Σταθερότητα και μεταλλαγές στο καθεστώς και τη φυσιογνωμία του στρατού

του Ανέστη Ταρπάγκου



1 . Απ' το στρατό της «εθνικοφροσύνης» στον «ύπερταξικό» στρατό

1.1. Ή σταθερότητα του εσωτερικού καθεστώτος του στρατού

Αν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αποτέλεσαν σ' ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο 1946-74 τον κατ' εξοχήν ένοπλο μηχανισμό θεμελίωσης της αστικής πολιτικής εξουσίας, ή μεταπολίτευση του 1974, ή μετάβαση από τη στρατιωτική δικτατορία στην αστική δημοκρατία, σηματοδότησε ένα καινούργιο ρόλο για τον ελληνικό στρατό, καθώς το «κράτος των εθνικοφρόνων» μετασχηματίζεται σε «κράτος δικαίου».1 οι 'Ένοπλες Δυνάμεις έβλεπαν να τους ανατίθεται 6 ρό­λος του «σε τελευταία περίπτωση» δυναμικού εγγυητή του κοινωνικού καθεστώ­τος εφ' όσον οι πολιτικές δυνάμεις του αστισμού θα αποδεικνύονταν αδύναμες να εξασφαλίσουν τη λαϊκή αποδοχή και συναίνεση στην «εκσυγχρονισμένη» καπιταλιστική εξουσία. Ή καινούργια συνταγματική τάξη του 1975 σήμαινε για τις ελληνικές 'Ένοπλες Δυνάμεις τη μετάβαση σ' έναν νέο ρόλο: Από άμεση ενεργή ένοπλη δύναμη πού εξασφάλιζε τους πολιτικούς όρους για την ύπαρξη του κοινωνικού καθεστώτος, σε έμμεσο και «σε έσχατη ανάγκη» δυναμικό μηχα­νισμό εγγύησης της λειτουργίας των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων, σε «ουδέτερο και απολιτικό» θεσμό, όσο οι αστικές πολιτικές δυνάμεις διασφαλί­ζουν τη συναίνεση των εργαζομένων μέσα από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.2

Το στρατό της «εθνικοφροσύνης και του αντικομουνισμού» θα έπρεπε να διαδεχθεί ο στρατός της «ουδετερότητας» και του «ύπερταξικού» χαρακτήρα: Ό ρόλος όμως του στρατού σ' αυτό τον πολιτικό μετασχηματισμό σαν ένοπλου μηχανισμού καταστολής παρέμενε. Γιατί μπορεί το κράτος της «εθνικοφροσύνης", έχοντας εξαντλήσει την 25ετή κοινωνική του αποστολή, να παρέδινε τη θέση του στο «κράτος δικαίου», όμως αυτό δεν σήμαινε κατά κανέναν τρόπο την παραίτηση τους από τα δυναμικά του στηρίγματα. Αν τα «κηρύγματα μίσους» έπρεπε να εκλείψουν, αν ή δίωξη των «αντεθνικών στοιχείων» έπρεπε να πάρει τέλος, αν ή «αντικομουνιστική προπαγάνδα» έπρεπε να πάψει, αν οι «καταχρή­σεις εξουσίας» έπρεπε να σταματήσουν, αν μ' άλλες λέξεις ή φυσιογνωμία των Ένοπλων Δυνάμεων έπρεπε να άποκαθαριστεί από το στίγμα της «εθνικοφροσύνης», αυτό δεν σήμαινε κατά κανέναν τρόπο ότι οι θεμελιώδεις δομές του στρα­τού πού τον προσδιορίζουν σαν μηχανισμό καταστολής θα μπορούσαν να θιγούν.3

Είναι χαρακτηριστικό ότι το εσωτερικό καθεστώς του στρατού πού καθορί­ζεται από το Στρατιωτικό Κανονισμό 20-1, συστηματοποιημένο από τη στρα­τιωτική δικτατορία (Βασιλικό Διάταγμα 202/70), διατηρείται αναλλοίωτο στα βασικά του χαρακτηριστικά σ' ολόκληρη τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρα­τίας και αναθεωρείται μόλις ένα χρόνο πριν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση (Προεδρικό Διάταγμα 982/80), χωρίς αυτή ή αναθεώρηση να το τρο­ποποιεί ούτε στο ελάχιστο, και συνεχίζει σήμερα να διατηρεί ανέπαφα τα κύρια γνωρίσματα του με την καινούργια αναμόρφωση του πού επιχειρείται από την κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ. Γιατί πραγματικά το ΠΑΣΟΚ με την ανα­θεώρηση του Στρατιωτικού Κανονισμού 20-1 πού επιχειρεί, νομιμοποιεί και ενδυναμώνει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του στρατού σαν μηχανισμού ένο­πλης αστικής επιβολής. Ή αναγκαιότητα μιας καινούργιας νομιμοποίησης του εσωτερικού κανονισμού υπηρεσίας του στρατού, εφ' όσον γινόταν αντικείμενο μιας σοβαρής αμφισβήτησης από το ίδιο το αναπτυσσόμενο κίνημα των στρα­τιωτών, ήταν επιτακτική, πολύ περισσότερο από μια κυβερνητική εξουσία πού απέδειξε την ικανότητα της να διαχειρίζεται τους αστικούς θεσμούς πού βρί­σκονται σε κρίση με τη λαϊκή συναίνεση και αποδοχή. Οπωσδήποτε το ΠΑ­ΣΟΚ στην περίοδο πού διεκδικούσε την ανάδειξη του σε αξιωματική αντιπολί­τευση και σε πόλο συσπείρωσης των λαϊκών δυνάμεων, περιέλαβε στις διακηρύ­ξεις του στόχους όπως ή καθιέρωση του στρατιωτικού συνδικαλισμού, και ή κατοχύρωση των συνταγματικών δικαιωμάτων των στρατευμένων· όταν όμως οι επιδιώξεις του το έφεραν στη διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας, οι στό­χοι αυτοί έδωσαν τη θέση τους στις διακηρύξεις για μια ουσιαστική βελτίωση της υλικής - επαγγελματικής κατάστασης των μονίμων στελεχών, πράγμα πού κατέδειχνε την αποδοχή της υπάρχουσας οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας, τουλάχιστον σε αναφορά με τις Ένοπλες Δυνάμεις.4 Αύτη ή διατήρηση της συνέχειας στο εσωτερικό καθεστώς του στρατού κατέδειξε άλλωστε τη σταθερό­τητα της αστικής κρατικής οργάνωσης, πέρα από τις μεταλλαγές στις μορφές άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής. οι οποιεσδήποτε από εκεί και πέρα ρυθμίσεις, είτε πρόκειται για την αλλαγή του στρατιωτικού όρκου, είτε για την καθιέρωση της πολιτικής περιβολής έκτος υπηρεσίας, είτε για τη βελτίωση του συσσιτίου, είτε για έναν ανώτερο στρατωνισμό, είτε για την τακτικότερη χορή­γηση αδειών, είτε για την κατάργηση της ελληνοχριστιανικής προπαγάνδας και της ΕΗΔ, κλπ., σε μια προσπάθεια ελάφρυνσης του βάρους της στρατιωτικής θητείας, δεν μπορούν κατά κανένα τρόπο να θίξουν την ταξική φυσιογνωμία του στρατού.

1.2. Οι συνιστώσες του στρατού σαν μηχανισμού κοινωνικής καταστολής

Το εσωτερικό καθεστώς των Ένοπλων Δυνάμεων διαμορφώνεται πάνω σε ορι­σμένες δομές τέτοιες πού να εξασφαλίζουν σε μόνιμη βάση,τη δυνατότητα της ενεργοποίησης τους σαν κατασταλτικού μηχανισμού ενάντια λαϊκό κίνημα. Μπορεί ή φυσιογνωμία του στρατού και ή θέση του στην οργάνωση της κρατι­κής εξουσίας να χρωματίζεται εναλλακτικά από το στίγμα της «εθνικοφροσύνης - αντικομουνισμού» ή από τη χροιά της «ύπερταξικότητας - ουδετερότητας», όμως ή εσωτερική διάρθρωση του διατηρεί ανέπαφα τα θεμελιώδη της χαρακτη­ριστικά. και είναι ακριβώς ή διατήρηση αυτών των χαρακτηριστικών πού επι­βάλλει τη σταθερότητα του κανονισμού υπηρεσίας, και πού αναδεικνύει την ταξική φύση του στρατού, πέρα από τις πολυσήμαντες διαφοροποιήσεις του αστικού πολιτικού σκηνικού.5

α) Ή κοινωνική απομόνωση

Ή συγκρότηση του στρατού σαν μηχανισμού απομονωμένου από τη συνο­λική κοινωνική ζωή δεν υπαγορεύεται από τεχνικές - λειτουργικές ανάγκες αλλά στοχεύει αποκλειστικά στο να διασφαλίσει τη δυνατότητα της άσκησης της εξουσίας του στρατιωτικού μηχανισμού πάνω στους στρατευμένους. Ή οποια­δήποτε κοινωνική διάρρηξη των ορίων των στρατοπέδων θα υπονόμευε αυτή την απόλυτη κυριαρχία και θα οδηγούσε στην αμφισβήτηση της. Ή αποστέρη­ση της εργασιακής δραστηριότητας, των κοινωνικών δεσμών και σεξουαλικών σχέσεων, της πολιτικής, μορφωτικής και συνδικαλιστικής δράσης, αυτής της ίδιας της τρέχουσας γλώσσας, ή αφαίμαξη μ' άλλα λόγια κάθε στοιχείου πού συγκροτεί την «κοινωνική προσωπικότητα» του στρατευμένου είναι απαραίτη­τος όρος για να μπορεί να λειτουργήσει ή ανεμπόδιστη επιβολή της στρατιωτι­κής ιεραρχίας.6

