Της Σύνταξης

"Ένα ακριβώς χρόνο πριν, στο εισαγωγικό σημείωμα του τεύχους 3 των Θέσεων (Απρίλης - Ιούνης 1983), παρατηρούσαμε πώς ο εθνικισμός και ο σωβινισμός, που στο παρελθόν αποτελούσαν αποκλειστικά την «εσωτερική» ιδεολογία της Δεξιάς, αναπαράγονται πλέον και μέσα στην Αριστερά, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να γίνεται δυνατή ή διείσδυση, μέσα στα αριστερά κόμματα, ακόμα και της φασίζουσας "ελληνοχριστιανικής" ιδεολογίας, με το πρόσχημα της «ελληνικότη­τας», ή της «εθνικής ιδιαιτερότητας». Σήμερα ή φασίζουσα «νεορθόδοξη αναζήτη­ση» έχει υποχωρήσει, όμως οι «ορθολογικές» εκδοχές του εθνικισμού εξακολου­θούν να κυριαρχούν στη λογική της Αριστεράς. Με την όξυνση μάλιστα των εθνι­κών θεμάτων κατά τους μήνες που πέρασαν, οι κάθε είδους εθνικιστικές και σοβινιστικές προβληματικές είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν την επιχειρηματολογία και την «ευρηματικότητα» τους.

Διανύσαμε λοιπόν μια περίοδο στην οποία ή Αριστερά δεν περιορίστηκε μόνο στο να παρουσιάζει την Ιστορία σαν προϊόν της πάλης των ελλήνων με τους ξένους (και τους ξένους πράκτορες), δεν αρκέστηκε στο να συμβουλεύει το αστικό κράτος για το πώς θα εξοπλιστεί καλύτερα και φθηνότερα, δεν αδιαφόρησε άπλα για τη σοβινιστική και ρατσιστική προπαγάνδα μιας μερίδας του τύπου, πού απροκάλυ­πτα ταυτίζει την τουρκική πολιτική εξουσία με τον τούρκικο λαό, και τους πράκτο­ρες της χούντας του Έβρέν με τις δεκάδες χιλιάδες των μωαμεθανών ελλήνων πολιτών της Θράκης: Μέσα στην επίσημη 'Αριστερά, αλλά και στις παρυφές της, στο χώρο των «ανένταχτων», παρουσιάστηκαν απόψεις πού ταυτίζονται με το σωβινισμό και το ρατσισμό του αστικού τύπου ενάντια στον τούρκικο λαό, ενώ άμεσα ή έμμεσα υιοθετούσαν τα συνθήματα της άκρας Δεξιάς για κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και «ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα, για την «ανάγ­κη» να εγκαταλείψει ή Ελλάδα τα ειρηνιστικά οράματα ώστε να διεκδικήσει την εύνοια των ΗΠΑ απέναντι στην Τουρκία κλπ. Όμως ο εθνικισμός και ο σωβινι­σμός δεν είναι παρά ένα «σύμπτωμα» πού προκύπτει απ' την ολόπλευρη πλέον κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας και της αστικής πολιτικής μέσα στην Αριστερά, καθώς —ιδιαίτερα μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ— ή Αριστερά αναλαμβά­νει να διαχειριστεί άμεσα, ή έστω να συνδιαχειριστεί σαν «αντιπολιτευόμενη συμ­πολίτευση», την αστική πολιτική εξουσία και το αστικό κράτος.

Το «μπλοκ της Αλλαγής» πού συγκροτείται γύρω από την κυβέρνηση δεν είναι λοιπόν άπλα μια συγκυριακή σύμπλευση του «δημοκρατικού κόσμου» μπροστά στον κίνδυνο να επανέλθει στην κυβέρνηση ή Δεξιά. Είναι πολύ περισσότερο ή πολιτική σύγκλιση των δυνάμεων της παραδοσιακής Αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια μιας ενιαίας «στρατηγικής». Μίας «στρατηγικής» πού επαγγέλλεται την εθνική ανεξαρτησία, τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό, μέσα από τη μεταρρύθ­μιση των κρατικών λειτουργιών και των κοινωνικών θεσμών. Πού δεν καταφέρνει έτσι παρά να αποτελέσει μια απόπειρα για «αριστερή» διαχείριση της καπιταλιστικής εξουσίας και του αστικού κράτους.

