Το αριστερό κίνημα απέναντι στην «εργατική συμμετοχή»

Η συμβολή της εργατικής τάξης στην

«εθνική, αυτοδύναμη και ορθολογική» οικονομική ανάπτυξη

του Ανέστη Ταρπάγκου


Εισαγωγή

Ιδιαίτερα έντονα προβάλλεται σήμερα η διεκδίκηση της «συμμετοχής των εργαζομένων», τόσο στο επίπεδο των επιχειρήσεων όσο και στην διαχείριση γενικότερων κοινωνικών λειτουργιών, από ολόκληρο το φάσμα των αριστερών εργατικών και πολιτικών οργανώσεων. Πρόκειται για έναν προβληματισμό που διαποτίζει τις κατευθύνσεις της δράσης και των πρωτοβάθμιων εργατικών συνδικάτων, αλλά και συνολικότερα του συνδικαλιστικού κινήματος. Αλλωστε, και οι διευθύνσεις των καπιταλιστικών επιχειρήσεων μαζί με τους ιδεολογικούς εκπρόσωπους του αστισμού, δεν απορρίπτουν κατ' αρχήν την αντίληψη αυτής της «συμμετοχής», και μπορεί να ειπωθεί ό,τι κάτω από ορισμένους όρους την επιζητούν. Οι αντιλήψεις που προωθούνται εμφανίζονται από πρώτη άποψη σαν ριζικά διαφορετικές και συγκρουόμενες, με μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό την αναγνώριση της αναγκαιότητας μιας ορισμένης «εργατικής συμμετοχής» στη διεύθυνση της παραγωγικής διαδικασίας καθώς και ορισμένων κοινωνικών μηχανισμών. Παρ' όλη όμως την από πρώτη άποψη διαφορετικότητα των αντιλήψεων για την «εργατική συμμετοχή» που προωθούνται στο αριστερό κίνημα, διαπιστώνεται ό,τι τελικά υπάρχει μια βασική σύμπτωση σε ορισμένα θεμελιώδη κοινά χαρακτηριστικά, γεγονός που ερμηνεύεται από την ταυτότητα βασικών Ιδεολογικών αφετηριών των αριστερών πολιτικών οργανισμών. Η προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός σοσιαλιστικού προσανατολισμού του εργατικού μας κινήματος δεν μπορεί να παρακάμψει, αλλά αντίθετα πρέπει να αναλύσει τον

προβληματισμό για τη «συμμετοχή των εργαζομένων», αποκαλύπτοντας τις αφετηρίες του και τη σκοπιμότητα του.

Στη σημερινή συγκυρία της καπιταλιστικής κρίσης και της κυβερνητικής πρακτικής για τη διαχείριση της μέσα από τη διασφάλιση της συναίνεσης της εργατικής τάξης, το κυρίαρχο πρόβλημα που θέτει η διεκδίκηση του «εργατικού ελέγχου», δεν είναι τόσο το περιεχόμενο αυτής της συνδικαλιστικής διεκδίκησης, όσο ο τρόπος πολιτικής αντιμετώπισης της σε σχέση με τις στρατηγικές ξεπεράσματος της κρίσης και με την προοπτική της σοσιαλιστικής αλλαγής. Γιατί το περιεχόμενο των εξουσιών «εργατικού ελέγχου» εξαρτάται κατά κύριο λόγο από το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων και από το επίπεδο της ταξικής πάλης στις επιχειρήσεις. Όμως ο τρόπος που χρησιμοποιείται η «συμμετοχή των εργαζομένων», και από τη σημερινή πολιτική εξουσία, και από το αριστερό κίνημα, είναι το καθοριστικό στοιχείο, αυτό που προσδιορίζει την τελική σκοπιμότητα της διεκδίκησης του «εργατικού ελέγχου» στη συνολική λειτουργία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Πρόκειται για ένα θεσμοθετημένο η μη πλαίσιο ταξικής παρέμβασης των εργατικών συνδικάτων, που αμφισβητώντας το διευθυντικό δικαίωμα και την αστική κυριαρχία, επιζητεί την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η πρόκειται για μια διαδικασία «δημοκρατικής συμμετοχής» που στοχεύει στη διασφάλιση της συναίνεσης και της ενεργοποίησης της εργατικής τάξης για την οικονομική ανάκαμψη και τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης;

Δεν πρόκειται να σταθούμε στην αναζήτηση και στην αξιολόγηση των μορφών «συμμετοχής των εργαζομένων» που έχουν υπάρξει στο παρελθόν σε μεμονωμένες επιχειρήσεις η σε οργανισμούς διαχείρισης της εργατικής δύναμης και κοινωνικής πολιτικής, γιατί δεν πρόκειται για αξιόλογες μορφές «εργατικού ελέγχου» που θα έθεταν σε αμφισβήτηση τα καπιταλιστικά οικονομικά και κοινωνικά πλαίσια.1 Ούτε επίσης θα σταθούμε στην εξέταση του κατά πόσον η απαίτηση της «εργατικής συμμετοχής» εμπεριέχεται σ' αυτούς τους ίδιους τους συνταγματικούς κανόνες, για να θεμελιώσουμε το συνταγματικό νομικό έρεισμα ριζοσπαστικών κοινωνικών διεκδικήσεων της εργατικής τάξης, γιατί οι ταξικοί στόχοι του συνδικαλιστικού κινήματος προσδιορίζονται απ' τους κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων και τη δυναμική της ταξικής πάλης, δίχως να αναζητούν τις νομικές τους επιβεβαιώσεις στις συνταγματικές διατάξεις.2 Εκείνο που θα μας απασχολήσει κύρια είναι το πρόβλημα του κατά πόσον η αξίωση του «εργατικού ελέγχου», σαν δυναμικής κοινωνικής διαδικασίας, εντάσσεται στην προοπτική της κοινωνικής επανάστασης η στην κατεύθυνση της πραγματοποίησης μιας «εθνικής, αυτοδύναμης και ορθολογικής» οικονομικής ανάπτυξης.3

1. Το εργατικό κίνημα «επόπτης» της υπεραξίωσης του κεφαλαίου,

Μετά την εφαρμογή της εισοδηματικής πολιτικής του 1983, όπου αντί να ανοιχθούν οι διαδικασίες της ριζικής αναδιάρθρωσης του Ν. 3239-55, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναδείχθηκε σε διαχειριστή της καπιταλιστικής κρίσης, επιβάλλοντας τη νομοθετική απαγόρευση των οικονομικών διεκδικήσεων με την τροπολογία του άρθρου 27 του Ν. 1320/82. Μετά την προσπάθεια καταστολής του διεκδικητικού κινήματος των εργαζομένων, είτε με την επίκληση του εθνικού κινδύνου και της αναγκαιότητας της παλλαϊκής ομοψυχίας, είτε με τις δικαστικές απαγορεύσεις, είτε με το διασπαστικό ρόλο και την απεργοσπαστική τακτική των κυβερνητικών συνδικαλιστικών δυνάμεων. Μετά τέλος, την ψευδώνυμη «κοινωνικοποίηση» των επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας και τη συρρίκνωση μέχρι εκμηδενισμού του απεργιακού δικαιώματος των εργατικών συνδικάτων στο δημόσιο τομέα της οικονομίας. Μετά απ' τα τρία αυτά ορόσημα που σηματοδοτούν, μεταξύ των άλλων, τις σχέσεις της κυβερνητικής εξουσίας του ΠΑΣΟΚ με το συνδικαλιστικό κίνημα των εργατοϋπαλλήλων της χώρας μας, «το ερώτημα (που έμενε να απαντηθεί) ήταν τι μέτρα παίρνει η σοσιαλιστική κυβέρνηση στον ιδιωτικό τομέα, στη βιομηχανία», όπως τέθηκε στο Διεθνές συνέδριο του Κέντρου Μεσογειακών Μελετών με θέμα την οικονομική κρίση σαν πρόκληση για δημοκρατικό προγραμματισμό. Επισημαίνοντας ό,τι σκοπός είναι η ένταξή του «στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου και στην εξυπηρέτηση των στόχων του προγράμματος κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης», η απάντηση που δόθηκε ήταν η εισαγωγή του θεσμού των Εποπτικών Συμβουλίων κατά βιομηχανικό τομέα και γεωγραφική περιοχή, με αποστολή να εναρμονίζουν τα επενδυτικά προγράμματα με τις κατευθύνσεις του πενταετούς προγράμματος οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.4

