Κώστας Βεργόπουλος, Παγκοσμιοποίηση η μεγάλη Χίμαιρα, «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, 1999


«Παγκοσμιοποίηση» είναι η λέξη - σύνθημα της εποχής μας. Ίσως είναι μαζί με την «ανταγωνιστικότητα» η πλέον πολυχρησιμοποιούμενη λέξη στο λεξιλόγιο των πολιτικών, των οικονομολόγων και των τραπεζιτών.

Αποτελεί χωρίς αμφιβολία το καινούριο «ιδεολόγημα» της άρχουσας τάξης στην ιστορική περίοδο που διανύει η ανθρωπότητα. Δεν θα ήταν καθόλου ανακριβής ο ισχυρισμός ότι η «παγκοσμιοποίηση» έχει καταλάβει εξ ολοκλήρου τη θέση που άφησε κενή η κατάργηση του θεμέλιου μύθου του Ψυχρού Πολέμου.

Μία από τις λειτουργίες του κάθε μύθου είναι να εξηγήσει ή να ερμηνεύσει μιαν ορισμένη κατάσταση ή ένα σύνολο γεγονότων, προσδίδοντάς τους ένα φαινομενικά κοινωνικό ή ιστορικό περιεχόμενο. Αυτό το περιεχόμενο χρησιμοποιείται συνειδητά ή ασυνείδητα ως υποκατάστατο της πραγματικής ιστορίας και έτσι αφαιρεί από μια τέτοια κατάσταση τη γνώση των υλικών συνθηκών της γέννησης της.

Με τον τρόπο αυτό ο μύθος καθίσταται ένας σημαντικός τρόπος με τον οποίο η οποιαδήποτε ιδεολογία βιώνεται από το άτομο. Έτσι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο κόσμος προσφέρει στο μύθο μια ιστορική πραγματικότητα που καθορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι την κατασκεύασαν ή την χρησιμοποίησαν, ενώ ο μύθος προσφέρει για αντάλλαγμα ένα φυσικό είδωλο της πραγματικότητας.

Διαμέσου της «εξ Ανατολών απειλής», είχε «διασφαλισθεί» στις δυτικές κοινωνίες η κοινωνική συνοχή, είχε «επιτευχθεί» η κοινωνική συνεργασία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, είχε αυξηθεί το μερίδιο της παραγόμενης αξίας που παραχωρείται στην εργατική τάξη, είχε δικαιολογηθεί η αμερικανική παρουσία ανά την υφήλιο και ειδικότερα στην Ευρώπη. Είχε λειτουργήσει σε τελευταία ανάλυση το σύστημα της μαζικής δημοκρατίας και των κοινωνικών συμβολαίων όπως το γνωρίσαμε τα τελευταία σαράντα χρόνια.

Επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά η ανάγκη ύπαρξης, και στη διεθνή πολιτική σκηνή, ιδεολογημάτων μέσω των οποίων πραγματοποιούνται οι εκάστοτε επιδιώξεις της κυρίαρχης τάξης.

Η χρησιμοποίηση καταπιεστικών ή αντίστοιχα ιδεολογικών μηχανισμών για την πραγμάτωση των συγκεκριμένων επιδιώξεων εξαρτάται από το βαθμό της κοινωνικής αντίστασης.

Η ανάγκη αυτή έγινε αφόρητη από τη στιγμή που οι θεμέλιοι μύθοι της μεταπολεμικής δυτικής ευημερίας υπέστησαν βαθύτατα ρήγματα στη δεκαετία του '80. Η πτώση του «ανατολικού συνασπισμού» παράλληλα στέρησε από τις δυτικές χώρες, και ιδιαίτερα από τις ευρωπαϊκές, το «μύθο» του αντίπαλου δέους.

Οι αδυναμίες του κεϋνσιανού υποδείγματος (θεωρητικές και πρακτικές) επέτρεψαν την επανεμφάνιση των πλέον σκληρών νεοφιλελεύθερων απόψεων, τη βάση των οποίων αποτελούν πεποιθήσεις όπως: η πλήρης και απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς, η αποδοχή της ανεργίας στο «φυσικό» ποσοστό της, πλήρης ελαστικότητα των μισθών καθώς και συρρίκνωση, μέχρι σημείου εξαφάνισης, των κοινωνικών παροχών. Οι παραπάνω απόψεις θεωρούνται ως οι αναγκαίοι όροι για την περαιτέρω επιβίωση των οικονομιών, μέσα στις νέες διεθνείς συνθήκες του οξυμένου ανταγωνισμού της παγκόσμιας οικονομίας.

