Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια και το εργατικό κίνημα
του Ηλία Παπαναστασίου

Οι ταχύτατες εξελίξεις στα Βαλκάνια και οι επιπτώσεις τους στη χώρα μας αποτελούν ίσως το κυριότερο θέμα πολιτικής αρθρογραφίας και ανάλυσης. Δεκάδες ή εκατοντάδες άρθρα έχουν γραφτεί για τις τρομακτικές αλλαγές που έχουν γίνει στα Βαλκάνια ελάχιστα όμως από αυτά είναι απαλλαγμένα από την δυσωδία του έντονου εθνικισμού και τοπικισμού που απειλεί να καταστρέψει τα πάντα. Ακόμη λιγότερα είναι τα άρθρα που συνδέουν τις ιλιγγιώδεις εξελίξεις στα Βαλκάνια με την πολιτική του ελληνικού αριστερού, εργατικού κινήματος. Ας γίνουμε σαφέστεροι.

Η διάλυση του γιουγκοσλαβικού κράτους και η επίσημη αναγνώριση των κρατών της Σλοβενίας και Κροατίας από τους εταίρους της ΕΟΚ, το τεράστιο πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την περιοχή της Μακεδονίας των Σκοπίων και η εντεινόμενη σοβινιστική υστερία σε όλες τις χώρες της Βαλκανικής - συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας - αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο που έχει τις εξηγήσεις του αλλά και τις ανάλογες προεκτάσεις στο μέλλον.

Σαν πρώτη αιτία της δημιουργίας μιας εθνικιστικής μπαρουταποθήκης που τείνουν πλέον να γίνουν τα Βαλκάνια θα μπορούσε να θεωρηθεί η κατάρρευση του γραφειοκρατικού, καταπιεστικού και αδιέξοδου συστήματος των βαλκανικών κρατών που ψευδεπίγραφα ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός». Περίπου 45 χρόνια σταλινικής καταπίεσης των τεράστιων οικονομικών, κοινωνικών και εθνικών προβλημάτων δημιούργησαν εκρηκτικές καταστάσεις με αποκορύφωμα το σοβινιστικό παραλήρημα και ξέσπασμα που παρατηρείται στην περιοχή αυτή. Για τέσσερις και παραπάνω δεκαετίες οι ηγεσίες των γραφειοκρατικών Κομμουνιστικών Κομμάτων, καπηλευόμενες την μαρξιστική θεωρία και ξευτελίζοντας κάθε έννοια διεθνισμού και εθνικής αυτοδιάθεσης δημιούργησαν εθνικά κράτη εξαφανίζοντας σχεδόν κάθε έννοια αυτοδιάθεσης και δημοκρατικού, επαναστατικού εθνισμού. Οι τεράστιες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες στο εσωτερικό των πρώην «σοσιαλιστικών» βαλκανικών κρατών είναι επίσης γνωστές. Π.χ. δεν πρέπει να λησμονούμε την τεράστια οικονομική διαφορά ανάπτυξης και βιοτικού επιπέδου μεταξύ Κοσσυφοπεδίου, Μαυροβουνίου από τη μία μεριά και Σλοβενίας - Κροατίας από την άλλη. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε και στη Βουλγαρία μεταξύ των μουσουλμανικοί περιοχών της και των υπολοίπων.

Ένας ιδιόμορφος μεγαλοκρατικός σοβινισμός των μεγάλων εθνικών ομάδων σε βάρος των εθνικών μειονοτήτων υπήρξε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των μεταπολεμικών Βαλκανίων.

Από τη μεριά των δεκάδων εθνοτήτων που διεκδικούν πλέον με όλους τους τρόπους τη δυνατότητα ίδρυσης ανεξάρτητων εθνικών κρατών παρατηρούμε μια φρενίτιδα εθνικής αναζωπύρωσης με άμεσο αποτέλεσμα το ξέσπασμα εμφυλίων πολέμων ιδιαίτερα στην περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Εθνότητες που είτε «εξαφανίστηκαν» βίαια από το σταλινικό καθεστώς είτε στερούνταν δικαιωμάτων διεκδικούν την ίδρυση και αναγνώριση εθνικών κρατών. Το φαινόμενο αυτό έχει να κάνει με δύο βασικούς λόγους: α) Εσωτερικούς και β) εξωτερικούς.

