Η οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη
Βιβλιοθήκη Οικονομικής και Πολιτικής Θεωρίας


Scott Meikle

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛH

Μετάφραση 'Ακης Γαβριηλίδης Επιμέλεια Γιάννης Μηλιός  

Τίτλος πρωτοτύπου: Aristotle's Economic Thought

Clarendon Press - Oxford, 1995

ISBN 0-19-815225-6  

Για την Kirsten


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Ευχαριστίες                                                                                                 11

Σημείωμα για τη μετάφραση                                                                       13 

Βιβλιογραφία                                                                                               255


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ  

Με χαρά εκφράζω τις ευχαριστίες μου στους φίλους και συναδέλφους Pat Shaw και Chris Martin, που διάβασαν μεγάλα τμήματα του χειρογράφου και το συζήτησαν κριτικά μαζί μου. Ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη οφείλω στους Hillel Ticktin και Geoff Kay που με εισήγαγαν στα σκοτεινά βάθη τής ανταλλακτικής αξίας.

Ένα μέρος του υλικού έχει δημοσιευθεί προηγουμένως. Είμαι ευγνώμων στα περιοδικά Journal of Hellenic Studies, Polis, Classical Quarterly και Phronesis και στον Basil Blackwell που μου επέτρεψαν να το χρησιμοποιήσω εδώ.

Το άρθρο τού Lindsay Judson «Aristotle on Fair Exchange» ασχολείται εν μέρει με ένα παλαιότερο άρθρο μου με το ίδιο θέμα, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Journal of Hellenic Studies το 1991 και το οποίο επανεμφανίζεται, με ελαφρά παραλλαγμένη μορφή, ως κεφάλαιο 7 στο παρόν βιβλίο. Το άρθρο τού Judson επιχειρηματολογεί επίσης σχετικά με ζητήματα που έχουν θεμελιώδη σημασία για την εδώ υποστηριζόμενη ερμηνεία του Αριστοτέλη, αλλά δυστυχώς έφτασε στα χέρια μου τόσο αργά που δεν μπόρεσα να το λάβω υπόψη μου.

Οι μεταφράσεις είναι πάντα του Ρος, του Ράκαμ, του Μπάρκερ ή του Έργουιν. Στις λίγες περιπτώσεις που χρησιμοποιήθηκε άλλος μεταφραστής, αυτό επισημαίνεται στο κείμενο.

Ευχαριστώ το Τμήμα Ακαδημαϊκού Προσωπικού του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης που μου χορήγησε άδεια για μία ακαδημαϊκή περίοδο προκειμένου να συγγράψω το βιβλίο αυτό.

Σ.Μ.

Γλασκώβη

1994

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  

Προορισμός της μετάφρασης που ακολουθεί είναι να αποδώσει στα νέα ελληνικά τη σκέψη του Σκοτ Μηκλ πάνω στον Αριστοτέλη - και όχι βεβαίως τη σκέψη του Αριστοτέλη του ίδιου. Γι' αυτό, όποτε ο συγγραφέας χρησιμοποιεί παραθέματα από το αριστοτελικό κείμενο, αποδίδουμε, κατ' αρχήν τουλάχιστον, την αγγλική μετάφραση του αρχαιοελληνικού πρωτοτύπου, εφόσον σε αυτή βασίζει ο συγγραφέας την ανάλυσή του. Σε κάποιες περιπτώσεις πάντως, ιδίως όταν η αγγλική απόδοση φαίνεται να απομακρύνεται από το γράμμα του κειμένου, παραθέτουμε το αντίστοιχο χωρίο και στο πρωτότυπο, ώστε οι τυχόν αρχαιογνώστες μεταξύ των αναγνωστών να είναι σε θέση να κρίνουν οι ίδιοι.