Συνακόλουθα και ή πόλωση της πολιτικής σκηνής πού χαρακτηρίζει τη σημε­ρινή «προεκλογική» περίοδο —μέχρι τις ευρωεκλογές, αλλά και μετά απ' αυτές— δεν προκύπτει ούτε από κάποιο «εκβιασμό» που ασκούν τα «μεγάλα» κόμματα στα «μικρά» κόμματα (το 1974, «μεγάλο» κόμμα ήταν ή ΕΔΗΚ), ούτε από κάποιο «εκλογικίστικο δίλημμα» πού θέτουν τα «μεγάλα» κόμματα στους ψηφοφόρους. Εί­ναι το αποτέλεσμα της ανυπαρξίας μιας αριστερής πολιτικής πού θα επέτρεπε στην κοινωνική δυναμική των λαϊκών τάξεων να συγκροτηθεί σε μια επαναστατική -άντικαπιταλιστική πολιτική παρέμβαση: Όταν ή παραδοσιακή Αριστερά πολι­τεύεται στο εσωτερικό της «στρατηγικής» πού χαράζει ή κυβέρνηση, υποδεικνύον­τας απλώς τα «λάθη» και τις «υπαναχωρήσεις» της, και ζητώντας άμεση συμμετο­χή στις κυβερνητικές ευθύνες, όταν δηλαδή ή μόνη ορατή όψη των πραγμάτων εί­ναι ή (κυβερνητική) «στρατηγική της Αλλαγής» και ή «στρατηγική της Δεξιάς» τό­τε αναγκαστικά το εκλογικό σώμα 'θα πολωθεί ξανά ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ κοίτη Ν.Δ Το ΚΚΕ θα επαναλάβει τον εαυτό του σαν τρίτος πόλος στην πολιτική σκηνή κατά κύριο λόγο γιατί αποτελεί τον εκφραστή του ιστορικού κομμουνιστικού κινή­ματος.

Το μόνο που θα κρίνουν οι επερχόμενες ευρωεκλογές είναι λοιπόν το πόσο έχει μεταβληθεί ο πολιτικός συσχετισμός ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη Δεξιά, το κατά πόσο ή δυνατότητα του ΠΑΣΟΚ να διαχειρίζεται, από τη σκοπιά της εξου­σίας, τις κοινωνικές αντιθέσεις, του επιτρέπει να διατηρεί την εκλογική πλειοψη­φία του 1981.

Ιδιαίτερα δυσοίωνο προβάλλει έτσι το μέλλον της «ανανεωτικής 'Αριστεράς», ιδίως μετά τις εθνικές εκλογές πού θα ακολουθήσουν τις ευρωεκλογές. Ήδη σή­μερα ή ανικανότητα της «ανανεωτικής 'Αριστεράς» να συγκροτήσει όχι μόνο μια εναλλακτική πολιτική πρόταση και παρέμβαση, αλλά και μια συνεκτική ιδεολογι­κή φυσιογνωμία, αναπαράγει διαρκώς κάποια εκφυλιστικά πολιτικά και ιδεολογι­κά φαινόμενα στο εσωτερικό της.

Στις διαδικασίες όμως πού λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της παραδοσιακής αλλά και της «ανανεωτικής» και της «ανένταχτης Αριστεράς» αναφέρονται, το άρ­θρο του Τάκη Μαστραντώνη, Ή επιστροφή των αριστερών (στο παραβάν του εκλογικού τμήματος), που κατά κύριο λόγο προσεγγίζει την πολιτική κρίση της Αριστεράς στη σημερινή προεκλογική περίοδο, και το άρθρο του Χρήστου Θεο-χαρά, «Αντιαυταρχική Αριστερά, παραδοσιακή Αριστερά: τα δύο πρόσωπα της κρίσης, που επιχειρεί να περιγράψει και να ερμηνεύσει ορισμένες ιδεολογικές αναζητήσεις και απόψεις πού ασκούν κριτική στην παραδοσιακή Αριστερά με βά­ση μια «αντιδογματική» αριστερή οπτική, ή οποία όμως δεν αποτελεί παρά την αντιστροφή των δογμάτων της παραδοσιακής 'Αριστεράς.