Σαν εσωτερικούς λόγους θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την έλλειψη εθνικής ολοκλήρωσης των περισσότερων εθνοτήτων της Βαλκανικής και την καταπιεστική τους ενότητα κάτω από έναν ψευδεπίγραφο «σοσιαλισμό». Η δημιουργία ανερχόμενων αστικών στρωμάτων - ή και αστικών τάξεων - στα κράτη του πρώην βαλκανικού «υπαρκτού σοσιαλισμού» έχει άμεση σχέση με την αναζωπύρωση του βαλκανικού εθνικισμού. Ιδιαίτερα στα πλέον αστικοποιημένα έθνη της Βαλκανικής - Σλοβένοι και Κροάτες - η αναζωπύρωση αυτή πήρε την μορφή κρατικής συγκρότησης. θα ήταν όμως υπεραπλούστευση να θεωρήσουμε την αναζωπύρωση του βαλκανικού σωβινισμού σαν συνέπεια μόνον της τάσης για εθνική ολοκλήρωση. Πέρα από τα ανερχόμενα αστικά έθνη της περιοχής υπάρχουν και εθνότητες σχεδόν άγνωστες και ασήμαντες. Η ρευστότητα που προκύπτει με τη διάλυση του γιουγκοσλαβικού κράτους δίνει όμως και στις εθνότητες αυτές πολιτική υπόσταση, καθώς μάλιστα, για να επιβιώσουν πολιτικά, σπεύδουν να υιοθετήσουν τα σχέδια του διεθνούς και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και ειδικότερα της ηγεμονικής μερίδας του. Εδώ και εκατόν σαράντα περίπου χρόνια ο Φρίντριχ Ένγκελς επεσήμανε τον αντιδραστικό και αντεπαναστατικό ρόλο αρκετών βαλκανικών εθνοτήτων που λειτούργησαν τους δύο τελευταίους αιώνες σαν οι δούρειοι ίπποι της εκάστοτε ευρωπαϊκής αντίδρασης. Είναι γνωστή π.χ. η στάση των Κροατών στην ευρωπαϊκή επανάσταση του 1848. Η τσαρική μοναρχία που αποτελούσε τον στυλοβάτη της ευρωπαϊκής αντίδρασης σύντριψε με την βοήθεια κροατικών σωμάτων την εξέγερση των κεντροευρωπαϊκών λαών και ιδιαίτερα του ουγγρικού λαού ενάντια στην Μοναρχία των Αψβούργων. Η εξαίρετη - αλλά δυστυχώς λησμονημένη - προβληματική του Ένγκελς για τους «Λαούς χωρίς ιστορία» (Geschichtlosen Völker) είναι πάντα επίκαιρη και αξεπέραστη.

Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούμε και σήμερα. Όπως πολλές εθνότητες του 19ου αιώνα λειτούργησαν σαν δούρειος ίππος της ευρωπαϊκής αντίδρασης ενάντια στις αστικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, έτσι και πρόσφατα πολλές εξεγερμένες εθνότητες και έθνη λειτούργησαν σαν καταλύτες για την κατάρρευση των σταλινικών γραφειοκρατικών καθεστώτων. Η σκανδαλώδης υποστήριξη της Γερμανίας στην Κροατία και Σλοβενία, η ταχύτατη αναγνώριση τους - και όχι μόνο από τη Γερμανία - αλλά και η πολιτική των ΗΠΑ με τις μουσουλμανικές μειονότητες στην περιοχή μας φανερώνουν την άμεση σχεδόν σχέση μεταξύ του αναζωπυρωμένου βαλκανικού εθνικισμού και των ηγεμονικών δυνάμεων του παγκόσμιου καπιταλισμού. Εθνική ολοκλήρωση, ανερχόμενες βαλκανικές αστικές τάξεις και ιμπεριαλιστική ανάμειξη αποτελούν λοιπόν ένα ενιαίο σύνολο που απειλεί με καταστροφή οποιαδήποτε άλλη προοπτική. Από την άλλη μεριά η πολιτική των βαλκανικών κυβερνήσεων πλειοδοτεί σε εθνικιστικές εξάρσεις και πατριδοκαπηλείες με αποτέλεσμα την πιθανότητα έναρξης ενός «τρίτου βαλκανικού πολέμου» στη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η σοβινιστική αυτή παραζάλη συμβαδίζει με την υποχώρηση της παρέμβασης του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος. Παρόμοιο φαινόμενο εθνικιστικής ανόδου είχαμε και στη Γερμανία της Βαϊμάρης (19181933) όταν ο Α. Χίτλερ δημαγωγούσε για τον γερμανικό Lebensraum (ζωτικό χώρο) εκμεταλλευόμενος τα τραγικά σφάλματα του γερμανικού εργατικού σοσιαλιστικού κινήματος.

