Η συζήτηση για την παγκόσμια αγορά

στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

Μια κριτική καταγραφή των βασικών θεωρημάτων και διαμαχών της*

του Klaus Busch

μετάφραση Μπάμπης Αντωνίου


Μετά από μια ολόκληρη δεκαετία μαρξιστικής θεωρίας, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σχετικά με την παγκόσμια αγορά επικρατούν βαβυλωνιακές καταστάσεις: Αυτοί που συμμετέχουν στη συζήτηση δεν είναι ούτε κατά διάνοια σύμφωνοι σε κανένα από τα βασικά ερωτήματα που αφορούν την ανάλυση της παγκόσμιας αγοράς του κεφαλαίου. Δεν έγινε δυνατό να επιτευχθεί συμφωνία ούτε στη μεθοδολογική τοποθέτηση των προβλημάτων για τη σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας στη παγκόσμια αγορά, δηλ. για το ζήτημα των εθνικών κρατών, ούτε εξασφαλίστηκε μια ενιαία αντίληψη για το σε ποιες τροποποιήσεις υπόκειται ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων στη παγκόσμια αγορά συγκριτικά με τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, ποιες θα μπορούσαν δηλ. να είναι οι προϋποθέσεις μιας μαρξιστικής ανάλυσης των διεθνών εμπορικών σχέσεων. Ούτε πάλι σημειώθηκε πρόοδος στη διαμάχη για τα αίτια της διεθνοποίησης της παραγωγής και στην ανάλυση της εξαγωγής κεφαλαίων. Σαν μέλος της συζήτησης για τη παγκόσμια αγορά νοιώθω γι' αυτό το καθήκον, στα πλαίσια του συνεδρίου μας να αναφερθώ στα πιο σημαντικά προβλήματα της ανάλυσης για την παγκόσμια αγορά, να παρουσιάσω τις αντιμαχόμενες θέσεις και να τις κρίνω με βάση τη δικιά μου θεωρητική αφετηρία. Οι περιοχές προβλημάτων στις όποιες αναφέρεται η παρουσίαση μου είναι:

1. η σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας στην καπιταλιστική παγκόσμια αγορά,

2. η τροποποίηση του ανταγωνισμού των κεφαλαίων στη διεθνή αγορά,

3. οι αίτιες της εξαγωγής κεφαλαίων με τη μορφή των άμεσων επενδύσεων.

1. Για τη σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά

Κάθε θεωρία της παγκόσμιας αγοράς βρίσκεται αρχικά αντιμέτωπη με ένα μεθοδολογικό πρόβλημα, με το ζήτημα της σχέσης μεταξύ πολιτικής και οικονομίας στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού του κεφαλαίου. Μία έρευνα των γενικών νόμων συσσώρευσης του κεφαλαίου μπορεί και πρέπει να κάνει αφαίρεση από τη βαθμίδα της πολιτικής, γιατί στη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οι τομείς πολιτική και οικονομία είναι ειδικά διαχωρισμένοι και στην οικονομία ανήκει ο δεσπόζων ρόλος. Η ανάλυση της παγκόσμιας αγοράς δεν επιτρέπεται να ακολουθήσει αυτή τη μεθοδολογική πορεία, αν δεν θέλει να ξεκινήσει από την αρχή με μια λάθος προϋπόθεση, γιατί η βαθμίδα της πολιτικής είναι παρούσα στο διεθνή ανταγωνισμό με τη μορφή του εθνικού κράτους, ακόμη και σε φάσεις υψίστης φιλελευθεροποίησης. Η διαφορά ανάμεσα στη γενική δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (κ.τ.π.) και στην, αντιτιθέμενη στη λογική της, ιστορική μορφή της, όπως εμφανίζεται στη παγκόσμια αγορά, είναι το πρώτο πρόβλημα, στο όποιο πρέπει να τοποθετηθεί η θεωρία. Το ερώτημα είναι: Πως αποκρυσταλλώθηκε στο διεθνές σύστημα η δομή των εθνικών κρατών και γιατί δεν κατάφερε η αστική τάξη να επιβάλει ακόμα και στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς μία δομή της πολιτικής και της οικονομίας που να αντιστοιχεί στη λογική του κ.τ.π.; Μετά απ' αυτή την ιστορική ανάλυση προκύπτει μία νέα δυσκολία. Έχει νόημα να αναζητά κανείς οικονομικές νομοτέλειες όταν υπάρχει η παρουσία της εξωοικονομικής εξουσίας, του εθνικού κράτους, στο διεθνή ανταγωνισμό; Ποιοι λόγοι συντρέχουν ώστε να περιορίζει το εθνικό κράτος, σ' ορισμένες φάσεις της ανάπτυξης, στο ελάχιστο τους παρεμβατικούς μηχανισμούς του και ποιες οικονομικές νομοτέλειες του διεθνούς ανταγωνισμού του κεφαλαίου εμφανίζονται τότε; Πως μπορεί να εξηγηθεί τελικά η τάση διατήρησης, που χαρακτηρίζει το εθνικό κράτος παρά την αυξανόμενη διεθνοποίηση του κεφαλαίου;

Παρά τις οποιεσδήποτε άλλες διαφωνίες υπάρχει στη μέχρι τώρα συζήτηση για την παγκόσμια αγορά συμφωνία, ό,τι η ύπαρξη του εθνικού κράτους δεν μπορεί να συναχθεί από τη λογική του κεφαλαίου, αντίθετα πρέπει να θεωρηθεί το κράτος σαν προϊόν ορισμένων ιστορικών διαδικασιών στη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Αυτή η αντίληψη δεν αποτέλεσε όμως μέχρι στιγμής κίνητρο για να μελετηθεί ακριβέστερα η ιστορική γέννηση του εθνικού κράτους. Μόνο λίγοι από τους συγγραφείς που ασχολούνται με την παγκόσμια αγορά, π.χ. ο Hans Jürgen Axt, η Christel Neusüss, o Albert Statz και οι Sost ασχολήθηκαν με την ιστορία του εθνικού κράτους, όμως εξαιρετικά περιορισμένα και όχι ικανοποιητικά. Κατά τη γνώμη μου μία ανάλυση της γέννησης του εθνικού κράτους που άλλωστε έχει μείνει έξω και από τη μαρξιστική συζήτηση για το κράτος θα έπρεπε να επεξεργαστεί λεπτομερειακά τα παρακάτω σημεία:

1. Τη δομική συνάρθρωση των θεσμών πολιτικής και οικονομίας στο φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής που χαρακτηρίζει επίσης τις προκατακλυσμιαίες μορφές του κεφαλαίου, το εμπορικό και το τοκογλυφικό κεφάλαιο.

2. Το ξεπέρασμα του συστήματος των τμηματικών κυριαρχιών στα μέσα και τέλη του μεσαίωνα, με το σύστημα των συγκεντρωτικών, απολυταρχικών κρατών, που προήλθαν από την κρίση του φεουδαρχισμού στα μέσα του 14ου αιώνα.

3. Την παράλληλη με τη μετατόπιση του κέντρου εξουσίας από το τοπικό στο εθνικό επίπεδο μετατόπιση των συνόρων. Τα όρια της κυριαρχίας πάνω στη γη, στο χωριό και τα όρια της πόλης ξεπερνιούνται από την απολυταρχία, τα σύνορα μετατοπίζονται προς τα έξω και συνενώνονται σε εθνικά σύνορα. Η εισαγωγή του σταθερού στρατού, ενός εθνικού οικονομικού συστήματος, μιας κεντρικής γραφειοκρατίας, η εισαγωγή του ρωμαϊκού δίκαιου και η όχι με τη μικρότερη σημασία μερκαντιλιστική οικονομική πολιτική, οδηγούν στην απολυταρχία, στην ενοποίηση του πολιτικού και οικονομικού χώρου σε εθνικό επίπεδο.

4. Το ασύγχρονο των αστικών επαναστάσεων που επιτρέπει στην αστική τάξη να μετασχηματίσει στο εσωτερικό μόνο της νέας κοινωνίας τη σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας, να διαχωρίσει τις βαθμίδες πολιτική και οικονομία, την εξαναγκάζει όμως να στηρίζεται προς τα έξω στην προκαπιταλιστική συνένωση πολιτικής και οικονομίας. Λόγω της άνισης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη, το αστικό κράτος συνδέεται αναγκαστικά με τα εθνικά σύνορα που έφτιαξε η απολυταρχία, και σταθεροποιεί αυτά τα σύνορα με το να προσδώσει στο έθνος την πολιτική ουσία μιας αντιφεουδαρχικής ιδέας. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι, οι εθνικοί απελευθερωτικοί πόλεμοι και οι εθνικοί ενωτικοί πόλεμοι της Γερμανίας και της Ιταλίας ενισχύουν αυτή την τάση. Στην περίοδο των αστικών επαναστάσεων μπορεί συνεπώς να πραγματοποιηθεί η δομή των βαθμίδων πολιτική και οικονομία που προσιδιάζει στο κεφάλαιο μόνο στο εσωτερικό των εθνικών κρατών, ενώ στα πλαίσια του διεθνούς συστήματος διατηρείται η προκαπιταλιστική μορφή της σχέσης μεταξύ πολιτικής και οικονομίας.

