Τέλος του αιώνα, τέλος της κρίσης; Το μέλλον του καπιταλισμού και η Αριστερά
Βιβλιοθήκη Οικονομικής και Πολιτικής Θεωρίας


Ηλίας Ιωακείμογλου

Τέλος του αιώνα, τέλος της κρίσης;
Το μέλλον του καπιταλισμού και η Αριστερά


Περιεχόμενα  

Εισαγωγή 10

1. Κρίση του καπιταλισμού, πράξη τελευταία    16

1.1.       Τι είναι η κρίση του καπιταλισμού; 18

1.1.1.    Ο οικονομικός νόμος, το τυχαίο και η συνάντησή τους     18

1.1.2.    Η θεωρία της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Η μέθοδος της ανάλυσης  24

1.1.3.    Οι καθοριστικοί παράγοντες της απασχόλησης      39

1.1.4.    Η κρίση υπερσυσσώρευσης και η σημασία της ζήτησης   42

1.2.       Οι εξελίξεις στην αμερικανική οικονομία  47

1.3.       Σε ποια φάση βρίσκεται η κρίση του καπιταλισμού;  58

1.3.1.    Η σύγχρονη κρίση υπερσυσσώρευσης (1974-1999)  58

1.3.2.    Από την άνοδο της κερδοφορίας στην άνοδο των παραγωγικών επενδύσεων       64

2. Η μορφή του καπιταλισμού που έρχεται     79

2.1.       Ο καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας (άνοδος 1948-1973 και κρίση 1974-1998;) 79

2.2.       Ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας    85

3. Οι ανακατατάξεις στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις 99

3.1.       ΟΝΕ, η εδραίωση των κατακτήσεων του νέο-φιλελευθερισμού   100

3.2.       Η "τυραννία" των χρηματιστικών αγορών   113

3.3.       Οι υλικές βάσεις ενός νέου διεθνισμού     117

4. Η οικονομική πολιτική και οι κοινωνικοί αγώνες   121

4.1.       There is no alternative: Ο νέο-φιλελευθερισμός, μορφή της αστικής ηγεμονίας στα χρόνια της κεφαλαιοκρατικής αναδιάρθρωσης   121

4.2.       Τα επίδικα αντικείμενα, η σοσιαλδημοκρατία και η ριζοσπαστική Αριστερά        131

4.2.1.    Κεϋνσιανισμός εναντίον νέο-φιλελευθερισμού;  Από τον ακραιφνή στον ύστερο νέο-φιλελευθερισμό. 131

4.2.2.    Τα κρίσιμα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής   134

4.2.3.    Μια διπλή ιστορική ευκαιρία, για την σοσιαλδημοκρατία και για τον ριζοσπαστικό χώρο 136

4.3.       Οι προοπτικές της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς    145

4.3.1.    Τα μακρά κύματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και οι ταξικοί αγώνες    145

4.3.2.    Το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας    148

5. Ο ελληνικός καπιταλισμός σε ανάκαμψη

Η πολιτική ηγεμονία στα χρόνια του Κ. Σημίτη   153

5.1.       Οι φάσεις της κρίσης υπερσυσσώρευσης στην Ελλάδα    153

5.1.1.    Η περίοδος 1974-1979: ωρίμανση των αντιθέσεων   153

5.1.2.    Η περίοδος 1980-1985: όξυνση της κρίσης    157

5.1.3.    Η περίοδος 1986-1994: Αναδιάρθρωση με μοχλό την διεθνοποίηση        160

5.1.4.    Στην τελική φάση της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού: Η παρούσα οικονομική συγκυρία (1995-2000) 163

5.2.       Οι ελληνικές ιδιομορφίες   174

5.2.1.    Η μεγάλη έκταση του εφεδρικού εργατικού στρατού 174

5.2.2.    Η ηγεμονία στα χρόνια του Κ. Σημίτη. 1995-1998: Le grand ecart. 1999-2000: Η μερική ανάκτηση της εμπιστοσύνης    177

5.2.3.    35 ώρες, αλλά με τι όρους; 182

6. Επίλογος     186


Ο Κουμπλάι Χαν ρωτάει τον Μάρκο Πόλο:
"Όταν θα ξαναγυρίσεις στην Δύση, θα επαναλάβεις στους ανθρώπους σου τις ίδιες ιστορίες που λες σε μένα;" "Εγώ μιλάω και μιλάω", απαντάει ο Μάρκο, "όμως ο ακροατής συγκρατεί μόνον τις λέξεις που περιμένει. Άλλη είναι η περιγραφή του κόσμου που το καλοπροαίρετο αυτί σου ακούει με προσοχή, άλλη εκείνη που θα κάνει τον γύρο των εκφορτωτών και των γονδολιέρων έξω από το σπίτι μου την ημέρα της επιστροφής μου, άλλη ακόμη εκείνη που θα είχα υπαγορεύσει στα γεράματά μου αν είχα πιαστεί αιχμάλωτος από Γενοβέζους πειρατές και φυλακιζόμουν στο ίδιο κελί με ένα συγγραφέα περιπετειωδών ιστοριών. Αυτό που κυβερνάει την αφήγηση δεν είναι η φωνή: είναι το αυτί"
Italo Calvino Le citta invisibili