β) Ή ιεραρχική δόμηση

Ή ιεραρχική διάρθρωση παίρνει στις Ένοπλες Δυνάμεις την πιο απόλυτη μορφή της, σε σχέση με τις άλλες μορφές καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνω­σης, με μια ολόκληρη κλίμακα στρατιωτικών βαθμών, πού αντιστοιχεί σε διαφο­ροποιημένα επίπεδα εξουσιών και αρμοδιοτήτων, σε διαπλοκή με την άντίστοιχη ιεραρχική κατανομή τη ς «στρατιωτική ς γνώσης». Αυτή ή μορφή συγκρότησης αποκλείει τον οποιονδήποτε έλεγχο της βάσης των στρατευμένων στη στρατιω­τική πυραμίδα και διασφαλίζει την ανεξέλεγκτη χρησιμοποίηση του στρατιωτι­κού μηχανισμού από τον ηγετικό πυρήνα του: θεμέλιος λίθος της ή στρατιωτική πειθαρχία. Ό πειθαρχικός καταναγκασμός, πού δεν υπαγορεύεται από τεχνικές ανάγκες της στρατιωτικής οργάνωσης ούτε και από τη φύση της στρατιωτικής γνώσης, αποτελεί την καθαρότερη έκφραση του χαρακτήρα του στρατού σαν θεσμού πολιτικής και κοινωνικής καταστολής. Όντας, ως ένα βαθμό, πρότυπο της καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης, εκφράζει στην κυριολεξία την καρ­διά του ταξικού στρατιωτικού οργανισμού, τη δυνατότητα του να υπάρχει σαν τέτοιος.7

γ) Ό στρατιωτικός εξουσιασμός

Ό διοικητικός εξουσιασμός των στρατευμένων εφέδρων από τον επαγγελ­ματικό μηχανισμό των μόνιμων στελεχών των Ένοπλων Δυνάμεων συμπληρώ­νει την ιεραρχική τους δόμηση. Ό εξουσιασμός των στρατιωτών, από τον επαγγελματικό στελεχικό μηχανισμό, πού έχει παραχθεί από τις ειδικές παραγω­γικές στρατιωτικές σχολές, καταδείχνει κατά τον καλύτερο τρόπο ότι ο βασικός στόχος της λειτουργίας του στρατιωτικού μηχανισμού είναι ή υποτέλεια των. κοινωνικών δυνάμεων στους επαγγελματίες λειτουργούς του στρατιωτικού μηχανισμού καταστολής του αστικού κράτους. Ή ύπαρξη της εξουσιαστικής στρατιωτικής γραφειοκρατίας, δεν είναι συνέπεια της ανάγκης για στελέχη πού θα κατέχουν τη «στρατιωτική επιστήμη»: είναι απόρροια της ανάγκης να λει­τουργεί ο στρατός σαν ένα κρατικό όργανο πού θα εξασφαλίζει τον άμεσο διοι­κητικό - πολιτικό έλεγχο του έφεδρου στρατιωτικού δυναμικού ώστε να μπορεί να «χρησιμοποιηθεί» ανά πάσα στιγμή αυτό το δυναμικό σύμφωνα με τις διατα­γές της ανώτατης ηγεσίας.8

δ) Ή πολιτική καταπίεση

Ό εκμηδενισμός των δικαιακών-συνταγματικών δικαιωμάτων των στρατιω­τών πού το αστικό καθεστώς αναγνωρίζει γενικά στους πολίτες του, (δικαιώμα­τα του συνεταιρίζεσθαι, της ελεύθερης έκφρασης, του συνέρχεσθαι κλπ.), είναι ή βασική συνθήκη για τη στρατιωτική τυποποίηση. Αυτή ή αφαίρεση της νομικής προσωπικότητας των στρατευμένων είναι αναγκαία για την άσκηση της ιεραρχι­κής εξουσίας, για την επιβολή της στρατιωτικής πειθαρχίας. Ό έξω-συνταγματικός χαρακτήρας του στρατιωτικού καθεστώτος πού κατοχυρώνει ο Στρατιωτικός Κανονισμός 20-1, όχι μόνο δεν συνιστά «εκτροπή» από την αστι­κή συνταγματική νομιμότητα, αλλά αποτελεί προϋπόθεση και όρο για την ύπαρ­ξη και τη λειτουργία της σαν τέτοια. Ή οποιαδήποτε αναγνώριση των συνταγ­ματικών δικαιωμάτων των στρατευμένων θα δυναμίτιζε την ίδια την ύπαρξη του καπιταλιστικού στρατού, εφ' όσον οι στρατιώτες θα ήταν κάτοχοι δικαιωμάτων τέτοιων πού ή δυναμική ενεργοποίηση τους θα μπορούσε να οδηγήσει στην υπονόμευση του ιεραρχικού έξουσιασμού.9

ε) Ή «εν-δυνάμει» αυτονομία

Ή σχετική αυτονομία της στρατιωτικής ηγεσίας στη διοίκηση των Ένο­πλων Δυνάμεων από την εκτελεστική και πολύ περισσότερο τη νομοθετική εξουσία αποτελεί μια πραγματικότητα της μεταπολίτευσης. Βέβαια ή συνταγμα­τική τάξη του 1975 καθιερώνει την άσκηση της «αρχηγίας» και της «διοίκησης» του στρατού από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κυβερνητική εξουσία αντίστοιχα (άρθρο 45), ενώ ταυτόχρονα αποκλείει πρακτικά τον κοινοβουλευτι­κό έλεγχο σ' οτιδήποτε αφορά τη λειτουργία του στρατιωτικού οργανισμού (άρθρο 68). Όμως ή ίδια ή διαμόρφωση και οι αρμοδιότητες των ηγετικών στρατιω­τικών συμβουλίων και οι διοικητικές τους σχέσεις με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, όπως διαμορφώθηκαν από το νομικό πλαίσιο του 660/77, παρέχουν στην ανώτατη στρατιωτική ιεραρχία ένα ευρύτατο περιθώριο αυτόνομης δρα­στηριοποίησης. Ή κατάργηση αυτού του σχετικά αυτόνομου διοικητικού καθε­στώτος του στρατεύματος είναι φανερό ότι θα αποδυνάμωνε τη δυνατότητα να λειτουργήσει σαν ανεξέλεγκτος μηχανισμός κοινωνικής καταστολής.10

στ) Ή πολιτική αποστολή

Ή αναγνώριση του στρατού σαν ένοπλου οργάνου για την προάσπιση του πολιτειακού καθεστώτος και τη διασφάλιση του κοινωνικού συστήματος δεν συνιστά παρά τη νομική αναγνώριση μιας συγκεκριμένης πολιτικής πραγματι­κότητας πού διαμορφώθηκε ήδη από τη συγκρότηση του αστικού στρατού. Άλ­λωστε, ολόκληρη ή ιεραρχική συγκρότηση του στρατού και οι εξουσιαστικές σχέσεις πειθαρχικού καταναγκασμού πού κυριαρχούν στις δομές του, αυτήν ακριβώς τη σκοπιμότητα εξυπηρετούν, δηλαδή τη δυνατότητα χρησιμοποίησης του ένοπλου έφεδρου δυναμικού για τη βίαιη προστασία των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και της αστικής κοινωνικής εξουσίας. Άλλα κι αν ακόμη στις διατάξεις του Στρατιωτικού Κανονισμού 20-1 δεν περιλαμβάνεται μια τέ­τοια αποστολή, αλλά μόνον ή προστασία του εθνικού χώρου, ο πολιτικός ρόλος του στρατού δεν διαφοροποιείται, εφ' όσον διατηρούνται οι θεμελιώδεις χαρακτήρες του. Ή διαφορά έγκειται στη νομιμοφάνεια ή στο απροσχημάτιστο μιας πολιτικής παρέμβασης του στρατού, κι όχι στη δυνατότητα και στη σκοπιμότη­τα της πραγματοποίησης της.11

ζ) Ό ανδροκρατικός χαρακτήρας

Ή μη υποχρεωτική στράτευση του γυναικείου πληθυσμού φαντάζει κατ' αρχή αφύσικη τη στιγμή πού το γυναικείο εργατικό δυναμικό επανδρώνει σήμε­ρα σημαντικούς τομείς της βιομηχανικής παραγωγής (κλωστοϋφαντουργία, τρόφιμα, νοσοκομεία κλπ.), όπου οι εργασίες χαρακτηρίζονται «βαριές και ανθυ­γιεινές». Είναι φανερό και έχει με επάρκεια καταδειχθεί ότι ή «στρατιωτική πει­θαρχία» του ταξικού στρατού θα ήταν αδύνατο να επιβληθεί εφ' όσον το έφεδρο δυναμικό συναπαρτίζονταν από άντρες και γυναίκες στρατευμένους και ή οποιαδήποτε προσπάθεια εξουσιαστικής επιβολής θα συναντούσε τη ριζική αντίθεση των στρατευμένων. Όπως είναι εξ ίσου αποδειγμένο ότι ή ψυχο-βιολογική διαστρέβλωση των στρατευμένων πού κάνει δυνατή την ανεμπόδιστη ιεραρχική επιβολή, βασίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην ιδιαίτερη σεξουαλική κατάσταση πού τους επιβάλλεται.12