Πριν όμως προχωρήσουμε στην εξέταση των Εποπτικών Συμβουλίων σαν οργάνων «συμμετοχής των εργαζομένων», είναι χρήσιμο και αναγκαίο να δούμε τους γενικότερους οικονομικούς στόχους της κυβερνητικής εξουσίας του ΠΑΣΟΚ στη σημερινή συγκυρία, μέσα στα πλαίσια των οποίων πρόκειται να λειτουργήσει ο καινούργιος θεσμός. Σαν κεντρικός στόχος της κυβερνητικής πολιτικής αναδεικνύεται στη σημερινή κατάσταση η πορεία της ελληνικής κοινωνίας για την «αυτοδύναμη ανάπτυξη» που βρίσκεται σε μια υποτιθέμενη οργανική σύνδεση με τη «μακρόπνοη και σταθερή πορεία προς το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό». Σ' αυτή την οικονομική, κοινωνική και πολιτική επιλογή εντάσσεται η «συνάρθρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με το δημόσιο τομέα», η εισαγωγή «κοινωνικών κριτηρίων» παράλληλα με τα παραγωγικά κριτήρια, η ανάπτυξη κλάδων «έντασης επιστημονικών γνώσεων», καθώς και η «στο έπακρο αξιοποίηση της κοινωνικής δυναμικής γιατί οι φορείς της λαϊκής εκπροσώπησης γίνονται συνυπεύθυνοι και συμμέτοχοι για την πορεία υλοποίησης του αυτοδύναμου αναπτυξιακού προγράμματος». Μ' αυτή τη λογική προωθείται άμεσα η «θεσμική κατοχύρωση της συμμετοχής των εργαζομένων στην παραγωγική διαδικασία και στην αναπτυξιακή πορεία».3

Για την πραγματοποίηση λοιπόν αυτών των κοινωνικών και οικονομικών στόχων, είναι αναγκαίος κι ένας ανάλογος αναπροσανατολισμός του μαζικού εργατικού κινήματος, το όποιο εγκαταλείποντας την «αυτονομία» του και κάθε αγωνιστική «αντικυβερνητική» τακτική, θα «πρέπει να κατανοήσει, σε όλη του την έκταση, τις νέες θεσμικές και δομικές αλλαγές και να παρέμβει αποφασιστικά για την εδραίωση τους, και στη συνέχεια για τη δυναμική τους λειτουργία». Γιατί ακριβώς «οι κοινωνικοί και αναπτυξιακοί στόχοι, οι εθνικοί προσανατολισμοί, η αύξηση της παραγωγής και η βελτίωση της παραγωγικότητας, δεν είναι κάποιες εκ των άνω από κάποιο υπερσυγκεντρωτικό κέντρο καθορισμένες επιλογές, αλλά αποτελούν πεδίο πάλης των εργαζομένων, για την αυτοδύναμη ανάπτυξη της πατρίδας, για τη δική τους ολόπλευρη ολοκλήρωση». Και προφανώς όλα αυτά με την απαίτηση της αγωνιστικής στήριξης από το μαζικό κίνημα της οικονομικής πολιτικής που επιδιώκει τη συμπίεση των εργατικών αμοιβών και ενισχύει την επιχειρηματική δράση του κεφαλαίου, γιατί βέβαια θα πρέπει να υπάρξει «αναβάθμιση του πεδίου πάλης από το επίπεδο της στενά οικονομίστικης διεκδίκησης, δηλαδή από το πεδίο ανακατανομής του πλεονάσματος, στην καρδιά της παραγωγικής διαδικασίας, εκεί όπου το κοινωνικό και το ευρύτερο αναπτυξιακό κριτήριο καθορίζει τις διαδικασίες της συσσώρευσης και των επενδυτικών κατευθύνσεων».5

Με μια τέτοια λογική που επιζητεί τη «συνυπευθυνοποίηση» των εργατικών συνδικάτων στη διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και σταθεροποίησης, και χρησιμοποιεί την ταξική αδρανοποίηση και απονεύρωση του εργατικού συνδικαλισμού, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς το ρόλο που επιφυλάσσεται στα Εποπτικά Συμβούλια. Συγκροτούμενα κατά κλάδους βιομηχανικής δραστηριότητας η κατά γεωγραφική περιοχή, περιλαμβάνοντας στους κόλπους τους εκπρόσωπους της κρατικής εξουσίας, των καταναλωτών, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της εργοδοσίας και των εργαζομένων, λειτουργούν σαν εξωεπιχειρησιακά όργανα «κρατικής και κοινωνικής εποπτείας» των επιχειρήσεων του κλάδου. Δεν παρεμβαίνουν κατά κανέναν τρόπο στη διαχείριση των αντίστοιχων βιομηχανιών που αποτελεί «αποκλειστική αρμοδιότητα του ιδιώτη επιχειρηματία». Στόχος της δραστηριότητας τους είναι η διασφάλιση «της λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας μέσα στο πλαίσιο της αυτοδύναμης αναπτυξιακής πορείας της πατρίδας μας, μιας πορείας που προωθεί τα γενικότερα εθνικά συμφέροντα». Έτσι, οι αρμοδιότητες τους αφορούν κατά κύριο λόγο τη συμβολή τους στη «βελτίωση της παραγωγικότητας», στην «άνοδο της ανταγωνιστικότητας» των βιομηχανικών προϊόντων, στην «επέκταση του πεδίου εμπορικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων του κλάδου», στην «άμβλυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στους εργαζόμενους και στις διευθύνσεις των επιχειρήσεων», στην «ορθολογικοποίηση των επενδυτικών διαδικασιών», στο «συντονισμό της διεπιχειρησιακής παραγωγικής δραστηριότητας». Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη συγκρότηση, τη λειτουργία και την αποστολή των Εποπτικών Συμβουλίων. Μέσα σ' αυτό το θεσμικό πλαίσιο, οι εργαζόμενοι, παρακάμπτοντας τα εργοστασιακά συνδικάτα των βιομηχανιών, οδηγούνται σε μια «συμμετοχή» που αποσκοπεί στην προώθηση της «εθνικής αυτοδύναμης αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας μας», μέσα απ' τη βελτιστοποίηση και ορθολογικοποίηση της οργάνωσης της καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Είναι φανερό πως ούτε το καθεστώς της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων θίγεται, ούτε κατ' ακολουθία το διευθυντικό δικαίωμα στη διαχείριση της παραγωγικής διαδικασίας, που πηγάζει απ' το δικαίωμα της καπιταλιστικής Ιδιοκτησίας, περιορίζεται.6

Στην εισαγωγή του θεσμού των Εποπτικών Συμβουλίων υπήρξε μια έντονη σχετικά αντίθεση του Συνδ. Ελληνικών Βιομηχανιών, και μάλιστα η αντίδραση αυτή του κεφαλαίου θεωρήθηκε από τις κυβερνητικές δυνάμεις σαν έμπρακτη απόδειξη του γεγονότος ό,τι ο καινούργιος «συμμετοχικός» θεσμός συνιστά πραγματικά μια τομή, ό,τι εισάγει ένα αυθεντικό κοινωνικό έλεγχο στην παραγωγική διαδικασία. Χαρακτήρισαν οι βιομήχανοι τα Έπ. Συμβούλια έτσι σαν «θεσμό που χωρίς να λύνει κανένα πρόβλημα δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας στην ελληνική επιχείρηση, θα δημιουργήσει τέτοιους καταναγκασμούς ώστε τελικά θα την μετατρέψει σε γραφειοκρατικό τέρας», ενώ αντίθετα εκείνο που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία είναι «ν' αποκατασταθεί το επιχειρηματικό πνεύμα σε βάρος της μεταπρατικής και γραφειοκρατικής νοοτροπίας», γιατί τελικά «μέσα σε μια επιχείρηση η εξουσία δεν μοιράζεται μεταξύ αυτών που γνωρίζουν και των άλλων που δεν γνωρίζουν. Μια τέτοια προσπάθεια οδηγεί στο αδιέξοδο και τελικά στην απονέκρωση του επιχειρηματικού κυττάρου».7 Μια τέτοια όμως αντίθεση του βιομηχανικού κεφαλαίου είχε κύρια το χαρακτήρα πίεσης για την αποσαφήνιση της κυβερνητικής θέσης σχετικά με τον «γνωμοδοτικό» καθαρά χαρακτήρα των αρμοδιοτήτων των Εποπτικών Συμβουλίων, για να διασφαλισθεί ό,τι δεν πρόκειται για την καθιέρωση κανενός είδους κοινωνικού «ελέγχου», και για να επαναβεβαιωθεί η αποχή αυτών των οργάνων από την καθημερινή δραστηριότητα της επιχείρησης, που παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα της καπιταλιστικής διεύθυνσης.8 Άλλωστε, η σταδιακή εισαγωγή θεσμών συνδιαχείρισης που αποσκοπούν στη μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας, αντίληψη που κυριαρχεί στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, δεν σημαίνει ό,τι έχει τη συναίνεση του συνόλου της ελληνικής αστικής τάξης, στα πλαίσια της οποίας υπάρχουν σήμερα σαφείς διαφοροποιήσεις τακτικής απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα, δίχως να έχει οριστικά αποκρυσταλλωθεί μια κοινή ενιαία στρατηγική του βιομηχανικού κεφαλαίου απέναντι στην εργατική τάξη.