Τι εννοούμε με τον όρο "Αριστερά" Μπορούμε, άραγε, ακόμη σήμερα να χρησιμοποιούμε την διάκριση Αριστεράς / Δεξιάς; Αντιστοιχεί αυτή στην πραγματική κίνηση της κοινωνίας;

Εάν με τον όρο "Αριστερά" εννοούμε την συγκεκριμένη μορφή που αυτή είχε άλλοτε, από τότε που εδραιώθηκε το σταλινικό καθεστώς, στο τέλος της δεκαετίας του 1930, έως την άνοδο και τον θρίαμβο του νέο-φιλελευθερισμού, στην δεκαετία του ΄80, τότε θα πρέπει να παραδεχθούμε πως έχουμε ήδη ζήσει το τέλος της Αριστεράς –ή έστω ότι παρακολουθούμε τώρα τα τελευταία επεισόδια της αποχώρησής της από την σκηνή.

Από τον σοβιετικό "μαρξισμό" μέχρι τις αγγλοσαξωνικές θεωρίες για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό και τις νότιο-αμερικάνικες θεωρίες της εξάρτησης, από τους σοσιαλιστές και τους μεταρρυθμιστές έως τους αριστεριστές, οι περισσότερες εκδοχές της Αριστεράς, ήταν στα βασικά τους σημεία ταυτόσημες, ήταν μια σειρά απλών και σταθερών ιδεών τις οποίες είχαν σχεδόν όλοι αποδεχθεί σιωπηλά. Υπήρχαν βέβαια και οι θεωρητικές παραλλαγές αυτών των ιδεών που αποτελούσαν σημεία οξύτατης διαφοράς στους κόλπους της Αριστεράς. Σήμερα, όμως, μέσα στην οπτική της μακροπρόθεσμης διάρκειας, οι διαφορές αυτές φαίνονται επουσιώδεις –διότι πράγματι βρισκόμαστε τώρα σε ένα σημείο καμπής της αργόσυρτης κίνησης της ιστορίας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:

Ο ιδεολογικός-θεωρητικός πυρήνας της συντριπτικής πλειοψηφίας των οργανώσεων και των αγωνιστών της Αριστεράς σχεδόν σε ολόκληρη την διάρκεια του "βραχέως" 20ου αιώνα [1] , ήδη από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του '20, ήταν οι εξής οκτώ απλές ιδέες [2] :

1.  Η λογιστική παράσταση της υπεραξίας: Η Αριστερά που χάθηκε, νόμιζε ότι η κεφαλαιοκρατική εκμετάλλευση είναι απλώς η ιδιοποίηση της υπεραξίας, δηλαδή μια ποσότητα αξίας που παράγουν οι εργαζόμενες τάξεις και την καρπώνεται το κεφάλαιο. Η υπεραξία γινόταν αντιληπτή ως ποσότητα, όχι ως κοινωνική σχέση. Ως εκ τούτου, οι αγώνες ενάντια στην εκμετάλλευση περιορίζονταν και αυτοί στην ποσοτική της πλευρά: στόχευαν απλώς στην αναδιανομή του προϊόντος υπέρ των εργαζομένων.

2.  Ο καταστροφισμός, δηλαδή η ιδέα ότι ο καπιταλισμός αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων καθώς βρίσκεται σε φάση επιθανάτιας παρακμής. Παρακμής που θα τον οδηγήσει αργά ή γρήγορα στην κατάρρευση.

3.  Ο οικονομισμός: η κοινωνική εξέλιξη, η ιστορία, προκύπτουν από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

4.  Ο κεϋνσιανισμός των ασθενέστερων: η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συνυφαίνεται με την κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή την μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης, την αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων τάξεων.

5.  Ο νομικισμός: ο καπιταλισμός είναι η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής με την νομική έννοια του όρου. Εάν η νομική ιδιοκτησία μεταβιβασθεί στο Κράτος, αλλάζει ο τρόπος παραγωγής (μετάβαση στον σοσιαλισμό).

6.  Ο κρατισμός: ο δημόσιος τομέας μπορεί να γίνει ο μοχλός της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

7.  Το Κράτος είναι ένα εργαλείο: το Κράτος είναι ένα εργαλείο με την χρήση του οποίου μπορεί να ελεγχθούν ο δημόσιος τομέας της οικονομίας και η διανομή του εισοδήματος.

8.  Ο κυβερνητισμός: Πολιτική εξουσία ίσον κυβέρνηση. Το πηδάλιο του Κράτους είναι η κυβέρνηση. Η κατάληψη της κυβέρνησης επιτρέπει τον έλεγχο του Κράτους.

