Οι Cabot-ίνοι της εξουσίας
Τεύχος 135: περίοδος Απρίλιος - Ιούνιος 2016


ΟΙ CABOT-ΙΝΟΙ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ1


του Βασίλη Δρουκόπουλου2


«Το μίσος για τους φτωχούς είναι ενοχή/ που έχει ταγγίσει; Που οι πλούσιοι έχουν/ τόσα πολλά και ακόμα συνωμοτούν για να κλέψουν [...]/ Η ηθικόλογη οργή που ζυμώνεται/ μέσα τους ξεχειλίζει με περικοπές σε οτιδήποτε/ κρατάει ζωντανούς τους ανθρώπους. Τιμωρούν/ με λιγότερα όσους έχουν λίγα, / μ’ ένα πελώριο νομικό λεωφορείο να μας πατήσει».

Marge Piercy, “Who has little, let them have less”.


«Η λιτότητα είναι ταξική πολιτική – πολιτικά, οικονομικά ή κοινωνικά δεν είναι ουδέτερη. Δεν υπηρετεί τα ευρύτερα συμφέροντα, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της. Υπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου που βρίσκεται σε κρίση».

EricLichten, Class , Power and Austerity, Praeger, Massachusetts, 1986: 15.



Με αφορμή την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ (Γενάρης 2015) ο «νομπελίστας» οικονομολόγος Joseph Stiglitz στο άρθρο του “AGreekmoralitytale” (www.project-syndicate.org , 3.2.2015) είχε γράψει: «Γιατί να μην καταργηθεί απλά η δημοκρατία όπως στην πράξη έγινε στη Newfoundland όταν εκεί εφαρμόστηκε η “διαχείριση περιουσίας λόγω πτώχευσης”;». Ο Stiglitz αναφερόταν συγκεκριμένα στον φόβο του ότι αν οι Ευρωπαίοι δεν εισάκουαν το καθαρό μήνυμα που είχαν στείλει οι Έλληνες πολίτες με το εκλογικό αποτέλεσμα θα ήταν σαν να ομολογούσαν ότι η έννοια της δημοκρατίας είναι κάτι ασήμαντο που δεν μετράει στη διαπραγμάτευση οικονομικών διαφορών.3 Αλλά πάλι, γιατί ο Stiglitz μνημόνευσε τη Newfoundland;

Κι εμείς στ’ αλήθεια γιατί θα πρέπει να ασχοληθούμε εκτενέστερα με αυτό; Διότι, υποστηρίζω, για να συνάγει κάποιος χρήσιμα συμπεράσματα από την τωρινή εξέλιξη των πραγμάτων οφείλει να ανατρέξει σε ανάλογες καταστάσεις και συμβάντα του παρελθόντος. Όπως σημειώνει ο Σταύρος Σταυρίδης σ’ αυτό το τεύχος (σ...): «Η ιστορική αναλογία έχει τεράστια ερμηνευτική δύναμη». Με αυτόν τον τρόπο, εξετάζοντας τις διάφορες κονωνικο-οικονομικές δυνάμεις που αλληλοεπιδρούσαν και του μετασχηματισμού τους στο παρελθόν, κάποιος προικίζεται με πλουσιότερα διανοητικά μέσα και διαυγέστερο πρίσμα για την κατανόηση και την εκτίμηση των αντίστοιχων σύγχρονων γεγονότων και την απόκτηση ζωντανής συνείδησης της εποχής «[...] σαν αποτέλεσμα διαδικασιών που πηγάζουν από μια ταξική κοινωνία [...]». Τέλος, «[...] η στάση του ατόμου απέναντι στα γεγονότα και τα φαινόμενα [...] μαζί με τη μαρξιστική διαλεκτική που τη θεμελιώνει, τη φωτίζει και την εξηγεί, είναι εκείνες που συντελούν στην αναγωγή του καθημερινού γεγονότος σε ιστορικό γεγονός, που τοποθετούν το καθημερινό γεγονός μέσα στις κοινωνικές και ιστορικές του διαστάσεις» (Μάρκαρης, 2008: 10, 11).


1. Προάγγελμα


«Η κρίση δεν πήγε χαμένη. Αλλά είναι η δεξιά που εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία. Δεν έμεινε ικανοποιημένη με τον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού πάνω στις κοιλιές των πεινασμένων αλλά επίσης εμπλούτισε τα θησαυροφυλάκια των πλούσιων πάνω στις πλάτες των φτωχών». Gary Younge, “US budget is balanced on the backs of the poor”, The Guardian Weekly, 8/11/2013: 18.


Λοιπόν. Ο Giovanni Caboto, Ιταλός θαλασσοπόρος κι εξερευνητής (στα βενετσιάνικα: Zuan Chabotto, στ’ αγγλικά: John Cabot) στην υπηρεσία του βασιλιά Ερρίκου VII της Αγγλίας ήταν ο επικεφαλής της αποστολής που πρώτη (1497) – μετά τους Βίκινγκς των αρχών του 11ου αιώνα – αποβιβάστηκε, πολύ πιθανά, σε νησί του κύριου μέρους της Βόρειας Αμερικής που σχεδόν αμέσως αποκλήθηκε Newfoundland (γνωστό και ως Terre Neuve στα γαλλικά). Το 1583 ανακηρύσσεται ως η πρώτη βρετανική αποικία. Το 1832 ο Άγγλος βασιλιάς δίνει την άδεια για τη συγκρότηση κοινοβουλίου ενώ το 1855 αποκτά τη δική της κυβέρνηση και το 1907 πλέον ως αυτοδιοικούμενη αποικία μετατρέπεται σε κτήση (dominion) του βρετανικού στέμματος. Αυτά τα λίγα προκαταρκτικά «πατριδογνωσίας» αρκούν.

Η οικονομία των 280.000 κατοίκων (NewfoundlandandLabrador), των $30εκ. ΑΕΠ, των $100εκ. δημόσιου χρέους και του κρατικού ελλείμματος που ξεπερνούσε το 10% του ΑΕΠ, φαινόταν στο τέλος του 1932 ότι δεν θα ήταν πλέον σε θέση να πληρώσει τους τόκους του χρέους που είχε διπλασιαστεί ανάμεσα στο 1920 και το 1932, ούτε θα είχε πρόσβαση σε πρόσθετη δανειοδότηση (Hale, 2003 και Higgins, 2007). Οι πληρωμές τόκων που ενώ το 1927-8 ανέρχονταν στο ήδη εξαιρετικά υψηλό 40% των δημόσιων εσόδων, την περίοδο 1930-33 είχαν εκτοξευθεί στο 60% (Overton, 1990: 95, 103). Η ανάγκη δανεισμού είχε προκύψει κυρίως από τις στρατιωτικές δαπάνες του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, από την κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου και στα χρόνια της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, οι τιμές ενός βασικού εξαγωγικού προϊόντος, των ψαριών (το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν ο παστός μπακαλιάρος), είχαν κατρακυλήσει.4 Η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου κατεψυγμένου κρέατος και κονσερβοποιημένων τροφών είχε και αυτή αρνητική συμβολή (Lodge, 1939: 23). Οι υπόλοιπες εξαγωγές (χαρτοπολτός, ορυκτά) είχαν επίσης μειωθεί σημαντικά (Higgins, 2007). Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η συντηρητική κυβέρνηση («χούντα των εμπόρων» έχει αποκληθεί) του 1924, εφαρμόζοντας καθαρά ταξική πολιτική, είχε καταργήσει τον προοδευτικό φόρο εισοδήματος καθώς και τον φόρο «επί των υπερβαλλόντων κερδών» ενώ είχε αυξήσει τους εισαγωγικούς δασμούς και τους φόρους σε βασικά είδη των οποίων η κατανάλωση μειώθηκε στα χρόνια της κρίσης και το κόστος διαβίωσης αυξήθηκε γύρω στο 30% (Overton, 1990: 95, 103, 106 και Webb, 2001).5 Τα δημόσια έσοδα είχαν υποστεί καθίζηση. Αντίθετα, τα βοηθήματα προς τους άπορους και τους ολοένα αυξανόμενους ανέργους που κυρίως παρέχονταν σε είδος (χοιρινό, αλεύρι, τσάι και μελάσα), παρόλο που κόστιζαν κάθε μήνα μόνο $1, 80 για κάθε δικαιούχο στις αγροτικές περιοχές και λίγο παραπάνω στην πρωτεύουσα St. John’s (η πιο ανατολική – γεωγραφικά – πόλη της Βόρειας Αμερικής), απαιτούσαν συνολικά υψηλές δαπάνες, περίπου 15% των δημόσιων εσόδων το 1932-33 (Hale, 2003: 56 και Overton, 1990: 106). Είχε υπολογιστεί ότι μεταξύ του 1/3 και 1/2 του πληθυσμού ζούσε σε συνθήκες άθλιας φτώχειας ενώ τουλάχιστον το 1/4 του πληθυσμού λάμβανε κρατική βοήθεια (Lodge, 1939: 17, 229). Το εθνικό νόμισμα της χώρας ήταν σταθερά συνδεδεμένο (1 προς 1) με το καναδικό δολάριο από το 1895 όταν ύστερα από μια τραπεζική κρίση το εγχώριο πιστωτικό σύστημα πέρασε στην κυριαρχία των καναδικών τραπεζών. Και ενώ άλλες χώρες-εξαγωγείς ψαριών υποτιμούσαν τα νομίσματά τους, στη Newfoundland η ισοτιμία 1 προς 1 αποφασίστηκε να παραμείνει ανέπαφη.6 Μόνον κάποιες προτάσεις υπήρξαν για να συνδεθεί το νόμισμα με την αγγλική στερλίνα που είχε υποτιμηθεί το 1931 αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν ήδη πολύ αργά (Hale, 2003: 57).7 Ο δρόμος της «δημοσιονομικής πειθαρχίας και των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων» είχε πλέον ανοίξει στο πλαίσιο μιας ταχύτατα συρρικνούμενης οικονομικής βάσης.