Αφού αιτιολογήθηκε μέχρι εδώ ιστορικά η σε εθνικά πλαίσια συγκρότηση του κεφαλαίου και επικρατεί σ' αυτό το σημείο όπως είπαμε συμφωνία στις μέχρι τώρα συζητήσεις για την παγκόσμια αγορά πρέπει τώρα να εξετάσουμε το ζήτημα του κατά πόσο μπορούν να προσδιορισθούν και οικονομικές νομοτέλειες για τον ανταγωνισμό του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά. Η δυνατότητα του εθνικού κράτους, με τη μορφή δασμών, περιορισμού στις ποσότητες εισαγωγών, αλλαγών στις συναλλαγματικές ισοτιμίες κτλ. να παρεμβαίνει στη διεθνή ανταγωνιστική πάλη θέτει στην πράξη το ερώτημα για το κατά πόσο ισχύει ο νόμος της αξίας στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Στη συζήτηση στην Ο.Δ. Γερμανίας αποκρυσταλλώθηκαν γι' αυτό το ζήτημα τουλάχιστον 3 θέσεις: Η πρώτη θέση, για την οποία παίρνουμε εδώ αποσπάσματα από την εργασία της Tula Siegel «Ο καπιταλισμός σαν παγκόσμιο σύστημα» ισχυρίζεται, ό,τι στον ανταγωνισμό του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά συνενώνονται μεταξύ τους οι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες: «Στο διεθνή ανταγωνισμό δεν έρχονται τα κεφάλαια αντιμέτωπα άπλα σαν κεφάλαια, αλλά σαν κεφάλαια ορισμένων εθνών με διαφορετική οικονομική, πολιτική και στρατιωτική εξουσία. Με τη διαίρεση του καπιταλισμού σε έθνη πραγματοποιείται λοιπόν μια απόλυτα αποφασιστική τροποποίηση των γενικών χαρακτηριστικών αυτής της κοινωνίας: Δεν ρυθμίζουν πλέον μόνο οικονομικοί όροι (του μηχανισμού της αγοράς) τις σχέσεις μεταξύ των παραγωγών αλλά γίνεται η πολιτική ένα ολοκληρωμένο τμήμα του διεθνούς ανταγωνισμού του κεφαλαίου», (σελ. 17). Για την Tula Siegel λύνεται το παράδοξο «ό,τι η παγκόσμια αγορά και το Έθνος είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παραγωγής» (σ. 177) προς την κατεύθυνση, ό,τι το κεφάλαιο περιλαμβάνει μία σχέση εξουσίας, που προσέλαβε μία εθνική μορφή. Σε διεθνές επίπεδο εμπεριέχει πάντοτε λοιπόν η εξάπλωση του κεφαλαίου ταυτόχρονα και μία διεθνική πάλη μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων για το υπερπροϊόν.

Αν πάρει κανείς επί λέξη αυτή τη θέση, τότε πρέπει να παραιτηθεί τελικά από την εξέταση οικονομικών νομοτελειών στην ανάλυση της παγκόσμιας αγοράς του κεφαλαίου. Κι αυτό γιατί στη διεθνή αγορά διεξάγεται μια μάχη με μέσα που είναι στον ίδιο βαθμό πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά, για το μοίρασμα του υπερπροϊόντος.

Η ανάλυση των Sost με τίτλο «Καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία» υπαινίσσεται την αντίθετη θέση προς την «πολιτικίστικη» θεώρηση της Tilla Siegel. Βέβαια οι Sost έχουν σαν αφετηρία μία εθνικοκαπιταλιστική δόμηση της παγκόσμιας αγοράς, ο συναγωνισμός στην παγκόσμια αγορά πραγματοποιείται στη βάση εθνικών, ιστορικά αναπτυγμένων όρων αναπαραγωγής του κεφαλαίου εθνικό μέσο ποσοστό κέρδους, εθνικό επίπεδο παραγωγικότητας και ένταση εργασίας η έννοια όμως του εθνικού κράτους παραμένει για την παραπέρα ανάλυση των Sost χωρίς σημασία. Διαφορετικά εθνικά ποσοστά κέρδους, άνισα επίπεδα εθνικής παραγωγικότητας και έντασης εργασίας δομούν το συναγωνισμό του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, όμως οι πολιτικές διαμεσολαβήσεις αυτής της ανταγωνιστικής πάλης είναι προφανώς για τους Sost χωρίς ιδιαίτερη σημασία, η ανάλυση τους συρρικνώνεται έτσι σε οικονομιστικά επίπεδα.

Μία ενδιάμεση θέση μεταξύ αυτών των δύο άκρων εκπροσωπούν στις εργασίες τους η Christel Neusüss, ο Bernd Senf και ο Klaus Busch. Σύμφωνα μ' αυτούς τους συγγραφείς, ο συναγωνισμός στην παγκόσμια αγορά παρουσιάζει σε περιόδους μπουμ του παγκόσμιου κεφαλαίου, μία τάση απορρύθμισης λόγω του κράτους. Το εθνικό κράτος περιορίζει σ' αυτές τις φάσεις την παρεμβατικότητά του στο διεθνή συναγωνισμό του κεφαλαίου μέχρι εκείνο το ελάχιστο, που προκύπτει αναγκαστικά από την ύπαρξη του (του κράτους). Αυτό το ελάχιστο του παρεμβατισμού, που per se συνοδεύει τη συμπύκνωση του κεφαλαίου στο εθνικό κράτος, παρ' ό,τι παραιτείται το κράτος από άμεσες επεμβάσεις στους ανταγωνισμούς για τις τιμές και τις αγορές διάθεσης προϊόντων, μέσα από δασμούς, περιορισμούς εισαγωγών κλπ., είναι οι διακυμάνσεις των ισοτιμιών των νομισμάτων, που προκύπτουν από την αλλαγή των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των διάφορων εθνικών κρατών. Η δομή των συναλλαγματικών ισοτιμιών, που πηγάζει αναγκαστικά από την ύπαρξη των εθνικών κρατών, συνεπάγεται, για τα λιγότερο αναπτυγμένα εθνικά κεφάλαια, μία προστατευτική και εξισωτική λειτουργία και παράγει ένα διεθνή καταμερισμό εργασίας στη βάση κάποιων δομών συγκριτικών κοστών. Αυτές οι νομοτέλειες του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά κάνουν ξεκάθαρο γιατί ακόμη και στην περίπτωση ενός άνισου επιπέδου ανάπτυξης των διαφόρων εθνικών κεφαλαίων, μία εκτεταμένη υποχώρηση του εθνικού κράτους από το διεθνή συναγωνισμό δεν είναι μόνο δυνατή αλλά και συμφέρουσα για όλους όσους συμμετέχουν στο διεθνές εμπόριο. Σε σχέση με τη Siegel πρέπει να συγκρατήσουμε ό,τι ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά ρυθμίζεται σε περιόδους ανάκαμψης, παρά την ύπαρξη του εθνικού κράτους, μέσω οικονομικών νομοτελειών, αναφορικά με τους Sost πρέπει να τονίσουμε ό,τι ο συναγωνισμός στην παγκόσμια αγορά διαμεσολαβείται αναπόφευκτα μέσω ενός μηχανισμού παρέμβασης του εθνικού κράτους, δηλ. τις σχέσεις των νομισμάτων.

Αυτές οι σχέσεις ισχύουν όμως μόνο για αίθριες περιόδους της παγκόσμιας διαδικασίας συσσώρευσης. Περίοδοι ύφεσης, αντίθετα, θέτουν σε κίνηση μια πολιτική εξωτερίκευσης της κρίσης, δηλ. την προσπάθεια, μέσω μιας πολιτικής beggar - my - neighbor, («κάνε το γείτονα σου επέτη») να κρατηθεί το κάθε εθνικό κεφάλαιο στην κρίση όσο το δυνατό χωρίς ζημία, σε βάρος των γειτόνων. Η επιστροφή σ' ένα εξωτερικό οικονομικό μερκαντιλισμό, επιβεβαιώνει, σε περιόδους κρίσης, για μια ακόμη φορά καθαρά, την ειδική διαφορά στη σχέση πολιτικής - οικονομίας, που χαρακτηρίζει το εθνικό κράτος εντός και εκτός των συνόρων του. Ενώ η κυρίαρχη οικονομική πολιτική μετατρέπεται προς τα μέσα σε μια πολιτική ζήτησης, προπαγανδίζει δηλ. την υποχώρηση του κράτους από την οικονομία, τα ίδια κράτη εφαρμόζουν διεθνώς παρά την ύπαρξη μιας αποκλίνουσας ιδεολογίας το αντίθετο: το εθνικό κράτος παρεμβαίνει στην ανταγωνιστική πάλη του κεφαλαίου προστατευτικά σε μεγαλύτερο βαθμό και με πολυποίκιλους μηχανισμούς.

