, 1963, «L' art de la guerre», Flammarion 1972.

14. Ποιας; το ερώτημα βεβαίως παραμένει εκκρεμές.

(15) Η συγκυρία προσφέρει στις δυνάμεις του κεφαλαίου μια ευκαιρία, μετά από τις τόσες αποτυχημένες επιθέσεις τους στις δήθεν προνομιούχες μερίδες των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα, τις τράπεζες, την εκπαίδευση κ.λπ., Ευκαιρία, επειδή ακριβώς υπάρχει στην Ελλάδα, ιδιαίτερα αυτή την εποχή, ένα ισχυρό ρεύμα εθνικισμού που διαπερνάει όχι μόνον όλη την κοινωνία αλλά προωθείται και από όλα τα κόμματα. Η υπαρκτή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στους έλληνες και τους μετανάστες (η εθνικότητα), είναι εύκολο να μετατραπεί σε φαντασιακή αντίθεση - αλλά τελικά και σε πολύ πραγματική εχθρότητα - μέσω της ιδεολογίας του εθνικισμού και με την εκμετάλλευση της ανασφάλειας που προκαλεί η ανεργία - και δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με καμιά πρωτοτυπία, πρόκειται για το «γαλλικό δρόμο προς το φασισμό». Η ανάπτυξη του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα θα αποτελέσει το προπό βήμα στην εκπαίδευση το«1 εργαζομένων στη λογική του αποκλεισμού, της συντεχνίας, της κάστας, της φυλής, της μη αλληλεγγύης. του κοινωνικού ρατσισμού. Το κίνητρο λοιπόν της μάχης αυτής, της υπεράσπισης των μεταναστών, δεν είναι ανθρωπιστικό: πρόκειται για την ίδια την αναχαίτιση της ευρύτερης επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας, με στόχο την μετατροπή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων μέχρις εκείνου του σημείου όπου θα μπορεί να επιβάλλει στην ελληνική κοινωνία όλες εκείνες τις αλλαγές (αναδιάρθρωση της παραγωγής, των υπηρεσιών και της καθημερινής ζωής) που να αποκαθιστούν την «ομαλή, υγιή ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής». Η θέση των μεταναστών, είναι μέσα στα δικά μας οχυρά.