Στα μέσα του 1931 η μικρή αυτή χώρα βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Ο δανεισμός από τις ξένες τράπεζες γινόταν, όλο και πιο πολύ, με ιδιαίτερα επαχθείς όρους. Η κυβέρνηση απευθύνθηκε στο Λονδίνο και ζήτησε ειδικούς οικονομικούς συμβούλους να συνδράμουν ύστερα από απαίτηση των καναδικών τραπεζών. Αποφασίστηκε ότι τα τελωνειακά έσοδα (τα οποία ανέρχονταν στα 2/3 των κρατικών εσόδων, Neary, 1988: 9) θα μεταφέρονταν σε έναν ειδικό λογαριασμό απ’ όπου θα εκταμιεύονταν τα απαιτούμενα ποσά για τη λειτουργία, στη minimum δυνατή κλίμακα, των κρατικών υπηρεσιών και το υπόλοιπο θα προοριζόταν για την εξόφληση των οφειλόμενων τόκων του δημόσιου χρέους. Η βάση της αυτονομίας μιας αυτοδιοικούμενης χώρας είχε αρχίσει να σείεται.

Στις αρχές του 1932 οι τράπεζες, ως προϋπόθεση πρόσθετης δανειοδότησης, απαίτησαν την απόκτηση του ελέγχου των οικονομικών υποθέσεων της χώρας. Οι αντιδράσεις δεν άργησαν να φανούν. Έγιναν έφοδοι σε αρκετά καταστήματα ενώ την ίδια εποχή όταν η «μερίδα» του $1, 80 επιδιώχτηκε να εφαρμοστεί και στην πρωτεύουσα, οι διαμαρτυρίες, οι πορείες και μια βίαιη σύγκρουση ανάγκασε την κυβέρνηση να υποχωρήσει ενώ οι απόμαχοι του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου κατόρθωσαν να περιορίσουν τις περικοπές των συντάξεών τους. Τελικά, και κάτω από το βάρος κρουσμάτων εκτεταμένης διαφθοράς και κακοδιαχείρισης, η κυβέρνηση παραιτήθηκε. Οι εκλογές που ακολούθησαν ανέδειξαν θριαμβευτικά μια νέα συντηρητική κυβέρνηση (“aformidablecollectionofmerchants” – Overton, 1990: 109) που ανέλαβε τα ηνία στα μέσα του 1932. Είχε αναφερθεί αργότερα ότι ο νέος πρωθυπουργός δεν ήταν ένας επαγγελματίας πολιτικός αλλά απλά ένας businessman που προσπαθούσε από καιρό να σώσει την πατρίδα του από τους πολιτικούς. Στη συνέχεια, το 1/3 των δημόσιων υπαλλήλων απολύθηκε και όσοι απόμειναν είχαν μειώσεις μισθών. Οι προϋπολογισμοί για την υγεία και την παιδεία περικόπηκαν δραματικά. Δύο όμως αυξήθηκαν. Ο ένας ήταν της Δικαιοσύνης όπου υπαγόταν η αστυνομική δύναμη και της οποίας το μέγεθος διπλασιάστηκε το 1932 και ο άλλος ήταν της Κρατικής Μέριμνας που, παρ’ όλες τις αδιάκοπες προσπάθειες για περιορισμό, συνεχώς αυξανόταν λόγω της ανεργίας και της ανέχειας που κάλπαζαν. Η αποκλειστική προεκλογική υπόσχεση (1932) της νέας κυβέρνησης ήταν να εξετάσει το ενδεχόμενο να κυβερνηθεί η χώρα από μία Επιτροπή που δεν θα προερχόταν από τη λαϊκή ψήφο αλλά την οριστική επιλογή μιας τέτοιας λύσης θα αποφάσιζε ο λαός (Neary, 1988: 14).

Στήριξη σ’ αυτή την εξαγγελία είχε προηγηθεί. Από καιρό, πολλοί είχαν εκφραστεί υπέρ μιας «αναίμακτης επανάστασης» που θα καθοδηγούταν από businessmen και άλλους «τίμιους» ανθρώπους. Μερικοί είχαν μιλήσει για «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας» με την κατάργηση όποιας ταξικής αντιπαράθεσης, ενώ πάλι κάποιοι άλλοι πρόκριναν την εμφάνιση ενός έμπειρου Μουσολίνι ηλικίας μικρότερης των 40, με ατσαλένια καρδιά ο οποίος θα ενεργούσε δυναμικά χωρίς χασομέρια όσο η πατρίδα φλεγόταν. Είχε, λοιπόν, διαμορφωθεί μια αντικοινοβουλευτική τάση, ενταγμένη στο κλίμα της εποχής, που θεωρούσε ότι κάθε εκλεγμένη κυβέρνηση θα βρισκόταν τόσο κοντά στον λαό οπότε δεν θα μπορούσε να αποδιώξει πιέσεις που θα απέτρεπαν τις «σωστές» αποφάσεις που απαιτούσε η «σωτηρία της πατρίδας». Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να προστεθεί ότι, παρόλο που τελικά δεν αποτολμήθηκε η εφαρμογή του, είχε σοβαρά συζητηθεί (1933) το ενδεχόμενο της αποστέρησης από τους πένητες του δικαιώματος της ψήφου.8 Με την οικονομική κρίση να βρίσκεται στο απόγειό της, τα «προνόμια» που η αστική δημοκρατία είχε τη «γενναιοδωρία» να επιδαψιλεύει στους πένητες και «πτωχούς τω πνεύματι» σε εύφορους καιρούς, έμπαιναν πια σε αμφισβήτηση.9 Από την άλλη μεριά, το εργατικό κίνημα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 αλλά και η Εργατική Ομοσπονδία (Newfoundland Federation of Labour) που είχε ιδρυθεί το 1925, πρόβαλαν ένα έντονο αντικομμουνιστικό μήνυμα σε αντίθεση με άλλες εργατικές ενώσεις της Βόρειας Αμερικής. Ο ιδρυτής της Ομοσπονδίας είχε μιλήσει για ένα εργατικό κίνημα που ήταν επιβεβλημένο να παραμείνει ενωμένο απέναντι στους κύριους εχθρούς, τον μπολσεβικισμό και τον κομμουνισμό. Οι απεργίες θα έπρεπε, όσο το δυνατόν, να αποφεύγονται και τα συνδικάτα με στόχο τη βελτίωση της μοίρας της εργατικής τάξης, έπρεπε να λειτουργούν ενσωματωμένα αυστηρά στο υφιστάμενο κοινωνικο-πολιτικό σύστημα. Χρειαζόταν, με κάθε θυσία, η χώρα να αποφύγει τη μετατροπή της σε «TerraNovaSoviet» (Overton, 1990: 97, 99, 111). Η πορεία προς την αφαίρεση στοιχειωδών αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων φαίνεται ότι δεν αντιμετώπιζε πλέον ιδιαίτερα εμπόδια.