Ο ρόλος αυτός που ανατίθεται στο εργατικό κίνημα, ρόλος που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν «εποπτεία της αποτελεσματικής και ορθολογικής πραγματοποίησης της υπεραξίωσης του κεφαλαίου», όχι μόνο δεν διεκδικήθηκε μέσα απ' τους αγώνες του εργοστασιακού συνδικαλισμού στη βιομηχανία την περίοδο 1974-81, αλλά αντίθετα ένας τέτοιος προσανατολισμός χαρακτηρίσθηκε σαν διαδικασία ενσωμάτωσης του συνδικαλιστικού κινήματος στο καπιταλιστικό σύστημα. Η ίδια η 'Ομοσπονδία Βιομηχανικών Εργατοϋπαλληλικών Σωματείων (ΟΒΕΣ), που συσπειρώνει την πλειονότητα σχεδόν των εργοστασιακών συνδικάτων, και που στη δημιουργία και ανάπτυξη της πρωτοστάτησαν συνδικαλιστικά στελέχη της ΠΑΣΚΕ, διεκδικούσε μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, την κατάκτηση θεσμών «εργατικού ελέγχου», που να περιορίζουν το δεσποτισμό του διευθυντικού δικαιώματος, και να δημιουργούν τους όρους για την ανατροπή του. Επρόκειτο για βασικές εργατικές εξουσίες, που η καθιέρωση τους θα άλλαζε το συσχετισμό των δυνάμεων στο εργοστάσιο και θα διευκόλυνε τον αγώνα για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών οικονομικών και Ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων. «Ο εργατικός έλεγχος», σύμφωνα με την Εισήγηση της ΟΒΕΣ στο 2ο συνέδριο της (Μάρτιος 1983), «είναι μέσον και μέθοδος που η πραγματική του σημασία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο σε μια προοπτική κοινωνικής και πολιτικής επανάστασης». Οι διεκδικητικοί αγώνες στα εργοστάσια «πρέπει να συνδέονται πρακτικά με μια επαναστατική επιβεβαίωση της δύναμης των εργατών», με σκοπό «μια συνεχή μεταφορά διευθυντικών πειθαρχικών εξουσιών από την εργοδοσία στους εργάτες, τον καθορισμό μιας νέας μορφής οργάνωσης της εργασίας πέρα από τον ταιηλορισμό».9 Γίνεται κατά συνέπεια φανερό ό,τι ο θεσμός της «κρατικής και κοινωνικής εποπτείας» για την πραγματοποίηση της «εθνικής και αυτοδύναμης ανάπτυξης» της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, που καθιέρωσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με την εισαγωγή των Εποπτικών Συμβουλίων στη βιομηχανία, έρχεται σε ολομέτωπη αντίθεση με τις θεωρητικές τουλάχιστον κατευθύνσεις των εργοστασιακών σωματείων για την καθιέρωση «εργατικού ελέγχου» με προοπτική την ανατροπή της εξουσιαστικής κυριαρχίας του κεφαλαίου και την εγκαθίδρυση της εργατικής αυτοδιαχείρισης. Σε τελική ανάλυση, η «συμμετοχή» όπως την προωθεί η κρατική εξουσία εξυπηρετεί στόχους όχι μόνο σε αναντιστοιχία αλλά πολύ περισσότερο σε ανταγωνιστικότητα με τις διεκδικήσεις του εργοστασιακού συνδικαλισμού για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας.

2. Η «ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή» (ΚΚΕ)

Μπροστά στη διεκδίκηση θεσμών «εργατικού ελέγχου» απ' τα εργατικά συνδικάτα, αλλά και μπροστά στους προσανατολισμούς της κυβερνητικής εξουσίας του ΠΑΣΟΚ να θεσμοθετήσει μια ορισμένη μορφή «συμμετοχής» με τα Εποπτικά Συμβούλια, το ΚΚΕ οδηγήθηκε στο να αποσαφηνίσει τη στάση του απέναντι στο πρόβλημα της «εργατικής συμμετοχής». Η τοποθέτηση του προσδιορίζεται απ' την κριτική που ασκεί στο θεσμό των Εποπτικών Συμβουλίων, αλλά και γενικότερα στα συστήματα συνδιαχείρισης των καπιταλιστικών χωρών. Έτσι θέτει μια σειρά αρχών για την «ουσιαστική συμμετοχή», που για να υπάρξει απαιτεί: το δικαίωμα βέτο η απόφασης των οργάνων συμμετοχής, αρμοδιότητες που αφορούν ζητήματα τόσο εργασιακών σχέσεων όσο και της γενικότερης δράσης της επιχείρησης στην κοινωνία, δημοκρατική εκλογή και ανακλητός χαρακτήρας των εργατικών αντιπροσώπων, πολυεπίπεδης συμμετοχή και περιφερειακά και κεντρικά, μη δέσμευση των αντιπροσώπων από τις διατάξεις «περί απορρήτου», σύνδεση αυτής της συμμετοχής με γενικότερα μέτρα αντιμονοπωλιακού χαρακτήρα.10 Άλλα μια τέτοια «ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή» δεν μπορεί να κατακτηθεί παρά πέρα απ' τα «καπιταλιστικά όρια», με τη γενικευμένη «κρατικοποίηση» των μέσων παραγωγής και τη σχεδιοποιημένη διεύθυνση της οικονομίας. Σύμφωνα δηλαδή με τους ίδιους τους ισχυρισμούς του ΚΚΕ, μια τέτοια αυθεντική «εργατική συμμετοχή» μόνο με την ανατροπή των κεφαλαιοκρατικών παραγωγικών σχέσεων και την οικοδόμηση σοσιαλιστικών κοινωνικών σχέσεων μπορεί να υπάρξει.11 Όμως η ορατή πολιτική προοπτική του ΚΚΕ σήμερα και στο μεσοπρόθεσμο μέλλον, όπως τουλάχιστον προσδιορίσθηκε στο 11ο συνέδριο του είναι η στρατηγική της «πραγματικής αλλαγής», σε μια «αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή, δημοκρατική κατεύθυνση». Αυτό προϋποθέτει την «ανάδειξη του δημόσιου τομέα σε κινητήριο μοχλό της οικονομίας», τη «διασφάλιση του δημοκρατικού ελέγχου και διαχείρισης του δημόσιου τομέα της οικονομίας», τον «έλεγχο της ασυδοσίας και της δύναμης των μονοπωλίων», τη «βελτίωση του επιπέδου ζωής των εργαζομένων», την «ανάκτηση της εθνικής αγοράς και την ανάπτυξη και ανασυγκρότητη της εθνικής παραγωγής».12 Αλλά και η πλήρης ακόμη κατάκτηση όλων αυτών των στόχων δεν συνιστά προφανώς ανατροπή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και κατά συνέπεια μέσα στην προοπτική της «πραγματικής αλλαγής», η «ουσιαστική συμμετοχή» των εργαζομένων είναι ανέφικτη. Απ' την άλλη όμως πλευρά, σύμφωνα πάντα με τις κατευθύνσεις του 11ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, βασική πλευρά του «ουσιαστικού εκδημοκρατισμού» στην πορεία της «πραγματικής αλλαγής» είναι η «δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων», η οποία για να έχει «σωστό περιεχόμενο» προϋποθέτει το ξεπέρασμα των «καπιταλιστικών ορίων», τη γενικευμένη «κρατικοποίηση» των μέσων παραγωγής, πράγμα που η «πραγματική αλλαγή» δεν το θέτει ουδέ καν σαν απώτατο στόχο της.

Η αντίφαση έτσι στην πολιτική στρατηγική του ΚΚΕ για την «ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή» των εργαζομένων σε σχέση με την πολιτική του για την «πραγματική αλλαγή» είναι ολοκληρωτική. Γιατί ακριβώς, σαν συστατικό στοιχείο της «πραγματικής αλλαγής» θεωρεί τη συμμετοχή των εργαζομένων μ' ένα «σωστό περιεχόμενο», απορρίπτοντας τη «συνδιαχείριση» και την «ψευτοσυμμετοχή» της ΕΟΚ και του κράτους των μονοπωλίων. Η «ουσιαστική συμμετοχή» όμως απαιτεί για να υπάρξει το ξεπέρασμα των οικονομικών δομών του καπιταλιστικού κοινωνικού καθεστώτος. Αλλά η διαδικασία της «πραγματικής αλλαγής» δεν στοχεύει στην ανατροπή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Κατά συνέπεια η αυθεντική «εργατική συμμετοχή» που εμφανίζεται να επιδιώκει το ΚΚΕ στην προοπτική της «πραγματικής αλλαγής» αντιφάσκει προς τον ίδιο τον πολιτικό χαρακτήρα και το κοινωνικό περιεχόμενο της «πραγματικής αλλαγής». Γιατί τελικά, είτε επιδιώκεται η «ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή» σαν άμεσος ταξικός στόχος του αγώνα των εργατικών συνδικάτων, οπότε η στρατηγική της «πραγματικής αλλαγής» είναι ανεπαρκής για να καλύψει έναν τέτοιο στόχο, και δρα θέτει σε αμφισβήτηση τη συνολική πολιτική στρατηγική του ΚΚΕ στη σημερινή περίοδο. Είτε η πολιτική της «πραγματικής αλλαγής» είναι θεμελιωμένη, οπότε η διεκδίκηση της αυθεντικής «συμμετοχής των εργαζομένων» μετατίθεται σαν στόχος στο αόρατο ιστορικό μέλλον, και διαφεύγει απ' το ορατό πεδίο δράσης του ταξικού εργατικού κινήματος στη σημερινή κατάσταση.