Το πρόβλημα που αναφέρεται στην τάση αναπαραγωγής του εθνικού κράτους, η ανάποδα στη δυνατότητα ξεπεράσματος του, φαίνεται σε καιρούς κρίσης όπως τους ζούμε τώρα να απαντιέται από την ίδια την πραγματική εξέλιξη, την τάση επανεθνικοποίησης στην παγκόσμια αγορά. Πέρα απ' αυτό πρέπει να εξετάσουμε, ποια τύχη μπορεί να έχουν υπερεθνικές προσπάθειες μεταξύ των εθνικών κρατών, σε περιόδους ανάκαμψης του παγκόσμιου κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, κατάφερε η ΕΟΚ να υλοποιήσει μία δασμολογική ένωση, και στη δεκαετία του '70 έκανε σοβαρές προσπάθειες για τη δημιουργία μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Ξεκινώντας από το θεώρημα της τροποποίησης του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά μπορεί να απαντηθεί αυτό το πρόβλημα ως έξης: Όσο βρίσκονται στην παγκόσμια αγορά αντιμέτωπα εθνικά κεφάλαια με άνισα επίπεδα ανάπτυξης, τίθενται τα λιγότερα αναπτυγμένα έθνη, χωρίς άλλο, κάτω από τις προστατευτικές και εξισωτικές λειτουργίες που συνεπάγεται η συγκρότηση του εθνικού κράτους. Υπερεθνικές τάσεις αντιστοιχούν βέβαια στα συμφέροντα των περισσότερο αναπτυγμένων κρατών, μπορούν όμως να γίνουν αντικείμενο μιας από κοινού διαχείρισης από έθνη με διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης μόνο με τη μορφή της ζώνης ελεύθερου εμπορίου, η της δασμολογικής ένωσης. Αυτές οι μορφές ολοκλήρωσης εγγυώνται παραπέρα την ελάχιστη παρέμβαση των εθνικών κρατών στο διεθνή ανταγωνισμό δηλ. την προστατευτική λειτουργία των νομισματικών σχέσεων, ενώ οι διαδικασίες ολοκλήρωσης που επεκτείνονται πιο πέρα δηλ. μία οικονομική και νομισματική ένωση θα έπρεπε να οδηγήσουν σε άνισες σχέσεις ανταγωνισμού προς όφελος των παραγωγικότερων εθνικών κεφαλαίων και έτσι δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές από τα λιγότερο αναπτυγμένα έθνη. Οι εμπειρίες της Ε.Ο.Κ. με τις διάφορες προσπάθειες για την υλοποίηση μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης στη δεκαετία του '70 και με το ακόμη και σήμερα εφαρμοζόμενο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (Ενς), δείχνουν, ό,τι ακόμη και μετριοπαθή πειράματα μιας νομισματικής συνεργασίας αποτυγχάνουν, όταν η συσσώρευση του κεφαλαίου πραγματοποιείται άνισα στα συμμετέχοντα έθνη. Η αντίφαση ανάμεσα στις μορφές του εθνικού Κεφαλαίου και στην τάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου είναι ακόμη και σήμερα σχεδόν 300 χρόνια μετά την αγγλική και σχεδόν 200 χρόνια μετά τη γαλλική επανάσταση άλυτη, εξαιτίας των διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης σε διεθνές επίπεδο ανάμεσα στα διάφορα εθνικά κεφάλαια. Σε μια φάση υψηλής διαπλοκής του διεθνούς εμπορίου και κεφαλαίου, όπως σήμερα, στην οποία η αυξανόμενη συγκυριακή εξάρτηση μεταξύ των εθνικών κρατών απαιτούσε αυτή καθ' εαυτή μια διεθνοποίηση των κρατικών λειτουργιών, οξύνεται σημαντικά η αντίφαση που αναφέραμε. Αυτό αποδεικνύει ιδιαίτερα η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία με την επιστροφή στο μερκαντιλισμό (που προκύπτει σαν συνέπεια της ύπαρξης του εθνικού κράτους) δεν βαθαίνει απλώς, αλλά δυσχεραίνεται και στο ξεπέρασμα της. Η ανικανότητα του αστισμού, ήδη από τη φάση των αστικών επαναστάσεων, να επιβάλει μία, και σε παγκόσμιο επίπεδο, δόμηση των βαθμίδων της πολιτικής και της οικονομίας, που να αντιστοιχεί στη λογική του κεφαλαίου, ενισχύει λοιπόν, Ιδιαίτερα σε περιόδους παγκόσμιας κρίσης της συσσώρευσης, τις οικονομικές και πολιτικές αντιφάσεις του κ.τ.π.

Ενώ οι συγγραφείς που στηρίζονται στο θεώρημα της τροποποίησης, μπορούν να εκτιμήσουν κατά περίπτωση τόσο τη γενική τάση αναπαραγωγής του εθνικού κράτους, όσο επίσης και τις δυνατότητες που έχουν να υλοποιηθούν διάφορες υπερεθνικές προσπαθείς, (δασμολογική ένωση, οικονομική και νομισματική ένωση), αποτυγχάνουν οι υπόλοιπες δύο θέσεις στην επεξεργασία αυτών των ζητημάτων. Η Tula Siegel παρακάμπτει την ανάλυση αυτών των προβλημάτων, με το να υιοθετεί τη βασική θέση ό,τι η παγκόσμια αγορά και το εθνικό κράτος αποτελούν προϋπόθεση και αποτέλεσμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Χάνει έτσι όμως τη δυνατότητα να ξεχωρίσει τις φάσεις φιλελευθεροποίησης από τις φάσεις προστατευτισμού της παγκόσμιας αγοράς, όπως επίσης να εκτιμήσει με διαφορετικό τρόπο κάποιες διαφορετικές προσπάθειες υπερεθνικού χαρακτήρα. Η ανάλυση των Sost αποτυγχάνει να απαντήσει σ' αυτά τα προβλήματα γιατί με βάση τις υποθέσεις της δεν μπορεί να απαντηθεί το γιατί δεν κατάφερε το κεφάλαιο, στην ιστορική διαδικασία, να προχωρήσει από μια καπιταλιστική βάση αναπαραγωγής σε εθνικό επίπεδο, σε μια διεθνή η το λιγότερο σε μια τοπική π.χ. σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επειδή εξετάζουν μόνο τις εθνικοοικονομικές, όχι όμως τις εθνικοκρατικές διαδικασίες της διεθνούς ανταγωνιστικής πάλης, δεν είναι οι Sost σε θέση να αιτιολογήσουν τη γενική αναγκαιότητα για αναπαραγωγή του εθνικού κράτους.

2. Σχετικά με την τροποποίηση του νόμου της άξιας στην παγκόσμια αγορά

Στο ζήτημα του τρόπου λειτουργίας του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά ξεχωρίζουν τουλάχιστον 4 θεωρητικές τάσεις, στη συζήτηση στην Ο. Δ. Γερμανίας. Η πρώτη θέση (Tilla Siegel) ξεκινάει από την υπόθεση, ό,τι αναφορικά με την λειτουργία του νόμου της αξίας δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της εθνικής και της παγκόσμιας αγοράς. Ο ανταγωνισμός του κεφαλαίου τροποποιείται στην παγκόσμια αγορά όχι από οικονομικές αίτιες, αλλά μόνο εξαιτίας πολιτικών και στρατιωτικών τάσεων, που είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης του εθνικού κράτους.

Η δεύτερη θέση, πρόκειται εδώ για τις εργασίες των Dietmar Goralczyk και Hans Jürgen Axt, σε συνδυασμό με τον Günther Kohlmey, βρίσκει την αιτιολογία της τροποποίησης του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά στο γεγονός, ό,τι σε αντίθεση με την εθνική αγορά, δεν καθορίζουν την αγοραία αξία οι μαζικοί όροι παραγωγής, αλλά η διεθνής τιμή πρέπει περισσότερο να νοηθεί σαν σταθμισμένος αριθμητικός μέσος όρος, γιατί σε διεθνές επίπεδο βρίσκονται αντιμέτωποι έντονα αποκλίνοντες βαθμοί έντασης και παραγωγικότητας της εργασίας.