η) Ή νεολαιίστικη στράτευση

Ό πραγματικός κοινωνικός χαρακτήρας των στρατιωτικών δομών δεν μπο­ρεί να γίνει σ' όλη του την έκταση αντιληπτός παρά κύρια από στρατευμένους πού διαθέτουν μια εργασιακή, μορφωτική, πολιτική και κοινωνική γενικότερα εμπειρία. Ή πρώιμα στρατευμένη νεολαία βιώνει, αντίθετα, τον καταπιεστικό χαρακτήρα των Ένοπλων Δυνάμεων, όμως αδυνατεί σε μεγάλο βαθμό, από τις ίδιες της τις υποκειμενικές συνθήκες να συνειδητοποιήσει την κοινωνική του αιτιολογία. και είναι γνωστές οι προσπάθειες, παλιότερες και πρόσφατες, για την επιβολή της στράτευσης σε όσο το δυνατό χαμηλότερη ηλικία. Γιατί οπωσδήποτε κάτι τέτοιο καθιστά δυνατή και την ανεμπόδιστη επιβολή της πει­θαρχίας από το γραφειοκρατικό στρατιωτικό μηχανισμό, και τη δευτερεύουσα λειτουργία του στρατού σαν ιδεολογικού μηχανισμού εγχάραξης της πειθαρχίας και της ιεραρχίας πού το στρατιωτικό τους πρότυπο αναπαράγεται στην παρα­γωγή διαδικασία: ή στρατιωτική δόμηση εισάγει στην ιεραρχία και την αποσπα­σματικότητα, στην πειθαρχία και την παθητικότητα του καπιταλιστικού καταμε­ρισμού της εργασίας. Ή λειτουργία των Ένοπλων Δυνάμεων σαν οργάνου πολιτικής επιβολής προϋποθέτει απαρέγκλιτα τη σύνθεση τους αποκλειστικά ή τουλάχιστον κατά κύριο λόγο από την πρώιμη νεολαία.13

2. Ή Αριστερά αποδέχεται τη δομή και τον κοινωνικό ρόλο

του στρατιωτικού μηχανισμού:

«Ένοπλες δυνάμεις στην υπηρεσία του λαού και της πατρίδας»

Απέναντι στην προσπάθεια της μετάβασης απ' το στρατό της «εθνικοφροσύνης» στις «ύπερταξικές» Ένοπλες Δυνάμεις πού επιχειρείται απ' την αστική εξουσία και πραγματώνεται από την κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, αλλά και απέναντι στο αυτοδύναμα αναπτυσσόμενο κίνημα των στρατιωτών ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς, πώς διαμορφώνεται ή στάση του παραδοσιακού κομμου­νιστικού κινήματος;

«Ένοπλες Δυνάμεις ισχυρές και μάχιμες για την προάσπιση της εθνικής ανε­ξαρτησίας και ακεραιότητας, στην υπηρεσία του λαού και του έθνους, άγρυπνοι φρουροί των λαϊκών δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων». Ολόκληρη ή αντίληψη της παραδοσιακής Αριστεράς απέναντι στο στρατιωτικό καθεστώς, όχι μόνο δεν πηγάζει από μια συγκεκριμένη υλιστική αντίληψη του συγκεκριμέ­νου στρατού όπως ιστορικά διαμορφώθηκε από τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι σήμε­ρα, αλλά αντίθετα εισάγει ευθύς εξαρχής μια αστική φαντασίωση στην όλη αντι­μετώπιση: το μύθο του «στρατού-φρουρού τής εθνικής ανεξαρτησίας».14 Είτε αυτό προέρχεται από την ανάγκη του αριστερού κινήματος να αποτινάξει το χαρακτηρισμό του «ξενοκίνητου» και «αντεθνικού» πού του προσέδιδε το «κρά­τος της εθνικοφροσύνης» και να είναι καθιερωμένο σαν μια «εθνική» πολιτική δύναμη, είτε προέρχεται από την ανεπάρκεια της υιοθέτησης μιας αριστερής κοι­νωνικής οπτικής, το αποτέλεσμα είναι ότι ή προβληματική της παραδοσιακής Αριστεράς είναι έξυπαρχής φαλκιδευμένη από την εισαγωγή μιας φανταστικής αντίληψης πού προέρχεται κατ' ευθείαν από το Ιδεολογικό οπλοστάσιο του αστι­σμού. Βέβαια πάντοτε προστίθεται ή προτροπή ότι «ο στρατός πρέπει να είναι αποκλειστικά και μόνο προασπιστής της εθνικής άμυνας», όπως ή πολιτική πρα­κτική, στην αριστερή της τουλάχιστον εκδοχή, λίγη σχέση μπορεί να έχει με' ηθικές προτροπές αυτού του είδους. Είναι έτσι αναγκασμένη ή Αριστερά να θεωρεί ακόμα και τις άμεσες παρεμβάσεις του στρατιωτικού μηχανισμού για την καταστολή του λαϊκού κινήματος (εμφύλιος πόλεμος 1946-49, αστυνομικό κρά­τος στηριγμένο στην ένοπλη επιβολή της Δεξιάς 1950-64, στρατιωτική δικτατο­ρία 1967-74), σαν «εκτροπές» των Ένοπλων Δυνάμεων από την «φυσιολογική» τους αποστολή της «υπεράσπισης της εθνικής ακεραιότητας», στην οποία και θα έπρεπε να επανέλθουν.

Μια τέτοια θεώρηση, οδηγεί κατ' ευθείαν στην αδυναμία ερμηνείας του συγ­κεκριμένου τρόπου δόμησης του ελληνικού στρατού: έτσι ή παρέμβαση του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος παραμένει στα επιφαινόμενα, δίχως να μπορεί ή να θέλει να εισχωρήσει στην ουσία του κατ' εξοχήν κοινωνικού ρό­λου των Ένοπλων Δυνάμεων.

Εφ' όσον λοιπόν δεν τίθεται σε αμφισβήτηση αυτή ή ίδια ή ύπαρξη του

στρατού σαν κοινωνικού κατασταλτικού μηχανισμού και εφ' όσον επιζητείται ή «εκσυγχρονισμένη» διαμόρφωση του για την αποτελεσματικότερη διασφάλιση της «μαχητικής ικανότητάς» του, είναι επόμενο να μην αμφισβητούνται και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του στρατού πού τον προσδιορίζουν σαν δύναμη καταστολής και όχι σαν κάτι άλλο. Έτσι, όλη ή προβληματική και της «ορθόδο­ξης» και της «ανανεωτικής» πτέρυγας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος εξαντλείται στον περίφημο «εκδημοκρατισμό» των Ένοπλων Δυνάμεων, ο όποιος μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί και την αναγκαία προϋπόθεση για να πραγματώσει ο στρατός το «εθνικό» και «υπερταξικό» του έργο.15

3. Ποιος «εκδημοκρατισμός»;

Επιζητείται λοιπόν από την Αριστερά ή αντικατάσταση του καθεστώτος της «τυφλής» από τη «συνειδητή» πειθαρχία, ή μετάβαση από ένα καθεστώς μεταχεί­ρισης πού άρμοζε στους αποικιοκρατικούς στρατούς σ' ένα καθεστώς συναινετι­κής υπακοής πού αρμόζει σ' έναν σύγχρονο στρατό.16 Το καθεστώς μιας τέτοιας «ρομποτικής» υποταγής των έφεδρων στρατευμένων στον επαγγελματικό στελε­χικό μηχανισμό κρίνεται «απαρχαιωμένο» και «αντιδημοκρατικό», «ταπεινωτι­κό» για την αξιοπρέπεια του σύγχρονου πολίτη-στρατιώτη. Μ' αυτή την έννοια προβάλλει σαν αναγκαία ή κατάργηση των πειθαρχικών ποινών σ' ό,τι άφορα τη φυλάκιση και τον εγκλεισμό στα στρατιωτικά πειθαρχεία. Άλλωστε, σ' αυτή την προοπτική θα πρέπει να εκλείψουν οι κάθε είδους «αυθαιρεσίες», «καταχρήσεις εξουσίας» και «αντιδημοκρατικές νοοτροπίες» πού αποτελούν καθημερινό φαι­νόμενο στη ζωή των στρατοπέδων και πού προφανώς προέρχονται από «αντιδη­μοκρατικά καρκινώματα» πού θα έπρεπε να εξουδετερωθούν.17

Επιδιώκεται δηλαδή ή συναινετική υπαγωγή στη θέση της πειθαρχικής επι­βολής μέσα από την απειλή των πειθαρχικών ποινών. Φυσικά ή κατάργηση των «αυθαιρεσιών» και της «αντιδημοκρατικής νοοτροπίας» (πού άλλωστε αποτε­λούν περιθωριακό φαινόμενο στο σημερινό στρατό) ορισμένων «καρκινωμάτων» είναι μέσα στη λογική του ίδιου του αστικού εκσυγχρονισμού των Ένοπλων

Δυνάμεων, πού όμως δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη θεμελιώδη ιεραρχική υποτα­γή του εφέδρου στρατιωτικού δυναμικού στη στρατιωτική γραφειοκρατία. Το πρόβλημα όμως δεν είναι το είδος της πειθάρχησης, «τυφλής» ή «συνειδητής», αλλά αυτός ο ίδιος ο ιεραρχικός εξουσιασμός πού κάνει δυνατή τη λειτουργία των Ένοπλων Δυνάμεων σαν κατασταλτικού κοινωνικού μηχανισμού.

