ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ, ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
του Δημήτρη Χριστόπουλου*

Η έκβαση των αυστριακών εκλογών τροφοδότησε έντονα σχόλια και αντιδράσεις από όλες τις κατευθύνσεις στην Ευρώπη. Ο ευρωπαϊκός κυβερνητικός χώρος, με αφορμή το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών, έδωσε τα αντιρατσιστικά διαπιστευτήρια του στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και όχι μόνο. Ποια όμως είναι τα δομικά προβλήματα του καταχωρημένου στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο όρου "καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας"; Ποια είναι τα εγγενή όριά του και η σχέση του με τον κατ' ουσίαν αντιρατσιστικό λόγο; Τέλος, τι θα μπορούσε να (αντι)προτείνει ο μη κυβερνητικός χώρος στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα ειδικότερα, απέναντι σε μια αντιρατσιστική πολιτική, πρότερες και γενικές εκφάνσεις της οποίας θρέφουν το ρατσισμό; Μια σύντομη κριτική συμβολή στη διερεύνηση των παραπάνω, κομβικών για το ευρωπαϊκό μέλλον, ερωτημάτων επιχειρεί το κείμενο που ακολουθεί.

1. Δύο παραδείγματα προς αποφυγή: το αποτέλεσμα των αυστριακών εκλογών του 2000 και η αντιμετώπισή τους από τη "διεθνή κοινότητα"

Η συμμετοχή του κόμματος Ελευθερίας του Χάιντερ στην κυβέρνηση που προέκυψε στην Αυστρία τον Φεβρουάριο του 2000 σηματοδότησε θύελλα αντιδράσεων σε περιφερειακό και οικουμενικό επίπεδο. Ο ιδεολογικός συμβολισμός που ενέχεται σε αυτήν την πολιτική επιλογή, είναι σχεδόν μυθικός. Είναι η πρώτη φορά στη συνταγματική ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης, όπου ένα κόμμα δηλωμένης τοποθέτησης στον ακροδεξιό χώρο του πολιτικού φάσματος, γίνεται δεκτό να συμμετάσχει σε κοινοβουλευτική κυβέρνηση. Ως τώρα, αυτό το γνωρίζαμε ως αποτέλεσμα συνταγματικής κρίσης ή εκτροπής, δηλαδή παραβίασης ή νόθευσης της λαϊκής βούλησης και κυριαρχίας.

Οι δυτικές κυβερνήσεις (ΕΕ και ΗΠΑ) εκφράζουν με διάφορους τρόπους, από δυσάρεστους έως και απειλητικούς προς την Αυστρία, τη δυσφορία τους: οι διμερείς επίσημες σχέσεις υποβιβάζονται σε τεχνικές επαφές, οι διορισμοί αυστριακών αξιωματούχων σε διεθνείς οργανισμούς παγώνουν, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Γαλλίας (λένε πως) σκέφτονται μέχρι και την ανάκληση των πρεσβευτών τους, τρέχουσες διαπραγματεύσεις αναστέλλονται κ.ο.κ. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ακόμη εξαγγέλλονται μέτρα και κυρώσεις από διάφορες κατευθύνσεις κατά του κράτους αυτού.

Πολύ σύντομα βέβαια το γεγονός της συμμετοχής του κόμματος της Ελευθερίας στην αυστριακή κυβέρνηση θα πάψει να μονοπωλεί τα φώτα της δυτικής δημοσιότητας, τα οποία όμως θα επανέρχονται σε περιπτώσεις αποκαλυπτικών της ταυτότητας τους δηλώσεων και πράξεων των αυστριακών κυβερνητικών αξιωματούχων. Έτσι σταδιακά, η ΕΕ και οι ΗΠΑ μπορούν να επιστρέψουν από την εξαιρετική χρήση της ρητορικής πολιτικής στην καθημερινότητα της κυβερνητικής διαχείρισης. Να επαναπροωθούν με κάθε πρόσφορο - νόμιμο και παράνομο - τρόπο εκατομμύρια νέο-πρόσφυγες, να εξαντλούν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του Νότου και της Ανατολής, να επεξεργάζονται απρόσκοπτα τις (αντι)μεταναστευτικές τους πολιτικές, που έχουν καταστήσει φρούρια τους ισχυρότερους πόλους του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, να οδύρονται για την αύξηση της ανεργίας, τέλος, να δημιουργούν συστηματικά τους πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους εισόδου της ακροδεξιάς στον χώρο της κυβερνητικής διαχείρισης.1

Ο πολιτικός λόγος της ακροδεξιάς είναι ρατσιστικός, αντιευρωπαϊκός, λαϊκιστικός και απροκάλυπτα ξενόφοβος. Η θέση που θα εκφραστεί στο πλαίσιο αυτής της σύντομης εισήγησης είναι περίπου η ακόλουθη: ότι όλα τα προηγούμενα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν τον ακροδεξιό λόγο των ημερών μας, ενυπάρχουν κατ' ουσίαν - άλλοτε λανθάνοντα και άλλοτε όχι - στις θεμελιώδεις δομές του λόγου του ευρωπαϊκού πολιτικού mainstream, εκείνου δηλαδή του πολιτικού χώρου που κατ' όνομα αυτοπροσδιορίζεται αντιστρόφως: ως αντιρατσιστικός, αντιλαϊκιστικός, μη ξενοφοβικός, φιλoευρωπαϊκός. Η είσοδος του κόμματος της Ελευθερίας στην αυστριακή κυβέρνηση ήρθε αναπόδραστα, και παρά το βάσιμο φόβο κυρώσεων, την ιστορικά αναμενόμενη στιγμή. Την ιστορική στιγμή που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν ήδη στρώσει το έδαφος, αν όχι έχοντας υποτάξει την πολιτική τους δράση, αλλά σίγουρα έχοντας συμβιβαστεί με τις ανοιχτά ρατσιστικές διαθέσεις τμήματος του εκλογικού τους σώματος. Την ιστορική στιγμή που οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ ρητά κατανοούν τους ξένους ως πρόβλημα παρά τα προβλήματά τους. Τη στιγμή τέλος, που το όραμα μιας πολιτικής Ευρώπης, ολοένα και απομακρύνεται, δείχνοντας εξόφθαλμα πλέον στα μάτια των ευρωπαίων την ουτοπική του διάσταση. Ακόμη και οι πρωταγωνιστές των αρχών της δεκαετίας του '90, το εγκατέλειψαν.