Η νέα κυβέρνηση πρότεινε ένα σχέδιο «μερικής αθέτησης πληρωμής» που θα συνεπαγόταν την προσωρινή μείωση των δόσεων αποπληρωμής (Webb, 2001). Ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν ανάθεμα, αρχικά μόνον όπως θα αποδειχθεί αργότερα, στο Λονδίνο με τον επιφανειακό ισχυρισμό ότι κανένα μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας δεν έχει ποτέ αθετήσει την πληρωμή των υποχρεώσεών του και τον πιο αληθοφανή, ότι η εγκατάλειψη της υποχρέωσης έπρεπε να αποφευχθεί για να διατηρηθεί αλώβητο “thegeneralcreditoftheEmpire” και να μην αμαυρωθεί το όνομα της Κοινοπολιτείας. Επιπρόσθετα, υποστηρίχτηκε ότι με κάτι τέτοιο θα ξεσπούσε οικονομική κρίση στη Newfoundland. Το βαθύτερο βέβαια επιχείρημα που δεν δηλωνόταν ανοικτά, είχε να κάνει με την αποφυγή ζημιών από τους πιστωτές παρ’ όλο που το Ηνωμένο Βασίλειο είχε διαγράψει χρέος άλλων ευρωπαϊκών χωρών λόγω του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου (Neary, 1988: 19, 21). Αλλά και ο Καναδάς εναντιώθηκε σε κάτι τέτοιο με τη δικαιολογία της προστασίας του εθνικού του νομίσματος και φυσικά, των τραπεζών του. Ούτε πάλι, το Λονδίνο επικροτούσε την ιδέα της κοινοβουλευτικής ένωσης της χώρας με το Ηνωμένο Βασίλειο ενώ θα ήθελε να τη ξεφορτωθεί με την εκχώρησή της στον Καναδά, αλλά και ούτε η Ότταβα ήθελε να την υποδεχτεί στην καναδική ομοσπονδία με την ανάληψη των υποχρεώσεών της. Ήδη οι επαρχίες του Καναδά αντιμετώπιζαν ένα ογκούμενο πρόβλημα χρέους (Neary, 1988: 24, 40).


2. Πρόθυρα και μέτρα προετοιμασίας


«Αν ο αδελφός σου φτωχύνει και βρεθεί σε αδυναμία πρέπει να ενδιαφερθείς γι’ αυτόν [...] ώστε να μπορέσει κι αυτός να ζήσει μαζί σου. Δεν επιτρέπεται να πάρεις τόκο για τα χρήματα που του δάνεισες, ούτε περισσότερα είδη από όσα του έδωσες, ούτε να προσφέρεις τρόφιμα με σκοπό να του ζητήσεις περισσότερα» Λευϊτικόν, ΚΕ΄ 35-37.


Την άνοιξη του 1933 η βρετανική κυβέρνηση συγκροτεί μια τριμελή Βασιλική Επιτροπή για την εξέταση της κατάστασης στη χώρα και τη διατύπωση προτάσεων για τη λύση του προβλήματος. Επικεφαλής τοποθετείται ένας Σκοτσέζος υποκόμης (που ανήκε στο Εργατικό Κόμμα) και μέλη δύο Καναδοί – ένας τραπεζίτης και ένας πρώην πολιτικός του Συντηρητικού Κόμματος. Οι βρετανικές προτάσεις για τη σύνθεση και τη λειτουργία της Επιτροπής θα έπρεπε να κατατεθούν από την τοπική κυβέρνηση στο κοινοβούλιο της Newfoundland και να ζητηθεί απ’ αυτό η εφαρμογή τους. Μόνο στην περίπτωση αρνητικής ψήφου, η κυβέρνηση θα έπρεπε ν’ απευθυνθεί στο εκλογικό σώμα. Επίσης, επισημάνθηκε ότι κάθε προτεινόμενη λύση στην οποία θα κατέληγε η Επιτροπή όφειλε να είναι όχι μόνον προς το συμφέρον της Newfoundland αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και του Καναδά και να ζητείται η γνώμη και των τριών κυβερνήσεων. Αργότερα, τονίστηκε ότι έπρεπε απαραίτητα να φανεί ότι ορισμένες προτάσεις προέρχονταν αποκλειστικά από τον πρόεδρό της και δεν είχαν υπαγορευθεί από το Λονδίνο. Όμως σε μια στιγμή ειλικρίνειας, ένα μέλος δημόσια ομολόγησε ότι το όλο σχέδιο είχε πράγματι εκπορευτεί απ’ εκεί.

Για τα οικονομικά θέματα είχε διευκρινιστεί, μεταξύ άλλων, ότι για να παρασχεθεί χρηματική βοήθεια από το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε το Λονδίνο να είναι σε θέση να ασκεί απόλυτο έλεγχο στην οικονομική πολιτική και διαχείριση. Μια τέτοια στάση μπορούσε άνετα να βασιστεί με την αναφορά στην οικονομική ασωτία του παρελθόντος και θα δίδασκε στη χώρα το μάθημα ότι τέτοιου είδους κακοδιοίκηση δεν θα ήταν πλέον ανεκτή (Overton, 1990: 92). Συγκεκριμένα, τα δημόσια έσοδα θα έπρεπε να καταβάλλονται σ’ έναν λογαριασμό με υπεύθυνο έναν ελεγκτή (controller of finance), διορισμένο και μισθοδοτούμενο από το Λονδίνο, ο οποίος θα είχε και την απόλυτη αρμοδιότητα της πληρωμής των δόσεων της εξυπηρέτησης του χρέους. Επίσης, το επίπεδο των δημόσιων δαπανών δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το ποσό που έχει προηγουμένως συμφωνηθεί και στην εξαιρετική περίπτωση που κάτι τέτοιο επιβαλλόταν τότε ο ελεγκτής θα έπρεπε να συμφωνήσει και να ενημερώνει σχετικά το Λονδίνο, ενώ όλες οι κυβερνητικές υπηρεσίες θα επιθεωρούνταν από Βρετανούς υπαλλήλους. Τέλος, έως ότου δημοσιευτεί το πόρισμα της Επιτροπής θα απαιτείτο η συμβουλή του Λονδίνου σε περιπτώσεις πώλησης ή εκμίσθωσης δημόσιων περιουσιακών στοιχείων (Neary, 1988: 15, 17, 18, 35).

Η Βασιλική Επιτροπή προχώρησε σε ακροάσεις (incamera, Plumptre, 1937: 62) κυρίως πολιτικών, επιχειρηματιών, δημόσιων υπαλλήλων, εκδοτών εφημερίδων ακόμα και κάποιων που ήταν επικεφαλής εργατικών ενώσεων. Η γενική εντύπωση που καταγράφηκε προωθούσε την άποψη ότι η χώρα είχε χάσει το ηθικό της με κύριο παράγοντα την ανικανότητα των κυβερνήσεων και την εξάρτηση των κατοίκων από το κράτος που σπαταλούσε τα χρήματα που δανειζόταν, και ότι αυτή η κατάσταση έπρεπε επιτέλους να τελειώνει. Περίπου το 70% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι ως διάδοχο κατάσταση θα προτιμούσε την Commission of Government δηλαδή μια διορισμένη επιτροπή που θα κυβερνούσε τη χώρα με αναστολή της ισχύος του υφιστάμενου Συντάγματος και απώλεια της ανεξαρτησίας, και βέβαια χωρίς την κοινοβουλευτική λειτουργία (Overton, 1990: 113, 114 και Neary, 1988: 31).10 Ο στόχος για την αφαίρεση στοιχειωδών αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων και η εξασφάλιση των οικονομικών πλεονεκτημάτων της άρχουσας τάξης φαινόταν ότι σύντομα θα επιτευχθεί.