Ή απογύμνωση των στρατευμένων από βασικά συνταγματικά τους δικαιώ­ματα είναι προϋπόθεση για την ανεμπόδιστη επιβολή της στρατιωτικής ιεραρχίας· έτσι, ή διεκδίκηση και κατάκτηση τους από τους στρατευμένους υποθάλπει και ενδεχόμενα μπορεί να καταστήσει ανέφικτη την ίδια τη λειτουργία των Ένο­πλων Δυνάμεων σαν κατασταλτικού μηχανισμού, τον ίδιο τους τον καπιταλιστι­κό χαρακτήρα. Οπωσδήποτε, από το σύνολο των πολιτικών δημοκρατικών δικαιωμάτων εκείνα πού έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους στρατιώτες αφορούν τα δικαιώματα ελευθερίας της έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι, του συνέρχεσθαι και του απεργιακού δικαιώματος. Όμως ή παραδοσιακή Αριστερά δεν θέτει κατά κανέναν τρόπο σαν στόχο του «εκδημοκρατισμού» του στρατού την κατο­χύρωση αυτών των συνταγματικών δικαιωμάτων μέσα στα πλαίσια της στρα­τιωτικής υπηρεσίας. Επιζητείται ή δυνατότητα συμμετοχής των στρατευμένων σε πολιτικές ή κοινωνικές οργανώσεις, όμως εκτός υπηρεσίας. Κρίνεται ώριμη ή ανάγκη της ύπαρξης συνδικαλιστικής οργάνωσης των στρατευμένων, καθώς και των μονίμων στελεχών, δίχως όμως δυνατότητα ανάληψης δυναμικής δράσης και με αποκλειστικό πεδίο παρέμβασης τα άμεσα προβλήματα των συνθηκών διαβίωσης στους στρατώνες.18 Μια τέτοια μορφή συνδικαλιστικής οργάνωσης των στρατιωτών πού θα ήταν αποστερημένη από τη δυνατότητα της δυναμικής ενεργοποίησης και πού θα ήταν αυστηρά περιορισμένη στην επίλυση προβλη­μάτων των συνθηκών διαβίωσης, δεν θα μπορούσε κατ' αρχήν να δράσει σαν το πολιτικό και κοινωνικό εκείνο όργανο του λαϊκού κινήματος για την ανατροπή των θεμελιωδών χαρακτήρων του στρατού πού τον επιπροσδιορίζουν σαν μηχα­νισμό κρατικής καταστολής. Άλλωστε, στο βαθμό πού κατορθώνονταν στο πολιτικό επίπεδο ή άμβλυνση των κοινωνικών συγκρούσεων και διασφαλίζον­ταν ή συναίνεση της εργατικής τάξης στην πολιτική του «αστικού εκσυγχρονι­σμού» και της «αυτοδύναμης και ορθολογικής ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας», στο βαθμό δηλαδή πού διαπιστώνονταν ή ασφαλής σταθεροποίηση της αστικής εξουσίας, ή καθιέρωση αυτού του είδους του στρατιωτικού συνδικαλι­σμού σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια, πού δεν θα διατάρασσε τη λειτουργία της «στρατιωτικής υπηρεσίας», δεν θα ήταν έξω από τη λογική του εκσυγχρονι­σμού του στρατού.

Ή εξουσιαστική κυριαρχία του κρατικού στρώματος της στρατιωτικής τεχνοκρατίας (των μονίμων στελεχών απόφοιτων των παραγωγικών σχολών) πάνω στο σώμα των έφεδρων στρατευμένων, και πολύ περισσότερο ή ύπαρξη κατά τρόπο αυτόνομο αυτού του στρώματος, όχι μόνο δεν τίθεται σε αμφισβή­τηση, αλλά αντίθετα επιδιώκεται ή «αρτιότερη κατάρτιση» του, ή διασφάλιση συνθηκών «αξιοκρατικής εξέλιξης» του στην ιεραρχική πυραμίδα, ή εμπέδωση της «νομιμοφροσύνης» του, και ακόμη περισσότερο ο προσεταιρισμός του στη

βάση του «πατριωτικού και εθνικού» χαρακτήρα της Αριστεράς και της υπόσχε­σης για την ικανοποίηση των υλικών τους αιτημάτων. Μάλιστα, το «πατριωτικό και δημοκρατικό» τμήμα των μονίμων στελεχών του στρατού αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς στην πολιτική του ΚΚΕ απέναντι στις Ένοπλες Δυνάμεις, σε σημείο πού να θεωρείται και σαν κινητήρια δύναμη της «άντιιμπεριαλιστικής επανάστασης» και της «ανεξάρτητης εθνικής και κοινωνικής πορείας».19 Ό κατ' εξοχήν εξουσιαστικός ρόλος και ή κατασταλτική τους αποστολή πάνω στο σώ­μα των έφεδρων στρατευμένων, πού αποτελεί και την κύρια λειτουργία τους. Ό χαρακτήρας τους σαν κοινωνική ομάδα αντιπαραγωγική πού επικαρπώνεται μια οικονομική θέση χάρη στην κρατική παρακράτηση ενός μέρους της υπεραξίας πού αποσπάται από την παραγωγική δραστηριότητα της εργατικής τάξης. Το γεγονός ότι συνιστούν τους ίδιους τους, τεχνικά και στρατιωτικά, ειδικά εκπαι­δευμένους βραχίονες του αστικού κράτους πάνω στους οποίους στηρίζεται ή ίδια ή ύπαρξη του στρατού σαν κατασταλτικού μηχανισμού: Αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά της στρατιωτικής γραφειοκρατίας, όχι μόνο δεν οδηγούν την παραδοσιακή Αριστερά στην αμφισβήτηση της κοινωνικής της θέσης, αλλά αντίθετα ή Αριστερά επιχειρεί να νομιμοποιήσει τον κοινωνικό ρόλο αυτών των στελεχών στα μάτια των λαϊκών τάξεων.

Όμως ή προβληματική της «ορθόδοξης» και «ανανεωτικής» Αριστεράς αφήνει αναπάντητα κάποια βασικά ερωτήματα, ακόμα και μέσα στα πλαίσια της «λογικής» πού προβάλλεται: Γιατί ή κρατική εξουσία δεν εφαρμόζει ένα πρό­γραμμα ουσιαστικής στρατιωτικής εκπαίδευσης, εφ' όσον ή κυβέρνηση του ΠΑ-ΣΟΚ, σύμφωνα με τις ίδιες τις εκτιμήσεις του αριστερού κινήματος, ασκεί μια πολιτική «εθνικής ανεξαρτησίας», πράγμα πού υποτίθεται θα απαιτούσε «υψηλή μαχητική ισχύ» του στρατού και άρα ουσιαστική στρατιωτική εκπαίδευση, αλλά αντίθετα ή όλη τεχνική παιδεία των στρατιωτών στη διάρκεια της δίχρονης θητείας τους περιορίζεται στην εκμάθηση της χρήσης του FN ή ενός ΠΑΟ κλπ., (πράγμα πού δεν απαιτεί παρά το ανώτερο μερικές μέρες); Δεν καταφαίνεται απ' αυτό και μόνο, από την όλοκληρωματική δηλαδή απουσία εκπαίδευσης του στρατιωτικού δυναμικού στα όπλομηχανήματα και τις στρατηγικές, ο εντελώς διάτρητος χαρακτήρας του μύθου της Αριστεράς για το «στρατό - προασπιστή της εθνικής ακεραιότητας»; και επιπρόσθετα, αν υποθέσουμε ότι πραγματο­ποιούνταν μια τέτοια αναγκαία τεχνικο-στρατιωτική εκπαίδευση των στρατευμένων, στη διάρκεια της μακράς θητείας τους, τότε αυτό δεν θα απογύμνωνε εντε­λώς τη στρατιωτική πειθαρχία από την «τεχνική» της επένδυση και δεν θα κατέδειχνε τον καθαρά διοικητικό-πολιτικό της χαρακτήρα; Άλλα και μ' αυτή την ολοκληρωμένη διαμόρφωση των στρατιωτών, δεν θα εξέλειπε ή ανάγκη της ύπαρξης ενός ειδικού κρατικού στρατιωτικού σώματος ή τουλάχιστον ή αναγ­καιότητα της εξουσιαστικής του θέσης;