Και όμως, αυτάρεσκα πολλές φορές σημειώνεται ότι η κοινή στάση των υπολοίπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην έκβαση των αυστριακών εκλογών είναι πρόοδος της πολιτικής ενοποίησης: είναι στο όνομα των ευρωπαϊκών αξιών που απομονώθηκε η νέα αυστριακή κυβέρνηση. Το άλλοθι στην ανυπαρξία ή αδυναμία υλοποίησης οποιουδήποτε πολιτικού οράματος στην Ευρώπη ξαφνικά μετατράπηκε σε δείγμα βολονταριστικού ζήλου για την πολιτική ενοποίηση. Η είσοδος της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση δίνει την ευκαιρία σε όλους τους υπαίτιους με βδελυγμία να δείξουν πόσο αντιρατσιστές είναι. Θα ήταν περισσότερο κυνικό από αυτήν την υποκρισία να σκεφτούμε ότι και να μην υπήρχε Χάιντερ, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε;

Αυτός ο πολιτικός χώρος που "εξανέστη" όταν στις αρχές του 21ου αιώνα "αντιλήφθηκε" ότι τα αντιρατσιστικά αντανακλαστικά της αυστριακής κοινής γνώμης δεν είναι αρκετά δυνατά ώστε να αποκλείουν εσαεί την ακροδεξιά, είναι ακριβώς αυτός, ο οποίος όχι απλά δέχτηκε προ ετών την εκπροσώπηση του κράτους αυτού από ένα φυσικό αυτουργό εγκλημάτων πολέμου (και όχι απλό υπερασπιστή τους, όπως ο Χάιντερ), αλλά δεν δίστασε να τον θέσει προηγουμένως στην κορυφή της ιεραρχίας της "διεθνούς κοινότητας", επειδή εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του.2

Εάν οι δυτικές αντιδράσεις απέναντι στην είσοδο των ακροδεξιών στην αυστριακή κυβέρνηση ήταν ειλικρινείς (όσο θέλουν να φαίνονται) θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξηγηθούν με τη συνδρομή της σμιττιανής θεώρησης του πολιτικού3 ή της λακανικής ή φροϋδικής ψυχαναλυτικής θεώρησης του διχασμένου υποκειμένου.4 Όμως, οι αντιδράσεις αυτές δεν είναι ειλικρινείς. Είναι απλά σκόπιμες. Μάλιστα, ακόμη και αυτή η εύλογη σκοπιμότητά τους (η απομόνωση της ρατσιστικής ακροδεξιάς) ερίζεται για το αν (θα) έχει τα σκοπούμενα αποτελέσματα.

2. Κυβερνητικός χώρος και αντιρατσιστικός λόγος:

ανάμεσα σε αρχές και σκοπιμότητες

" Αν υπάρχει κάποιος άλλος [εκτός των γιατρών] στον οποίο επιτρέπεται να ψεύδεται, αυτός είναι μόνον ο αρχηγός της πόλης, για να εξαπατήσει προς όφελος της πόλης τους εχθρούς ή τους πολίτες. Το ψέμα απαγορεύεται σε οποιονδήποτε άλλο " Πλάτωνα, Πολιτεία ΙΙΙ, 388.

Η δημοκρατική αρχή δύναται να διακυβεύσει τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Σε αυτή την εκτροπή συνίσταται το λεγόμενο παράδοξο της δημοκρατίας: η πιθανότητα κατάργησης της δημοκρατίας με μια δημοκρατική απόφαση, δηλαδή με εκλογές. Το παράδοξο της δημοκρατίας το έχει βιώσει η γερμανική συνταγματική ιστορία και έκτοτε έχει σταθερά απασχολήσει τη θεωρία του δημοσίου δικαίου και την πολιτική ηθική στην Ευρώπη. Με ιδιαίτερη προσοχή από εξέχοντες εκπροσώπους της νομικής θεωρίας της ηπείρου μας έχει εξετασθεί εννοιολογικά και πολιτικά το, συναφές προς αυτό της δημοκρατίας, παράδοξο της κυριαρχίας. Οι σχετικές με τη συγκεκριμένη μορφή αυτών των παραδόξων απόψεις διαφέρουν, όπως διαφέρουν και οι απόψεις που αφορούν στην επίλυση αυτών των παραδόξων. Αφαιρετικά κρινόμενες οι θέσεις των εκπροσώπων της νομικής θεωρίας συγκλίνουν σε μια θέση αφετηρίας: ότι παράδοξο - ούτως ή άλλως - υπάρχει. Άλλοι το αφήνουν να υπάρχει με τη σκέψη ότι ο νομικός και εμπειρικός κόσμος είναι γεμάτος παράδοξα και άλλοι επιχειρούν να δώσουν διέξοδο, εξετάζοντας τις δομικές ή περιστασιακές αιτίες της εκφοράς του.5 Κανείς πάντως εκπρόσωπος των δύο σχολών αυτών, δεν το παρακάμπτει.