Πράγματι, το πόρισμα της Βασιλικής Επιτροπής (φθινόπωρο 1933) κατέληγε στις εξής κύριες προτάσεις: α. Τίθεται τέλος στην ανεξαρτησία της Newfoundland, β. Διορίζεται από τη βρετανική κυβέρνηση μια εξαμελής επιτροπή (Commission of Government) με επικεφαλής τον Βασιλικό Διοικητή, γ. Η Επιτροπή αναλαμβάνει τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία χωρίς να είναι υποχρεωμένη να δίνει επίσημες εξηγήσεις των πράξεών της στους κατοίκους (Plumptre, 1937: 70), δ. Αυτή θα είναι υπόλογη στο Γραφείο των Κτήσεων (Dominion Office) στο Λονδίνο, το οποίο θα αναφέρει τελικά στη Βουλή των Κοινοτήτων, 11 ε. Η βρετανική κυβέρνηση αναλαμβάνει τη γενική ευθύνη για τα οικονομικά θέματα έως ότου η Newfoundland μπορέσει από μόνη της να στηρίξει τον εαυτό της, στ. Επίσης, αναλαμβάνει την ευθύνη να προχωρήσει σε τέτοιες διευθετήσεις, όσο το δυνατόν δίκαιες και εφαρμόσιμες, με σκοπό την απομείωση του σημερινού βάρους του δημόσιου χρέους και ζ. Εξυπακούεται ότι μόλις θα ξεπεραστούν οι δυσκολίες και η χώρα ορθοποδήσει η κυβερνητική ανεξαρτησία θα επανέλθει εφόσον αυτό ζητηθεί από τους κατοίκους (Neary, 1988: 34).

Το πόρισμα εδραζόταν στην αντίληψη ότι η άθλια οικονομική κατάσταση οφειλόταν στην κακοδιαχείριση, τον παρασιτισμό, τις καταχρήσεις και τη διαφθορά ενώ καμία άποψη δεν είχε διατυπωθεί για το ρόλο και τη συμβολή της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης της εποχής (Lodge, 1939: 5, 6, 15 και Higgins, 2007). Η πολιτική και επιχειρηματική ελίτ, εκείνη των ελεύθερων επαγγελματιών αλλά και οι εργατοπατέρες δέχτηκαν το πόρισμα με ευχαρίστηση και ανακούφιση. Όπως η εμπορική ελίτ είχε αντιταχθεί στην υιοθέτηση «ανεξάρτητης διακυβέρνησης» στη δεκαετία του 1850 και είχε αγωνιστεί για την αποτροπή της (Neary, 1988: 41), έτσι και τώρα το να θυσιαστεί αυτή δεν κρίθηκε, στη χειρότερη περίπτωση, παρά ένα ελάχιστο τίμημα για την εγκαθίδρυση καθεστώτος πολιτικής, ιδιοκτησιακής και χρηματοοικονομικής «σταθερότητας». Κάθε οικονομική κρίση απαιτεί τη σίγαση των υποτελών τάξεων και την ολική αποφυγή ή τουλάχιστον, την αποδυνάμωση δυνητικών εντάσεων, πιέσεων και απειλών. Ιδίως όταν ένα μέρος αυτής της ελίτ σε παλιότερα χρόνια, όπως ήδη ειπώθηκε, είχε αισθανθεί ότι τα συμφέροντά της θα εξυπηρετούνταν καλύτερα από το αν η Newfoundland είχε παραμείνει αποικία και δεν είχε μετατραπεί σε αυτοδιοικούμενη κτήση του βρετανικού στέμματος. Μια ανεξάρτητη κυβέρνηση είχε θεωρηθεί ότι θα κόστιζε ακριβά και θα ήταν δυσλειτουργική και αναποτελεσματική [μόνιμη επωδός της βρετανικής δεξιάς σκέψης μετά το 1929 (Overton, 1990: 120)] ενώ, δυστυχώς, θα δινόταν έτσι στα αμόρφωτα στρώματα του πληθυσμού το δικαίωμα ψήφου και στους διεφθαρμένους πολιτικούς η ευκαιρία για την εξαγορά της. Οι ανώτερες, και όχι μόνον, κοινωνικές τάξεις διατείνονταν ότι ο αγνός και ανιδιοτελής πατριωτισμός που απέβλεπε στη σωτηρία της χώρας ερχόταν ευπρόσδεκτα αντιμέτωπος με την κομματική και ταξική πολιτική. Όλοι θα έπρεπε να θάψουν τις διαφορές τους και να σώσουν την πατρίδα από τον κοινό εχθρό: τους ασυνείδητους πολιτικούς και τους «κόκκινους μπολσεβίκους». Όμως, η άρχουσα τάξη δεν μπορούσε να σώσει τον εαυτό της από μόνη της και προσέτρεξε στη βρετανική κυβέρνηση. Αυτή, αντιλαμβανόμενη το διακύβευμα, προσφέρθηκε να εμπλακεί με τους όρους που η ίδια καθόρισε, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα άμεσα και μακροχρόνια συμφέροντα της αυτοκρατορίας. «Η εκρηκτικότητα των συνθηκών της κρίσης, δεν είναι απλώς ένα κόλπο που βρήκαν οι καπιταλιστές για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα που πρέπει να λύσουν οι καπιταλιστές, είναι και η εκρηκτικότητα των προϋποθέσεων της δικιάς μας αντίστασης» παρατηρεί ο Σταυρίδης σ’ αυτό το τεύχος (σ. ). Η τελευταία στην περίπτωση της Newfoundland απουσίαζε, τουλάχιστον μερικά.

Πράγματι, η λαϊκή αντίδραση στη σχεδιαζόμενη κατάργηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας καταγράφηκε ως ιδιαίτερα περιορισμένη. Η κρίση, η αβεβαιότητα και η προπαγάνδα στα χρόνια που είχαν προηγηθεί έδρασαν παραλυτικά έχοντας εξουθενώσει και σπάσει το ηθικό. Με μειωμένη τη δυνατότητα αντίστασης είχε εκλείψει η αποφασιστικότητα μιας έντονης αντιπαράθεσης.12 Από τις ελάχιστες φωνές που ακούστηκαν ήταν εκείνη ενός πρώην υπουργού μιας κυβέρνησης των Φιλελευθέρων ο οποίος παρατήρησε ότι κι αν ακόμα ανάξιοι πολιτικοί ζημίωσαν τη χώρα η έννοια της δημοκρατίας δεν έπρεπε να στιγματιστεί και να αγνοηθεί. Μόνον μια δημοκρατική διακυβέρνηση μπορούσε να δώσει προτεραιότητα στη λαϊκή ευημερία ενάντια στα συμφέροντα των «καισάρων του καπιταλισμού» και η συνέχιση της αποπληρωμής του χρέους έδενε τη Newfoundland στους «τροχούς των αρμάτων των οικονομικών μεγιστάνων». Όσο για το ξένο κεφάλαιο υπογράμμισε ότι: «[...] έχει εφαρμόσει μια λαβή στραγγαλισμού στη χώρα, έχει παρεμποδίσει οτιδήποτε θα βοηθούσε την ανάκαμψη και την επαναφορά της προόδου, διατηρεί το σφίξιμο και οδηγεί με πνιγμό τη Newfoundland στον θάνατο» (Overton, 1990: 117, 118).