Τα παραθέματα από άλλους συγγραφείς αποδίδονται επίσης με βάση το αγγλικό (πρωτότυπο ή μεταφρασμένο) κείμενο που παραθέτει ο Μηκλ. Κατ' εξαίρεση, στα χωρία από τον Πλούτο των Εθνών του Άνταμ Σμιθ χρησιμοποιείται η ελληνική απόδοση του Χ. Βαλλιάνου στα Ελληνικά Γράμματα [η οποία όμως τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η παρούσα μετάφραση δεν είχε εκδοθεί ακόμη, και έτσι ενώ είναι δυνατή η ακριβής παραπομπή σύμφωνα την επικρατούσα διεθνή σύμβαση, (με δύο λατινικούς αριθμούς και ένα αραβικό, εκ των οποίων οι δύο πρώτοι --λατινικοί-- αναφέρονται στον τόμο («βιβλίο») και στο κεφάλαιο και ο τρίτος --αραβικός-- στην παράγραφο του εν λόγω κεφαλαίου), εντούτοις δεν είναι δυνατή η παραπομπή με αριθμό σελίδας]. Όποτε χρησιμοποιείται άλλη υπάρχουσα ελληνική μετάφραση κάποιου έργου, γίνεται σχετική μνεία σε αντίστοιχη υποσημείωση.

Όσον αφορά τα ξενόγλωσσα κύρια ονόματα, προτιμήθηκε η αναγραφή τους με το ελληνικό αλφάβητο. Πάντως, όλα τα ονόματα αναγράφονται μία τουλάχιστον φορά με το λατινικό αλφάβητο, ώστε και πάλι ο αναγνώστης να γνωρίζει περί ποίου ακριβώς πρόκειται κάθε φορά.

Οι υποσημειώσεις με αραβικούς αριθμούς και οι παρατηρήσεις μέσα σε παρενθέσεις και ορθογώνιες αγκύλες ([ ]) είναι του συγγραφέα. Οι σημειώσεις του μεταφραστή εμφαίνονται με αστερίσκους ή με αγκύλες του τύπου {} μέσα στο κείμενο.

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η 

Η επίδραση των όσων έγραψε ο Αριστοτέλης για την οικονομία υπήρξε ανυπολόγιστη. κι ωστόσο, δεν πιάνουν ούτε έξι σελίδες στα Ηθικά Νικομάχεια και τα Πολιτικά στην έκδοση του Bekker. Τα κείμενα αυτά υπήρξαν η ραχοκοκαλιά της μεσαιωνικής σκέψης για την εμπορική συμπεριφορά και για τα ζητήματα που εμείς θα αποκαλούσαμε "οικονομικά" [1] . Aκόμη και σήμερα αποτελούν τη βάση για την κοινωνική διδασκαλία της καθολικής εκκλησίας, ενώ σημαντική υπήρξε η επιρροή τους στην ισλαμική οικονομική σκέψη. Συνήθως θεωρούνται ως η πρώτη συμβολή στην οικονομική ανάλυση και οι ιστορίες της οικονομικής σκέψης αρχίζουν με αυτά [2]. Η αριστοτελική θεωρία περί χρήματος σημάδεψε βαθιά αντίστοιχες προσεγγίσεις μέχρι και τον εικοστό αιώνα, ενώ οι περισσότερες σχολές της νεότερης οικονομικής σκέψης έχουν διεκδικήσει τίτλους αριστοτελικής καταγωγής. μεταξύ αυτών η θεωρία της χρησιμότητας (utility: ωφέλεια) του Τζέβονς, η μαθηματική οικονομική θεωρία, η νεοκλασική οικονομική και ο μαρξισμός.

Τα βασικά κείμενα είναι τα 5.5 ΗΝ και 1. 8-10 Πολ. Η ερμηνεία τους βρίσκεται σήμερα σε χαοτικό στάδιο. Ακόμα και για το αντικείμενο των ερευνών του Αριστοτέλη υπάρχει διαφωνία. Κατά καιρούς έχει θεωρηθεί ως οικονομική ανάλυση, ως θεώρηση εξ ολοκλήρου ηθική που δεν έχει τίποτε να κάνει με την οικονομική ανάλυση και ως αφ' υψηλού πολιτική προκατάληψη κατά των εμπόρων και όσων κερδίζουν χρήματα. Τα εν λόγω κεφάλαια συνήθως θεωρείται ότι δεν έχουν νοητική συνοχή και ότι, τελικά, δεν υπερβαίνουν το χαρακτήρα της έκφρασης μιας αριστοκρατικής αντιπάθειας προς την επιχειρηματική δραστηριότητα. Περιφρονούνται όσο λίγα άλλα τμήματα του αριστοτελικού κόρπους και σπανίως περιλαμβάνονται στις συλλογές κειμένων του Αριστοτέλη που εκδίδονται κατά καιρούς [3] .