Το καινοφανές στοιχείο κατά την εκφορά πολιτικού λόγου των ημερών μας στην Ευρώπη, με αφορμή την είσοδο του κόμματος της Ελευθερίας στην αυστριακή κυβέρνηση, είναι η σκανδαλώδης προσποίηση ότι το παράδοξο δεν υπάρχει. Αυτή η νέα συμπεριφορά έχει ως χαρακτηριστικό ότι ουσιαστικά αφήνει έξω από κάποιο προ-ορισμένο διαδικαστικό πλαίσιο τα όρια των αξιολογικών κρίσεων για την φύση μιας κυβέρνησης. Αυτό το διαδικαστικό πλαίσιο στα κράτη δικαίου είναι ο σεβασμός της δημοκρατικής αρχής, η οποία - θέλοντας και μη - έχει, όπως είπαμε, τα προβλήματα και τα παράδοξά της. Αφήνοντας αυτές τις κρίσεις υποκείμενες σε απλούς συσχετισμούς δυνάμεων (αλήθεια, πόσο εύκολη θα είναι η καταδίκη και οι κυρώσεις αν στο μέλλον το παράδειγμα της Αυστρίας ακολουθήσει η Ιταλία, για παράδειγμα;) ή σε μια αφηρημένη ιδεολογική ανάγνωση των αξιών της ΕΕ., δεν βλέπουμε τι μπορεί να εμποδίσει τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες να ακολουθούν γενικά ανάλογες πολιτικές απαξίωσης εκλογικών αποτελεσμάτων. Αυτή τη φορά, όχι πλέον κατά ενός ακροδεξιού ξενόφοβου πολιτικού, αλλά κατά οποιουδήποτε άλλου ιδεολογικού ρεύματος - ακόμη και πλειοψηφικού σε ένα κράτος - που αντιστέκεται σε κυρίαρχες στρατηγικές επιλογές για το ευρωπαϊκό μέλλον, πχ. στέκεται κριτικά απέναντι στην ΟΝΕ, ή απέναντι στην ανάληψη στρατιωτικών επιχειρήσεων από την ΕΕ για ανθρωπιστικούς λόγους στην ευρύτερη περιοχή του.

Αλλά, όπως είπαμε, οι αντιδράσεις αυτές είναι σκόπιμες. Και η "κρατική σκοπιμότητα, στην εποχή μας, προσδιορίζει εκείνη την επιτακτική αρχή στο όνομα της οποίας η εξουσία επιτρέπει στον εαυτό της να υπερβεί το δίκαιο προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος."6 Αυτή είναι εξάλλου η ύψιστη κληρονομιά του μακιαβελισμού στη μοντέρνα πολιτική σκέψη και δράση.

Συμπερασματικά, ο κυβερνητικός αντιρατσιστικός λόγος των ημερών μας ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο πόλους: τον σεβασμό της ηθικής αρχής της δημοκρατικής διαδικασίας σε κανονικές συνθήκες, και την υποταγή στην αρχή της σκοπιμότητας, σε συνθήκες ανάγκης. Μόνο που ο αντιρατσιστικός λόγος, όπως και όλες οι εκφορές του υποκειμενικού λόγου, δεν κρίνεται τόσο σε συνθήκες ομαλότητας - όπου ουσιαστικά δεν έχει λόγο να κριθεί - αλλά στις εξαιρετικές συνθήκες μιας έκτακτης ανάγκης. Με αφορμή λοιπόν την έκτακτη ανάγκη αντιμετώπισης της εισόδου της ακροδεξιάς στην αυστριακή κυβέρνηση μπορεί κανείς με συντομία να εκθέσει τα ακόλουθα σχετικά με:

2.1 Τα όρια του κυβερνητικού φιλελεύθερου ηθικισμού και. ..

Η σύγχρονη φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία προσφέρει σχηματικά δύο εναλλακτικές προοπτικές στην υπηρεσία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άρα στην καταπολέμηση του ρατσισμού. Η πρώτη, ο φιλελεύθερος ηθικισμός, έλκει την καταγωγή του από την καντιανή θεώρηση του υπερβατολογικού υποκειμένου και της δικαιοσύνης και εκφράζεται επί των ημερών μας από τις νεοκαντιανές θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, κυριότερος εκπρόσωπος των οποίων είναι ο J. Rawls. Σύμφωνα με το Αμερικάνο φιλόσοφο "κάθε άνθρωπος κατέχει μια απαραβίαστη σφαίρα θεμελιωμένη στη δικαιοσύνη που ακόμη και η συνολική ευημερία της κοινωνίας δεν μπορεί να ξεπεράσει ? τα δικαιώματα που προστατεύονται από τη δικαιοσύνη δεν είναι υποκείμενα σε πολιτικές διαπραγματεύσεις και υπολογισμούς κοινωνικών συμφερόντων"7.

Είναι προφανές ότι μια μεταφορά της θέσης αυτής στην κρίση του επίμαχου ζητήματος οδηγεί στην τυφλή υποταγή στο αποτέλεσμα των αυστριακών εκλογών (το πολύ-πολύ, συνοδευμένη από πολιτικά απαξιωτικά σχόλια), καθ' ότι η έκβασή τους είναι γνήσιο προϊόν της βούλησης του αυστριακού λαού, βούληση που προκύπτει από την άσκηση δικαιώματος που προστατεύεται από τη δικαιοσύνη: αυτό του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Βία ή νοθεία δε διαπιστώθηκε σε αυτές τις εκλογές.