Η τρίτη θέση, για την οποία μπορούν να αναφερθούν οι εργασίες των W. Schöller και των Sost, εξετάζει την εθνική αγορά σαν βάση της διαδικασίας σχηματισμού της αξίας λόγω της εθνικής αναπαραγωγικής βάσης του κεφαλαίου που αποκτά ιστορικά ένα όλο και μεγαλύτερο βάρος. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει μία διεθνής διαδικασία σχηματισμού της αξίας. Η αντιπαράθεση διαφορετικών εθνικών επίπεδων παραγωγικότητας, έντασης και ποιότητας εργασίας, οδήγησαν σε μια τροποποίηση της λειτουργίας του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά.

Η τέταρτη θέση, που εκφράζεται από την Christel Neusüss, τον F. Seelow, τον Β. Senf και τον Κ. Busch, αντιλαμβάνεται την αντανάκλαση των εθνικών διαφορών παραγωγικότητας και έντασης στη διεθνή διάρθρωση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, σαν την αποφασιστική τάση τροποποίησης του ανταγωνισμού του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά. Αυτή η νομοτέλεια αφαιρεί από τα παραγωγικότερα εθνικά κεφάλαια στην παγκόσμια αγορά την ικανότητα να πραγματοποιούν υπερκέρδος και επιτρέπει στα λιγότερο αναπτυγμένα εθνικά κεφάλαια να συμμετέχουν στη διεθνή ανταγωνιστική πάλη (προστατευτική και εξισωτική λειτουργία του νόμου της αξίας).

Μια διαδικασία συζήτησης μεταξύ αυτών των τεσσάρων τάσεων προέκυψε λοιπόν από το λόγο, ό,τι οι τρεις πρώτες θέσεις συγκρούστηκαν στις δημοσιεύσεις που έκαναν με την τέταρτη. Σ' αυτή τη διαδικασία κριτικής, στο κέντρο των συζητήσεων βρισκόταν η θεωρία της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Κατά τη γνώμη μου συνίσταται η ουσιώδης αδυναμία αυτής της κριτικής στο ό,τι αφ' ενός ο Marx στα οικονομικά του έργα πήρε μόνο σποραδικά θέση για ζητήματα της παγκόσμιας αγοράς και αφετέρου στο ό,τι τα συμπεράσματα του για τη χρηματική θεωρία και για τη θεωρία των συναλλαγματικών ισοτιμιών αναφέρονται σε σταθερές ισοτιμίες με το χρυσό. Η κριτική ενασχόληση μ' αυτές τις θεωρίες του Μαρξ και η πάρα πέρα ανάπτυξη τους, είναι ένα πολύ δύσκολο καθήκον για τους σημερινούς μαρξιστές συγγραφείς. Απ' αυτές τις δυσκολίες θα θελα να αναφέρω παρακάτω μερικά παραδείγματα. Κριτικάρει λοιπόν η Tula Siegel τη θεωρία των συναλλαγματικών ισοτιμιών, που περιέχεται στο θεώρημα της τροποποίησης, το οποίο αναπτύχθηκε στις εργασίες μας σε σχέση με το σημερινό μη μεταλλικό παγκόσμιο νομισματικό σύστημα, με μία απλή αντιπαράθεση με ένα μεταλλικό νομισματικό σύστημα. Διατυπώνει (η T. S.): «Εάν οι μεμονωμένες χώρες, που αποτελούν την παγκόσμια αγορά, έχουν διαφορετικά νομίσματα αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο δυο πράγματα: η χρησιμοποιούνται σ' αυτές άλλα προϊόντα σαν γενικό ισοδύναμο (π.χ. στη χώρα Α ασήμι και στη χώρα Γ χαλκός) η έχουν επίσης το χρυσό σαν χρήμα αλλά οι νομισματικές μονάδες τους