Στη συνδικαλιστική πραγματικότητα βέβαια ο στόχος της κατάκτησης του «εργατικού ελέγχου» σαν πεδίου ταξικής πάλης για την ανατροπή της αστικής κοινωνικής κυριαρχίας, ουσιαστικά απουσιάζει από την πολιτική των εργατικών δυνάμεων του ΚΚΕ. Έτσι για παράδειγμα, στις «θέσεις της Ομοσπονδίας Οικοδόμων», όπου η πλειοψηφία των αντιπροσώπων για το 12ο συνέδριο της (Αύγουστος 1983) εντάσσεται στη συνδικαλιστική επιρροή της ΕΣΑΚ, δεν γίνεται κανενός είδους αναφορά, και δεν τίθεται καν σαν άμεσος στόχος αγωνιστικής διεκδίκησης η διαμόρφωση θεσμών «εργατικής συμμετοχής» στις καπιταλιστικές τεχνικές εταιρίες κατασκευών (π.χ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΔΟΚΕΤΕΡ, ΑΡΧΙΡΟΔΟΝ κλπ.), και στις βιομηχανίες δομικών υλικών (π.χ. TITAN, ΦΙΛΚΕΡΑΜ ΤΖΟΝΣΟΝ, ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΑΣ κλπ.).13 Όλη η συνδικαλιστική πολιτική της Ομοσπονδίας Οικοδόμων συμπυκνώνεται στην «πιο αποτελεσματική συμβολή του κλάδου στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας σε αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση», στον «περιορισμό της δράσης και στον έλεγχο των υπερκερδών των μονοπωλίων», καθώς και σε «εθνικοποιήσεις οικονομικών κλάδων» που προφανώς θα πρέπει να τις πραγματοποιήσει το (αστικό κατά τα άλλα και όργανο των μονοπωλίων) κράτος, που θα πρέπει να «αναδειχθεί σε μοχλό που θα κινήσει ολόκληρη την οικονομία».14

Πέρα όμως απ' αυτόν τον καιροσκοπικό τελικά χαρακτήρα της τοποθέτησης του ΚΚΕ, η μεθοδολογία που ακολουθεί για να προβάλει την «ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή» δεν είναι άλλη από εκείνην της περιγραφής του «δικαιώματος συμμετοχής» της εργατικής τάξης στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και ιδιαίτερα στη σοβιετική οικονομία. Αφού απορριφθούν τα συστήματα συνδιαχείρισης σαν συστήματα ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος στην καπιταλιστική κοινωνία, στη βάση των αρχών της «ουσιαστικής συμμετοχής», οι προβολείς της ανάλυσης του ΚΚΕ στρέφονται αυτόματα στην «εργατική συμμετοχή του αναπτυγμένου σοσιαλισμού», πράγμα που και καταδείχνει την ανωτερότητα του. Η ταξική πάλη και οι συνδικαλιστικές εμπειρίες του βιομηχανικού συνδικαλισμού στην ελληνική κοινωνία, η κοινωνική δυναμική του ελληνικού εργατικού κινήματος, απουσιάζουν ολοκληρωτικά απ' την ανάλυση του. Προφανώς, μ' αυτή τη μεθοδολογία, το ελληνικό κίνημα του εργοστασιακού συνδικαλισμού, προτρέπεται να διαπιστώσει τα «ευρύτατα δικαιώματα των εργαζομένων στη διεύθυνση της σοβιετικής παραγωγής», να προσανατολίσει έτσι τη δράση του σε αντίστοιχους δρόμους, και μ' αυτό τον τρόπο να πάψει να στηρίζεται στην ίδια του την ιστορία, τη φυσιογνωμία και την εμπειρία του.

Ένα ολόκληρο δίκτυο κοινωνικών οργανώσεων (εργατικές κολεκτίβες, ßiqμηχανικά κλαδικά συνδικάτα, εργοστασιακές τοπικές επιτροπές, αλλά και τα περιφερειακά καθώς και το ανώτατο σοβιέτ, και η ίδια η κυβέρνηση), διασφαλίζουν την υποτιθέμενη πολύπλευρη και πολυεπίπεδης συμμετοχή της εργατικής τάξης στη «διεύθυνση της παραγωγής και των κοινωνικών υποθέσεων». Έτσι, στις εργατικές κολεκτίβες εναπόκειται η ανάπτυξη της «σοσιαλιστικής άμιλλας», η εξάπλωση των «πρωτοποριακών μεθόδων δουλειάς», η εδραίωση της «εργατικής πειθαρχίας», η διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων στο πνεύμα της «σοσιαλιστικής ηθικής», η φροντίδα για την άνοδο της «πολιτικής συνειδητότητας, της κουλτούρας και της επαγγελματικής ειδίκευσης».15 Ιδιαίτερα διαφωτιστικός απ' αυτή την άποψη είναι ο πρόσφατος σοβιετικός νόμος «Για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργατικών κολεκτίβων», που στοχεύει στην «ενίσχυση και την περιφρούρηση από τους ίδιους τους εργαζόμενους της εργασιακής πειθαρχίας». Έτσι, προκειμένου να αντιμετωπισθούν «οι παραγωγικές απώλειες, τα κρούσματα τεμπελιάς και αδιαφορίας» (που δεν είναι τίποτα άλλο παρά έσχατες μορφές της παθητικής αντίστασης της εργατικής τάξης στο βαθμό που κάθε άλλη μορφή ανεξάρτητης συνδικαλιστικής της συγκρότησης αντιμετωπίζει την άμεση κρατική καταστολή), το σοβιετικό κράτος προχώρησε σε μέτρα «δημοκρατικού ελέγχου», έτσι ώστε η εργατική κολεκτίβα να είναι «από μόνη της υπεύθυνη για όλα τα ζητήματα των εργασιακών σχέσεων και φυσικά για την πειθαρχία». Στο εξής λοιπόν, οι αρμοδιότητες των εργατικών κολεκτίβων εμπλουτίζονται με καινούργια «δικαιώματα»: επιβάλλουν μέτρα ενάντια στους εργαζόμενους από «την αυστηρή παρατήρηση μέχρι την περικοπή του πριμ, κι από την καθυστέρηση εξασφάλισης καλύτερης κατοικίας μέχρι την απόλυση», προκειμένου να εμπεδώσουν την «εργατική πειθαρχία», απαραίτητη προϋπόθεση για την εντατική ανάπτυξη της σοβιετικής οικονομίας.16

Παράλληλα, οι εργοστασιακές τοπικές επιτροπές των κλαδικών συνδικάτων συμμετέχουν στον «καταρτισμό και τον έλεγχο εκπλήρωσης των πλάνων των επιχειρήσεων», στην «τελειοποίηση των τρόπων οργάνωσης της εργασίας», στην «επεξεργασία του κανονισμού εργασίας», στον «έλεγχο της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας». Αλλά και πέρα απ' αυτά «το 35% των διευθυντών προέρχονται από εργατικές οικογένειες, το 28% από αγροτικές, και οι υπόλοιποι από οικογένειες υπαλλήλων». Επίσης, «στα περιφερειακά σοβιέτ πάνω από 67% των βουλευτών είναι εργάτες και αγρότες», ενώ «στους 1.500 βουλευτές του ανωτάτου σοβιέτ πάνω από τους μισούς είναι εργάτες η μέλη των κολχόζ». Τελικά, για τους εργαζόμενους της σοβιετικής κοινωνίας έχει εφαρμογή αυτό που ισχυριζόταν ο Ναπολέων για τους στρατιώτες του, ό,τι δηλαδή «κάθε στρατιώτης £χει μέσα στον τορβά του το ραβδί του στρατάρχη». Έτσι, «Οι αρχιεργάτες επιλέγονται μέσα από τους εργάτες. Οι υπεύθυνοι των εργαστηρίων επιλέγονται μέσα από τους αρχιεργάτες. Οι διευθυντές μέσα από τους υπεύθυνους των εργαστηρίων. Οι διευθυντές γίνονται υφυπουργοί και οι υφυπουργοί γίνονται υπουργοί».17

Μια «συμμετοχή» των εργατικών κολεκτίβων και των συνδικαλιστικών επιτροπών των εργοστασίων που τίποτα δεν έχει να κάνει με τη διαχείριση της παραγωγής και τη διεύθυνση των κοινωνικών μηχανισμών (εκπαίδευσης, μηχανισμών καταστολής, μέσων μαζικής επικοινωνίας κλπ.), εγκλωβισμένη σε συμβουλευτικές αρμοδιότητες στα ζητήματα της καλύτερης οργάνωσης και αποτελεσματικότερης εκτέλεσης των σχεδίων της κρατικής εξουσίας, κι ακόμη περισσότερο μια «συμμετοχή» επιφορτισμένη με το καθήκον της «πειθάρχησης» και της ιδεολογικής χειραγώγησης της εργατικής τάξης, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται «το συνεχές ανέβασμα της παραγωγικότητας», απ' το όποιο εξαρτάται «η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής πατρίδας».