Πιθανόν η πιο σφοδρή αντίδραση σημειώθηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων όταν το τελικό σχέδιο της συμφωνίας έφθασε για έγκριση τον Δεκέμβριο του 1933. Το Εργατικό Κόμμα αντιτάχτηκε εντονότατα. Ο δεύτερος «τη τάξει» ηγέτης των Εργατικών στη Βουλή και μεταπολεμικός πρωθυπουργός Clement Attlee ξιφούλκησε ως εξής: «Ο στόχος της κυβέρνησης, υποστήριξε, δεν ήταν “να τακτοποιήσει την κατάσταση στη Newfoundland” αλλά να σώσει τους ομολογιούχους, μήπως και διαφορετικά ανοίξουν οι υδατοφράκτες της αθέτησης εκπλήρωσης υποχρέωσης πληρωμής. Αυτό ήταν μια “συμπεριφορά του 19ου αιώνα” εφόσον “όλες οι καλύτερες χώρες” συμπεριλαμβανόμενου του ίδιου του Ηνωμένου Βασιλείου [που δεν ξόφλησε τα πολεμικά χρέη του προς τις ΗΠΑ], τώρα πλέον αθετούν τις υποχρεώσεις τους. Το πραγματικό αμάρτημα όπως το έβλεπε η βρετανική κυβέρνηση, προφανώς, δεν ήταν ότι μια χώρα αθετούσε την υποχρέωση πληρωμής προς μια άλλη – ένα συχνό συμβάν – αλλά το “να αθετήσει πληρωμές προς έναν ιδιώτη”. Στην περίπτωση της Newfoundland οι επενδυτές είχαν άπλετη προειδοποίηση και θα έπρεπε να είχαν αντιληφθεί τα σήματα κινδύνου˙ είχαν προσέλθει “με ανοικτά τα μάτια τους”, και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος “να καλύψουν τις απώλειές τους”. Η κατάσταση στη Newfoundland συμβόλιζε την ευρύτερη οικονομική κρίση: “Είναι καιρός πλέον η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι ο κόσμος δεν μπορεί να αντέξει το επιτόκιο που αιτούν οι δανειστές. Λόγω της μάζας των χρεών που έχουν συσσωρευτεί και της πτώσης των τιμών, το βάρος είναι πολύ μεγάλο και αν πεις ότι πρέπει να φορτωθεί στην πλάτη του εργαζόμενου, τότε θα βρεθείς σοβαρά μπλεγμένος”. Η αναφορά της Βασιλικής Επιτροπής κατέδειξε “την απόλυτη αποτυχία του ανταγωνιστικού καπιταλισμού” στη Newfoundland και να έρθουν “δικαστικοί κλητήρες” μόνο για να συντηρήσουν ένα οικονομικό καθεστώς “θεμελιώδους κτηνωδίας” θα ήταν “σκληρό”. Αντίθετα αυτό που θα χρειαζόταν θα ήταν ένα σχέδιο που θα έδινε τέλος στην άδικη σχέση εμπόρου-ψαρά και που θα αποδώσει “τη Newfoundland στους κατοίκους της”» (Neary, 1988: 38).

Ένας άλλος βουλευτής του Εργατικού κόμματος είπε: «Αν επενδύεις στα ανθρακωρυχεία σ’ αυτήν τη χώρα μπορεί και να χάσεις χρήματα όπως πολλοί επενδυτές έχουν χάσει τα χρήματά τους. Αν επενδύεις στο χάλυβα ή στους σιδηροδρόμους υπάρχει πιθανότητα να χάσεις. Γιατί θα πρέπει αυτή η (δανείστρια) τάξη να υπόκειται σε ειδική κυβερνητική προστασία και εμείς, όπως και ο φτωχός λαός της Newfoundland, να υποσχόμαστε σωματικά, υλικά και κοινωνικά την εγγύηση των απαιτήσεων των ομολογιούχων;» (Hale, 2003: 57).

Τέλος, ο μετέπειτα αρχηγός του Εργατικού κόμματος Aneurin Bevan, στο ίδιο μήκος κλίματος, παρατήρησε ότι: Ένα δημοκρατικό σύνταγμα παραβλέπεται «όχι προς όφελος του λαού αλλά ενάντια στα συμφέροντά του» έτσι ώστε «μια συγκεκριμένη τάξη ιδιοκτητών» να μπορεί «να διακρατήσει τους τίτλους της χωρίς ζημιά» (Neary, 1988: 38).13

Όπως ειπώθηκε πιο πάνω, το Λονδίνο είχε διατάξει την κυβέρνηση της κτήσης να φέρει στο τοπικό κοινοβούλιο για έγκριση το πόρισμα της Επιτροπής χωρίς να ερωτηθούν οι κάτοικοι είτε μέσω εκλογών είτε δημοψηφίσματος (Webb, 2001). Έτσι θ’ αποφεύγονταν η μακρόσυρτη αβεβαιότητα κι η αγωνία για την έκβαση που θα επιβάρυνε με υψηλότερα ποσά τη βρετανική εμπλοκή (Neary, 1988: 26). Η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο εύκολα συναίνεσαν παρόλο που, όπως έχει ήδη σημειωθεί, προεκλογικά είχε δοθεί η υπόσχεση να ερωτηθεί σχετικά ο λαός, ενώ είχε αποπειραθεί και ο επηρεασμός μελών της με την υπόσχεση αξιωμάτων στη νέα διοίκηση του νησιού. Επίσης, το κοινοβούλιο απευθύνθηκε στον βασιλιά της Αγγλίας ζητώντας του να αναστείλει την ισχύ του συντάγματος της αυτοδιοικούμενης χώρας. Επιπλέον, το νομοσχέδιο για τους οικονομικούς όρους διατυπώθηκε λέξη προς λέξη από το Λονδίνο απ’ όπου και προωθήθηκε στο τοπικό κοινοβούλιο.14 Συμπερασματικά, αποφασίστηκε ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία οφείλει να υποτάσσεται στο χρέος (Hale, 2003: 60).

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο ενδιαφέρον ζήτημα της «μερικής αθέτησης πληρωμής» των δανείων της Newfoundland. Στην έκθεσή της η Επιτροπή επαναλαμβάνει και τονίζει πολλά από τα επιχειρήματα που είχαν διακινηθεί προγενέστερα, δηλαδή αφού η κυβέρνηση είχε τολμήσει να αρθρώσει το ενδεχόμενο ενός τέτοιου εγχειρήματος: περί ολικής καταστροφής της οικονομίας, περί αυτοκτονικής πολιτικής, περί της απώλειας της εμπιστοσύνης των επενδυτών κ.λπ., και κατέληγε: «Τόσο προς το συμφέρον του όσο και ως αφοσίωση και πίστη προς την Κοινοπολιτεία, το νησί πρέπει να προβεί σε κάθε δυνατή ενέργεια για να αποφευχθεί μια τόσο μεγάλη συμφορά» (Plumptre, 1937: 61).15 Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί επίσης η επίκληση της δικαιολογίας ότι κανένα μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας δεν έχει ποτέ αθετήσει την πληρωμή των δανειακών υποχρεώσεών του. Εκτός από την ίδια τη Βρετανία που δεν είχε τηρήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις προς τις ΗΠΑ, όπως ήδη έχει σημειωθεί πιο πάνω, παραλείπεται και η αναφορά στην περίπτωση της Αυστραλίας που, πολύ πρόσφατα εκείνη την εποχή, είχε επιβάλει μονομερώς τη μείωση του επιτοκίου σε όσους δανειστές δεν είχαν συγκατατεθεί στο σχέδιο μετατροπής των δανείων από την αυστραλιανή κυβέρνηση (Plumptre, 1937: 66).

Δύο σύμφυτοι παράγοντες καθόρισαν την τελική στάση της βρετανικής κυβέρνησης σχετικά με την αποστέρηση του δικαιώματος αυτοδιοίκησης και της αναστολής ισχύος του συντάγματος της κτήσης της. Ο πρώτος, και κυρίαρχος, ήταν ο κίνδυνος της επαπειλούμενης χρεωκοπίας. Ο δεύτερος ήταν η αποχώρηση του Καναδά (καλοκαίρι 1933) από οποιαδήποτε επιπρόσθετη συμμετοχή, μαζί με τη Βρετανία, στη διάσωση της Newfoundland. Ενώ δηλαδή η Βρετανία θα υπαγόρευε απαραίτητα αυστηρούς οικονομικούς όρους, φάνηκε ότι θα ήταν διατεθειμένη να μην επιβάλει την κατάργηση του κοινοβουλευτικού συστήματος στην περίπτωση που θα μοιραζόταν την οικονομική ευθύνη με τον Καναδά. Τώρα πλέον όμως η εξασφάλιση των επενδύσεών της απαιτούσε και μεγαλύτερο πολιτικό έλεγχο (Neary, 1988: 39, 40). Δεν ήταν λοιπόν πρώτιστα η διαφθορά των πολιτικών, η κακοδιαχείριση των κυβερνώντων και οι καταχρήσεις του συστήματος που πυροδότησαν την τελική απόφαση της Βρετανίας, αλλά κατά κύριο λόγο ήταν ο κίνδυνος χρεωκοπίας της κτήσης και οι επερχόμενες οικονομικές απώλειες (Plumptre, 1937: 67).