Ενώ λοιπόν θα περίμενε κανείς ότι οι εκπρόσωποι του φιλελεύθερου ηθικισμού θα εκφέρουν την προηγούμενη άποψη στον πολιτικό στίβο - ή τουλάχιστον μια εκδοχή της - παρατηρεί κανείς το αντίστροφο: μια σχεδόν άνευ όρων και ενδοιασμών παράδοση στην πολιτική σκοπιμότητα της λεγόμενης "καταπολέμησης του ρατσισμού", χωρίς τη στοιχειώδη έστω και διαδικαστική επιφύλαξη για αυτό που υποτίθεται θα έπρεπε να σέβονται, καταρχήν: τη βούληση του αυστριακού λαού. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά γίνεται πραγματικά ενοχλητική, διότι, σε συνθήκες πολιτικής απραξίας ή έστω κανονικότητας, οι ίδιοι πολιτικοί εκφραστές, είναι αυτοί που πραγματικά κουράζουν την κοινή γνώμη (ή τους πανεπιστημιακούς σε συνέδρια) με την απόλυτη εκτίμησή τους στο αγαθό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την καθολικότητα του κράτους δικαίου, κτλ. Όταν όμως έρχονται τα δύσκολα, και όντως η άνοδος των ακροδεξιών στην εξουσία είναι ιδιαίτερα δύσκολο θέμα, τότε ο αισιόδοξος ιδεαλισμός της απόλυτης ηγεμονίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων - αινιγματικά αφελής θα έλεγε κανείς στον κόσμο που ζούμε - δίνει απροκάλυπτα τη θέση του σε ένα κυνικό ρεαλισμό της νομιμοποίησης και υποταγής στην όποια σκοπιμότητα: ακόμη και όταν αυτή η σκοπιμότητα είναι εύλογη και ηθικά απολύτως παραδεκτή, όπως είναι η απομόνωση του ρατσιστικού φαινομένου. Ακόμη και τότε, έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι η αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής είναι, αν μη τι άλλο, συζητήσιμη. Αυτό θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

2.2. ..τον ωφελιμισμό στην υπηρεσία της αντιρατσιστικής κυβερνητικής σκοπιμότητας

Στην προηγούμενη κριτική, θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι είναι ακριβώς εξαιτίας του σεβασμού στην απόλυτη αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που ο ρατσισμός πρέπει να καταπολεμηθεί με οποιοδήποτε μέσο, ακόμη και αμφισβητούμενης νομιμοποίησης ή νομιμότητας. Εξ άλλου, η επιβολή κυρώσεων εξαιτίας ενός εκλογικού αποτελέσματος, μόνο ως λεπτομέρεια παραβίασης δικαιωμάτων μπορεί να ειδωθεί σε σχέση με τις θηριωδίες που προπαγανδίζει ή ανέχεται ο ρατσιστικός λόγος. Κανείς υγιής νους δε θα είχε καταρχήν αμφιβολία για το προηγούμενο. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο φαίνονται. Και τούτο γιατί καθεαυτή η πράξη της ιεράρχησης του σεβασμού της δημοκρατικής αρχής, συνιστά παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του φιλελεύθερου ηθικισμού. Βλέπουμε λοιπόν, πώς ο φιλελεύθερος ηθικισμός υποχωρεί μπροστά στη σκοπιμότητα, δείχνοντας ουσιαστικά και τα όρια του.

Αντιθέτως, οι ωφελιμιστικές θεωρίες8, υπερασπιζόμενες τις φιλελεύθερες αρχές στο όνομα της ευημερίας και ευτυχίας της πλειοψηφίας των πολιτών, καταρχήν εμφανίζονται πιο ειλικρινείς και πιστές στις αρχές τους. Σύμφωνα με αυτές, το πλαίσιο κρίσης μιας πολιτικής πράξης δεν υπαγορεύεται από τις αρχές, αλλά από τα αποτελέσματα της. Ο άνθρωποι καλό είναι να αποφασίζουν για τον εαυτό τους, ακόμη και αν κάνουν λάθος. Ο J.S. Mill, από τους θεμελιωτές του ωφελιμισμού στους κόλπους της πολιτικής φιλοσοφίας, αντιμετωπίζει τη χρησιμότητα ως την ύστατη αναφορά και κριτή στην απάντηση στα μεγάλα ηθικά διλήμματα.9 Οι κριτικές που έχει δεχτεί το ωφελιμιστικό ρεύμα συνίστανται ακριβώς στο γεγονός ότι μ' αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά ο νομικός λόγος των δικαιωμάτων στερείται της ηθικής τους διάστασης, καθώς τα τελευταία εννοιολογούνται μόνο ως μετρήσιμες παράμετροι μιας πολιτικής που σκοπεί στην ικανοποίηση ενός αποτελέσματος.10

Εδώ λοιπόν το -- σε τελευταία ανάλυση -- ζητούμενο δεν είναι η απομόνωση των ρατσιστών. Η πολιτική απομόνωση αυτών των ανθρώπων είναι μέσο για την επίτευξη του κυρίως στόχου που δεν είναι η διαπόμπευση των υποκειμένων αλλά ο αφανισμός του φαινομένου: η ήττα του ρατσισμού. Όταν αυτή προϋποθέτει την απομόνωση και τον στιγματισμό των υποκειμένων, τότε είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτη. Ενδεχομένως, να μην είναι και έτσι. Συχνά, ο αποκλεισμός από την εξουσία οδηγεί στη θυματοποίηση των εκφραστών του ρατσιστικού λόγου και τη μετατροπή τους σε ήρωες τους ενώπιον της κοινής γνώμης. Αυτό λοιπόν, ο ωφελιμιστής το σταθμίζει και το κρίνει, σε κάθε στιγμιότυπο εκφοράς δημοσίου λόγου κατά του ρατσισμού. Το αν η ένταση στο περιεχόμενο και η μορφή του λόγου αυτού θα αποφέρει το ζητούμενο (ή το αντίστροφο), το εξετάζει και αποφασίζει με βάση τους παρόντες θεσμικούς και μη συσχετισμούς δυνάμεων.