ρας Α έχει το όνομα τάλιρο και εκφράζει 2 ουγγιές χρυσό και η χώρα Γ έχει το νόμισμα ρούβλι, που θα ήταν η ονομασία για μισή ούγια χρυσό). Για τη σχέση των εθνικών νομισμάτων προς το παγκόσμιο χρήμα δεν υπάρχει εδώ μεθοδολογικά καμιά διαφορά. Και στις δύο περιπτώσεις προσδιορίζεται η σχέση των εθνικών νομισμάτων από τη σχέση των διεθνώς καθορισμένων αξιών τους» (σ. 157). Απ' αυτούς τους ισχυρισμούς για ένα μεταλλικό νομισματικό σύστημα συνάγει λοιπόν η Tula Siegel τη θέση ό,τι τα συμπεράσματα μου για το σημερινό παγκόσμιο νομισματικό σύστημα βασίζονται σ' ένα λογικό λάθος: «Η εξίσωση μιας εθνικής μέρας εργασίας με μια εθνική μονάδα νομίσματος, που παραδέχεται αναγκαστικά ο Klaus Busch στο μοντέλο του είναι σαν τέτοια λάθος. Εάν εισάγει κανείς στο μοντέλο του τη μοναδική μέθοδο για τον καθορισμό των εθνικών νομισμάτων που σ' αυτό το επίπεδο αφαίρεσης είναι σωστή, δηλ. να τα θεωρήσει σαν προϊόντα με διεθνή αξία, τότε καταρρίπτεται ολόκληρη η θεωρία για την τροποποίηση του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά», (σ. 158). Αυτή η σταθερή κριτική περιέχει το ίδιο επίπεδο λογικής όπως η πρόταση: «Το Α δεν είναι ίδιο με το Β, άρα το Β είναι λάθος». Ό,τι όμως το σημερινό παγκόσμιο νομισματικό σύστημα δεν μπορεί να αναλυθεί στη βάση του μεταλλισμού είναι ξεκάθαρο και για την Tilla Siegel: «Επειδή όμως το χρήμα είναι στην πραγματικότητα μόνο διαμεσολαβητικός αντιπρόσωπος ενός προϊόντος και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες μπορούν να επηρεαστούν από μέτρα των εθνικών κρατών, δεν μπορεί σε μια συγκεκριμένη ανάλυση των διεθνών οικονομικών σχέσεων να παραλείψουμε μια πραγματεία των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αυτή η πραγματεία προϋποθέτει μια πιο προχωρημένη ανάλυση του χρήματος και των νομισμάτων απ' αυτή που μπορεί να πραγματοποιηθεί στο επίπεδο της ανάλυσης της αξίας.» (σ. 153). «Παρότι το πρόβλημα νόμισμα και ισοζύγιο πληρωμών είναι ένα πολύ σπουδαίο πρόβλημα, στη συγκεκριμένη ανάλυση της παγκόσμιας αγοράς, δεν θέλουμε να υπεισέλθουμε βαθύτερα. Γιατί μια σωστή πραγματεία αυτού του θέματος προϋποθέτει μια αναπτυγμένη θεωρία του χρήματος που δεν διαθέτουμε εδώ», (σ. 164). Η Tilla Siegel κάνει λοιπόν την ανήξερη: για τις σημερινές συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτε, γιατί δεν έχουμε καμιά αναπτυγμένη μαρξιστική θεωρία. Αυτή η ανάλυση είναι βέβαια για τη συγκεκριμένη εξέταση της παγκόσμιας αγοράς πολύ σπουδαία, θα έπρεπε όμως να αφεθεί σε κατοπινές εργασίες. Να εξετάζει κανείς την παγκόσμια αγορά χωρίς θεωρία των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ισοδυναμεί με την προσπάθεια, να θέλει κανείς να αναλύει την ανταγωνιστική πάλη ενός κλάδου στην εσωτερική αγορά, π.χ. στη βιομηχανία αυτοκινήτων, χωρίς θεωρία τιμών. Η Siegel κάνει αυτή την προσπάθεια και φθάνει γι' αυτό σε αποφθέγματα, που, σε κάθε περίπτωση, ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματικότητα της σημερινής παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς. Η Tilla Siegel δεν είναι όμως μόνη μ' αυτή της τη μεθοδολογία! οι Sost τη σιγοντάρουν δυνατά. Κι αυτοί έμειναν επίσης στα κρύα του λουτρού από τον Marx σ' ό,τι άφορα θέσεις σχετικά μ' ένα μη μεταλλικό νομισματικό σύστημα και βρίσκονται λοιπόν μπροστά στο δίλημμα η να ζορίσουν το κεφάλι τους η να αρνηθούν την πραγματικότητα. Όπως και η Tilla Siegel διαλέγουν και οι Sost το δεύτερο δρόμο: «Ξεκινάμε και εμείς σήμερα από τη θέση ό,τι η βάση των διαφορετικών μορφών χρήματος είναι αυτοδύναμη έκφραση αξίας: ο χρυσός είναι πάντοτε εμπόρευμα που λειτουργεί σαν χρήμα ακόμα και όταν εκφράζεται σε suhdoof tikrc uontnEc» (n. 144) «Όλες οι μορφές του χρήματος έχουν όμως, σε διαφορετικές χώρες, το έξης κοινό με το προκατακλυσμιαίο νόμισμα από χρυσό: ό,τι μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους βάσει του πραγματικού περιεχομένου τους σε χρυσό η και βάσει της έκφρασης τους σε χρυσό. Όλες οι συναλλαγματικές ισοτιμίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού πρέπει να ανάγονται σ' αυτή την ουσία, στο βαθμό που ο προσδιορισμός της αξίας του χρήματος δεν πρέπει να ξεπέσει σ' ένα χυδαίο μονεταριστικό εγχείρημα, όπου μπορούν να αναφέρονται σαν αίτιες προσδιορισμού μόνο η «προσφορά χρήματος» και η «ζήτηση χρήματος» η εν πάσει περιπτώσει η ποσότητα χρήματος» (σ. 154). αφού έγινε ακόμα για μια φορά η αμοιβαία διαβεβαίωση, ό,τι δεν επιχειρηματολογούν «χυδαία», τσακώνονται οι αναλυτές παρά πέρα έχοντας το χρηματικό εμπόρευμα «χρυσό» σταθερά στο στόχαστρο με ήσυχη τη συνείδηση. Οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών μπορούν να ανάγονται πάντοτε στο περιεχόμενο των νομισμάτων σε χρυσό, οι διαφορετικές πληθωριστικές διαδικασίες στα έθνη που συμμετέχουν στο παγκόσμιο εμπόριο αντανακλώνται στις ταλαντώσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, που συμψηφίζουν τα διαφορετικά ποσοστά απαξιοποίησης των εθνικών νομισμάτων απέναντι στο χρυσό. Αυτός ο βαθύς στοχασμός αναλύεται παρακάτω σε πολλές περιπτώσεις με βάση ένα μοντέλο με δύο χώρες με αντίστοιχα αποκλίνουσες ρυθμούς ανάπτυξης της παραγωγικότητας και διαφορετική ανάπτυξη της μάζας του χαρτονομίσματος. Βέβαια δεν μπορούν ακόμη οι Sost να δώσουν στοιχεία για τις επιδράσεις που έχει η έλλειψη ισορροπίας στο ισοζύγιο πληρωμών πάνω στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ξέρουν όμως ένα σίγουρα: Η επιχειρηματολογία για τις συναλλαγματικές ισοτιμίας που περιέχεται στο θεώρημα τροποποίησης περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της: «διατυπώθηκε λοιπόν ο ισχυρισμός, ό,τι ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίες και η διεθνής εκμετάλλευση αντιφάσκουν μεταξύ τους:... Η αιτιολογία είναι, ό,τι οι τιμές (εξαγωγής) πρέπει να αυξάνουν στις προνομιούχες χώρες και να πέφτουν τόσο πολύ στις κυριαρχούμενες, ώστε το πλεονέκτημα από το συναγωνισμό να εξαφανίζεται. Αυτό διαμεσολαβείται κατά τον Busch από πλεονάσματα στο ισοζύγιο εμπορίου και αδήλων πόρων στις κυρίαρχες χώρες και από αντίστοιχα ελλείμματα στις κυριαρχούμενες, που οδηγούν σε ανάλογες μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Πρέπει να παραβλέψει κανείς την επιχειρηματολογία που βασίζεται στην ποσοτική θεωρία και αποτελεί γι' αυτόν την κυρίαρχη θέση. Δεν μπορεί κανείς αντίθετα να παραβλέψει το φαύλο κύκλο της επιχειρηματολογίας: Εάν αυξηθούν πολύ οι τιμές εξαγωγής μέσα από την αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, εξαφανίζονται τα πλεονάσματα του εμπορικού ισοζυγίου και πέφτουν η συναλλαγματική ισοτιμία και μαζί της οι τιμές· ποιο είναι λοιπόν το τελικό αποτέλεσμα;» (σ. 163). Ένα κοινότυπο λάθος σκέψης 32 συγγραφέων αποτελεί τη βάση για αυτή τη μομφή περί φαύλων κύκλων των επιχειρημάτων. Βέβαια δεν πέφτει η συναλλαγματική ισοτιμία στην περίπτωση μιας εκ νέου εξισορρόπησης του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου των αδήλων πόρων στο αρχικό επίπεδο, γιατί η νέα ισορροπία στο ισοζύγιο στηρίζεται ακριβώς στο γεγονός, ό,τι οι τιμές εξαγωγής των παραγωγικότερων εθνών αυξάνουν και οι τιμές εισαγωγής πέφτουν. Επειδή αυτή η απλή διαπίστωση δεν μπορεί να παρατεθεί τελετουργικά από το έργο του Marx, πρέπει αυτό το ζήτημα της θεωρίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας να αφεθεί σε κατοπινές αναλύσεις. Μία μέθοδος που ξέραμε ήδη από την Tula Siegel: «Σε κατοπινές αναλύσεις πρέπει γι' αυτό το λόγο να διαπιστωθεί αρχικά, κάτω από ποιους ορούς μπορούν κατ' αρχή να επιτευχθούν εξισορροπημένα εμπορικά ισοζυγία, η εν πάσει περιπτώσει γιατί αυτά κατά κανόνα όπως είναι φανερό από την πραγματικότητα βρίσκονται μακροπρόθεσμα σε μη ισορροπία» (σ. 163). Ένα πράγμα ξέρουν σίγουρα οι Sost: ο μεθοδολογικός τρόπος με τον όποιο προχωρούν, που κάνει αφαίρεση από την έλλειψη Ισορροπιών στο ισοζύγιο πληρωμών και στις κινήσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών είναι σωστή, γιατί: «ένα γίνεται όμως από την παρουσίαση που προηγήθηκε ξεκάθαρο: δεν έχει κανένα νόημα να εξετάσουμε τις διεθνείς σχέσεις συνυπολογίζοντας από την αρχή τις επιδράσεις που προέρχονται από τις μη ισορροπίες των ισοζυγιών πληρωμών. Η μεταβολή του ισοζυγίου πληρωμών είναι ένα από τα τελευταία βήματα μιας συστηματικής παρουσίασης» (σ. 164). Βέβαια χωρίς να έχουμε κάνει αυτό το τελευταίο βήμα, διατυπώνουν οι Sost όλων των ειδών τις θέσεις για τις διεθνείς κινήσεις εμπορίου και κεφαλαίων. Τίθεται όμως το ανησυχητικό ερώτημα, μήπως όλα αυτά δεν μπορεί παρά να είναι λάθος, καθόσον αυτά «τα τελευταία βήματα μιας συστηματικής παρουσίασης» απουσιάζουν πάντα. Εάν η μία μορφή κριτικής στο θεώρημα τροποποίησης συνίσταται στο να επιχειρηματολογούν σε αναφορά με τη συναλλαγματική ισοτιμία που στηρίζεται στη σχέση των νομισμάτων με το χρυσό και να εμπιστεύονται έτσι την ανάλυση του σημερινού παγκόσμιου οικονομικού συστήματος σε κάποιες μελέτες που θα γίνουν στο μέλλον, εμφανίζεται μια δεύτερη παραλλαγή της κριτικής στη θεωρία των συναλλαγματικών ισοτιμιών στα πλαίσια ενός χαρτικού νομισματικού συστήματος, η οποία και ισχυρίζεται, ό,τι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν καθορίζονται μόνο από τις κινήσεις εμπορικού ισοζυγίου και του Ισοζυγίου αδήλων πόρων αλλά επίσης από όλες τις οικονομικές συναλλαγές μεταξύ των χωρών που συναλλάσσονται, δηλ. επίσης από τις κινήσεις του κεφαλαίου. Οι Bärtschi/Jacobsen, ο Schöller, ο Goralczyk και ο Axt παίρνουν αυτή τη θέση για να καταρρίψουν το συμπέρασμα της θεωρίας της τροποποίησης, σύμφωνα με το όποιο οι σχέσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι έκφραση της πτώσης της παραγωγικότητας και έντασης στην παγκόσμια αγορά. Φυσικά δημιουργείται η συναλλαγματική ισοτιμία στην ελεύθερη αγορά συναλλάγματος σαν τιμή ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης συναλλάγματος και σ' αυτό το βαθμό αποτελεί έκφραση όλων των οικονομικών συναλλαγών της αντίστοιχης χώρας με το εξωτερικό. Όμως δεν πρέπει η ανάλυση να τελειώσει μ' αυτή την επιφανειακή παρατήρηση. Μπορούν βέβαια οι κινήσεις του κεφαλαίου να ματαιώνουν βραχυπρόθεσμα τις επιδράσεις των ισορροπιών του εμπορικού ισοζυγίου στη συναλλαγματική ισοτιμία, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα καθορίζει όμως τις ισοτιμίες στην παγκόσμια αγορά η διαφορετική θέση που καταλαμβάνει κάθε χώρα στον πραγματικό ανταγωνισμό, θα αποσαφηνίσουμε τώρα όλα αυτά με βάση ένα μοντέλο των δύο χωρών. Υποθέτουμε ό,τι η χώρα Α διαθέτει έναντι της χώρας Β §να υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας και πετυχαίνει λόγω αυτών πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο, ενώ η χώρα Β ελλείμματα. Η συναλλαγματική ισοτιμία παραμένει παρόλα αυτά σταθερή γιατί η χώρα Α χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από ένα πλεόνασμα σε εξαγωγές κεφαλαίου στις συναλλαγές της με τη χώρα Β. Μερικές ακόμα σκέψεις διευκρινίζουν, ό,τι αυτή η κατάσταση δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλη σταθερότητα:

1. Η χώρα Β δεν μπορεί να εξισώνει συνεχώς το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο με δανεισμό κεφαλαίων από τη χώρα Α. Η εξωτερική χρέωση της χώρας

Β μπορεί τελικά να εξισωθεί μόνο με μια αντιστροφή στις σχέσης του εμπορικού ισοζυγίου.

2. Τα πλεονάσματα του ισοζυγίου εμπορίου + αδήλων ευνοούν την ανάπτυξη της συσσώρευσης στη χώρα Α και ζημιώνουν τη συγκυριακή ανάπτυξη στη χώρα Β. Η χώρα Α λοιπόν θα σημειώσει σε μικρό διάστημα ένα ανερχόμενο επίπεδο τόκων, η χώρα Β αντίθετα πιστωτικούς τόκους, με συνέπεια ό,τι επίσης το ισοζύγιο της κυκλοφορίας των κεφαλαίων της χώρας Β γίνεται ελλειμματικό και ενισχύεται η τάση υποτίμησης του νομίσματος που προέρχεται από το εμπορικό ισοζύγιο. Η βραχυπρόθεσμη κυκλοφορία του κεφαλαίου Όπως επίσης και των επενδύσεων χαρτοφυλακίου μπορεί να αντισταθεί στο ισοζύγιο εμπορίου και άδηλων πόρων μόνο προσωρινά.

3. Επίσης η μακροπρόθεσμη κυκλοφορία κεφαλαίων υπό τη μορφή άμεσων επενδύσεων δεν μπορεί να αντισταθμίσει την τάση υποτίμησης στη χώρα Β, γιατί η χώρα Α μπορεί ήδη να κυριαρχεί στο συναγωνισμό με τα κεφάλαια της χώρας Β μέσα από την κυκλοφορία εμπορευμάτων, εφόσον δεν υπάρχει κανενός είδους αφορμή για τη χώρα Α να υποκαταστήσει την εξαγωγή εμπορευμάτων με εξαγωγή κεφαλαίων. Έξω απ' αυτά αποτελεί επίσης η συγκυριακή διαδικασία ύφεσης στη χώρα Β εμπόδιο για άμεσες επενδύσεις από την Α.

Αυτοί οι σύντομοι συλλογισμοί κάνουν φανερό ό,τι η κίνηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν μπορεί τελικά να ξεφύγει από την ανάπτυξη των πραγματικών σχέσεων συναγωνισμού, που προκύπτουν από την ανάπτυξη της παραγωγικότητας. Αυτό είναι επίσης γνωστό και στη παραδοσιακή θεωρία της εξωτερικής οικονομίας, που ερμηνεύει, ως γνωστόν, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες σαν έκφραση των ισοτιμιών αγοραστικής δύναμης μεταξύ των εθνών που συμμετέχουν στο παγκόσμιο εμπόριο. Οι συγγραφείς που αναφέραμε πιο πάνω δεν πρέπει να κατακριθούν μόνο για το επιφανειακό της κριτικής τους, καθότι ακόμη λιγότερο ικανοποιητικό είναι το γεγονός, ό,τι στα κείμενα τους δεν παραθέτουν μία εναλλακτική θεωρία των συναλλαγματικών Ισοτιμιών. Είτε παραπέμπουν σταθερά σε κατοπινές μελέτες (όπως η Siegel και οι Sost) είτε ισχυρίζονται, ό,τι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες αποτελούν έκφραση όλων των συναλλαγών που αφορούν την αγορά συναλλάγματος, χωρίς όμως να παραθέτουν, τι συνεπάγεται αυτή η θέση (όπως ο Axt, οι Bärtschi Jacobsen, ο Goralczyk και ο Schöller).

3. Σχετικά με την ανάλυση της εξαγωγής κεφαλαίων με τη μορφή άμεσων επενδύσεων

Η ανάλυση της εξαγωγής κεφαλαίων στα πλαίσια της συζήτησης για την παγκόσμια αγορά στην Ο.Δ.Γερμανίας κυριαρχείται από τρεις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις:

1. Από τη θεωρία της τροποποίησης,

2. Από τη θεωρία για το νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας και

3. Από τη θεωρία υπερσυσσώρευσης υπερπαραγωγής.

Σχετικά με το 1: Η θεωρία της τροποποίησης (Busch) συνάγει την εξαγωγή κεφαλαίων πρωταρχικά από τις νομοτέλειες της διεθνούς κυκλοφορίας εμπορευματικού κεφαλαίου. Επειδή αφαιρείται από τα παραγωγικότερα εθνικά κεφάλαια, μέσω της προστατευτικής λειτουργίας των συναλλαγματικών ισοτιμιών, η δυνατότητα να πραγματοποιούν υπερκέρδος στη διεθνή κυκλοφορία εμπορευμάτων, ενώ επιπλέον οι κάτω από το μέσο όρο παραγωγικοί κλάδοι τους απειλούνται, κινδυνεύουν να χάσουν την ανταγωνιστικότητα τους, ωθούνται τα κεφάλαια αυτών των εθνών στο να εξαχθούν. Υποκαθιστούν τα ίδια τις εξαγωγές εμπορευμάτων τους με το να αναλάβουν την παραγωγή στην εξωτερική αγορά, αντιπαρέρχονται έτσι την πτώση τη συναλλαγματική σ ισοτιμίας των ασθενέστερων εθνικών κεφαλαίων και ιδιοποιούνται εκ νέου υπερκέρδη. Με βάση αυτό το θεωρητικό συλλογισμό θα έπρεπε η εμπειρία της διεθνούς κυκλοφορίας κεφαλαίων να επιδεικνύει την ακόλουθη δομή:

Α. Μία κυριαρχία των περισσότερων αναπτυγμένων χωρών. Β. μία συσχέτιση ανάμεσα στις αγορές εξαγωγής εμπορευμάτων και τις αγορές άμεσων επενδύσεων, κατά την εξαγωγή κεφαλαίων των περισσότερο αναπτυγμένων χωρών, Γ. μία προσαρμογή της εξαγωγής κεφαλαίων σε μετατοπίσεις στη διεθνή ιεραρχία παραγωγικότητας, που προηγήθηκαν από αναδιατάξεις στο διεθνές εμπόριο και από μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες που αντιστοιχούν σ' αυτές.

Σχετικά με το 2: Η θεωρία του νέου διεθνούς καταμερισμού εργασίας που παρατέθηκε από τους συγγραφείς Fröbel, Heinrichs και Kreye και που την υπερασπίστηκαν επίσης τμηματικά στις εργασίες τους οι Schöller και Olle, βλέπει στο κόστος των μισθών τον αποφασιστικό διεθνή παράγοντα του ανταγωνισμού, που μπορεί να εξηγήσει επίσης τις τάσεις στη διεθνή κυκλοφορία κεφαλαίων. Σύμφωνα μ' αυτή τη θεωρία πρέπει προ πάντων οι υπανάπτυκτες χώρες να γίνουν, μ' αυξανόμενο ρυθμό, πιο ελκυστικές περιοχές για την τοποθέτηση άμεσων επενδύσεων από τις καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες. Οι υπανάπτυκτες χώρες διέθεταν μια ανεξάντλητη φθηνή εφεδρεία εργατικού δυναμικού, το όποιο μέσα από μια πολιτική μισθών στις βιομηχανικές χώρες που προσανατολίζεται προς την παραγωγικότητα, μέσα από την αυξανόμενη κατάτμηση της παραγωγικής διαδικασίας σε πολλούς βιομηχανικούς κλάδους και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών μεταφορών και επικοινωνίας, θα κέρδιζε σε σημασία για τις επενδύσεις του διεθνούς κεφαλαίου.