Επανερχόμαστε στο κρίσιμο θέμα της τελικής διευθέτησης των δανειστικών υποχρεώσεων. Στις συζητήσεις του πρωθυπουργού της Newfoundland με τους Βρετανούς, αυτός υποστήριξε την άποψη ότι το επιτόκιο του νέου δανείου που πρότεινε το Λονδίνο και στο οποίο θα μετατρεπόταν το υφιστάμενο, έπρεπε να ήταν μειωμένο σε σχέση με το προηγούμενο έτσι ώστε οι κάτοικοι να μη θεωρούσαν ότι ένα μη βιώσιμο χρέος επρόκειτο να αντικατασταθεί με ένα άλλο εξίσου μη βιώσιμο με συνέπεια τη μόνιμη υποτέλεια στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ταυτόχρονα κάτι τέτοιο θα απομάκρυνε τη σκέψη για αποφυγή πληρωμής. Όμως, αρχικά, οι Βρετανοί ήταν ανένδοτοι και επίσης, τόνισαν ότι στο πόρισμα της Επιτροπής δεν θα έπρεπε να αναφερθούν οι τελικές λεπτομέρειες παρά μόνον οι γενικές γραμμές. Με αυτό τον τρόπο τα μεμονωμένα τεχνικά στοιχεία θα διατυπώνονταν την τελευταία στιγμή και θα μπορούσαν να προσαρμοστούν στις συνθήκες της αγοράς εκείνης της περιόδου (Neary, 1988: 26, 28). Τελικά, το σχήμα που επιβλήθηκε για τα υφιστάμενα δάνεια της Newfoundland πρόβλεπε ότι μέρος του χρέους θα αποπληρωνόταν άμεσα ενώ στους κατόχους ομολόγων σχεδόν όλου του υπόλοιπου θα προσφερόταν η επιλογή της ανταλλαγής των παλιών με νέα τα οποία θα είχαν τη βρετανική εγγύηση – στους τόκους και στο κεφάλαιο – αλλά με χαμηλότερο επιτόκιο (Fraser, 1937: 74 και Plumptre, 1937: 67). Με άλλα λόγια, ενώ το ανάλογο σχήμα είχε απορριφθεί από τους Βρετανούς όταν είχε προταθεί από την κυβέρνηση της Newfoundland όσο λειτουργούσε το κοινοβουλευτικό σύστημα, τώρα με την κατάλυσή του θα μπορούσε κάλλιστα αυτό το σχήμα να εφαρμοστεί. Λίγο διαφορετικά ειπωμένο, αυτό που δεν γινόταν αποδεκτό όσο υπήρχε αυτοδιοίκηση, γινόταν τώρα αποδεκτό αφού το νησί είχε απαρνηθεί την ανεξαρτησία του! Ταυτόχρονα, η βρετανική κυβέρνηση θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έλαβε υπόψη της το συμφέρον των φορολογούμενων του Ηνωμένου Βασιλείου απέναντι σ’ εκείνο των δανειστών ενώ παράλληλα, το κοινοβούλιο και οι φορολογούμενοι θα πιέζονταν να πιστέψουν ότι η γενναιοδωρία τους κατευθυνόταν προς τους φτωχούς ψαράδες του νησιού (Neary, 1988: 25, 26, 40, 41 και Plumptre, 1937: 67 υποσ. 12). Όσο για τις καναδικές τράπεζες που είχαν χορηγήσει υψηλά ποσά στην αρχή της κρίσης, αυτές ήταν απόλυτα ικανοποιημένες διότι θα εξοφλούνταν αμέσως τα δάνειά τους (Neary, 1988: 41).


3. Επιτήρηση και κηδεμονία


«Τον Γενάρη του 1832 μπροστά στο ποινικό δικαστήριο όπου ο Μπλανκί βρισκόταν κατηγορούμενος για ένα αδίκημα τύπου ο εισαγγελέας τον ρωτάει για το επάγγελμά του. Απαντάει: “Προλετάριος”. Ο εισαγγελέας αντιτείνει ότι αυτό δεν είναι επάγγελμα. Ο Μπλανκί ανταπαντάει: “Είναι το επάγγελμα της πλειονότητας του λαού μας που είναι αποστερημένος από πολιτικά δικαιώματα”. Οι δικαστές αθωώνουν τον Μπλανκί για το αδίκημα τύπου αλλά τον καταδικάζουν σ’ ένα χρόνο φυλακής για προσβολή του δικαστηρίου».

Eric Hazan, L’Invention de Paris, Editions du Seuil, Paris, 2002: 335.


Τον Φεβρουάριο του 1934 η Newfoundland παύει να αυτοδιοικείται και η εξουσία περιέρχεται στα έξι μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής, με επικεφαλής τον βασιλικό διοικητή. Το Λονδίνο είχε αποφασίσει την επιλογή και τον διορισμό τους. Με αυτόν τον τρόπο η «κομματική και εκλογική πολιτική δραστηριότητα» μπορεί να εξαλείφτηκε αλλά η «πολιτική διαδικασία», όπως ήταν αναμενόμενο και φυσιολογικό, συνέχιζε να διαδραματίζεται σε καθημερινή βάση. Η οικονομική και κοινωνική ελίτ του νησιού βρισκόταν πάντα κοντά στο αυτί της Επιτροπής και της βρετανικής κυβέρνησης και πολλές φορές με το παραπάνω (Webb, 2008).16 Παρ’ όλο που υπήρξαν περιπτώσεις που οι θέσεις τους διαφοροποιήθηκαν αφού η ελίτ «[...] ως συνήθως πρόβαλλε το συμφέρον της ως ταυτόσημο με το εθνικό» (Neary, 1988: 349).17 Αντίθετα, από τους απλούς κατοίκους δεν ζητιόταν ποτέ η γνώμη ούτε αυτοί διέθεταν τα μέσα να τραβήξουν την προσοχή του βρετανικού κοινοβουλίου. Μερικές φορές διάφορες ομάδες κατέφυγαν στη δικαιοσύνη κατηγορώντας την Επιτροπή ότι είχε ξεπεράσει τις αρμοδιότητές της, χωρίς επιτυχία όμως. Κυκλοφόρησαν εκκλήσεις και επιστολές στάλθηκαν στις εφημερίδες. Ήταν οι άνεργοι πρώτοι που οργανώθηκαν από το 1934 ενάντια στη νέα εξουσία. Τον Μάιο του 1935 πορεύτηκαν πίσω από μια κόκκινη σημαία στην πρωτεύουσα St. John’s για να διαμαρτυρηθούν για την ανεργία και για τα απόλυτα ανεπαρκή προνοιακά επιδόματα.18 Υπήρξαν επεισόδια και η αστυνομία προχώρησε στις συλλήψεις των επικεφαλής, γεγονός απόλυτα εναρμονισμένο με τη θέση της Επιτροπής η οποία αναγνώριζε ότι ένα ενδυναμωμένο εργατικό κίνημα μπορούσε να παίξει ένα θετικό ρόλο αλλά πρόσθετε ότι έπρεπε να προσεχθεί ώστε ο συνδικαλισμός να μην αποκτήσει απειλητικό χαρακτήρα για την κρατική εξουσία (Overton, 1990: 121, 122, Neary, 1988: 350 και Webb, 2008). Ως το τέλος της χρονιάς ήταν φανερό ότι η αρχική ανοχή απέναντι στην Επιτροπή είχε μετατραπεί σε απογοήτευση και δυσαρέσκεια (Higgins, 2007). Αυτή έγινε ιδιαίτερα αντιδημοφιλής και για έναν πρόσθετο λόγο: ενισχύθηκε η αίσθηση ότι εφάρμοζε την όποια βρετανική πολιτική αντί να δρα ως κυβέρνηση της Newfoundland (Webb, 2008).19 Μάλιστα, ένα από τα μέλη της πρώτης σύνθεσης της Επιτροπής σημειώνει: «Μετά από πέντε χρόνια [διοίκησης] από την Κυβερνητική Επιτροπή η Newfoundland είναι οικονομικά πιο φτωχή απ’ ό, τι ήταν πριν από την έλευσή της. Παρά τις όλες αισιόδοξες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών [για τις κτήσεις], η Επιτροπή απέτυχε στο να κάνει συγκεκριμένη πρόοδο στην ανασυγκρότηση [...] Πολιτικά, η Newfoundland είναι πιο φτωχή απ’ ό, τι ήταν πέντε χρόνια νωρίτερα γιατί δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ κυβέρνησης και λαού [...]» (Lodge, 1939: 3). Τίποτε το σημαντικό δεν είχε επιτευχθεί ως το 1939.20 Δεν είχε υπάρξει αισθητή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.21 Η ανεργία συνέχιζε να είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη και το 1939 καταγράφηκαν περισσότεροι δικαιούχοι επιδομάτων από όσοι ήταν το 1934 όταν η Επιτροπή είχε αναλάβει την εξουσία (Higgins, 2007) καίτοι εφάρμοζε ένα σκληρό σύστημα αρωγής που χορηγούσε τελείως γλίσχρα υποστήριξη στους άπορους (Overton, 1990: 121). Τέλος, λίγοι ήσαν εκείνοι οι οποίοι ήταν διατεθειμένοι να διαψεύσουν τη διάχυτη αίσθηση που υπήρχε ότι η Κυβερνητική Επιτροπή έχανε συνεχώς τη δημοτικότητά της στα πρώτα πέντε χρόνια της ύπαρξής της, παρ’ όλο όμως που ούτε επικρατούσε η ιδέα της άμεσης επιστροφής σε αυτοδιοίκηση (Lodge, 1939: 256 και Hale, 2003: 59).