Το χάος αυτό εμφανίστηκε μόνο κατά τα τελευταία 120 περίπου χρόνια. Για ολόκληρους αιώνες σχολιασμού, τα κείμενα δεν είχαν εμφανιστεί τόσο προβληματικά. Οι αρχαίοι σχολιαστές δεν σπαζοκεφάλιαζαν και τόσο με αυτά, ούτε εξάλλου ο Ακινάτης, η ανάλυση του οποίου για το 5.5 ΗΝ είναι ανώτερη από τις περισσότερες σύγχρονες εργασίες [4]. Τα κείμενα σώζονται χωρίς σοβαρή παραμόρφωση, η ουσία των κεφαλαίων είναι μάλλον σαφής και δεν είναι τόσο δύσκολο να εκτυλίξει κανείς τη λογική των επιχειρημάτων. Εφόσον το χάος είναι πρόσφατης προελεύσεως, η πηγή του ίσως έγκειται κοντύτερα σ' εμάς, σε κάποιο χαρακτηριστικό της νεότερης σκέψης που απουσίαζε από τη σκέψη των παλαιότερων χρόνων. Αν είναι έτσι, η προφανής υποψία είναι ότι θα έχει κάποια σχέση με το νεότερο αντικείμενο των οικονομικών, που βάρυνε τόσο πολύ στις πρόσφατες ερμηνείες.

Υπήρξε μια προσίδια στη δική μας εποχή δυσκολία να κατανοήσουμε τη φύση της αρχαίας κοινωνίας. Η δυσκολία αυτή άρχισε να εμφανίζεται με βίαιο τρόπο κατά το τελευταίο τέταρτο του δέκατου ένατου αιώνα, μόλις η οικονομική θεωρία απέκτησε κάποια σοβαρή επιρροή στη μελέτη της αρχαιότητας [5]. Έκτοτε, η συζήτηση για το χαρακτήρα της αρχαίας κοινωνίας προκάλεσε μια διαίρεση μεταξύ των "νεωτεριστών" και των "αρχαϊστών", με επίμαχο ζήτημα το αν είναι ή δεν είναι χρήσιμο να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε την αρχαιότητα με όρους που να αντλούνται από τη νεότερη οικονομική θεωρία. Η "νεωτεριστική" άποψη είναι ότι η αρχαία οικονομία πρέπει να θεωρηθεί ως μια πρώιμη και περιορισμένη εκδοχή της κατάστασης που μας είναι οικεία σήμερα, όχι ως κάτι ποιοτικά διαφορετικό, και ότι στη μελέτη της πρέπει να εφαρμοσθούν οι ίδιες οικονομικές έννοιες που χρησιμοποιούμε για τη μελέτη της οικονομίας του καιρού μας. Σ' αυτή την άποψη, ο Φίνλεϋ και άλλοι (οι "αρχαϊστές") αντέταξαν ότι η αρχαία "οικονομική" δραστηριότητα ήταν όντως ποιοτικά διαφορετική και ότι η χρήση νεότερων οικονομικών εννοιών έχει μοιραίες συνέπειες για την προσπάθειά μας να την καταλάβουμε.

Κάτω από την επιφάνεια της έριδας κρύβονταν σαφείς πολιτικοί προσανατολισμοί. Ο Mάγερ το κατέστησε σαφές από την αρχή. Χωρίς περιστροφές, διακήρυξε ότι "η Αθήνα τον πέμπτο και τον τέταρτο αιώνα βρίσκεται σημαδεμένη [unter dem Zeichen] από τον καπιταλισμό τόσο, όσο και η Αγγλία από τον δέκατο όγδοο αιώνα και μετά ή η Γερμανία από το δέκατο ένατο" [6]. Τέτοια παρρησία θα ήταν σπάνια σήμερα, αλλά, αν οι όροι της στράτευσης έχουν γίνει λιγότερο άμεσοι, το πολιτικό περιεχόμενο δεν έχει μεταβληθεί.