Η στρατηγική της Αριστεράς από το τέλος της δεκαετίας του 1930 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980, απέρρεε με φυσικό τρόπο από τις παραπάνω οκτώ απλές ιδέες: Η Αριστερά θα έπαιρνε την κυβέρνηση-πηδάλιο στα χέρια της και με μοχλό-εργαλείο το Κράτος, άρα ελέγχοντας τον δημόσιο τομέα και την διανομή του εισοδήματος (μειώνοντας επομένως τον βαθμό εκμετάλλευσης των εργαζόμενων τάξεων και επιτυγχάνοντας έτσι τον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης) θα έδινε την ποθητή ώθηση στις παραγωγικές δυνάμεις που το οπισθοδρομικό κεφάλαιο κρατάει δέσμιες. Έτσι, η Αριστερά θα οδηγούσε την ιστορία στον προθάλαμο της ιστορίας μετατρέποντας την κοινωνική δικαιοσύνη σε κινητήρια δύναμη της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, άρα της ιστορίας. Μετατρέποντας δε σταδιακά την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής σε κρατική ιδιοκτησία, θα εγκαινίαζε την μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό. Αυτή ήταν στην ουσία της η στρατηγική της σοσιαλδημοκρατίας, των κομμουνιστικών κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ της πρώτης τετραετίας, αλλά και η στρατηγική που ηγεμόνευε επί των "επαναστατικών" οργανώσεων της άκρας Αριστεράς, αφού καμία δεν έθεσε σε αμφισβήτηση στο σύνολό τους τις παραπάνω οκτώ καθοδηγητικές ιδέες του μεταρρυθμισμού.

Αυτή η Αριστερά ηττήθηκε και αποχωρεί από την ιστορία. Στην Ελλάδα υπάρχει πλέον μόνον με την μορφή της ιστορικής μνήμης, της συναισθηματικής καθήλωσης ή των μηχανισμών που συντηρούνται από την εσωτερική ισχύ που απέκτησαν τον καιρό της παντοδυναμίας τους.

Εάν όμως με τον όρο "Αριστερά" εννοούμε το πολιτικό υποκείμενο που συγκεντρώνει όλες τις πρακτικές αντίστασης στον καπιταλισμό, στις ανισότητες, τον αυταρχισμό, την εκμετάλλευση, τον ευτελισμό και την βαρβαρότητα που αυτός παράγει, τότε η Αριστερά θα υπάρχει όσο υπάρχει καπιταλισμός.

Τι είναι, όμως, αυτό που δικαιολογεί έναν τέτοιο ισχυρισμό;

Παραφράζοντας ελαφρώς την τελευταία παράγραφο των Αόρατων Πόλεων του Ίταλο Καλβίνο, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν δύο στάσεις απέναντι στην βαρβαρότητα του καπιταλισμού: η πρώτη, είναι να ενταχθείς στο σύστημα, να γίνεις ένα με αυτό, σε τέτοιο βαθμό ώστε όλα να σου φαίνονται φυσικά, δηλαδή δεδομένα μια για πάντα, αυτονόητα, και σαν τέτοια μη δυνάμενα να τεθούν σε κριτική εξέταση. Ας πούμε, όπως έκανε μετά το 1986, η πλειοψηφία των αριστερών διανοουμένων που βρήκαν στέγη, πολιτική ισχύ και υλικές ανέσεις κάτω από την ομπρέλα της αστικής τάξης και των θεσμών της. Ας πούμε, όπως κάνει συστηματικά η πλειοψηφία των πολιτών "που κοιτάζει την δουλειά της", που νοιώθει βολικά με ησυχία, τάξη και ασφάλεια –ακόμη και αν η ζωή της χαρακτηρίζεται από κραυγαλέα ανασφάλεια. Αυτή η δυνατότητα προσαρμογής στο χειρότερο, αποτελεί ένα από τα θεμέλια του συντηρητισμού, και μάλιστα από τα πιο βαθιά. Ο Eric Hobsbawm, επισημαίνει σχετικά με αυτό, ότι i 20io αιώνας μάς έδειξε –και συνεχίζει να μας δείχνει- πως "οι άνθρωποι διαθέτουν την ικανότητα να διδαχθούν να ζουν κάτω από τις πιο κτηνώδεις και θεωρητικά μη ανεκτές συνθήκες" [3]. Προφανώς, δεν υπάρχει τίποτα στην φύση του ανθρώπου το οποίο αντιτίθεται στην βαρβαρότητα, όπως εσφαλμένα πίστευε –και ενδεχομένως ακόμη πιστεύει-- κατά βάθος κάθε αριστερός. Η Hannah Arendt που μελέτησε από κοντά την περίπτωση Eichmann, έδειξε ότι ο ναζί εκτελεστής ήταν ένας άνθρωπος "όπως όλοι μας", ένας κοινός, συνηθισμένος άνθρωπος. "Το ενοχλητικό με τον Eichmann", γράφει η Arendt, "είναι ότι υπήρχαν πολλοί που του έμοιαζαν και οι οποίοι δεν ήταν ούτε ανώμαλοι, ούτε σαδιστές, αλλά ήταν, και εξακολουθούν να είναι, ανατριχιαστικά κανονικοί (...). ..αυτή η κανονικότητα είναι πολύ πιο τρομακτική από όλες τις ακρότητες μαζί..." [4]. Οι ανισότητες, η εκμετάλλευση, η βαρβαρότητα που παράγει ο καπιταλισμός είναι πραγματικότητες στις οποίες οι άνθρωποι δείχνουν ανεκτικότητα –χειρότερα: μπορούν να ζουν μέσα σε αυτές χωρίς να νοιώθουν ενοχή, ευτελισμό ή ότι άλλο θα μπορούσε, με βάση την ηθική που κληρονομήσαμε από τον Διαφωτισμό, να χαρακτηριστεί ως αρνητική αξία. Γι' αυτόν τον λόγο, ο συντηρητισμός μπορεί να είναι τόσο ισχυρός και τόσο ανθεκτικός όσο μας έδειξε η ιστορία του 20ου αιώνα.