Αν υποθέσουμε ότι στην ιστορία δεν υπάρχει κενό, τότε θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η υποχώρηση του σοσιαλισμού - οποιασδήποτε μορφής δημιούργησε ένα τεράστιο κοινωνικοπολιτικό και ιδεολογικό κενό που καλύφθηκε αρκετά εύκολα από τον ανερχόμενο εθνικισμό. Όμως και η πολιτική της βαλκανικής αριστεράς - δηλαδή του εργατικού κινήματος - ευνόησε αυτή την εξέλιξη. Υποκύπτοντας εύκολα στη σωβινιστική υστερία που καλλιεργείται από πάρα πολλούς - αρκετοί μάλιστα από αυτούς βρίσκονται και μέσα σε προοδευτικά, αριστερά κόμματα - και μη διαθέτοντας μια συνολική σοσιαλιστική πρόταση παρέμβασης, η σύγχρονη αριστερά των βαλκανικών κρατών παραμένει ασυντόνιστη, κατακερματισμένη και αδρανής. Σε αντίθεση με τα βαλκανικά αστικά συντηρητικά κόμματα που λειτουργούν πλέον σε υπερεθνικό επίπεδο αλληλοβοήθειας και τακτικής «αδελφών» κομμάτων - εκλογική συνεργασία, ίδρυση βαλκανικής Φιλελεύθερης Διεθνούς αλλά και συντονισμός σε κυβερνητικό επίπεδο - τα βαλκανικά αριστερά κόμματα, δευτεροδιεθνιστικής ή τριτοδιεθνιστικής προέλευσης, παραμένουν δέσμια μιας εθνικά περιορισμένης και σοβινιστικά επηρεασμένης πολιτικής.

Η ανυπαρξία διεθνιστικής συνεργασίας και πολιτικού συντονισμού μεταξύ των βαλκανικών αριστερών και εργατικών κομμάτων της Βαλκανικής είναι η κατάληξη της ιδεολογικοπολιτικής τους υποταγής και εξάρτησης από τις αντίστοιχες «εθνικές» τους αστικές τάξεις. Πολιτική «δοκιμασμένη» ήδη από την εποχή της Β' Διεθνούς όταν το οργανωμένο ευρωπαϊκό προλεταριάτο έγινε το πρώτο θύμα του αιματηρού Α' Παγκοσμίου Πολέμου με κύρια ευθύνη των ηγεσιών των Σοσιαλδημοκρατικών Κομμάτων της εποχής.

Η σημερινή «εθνική» πολιτική των βαλκανικών Σοσιαλιστικών Κομμάτων έρχεται σε αντίθεση με την προϊούσα διεθνοποίηση των δυνάμεων του βαλκανικού καπιταλισμού. Οι ανερχόμενες αστικές τάξεις των νέων εθνικών κρατών - Σλοβενία, Κροατία - παράλληλα με την τουρκική αστική τάξη αλλά και την ελληνική αστική τάξη αποτελούν τον συνεκτικό παραγωγικό ιστό πάνω στον οποίο αναπτύσσεται η ηγεμονεύουσα τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις εθνικιστική ιδεολογία. Ίσως σε καμία περιοχή της Ευρώπης δεν έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας η πολιτική της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης απ' όσο στην περιοχή των Βαλκανίων όπου την νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική επικαλύπτει η εθνικιστική πολιτική των εθνικών αστικών τάξεων.

Η αναβίωση του εθνικιστικού φαινομένου στη Βαλκανική - και όχι μόνο συμβαδίζει με την υπερδιεθνοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος και την «υπερεθνικοποίηση» του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Η συνάντηση του Μάαστριχτ δεν ήταν παρά μία «επικυρωτική συνάντηση» των παραπάνω φαινομένων αλλά και μια «ευκαιρία» για απόδειξη της τεράστιας δύναμης του γερμανικού καπιταλισμού και της επεκτατικής πολιτικής του - μια νέα Drang nach Osten - στην περιοχή των Βαλκανίων.

Ίσως αυτή η δυναμική της κεφαλαιοκρατικής επέκτασης λείπει από την οπτική του «ξένου δακτύλου» που ερμηνεύει τα πάντα μέσω των εξωγενών παραγόντων χωρίς αναφορές στην «ενδογενή δυναμική» των αστικών κοινωνικών σχέσεων των βαλκανικών χωρών αλλά και την ιμπεριαλιστική πρακτική των δυναμικότερων δυτικοευρωπαϊκών αστικών τάξεων. Ερμηνευτική που κυριαρχεί στο χώρο του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος αλλά και σε άλλα κόμματα της σοσιαλιστικής κομμουνιστογενούς αριστεράς. Έτσι, δεν θα πρέπει να εκπλήσσει η ανάπτυξη ενός απροκάλυπτου πλέον εθνικισμού στο εσωτερικό αριστερών εργατικών κομμάτων - όπως το ΠΑΣΟΚ - και η συνεχής επίκληση στις δυνάμεις της ορθόδοξης εκκλησίας που κατά τους εμπνευστές της θα αποτελέσει την κυριότερη γραμμή άμυνας κατά του εξωτερικού εχθρού...