Ο ρατσιστής Χάιντερ απολαμβάνει την παγκόσμια δημοσιότητα και δηλώνει: "Η Ε.Ε. και η διεθνής ανησυχία ήταν τα καλύτερα προεκλογικά μου όπλα."11

3. Σχετικά με τη συμβολή του μη κυβερνητικού χώρου στη στρατηγική του αντιρατσιστικού λόγου

Η αντιμετώπιση του ρατσιστικού φαινομένου από τον κυβερνητικό χώρο στην Ευρώπη, συνεχώς ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο εκφάνσεις του φιλελεύθερου λόγου, μένοντας εκατέρωθεν ασυνεπής: είναι και ηθικά μετέωρη, ασυνεπής προς τις αρχές της και (μάλλον) αναποτελεσματική.12 Τη διερεύνηση των αιτιών αυτής της πολιτικής, προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε με τις σκέψεις που εκφράστηκαν στο πρώτο τμήμα του κειμένου. Είναι σε γνώση μας βέβαια, ότι μια εμπεριστατωμένη μελέτη των αιτιών δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα μιας διεπιστημονικής προσέγγισης του πολιτικού λόγου, κάτι που προφανώς εκφεύγει από τα όρια της εισήγησης αυτής.

Ας μας επιτραπεί μόνο να διατυπώσουμε την ακόλουθη θέση: αφελώς θα ματαιοπονούσε κανείς εάν περίμενε από τις πολιτικές ηγεσίες να επαναπροσανατολίσουν την ευρύτερη αντιμεταναστευτική στρατηγική τους (ώστε να προλάβουν το ρατσισμό) αποκλειστικά και μόνο με κριτήριο την πίστη στα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ισχυρότερο επιχείρημα δεν μπορεί να είναι ένα επιχείρημα αρχών, αλλά συνεπειών. Εν προκειμένω, ότι αυτή η μεταναστευτική πολιτική, η πολιτική ερμητικής εσωστρέφειας και προστασίας από τη μετανάστευση (αυτό είναι το διακύβευμα), δεν είναι απλά μια πολιτική παραβίασης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των άλλων. Είναι μια πολιτική που ουσιαστικά δεν αποφέρει τα ποθούμενα αποτελέσματα,13 παρά μόνο τμηματικά και βραχυπρόθεσμα, αλλά με ένα βαρύ τίμημα: την ενίσχυση των όρων εξάπλωσης του ρατσιστικού λόγου.14 Η μόνη απάντηση που μπορεί να επιφυλάξει κανείς στην πρόκληση της ρατσιστικής ακροδεξιάς των καιρών μας δε βρίσκεται στον αποκλεισμό από την εξουσία αλλά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, τα οποία η ακροδεξιά αξιοποιεί προκειμένου να μεγεθύνει την πολιτική της επιρροή.

Η συμβολή στην διαμόρφωση ιδεολογικών όρων ενδεχόμενης ιστορικής ήττας του ρατσισμού θα είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης γνωστικής διεργασίας: της διερεύνησης από την πολιτική και τη κοινωνική θεωρία των καιρών μας ενός νέου ανοίγματος της Ευρώπης. Μια από τις ιδιαιτερότητες της πολιτικής γεωγραφίας αυτής της ηπείρου εντοπίζεται ακριβώς στις μακρόσυρτες ιστορικές εμπειρίες των αμφίδρομων μεταναστεύσεων. Η εμπέδωση αυτής της απλής ιστορικής αλήθειας σε μια εποχή που η Ευρωπαϊκή ?Ένωση είναι μια όαση υλικού πλούτου μέσα στην ευρύτερη περιφέρεια είναι μια δύσκολη και πολιτικά επίπονη διεργασία. Βραχυπρόθεσμα προϋποθέτει παραχώρηση δικαιωμάτων (που όμως συχνά εκλαμβάνονται ως προνόμια) στους άλλους και συνεπάγεται πολιτικό κόστος. Όμως, αυτή η διεργασία δεν είναι απλά ένας από τους δρόμους. Είναι μονόδρομος για την ασφάλεια της περικυκλωμένης από την ένδεια ηπείρου. Και αυτό πρέπει να γίνει εγκαίρως αντιληπτό από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Σε τελευταία ανάλυση, ας υπάρχει και ο Χάιντερ να το αρνείται.

Αντιθέτως, αυτό που βλέπουμε στις μέρες μας είναι ότι η κυβερνητική εκδοχή της "καταπολέμησης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας" θεμελιώνεται σε μια κοντόθωρη προβληματική κλεισίματος της ΕΕ. Μια από τις στρατηγικές αφετηρίες που μπορεί να σηματοδοτήσει την αρχή του 21ου αιώνα είναι η διαλεκτική σκέψη γύρω από τις θυσίες αλλά και τα μακροϊστορικά και μακροοικονομικά πλεονεκτήματα αυτού του νέου ανοίγματος του ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας προς την Ανατολή και το Νότο. Η ζύμωση και η επεξεργασία αυτής της προοπτικής είναι η μεγάλη πρόκληση και ζητούμενη συμβολή για τον μη κυβερνητικό χώρο παρέμβασης και έρευνας στις μέρες μας.