Αυτή είναι η μία πλευρά των πραγμάτων.

Η δεύτερη στάση απέναντι στις ανισότητες, την εκμετάλλευση, τον λυσσαλέο ανταγωνισμό και την σκληρότητα που ο καπιταλισμός παράγει, είναι άβολη, "είναι επικίνδυνη, απαιτεί επαγρύπνηση και εξάσκηση" -για να συνεχίσουμε την παράφραση του Καλβίνο: να αναζητήσεις μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία αυτό που αναγγέλλει το τέλος της, να μάθεις να αναγνωρίζεις ποιος και τι, στην μέση της βαρβαρότητας, δεν είναι βαρβαρότητα, και σε αυτά να κάνεις χώρο, να τους δώσεις διάρκεια. Μια μελλοντική κοινωνία οργανωμένη με βάση την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τις συλλογικές αξίες του σοσιαλισμού δεν είναι απλώς μια κατάσταση των πραγμάτων που πρέπει να κατασκευάσουμε, ούτε μόνον ένα ιδανικό που καθοδηγεί την δράση μας. Υπάρχει ήδη ως δυνατότητα εγγεγραμμένη στην καπιταλιστική κοινωνία --όπως μας εξήγησε εγκαίρως ο Karl Marx στο μεγάλο του έργο, το Κεφάλαιο. Η ίδια η φύση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής δημιουργεί ξανά και ξανά τις προϋποθέσεις για την κατάργηση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων. Η κοινωνία που οραματίζονται οι αριστεροί, απαλλαγμένη από τα δεινά του καπιταλισμού, είναι μια τάση ενύπαρκτη στα πράγματα, και γι' αυτόν τον λόγο η Αριστερά θα συνεχίσει να υπάρχει.

Δεν αποτελεί υποχρέωση της Αριστεράς να κατασκευάζει διαρκώς το ιδεατό μοντέλο μιας μελλοντικής κοινωνίας, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την μορφή της. Η μόνη υποχρέωση της Αριστεράς είναι να ανακαλύπτει και να ενισχύει την τάση προς αυτήν την κοινωνία στο εσωτερικό της καπιταλιστικής κοινωνίας, σαν κάτι που αχνοδιαγράφεται ήδη μέσα στον καπιταλισμό. "Μια σημερινή τάση (...) συναντά αντιστάσεις και μπορεί να μην ολοκληρωθεί αν δεν την κάνει πραγματικότητα ο πολιτικός αγώνας. Αυτή όμως η πραγματικότητα δεν μπορεί να προβλεφθεί στην θετική μορφή της: μόνον κατά την διάρκεια του πολιτικού αγώνα θα γεννηθούν οι πιθανές μορφές, θα ανακαλυφθούν και θα γίνουν πραγματικότητα" [5] . Αυτή την θέση του Althusser, θα πρέπει να την κατανοήσουμε σαν μια διαδικασία a la Prigogine [6] : η Ιστορία, όπως και η Φύση, "παίζουν ζάρια" κι' ας διέπονται από την αναγκαιότητα εσωτερικών και αναγκαίων σχέσεων, δηλαδή από φυσικούς ή οικονομικούς νόμους. Ακριβώς γι' αυτό, οι αντικαπιταλιστικές πρακτικές είναι η μοναδική μας ελπίδα, όχι μόνον απέναντι στα δεινά της σύγχρονης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης της παραγωγής και της καθημερινής ζωής, αλλά και απέναντι στην βαρβαρότητα ως εγγενή τάση του καπιταλισμού, ως εναλλακτικό ενδεχόμενο μιας μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Το ζητούμενο δεν είναι η κατασκευή ούτε "οραμάτων", ούτε "ιδανικών", ούτε "σταδίων", ούτε "δρόμων". Το ζητούμενο είναι να δούμε με ποιο τρόπο εκφράζεται σήμερα η τάση προς την κοινωνική επανάσταση, τι είναι αυτό που ήδη αχνοφέγγει μέσα στον καπιταλισμό, που εκφράζεται αποσπασματικά εδώ και εκεί, και να το πολιτικοποιήσουμε.

Εάν όμως αυτή η τάση έχει αντικειμενική βάση, θα πρέπει να την γνωρίζουμε, και για να την γνωρίζουμε θα πρέπει να την αναλύουμε. Είναι μια καλή συνήθεια της μαρξιστικής θεωρητικής παράδοσης να προσπαθεί να συσχετίζει την κίνηση της ιστορίας με τις υλικές βάσεις της κοινωνίας. Στην συνέχεια αυτής της θεωρητικής παράδοσης τοποθετείται και αυτό το βιβλίο. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, χαρακτηρίζεται από μια εγγενή αδυναμία, που θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί και ως προτέρημα: αμφιταλαντεύεται μεταξύ θεωρητικής ανάλυσης και πολιτικού κειμένου. Ο αναγνώστης που δεν είναι εξοικειωμένος με τις θεωρητικές κατασκευές του Karl Marx, θα δυσκολευτεί να κατανοήσει πλήρως ορισμένες ενότητες του βιβλίου. Για τον λόγο αυτό, τα χωρία εκείνα του κειμένου που κρίθηκαν εξαιρετικά τεχνικά, απομονώθηκαν υπό την μορφή ένθετων ώστε να μην διαταράσσουν την ομαλή ροή των νοημάτων την οποία θα μπορούσε απρόσκοπτα να παρακολουθήσει ο αναγνώστης που δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος με τις έννοιες του Karl Marx. Αυτή η μάλλον ασυνήθιστη και εκ πρώτης όψεως παράδοξη σύζευξη θεωρητικής ανάλυσης και πολιτικού κειμένου που επιχειρεί αυτό το βιβλίο, είναι σκόπιμη. Παρά τις δυσκολίες που θέτει στον αναγνώστη, αποτελεί κατά την άποψη του συγγραφέα, μια αναγκαία άσκηση για όσους πολίτες θεωρούν τον εαυτό τους αριστερό. Διότι, οι παλιές μαζικές αλήθειες της Αριστεράς έχουν πεθάνει και οι καινούργιες δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Γι' αυτό θα χρειαστεί να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι για κάποιο καιρό θα περάσουμε από τους άνυδρους τόπους της μαρξιστικής θεωρίας των οικονομικών κρίσεων, των θέσεων για το κράτος και την πολιτική εξουσία, για την διεθνή οικονομία και τις νέες μορφές του ιμπεριαλισμού.