Η αναπροσαρμογή του καθεστώτος ανασυγκρότησης του κεφαλαίου υπό τις προϋποθέσεις αυτές, με πρακτικές πρωτόγνωρες για τους εργαζόμενους της Δύσης (καταχρηστικές έως παράνομες), είχε ανάγκη ενός νέου θεμέλιου μύθου ώστε να επιτύχει την αποστολή της, να λειτουργήσει συσπειρωτικά και σταθεροποιητικά, χωρίς να αφήσει να διαφανεί το αληθινό πρόσωπό της. Έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος επικάλυψης των τεκταινομένων που θα περιόριζε τις αντιδράσεις, μέσω της δημιουργίας φόβου για την ύπαρξη του χειρότερου. Κατά κάποιο τρόπο έπρεπε να αναζητήσει τη νομιμοποίησή στο ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Η νέα φάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου αποτέλεσε την πλέον κατάλληλη ευκαιρία πάνω στην οποία επιχειρείται να στηθεί, χωρίς περιττούς ενδοιασμούς στο χώρο, ο νέος μύθος της εποχής μας. Η ιδεολογικοποίηση της σύγχρονης φάσης διεθνοποίησης του κεφαλαίου εκφράζεται με τη χρησιμοποίηση του όρου «παγκοσμιοποίηση».

Ο όρος «παγκοσμιοποίηση» (globalization) εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80, αρχικά σε διάφορα πανεπιστήμια των ΗΠΑ (Harvard, Columbia, Stanford) και από τότε επικράτησε στο λεξιλόγιο του κυρίαρχου οικονομικού νεοφιλελεύθερου υποδείγματος των τελευταίων 20 χρόνων.

Η εμφάνιση του όρου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί με μεγάλη βεβαιότητα, «εφευρέθηκε» στο πλαίσιο της σύγχρονης συντηρητικής ευρηματικότητας ως επιχείρημα αιχμής στο χώρο της ιδεολογίας και σε συνέργια με τον ιδεολογικό μαρασμό της Αριστεράς.

Η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στο χώρο της οικονομικής επιστήμης, βασιζόμενη στην άποψη ότι ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας είναι η πλήρης απελευθέρωση της αγοράς, πρότεινε την κατάργηση κάθε κρατικής παρέμβασης, θέση που υιοθετήθηκε από το σύνολο των κυβερνήσεων των ανεπτυγμένων κρατών. Ακολούθησαν αναγκαστικά και τα υπόλοιπα κράτη, ανήμπορα να αντιδράσουν στις θελήσεις των μεγάλων και ισχυρών κρατών. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, στο πλαίσιο της εδραίωσης της ηγεμονίας της, «εφηύρε» την έννοια της «παγκοσμιοποίησης».

Παράλληλα, και αυτό αποδείχτηκε ως το πλέον επικίνδυνο σημείο, η έννοια της «παγκοσμιοποίησης» υιοθετήθηκε από ευρύτερες κατηγορίες διανοουμένων και κυρίως από τις ηγεσίες των απανταχού «σοσιαλδημοκρατικών» ή «σοσιαλιστικών» κομμάτων, με αποτέλεσμα να αποκτήσει δυναμική «φυσικού» νόμου και ως τέτοιος να διαχυθεί μέσω των μαζικών μέσων επικοινωνίας στις πλατιές λαϊκές μάζες.

Έτσι η «παγκοσμιοποίηση» στις μέρες μας, λίγο-πολύ φαντάζει ως η έννοια που εκφράζει με τον πειστικότερο τρόπο τις εξελίξεις που παρατηρούνται στην οικονομικο-κοινωνική ζωή του πλανήτη.

Με τον τρόπο αυτό, η νεοφιλελεύθερη παντοκράτειρα ιδεολογία, συνοψιζόμενη στον όρο «παγκοσμιοποίηση» και στις δευτερεύουσες βοηθητικές συνδηλώσεις της, αρνείται οποιαδήποτε κανονιστική διάσταση στην ερμηνεία της για τα τεκταινόμενα, η οποία ως γνωστόν ενυπάρχει σε κάθε ιδεολογία, αρκούμενη στην «περιγραφή» τους, ως αυταπόδεικτων μάλιστα εκδηλώσεων της «φυσικής τάξης».

Συνεπώς η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης, επιτρέπει στον εαυτό της να ταυτίζει απροκάλυπτα το δέον με το είναι.

Τούτο με απλά λόγια σημαίνει ότι το υπόδειγμα της μαζικής δημοκρατίας όπως έχει επικρατήσει στη Δύση και μάλιστα στην αμερικάνικη εκδοχή του, όχι μόνο είναι «υπαρκτό» αλλά ταυτόχρονα είναι και «ιδεώδες», σε πλήρη αντιστοίχηση με την ανθρώπινη φύση.