Μια «συμμετοχή» που αποτιμάει το «λαϊκό και δημοκρατικό» χαρακτήρα της διεύθυνσης της παραγωγής και των κοινωνικών λειτουργιών αναπαραγωγής από την «εργατική και αγροτική» καταγωγή των διευθυντικών στελεχών, για να αποκρύψει και να παρουσιάσει σαν κοινωνικά ουδέτερο αυτό το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης και ταξικής κυριαρχίας του κοινωνικού στρώματος των διευθυντικών τεχνοκρατικών στελεχών πάνω στην εργατική τάξη.

Μια «συμμετοχή» που θεωρεί την ιεραρχική κοινωνική δόμηση, την κοινωνική διαστρωμάτωση στη βάση του κάθετου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, την πυραμίδα που ξεκινάει απ' τον εργάτη της παραγωγής και φτάνει μέχρι τον υπουργό της κυβέρνησης, περνώντας από τον επιστάτη, τον προϊστάμενο του τμήματος, από τον διευθυντή της επιχείρησης, και τον υπεύθυνο του βιομηχανικού συγκροτήματος, αυτήν τη σπονδυλική στήλη της (αστικής) ταξικής κοινωνίας, σαν τη «φυσιολογική και αναγκαία», πέρα από τόπο και χρόνο, και πάνω απ' τη δυναμική ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας, μορφή οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής.

Συμπερασματικά μπορεί να ειπωθεί ό,τι η τοποθέτηση του ΚΚΕ απέναντι στο πρόβλημα της «εργατικής συμμετοχής» χαρακτηρίζεται κατ' αρχήν από μια επίφαση δημοκρατικότητας και ταξικής συνέπειας, πράγμα που εκδηλώνεται στη ριζοσπαστική διαφοροποίηση του απ' τα δυτικοευρωπαϊκά μοντέλα «συνδιαχείρισης» και από το θεσμό των Εποπτικών Συμβουλίων. Όμως η αγωνιστική διεκδίκηση απ' την πλευρά των εργατικών συνδικάτων μιας «ουσιαστικής συμμετοχής» στη σημερινή συγκυρία υπερβαίνει την πολιτική στρατηγική της «πραγματικής αλλαγής» και αντιφάσκει προς το ίδιο της το κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο. Έτσι, το μόνο που τελικά μένει ορατό στο οπτικό πεδίο του ΚΚΕ είναι η «πραγματική συμμετοχή» της εργατικής τάξης στην οικονομία του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: όμως μια τέτοιου είδους «συμμετοχή των εργαζομένων» δεν συνιστά παρά «μετάβαση» απ' τον εργοδοτικό δεσποτισμό του καπιταλιστικού εργοστάσιου στην «εργατική πειθαρχία» της «σοσιαλιστικής επιχείρησης».

3. «Συμμετοχή των εργαζομένων»: όρος για τη διέξοδο από

την οικονομική κρίση (ΚΚΕές.)

Στο βαθμό που η ελληνική καπιταλιστική οικονομία αντιμετωπίζει μια όξυνση των διαρθρωτικών προβλημάτων της, και στο βαθμό που η κυβερνητική πολιτική δεν παρεμβαίνει παρά με διορθωτικά μέτρα, ενθαρρύνοντας με τις παλινδρομήσεις της την επιθετικότητα του κεφαλαίου, στο βαθμό αυτό απαιτείται μια «συνολική κοινωνική επέμβαση στην οικονομία, με την ενίσχυση του ρόλου του κράτους και την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων».18 Ενεργοποίηση του κρατικού μηχανισμού για την πραγματοποίηση «προγράμματος επενδύσεων με τη δημιουργία έργων κοινωνικής απόδοσης και μονάδων υψηλής τεχνολογίας», και δραστηριοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος με στόχο «την ανάκαμψη της οικονομίας και τη διεύρυνση της παραγωγικής δραστηριότητας και της απασχόλησης». Άλλωστε, οι τολμηρές δημόσιες επενδυτικές πρωτοβουλίες «θα δημιουργούσαν και ισχυρότερα κίνητρα για την ενεργοποίηση του ιδιωτικού τομέα», τομέας που είναι «Ιδιαίτερα ευαίσθητος στη συγκυρία και που η επενδυτική του συμπεριφορά εξαρτάται από το άμεσο και βραχυπρόθεσμο κλίμα που δημιουργούν ο δημόσιος τομέας και το ξένο κεφάλαιο».19 Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο των κατευθύνσεων του ΚΚΕές. για τη σημερινή απάντηση του εργατικού κινήματος στην καπιταλιστική κρίση μέσα απ' την «άμεση συμμετοχή των εργαζομένων». Το βιομηχανικό συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει να συμμετέχει στον προγραμματισμό των επιχειρήσεων «συμπληρώνοντας τον (καπιταλιστικό) μηχανισμό του κέρδους με ορισμένα κοινωνικά κριτήρια». Το κίνημα των εργαζομένων, θα πρέπει να διαμορφώσει προγράμματα «ορθολογικής οργάνωσης, εξυγίανσης και ανάπτυξης των οργανισμών κοινής ωφέλειας», καθώς και να προωθήσει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις προγράμματα «για την ανάπτυξη αυτών των μονάδων, για την απασχόληση, για τις τιμές». Τέτοια είναι η βασική πρόταση του ΚΚΕες. για τον προσανατολισμό του εργατικού κινήματος σε μια «συνολική στρατηγική για την αντιμετώπιση της κρίσης», για τον «έλεγχο και τη συμμετοχή των εργαζομένων».20

Γίνεται φανερό ό,τι η «εργατική συμμετοχή» αντιμετωπίζεται από το ΚΚΕες. σε αναφορά με το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης, μέσα από μια διαδικασία «βαθιών δομικών αλλαγών προς μια ορθολογική οικονομική ανάπτυξη».21 Γι αυτό και η κύρια κατεύθυνση που θέλει να προσδώσει το ΚΚΕες. στην παρέμβαση των εργατικών συνδικάτων είναι τα κατ' εξοχήν «αναπτυξιακά καθήκοντα», δηλαδή στόχοι και αρμοδιότητες που αποσκοπούν στην «οικονομική ανάπτυξη», στην «αύξηση του παραγωγικού δυναμικού» και στην «ανάπτυξη της επιχειρηματικής δράσης των (καπιταλιστικών) επιχειρήσεων». Μ' Αλλά λόγια, η εργατική παρέμβαση δεν γίνεται αντιληπτή απ' τη σκοπιά της ταξικής προοπτικής του εργατικού κινήματος για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών και εξουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων, αλλά κατά κύριο και πρωταρχικό λόγο, απ' την οπτική της συμβολής του συνδικαλιστικού κινήματος στην επίτευξη της «ορθολογικής ανάπτυξης της οικονομίας». Και βέβαια σ' αυτή τη λογική, η καπιταλιστική ιδιοκτησία των παραγωγικών μέσων, η κυριαρχία του διευθυντικού εξουσιασμού του κεφαλαίου στην παραγωγική διαδικασία, αλλά και η ταξική κυριαρχία του αστικού συστήματος στους βασικούς κοινωνικούς μηχανισμούς, δεν μπαίνει σε αμφισβήτηση.

Γίνεται δηλαδή προσπάθεια και μια κατεύθυνση «εργατικής συμμετοχής» να προβληθεί, και οι βασικοί μηχανισμοί της καπιταλιστικής οικονομίας να παραμείνουν ανέπαφοι. Η όλη αυτή κατεύθυνση διέπεται από την αντίληψη ό,τι είναι δυνατή η διαμόρφωση μιας τέτοιας κοινωνικής κατάστασης που και ο μηχανισμός του ιδιωτικού κέρδους να λειτουργεί, και οι εργαζόμενοι να έχουν έναν θεσμοθετημένο λόγο στα «προβλήματα που τους αφορούν». Σ' αυτή τη λογική ο ίδιος ο θεσμός των εργοστασιακών σωματείων, σαν άμεσων συνδικαλιστικών εκφράσεων ταξικής πάλης, παρακάμπτεται, και παρεμβάλλεται ένας καινούργιος θεσμός, ο θεσμός των Εργατικών Συμβουλίων, που δεν τον έχει αναδείξει καμιά κοινωνική δυναμική. Ο θεσμός αυτός θεωρείται σαν ενδιάμεσος φορέας ανάμεσα στην εργατική τάξη και την εργοδοσία, υποκείμενο άσκησης ορισμένων αρμοδιοτήτων με δικαίωμα βέτο στα προβλήματα των συνθηκών εργασίας και δικαίωμα πληροφόρησης στην οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.