4. Ή μεταρρύθμιση του ΠΑΣΟΚ

Ή αναθεώρηση του Σ.Κ. 20-1 όπως πραγματοποιείται από την κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ σήμερα, δίχως να ταυτίζεται ποιοτικά μ' εκείνη πού πραγματοποιήθηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας το φθινόπωρο 1980, εντούτοις αναπαράγει, όπως και ή προηγούμενη εκείνη αναμόρφωση, τις θεμελιώδεις δομές του δικτατορικού Σ.Κ. 20-1 της άνοιξης του 1970, χαρακτή­ρες πού ακριβώς προσδιορίζουν το στρατιωτικό οργανισμό σαν κρατικό μηχανι­σμό καταστολής. Γι' αυτό άλλωστε και οι πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς δεν αντέδρασαν σ' αυτή την αναμόρφωση αλλά απεναντίας την αποδέχθηκαν με θετικό τρόπο, εφ' όσον είδαν σ' αυτήν την εκσυγχρονιστική διαμόρφωση ενός καπιταλιστικού μηχανισμού, πού διεκδικεί να κάνει αποδεκτό τον ταξικό του χαρακτήρα μέσα από την αναγωγή του σε «ουδέτερο, ύπερταξικό, εθνικό» φορέα. («οι Ένοπλες Δυνάμεις ανήκουν στο 'Έθνος. Κάθε στρατιωτικός μπορεί να έχει τις πεποιθήσεις και τις προσωπικές του αντιλήψεις, οφείλει όμως στα πλαίσια της υπηρεσίας του να τηρεί αυστηρή ουδετερότητα. Κάθε πολιτική δρα­στηριότητα απαγορεύεται αυστηρά»).20 Με τον καινούργιο Στρατιωτικό Κανονι­σμό αποκαθάρεται ή φυσιογνωμία των Ένοπλων Δυνάμεων από το «στίγμα της εθνικοφροσύνης»: Καταργείται ή ρητή αναφορά στην αποστολή του στρατού σαν ένοπλου οργάνου προάσπισης του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος από τον «εσωτερικό εχθρό». Αποπέμπεται ή ελληνοχριστιανική ιδεολογία και ο ανοιχτός αντικομουνισμός σαν σύστημα ηθικής διαπαιδαγώγησης των στρα­τευμένων. Καθιερώνεται ή στρατιωτική αγωγή πού «διαμορφώνει πολίτες πιστούς στο δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας, έτοιμους να το υπερασπίσουν από κάθε επιβουλή». Μονιμοποιείται ή δυνατότητα της πολιτικής περιβολής εκτός της στρατιωτικής υπηρεσίας. Εισάγεται το δικαίωμα συμμετοχής των στρατευμένων σε επιστημονικές, αθλητικές ή επαγγελματικές ενώσεις, καθώς και ή ελευθερία της ανάγνωσης και δημοσίευσης επιστημονικών, λογοτεχνικών και πολιτιστικών κειμένων. Γίνεται αναφορά στην ανάγκη αποφυγής κάθε περιφρονητικής, υβριστικής και προσβλητικής για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια συμ­περιφοράς του ιεραρχικά ανώτερου προς τον κατώτερο.

Αυτό είναι όλο το φάσμα των μεταρρυθμιστικών αλλαγών πού εισάγονται στο θεσμικό εσωτερικό καθεστώς του στρατού από την κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Γίνεται άμεσα φανερό ότι ή όλη διαδικασία της σημερινής ανα­μόρφωσης του Στρατιωτικού Κανονισμού δεν αφορούσε το βασικό του περιεχό­μενο: ή σημασία αυτής της αναθεώρησης δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί στην ανάγκη της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας να επιτύχει μια νομιμοποίηση του στρα­τιωτικού καθεστώτος από μια κυβερνητική εξουσία «λαϊκή, δημοκρατική και προοδευτική», πράγμα πού μπορεί να εξασφαλίσει μια ορισμένη λαϊκή συναίνε­ση στο καθεστώς του στρατού. Γιατί ακριβώς τα σημεία όπου εισαχθήκανε μεταρρυθμίσεις δεν αφορούν παρά ολότελα δευτερεύουσες πλευρές του θεσμι­κού πλαισίου λειτουργίας των Ένοπλων Δυνάμεων και κατά κανέναν τρόπο δεν θίγουν τις θεμελιώδεις τους δομές: Ή αυστηρή ιεραρχική διάρθρωση, τόσο στο

επίπεδο της μονάδας, όσο και σε εθνικό επίπεδο διατηρείται στο ακέραιο. Ό κά­θετος καταμερισμός της εξουσίας και των αρμοδιοτήτων αναπαράγεται πλήρως και ή πειθαρχική υποταγή προσδιορίζεται σαν ή κατ' εξοχήν στρατιωτική αρετή. Ή αμφισβήτηση του πειθαρχικού καταναγκασμού καθορίζεται σαν πρωταρχικό ελάττωμα πού πρέπει να προλαμβάνεται και να διώκεται. Ή απομόνωση του στρατιωτικού οργανισμού από την κοινωνική παραγωγική ζωή και ο αναγκαστι­κός εγκλεισμός των στρατευμένων στις στρατιωτικές μονάδες εξακολουθεί να ισχύει. Ή οποιαδήποτε μορφή συλλογικής συγκρότησης και διεκδίκησης των στρατευμένων, ακόμη και στο επίπεδο της διαδικασίας υποβολής «παραπόνων» συνεχίζει να απαγορεύεται. Όπως απαγορεύεται εξ ίσου οποιαδήποτε πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα των στρατιωτών στη διάρκεια της θητείας τους. Ή πειθαρχική εξουσία του ιεραρχικού επαγγελματικού μηχανισμού πάνω στους στρατευμένους πολίτες συνεχίζει να ισχύει μ' όλη την κλίμακα των αντί­στοιχων ποινών. Ό έλεγχος της λειτουργίας των Ένοπλων Δυνάμεων από τους στρατιώτες, τις κοινωνικές οργανώσεις, τα εργατικά συνδικάτα εξακολουθεί να απουσιάζει ολοκληρωτικά. οι εκδηλώσεις υποτέλειας των στρατευμένων απέ­ναντι στα μόνιμα στελέχη διατηρούνται σ' όλη τους την έκταση. Ή διατήρηση ακριβώς όλων αυτών' των θεμελιακών στοιχείων της δομής των Ένοπλων Δυνάμεων είναι εκείνη πού στοιχειοθετεί τον καπιταλιστικό τους χαρακτήρα και διασφαλίζει την σε έσχατη ανάγκη ενεργοποίηση του στρατού σαν μηχανισμού καταστολής του λαϊκού κινήματος και των πολιτικών ελευθεριών. και είναι αυτή ή «δημοκρατική» τους νομιμοποίηση μέσα από τον καινούργιο Σ.Κ. 20-1 πού σταθεροποιεί το χαρακτήρα τους, πού συμβάλλει στη λαϊκή τους αποδοχή και συσκοτίζει τη δυνατότητα της αριστερής κριτικής τοποθέτησης απέναντι τους και της δράσης για το μετασχηματισμό τους. Αυτή ή ενδυνάμωση των καπιταλιστικών χαρακτήρων του στρατού δεν μπορεί παρά να είναι μια σαφής πολιτική επιλογή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, στα πλαίσια της στρατηγικής της εξυγίανσης και σταθεροποίησης του ίδιου του αστικού κράτους και κοινωνι­κού καθεστώτος. Ή διατήρηση αυτών των βασικών δομών δεν εκφράζει ούτε την αδικαιολόγητη επιμονή «στον πεπαλαιωμένο, αναντίστοιχο με τα σημερινά κοινωνικά μέτρα, χαρακτήρα της θητείας, όπου σκοντάφτει ή εύρυθμη λειτουρ­γία του στρατού»,21 ούτε την ανικανότητα ή την ανεπάρκεια της «σημερινής ηγε­σίας των Ένοπλων Δυνάμεων, πολιτικής και στρατιωτικής, να αντλήσουν καμιά ιδέα απ' την πολύφωνη και γόνιμη κριτική του καθεστώτος πού επικρατεί στο στράτευμα»,22 αλλά την ίδια την πολιτική αναγκαιότητα της αστικής εξου­σίας να διατηρήσει, μέσα σε μια κοινωνική εξέλιξη όπου οι ταξικές συγκρούσεις δεν προοιωνίζονται, τη μακροπρόθεσμη συνέχιση της λαϊκής συναίνεσης, αλλά και ' τη δυνατότητα της ένοπλης προάσπισης του κοινωνικού της καθεστώτος.

Έτσι ο στρατιωτικός μηχανισμός πρέπει να είναι σε θέση να χειραγωγήσει απ' τη μια το συνολικό αριστερό εργατικό κίνημα (αν χρειαστεί) και από την άλλη το

κίνημα των στρατιωτών (καθημερινά), γεγονός πού ανταποκρίνεται στο διπλό-κατασταλτικό ρόλο του στρατού: προς το εσωτερικό του, πάνω στο στρατευμένο έφεδρο δυναμικό, σαν προϋπόθεση για να μπορέσει να ασκήσει τον κατασταλτικό του ρόλο προς το ((εξωτερικό» του, το πεδίο των ταξικών συγκρούσεων.