Και μετά ήρθε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η Newfoundland δεν άργησε να αναδειχθεί σε ένα ζωτικής σημασίας στρατιωτικό κέντρο. Η Βρετανία και η Κυβερνητική Επιτροπή έδωσαν την άδεια στις ΗΠΑ και στον Καναδά να κατασκευάσουν βάσεις. Εικάζεται ότι μια ανεξάρτητη κυβέρνηση θα είχε πετύχει καλύτερους οικονομικούς και εμπορικούς όρους από αυτούς που συμφώνησε η Βρετανία με τους συμμάχους (Hale, 2003: 58 και Webb, 2008). Δημιουργήθηκαν θέσεις απασχόλησης και τα κρατικά έσοδα αυξήθηκαν.22 Οι τιμές των εξαγωγών κάπως βελτιώθηκαν. Θεωρήθηκε όμως μη-πατριωτικό το να καταφερθεί κανείς ενάντια στην βρετανική κυβέρνηση για την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ή ενάντια στην Επιτροπή για οικονομικά (π.χ. φόρους) ή άλλα ζητήματα, σε καιρό πολέμου. Έτσι, αυτή πήρε παράταση ζωής. Η Newfoundland βγαίνει από τον πόλεμο σε κατάσταση οικονομικής ευημερίας και το 1949, μετά από δύο δημοψηφίσματα και με μικρή πλειοψηφία, αποφασίζεται να μπει ως νέα (10η) επαρχία στην καναδική συνομοσπονδία.23 Τι ειρωνεία όμως που δεν υπάρχει κοινοβούλιο για να εγκρίνει τη συμφωνία με τον Καναδά! Η Βρετανία που πάντοτε ευνοούσε, χωρίς να το δηλώνει δημόσια (Baker, 1994), την απορρόφηση της Newfoundland από τον Καναδά, ο οποίος και αναλάμβανε πλέον το 90% του χρέους της ενώ το υπόλοιπο παρέμενε ευθύνη της τοπικής κυβέρνησης, αποφασίζει να αγνοήσει αυτή τη «νομικίστικη» λεπτομέρεια.24 Με αυτό τον τρόπο, η Newfoundland έγινε η πρώτη κτήση, και με το πιο παλιό κοινοβούλιο μετά το Westminster, της βρετανικής αυτοκρατορίας, που οδηγείται στην αγκαλιά ενός άλλου κράτους χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου της αλλά με τις νομικές πράξεις του γαμπρού Καναδά και της κουμπάρας Βρετανίας (Hale, 2003: 60).


4. «Ανατριχιαστικές ομοιότητες»


«Δεν έχουμε φτιαχτεί, όπως οι νότες της μουσικής, ο ένας για τον άλλο παρ’ όλο που είμαστε ανόμοιοι;» PercyByssheShelley, “Epipsychidion”.


Στην Ιστορία του (Ε΄ 18) ο Θουκυδίδης μας μεταφέρει το κείμενο της συνθήκης ειρήνης μετά το τέλος της πρώτης δεκάχρονης φάσης του Πελοποννησιακού Πολέμου (421π.Χ.), το οποίο αρχίζει ως εξής: «Σπονδάς εποιήσαντο Αθηναίοι και Λακεδαιμόνιοι και οι ξύμμαχοι κατά τάδε, και ώμοσαν κατά πόλεις [...] το δ’ ιερόν και τον νεών ον εν Δελφοίς του Απόλλωνος και Δελφούς αυτονόμους είναι και αυτοτελείς και αυτοδίκους και αυτών και της γης της εαυτών κατά τα πάτρια». Στην περίπτωση των κατοίκων της Newfoundland, όπως καταγράφηκε νωρίτερα, όλα τα αμέσως πιο πάνω έπαψαν να ισχύουν. Η «πόλις» δεν «ώμοσε» μια και το Λονδίνο είχε απαγορεύσει την προσφυγή σε εκλογές ή σε δημοψήφισμα για την έγκριση ή την απόρριψη των προτάσεων της Επιτροπής. Το «αυτόνομο» δηλαδή το νομοθετικό δικαίωμα αλλά και το «αυτοτελές» δηλαδή το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης, είχαν αφαιρεθεί. Όσο για το «αυτόδικο» είχε μεν τυπικά διατηρηθεί αλλά, όπως ήδη επισημάνθηκε, οι προσφυγές των «πολιτών» δεν δικαιώνονταν.

Με μια δόση ρητορικής υπερβολής, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι πολλά από όσα προηγήθηκαν μπορεί και να μην αφορούσαν τη Newfoundland: την Ελλάδα μετά το 2010 αφορούσαν! Δανείζομαι, λοιπόν, τον τίτλο αυτής της 4ης ενότητας από τον Olalla (2015: 154) όπου συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση της μνημονιακής Ελλάδας με την αντι-οθωνική εξέγερση του 1843 για την παραχώρηση Συντάγματος. Και προσθέτει: «[...] οι αλλαγές που έγιναν στο πέρασμα του χρόνου ήταν μόνο ένας παραπλανητικός αντικατοπτρισμός». Το ίδιο δεν ισχύει και σε σύγκριση με τα όσα διαδραματίστηκαν, και εξιστορήθηκαν πιο πάνω, στη Newfoundland πριν 80 περίπου χρόνια;

Παντού, το Σύνταγμα στην πρώτη γραμμή. Το 1843, στην Ελλάδα, ο λαός απαίτησε και πέτυχε τη χορήγησή του. Το 1933, το Λονδίνο απαίτησε και πέτυχε την ανάκλησή του στη Newfoundland. Από το 2010 και μετά, πάλι στην Ελλάδα, εξακολουθεί μεν να ισχύει τυπικά, παραβιάζεται όμως συχνά-πυκνά από τους Έλληνες cabot-ίνους της εξουσίας. Ταυτόχρονα, επιδιώκεται η «συνταγματοποίηση» οικονομικών συμφερόντων μέσα από τις πολιτικές λιτότητας και τις μνημονιακές δεσμεύσεις.25

Μετά το Σύνταγμα ακολουθούν τα υπόλοιπα κοινά γνωρίσματα των δύο πιο πρόσφατων περιπτώσεων. Μερικά από αυτά:

  • Η επανειλημμένη επίκληση για «εθνική ενότητα», για «συναίνεση» και «διαταξική συνεννόηση», η αναφορά στο «εθνικό συμφέρον» και οι ικεσίες τύπου «να τα βρούμε επιτέλους».