Η διαμάχη επεκτάθηκε στην αρχαιοελληνική "οικονομική" γραμματεία και δόθηκαν μάχες με βάση το ερώτημα αν στον Ησίοδο, τον Λυσία, τον Ξενοφώντα, τον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τα ψευδο-αριστοτελικά Οικονομικά και στους υπολοίπους ανευρίσκεται οτιδήποτε που να μπορεί να αποκληθεί "οικονομικό" με βάση κάποιον στοιχειωδώς λογικό ορισμό του όρου. Τα κεφάλαια του Αριστοτέλη είναι μακράν τα πλέον αναλυτικά και ερευνητικά από τις αρχαίες "οικονομικές" πηγές. θα λέγαμε ότι τίποτε παρόμοιο δεν υπάρχει στην αρχαιοελληνική γραμματεία, και ήταν φυσικό η ερμηνεία τους να βρεθεί στην καρδιά της συγκεκριμένης όψης της διαμάχης.

Αυτό που ξενίζει περισσότερο με τα σωζόμενα αρχαιοελληνικά κείμενα που ασχολούνται με ό,τι σήμερα θα αποκαλούσαμε "οικονομία" είναι το πόσο λίγα είναι. Η συλλογή βασικών κειμένων τού Λαίστνερ, η οποία, λαμβάνοντας το ζητούμενο ως δεδομένο, έφερε τον τίτλο Greek Economics, απέφερε έναν μάλλον ισχνό τόμο [7]. Όσα βρίσκουμε σε αυτή, πέρα από τις συμβολές του Αριστοτέλη, δεν είναι θεωρητικά ή αναλυτικά κατά οποιαδήποτε έννοια, αρκετοί δε νεότεροι σχολιαστές χρησιμοποίησαν όρους όπως "τετριμμένο" και "κοινότοπο" για να τα περιγράψουν. Και οι δύο πλευρές της διαμάχης όφειλαν να έχουν κάποια εξήγηση για τις ιδιομορφίες αυτές.

Από τη νεωτεριστική πλευρά υποστηρίχθηκε ότι είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως οι αρχαίοι Έλληνες νοιάζονταν λιγότερο από μας για την εξασφάλιση των αναγκαίων και των ανέσεων της ζωής και, αν αυτό αποτελεί το θέμα της οικονομικής μελέτης, όπως υποστηρίζουν κάποιοι ορισμοί, τότε είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι οι Έλληνες ασχολήθηκαν με αυτήν τόσο λίγο όσο ισχυρίζονται οι "αρχαϊστές". Οι Έλληνες ήταν περίεργοι και εφευρετικοί σε όλα σχεδόν τα υπόλοιπα, οπότε είναι μυστήριο το ότι τους χαρακτηρίζει αυτό το έλλειμμα σε ένα μόνο πεδίο, και μάλιστα ειδικά σ' αυτό. Εξίσου μυστήριο είναι το ότι η οικονομία, μόνη αυτή από όλους τους τομείς της νεότερης σκέψης, φαίνεται να βρίσκει τόσο λίγη θεμελίωση στην αρχαιοελληνική κληρονομιά, που τόσο βαθιά επίδραση είχε σχεδόν παντού αλλού. Η φτώχεια και οι ιδιαιτερότητες της αρχαίας οικονομικής φιλολογίας, κατά την άποψη αυτή, δεν είναι τόσο μεγάλες όσο φαίνονται - και πρέπει να εξηγηθούν από το γεγονός ότι η αρχαία οικονομική δραστηριότητα ήταν περιορισμένης κλίμακας και είχε μη ανεπτυγμένη μορφή, και όχι από το ότι ήταν ποιοτικά διαφορετική.