Έτσι εγκαθίσταται η δικτατορία της «ενιαίας» σκέψης, θεμελιωμένη στην παντοδυναμία του αυτονόητου. Οι εναλλακτικές αξιολογήσεις εγκαταλείπονται δεδομένου ότι το υπαρκτό είναι κατ' ανάγκη και επιθυμητό. Η διαφορετική ενατένιση του κοινωνικού γίγνεσθαι καταδικάζεται ως γραφική και ιδεολογική....

Κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί μία διαφορετική κοινωνία από αυτή που υπάρχει σήμερα. Η ανθρωπότητα στερείται αυτού του δικαιώματος, χρήση που οποίου έκανε το σύνολο των προηγούμενων γενεών.

Το βιβλίο του Κώστα Βεργόπουλου Παγκοσμιοποίηση η μεγάλη Χίμαιραέρχεται να συμβάλει κατά τρόπο αποφασιστικό στην αποσάθρωση των θεμελίων των παραπάνω ιδεολογικών κατασκευών. Διερευνά εξονυχιστικά το φαινόμενο της «παγκοσμιοποίησης», ανασκευάζοντας με καταλυτικό τρόπο τα επιχειρήματα των θιασωτών της, ενώ συγχρόνως αποκαλύπτει τα προτασσόμενα μυθεύματα μέσω των οποίων επιχειρείται να καλυφθεί η πραγματικότητα. Η προβληματική που αναπτύσσει ο Βεργόπουλος, πέρα από τις πολυδαίδαλες εκφάνσεις της, οι οποίες έρχονται να ερμηνεύσουν σημαντικό αριθμό προβλημάτων της σύγχρονης φάσης των διεθνών οικονομικών σχέσεων, ουσιαστικά μπορεί να αναχθεί σε μία βασική προκείμενη, που σημειωτέον ενυπάρχει ως τέτοια και στο προηγούμενο έργο του Η Από-ανάπτυξη σήμερα(Εξάντας 1986), και η οποία υποστηρίζει ότι: η παγκόσμια οικονομία τα τελευταία 20 χρόνια διέρχεται μία φάση κατά την οποία παρατηρείται μία υπερδιόγκωση της νομισματικής σφαίρας, η οποία συγχρόνως προκαλεί την αυτονόμησή της από τον κύριο βασικό παραγωγικό τομέα της οικονομίας, δηλαδή από την πραγματική οικονομία.

Το κεφάλαιο όλο και περισσότερο μεταναστεύει στη χρηματιστική σφαίρα περιορίζοντας εμφανώς τη δέσμευσή του σε επενδύσεις διαρκείας. Προτιμά σε μεγάλο βαθμό τις χρηματιστικές μορφές, οι οποίες διασφαλίζουν ρευστότητα και κινητικότητα, αποβαίνει όλο και περισσότερο παρασιτικό. Η αρχή έγινε από τα τέλη της δεκαετίας του '70, περίοδο σταδιακής απελευθέρωσης και αποκανονικοποίησης των εθνικών χρηματοπιστωτικών συστημάτων και συνεχίστηκε με τις απορυθμίσεις στο πεδίο των υπόλοιπων οικονομικών σχέσεων. Οι πολιτικές αυτές εντάχθηκαν στο πλαίσιο του νέου δόγματος της οικονομικής πολιτικής –μονεταρισμός-- στόχος του οποίου ήταν η πλήρης απορύθμιση των αγορών από κάθε θεσμικό κανόνα. Οι εξελίξεις στο χώρο των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, διέπονταν από την εμφανή προσπάθεια διαμόρφωσης ενός υπερεθνικού νομισματοπιστωτικού συστήματος ομογενοποίησης των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, με τη δημιουργία τέτοιων κανόνων που εν μέρει εξουδετέρωναν τις δυνατότητες άσκησης αυτόνομης εθνικής νομισματικής πολιτικής. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι οι σχεδιαζόμενες και εφαρμοζόμενες εξελίξεις στο νομισματικό επίπεδο λειτούργησαν ως εμπροσθοφυλακή των σημαντικών αλλαγών που στράφηκαν εναντίον της ακολουθούμενης μέχρι τότε οικονομικής πολιτικής κεϋνσιανής προέλευσης.