Μια τέτοια κατεύθυνση βρίσκεται κατ' αρχήν σε αναντιστοιχία με τη συγκεκριμένη κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος στη βιομηχανία όπου σαν ταξικό υποκείμενο των εργαζομένων έχει διαμορφωθεί το κίνημα του εργοστασιακού συνδικαλισμού, το όποιο και διεκδικεί την κατάκτηση εξουσιών «εργατικού ελέγχου», και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει κατακτήσει στην πράξη ορισμένες μορφές «έλεγχου» (π.χ. ανάκληση απολύσεων, βελτίωση των συνθηκών εργασίας κλπ.). Έτσι, η προβολή ενός καινούργιου θεσμού, των Εργατικών Συμβουλίων, αναδεικνύεται ανεδαφική και προέρχεται προφανώς απ' την έλλειψη οργανικών δεσμών του ΚΚΕες. με το κίνημα του εργοστασιακού συνδικαλισμού, καθώς και απ' την απουσία κριτικής αφομοίωσης της εμπειρίας του εργοστασιακού κινήματος στην περίοδο 1974-83. Από εκεί άλλωστε προέρχεται και η ολοκληρωτικά ανεδαφική εκτίμηση του ό,τι το εργατικό κίνημα «έχει ισχνή οργανωμένη βάση στο εργοστάσιο». «Αναζητώντας λοιπόν σήμερα το ΚΚΕες. ιδανικούς συμμετοχικούς θεσμούς, χάνει από το πεδίο δράσης του αυτό που πραγματικά γίνεται στην κοινωνία, δηλαδή τους λόγους, τα πεδία, τις κατευθύνσεις των κοινωνικών συγκρούσεων και τη δική του σχέση μαζί τους».22

Απ' την άλλη πλευρά, οι διεκδικητικοί στόχοι που προτείνει το ΚΚΕες. στο βιομηχανικό εργατικό κίνημα δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν ουσιαστικές μορφές «εργατικού ελέγχου», που θέτουν σε αμφισβήτηση το διευθυντικό δικαίωμα με προοπτική την ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας, τόσο στην επιχείρηση όσο και στους κοινωνικούς μηχανισμούς, παρ' όλο που διακηρύσσει κατ' αρχήν το στόχο της «αλλαγής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής». Γιατί στόχοι όπως το να αποδοθούν αρμοδιότητες στα Εργατικά Συμβούλια σε θέματα συνθηκών εργασίας και «εξανθρωπισμού» της, η δικαίωμα πληροφόρησες στην οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, είναι φανερό ό,τι έχουν ήδη προωθηθεί από τα εργοστασιακά σωματεία και δεν έχουν κλονίσει το καθεστώς της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Αντίθετα, οι «αναπτυξιακές αρμοδιότητες» που θέλει να προσδώσει το ΚΚΕες. στο συνδικαλιστικό κίνημα του Ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, ενισχύουν την καπιταλιστική ανάπτυξη και σταθεροποίηση, εφ' όσον ο στόχος της οικονομικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων δεν θα είναι πλέον αποκλειστική δραστηριότητα του κεφαλαίου, αλλά και οργανική επιδίωξη της εργατικής τάξης.

Τέλος, η επίκληση της δραστικής παρέμβασης του κράτους σαν κινητήριας δύναμης για την επέκταση του παραγωγικού δυναμικού και της οικονομικής ανάκαμψης, με την προϋπόθεση βέβαια του «εκδημοκρατισμού» της δομής των δημόσιων επιχειρήσεων, και την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, δεν προωθεί και δεν μπορεί να αποτελεί στόχο του εργατικού κινήματος και αντιφάσκει προς τον ίδιο το χαρακτήρα του αστικού κράτους. Γιατί βέβαια η ανάπτυξη «μονάδων υψηλής τεχνολογίας» και η δημιουργία «έργων κοινωνικής απόδοσης», θα μπορούσαν ενδεχόμενα να διευρύνουν την παραγωγική βάση και να προωθήσουν ίσως την «ορθολογική οικονομική ανάπτυξη», όμως δεν διαφαίνεται από μια τέτοια «τολμηρή δημόσια επενδυτική πρωτοβουλία» να θίγεται η καπιταλιστική κυριαρχία στη βιομηχανία και οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής. Και πέρα απ' αυτό, τα εργατικά συνδικάτα στην ιδιωτική οικονομία δεν μπορούν να βάζουν σαν στόχο τους μια τέτοια κρατική οικονομική παρέμβαση. Αναπτύσσοντας την ταξική τους αντιπαλότητα στην καπιταλιστική διεύθυνση έρχονται ταυτόχρονα σε αντιπαράθεση με την κρατική εξουσία, είτε σαν μηχανισμό καταστολής, είτε σαν μηχανισμό διαχείρισης της εργατικής δύναμης και της οικονομικής κρίσης, είτε σαν μηχανισμό ιδεολογικής χειραγώγησης. Η άμεση κρατική καταστολή για την προάσπιση της Ιδιωτικής ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων στις περιπτώσεις περιφρούρησης απεργιακών κινητοποιήσεων (με πρόσφατα παραδείγματα τα ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ, τους ναυτεργάτες και μηχανικούς του Πειραιά, την ΣΟΦΤΕΞ, τον ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ κλπ.), η κυβερνητική εισοδηματική πολιτική δραστικού περιορισμού των εργατικών αμοιβών, σαν κρατική πολιτική ενίσχυσης του βιομηχανικού κεφαλαίου, η ολοκληρωτική απουσία, του εργατικού λόγου από τα κρατικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, συνιστούν απλά δείγματα της πολιτικής αντιπαλότητας ανάμεσα στο διεκδικητικό κίνημα των εργαζομένων και στην κρατική εξουσία. Εφ' όσον λοιπόν αναπτύσσεται αυτή η πολιτική αντιπαλότητα ανάμεσα στο διεκδικητικό κίνημα των εργαζομένων και στην κρατική εξουσία, αποτελεί τουλάχιστον αντίφαση, παρακάμπτοντας αυτή την ταξική πραγματικότητα, να επιζητεί το αριστερό εργατικό κίνημα την οικονομική επιχειρηματική παρέμβαση του κράτους σαν οργάνου κοινωνικής αλλαγής. Κι αυτή εξίσου η πολιτική αντίληψη του ΚΚΕεσ. για την αναγκαιότητα της κρατικής οικονομικής δραστηριοποίησης σαν κινητήριας δύναμης για το «ξεπέρασμα της κρίσης» προέρχεται ουσιαστικά από την έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας ανάμεσα στον κομματικό του οργανισμό και το συγκροτημένο βιομηχανικό εργατικό κίνημα. Αυτό το γεγονός το οδηγεί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της «εργατικής συμμετοχής» στον αγώνα για τη σοσιαλιστική αλλαγή, κι αυτό ακόμη το πρόβλημα της κοινωνικής αλλαγής, όχι σαν μια δυναμική κοινωνική εξέλιξη που προσδιορίζεται κατά κύριο λόγο από την ταξική πάλη του εργατικού συνδικαλισμού, αλλά κύρια σαν μια αναγκαιότητα κρατικής, οικονομικής και κοινωνικής, παρέμβασης.

4. Ο εργατικός έλεγχος στην επαναστατική προοπτική του εργατικού κινήματος

Από την κριτική ανάλυση της στάσης των πολιτικών σχηματισμών του αριστερού κινήματος και της κυβερνητικής εξουσίας απέναντι στη διεκδίκηση της «εργατικής συμμετοχής», προκύπτει ό,τι παρά τις διαφορετικές οπτικές απ' τις οποίες αντιμετωπίζεται, αναδεικνύονται ορισμένες κοινές βασικές αντιλήψεις:

Αρχικά γίνεται προφανές ό,τι σαν απώτερη σκοπιμότητα της «συμμετοχής των εργαζομένων» θεωρείται η διαμόρφωση θεσμών μέσα απ' τους οποίους η εργατική τάξη θα συμβάλει αποτελεσματικά και δυναμικά στην «εθνική, αυτοδύναμη και ορθολογική» ανάπτυξη της οικονομίας.

Στη συνέχεια, η «εργατική συμμετοχή» εντοπίζεται περιοριστικά στο επίπεδο της επιχείρησης καθώς και σ' εκείνο της διεύθυνσης των οργανισμών διαχείρισης της εργατικής δύναμης (ΟΑΕΔ, ΙΚΑ κλπ.).

Κατόπιν, θεωρείται ό,τι ο «εργατικός έλεγχος» συνυπάρχει και όφειλα να συμβιώνει πάντα με μια κοινωνική εξουσία που λειτουργεί έξω και πάνω απ' την εργατική τάξη, είτε πρόκειται για την ιδιωτική καπιταλιστική διεύθυνση, είτε πρόκειται για μια κρατική και τεχνοκρατική εξουσία.

Τέλος, υποστηρίζεται ό,τι μια τέτοια «συμμετοχή» θα λειτουργεί δίχως τις ριζοσπαστικές εκείνες κοινωνικές αλλαγές, στις δομές της παραγωγής και στη διάρθρωση των μηχανισμών της κοινωνίας, που θα τροποποιούσαν ριζικά τη θέση και το ρόλο της εργατικής τάξης στη λειτουργία της κοινωνίας.