Από την άλλη πλευρά υποστηρίζεται ότι υπάρχει ένα θεμελιώδες γεγονός που κάνει όλη τη διαφορά: οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν οικονομία της αγοράς. Χωρίς αυτήν δεν θα ήταν δυνατό να έχουν και οικονομική σκέψη, διότι η οικονομία της αγοράς και η οικονομική σκέψη συνδέονται αναγκαία και όχι συμπτωματικά. Η φτώχεια της αρχαίας οικονομικής σκέψης, κατά την άποψη αυτή, είναι ακόμη μεγαλύτερη απ' όσο φαίνεται, διότι ακόμη και αυτά τα κείμενα που έχουν την εντονότερη "οικονομική" χροιά - τα κείμενα του Αριστοτέλη - στην πραγματικότητα έχουν καθαρά ηθικό χαρακτήρα και όχι "οικονομικό", με όποιο τρόπο και αν νοήσουμε τον όρο.

Έτσι, η οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη, πέρα από το δικό της, ενδογενές ενδιαφέρον, έχει αποκτήσει κρίσιμη θέση σε αυτή την ευρύτερη διαμάχη για το χαρακτήρα της αρχαιότητας. Αν ακόμα και το έργο του Αριστοτέλη δεν είναι "οικονομικό", τότε κανένα αρχαιοελληνικό σύγγραμμα δεν είναι. Επιπλέον, η φήμη του Αριστοτέλη ως πατέρα της οικονομικής θεωρίας απειλείται.

Ο Φίνλεϋ αρχίζει το βιβλίο του Η αρχαία οικονομία με κάποιες παρατηρήσεις για την Short Introduction to Moral Philosophy {Σύντομη Εισαγωγή στην Ηθική Φιλοσοφία} που δημοσίευσε το 1742 ο Francis Hutcheson, καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και δάσκαλος του Άνταμ Σμιθ. Το 3ο μέρος του έργου τιτλοφορείται "The Principles of Oeconomics and Politics" {Οι αρχές της Οικονομίας και της Πολιτικής} και αρχίζει με τρία κεφάλαια για το γάμο και το διαζύγιο, τα καθήκοντα των γονέων, των τέκνων, των κυρίων και των δούλων, αλλά κατά τα λοιπά είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στην πολιτική. Στο 2ο μέρος, αντίθετα, που τιτλοφορείται "Elements of the Law of Nature" {Στοιχεία του Φυσικού Δικαίου}, βρίσκουμε μια έκθεση περί κυριότητας, διαδοχής, συμβάσεων, της αξίας των αγαθών και του νομίσματος και του δικαίου του πολέμου. Ο Φίνλεϋ σχολιάζει ότι "αυτά προφανώς δεν ήταν μέρος των 'οeconomics'. .. Αυτό δεν συνιστά ούτε απροσεξία, ούτε αναποδιά εκ μέρους του: απλώς, ο Χάτσεσον βρισκόταν στο τέλος μιας παράδοσης που είχε κρατήσει πάνω από 2000 χρόνια. .. Το βιβλίο που υπήρξε το πρότυπο για την παράδοση που ακόμη εκπροσωπεί ο Χάτσεσον ήταν ο Οικονομικός, που έγραψε ο Ξενοφών ο Αθηναίος πριν από τα μέσα του τέταρτου αιώνα π.Χ". Επρόκειτο για ένα έργο που γράφτηκε για να δώσει πρακτικές συμβουλές σε έναν ευγενή γαιοκτήμονα για την ορθή διαχείριση ενός κτήματος, των δούλων του, του νοικοκυριού και της γης. Ο Φίνλεϋ καταλήγει: "Δεν υπήρχε οδός η οποία να οδηγεί από τα 'οeconomics' του Φράνσις Χάτσεσον στον Πλούτο των Εθνών του Άνταμ Σμιθ, που δημοσιεύτηκε εικοσιτέσσερα χρόνια αργότερα" [8] .

Αν είναι έτσι, τότε προβάλλουν ανάγλυφα ερωτήματα για τη δική μας εποχή. Αν οι αρχαίοι Έλληνες σκέπτονταν μόνο με όρους ηθικής, ή με όρους ηθικής και πολιτικής *, τότε η ηθική ήταν η μόνη τους πηγή λογισμού για τη δημόσια λήψη αποφάσεων. Στις σύγχρονες κοινωνίες που βασίζονται στην οικονομία της αγοράς, σημαντικές κατηγορίες αποφάσεων αποσπάστηκαν τελείως από το πεδίο της ηθικής και μεταφέρθηκαν στην επικράτεια της οικονομίας. Η σχέση μεταξύ οικονομίας και ηθικής είναι ζήτημα που αμφισβητείται, αλλά οι απόψεις έχουν αποφασιστικά στραφεί, τουλάχιστο μεταξύ των οικονομολόγων αυτού του αιώνα, προς την αποδοχή ότι η σχέση είναι ελάχιστη ή ανύπαρκτη και ότι η οικονομία είναι μια αυτόνομη επιστήμη.