Η πορεία εξασθένισης των εθνικών χρηματοπιστωτικών συστημάτων, μέσω της προσπάθειας ολοκλήρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών, βασίστηκε στη χρησιμοποίηση ως απαραίτητου μοχλού του καθεστώτος των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών. Το καθεστώς των κυμαινόμενων ισοτιμιών αποτέλεσε την ολοκλήρωση των προϋποθέσεων για τη λειτουργία ενός νέου νομισματικού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου ο ρόλος των εθνικών νομισματικών πολιτικών συνεχώς εξασθένιζε, υποταγμένος στην απρόσκοπτη κίνηση των διεθνών κεφαλαίων, στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς, στις αυξομειώσεις των διεθνών επιτοκίων και στις μελετημένες και εξυπηρετούσες την απορύθμιση υποτιμήσεις ή ανατιμήσεις των νομισματικών ισοτιμιών.

Εκείνο που είναι θεμελιώδες και χρειάζεται να υπογραμμισθεί δεόντως στην ανάλυση είναι το ότι το νέο παγκόσμιο σκηνικό είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικώνεπιλογών. Δεν προέκυψε «εξ αντικειμένου» διαμέσου της επενέργειας κάποιας διαδικασίας που ενέχει χαρακτήρα φυσικού νόμου, ούτε βεβαίως δια της οδού της «παρθενογενέσεως».

Το σημείο αυτό αποτελεί ανυποχώρητη θέση στην προβληματική που διαπερνά το σύνολο του βιβλίου.

Η διόγκωση και συγχρόνως η αυτονόμηση της νομισματικής σφαίρας λειτουργεί αναμφισβήτητα εις βάρος της παραγωγικής σφαίρας της οικονομίας.

Η άρνηση του κεφαλαίου να ακινητοποιηθεί σε επενδυτικές παραγωγικές μορφές, συρρικνώνει τα παραγωγικά συστήματα των οικονομιών (πρωταρχικά των αδύνατων), καθώς και τα τραπεζικά και χρηματοδοτικά συστήματά τους. Η χρηματιστική παγκοσμιοποίηση, με τον τρόπο αυτό, αντί να υποβοηθά την εντατικοποίηση και διεθνοποίηση της παραγωγής, αποβαίνει τελικά εμπόδιο στην παγκοσμιοποίηση της πραγματικής οικονομίας. Ενόσω κεφάλαια αφαιρούνται από την παραγωγική σφαίρα, η παραγωγή αποδυναμώνεται και παρακμάζει με όλα τα συμπτώματα της κρίσης και της αποσύνθεσης. Το σύνολο σχεδόν των εθνικών οικονομιών παρουσιάζουν την τελευταία εικοσαετία φθίνοντες ρυθμούς μεγέθυνσης, εάν συγκριθούν με τους αντίστοιχους ρυθμούς των ετών 1960 -1975.

Όμως, το διεθνές πλαίσιο δεν είναι τίποτε άλλο από το σύνολο των εθνικών: όσο οι εθνικές οικονομίες επιλέγουν την οδό της προσαρμογής μέσω συρρίκνωσης των εισοδημάτων και της εσωτερικής ζήτησης, τόσο και η διεθνής οικονομία συρρικνώνεται.

Η ενοποίηση των νομισματικών συστημάτων διαχέει την αστάθεια σε παγκόσμια κλίμακα αντί να ενοποιεί και να σταθεροποιεί τις οικονομίες.

Παράλληλα επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη παγκοσμιοποίηση του χρηματικού κεφαλαίου δεν σηματοδοτεί ένα ανώτερο στάδιο συσσώρευσης, αλλά ακριβώς το αντίθετο, απορρέει μάλλον από την απώλεια δυναμισμού της συσσωρευτικής διαδικασίας: η επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας ως συνέπεια των πολιτικών αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού μέσω ανατίμησης των νομισμάτων, σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής ηγεμονικής δύναμης η οποία μέσω μιας αναδιανεμητικής πολιτικής θα ήταν σε θέση να ομογενοποιήσει και να παγκοσμιοποιήσει την οικονομία, χαρακτηρίζουν κατά βάση τη σημερινή εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας. Συμπερασματικά το σημερινό παγκόσμιο σύστημα, αντί να διευρύνεται και να εμπεδώνεται, στενεύει και αποσταθεροποιείται. Με τις πρόσφατες καταρρεύσεις στην Ασία, τη Ρωσία και τη Λατινική Αμερική, διαπιστώνεται, στην αρχή του νέου αιώνα, ο ουτοπικός και ανέφικτος χαρακτήρας της παγκοσμιοποιητικής πολιτικής αφενός, και η αδυναμία ύπαρξης ηγεμονικής δύναμης αφετέρου, παρά τα περί αντίθετου θρυλούμενα.

«Η ανθρωπότητα ωθείται σήμερα ολοταχώς προς τη "νέα βαρβαρότητα" της ασυδοσίας και της ανευθυνότητας του ισχυρότερου, παρά προς την ουτοπία κάποιας νέας παγκοσμίας τάξης πραγμάτων».