Μ' αυτή την έννοια, η «εργατική συμμετοχή», όπως διαμορφώνεται στην αντίληψη και την πρακτική των πολιτικών οργανισμών του αριστερού κινήματος, δεν μπορεί να αποτελέσει το θεσμό εκείνο του «εργατικού ελέγχου» που συνιστά μια μορφή του γενικού ταξικού αγώνα του εργατικού κινήματος για την ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Όμως η «εργατική συμμετοχή», δεν μπορεί να νοηθεί σαν μια στατική κοινωνική εξισορρόπηση, όπου μέσα από ένα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο διασφαλίζεται η συναίνεση και δραστηριοποίηση της εργατικής τάξης στους κυρίαρχους στόχους του ταξικού κοινωνικού σχηματισμού, που είναι η παραπέρα ανάπτυξη και σταθεροποίηση του, και κατά συνέπεια η παραπέρα ενίσχυση των εκμεταλλευτικών οικονομικών σχέσεων και των εξουσιαστικών κοινωνικών δομών. Ο «εργατικός έλεγχος» μόνο σαν μια δυναμική έκφραση του αντικαπιταλιστικού αγώνα του εργατικού συνδικαλισμού μπορεί να νοηθεί, με τον όρο ό,τι κάθε στοιχείο του, κάθε κατάκτηση της εργατικής τάξης, θέτει σε αμφισβήτηση αυτή την ίδια την κυριαρχία του διευθυντικού δικαιώματος στο εργοστάσιο, αυτή την ίδια την αστική κυριαρχία στην κοινωνία. Μ' αυτή την έννοια ο «εργατικός έλεγχος» συνιστά ένα. πεδίο μιας μόνιμης ταξικής σύγκρουσης της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου, κι αυτό όχι μόνο στο επίπεδο της επιχείρησης. Γιατί η οποιαδήποτε μορφή «εργατικού ελέγχου» στην παραγωγή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και να λειτουργήσει δυναμικά χωρίς την ταυτόχρονη αμφισβήτηση της καπιταλιστικής λειτουργίας βασικών κοινωνικών μηχανισμών. (Για παράδειγμα, ακόμη και στην περίπτωση όπου τα εργοστασιακά συνδικάτα θα είχαν τη δυνατότητα της συλλογικής, ισότιμης και δημοκρατικής διαχείρισης της παραγωγικής διαδικασίας, αυτή η διαχείριση δεν θα ήταν δυνατή από τους άμεσους παραγωγούς, και θα συγκεντρώνονταν στα χέρια μιας τεχνοκρατικής γραφειοκρατίας, στο βαθμό που θα εξακολουθούσε να λειτουργεί το σύστημα της καπιταλιστικής εκπαίδευσης, εφ' όσον αυτό θα αναπαρήγε την μορφωτική και κατά συνέπεια κοινωνική διαστρωμάτωση του συνολικού εργαζόμενου. Απ' αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστική η εμπειρία της διαμόρφωσης θεσμών εργατικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης απ' την χιλιανή Λαϊκή Ενότητα στην τριετία 1970-73).23

Και να που η κοινωνική δυναμική της ανάπτυξης του συνδικαλιστικού κινήματος στα εργοστάσια και στην κοινή ωφέλεια, αναδεικνύει σήμερα την προοπτική της διεκδίκησης του «εργατικού ελέγχου» με στόχο την ανατροπή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, γιατί ακριβώς «Οι καθημερινοί αγώνες των εργατών για την απόκτηση δύναμης στο εργοστάσιο πρέπει να θεωρούνται κάτι ανώτερο από μια άρνηση των αυταρχικών καπιταλιστικών δομών. Πρέπει να συνδέονται πρακτικά με μια επαναστατική επιβεβαίωση της δύναμης των εργατών»24. Μια τέτοια επαναστατική αντίληψη του «εργατικού έλεγχου» που αντιμάχεται την αντίληψη της «εργατικής συμμετοχής» της εργατικής τάξης, βρίσκεται πλησιέστερα στους προσανατολισμούς και την πρακτική του κινήματος του επιχειρησιακού συνδικαλισμού, αφού άλλωστε αυτός την £χει αναδείξει, ενώ, δεν καλύπτεται στη πολιτική της διάσταση από τη στρατηγική των κομμάτων του αριστερού κινήματος. Έτσι, η ΟΒΕΣ, απορρίπτοντας τη συνδιαχείριση, αντιμετωπίζει «τη συμμετοχή και τον έλεγχο» σαν μια «επαναστατική διαδικασία με την οποία οι εργαζόμενοι επεμβαίνουν συγκεκριμένα πάνω στη δομή της επιχείρησης και την ευρύτερη Οργάνωση της οικονομίας, αναδεικνύουν και επιβάλλουν κάτω από την καθημερινή πάλη νέες δομές, νέες μορφές οικονομικής οργάνωσης, ραγίζοντας και καταργώντας στοιχειακά τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις»25. Παράλληλα, η ΟΤΟΕ, διαπιστώνοντας ό,τι «στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος η συμμετοχή των εργαζομένων στα συμβούλια λειτουργίας των επιχειρήσεων στη βάση της απλής συμμετοχής, της συνδιαχείρισης η και ακόμα της αυτοδιαχείρισης θα λειτουργήσει τελικά σε βάρος του κινήματος και των εργαζομένων»26, διεκδικεί τον «εργατικό έλεγχο» με την «ελεγκτική και μόνο αντίληψη του όρου», γιατί ακριβώς η μετάβαση σε επίπεδα εργατικής διαχείρισης χωρίς προηγούμενες βαθιές διαρθρωτικές κοινωνικές αλλαγές είναι ανέφικτη. Είναι επόμενο έτσι, με βάση αυτές τις εκτιμήσεις να επιδιώκει η ΟΤΟΕ την «εργατική συμμετοχή» στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, χωρίς δικαίωμα ψήφου, με στόχο «την πληροφόρηση των εργαζομένων για όσα αποφασίζονται και άμεσα η έμμεσα τους αφορούν, καθώς και τον έλεγχο των αποφάσεων και τον επηρεασμό τους προς την κατεύθυνση της προάσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων»27.

Αυτή όμως η αυθόρμητη και αυτοδύναμη επαναστατική δυναμική του «εργατικού ελέγχου», εγκλωβίζεται, αποδυναμώνεται και φθείρεται κάτω απ' την πίεση των αντιλήψεων που στοχεύουν στην χρησιμοποίηση της «συμμετοχής των εργαζομένων» σαν πλαισίου συναίνεσης και ενεργοποίησης της εργατικής τάξης για την «εθνική, αυτοδύναμη και ορθολογική» οικονομική ανάπτυξη. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα απ' αυτή την άποψη το προσφέρει σ' ένα βαθμό τουλάχιστον, αυτή η ίδια η δευτεροβάθμια οργάνωση των εργοστασιακών συνδικάτων. Στις άμεσες διεκδικήσεις της για τη σύναψη Συλ. Συμβ. Εργασίας με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών για ολόκληρη την ελληνική βιομηχανία, οι διεκδικήσεις «εργατικού ελέγχου» των εργοστασιακών συνδικάτων υποσκελίζονται απ' τη βαρύνουσα επίδραση της κυβερνητικής πολιτικής που επιδιώκει τη νομοθετική απαγόρευση των αυξήσεων των εργατικών αμοιβών, σε σημείο που η ΟΒΕΣ να υποστηρίζει ό,τι: «Οι εργαζόμενοι, στο βαθμό που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας και τη μείωση του κόστους εργασίας, δικαιούνται και λαμβάνουν ανάλογη αύξηση των αποδοχών τους»28. Άλλα και σε αναφορά με την εισαγωγή του θεσμού των Εποπτικών Συμβουλίων, η ΟΒΕΣ, κάτω απ' το βάρος της κυβερνητικής παρέμβασης, διαπιστώνει ό,τι με το θεσμικό αυτό πλαίσιο «ανοίγονται μεγάλες δυνατότητες για την ανάπτυξη του αγώνα των βιομηχανικών εργατών για την κοινωνικοποίηση και την αυτοδιαχείριση», εφ' όσον όμως «το εργατικό κίνημα παλέψει με στόχο να μετατραπεί το Εποπτικό Συμβούλιο μέσα στην πορεία σε όργανο αποφασιστικού εργατικού και κοινωνικού ελέγχου, πάνω σ' όλο το φάσμα της παραγωγικής δραστηριότητας»29. Άλλα τότε πλέον δεν θα πρόκειται για το θεσμό των Εποπτικών Συμβουλίων, σαν οργάνων τρίμερους σύνθεσης και γνωμοδοτικού χαρακτήρα, που φιλοδοξούν να μετατρέψουν το εργατικό κίνημα σε «επόπτη» της αποτελεσματικής και ορθολογικής υπεραξίωσης του κεφαλαίου, αλλά θα πρόκειται για έναν ριζικά διαφορετικής φύσης θεσμό, που θα διασφαλίζει τη δυναμική ταξική παρέμβαση των εργαζομένων στην παραγωγική διαδικασία με τη συνεχή αμφισβήτηση της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Αυτό όμως σημαίνει ουσιαστικά ανατροπή της λογικής που διέπει τη λειτουργία των Εποπτικών Συμβουλίων με την πάλη των εργαζομένων, πράγμα που αντιφάσκει με τον χαρακτηρισμό που τους δίνει η ΟΒΕΣ σαν «μεγάλη κατάκτηση για τους εργαζόμενους και ιδιαίτερα για τους βιομηχανικούς εργάτες».