5. Τα στρατιωτικά συνδικάτα — υποκείμενα της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής

Ή συνδικαλιστική οργανωτική συγκρότηση των στρατιωτών πού άτυπα αλλά με σαφήνεια διαμορφώνεται στα πλαίσια των Ένοπλων Δυνάμεων, είναι το σημαντικότερο βήμα για τη διαφοροποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος. Ενώ όμως ή κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν θεσμοθετεί μια τέτοια οργανωτική συγκρότηση με τον καινούργιο Στρατιωτικό Κανονισμό, αλλά αντίθετα είναι διατεθειμένη να προχωρήσει στην καταστολή της, ή παραδοσιακή Αριστερά, «ορθόδοξη» και «ανανεωτική», ενώ αποφαίνεται ότι ή καθιέρωση του στρατιωτικού συνδικαλισμού είναι μια ώριμη επιταγή, εντούτοις αποφεύγει με κάθε τρόπο να προσανατολίσει τις πολιτικές της δυνάμεις στην πρακτική διεκδί­κηση της κατάκτησης ενός τέτοιου στόχου. Ή διεκδίκηση της εξαντλείται στην πρόταση προς την κρατική εξουσία να υιοθετήσει το συνδικαλισμό στο στρατό, κι έτσι απεμπολεί τον ίδιο της τον αριστερό χαρακτήρα, την αγωνιστική δηλαδή επιδίωξη της ντεφάκτο επιβολής των στρατιωτικών συνδικάτων.23 Παράλληλα, και στην περίπτωση ακόμη πού με έναν ορισμένο τρόπο προέκυπταν μορφές συλλογικής οργάνωσης των στρατευμένων, θα έπρεπε, σύμφωνα με τις αντιλή­ψεις του παραδοσιακού αριστερού κινήματος να κινούνται μέσα στα αυστηρά πλαίσια της επίλυσης των άμεσων υλικών προβλημάτων των στρατιωτών. Ό οποιοσδήποτε πολιτικός ρόλος και κοινωνικός χαρακτήρας των στρατιωτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι με σαφήνεια έξω από το οπτικό της πεδίο. Άλλα ακριβώς ο μετασχηματισμός των καπιταλιστικών χαρακτήρων του στρατού είναι ο εν δυνάμει πολιτικός σκοπός και ή κύρια κοινωνική αποστολή των ενώσεων των στρατευμένων, ο απώτερος λόγος της ύπαρξης και δράσης τους, λειτουργία όμως πού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από μόνα τα συνδι­κάτα των στρατιωτών δίχως την ενεργητική σύζευξη του αγώνα τους με το συνολικό εργατικό και κοινωνικό κίνημα, και στην προοπτική της ανατροπής της συνολικής αστικής ταξικής κυριαρχίας. Άλλωστε ή ίδια ή ύπαρξη της οποιασδήποτε μορφής συνδικαλιστικής οργάνωσης ενός υποτελούς κοινωνικού στρώματος, δίχως τη δυνατότητα ενεργητικής δυναμικής δραστηριοποίησης (σαν διέξοδο του στρατιωτικού συνδικαλισμού το αριστερό κίνημα θεωρεί τη δυνατότητα να θέτει στη στρατιωτική ιεραρχία ορισμένα προβλήματα των συν­θηκών διαβίωσης προς επίλυση), περιορίζει μέχρι εκμηδενισμού το νόημα αυτής της ύπαρξης της συνδικαλιστικής συγκρότησης. Ή κατάκτηση του συνδικαλι­στικού δικαιώματος μέσα από τη δυναμική μετεξέλιξη των σημερινών Στρατιωτικών Επιτροπών, ανεξάρτητα ή μη από τη θεσμική κατοχύρωση του, είναι μια

βασική απαίτηση της σοσιαλιστικής στρατηγικής, πού θα συνιστούσε ένα σημαντικό ρήγμα μέσα στον ίδιο το μηχανισμό της κρατικής καταστολής πού είναι ο στρατός. Βέβαια, ένα ολόκληρο σύνολο από παράγοντες δρουν ανασταλ­τικά για μια τέτοια εξέλιξη: οι ποινικές διώξεις, ή πολιτική αποθάρρυνση, ή συνεχής εναλλαγή του δυναμικού των στρατιωτών και ο μεταβατικός χαρακτή­ρας της στρατιωτικής θητείας, ή πολυποίκιλη κοινωνική σύνθεση του σώματος των εφέδρων, οι δυνατότητες οργανωτικής αποδιάρθρωσης του κινήματος από τις εξουσίες πού διαθέτει ή στρατιωτική ιεραρχία, ή σαφής εναντίωση της πολι­τικής εξουσίας του ΠΑΣΟΚ, ή χαμηλή ηλικία στράτευσης των πολιτών κλπ. Ωστόσο ή εμπειρία των ευρωπαϊκών δομών, καθώς και το ενδεχόμενο του σοσιαλιστικού προσανατολισμού του εργατικού συνδικαλισμού, μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στη συγκρότηση του στρατιωτικού συνδικαλισμού.24 Ή οποιαδήποτε μορφή στρατιωτικής συνδικαλιστικής συγκρότησης, βέ­βαια, δεν μπορεί από μόνη της ούτε να θέσει συνολικά το πρόβλημα του κοινω­νικού ρόλου του στρατιωτικού μηχανισμού, ούτε και να προωθήσει σφαιρικά την ανατροπή της πολιτικής του αποστολής στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ή συνδικαλιστική διεκδικητική πρακτική των στρατευμένων από μόνη της, και στην πιο αυθεντική και αναπτυγμένη της μορφή, όπως εκφράζεται για παράδειγμα στο Πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Στρατιωτικών 'Οργανώσεων (E.C.C.O.) ή στην πρακτική και τους προσανατολισμούς του ολλανδικού Συνδικάτου Έφεδρων Στρατιωτικών (V.V.D.M.), δεν μπορεί παρά να προβάλει στόχους όπως ή κατοχύρωση βασικών δημοκρατικών δικαιωμάτων (π.χ. συνδικαλιστικό δικαίωμα), ή διευθέτηση των συνθηκών της στρατιωτικής θητείας (π.χ. καθιέρωση του στρατιωτικού μισθού), ο οργανωμένος έλεγχος στη στρατιωτική υπηρεσία (π.χ. συμμετοχή στην οργάνωση της καθημερινής στρα­τιωτικής ζωής), ή βελτίωση των συνθηκών ζωής στα στρατόπεδα (π.χ. βελτίωση του στρατωνισμού), ή αναμόρφωση του ειδικού νομικού στρατιωτικού καθεστώ­τος (π.χ. εξομοίωση της στρατιωτικής ποινικής δικονομίας με την πολιτική).25 Ούτε όμως τέτοιου είδους στόχοι μπορούν να πραγματοποιηθούν από τη μόνη δράση των στρατιωτικών ενώσεων, ούτε και μπορούν να οδηγήσουν από μόνοι τους στην εξουδετέρωση του κατασταλτικού ρόλου του στρατού, χωρίς τη δια­λεκτική τους σύνδεση με τους πολιτικούς στόχους και την κοινωνική πρακτική του επαναστατικού κινήματος, κύρια των εργατικών (συνδικαλιστικών) οργανώ­σεων. Γιατί άλλωστε απώτερη σκοπιμότητα του αριστερού κινήματος είναι ή αποδυνάμωση και απενεργοποίηση του ρόλου των Ένοπλων Δυνάμεων σαν μηχανισμού πολιτικής επιβολής, σαν απαρέγκλιτος όρος της ασφαλούς ανατρο­πής της καπιταλιστικής κυριαρχίας και της άσκησης της εργατικής εξουσίας στους κοινωνικούς μηχανισμούς και στην παραγωγική διαδικασία, και όχι ή απλή βελτίωση των συνθηκών ζωής στα στρατόπεδα και των όρων της στρατιω­τικής θητείας. Έτσι ή συνδικαλιστική οργάνωση των στρατευμένων αποκτά πολιτική φυσιογνωμία και κοινωνική σημασία στο βαθμό πού, από κοινού με το

εργατικό κίνημα, αμφισβητεί έμπρακτα τους καπιταλιστικούς χαρακτήρες του στρατεύματος.

Ή συνδικαλιστική υποκειμενοποίηση των στρατιωτών σε επίπεδο στρατιω­τικών μονάδων, περιοχών ή όπλων καθώς και σε πανελλήνια κλίμακα αποτελεί το λαϊκό αντίβαρο στην αστική στρατιωτική κυριαρχία κατά τον ίδιο τρόπο πού και ή δραστηριότητα του εργατικού κινήματος αποτελεί τον αντίπαλο πόλο της καπιταλιστικής εξουσίας. Ή αποτροπή της ενσωμάτωσης μιας τέτοιας στρατιω­τικής συνδικαλιστικής συγκρότησης μέσα από «συμμετοχικές» διαδικασίες τόσο στο επίπεδο των μονάδων όσο και στο επίπεδο του Υπουργείου Εθνικής Άμυ­νας, προϋποθέτει και την ανεξαρτησία - αυτονομία του στρατιωτικού συνδικαλι­σμού, αλλά και την ταυτόχρονη οργανική του σύνδεση με τους αντικαπιταλιστικούς στόχους και πρακτικές του αριστερού εργατικού κινήματος.33 Ή κατάκτη­ση του λαϊκού εργατικού έλεγχου του στρατιωτικού οργανισμού περνάει και μέ­σα από την ενεργητική και δραστική παρέμβαση των στρατιωτικών συνδικάτων στο εσωτερικό των Ένοπλων Δυνάμεων στην προοπτική της αποδυνάμωσης των κατασταλτικών τους δομικών χαρακτηριστικών. Ή κατάκτηση της λειτουρ­γίας συνδικαλιστικών οργανώσεων των εφέδρων στα στρατόπεδα με δικαιώματα ελέγχου, πληροφόρησης και αποφασιστικής εξουσίας σ' όλες τις πλευρές της στρατιωτικής ζωής (πράγμα πού θα ανέτρεπε άλλωστε όχι μόνο τις δομές τού Σ.Κ. 20-1, αλλά και εκείνες του Σ.Κ. 20-2 για την οργάνωση και λειτουργία της στρατιωτικής υπηρεσίας),34 με την κοινή συμμετοχή στην άσκηση αυτού του Στρατιωτικού συνδικαλιστικού ελέγχου και των ίδιων των συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων του εργατικού και κοινωνικού κινήματος, θα αποδιάρ­θρωνε τη συγκεντρωτική εξουσία και την ιεραρχική δομή της στρατιωτικής οργάνωσης, πού είναι ακριβώς απαραίτητη συνθήκη για την κατασταλτική λει­τουργία του στρατού. Εξίσου ή κατάκτηση του δικαιώματος για την επιλογή της ηλικίας στράτευσης των έφεδρων θα μπορούσε να τροποποιήσει ριζικά τη σύνθεση του στρατιωτικού δυναμικού, γεγονός πού θα επέτρεπε την ενδεχόμενη μαζική αντικατάσταση της πρώιμης νεολαίας με ωριμότερα από κοινωνική άπο­ψη στρώματα ηλικίας, και μ' αυτό τον τρόπο θα περιοριζόταν δραστικά ή δυνα­τότητα της αυταρχικής επιβολής του επαγγελματικού στρατιωτικού μηχανι­σμού στους στρατευμένους πολίτες. Επίσης ή κατάργηση της δυνατότητας επι­βολής πειθαρχικών ποινών από τις διοικητικές στρατιωτικές αρχές (όπου ο στρατιωτικός διοικητής συμπυκνώνει το σύνολο των διοικητικών, δικαστικών, πειθαρχικών και εκτελεστικών εξουσιών πάνω στους στρατιώτες), ο περιορι­σμός τους και ο σαφής προσδιορισμός τους, ή εφαρμογή των κανόνων του κοι­νού δικαίου σ' αυτές, ή δυνατότητα ένστασης ενάντια στην πρωτοβάθμια επιβο­λή τους κλπ. εξασθενίζει την πειθαρχική υπαγωγή και το στρατιωτικό έξουσιασμό, αποδυναμώνοντας τη δυνατότητα της κατασταλτικής λειτουργίας του στρατού.35