Εισαγωγή

Στο τελευταίο του βιβλίο, ο John Kelly [7] , του London School of Economics, γνωστός θεωρητικός των εργασιακών σχέσεων, αναρωτιέται για ποιο λόγο παρατηρούμε μία έξαρση των κοινωνικών αγώνων κατά τις περιόδους μεταστροφής των μακρών κυμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης από την φάση της μακράς οικονομικής άνθισης στην φάση της μακράς ύφεσης και αντιστρόφως. Δεν είναι λίγοι οι οικονομολόγοι και οι ειδικοί των εργασιακών σχέσεων που εργάζονται πάνω στην παλαιά διαίσθηση του Ernest Mandel, ο οποίος είχε το κουράγιο να δημοσιεύσει στο Long Waves of Capitalist Development [8] (1980) ένα διάγραμμα [9] που συνέκρινε την καμπύλη της οικονομικής μεγέθυνσης στην Ευρώπη με μια "καμπύλη των κοινωνικών αγώνων", και έδειχνε ότι μεταξύ των δύο μεγεθών υπάρχει μια σημαντική συσχέτιση.

Προφανώς, ούτε οι ερευνητές των εργασιακών σχέσεων, ούτε ο Mandel και οι άλλοι οικονομολόγοι, θέλησαν να διατυπώσουν μια μηχανική σχέση εξάρτησης μεταξύ των μακρών κυμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των κοινωνικών αγώνων. Εντούτοις, προσπάθησαν να δείξουν ότι υπάρχει μια σχέση εξάρτησης με σχετική αυτονομία.

Εάν αυτή η σχέση επαληθευόταν εκ νέου, καθώς θα πλησιάζαμε στην μεταστροφή του μακρού κύματος από την φάση της ύφεσης σε μια νέα φάση μακράς οικονομικής άνθισης, θα βρισκόμασταν πιθανότατα μπροστά σε μια έξαρση των κοινωνικών αγώνων. Δύο ερωτήσεις τίθενται παρευθύς:

Πρώτον, σε ποιο στάδιο βρίσκεται η καπιταλιστική κρίση; Βρισκόμαστε κοντά στο σημείο μεταστροφής του μακρού κύματος; Δεύτερον, η μεταστροφή του μακρού κύματος θα συνοδευόταν, άραγε, αυτήν την φορά επίσης, όπως έγινε κάθε άλλη φορά στο παρελθόν, από μια έξαρση των ταξικών αγώνων;

Οι απαντήσεις που δίνει αυτό το βιβλίο στις δύο παραπάνω ερωτήσεις είναι συνοπτικά οι εξής:

Aπό τα μέσα της δεκαετίας του '90, συγκεντρώνονται βαθμιαία οι συνθήκες για μια αλλαγή σε ορισμένες βασικές επιλογές των αστικών τάξεων της Ευρώπης σε σχέση με την οικονομική πολιτική --δηλαδή σε σχέση με την συσσώρευση κεφαλαίου και την διευθέτηση των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό του αστικού Κράτους. Το παιχνίδι της "καθημερινής" πολιτικής, οι περιπέτειες της πολιτικής σκηνής και της κομματικής ζωής, θα διεξάγονται στο εξής πάνω στο υπόβαθρο δύο βασικών δεδομένων της μακροχρόνιας συγκυρίας:

Πρώτον, η κρίση του κεφαλαίου έχει εισέλθει σε μια νέα φάση, με σαφή, ευδιάκριτα, νέα χαρακτηριστικά. Το μονοπάτι που ακολούθησε ο καπιταλισμός, ήταν προβλέψιμο στα μέσα της δεκαετίας του '80, τουλάχιστον στις γενικές του γραμμές –ο αναγνώστης μπορεί να επαληθεύσει του λόγου το αληθές ανατρέχοντας σε αναλύσεις εκείνης της εποχής που αναφέρονταν στην κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και στην οικονομική πολιτική [10]. Ένας απολογισμός των όσων συνέβησαν έκτοτε, θα καταλήξει αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες που θεωρούσαμε, τότε, ως ικανές και αναγκαίες για την έξοδο του καπιταλισμού από την κρίση υπερσυσσώρευσης, έχουν πραγματοποιηθεί στο μεγαλύτερο μέρος τους. Αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε στην ανώτατη περίοδο της κεφαλαιοκρατικής κρίσης, στην διάρκεια της οποίας θα κριθεί η ικανότητα του καπιταλισμού να εισέλθει σε μια νέα μακροχρόνια περίοδο άνθισης. Εάν, επομένως, η Αριστερά θέλει να έχει πολιτική παρουσία στην διάρκεια της επόμενης περιόδου πρέπει να κατανοήσει ποια είναι τα επίδικα αντικείμενα των κοινωνικών αντιθέσεων στην διάρκεια της νέας φάσης της καπιταλιστικής κρίσης.