7ο άρθρο του Ηλία Ίωακείμογλου, Ή διαχείριση της ανεργίας, μια ανα­πτυσσόμενη τεχνική, αναφέρεται στην κρατική πολιτική για τη διαχείριση της εργατικής δύναμης, στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού, και δείχνει πώς ή κρατική πολιτική διαμορφώνεται σε αναφορά με τα συμφέροντα της διευρυμένης αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης, ακόμα κι όταν πριμοδοτούνται «αριστερές» λύσεις πού διαφοροποιούνται από τις «άμεσες» πρακτικές του κεφαλαίου.

Ό Γιάννης Μηλιός με το άρθρο του Ή κρίση της Τεχνικής - Επαγγελματι­κής Εκπαίδευσης (ένας ιδιότυπος ιδεολογικός «ρατσισμός»), αναφέρεται στους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους πού κατέστησαν μέχρι σήμερα αδύνατη τη "στροφή προς την Τεχνική Εκπαίδευση" πού σχεδίαζε ή πολιτική εξουσία. Παράλληλα εντοπίζει την ανικανότητα της επίσημης Αριστεράς να συγκροτήσει μια επαναστατική κριτική και μια επαναστατική πολιτική παρέμβαση στο χώρο της εκπαίδευσης.

Το άρθρο του Νίκου Κομνηνού, Ή πόλωση της συσσώρευσης του κεφα­λαίου, ερμηνεύει με βάση τη μαρξιστική θεωρία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευ­σης, τη γεωγραφική συγκέντρωση σ* ορισμένα σημεία του χώρου των διαδικασιών παραγωγής και επανεπένδυσης της υπεραξίας. Ή «κρίση του χώρου» δεν φαίνεται να προκύπτει λοιπόν από τις επιλογές των κυβερνήσεων της Δεξιάς ή από την εξάρτηση, αλλά πρώτα απ' όλα από την ίδια την καπιταλιστική ανάπτυξη.

Ό Γιώργος Σταμάτης με το άρθρο του, Απόδειξη της λογικής συνοχής του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους, υπερασπί­ζεται μια ιδιαίτερα σημαντική περιοχή της μαρξιστικής θεωρίας πού ή επιστημονι­κή συνοχή της έχει συσκοτισθεί από τα «πορίσματα» του έκχυδαϊσμενου μαρξι­σμού.

Ό Θανάσης Τσεκούρας με το άρθρο του, Κυπριακό: Από την «ένωση» στη Ζυρίχη, επιχειρεί να προσεγγίσει τους ταξικούς αγώνες στην Κύπρο, μέσα από τους οποίους διαμορφώθηκε και κυριάρχησε ή πολιτική στρατηγική του «ανεξάρ­τητου κυπριακού κράτους», παραμερίζοντας £έτσι τη στρατηγική της «ένωσης» με την Ελλάδα.

το άρθρο του Μάκη Σπαθή, Ή κυματοσυνάρτηση της ψυχής, επιχειρεί μια πρώτη προσέγγιση στις κοινωνικές και ιδεολογικές διαδικασίες πού επιτρέπουν τη συνύπαρξη της θετικιστικής ιδεολογίας με το μυστικισμό των «ανατολικών φιλο­σοφιών».

το άρθρο, τέλος, του Ανέστη Ταρπάγκου, Σταθερότητα και μεταλλαγές στο καθεστώς και τη φυσιογνωμία του στρατού, αναλύει τα χαρακτηριστικά του στρατού πού τον καθιστούν, παρά τις δευτερεύουσες μεταρρυθμίσεις πού επιχειρεί σήμερα ή εξουσία, ένα κατασταλτικό μηχανισμό του αστικού κράτους για την «σε έσχατη ανάγκη» προάσπιση της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας από το λαϊκό κίνημα. Παράλληλα ασκεί κριτική στην πολιτική της παραδοσιακής 'Αριστεράς πού επαγγέλλεται την «εξυγίανση» και τον «εκδημοκρατισμό των Ένοπλων Δυνάμεων».

10/4/84