Εκείνο πού οπωσδήποτε έχει να αποφύγει ο στρατιωτικός συνδικαλισμός, όπως εξάλλου κάθε κοινωνικό κίνημα πού ή πρακτική του θέλει να στοχεύει στη σοσιαλιστική αλλαγή, είναι απ' τη μια πλευρά ή εξάντληση της δράσης του στην επίλυση άμεσων υλικών προβλημάτων πού δεν εμπεριέχουν αναγκαστικά μια αντικαπιταλιστική προοπτική απέναντι στις δομές του στρατού (π.χ. βελτίωση

των συνθηκών σίτισης ή κανονική χορήγηση των αδειών κλπ.),26 και από την άλλη πλευρά ή ενσωμάτωση της σε συμβουλευτικές διαδικασίες με τις τοπικές ή κεντρικές στρατιωτικές αρχές, πού όντως στερημένες της δυνατότητας αυτοδύ­ναμης ενεργητικής δράσης των στρατευμένων, αποσκοπούν στην αποτελεσματι­κότερη ένταξη των πολιτών στο στρατιωτικό οργανισμό, μέσα από την επίλυση προβλημάτων πού αφορούν τους όρους πραγματοποίησης της στρατιωτικής θητείας. και στις δύο αυτές περιπτώσεις ή φυσιογνωμία του στρατιωτικού συν­δικαλισμού στερείται του επαναστατικού χαρακτήρα, πού τον κάνει κοινωνικό μοχλό αποδυνάμωσης και εξουδετέρωσης της κατασταλτικής αποστολής του στρατού. Σ' αυτή την περίπτωση ανταποκρίνεται σ' ένα βαθμό ή εμπειρία του ολλανδικού και του δανικού στρατιωτικού συστήματος: ένα ολόκληρο φάσμα στρατιωτικών ενώσεων, κύρια των επαγγελματικών στελεχών του στρατού, αλλά και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 του ίδιου του Συνδικάτου Έφε­δρων Στρατιωτικών, συμμετέχουν σ' ένα θεσμοθετημένο σύστημα «τυπικών δια­βουλεύσεων» (FORMALIZED CONSULTATIONS: ένα κεντρικό όργανο όπου παίρνουν μέρος αντιπρόσωποι των στρατιωτικών οργανώσεων και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, υπό την καθοδήγηση του τελευταίου). Μ' αυτές γίνεται προσπάθεια να διασφαλιστεί ή ισορροπία ανάμεσα στην «κοινωνική ολο­κλήρωση» και στη «στρατιωτική αποτελεσματικότητα», μέσα από τη βελτίωση διάφορων πλευρών της στρατιωτικής ζωής, και με στόχο την άμβλυνση των εντάσεων: οποτεδήποτε το Συνδικάτο Έφεδρων Στρατιωτικών έθεσε διεκδική­σεις πού περιέκλειναν τη δυναμική αμφισβήτησης των βασικών στρατιωτικών δομών, αναγκάστηκε να κινηθεί δυναμικά και έξω από τα πλαίσια του συστήμα­τος των «τυπικών διαβουλεύσεων». Ό στρατιωτικός συνδικαλισμός μόνο σαν ανεξάρτητη και αυτοδύναμη ένωση με δυνατότητα ανάπτυξης δυναμικής δρά­σης και με προσανατολισμό πού ξεπερνάει τις άμεσες βελτιωτικές διορθώσεις και στοχεύει στην ανατροπή των διαρθρωτικών καπιταλιστικών χαρακτήρων του στρατού, μπορεί να συμβάλει στην πραγματοποίηση του αριστερού πολιτικού στόχου της αδρανοποίησης του κατασταλτικού ρόλου των Ένοπλων Δυνάμεων.27

Όσο αναμφισβήτητο είναι ότι ή διαμόρφωση του στρατιωτικού συνδικαλι­σμού περνάει μέσα από τη συσπείρωση των στρατευμένων στη βάση των άμε­σων υλικών, κοινωνικών, οικονομικών, ηθικών κλπ. προβλημάτων, άλλο τόσο αναμφισβήτητο είναι ότι ή αριστερή πολιτική στο στρατό επιβεβαιώνει τον εαυ­τό της σαν τέτοια, μόνο στο βαθμό πού διαμορφώνει έμπρακτα την οργανική σύνδεση της άμεσης συσπείρωσης για την αντιμετώπιση των άμεσων καταστά­σεων με το στρατηγικό προσανατολισμό της ανατροπής των ιεραρχικών και εξουσιαστικών δομών, της επιβολής του κοινωνικού ελέγχου στο στρατιωτικό μηχανισμό, της εξουδετέρωσης του κατασταλτικού του ρόλου.

Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 1984


1. Βλ. Θέσεις τεύχος 1.

2. Ό μετασχηματισμός αυτός του ρόλου του στρατού και της θέσης του στην οργάνωση του αστικού κράτους δίν ε ται συνοπτικά και με σαφήν ε ια από τον Δ. Χαραλάμπη: «Ή θέση του στρατού
στη δομή της κρατικής εξουσίας στην Ελλάδα μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», Θέσεις, τεύχος 4, Ιούλης-Σεπτέμβρης 1983.

3. Ή πιο χαρακτηριστική ανάλυση και ταυτόχρονα επισήμανση της αναγκαιότητας (από μια αστι­κή σκοπιά) της μετάβασης απ' το στρατό της κυριαρχίας των ακροδεξιών μηχανισμών πού έδινε
τον χρωματισμό της «εθνικοφροσύνης» στις «σύγχρον ε ς, ουδέτερες και εθνικές» Ένοπλες Δυνά­μεις γίνεται από τον Δ. Χονδροκούκη «Ό ένστολος πολίτης: Για μια σωστή παιδευτική και δημοκρατική αγωγή του», Κέδρος, 'Αθήνα 1976, σελ. 83-121.

4. Ή ριζική αυτή μεταστροφή γίν ε ται στο πέρασμα απ' τις «Κατ ε υθυντήρι ε ς γραμμές κυβ ε ρνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ» ('Αθήνα 1977), σ ε λ. 72-75 στη «Διακήρυξη κυβερνητικής πολιτικής»
('Αθήνα 1981), σελ. 46-48.

5. Μια πρώτη προσέγγιση των χαρακτήρων του στρατιωτικού οργανισμού σαν καπιταλιστικού
μηχανισμού καταστολής επιχειρήθηκε στο Ά. Ταρπάγκος «Επιτακτική αναγκαιότητα ο εκδημοκρατισμός στις Ένοπλες Δυνάμεις», Ή Αυγή, 9 και 11 - Αυγούστου - 1981.

6. οι ιδιαίτερες πλευρές και συνέπειες του εγκλωβισμού των έφεδρων στρατ ε υμένων στο απομονωμένο κοινωνικά π ε ριβάλλον των στρατοπέδων γίνεται σ' ένα βαθμό από τους Θ. Διονυσόπουλο
και Κ. Καλφόπουλος «Ποιος νοιάζεται για την καθημερινή ζωή του φαντάρου: Μύθοι και πραγματικότητες», Ό Πολίτης, τεύχος 47-48, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1982.

7. Ή ιεραρχική συγκρότηση του μηχανισμού του στρατού και οι διάφορες συγκεκριμένες μορφές
της αναλύονται συνοπτικά σ' έναν συγκεκριμένο στρατιωτικό τομέα από τον Μ. Τζόε «Υπέρ της
αεροπορίας», ' Αγώνας για την Κομμουνιστική Ανανέωση, τεύχος 10, Μάιος 1980.