Σχετικά με το 3: Η υπόθεση της υπερσυσσώρευσης υπερπαραγωγής, που αντιπροσωπεύεται στην Ο.Δ.Γερμανίας, προ πάντων από τον Axt και τον Goralczyk, θεωρεί τις αυξανόμενες διαδικασίες συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, που συνεπάγονται μία τάση υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής και οδηγούν τελικά σε μια μονοπωλιακή ρύθμιση της παραγωγής, σαν τις αποφασιστικές αιτίες της εξαγωγής κεφαλαίων. Ο μονοπωλιακός τομέας εκμεταλλεύεται αφ' ενός το μη μονοπωλιακό τομέα της οικονομίας, μέσω της εξουσίας που διαθέτει να καθορίζει τις τιμές και τον παρακινεί γι' αυτό σε τοποθετήσεις κεφαλαίων στο εξωτερικό. Αφ' ετέρου σκοντάφτει η συσσώρευση του μονοπωλιακού τομέα συνέχεια σε κάποια όρια αξιοποίησης λόγω των αυξανόμενων μαζών κεφαλαίων και αυτή η υπερσυσσώρευση αναγκάζει τα τραστ που χαρακτηρίζονται από μια υψηλή συγκέντρωση και συγκεντροποίηση σε εξαγωγές κεφαλαίων. Αυτή η βασική ανάγκη ενισχύεται από την τάση των μονοπωλίων, να εγκαθιστούν προστατευτικούς δασμούς ενάντια στο συναγωνισμό στην παγκόσμια αγορά και από τις προσπάθειες των μονοπωλίων, να δημιουργήσουν στη δικιά τους σφαίρα τοποθέτησης ένα παγκόσμιο μονοπώλιο.

Η κριτική μου στις θεωρίες που επιχειρούν να εξηγήσουν με βάση τους μισθούς και την υπερσυσσώρευση την εξαγωγή κεφαλαίων, αναφέρεται, σε όσα ακολουθούν, τόσο στις θεωρητικές υποθέσεις όσο επίσης και στο εμπειρικό περιεχόμενο αυτών δύο προσεγγίσεων. Η κεντρική αντίρρηση ενάντια στη θεωρία του νέου διεθνούς καταμερισμού εργασίας κατευθύνεται στον απομονωμένο τρόπο με τον όποιο πραγματεύεται τον παράγοντα μισθό, σαν μεταβλητή της διεθνούς ανταγωνιστικής πάλης. Τρεις μεθοδολογικοί συλλογισμοί μπορούν να δείξουν ό,τι η εμμονή στο μισθό σαν μεταβλητής του ανταγωνισμού σε διεθνή κλίμακα είναι εξαιρετικά προβληματική.

1. Στη βάση των μαρξιστικών υποθέσεων πρέπει να έχει κανείς σαν αφετηρία, ό,τι το ποσοστό υπεραξίας στην περισσότερο αναπτυγμένη χώρα βρίσκεται πάνω από το αντίστοιχο της λιγότερο αναπτυγμένης, γιατί το υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας μειώνει τα έξοδα αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Ο εργάτης της περισσότερο αναπτυγμένης χώρας μπορεί να διαθέτει με τη μορφή της υπερεργασίας περισσότερο χρόνο για τους κεφαλαιοκράτες απ' όσο ο εργάτης της λιγότερο αναπτυγμένης χώρας, που καταναλίσκει περισσότερο χρόνο για την αναγκαία εργασία.

2. Ακόμη και εάν υποθέσουμε, ό,τι η οργανωμένη εργατιά στις αναπτυγμένες χώρες είναι σε θέση σε περιόδους πλήρους απασχόλησης, να επιβάλει συλλογικές συμβάσεις που να προσανατολίζονται στην (αύξηση της) παραγωγικότητα(ς), η επιχειρηματολογία της Σχολής του Starnberg* θα παρέμενε σαθρή. Θα συνδεόταν τότε λοιπόν το επίπεδο μισθών με το επίπεδο παραγωγικότητας και το ποσοστό υπεραξίας θα ήταν περίπου το ίδιο σε διαφορετικά αναπτυγμένες χώρες. Και σ' αυτή την περίπτωση δεν θα μπορούσαν να έχουν οι μισθοί μια συμψηφιστική επίδραση.

3. Μόνο όταν στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες αναγκάζεται η εργατική τάξη μέσω ενός υψηλού εφεδρικού στρατού η και τρομοκρατικών μεθόδων κυριαρχίας, να πουλιέται κάτω από την αξία της, μπορεί να βρίσκεται εκεί το ποσοστό υπεραξίας πάνω από το αντίστοιχο των περισσότερο αναπτυγμένων χωρών. Όμως και γι' αυτό το τμήμα ισχύει το γεγονός, ό,τι οι επιδράσεις που έχουν οι διαφορές στην παραγωγικότητα πάνω στις αντίστοιχες τιμές κόστους δεν μπορούν να ακυρωθούν ακόμη και με μεγάλες διαφορές στα επίπεδα μισθών. Οι μισθοί σαν διεθνής παράγοντας συναγωνισμού μπορεί να μπει τότε μόνο στο παιχνίδι, όταν τα επίπεδα παραγωγικότητας των συγκρινόμενων χωρών βρίσκονται κοντά το ένα στο άλλο. Τότε μπορούν οι επιδράσεις πάνω στο επίπεδο των μισθών, που προέρχονται από τις διαφορετικές καταστάσεις της αγοράς εργασίας η τις αποκλίνουσες καταστάσεις της ταξικής πάλης, να επηρεάσουν τη διεθνή σχέση του ανταγωνισμού. Εάν απ' αυτούς τους συλλογισμούς πηγάζει το γεγονός, ό,τι τα λιγότερο αναπτυγμένα έθνη δεν απειλούν κατά κανόνα τη συναγωνιστική θέση των παραγωγικότερων εθνικών κεφαλαίων λόγω των χαμηλότερων μισθών, και στο βαθμό που μέσα από το εμπορικό συναγωνισμό δεν υπάρχει μια γενική αναγκαιότητα για τις βιομηχανικές χώρες να εξάγουν κεφάλαια στις υπανάπτυκτες χώρες, παραμένει όμως το ζήτημα εκκρεμές, γιατί δεν θα έπρεπε να εκμεταλλευθούν τα περισσότερο αναπτυγμένα εθνικά κεφάλαια, μέσω τοποθετήσεων κεφαλαίων στις υπανάπτυκτες χώρες, τους χαμηλότερους μισθούς, για να βελτιώσουν τους όρους αξιοποίησης τους. Ενάντια σ' αυτή τη θέση πρέπει να προβληθεί η αντίρρηση ό,τι πολλαπλοί παράγοντες, π.χ. το χαμηλότερο επίπεδο εξειδίκευσης του εργατικού δυναμικού στις υπανάπτυκτες χώρες, υψηλότερο εξωτερικό κόστος λόγω έλλειψης υποδομής, μικρότερες economies of scale λόγω στενότερων αγορών διάθεσης και ψηλό κόστος μεταφορών, μπορούν να συμψηφίσουν και με το παραπάνω την επίδραση του χαμηλότερου κόστους μισθών σ' ό,τι άφορα την αποδοτικότητα του κεφαλαίου. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για κεφάλαια, που παράγουν στις σφαίρες τοποθέτησης που ονομάζονται «έντασης κεφαλαίου» η «έντασης εκπαίδευσης - κεφαλαίου». Μόνο για κλάδους με εξαιρετική «ένταση εργασίας» μπορεί να είναι προτέρημα, να μεταθέσουν την παραγωγή σε χώρες με χαμηλό μισθό.

Η εμπειρία της εξαγωγής κεφαλαίων επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμηση:

1. Τώρα όπως και στο παρελθόν, συγκεντρώνονται οι άμεσες επενδύσεις στις ίδιες τις βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες.

2. Στη δεκαετία του '70 δεν ανέβηκε το ποσοστό του κεφαλαίου που εξάγεται προς τις υπανάπτυκτες χώρες σε σχέση με τη συνολική εξαγωγή κεφαλαίων των σημαντικών βιομηχανικών χωρών, αντίθετα με την πρόγνωση της σχολής του Starnbeng και επίσης των Olle Shöller. Αυτό ισχύει προ πάντων για την Ο. Δ. Γερμανίας της οποίας το ποσοστό αύξησης των άμεσων επενδύσεων στις υπανάπτυκτες χώρες από το 1969 έως το 1979 βρισκόταν στα επίπεδα του 6,9% έναντι ενός μέσου ποσοστού αύξησης της τάξης του 17,7%. Το ποσοστό που προσανατολίζεται προς τις υπανάπτυκτες χώρες, από τις εξαγωγές κεφαλαίων της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιαπωνίας παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερό. Μόνο οι ΗΠΑ αύξησαν, επίσης σχετικά, τις τοποθετήσεις κεφαλαίων τους στις υπανάπτυκτες χώρες.