Τουλάχιστον σε ιστορικές συγκυρίες που μας δίνεται η δυνατότητα να συλλογιστούμε ψύχραιμα, νομίζω ότι έχουμε χρέος να σκεφτούμε αυτή την στρατηγική αλλαγής πλεύσης και παράλληλα -- σε επίπεδο τακτικής -- ας ψάχνουμε τα αντίδοτα του ρατσισμού. Και στα δύο πεδία υπάρχουν περιθώρια σύγκλισης και αντιπαράθεσης του κυβερνητικού με τον μη κυβερνητικό χώρο. Τούτο είναι όχι μόνο εύλογο, αλλά αναγκαίο και γόνιμο. Εάν όμως εκατέρωθεν υποταχθεί η στρατηγική στην τακτική (και όχι το αντίστροφο) είναι να φοβάται κανείς πως θα επιχειρούμε αφελώς να θεραπεύσουμε το καρκίνωμα με παυσίπονα, ώσπου τέλος μάλλον θα εθιστούμε και εμείς οι ίδιοι. Αυτό δείχνουν τα πρόσφατα στιγμιότυπα της ιστορίας του ρατσιστικού φαινομένου στην ήπειρό μας. Εάν οι mainstream ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες δεν αντιληφθούν εγκαίρως αυτό που η ευρωπαϊκή ιστορία έχει πολλάκις διδάξει, δηλαδή ότι τα φρούρια κάποια στιγμή εκπορθούνται, τότε οι αντιρατσιστικές της πολιτικές θα συνεχίσουν να μοιάζουν με ασπιρίνες ενάντια στους λοιμούς. Πόση απολογητική μυωπία15 χρειάζεται για να μην καταλαβαίνει κανείς το απλό: η Ευρώπη - ειδικότερα η Μεσόγειος - ήταν πάντα και είναι ένα σταυροδρόμι. Δεν γίνεται μονόδρομος. Άραγε, χωρίς λόγο να ονόμασε ένας Braudel τον δεύτερο τόμο της Μεσογείου του, "Συλλογικά πεπρωμένα";


Σημειώσεις

* Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή εισήγησης στο Συνέδριο του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου με θέμα Ο ρατσισμός στην Ελλάδα σήμερα: λόγος και αντίλογος που έγινε στην Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο 1999.

1 Είναι ευχάριστο ότι μέσα σε αυτήν την πανδαισία καταδίκης της εισόδου της ακροδεξιάς στην αυστριακή κυβέρνηση και την παράλληλη επιτηδευμένη και εσκεμμένη αγνόηση των αιτιών της εισόδου αυτής, βρέθηκαν ομολογουμένως αρκετές φωνές (για την ώρα στο χώρο της πολιτικής ανάλυσης και δημοσιογραφίας) που αντιστάθηκαν σε αυτή τη μονοδιάστατη εκφορά του πολιτικού λόγου. Υπόδειγμα τέτοιας σύνθεσης είναι το κείμενο του βρετανού δημοσιογράφου J. Seabrook από τον Guardian, το οποίο αναδημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της 9.2.2000. "Οι Ευρωπαίοι ηγέτες εκδίδουν τελεσίγραφα, επιδεικνύουν την αξιοπρέπειά τους, αρνούνται να συνεργαστούν με τον ξενόφοβο, αντισημίτη, νεοναζί και σωβινιστή. Είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν γιατί ο Χάιντερ διαθέτει πολύ ευρύτερο κοινωνικό χώρο από ότι θα ήθελαν να αναγνωρίσουν. Αντιπροσωπεύει τα προνομιούχα μεσαία στρώματα απέναντι στις μάζες των φτωχών, των δυστυχισμένων, των εξοστρακισμένων στο περιθώριο του σύγχρονου κόσμου. Ο μετανάστης έγινε το φάντασμα στο οποίο οφείλει την θριαμβευτική της πορεία η ευρωπαϊκή δεξιά. (?) Οι πολιτικοί του δυτικού κόσμου αρέσκονται στο να διαβεβαιώνουν τους λαούς τους ότι δεν πρόκειται να αναιρεθούν οι κοινωνικές τους κατακτήσεις, καταδικάζοντας ταυτόχρονα το ρατσισμό και την ξενοφοβία. Δεν τολμούν να δηλώσουν ανοιχτά σε ποιο στρατόπεδο ανήκουν. Πασχίζουν να κρατήσουν τους ξένους έξω από τα σύνορα της Ευρώπης κάτω από τη σημαία της "διατήρησης των καλών διαφυλετικών σχέσεων". Αυτό που εννοούν, στην πραγματικότητα, είναι ότι θέλουν να υπερασπίσουν τα εύθραυστα και πάντα απειλούμενα προνόμια των ευρωπαίων από τους φτωχούς -και κατά κύριο λόγο τους έγχρωμους. (?) Οι Δυτικοευρωπαίοι πολιτικοί υπερβάλλουν γιατί στο χαμογελαστό πρόσωπο του Χάιντερ μπορούν να αναγνωρίσουν χαρακτηριστικά της ίδιας τους της πολιτικής. Και αυτό δεν τους αρέσει".