Επίλογος

Η αντίληψη και η τακτική του «εργατικού ελέγχου», σαν διαδικασίας του ταξικού αγώνα των εργατικών συνδικάτων στις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, που αποσκοπεί στην απόσπαση εξουσιών απ' τη σφαίρα του διευθυντικού εξουσιασμού του κεφαλαίου και στη μεταβίβαση τους στις ταξικές οργανώσεις των εργαζομένων, καθώς και στην αμφισβήτηση της αστικής κυριαρχίας στους κοινωνικούς μηχανισμούς, εντάσσεται στη στρατηγική της κοινωνικής επαναστατικής αλλαγής, που αντιπαλεύοντας την κοινωνική κυριαρχία των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, διαμορφώνει τους όρους της σοσιαλιστικής εναλλαγής. Μια τέτοια εργατική πρακτική, που άρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον καπιταλιστικό χαρακτήρα των δομών της παραγωγής και της κοινωνίας, δεν καλύπτεται στην πολιτική της προοπτική από τους πολιτικούς σχηματισμούς του αριστερού κινήματος, οι όποιοι αντιλαμβάνονται τη «συμμετοχή των εργαζομένων» κατά κύριο λόγο, είτε σαν «εποπτεία» της εργατικής τάξης για την «αυτοδύναμη ανάπτυξη» (ΠΑΣΟΚ), είτε σαν συνισταμένη μιας «αντιμονοπωλιακής αναπτυξιακής διαδικασίας» και σαν παράγοντα εδραίωσης της «εργατικής πειθαρχίας» (ΚΚΕ), είτε σαν μέσο για την «έξοδο από την κρίση» μέσα από την «εμφύτευση» στον καπιταλιστικό μηχανισμό του κέρδους των κοινωνικών συμφερόντων της εργατικής τάξης (ΚΚΕες.). Έτσι οι πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, στο βαθμό που αναπτύσσουν αγωνιστικές πρακτικές προς την κατεύθυνση του «εργατικού ελέγχου», δεν μπορούν να εντάξουν την επαναστατική αυτή κοινωνική τους δυναμική στα πλαίσια της πολιτικής στρατηγικής του αριστερού κινήματος και της κυβερνητικής πολιτικής. Υποχρεώνονται έτσι να αποπειραθούν οι ίδιες να αναζητήσουν πολιτικές πρακτικές σε αντιπαλότητα με την κυριαρχία της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας τόσο στην παραγωγή όσο και στους μηχανισμούς της κοινωνίας (εκπαιδευτικό σύστημα, μηχανισμοί καταστολής, μαζικά μέσα ενημέρωσης κλπ.). Η πολιτική υποκειμενικοποίηση της εργατικής τάξης σ' αυτή την προοπτική, είναι δυνατό να οδηγήσει το εργατικό κίνημα της βιομηχανίας, ιδιωτικής και δημόσιας, στην ανάκαμψη, και να ξεπεράσει την ήττα που ακολούθησε την έξαρση της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου.

Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1983

1. Μια τέτοιου είδους αναζήτηση γίνεται στα: Ρ. Φακιολάς «Ο εργατικός συνδικαλισμός στην Ελλάδα», Παπαζήσης 1978, σελ. 289-307. - Ί. Κουκιάδης «Εργατικό Δίκαιο: Συλλογικές εργασιακές σχέσεις», Παρατηρητής 1981, σελ. 177-201.

2. Η εξέταση του προβλήματος απ' αυτή τη σκοπιά επιχειρείται το: Δ. Τραυλός - Τζανετάτος «Συμμετοχή των μισθωτών στις επιχειρήσεις και Σύνταγμα», Δίκαιο και Πολιτική, τεύχος 3, σελ. 109-147.

3. Η ανάλυση εντοπίζεται κύρια στη «συμμετοχή των εργαζομένων» στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, επειδή ο Ν. 1365/83 για την «κοινωνικοποίηση» των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας αποτελεί γενικό πλαίσιο κι έτσι δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο συγκεκριμένης κριτικής, πριν την δημοσίευση των επιμέρους προεδρικών διαταγμάτων.

4. Α. Παπανδρέου: «Εισήγηση στο Διεθνές συνέδριο του Κέντρου Μεσογειακών Μελετών»Ελεύθερη Γνώμη. 3 Ιουνίου 1983.

5. Απόφαση της 10ης Συνόδου της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ Εξόρμηση, 6 Αυγούστου 1983.

6. Για μια εκτενέστερη κριτική αποτίμηση: Α. Παπαδόπουλος - Α. Ταρπάγκος «Τα Εποπτικά Συμβούλια και το εργατικό κίνημα στη βιομηχανία», Σχολιαστής, τεύχος 4, Ιούλιος 1983.

7. Α. Παπανδρόπουλος «Σκέψεις για την κοινωνική ωφελιμότητα της επιχείρησης και τα Εποπτικά Συμβούλια», Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχος 29, 21 Ιουλίου 1983.

8. Γ. Μαρίνος «Για τα Εποπτικά Συμβούλια», Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχος 28, 14 Ιουλίου 1983

9. Εισήγηση ΟΒΕΣ «Στρατηγικοί και άμεσοι στόχοι του συνδικαλιστικού κινήματος», Εργατική Αυτοδιαχείριση, τεύχος 6, Απρίλιος 1983.

10. Γ. Τόλιος «Η ουσιαστική συμμετοχή και τα Εποπτικά Συμβούλια», Ριζοσπάστης, 12 Ιουλίου 1983.

11. Γ. Ρούσης «Συμμετοχή των εργαζομένων: Πεδίο ταξικής πάλης η ταξικής συνεργασίας;» Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 137 κ.ε.

l2. «11ο συνέδριο του ΚΚΕ: Ντοκουμέντα», Έκδοση τη Κ.Ε. του ΚΚΕ, σελ. 47 κ.έ.

13. «θέσεις της Ομοσπονδίας Οικοδομών για το 12ο συνέδριο», Πανοικοδομική, τεύχος 68, Ιούλιος 1983.

14. Α. Ταρπάγκος «Μπροστά στο 12 συνέδριο της Ομοσπονδίας Οικοδόμων: Κριτική στις θέσεις της απερχόμενης Διοίκησης», Αυγή, 21 Αυγούστου 1983.

15. Γ. Τόλιος «Η συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Ιούνιος 1983.

16. Γ. Χουλιάρας «Η εργατική κολεκτίβα έχει τον πρώτο λόγο: Δημοκρατικός Έλεγχος για την ενίσχυση της εργασιακής πειθαρχίας στην ΕΣΣΔ», Ριζοσπάστης 26 Αυγούστου 1983.

17. Γ. Ρούσης «Συμμετοχή των εργαζομένων: Πεδίο ταξικής πάλης η ταξικής συνεργασίας·» Σύγχρονη Εποχή 1983, σελ. 206 κ.έ.

18. Κ.Ε. του ΚΚΕές. «Άμεση συμμετοχή των εργαζομένων για την έξοδο από την κρίση» Αθήνα 6 Φεβρουαρίου 1983.

19. Κ.Ε. του ΚΚΕεσ. «Για μια δημοκρατική διέξοδο από την κρίση - Για ν' ανανεώσουμε την προοπτική του σοσιαλισμού στην Ελλάδα», Αυγή, 12 Ιουνίου 1983.

20. Κ.Ε. του ΚΚΕεσ. «Για μια νέα πορεία του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος μπροστά στην κρίση», Αυγή, 24 Απριλίου 1983.

21. «Εποπτικά Συμβούλια και ταξική πάλη», Αυγή. 12 Ιουνίου 1983.

22. Έ. Πορτάλιου «Το ΚΚΕεσ. παρεμβαίνει στην οικονομική κρίση και την κυβερνητική πολιτική;» Πρόκληση, τεύχος 2, Μάρτιος 1983.

23. Λ. Τσακόυ «Η εκπαίδευση των εργαζομένων στη Χιλή του Αλλιέντε, Εργατική Αυτοδιαχείριση, τεύχος 4, Νοέμβριος 1982.

24. Εισήγηση ΟΒΕΣ «Στρατηγικοί και άμεσοι στόχοι του συνδικαλιστικού κινήματος», Εργατική Αυτοδιαχείριση, τεύχος 6, Απρίλιος 1983.

25. Εισήγηση ΟΒΕΣ «Οι νόμοι για τις προβληματικές επιχειρήσεις και τα Εποπτικά Συμβούλια», Εργατική Αυτοδιαχείριση, τεύχος 8, Αύγουστος 1983.

26. Ά. Πουλαρίκας «Η συμμετοχή των εργαζομένων στα κέντρα λήψεως αποφάσεων των τραπεζών (Εργατικός έλεγχος)», 12ο Πανελλαδικό συνέδριο ΟΤΟΕ, 1983.

27. Θ. Παπαμάργαρης «Τραπεζικό σύστημα», 12ο Συνέδριο ΟΤΟΕ, Εισήγησης Εκτελεστικού Συμβουλίου, 1982.

28. «Σχέδιο Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας στη Βιομηχανία», Εργατική Αυτοδιαχείριση, τεύχος 6, Απρίλιος 1983.

29. Εισήγηση ΟΒΕΣ «Οι νόμοι για τις προβληματικές επιχειρήσεις και τα Εποπτικά Συμβούλια», Εργατική Αυτοδιαχείριση, τεύχος 8, Αύγουστος 1983.