Δεύτερον, στην διάρκεια της νέας φάσης της κεφαλαιοκρατικής κρίσης, όλα τα επίδικα αντικείμενα διακυβεύονται στην σκιά της προϊούσας απαξίωσης της ηγεμονίας του νέο-φιλελευθερισμού, δηλαδή της ιδιαίτερης μορφής που έχει η αστική ηγεμονία στην παρούσα ιστορική συγκυρία. Ο νέο-φιλελευθερισμός δεν είναι απλώς μια μορφή διαχείρισης του συστήματος, μια οικονομική πολιτική ή μια ιδεολογία. Ο νέο-φιλελευθερισμός είναι η αστική ηγεμονία αυτοπροσώπως στα χρόνια της αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού. Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90, αυτή η ηγεμονία αποδυναμώνεται στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι η ιδιοτέλεια της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης δεν είναι πλέον εύκολο να εμφανισθεί ως γενικό συμφέρον και ότι στους κόλπους των υποτελών κοινωνικών τάξεων αναπτύσσεται η δυσπιστία, η αμφισβήτηση, και μαζί με αυτήν οι διαθέσεις σύγκρουσης. Εάν η Αριστερά θέλει να έχει πολιτική παρουσία στην διάρκεια της επόμενης περιόδου, πρέπει να κατανοήσει ότι η αποδυνάμωση της αστικής ηγεμονίας (δηλαδή της ηγεμονίας του νέο-φιλελευθερισμού) παρόλο που αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα ριζοσπαστικοποίησης των υποτελών τάξεων, δεν εξασφαλίζει την στροφή τους προς τις συνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς  --επειδή, για παράδειγμα, αυτές κατέχουν ατράνταχτες αποδείξεις αγωνιστικότητας και έγκυρα πιστοποιητικά επαναστατικότητας ή ακόμη επειδή εκφέρουν τον ορθό λόγο της επαναστατικής θεωρίας. Εάν η Αριστερά θέλει να έχει πολιτική παρουσία στην διάρκεια της επόμενης περιόδου, πρέπει να κατανοήσει σε ποιο ακριβώς έδαφος αναπτύσσεται η διαδικασία αποδυνάμωσης της ηγεμονίας και να παρέμβει πάνω σε αυτό το έδαφος για να διεκδικήσει την εκπροσώπηση της ριζοσπαστικοποίησης των υποτελών κοινωνικών τάξεων.

Το βιβλίο αυτό διαπιστώνει, επίσης, ότι δύο συνθήκες μέγιστης σημασίας θα είναι ευνοϊκές για την εμφάνιση ενός κύματος κοινωνικών αγώνων στα επόμενα έτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Πρώτον, η αναμενόμενη επιτάχυνση της οικονομικής μεγέθυνσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου θα οδηγήσει σε μείωση του ποσοστού ανεργίας και σε μετατροπή του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της νέο-φιλελεύθερης ιδεολογίας, σύγχρονης μορφής της πολιτικής ηγεμονίας της αστικής τάξης θα συνεχιστεί μεσοπρόθεσμα. Εντούτοις, για να υπάρξει ένα νέο κύμα κοινωνικών αγώνων μεγάλης έκτασης κατά τα επόμενα έτη, θα πρέπει να υπάρξουν και οι υποκειμενικές συνθήκες, που εξαρτώνται από την συλλογική συνδικαλιστική, πολιτική και ιδεολογική δράση των φορέων της Αριστεράς.

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι κρίσιμης σημασίας η κατανόηση της ιστορικής συγκυρίας από τους φορείς της Αριστεράς. Τι είναι, όμως, η συγκυρία;

Η συγκυρία είναι η σύγκλιση, η συμπύκνωση των αντιθέσεων ενός κοινωνικού σχηματισμού, είναι στοχαστική συνάντηση πα­ρα­γόντων, "τυχαίος" συνδυασμός στοιχείων που προκύπτουν αφενός από την ίδια τη φύση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και αφετέρου από την ιστορία του (εθνικού) κοινωνικού σχηματισμού. Η συγκυρία περιλαμβάνει, λοιπόν, ένα μεγάλο πλήθος στοιχείων το οποίο ως εμπειρικό υλικό παραδίδεται στην αντίληψή μας ως άθροισμα ασύνδετων φαινομένων. Στη συνέχεια, οι θεωρητικές κατασκευές ?εάν διαθέτουμε τέτοιες? αναλαμβά­νουν να ταξινομήσουν, να διευθετή­σουν, να ιεραρχήσουν, γύρω από ορισμένες έννοιες-κλειδιά, όλα τα στοιχεία της συγκυρίας, έτσι ώστε να προκύψει από αυτήν την θεωρητική εργασία, ένα λογικά συνεκτικό στρατηγικό τοπίο.