8. Πρόκειται για ένα πλέγμα εξουσιαστικών σχέσεων πού επενδυμένο με την τεχνική υπεροχή των
μόνιμων στελεχών περνάει σαν αυτονόητο, όχι μόνο για την αστική ανάλυση, όπως γίνεται από
τον Δ. Χονδροκούκη, στη σχετική του μελέτη, σελ. 19-52, πράγμα πού είναι φυσιολογικό, αλλά
και για την αριστερή αντιμετώπιση του στρατού, Ιδιαίτερα όπως εκφράζεται από το ΚΚΕ.

9. Συγκεκριμένα ενδεικτικά παραδείγματα αντιπαραβολής των γενικών συνταγματικών δικαιωμά­των και των στρατιωτικών απαγορεύσεων, όπως ή επιβολή των πειθαρχικών ποινών και η απαγόρευση της συλλογικής έκφρασης των στρατιωτών δίνονται από τον Φ. Πρόκα «Στρατιωτική Νομοθεσία: Μια τεράστια κουρτίνα σε ένα μικροσκοπικό φεγγίτη», Αντί, τεύχος 175, 10 - 'Απρι­λίου - 1981.

10. Διεξοδική ανάλυση του φαινόμενου και της σημασίας της «σχετικής αυτονομίας» του στρα­τιωτικού οργανισμού γίνεται στις αντίστοιχες αναλύσεις των Δ. Χαραλάμπη και Π. Λουκάκου.

11. Ή αναφορά στην ανάγκη της απάλειψης της ρητής διατύπωσης του Σ.Κ. 20-1 στην αποστολή
του στρατού για την «προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τον εσωτερικό εχθρό» είναι
συχνή στα κείμενα της Αριστεράς (π.χ. Μ. Μαϊλης «Ό εκδημοκρατισμός των Ένοπλων Δυνάμεων, καίριο πρόβλημα της πραγματικής αλλαγής», Κομμουνιστική 'Επιθεώρηση, τεύχος 7-8, Ιούλης - Αύγουστος 1983). Μια τέτοια όμως αναφορά πού δεν συνοδεύεται από την κριτική απόρριψη των δομικών καπιταλιστικών χαρακτηριστικών του στρατεύματος είναι ολοκληρωτικά ανε­παρκής, γιατί δεν είναι αυτή βέβαια πού καθορίζει την πολιτική παρέμβαση του στρατού στις ταξι­κές συγκρούσεις.

12. Ή στενή σύνδ ε ση πού υπάρχ ε ι ανάμ ε σα στον π ε ιθαρχικό καταναγκασμό και στην ανδροκρατι­κή σύνθ ε ση του στρατού π ε ριγράφ ε ται στα αντίστοιχα κ ε ίμενα των Θ. Διονυσόπουλου - Κ. Καλφόπουλου και του Μ. Τζόε. Βλ. και Σ. Φρόιντ «Δύο τεχνητές μάζες: εκκλησία και στρατός» στο
«Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ», έκδ. Επίκουρος.

13. Είναι χαρακτηριστικό απ' αυτή την άποψη ότι ή αποδυνάμωση του ολλανδικού στρατιωτικού
συνδικαλισμού (V.V.D.M.) επιχειρήθηκε με τη ριζική μ ε ίωση της ηλικίας στράτ ε υσης, πράγμα
πού ε ίχε σαν αποτέλεσμα την κάμψη της δράσης του. 'Απ' την άλλη πλευρά δεν πρέπει να παρα­λειφθεί ή αναφορά στο γεγονός ότι πάντοτε οι ένοπλοι επαναστατικοί σχηματισμοί αποτελούνται
από επαναστατημένα κοινωνικά στρώματα, ανδρικής και γυναικείας ταυτόχρονα σύνθ ε σης, πού
συγκροτούνται και από τμήματα της ν ε ολαίας, αλλά κύρια από συν ε ιδητοποιημένες ώριμης ηλικίας κοινωνικές ομάδες.

14. Πρόκειται για μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη πού εκτίθεται για παράδειγμα στα: Σ. Καράς «οι Ένοπλες Δυνάμεις, ο δημοκρατικός δρόμος και ή Αριστερά», Ή Αυγή, 28 - Αυγούστου - 1983, ή επίσης Δ. Ιωάννου «Στρατός, εκδημοκρατισμός και κίνημα στρατιωτών», 'Αντιθέσεις, τεύχος 13, Μάρτιος 1983.

15. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζεται πάντα ή διαφοροποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος όπως π.χ. Μ. Δρακόπουλος «Εξασφαλίζεται ή ισχύς και ή ετοιμότητα του στρατού με καταπιεσμένο φαντάρο;», Ή Αυγή, 2 - 'Οκτωβρίου - 1983.

'Αξίζει να αντιπαραθέσουμε τις απόψεις αυτές με τ ις πριν από τον Πόλ ε μο θέσ ε ις του ΚΚΕ για το στρατό. 'Έτσι στην απόφαση του Ιουνίου 1929 «Επί της εργασίας μέσα στο στρατό» (Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ, τόμος τρίτος σελ. 61) διαβάζουμε: «Ό στρατός στη χώρα μας (οποιεσδήποτε αλλαγές κι αν γίνουν στην οργάνωση του), είναι ένα μέρος του μηχανισμού του καπιταλιστικού κράτους, ένα όργανο της μπουρζουαζίας και συνεπώς το προλεταριάτο πρέπει να αποσυνθέσει, όπως οφείλει, όταν κάνει την επανάσταση του, να συντρίψει το αστικό κράτος. Συνεπώς όχι δημο­κρατικοποίηση ή β ε λτίωση του στρατού της μπουρζουαζίας "μας", αλλά αποσύνθεση».

16. Στην αναγκαιότητα της καλλιέργειας και εμπέδωσης της συναινετικής ιεραρχικής υπακοής μέ­σα στο στρατιωτικό μηχανισμό γίνεται αναλυτική αναφορά από τον Μ. Μαιλη «Εθνική και δημοκρατική ανάγκη ή ουσιαστική αλλαγή του Στρατιωτικού Κανονισμού 20-1», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 10, 'Οκτώβρης 1983.

17. Τέτοια είναι ιδιαίτερα ή αντίληψη και πρακτική πού διέπει τη δράση των δυνάμεων του ΚΚΕ,
όπως Κ.Ε.Ε.Δ. «Θητεία στην υπηρεσία του λαού και της πατρίδας», «Ριζοσπάστης, 13 - Νοεμβρίου - 1983.

18. Μ' αυτήν την έννοια και σ' αυτή την προοπτική υποστηρίζεται ή καθιέρωση του στρατιωτικού συνδικαλισμού, όπως Κ.Π. «Ό συνδικαλισμός στις Ένοπλες Δυνάμεις», Ριζοσπάστης, 28 - 'Οκτω­βρίου - 1983.

19. Τέτοια είναι ή αντίληψη πού διαποτίζει όλες τις σχετικές αναλύσεις του σοβιετικού μαρξισμού όπως γίνεται π.χ. στο Γ. Ντολκοπόλοφ «Ό στρατός και ο επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας», 'Αθήνα 1983, Εκδόσεις 'Οδηγητής, σελ. 45-79.

20. Ή Καθημερινή με τον τίτλο «Τι προβλέπει ο νέος Γ ε νικός Κανονισμός Υπηρ ε σίας στο Στρατό» (2-Μαρτίου-1984), επιχαίρ ε ι δημοσι ε ύοντας τις καινούργι ε ς διατάξ ε ις του Σ.Κ. 20-1.

21. Τέτοια είναι ή οπτική γωνία απ' την οποία αντιμετωπίζεται το αντιδραστικό στρατιωτικό καθ ε­ στώς στο Ε. Πορτάλιου «Για το κίνημα των φαντάρων», Δεκαπενθήμερος Πολίτης, τ ε ύχος 3, 3 -
Δ ε κ ε μβρίου - 1983.

22. Μ ε έναν τέτοιο τρόπο αντιμετωπίζεται ή αναπαραγωγή του ίδιου στρατιωτικού καθ ε στώτος
από τον νέο Σ.Κ. 20-1 από τον Ά. Έλεφάντη «Ό νέος κανονισμός του Στρατού πού διατηρεί την
ίδια κατάσταση», Δεκαπενθήμερος Πολίτης, τεύχος 10, 9 - Μαρτίου - 1984.

23. Για τη θέση σχετικά με την ανάπτυξη των στρατιωτικών ενώσεων σαν πολιτικό στόχο του αρι­στερού κινήματος: ' Α. Ταρπάγκος «Τα συνδικάτα στρατιωτών, φορείς της αλλαγής στις Ένοπλες Δυνάμεις», Ή Αυγή, 10 καί% 13 - Ιανουαρίου - 1982.

24. οι σχετικές εμπειρίες στα: Κίνηση πληροφόρησης για τα δικαιώματα του στρατιώτη (I.D.S.)
«Τα δικαιώματα του στρατιώτη», 'Ανδρομέδα 1979, και: V.V.D.M, Committee on Foreign Rela­tions «Vereniging van Dienstplichtige Militairen», Utrecht 1980.

25. Για το Πρόγραμμα: European Conference of Conscripts Organisations «Declaration, Program,
Regulations, Statements», Denmark 1982.

26. Ή «συμμετοχική» διαδικασία είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη στις τάξεις του ολλανδικού στρα­τού: Ministry of Defense, Directorate of Information «The Role of Associations in the Netherlands
Armed Forces», The Hague 1978.

27. 'Αναφορά σε τέτοιου είδους κατακτήσεις γίνεται στο: V.V.D.M. «The Protection of Rights of
Military Personnel in the Netherlands», Utrecht 1977.