Φαινόμενα όμως όπως τα παραπάνω, δηλαδή υποταγής - κυριολεκτικά του σοσιαλιστικού κινήματος στην ηγεμονία του πλέον οπισθοδρομικού μηχανισμού ηγεμονίας της κυρίαρχης τάξης, είναι μάλλον σπάνια σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες - κύρια βορειοευρωπαϊκές - όπου οι μηχανισμοί της καθολικής και προτεσταντικής εκκλησίας έχουν πολιτική συγγένεια κυρίως με τα συντηρητικά αστικά κόμματα παρά με τις δυνάμεις του εργατικού κινήματος. Αντίθετα στη χώρα μας, ο θρησκευτικός συντηρητισμός στον πολιτικό χώρο εκφράστηκε στα πλαίσια ακόμα και προοδευτικών πολιτικών κομμάτων. Η αφομοίωση λοιπόν του θρησκευτικού συντηρητισμού και του εθνικιστικού παροξυσμού από τα αριστερά κόμματα της Ελλάδας δημιουργεί ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την «κατοχύρωση» της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού και της πολιτικής της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης ενώ ταυτόχρονα χειροτερεύει τις προοπτικές του εργατικού κινήματος.

Χρειάζεται μια νέα πρόταση υπέρβασης του νεοσυντηρητικού ρεύματος της ορθοδοξίας και του εθνικισμού με ταυτόχρονο τονισμό των κοινωνικών, ταξικών και ιδεολογικών παραμέτρων φαινομένων όπως τα παραπάνω.

Μια τέτοια πρόταση παρέμβασης θα μπορούσε να είναι επικεντρωμένη σε τρία σημεία:

1) Την ανάγκη ίδρυσης Βαλκανικού Γραφείου Σοσιαλιστικών, Σοσιαλδημοκρατικών, Εργατικών Κομμάτων, που δεν θα περιλαμβάνει μόνο τις δυνάμεις της Σοσιαλιστικής Διεθνούς αλλά και άλλες αριστερές, εργατικές και επαναστατικές δυνάμεις. Το Γραφείο των Σοσιαλιστικών Κομμάτων δεν θα πρέπει να έχει μόνο «ενημερωτικό» αλλά κυρίως συντονιστικό και ενεργητικό ρόλο παρέμβασης. Απέναντι στον νοσηρό εθνικισμό που καλλιεργείται από πολλές μεριές, μόνο ο σύγχρονος διεθνισμός και ριζοσπαστικός δημοκρατισμός των Σοσιαλιστικών, Εργατικών Κομμάτων μπορεί να τροποποιήσει το κλίμα στο χώρο της Βαλκανικής υπέρ των δυνάμεων της εργασίας και της προόδου.

2) Η συνεργασία αυτή δεν θα πρέπει να επεκτείνεται μόνο στο χώρο της Βαλκανικής αλλά και σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Μόνο όταν ο σοσιαλισμός επαναλειτουργήσει σαν διεθνής θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο πολέμου.

3) Χρειάζεται να αναληφθεί μια συντονισμένη προσπάθεια διαφώτισης της κοινής γνώμης των βαλκανικών κρατών για τις πραγματικές ιστορικές και κοινωνικές αιτίες του βαλκανικού εθνικισμού μέσα από την διοργάνωση διαφόρων φόρουμ και συνεργασιών σε όλα τα επίπεδα. Επίσης χρειάζεται η επεξεργασία μιας πολιτικής συμμαχιών σε κοινωνικό, ταξικό, ιδεολογικό και κρατικό επίπεδο στο χώρο της Βαλκανικής μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και των «εν δυνάμει» συμμάχων. Η ιστορία δε θα συγχωρήσει το ξεκίνημα ενός νέου πολέμου από το χώρο της Βαλκανικής. Ιδιαίτερα στις πολιτικές δυνάμεις εκείνες που επιδιώκουν να εκπροσωπήσουν τις κοινωνικές δυνάμεις της εργασίας.

Ηλίας Παπαναστασίου

Μέλος Τομέα Διαφώτισης

της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