Υπάρχουν, λοιπόν, τρεις κατασκευές, οι οποίες προέρχονται από την παράδοση της Αριστεράς, που μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε αυτήν την θεωρητική εργασία.

Πρώτη θεωρητική κατασκευή του στρατηγικού τοπίου, είναι αυτή που προτιμάει ο Λένιν και η οποία εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από την στρατιωτική τέχνη, δηλαδή την τέχνη του πολέμου. Η διευθέτηση, η ταξινόμηση των στοιχείων της συγκυρίας πραγματοποιείται χάρη σε ένα σύστημα αναφοράς που περιλαμβάνει τρία στοιχεία, ή καλύτερα, τρεις διατάξεις υποδοχής των στοιχείων της συγκυρίας:

·    το έδαφος των κοινωνικών συγκρούσεων, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο από τις αντικειμενικές συνθήκες των ταξικών αντιθέσεων (οικονομικές: συσσώρευση κεφαλαίου και εκμετάλλευση της εργασίας, πολιτικές: θεσμικό πλαίσιο και "κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού", ιδεολογικές: μορφή, κατάσταση και ισχύς των ιδεολογικών μηχανισμών του Κράτους),

·    το σύστημα των αντιτιθέμενων κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών δυνάμεων που διατάσσονται σε σχηματισμούς μάχης, πραγματοποιούν συμμαχίες, υφίστανται σχίσματα, συγκρούονται....

·    τα επίδικα αντικείμενα των κοινωνικών συγκρούσεων, ζητήματα σε αναφορά με τα οποία οι σχηματισμοί μάχης σχηματίζονται και αναδιατάσσονται.

Το σύστημα αναφοράς που κατασκευάζει ο Λένιν, του επιτρέπει να διαμορφώσει μια παράσταση που ο ίδιος ονομάζει "παρούσα ιστορική στιγμή". Η παρούσα ιστορική στιγμή αποτελεί περιγραφή μιας πολιτικής κατάστασης με λίγο-πολύ σταθερά χαρακτηριστικά. Ο Λένιν αντιλαμβάνεται την αλλαγή του στρατηγικού τοπίου (δηλαδή της "παρούσας ιστορικής στιγμής"), ως διαδικασία χωρίς υποκείμενο. Για τον λόγο αυτό, αναζητάει, την δυναμική, τον τρόπο της μετάβασης από το ένα στρατηγικό τοπίο στο άλλο, από την μια ιστορική στιγμή στην άλλη, από την μία συγκυρία στην άλλη. Η θεωρητική κατασκευή που προκύπτει έτσι, επιτρέπει στον Λένιν να προσδιορίσει με σαφήνεια συγκεκριμένες δράσεις, ενδιάμεσους στόχους και μέσα δράσης.

Δεύτερη θεωρητική κατασκευή του στρατηγικού τοπίου, είναι αυτή των επιγόνων του Λένιν, οι οποίοι, μετά τον θάνατό του, υποκατέστησαν την θεωρητική κατασκευή του για την στρατηγική, με μια άλλη, ριζικά διαφορετική, που εμπνέεται από την θεωρία της (αν)αντιστοιχίας παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Το στρατηγικό τοπίο γίνεται έκτοτε αντιληπτό από το κομμουνιστικά κόμματα με βάση την "θεωρία των σταδίων".

Τρίτη θεωρητική κατασκευή του στρατηγικού τοπίου, είναι η "ταξινομητική μέθοδος" του αριστερισμού: πρόκειται για την παράδοση που επίμονα και αγωνιωδώς προσπαθεί να χαράξει την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο "ρεφορμι­στικό" και το επαναστατικό, το συν-διαχειριστικό και το αντί-καπιταλιστικό, ανάμεσα στην ταξική συνθηκολόγηση και την αγω­νι­στική πρακτική. Αυτή η παράδοση που φθάνει μέχρι τις ημέρες μας, είναι εξαιρετικά ισχυρή στους κόλπους της εξωκοινοβου­λευτικής Αριστεράς, ιδιαίτερα όταν αυτή αρέσκεται να αυτό-προσδιορίζεται ως επαναστατική.

Από τις τρεις παραδόσεις, η δεύτερη, της "θεωρίας των σταδίων", έχει προφανώς εγκαταλειφθεί οριστικά από όλους στην ριζοσπαστική και την ανανεωτική Αριστερά [11]. Η πρώτη παράδοση, η λενινιστική, αν και δεν βρίσκεται σε πλήρη αχρηστία, διατηρεί μια μάλλον δειλή παρουσία, παρά το γεγονός ότι όλοι στην Αριστερά θα επιθυμούσαν να επανασυνδεθούν μαζί της.