3. Οι τοποθετήσεις κεφαλαίων των βιομηχανικών χωρών στις υπανάπτυκτες χώρες συγκεντρώνονται στις ενδιάμεσες χώρες, δηλ. στις υπανάπτυκτες χώρες με το υψηλότερο σχετικό επίπεδο μισθών.

4. Το ποσοστό των επενδύσεων «έντασης εργασίας» στις εξαγωγές κεφαλαίων της μεταποιητικής βιομηχανίας στις υπανάπτυκτες χώρες είναι εξαιρετικά μικρό, κυμαίνεται κάπου μεταξύ 20-30%. Σχετικά σπουδαιότερες είναι οι άμεσες επενδύσεις που έγινε απαραίτητο να πραγματοποιηθούν λόγω της πολιτικής υποκατάστασης των εισαγωγών που ακολούθησαν μερικές αναπτυσσόμενες χώρες.

Χωρίς να υπεισέλθουμε σε μια γενική κριτική της θεωρίας των μονοπωλίων, μπορούμε να διατυπώσουμε πολλές αντιρρήσεις για το πως συνάγουν την εξαγωγή κεφαλαίων ο Axt και ο Goralczyk.

Κατ' αρχάς δεν μπορεί να γίνει κατανοητό, γιατί θα ήταν δυνατό για το μονοπωλιακό κεφάλαιο να εισχωρήσει μέσω εξαγωγής κεφαλαίων στους μονοπωλιακούς τομείς άλλων χωρών. Αφ' ενός είναι τα εθνικά μονοπώλια τόσο ισχυρά, ώστε να εγκαθιδρύσουν προστατευτικούς δασμούς ενάντια στον εξωτερικό ανταγωνισμό, αφ' ετέρου δεν είναι σε θέση, ν' αντισταθούν στην εισβολή του ξένου κεφαλαίου με τη μορφή άμεσων επενδύσεων. Αν παρ' όλα αυτά πετύχει η εισβολή στο μονοπωλιακό τομέα που προσανατολίζεται προς το εξωτερικό, πρέπει να ρωτήσουμε, μήπως μαζί μ' αυτό είναι συνδεδεμένη και η τάση διάλυσης των μονοπωλιακών δομών, δηλ. μήπως η προϋπόθεση όλου του οικοδομήματος αρχίζει να τρεκλίζει. Εάν τουναντίον πετύχει η εισβολή στις εξωτερικές αγορές στη βάση μονοπωλιακών συμφωνιών υπερεθνικού χαρακτήρα, θα έπρεπε να ξεκαθαρισθεί το ζήτημα του γιατί δεν μπορεί αυτή η συνεργασία να λάβει χώρα στη βάση εξαγωγής εμπορευμάτων, αλλά απαιτεί τη μορφή της παραγωγής στο εξωτερικό. Η επιπρόσθετη τοποθέτηση κεφαλαίου και οι όροι πραγματοποίησης θα ήταν, λόγω των συμφωνιών για τις τιμές και τις αγορές, περισσότερο αποδοτική έναντι της εξαγωγής εμπορευμάτων. Όπως όμως και περισσότερο κερδοφόρα έναντι της εξαγωγής εμπορευμάτων. Όπως όμως και αν γυρίζει και εφαρμόζει κανείς τη θεωρία των μονοπωλίων, δεν δίνει καμιά σταθερή απάντηση στο ερώτημα για τις αιτίες της εξαγωγής κεφαλαίων. Επίσης και η Ικανότητα της για εμπειρικές εξηγήσεις δεν είναι μεγαλύτερη: ενώ για τις δεκαετίες του '50 και '60 η κυριαρχία του αμερικάνικου κεφαλαίου στις εξαγωγές κεφαλαίων θα μπορούσε να εξηγηθεί με τον υψηλότερο βαθμό μονοπωλιοποίησης των ΗΠΑ, βρίσκεται η θεωρία των μονοπωλίων στη δεκαετία του '70 μπροστά στο πρόβλημα, ό,τι η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία σημειώνουν υψηλότερα ποσοστά αύξησης των εξαγωγών κεφαλαίων απ' ό,τι οι ΗΠΑ. Με διαφορετικές τάσεις μονοπωλιοποίησης δεν μπορεί σίγουρα να εξηγηθεί αυτή η αναστροφή στην κατά περιοχές κατανομή της εξαγωγής κεφαλαίων. Πέρα απ' αυτά δεν βγαίνει από τη θεωρία των μονοπωλίων, γιατί συγκεντρώνονται οι άμεσες επενδύσεις στις υψηλά μονοπωλιακές αγορές των καπιταλιστικών βιομηχανικών χωρών και λιγότερο στις λιγότερο μονοπωλιακές αγορές των υπανάπτυκτων χωρών. Τελικά η θεωρία των μονοπωλίων χρωστάει μια απάντηση στο γεγονός, ό,τι η Δ. Ευρώπη και η Ιαπωνία, παρά τη συνεχή μεταφορά υπεραξίας στις ΗΠΑ, που ισχυρίζεται αυτή τη θεωρία ό,τι λαμβάνει χώρα σαν αποτέλεσμα των μονοπωλιακών άμεσων επενδύσεων του αμερικανικού κεφαλαίου στη Δ. Ευρώπη και Ιαπωνία, μπόρεσαν να συσσωρεύσουν γρηγορότερα απ' ό,τι η μητρόπολη του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Παραμένει τελικά να διαπιστώσουμε, ό,τι σε αντίθεση με τη μονοπωλιακή θεωρία και τη θεωρία του κόστους των μισθών, η θεωρία της τροποποίησης μπορεί να εξηγήσει την εμπειρία της διεθνούς κίνησης κεφαλαίων με σημαντικά διαφοροποιημένο τρόπο. Αυτό ισχύει για τα παρακάτω σημεία:

- την κυρίαρχη θέση του αμερικάνικου κεφαλαίου στις δεκαετίες του '50 και '60.

- τον σπουδαίο ρόλο που εξακολουθεί να διατηρεί η Μ. Βρετανία στην εξαγωγή κεφαλαίων, σ' αυτό το χρονικό διάστημα

- τη γρήγορη ανάπτυξη της Δ. Ευρώπης και Ιαπωνίας στη δεκαετία του '70

- τις σχετικά μεγαλύτερες άμεσες επενδύσεις της Ο.Δ.Γερμανίας στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του '70 όπως επίσης και

- τη συγκέντρωση των αμέσων επενδύσεων στις καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες.

Συνοπτικά μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τη συζήτηση στην Ο. Δ. Γερμανίας εξαιρετικά αντιφατική. Όπως ήδη παρουσιάσαμε διαφέρουν οι ξεχωριστές θεωρίες στις υποθέσεις τους και τα κεντρικά συμπεράσματα, ως ένα βαθμό, διαμετρικά. Αυτό που κατά τη γνώμη μου είναι αναγκαίο αυτό τον καιρό, είναι να γίνουν κριτικές αναλύσεις των κεντρικών υποθέσεων των διαφορετικών θεωριών και κύρια σε μια αμφίπλευρη διαδικασία, στην οποία η κάθε μια θεωρία από τη σκοπιά της θα εξετάζει κριτικά τις υπόλοιπες. Μόνο έτσι θα μπορούσε να μπει σε λειτουργία μια διαδικασία αναγωγής, που θα μπορούσε να ξεπεράσει τη μία μετά την άλλη τις λογικά ασταθείς και εμπειρικά ασήμαντες θεωρητικές αφετηρίες και να φιλτράρει μια βάση συμπερασμάτων, που θα μπορούσαν να νοηθούν σαν ένας πυρήνας μιας μαρξιστικής θεωρίας για την παγκόσμια αγορά. Αυτή η διάλεξη θα έπρεπε να νοηθεί και να γίνει αντιληπτή σαν ένα βήμα στα πλαίσια αυτής της αναγκαίας διαδικασίας συζήτησης.

20-6-83

* Εισήγηση του Κ. Busch στο συνέδριο «Η θεωρία του Μαρξ σήμερα», που διοργάνωσε το Διεπιστημονικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Μπίλεφελντ στις 25 και 26 Ιουνίου 1983.

** Εννοείται η σχολή του ινστιτούτου Max Plank στο Starnberg (σ.τ.μετ.).