2 Είναι κοινό σε όλους εξ άλλου και αντικείμενο ανάλυσης στο χώρο της πολιτικής ψυχολογίας, το γεγονός του ότι η αυστριακή κοινωνία μεταπολεμικά ουδέποτε υποβλήθηκε σε μια διαδικασία αυτοκάθαρσης, ανάλογη με την οποία βίωσε και συνεχίζει να βιώνει ο γειτονικός λαός της Γερμανίας. Είναι αυτή η ιδιαίτερα οξυμένη αίσθηση συλλογικής ευθύνης που κρατά τα γερμανικά αντανακλαστικά κατά του ρατσισμού σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα, ακόμη και αν στο κράτος αυτό -- ιδιαίτερα μετά την επανένωση -- έχουν ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο από ότι στην Αυστρία οι κοινωνικοί όροι εξάπλωσης του ρατσιστικού λόγου.

3 Ο εχθρός είναι ο άλλος, γράφει ο γερμανός πολιτειολόγος σε μια υπαρξιακή αποστροφή του λόγου του, που περισσότερο θυμίζει Σαρτρ. Στην εισαγωγή της Έννοιας του Πολιτικού στην γαλλική έκδοση (Παρίσι, 1972, Calman Lιvy) o Julien Freund παραπέμπει σε ένα απόσπασμα του Ex Captivitate Salus του Schmitt του 1950, που τουλάχιστον σε γνώση μας είναι στα ελληνικά αμετάφραστο: "Ποιον μπορώ τέλος να αναγνωρίσω σαν τον εχθρό μου; Προφανώς αυτόν που με αμφισβητεί. Όσο τον αναγνωρίζω σαν εχθρό μου, τόσο με αμφισβητεί. Αλλά ποιος μπορεί πραγματικά να με αμφισβητήσει, παρά εγώ ο ίδιος; Ή έστω, ο αδελφός μου. Ο άλλος είναι ο αδελφός μου. Ο άλλος βρίσκεται να είναι ο αδελφός μου και ο αδελφός μου βρίσκεται να είναι ο εχθρός μου." σ. 50. Σύμφωνα με τα προηγούμενα, ειδικότερα ο γάλλος πρόεδρος Jacques Chirac είναι εύλογο να πρωτοστατεί και να υπερθεματίζει σε αυτόν τον αγώνα αντιρατσιστικής ρητορικής. Αν παλαιότερα είχε ακολουθήσει το παράδειγμα των αυστριακών ομοϊδεατών του, θα είχε λύσει το περίφημο πρόβλημα της "συγκατοίκησης" του ("cohabitation") με τους σοσιαλιστές, που κυριαρχεί στη γαλλική δημόσια ζωή τα τελευταία χρόνια.

4 Πρβλ. την κλασσική μελέτη στις Θέσεις του Λουί Αλτουσέρ, (Αθήνα, Θεμέλιο, 1983) "Φρόϋντ και Λακάν" και την εμπεριστατωμένη σύνοψη του Μ.Μαρκίδη: Η ψυχανάλυση του διαχασμένου υποκειμένου - Εισαγωγή στο έργο του J.Lacan, (3η έκδ. Αθήνα, Έρασμος, 1988).

5 Πρβλ. για μια σύνοψη των θέσεων και την παράθεση της σχετικής βιβλιογραφίας στο λήμμα "Paradoxes en droit" του Dictionnaire encyclopιdique de thιorie et sociologie du droit, LGDJ, Παρίσι, 1993, σσ. 422-424.

6"Τρεις είναι οι λόγοι που καθορίζουν την κρατική σκοπιμότητα: το κριτήριο της αναγκαιότητας, η δικαίωση των μέσων χάριν ενός ανώτερου σκοπού, η απαίτηση μυστικότητας. Η επίκλησή της σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης μεταφράζει τη διατήρηση των ολοκληρωτικών πρακτικών στο εσωτερικό του πολιτικού μας συστήματος, ή αποκαλύπτει τα όρια, τα οποία επιβάλλει η ωμή πραγματικότητα στο Κράτος Δικαίου." Μ. Σενελλάρ, Μακιαβελισμός και κρατική σκοπιμότητα, Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", 1997, σ.11.

7 J. Rawls, Theory of Justice, Oxford University Press, 1971. σ. 3. Υπογράμμιση δική μας.

8 Ο ωφελιμισμός (utilitarism) είναι ρεύμα της πολιτικής, νομικής φιλοσοφίας και ηθικής, για τους εκπροσώπους του οποίου οι θεσμοί δικαιολογούνται μόνο με το κριτήριο της ικανοποίησης των αγαθών συνεπειών για την πλειοψηφία του κόσμου.

9 De la libιrtι, (1871) Gallimard, Paris, 1960 (κεφάλαιο Ι) Πρβλ την ελληνική μετάφραση: Περί Ελευθερίας, Εκδ. Επίκουρος. Αθήνα,1981.

10 "Για αυτή την άποψη, μια τελείως οργανική αντίληψη προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι μόνο αφήνει αυτά τα δικαιώματα στην ουσία τους ανυπεράσπιστα, αλλά και ηθικά θίγει και την ίδια την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που συνιστά τον σκληρό πυρήνα του νομικού μας λόγου." Δ. Χριστόπουλος, "Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως Παράδειγμα της έννοιας της "Ευρωπαϊκής δημοκρατίας" μέσα από τη νομολογία του ΕυρΔΔΑ", ΤοΣ 3/1996, σ.640.

11 Πρβλ. συνέντευξη στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία της 13.2.2000.