Τι απομένει; Ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς πολύ απλά δεν αντιλαμβάνεται καν την ύπαρξη της συγκυρίας, δηλαδή δεν διαθέτει αντίληψη για το στρατηγικό τοπίο. Ένα άλλο τμήμα της καταφεύγει στην "ταξινομητική μέθοδο" σε συν-διαχειριστικό και αντί-καπιταλιστικό. Βεβαίως, σε μια περίοδο κατά την οποία η ιδεο­λογι­κή αντίδραση υπερέχει σημαντικά, κανείς δεν αγνοεί ότι αυτή η διά­κριση (συν-διαχει­ρι­στικό / αντί-καπιταλιστικό) έχει μια λειτουργία αρκετά σημαντική. Πέραν τούτου, όμως, αυτός ο τύπος ανάγνωσης της συγκυρίας παράγει απλώς μιαν αμυντική τακτική περιχαράκωσης και οχύρωσης. Είναι, άραγε, μια τέτοια τακτική, η κατάλληλη μέσα στις συνθήκες της "παρούσας ιστορικής στιγμής";

Οι πολιτικές θέσεις αυτού του βιβλίου είναι ·    πρώτον, ότι στη σημερινή ιστορική συγκυρία αποδυνάμωσης της ηγεμονίας του νέο-φιλελευθερισμού και εισόδου του καπιταλισμού στην τελευταία φάση της κρίσης του πριν από μια μεγάλη περίοδο άνθησης, το ζητούμενο είναι η επανίδρυση ταξικά αυτόνομων πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζόμενων τάξεων,

·    δεύτερον, ότι για την επίτευξη αυτού του στόχου (της επανίδρυσης), η Αριστερά πρέπει να έχει ως οδηγό της δράσης της μιαν "ανάγνωση" της συγκυρίας που θα ακολουθεί το παράδειγμα του Λένιν: να είναι, δηλαδή, μια ανάγνωση της συγκυρίας που θα ξεχάσει πλήρως την "θεωρία των σταδίων", που δεν θα περιορίζεται στην διάκριση συν-διαχειριστικού και αντί-καπιταλιστικού, ούτε θα αποσκοπεί στην οχύρωση και την άμυνα, αλλά στην συγκρότηση μετώπων, συμμαχιών, συνδικαλιστικών και πολιτικών πρωτοβουλιών, στην ενεργητική παρέμβαση στην εξέλιξη των κοινωνικών αντιθέσεων έχοντας γνώση του στρατηγικού τοπίου, δηλαδή των επίδικων αντικειμένων, των αντικειμενικών συνθηκών και των δυνάμεων που παρεμβαίνουν στην συγκυρία, ·    τρίτον, ότι η συγκυρία, η παρούσα ιστορική στιγμή, αποτελεί σύζευξη ευνοϊκών αντικειμενικών όρων για την ανασύνταξη της Αριστεράς, και ότι επομένως θα πρέπει να καταβληθούν όλες οι προσπάθειες για την επίτευξη των υποκειμενικών όρων της ανασύνταξης. "Αυτό που κυβερνάει την αφήγηση δεν είναι η φωνή: είναι το αυτί". Που σημαίνει: οι αντικειμενικές συνθήκες που διαμορφώνονται στο τέλος του αιώνα, είναι τέτοιες ώστε οι ιδέες και οι αξίες της Αριστεράς μπορούν ξανά να γίνουν γοητευτικές για τις εργαζόμενες τάξεις, να διεκδικήσουν την ηγεμονία.


[1] Με την έννοια που χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο ο Eric Hobsbawm στην Εποχή των Άκρων (1914-1991).

[2] Για τις ιδέες αυτές και την κριτική τους βλ. στο έργο των Louis Althusser, Νίκου Πουλαντζά, Charles Bettelheim, και στην θεωρητική παράδοση που δημιούργησαν. Στην ελληνική βιβλιογραφία βλ. στα τεύχη του περιοδικού Θέσεις 1983-2000.

[3] Hobsbawm E. (1994), Age of Extremes, Michael Joseph, London, o.13

[4] Arendt H. (1963), Eichmann a Jerusalem, Gallimard, o.444

[5] Αλτουσέρ Λ. (1980), Συζήτηση για το Κράτος, Εκδόσεις Αγώνας

[6] "La realite n'est qu'un cas particulier du possible" (Η πραγματικότητα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση του ενδεχόμενου), Prigogine Il. (1998), De l' etre au devenir, Alice Editions, Bruxelles

[7] John Kellly (1998), Rethinking Industrial Relations, Routledge, Chapter 6

[8] Ernest Mandel (1980), Long Waves of Capitalist Development (The Marxist interpretation. Based on the Marshall Lectures given at the University of Cambridge 1978), Cambridge University Press & Editions de la Maison des Sciences de l`Homme. Δεύτερη έκδοση με προσθήκη δύο κεφαλαίων το 1995 από τις εκδόσεις Verso.

[9] στο ίδιο διάγραμμα 3, σελίδα 50

[10] Για την Ελλάδα, βλ. στα παλαιά τεύχη του τριμηνιαίου περιοδικού μαρξιστικής θεωρίας Θέσεις.

[11] Η "θεωρία των σταδίων" διατηρείται στα κείμενα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αποτελεί ωστόσο ένα ερώτημα εάν καθοδηγεί την πολιτική του εν λόγω κόμματος, το οποίο επιδίδεται περισσότερο σε έναν ιδιότυπο συνδικαλισμό (υπεράσπιση ταξικών συμφερόντων χωρίς να αναπτύσσει περί κοινού συμφέροντος λόγο, που είναι το κατ' εξοχήν χαρακτηριστικό της πολιτικής πρακτικής).


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ

Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤα Εμμ. Μπενάκη 59, 10681 Αθήνα, τηλ. 3891820 - fax 3836658

Διευθυντής σειράς Γιάννης Μηλιός