Κατά τον τέταρτο π.Χ. αιώνα, η Αθήνα είχε αναπτύξει την παραγωγή και την κυκλοφορία εμπορευμάτων, δηλαδή αξιών ανταλλαγής, σε σημαντικό βαθμό. Οι "αρχαϊστές" δεν πρέπει να έχουν δυσκολία να το δεχθούν αυτό. οι επιφυλάξεις κατά των "νεωτεριστών" θα πρέπει να αφορούν την κλίμακα και τη σημασία των αγοραίων σχέσεων και όχι την ύπαρξή τους [9]. Θα υποστηρίξω ότι στον Αριστοτέλη ανευρίσκεται ένα σώμα σκέψεων προορισμένο ειδικά να αναλύσει αυτή την εξέλιξη. Τον προηγούμενο αιώνα, μαινόταν έντονη διαμάχη γύρω από την ανάλυση της αξίας ανταλλαγής μεταξύ των φίλων και των αντιπάλων της οικονομίας της αγοράς. Μια τέτοια θεμελιώδης έρις σπανίως αφήνει ανεπηρέαστες τις κλασικές σπουδές, και η έρις αυτή υπήρξε η βαθύτερη αιτία για το χάος που κυριαρχεί στην ερμηνεία του Αριστοτέλη.


[1] Για το ρόλο τους στη μεσαιωνική σκέψη περί εμπορίου και χρήματος, βλ. O. Langholm (1983).

[2] Ο Πλάτων βρίσκεται συνήθως ψηλά στον κατάλογο των τιμητικών αναφορών, αλλά τυγχάνει λιγότερης προσοχής επειδή δεν είναι τόσο συστηματικός και αναλυτικός.

[3] Βλ. π.χ. J. L. Ackrill (ed.), (1987).

[4] Aquinas (μετ. Litzinger, 1964), i. 417-28, ιδίως 423 κ.ε.

[5] Μια εισαγωγική έκθεση μπορεί κανείς να βρει στο M. M. Austin και P. Vidal-Naquet (1977), μ. 1, κεφ. 1. Βλ. επίσης την έκθεση του Ιduard Will για το διάλογο μέχρι το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο Annales, 9 (1954), 7-22.

[6] E. Meyer, όπως παρατίθεται στο Bolkestein, Economic Life in Greece's Golden Age, ed. E. J. Jonkers (Leiden, 1958), 148-9. ΄Οταν έγραφε ο Mάγερ, το SPD (Sozial-demokratische Partei Deutschlands - γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα), υπό την ηγεσία του Κάουτσκι, του Μπερνστάιν και του Λήμπκνεχτ, ανερχόταν ραγδαία και απειλητικά. Ο Bolkestein σημειώνει ότι η γνώμη του Mάγερ, και το μόλις υποκρυπτόμενο μήνυμά της ότι ο πολιτισμός είναι συνώνυμος με το σύστημα της ελεύθερης αγοράς ή με τον καπιταλισμό, υιοθετήθηκε από πολλούς λογίους, ιδίως στη Γερμανία.

[7] M. L. W. Laistner (1923).

[8] M. I. Finley (1973), 17-20.

*Στο κείμενο οι ελληνικές λέξεις με λατινικά στοιχεία.

[9] Βλ. M. I. Finley, 'Aristotle and Economic Analysis', in Studies in Ancient Society (London, 1974), 38 (αρχ. δημοσ. στο Past & Present, 47 (1970)), ο οποίος δεν αμφισβητεί την παραγωγή εμπορευμάτων. Το ζήτημα εξετάζεται στο κεφ. 8.



Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ Εμμ. Μπενάκη 59, 10681 Αθήνα, τηλ. 3891820 - fax 3836658

Διευθυντής σειράς Γιάννης Μηλιός