12 Το αν η πολιτική αυτή είναι αποτελεσματική προφανώς δεν είναι αποτέλεσμα αξιολογικής κρίσης αλλά πραγματολογικής φύσης πόρισμα που προέρχεται από την μελέτη της πολιτικής γεωγραφίας του φαινομένου του ρατσισμού στην Ευρώπη. Είναι λοιπόν ενδεικτικό, και για αυτό το λόγο οι αναφορές περιττεύουν, ότι καμία από τις επιστημονικές μελέτες κοινωνικής θεωρίας που πραγματεύονται το ζήτημα δεν αναφέρουν ότι ο ρατσισμός παρουσιάζει σημάδια υποχώρησης. Αντιθέτως, όλες οι μελέτες, τόσο οι κριτικές όσο και οι απολογητικές των κρατικών πολιτικών καταπολέμησης του φαινομένου συγκλίνουν ότι ο ρατσισμός βρίσκεται σε εντεινόμενη έξαρση. Εξ άλλου, αυτό παραδέχονται και οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

13 'Όπως γράφει και ο εγκληματολόγος Β. Καρύδης, ειδικότερα για την Ελλάδα "η ύπαρξη μιας σημαντικής μεταναστευτικής κοινότητας είναι μια πραγματικότητα και ήδη τμήμα της κοινωνικής ιστορίας της χώρας. Η σύλληψη και εφαρμογή ενός μυωπικού θεσμικού πλαισίου όχι μόνο παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά συμβάλλει στη δημιουργία σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, χωρίς καν να επιτυγχάνει τους δηλωμένους από τους εμπνευστές του στόχους." [Στην αγγλική το κείμενο, η μετάφραση δική μας]. V. Karydis, "Criminality of migrants in Greece: issues of policy and theory" σε Social Sciences - Immigrant delinquency, European Commission, EUR 1742, 1996, σ. 228.

14 Το περασμένο καλοκαίρι, με αφορμή τις επιχειρήσεις-σκούπα που εξαπέλυσε η ελληνική αστυνομία κατά μεταναστών, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, εξέδωσε το ακόλουθο δελτίο τύπου: "Η μεταχείριση την οποία συστηματικά τελευταίως επιφυλάσσουν οι ελληνικές αστυνομικές αρχές στους δίχως χαρτιά μετανάστες -και όχι μόνο - είναι εξόφθαλμα εξευτελιστική της ανθρώπινης προσωπικότητας και ως τέτοια, αντιβαίνει την αρχή της νομιμότητας, όπως αυτή σκιαγραφείται από το ελληνικό Σύνταγμα και τους νόμους. Η σύλληψη, η κράτηση, προσαγωγή και σωματική έρευνα είναι διαδικασίες, οι οποίες, σύμφωνα με την ελληνική έννομη τάξη, τελούνται σε ένα πλαίσιο περιοριστικών όρων, οι οποίοι αποσκοπούν στη διαφύλαξη της διακυβευόμενης ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στο πλαίσιο των επιχειρήσεων αυτών, η αρχή της αναλογικότητας καταστρατηγείται ανεπανόρθωτα: εκατοντάδες εξευτελίζονται, σύρονται και διασύρονται, για να βρεθούν τέλος δεκαπέντε πλαστά έγγραφα. Η ξένη προς το κράτος δικαίου αρχή της συλλογικής ευθύνης, στοιχειοθετημένης μάλιστα στη βάση της εθνικότητας των ανθρώπων, κυριαρχεί. Η αναβίωση πρακτικών, όπως οι ομαδικές προσαγωγές σε γήπεδα, οδηγεί ακόμη και τον πιο ανυποψίαστο νου στις πλέον μελανές αναμνήσεις συνταγματικής εκτροπής. Τέλος, ο μισαλλόδοξος λόγος που καθημερινά εκπέμπεται από μεγάλο τμήμα των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, ύπουλα υποβασταζόμενος από την δικαιολογημένη οργή θυμάτων εγκληματικών πράξεων, έχει υποκαταστήσει την ψυχραιμία και νηφαλιότητα του δημοκρατικού διαλόγου. Η καλλιέργεια του κλίματος μισαλλοδοξίας και ανασφάλειας, γεννά το φόβο όχι στους υπαίτιους της εγκληματικότητας, αλλά στους ίδιους τους πολίτες. Και όλα αυτά με δεδομένη την ανεπάρκεια αυτών των μέτρων ως προς την πλήρωση των υποτιθέμενων σκοπών τους, που είναι η καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Η υποταγή σε φθηνές σκοπιμότητες της συγκυρίας και η πυροδότηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών είναι πολιτική που δεν συνάδει με τις προηγούμενες εξαγγελίες φιλελευθεροποίησης εκ μέρους της διοίκησης. Η αναμόχλευση, ειδικά από το κράτος και τα ΜΜΕ, των πιο ευτελών συναισθημάτων των ανθρώπων, είναι επικίνδυνη πολιτική και όχι τόσο ανέξοδη, όσο πιστεύουν αυτοί που την καταστρώνουν."

15 Δομικό και αναγκαστικό γνώρισμα του κυβερνητικού λόγου είναι ο απολογητισμός. Οι κυβερνήσεις είναι εξ ορισμού αναγκασμένες να απολογούνται για, ή έστω να δικαιολογούν τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους στη συγκυρία. Ο μη κυβερνητικός χώρος μπορεί με υπευθυνότητα να αξιοποιήσει (και το κάνει) αυτό το συγκριτικό του πλεονέκτημα έναντι του κυβερνητικού στην κατεύθυνση δόμησης του αντιρατσιστικού λόγου.