  • Η, κατά καιρούς και από ορισμένους κύκλους, επιδίωξη απομάκρυνσης των «φαύλων πολιτικών» με την οποία αποσκοπείται η αποσύνδεσή τους από τη διαμόρφωση και την εφαρμογή οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα,

  • Η καταφυγή σε μη-εκλεγμένες «ουδέτερες», «απολιτικές» και «ανιδιοτελείς» υπερκυβερνήσεις εμπειρογνωμόνων ως ύστατη συνταγή σωτηρίας. Επίσης, εξυμνείται η τεχνοκρατική και «πεπειραμένη» προσέγγιση όπως και προτείνεται η απομάκρυνση από κάθε σκληρή πολιτική συζήτηση έτσι ώστε να μονώνεται το οικονομικό σύστημα από απρόσμενες και δυσάρεστες πολιτικές παρεμβάσεις και να επιτυγχάνεται η αναμφισβήτητη διατήρηση της οικονομικής ισχύος της άρχουσας τάξης (εγχώριας και αλλοδαπής).26

  • Η αποφυγή προκήρυξης εκλογών ή η αποτροπή διενέργειας δημοψηφισμάτων. Με αυτό τον τρόπο, η έστω «προσποιητή» δημοκρατία αφυδατώνεται και τείνει να κυριαρχεί η επικράτηση ενός ανελεύθερου και αυταρχικού καθεστώτος.27

  • Η απόρριψη της λιτότητας που δεν προέρχεται μόνον από την επιβολή των μέτρων της αλλά από την αίσθηση της έλλειψης «κυριότητας» των πολιτικών που αποφασίζονται. Πρόκειται δηλαδή για αποδοκιμασία της αποστέρησης δικαιωμάτων και δύναμης (Glinavos, 2015: 6).

  • Η κατοχύρωση των συμφερόντων των τραπεζών (εγχώριων και ξένων) σε βάρος των φορολογούμενων πολιτών των δανειζόμενων χωρών.

  • Η τρομολαγνική επιχειρηματολογία για την επαπειλούμενη ολέθρια οικονομική κρίση στην περίπτωση που αποφασίζεται η μη-εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων και η αποσιώπηση, και κατά το δοκούν, αντίστοιχων πρακτικών (π.χ. Μπάρα, 2016).

  • Η προπαγάνδα που απευθύνεται στους πολίτες των δανειστριών χωρών ότι η «βοήθεια» των κυβερνήσεών τους προορίζεται τάχα για τους φτωχούς ψαράδες ή κατευθύνεται στους ευκατάστατους συνταξιούχους που ξαπλώνουν στον ήλιο, πίνουν ούζα, παίζουν μπουζούκι και χορεύουν συρτάκι.

  • Η αποστολή προκάτ νομοσχεδίων στις κυβερνήσεις των δανειζόμενων χωρών που οι «θεσμοί» και οι δανειστές έχουν συντάξει με μόνη εναπομένουσα ενέργεια την τυπική ψήφισή τους.

  • Ο απόλυτος έλεγχος από τις επικυρίαρχες χώρες στις οικονομικές αποφάσεις των δανειζόμενων χωρών.

  • Η εγκατάσταση υπαλληλικών κλιμακίων των δανειστών στις δανειζόμενες χώρες για έλεγχο, παρακολούθηση, μετάδοση πληροφοριών και άσκηση πιέσεων.

  • Η ελάφρυνση του χρέους αποτελεί αντικείμενο εξέτασης μόνον όταν θα έχει εξασφαλιστεί η επιβολή πολιτικού ελέγχου και η εφαρμογή «μεταρρυθμίσεων».

Τελευταία επισήμανση:

  • Ως και για την αύξηση της αστυνομικής δύναμης «οι ανόμοιες μουσικές νότες συνθέτουν ένα μέρος της συμφωνίας»! Για τη Newfoundland του 1932 αυτό ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω. Για τη μνημονιακή Ελλάδα των ημερών μας η Eurostat (2015: 43) αποκαλύπτει ότι η χώρα μας (2010-12) καταλαμβάνει την τρίτη υψηλότερη θέση (μετά από την Κύπρο και την Ισπανία) στην αναλογία αστυνομικών και κατοίκων μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Επίσης, «επάξια» διακρίνεται για τη σημαντική αύξηση (μαζί με το Βέλγιο και την Ισπανία) της αναλογίας μεταξύ 2007-09 και 2010-12.

Τι ντροπή, τι λύπη και συνάμα τι ειρωνεία που ο λόγος για τον οποίο μια μικρή χώρα ξεπέρασε το οικονομικό της αδιέξοδο δεν ήταν άλλος παρά ένας παγκόσμιος πόλεμος, όπως ένας προηγούμενος της είχε, κατά ένα σημαντικό βαθμό, δημιουργήσει!


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Baker, Melvin, “Commission of Government, 1934-1949”, History 3120 Manual: Newfoundland History, 1815-1972, Division of Continuing Studies, Memorial University of Newfoundland, 1994, revision of 1986 edition.

“Dominion of Newfoundland”, https://en.wikipedia.org .

Eurostat, Key figures on Europe, 2015.

Fraser, A. M., “Government-by-Commission (1934-6): a survey”, The Canadian Journal of Economics and Political Science / Revue canadienne d’Economique et de Science politique, February 1937.

Glinavos, Ioannis, “Law’s empire of austerity: de-politicisation of economic decision making in the twilight of European democracy”, University of Westminster, School of Law, Research Paper No. 16-04, 2015.

Hale, David, “The Newfoundland Lesson”, The International Economy, Summer 2003.

Higgins, Jenny, “Impacts of the Collapse of Responsible Government”, www.heritage.nf.ca , 2007.

Lodge, Thomas, Dictatorship in Newfoundland, Cassell, London, 1939.

Neary, Peter, Newfoundland in the North Atlantic World, 1929-1949, McGill-Queen’s University Press, Kingston and Montreal, 1988.

“Newfoundland History. Newfoundland in the First World War (1914-1918)”, www.faculty.marianopolis.edu .

Olalla, Pedro, Η μετέωρη Ελλάδα, (Μτφρ. Ματίλντα Σαρόγλου σε συνεργασία με τον συγγραφέα), Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2015.

Overton, James, “Economic Crisis and the End of Democracy: politics in Newfoundland during the Great Depression”, Labour / Le Travail, Fall 1990.

Plumptre, A. F. W., “The Amulree Report (1933): a review”, The Canadian Journal of Economics and Political Science / Revue canadienne d’Economique et de Science politique, February 1937.

Webb, Jeff A., “The Commission of Government, 1934-1949”, www.heritage.nf.ca , 2008.

Webb, Jeff A., “Collapse of Responsible Government, 1929-1934”, www.heritage.nf.ca , 2001.

Μάρκαρης, Πέτρος, «Εισαγωγή» στο Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόυνερ (Μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης), ζ΄ έκδοση, Θεμέλιο, Αθήνα, 2008.

Μπάρα, «Η αναδιάρθρωση του αυστριακού χρέους: το χρονικό μιας αθόρυβης πτώχευσης εντός ευρωζώνης», http://pandiera.gr ., 21/1/2016.

Σταυρίδης, Σταύρος, «Βιβλιοκρισία: Μ. Εμμανουηλίδης και Α. Κουκουτσάκη, Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης, Futura, Αθήνα, 2013», Θέσεις, τεύχος 135, Απρίλιος/Ιούνιος 2016.

 

1 Καμποτίνος: ο ατάλαντος ηθοποιός. Μτφρ. ο άνθρωπος που επιδιώκει να εμφανιστεί σπουδαίος με αγύρτικα μέσα κι απατεωνιές.

2 Γράφω για την επαρχία μιας χώρας που με δέχθηκε [η χώρα] ως μετανάστη εδώ και 45 χρόνια.

3 Απ’ ό, τι καθαρά διαπιστώθηκε λίγο αργότερα η κυβερνητική και κομματική πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ ενέταξαν τους εαυτούς τους στους Ευρωπαίους που δεν εισάκουσαν το μήνυμα των αρχών του 2015 αλλά ούτε και εκείνο του καλοκαιρινού δημοψηφίσματος.

4 Ένα σημαντικό τμήμα του χρέους προερχόταν από τον δανεισμό που απαίτησε η στρατιωτική συμμετοχή (υπερβολική σε σχέση με τον πλούτο και τον πληθυσμό της χώρας) στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και η μετέπειτα καταβολή στρατιωτικών συντάξεων (“NewfoundlandHistory…”). Επίσης, οι αγορές της καθολικής Λατινικής Αμερικής που κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες μπακαλιάρου, είχαν συρρικνωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης και της χρεωκοπίας (Hale, 2003: 53). Τέλος, ας σημειωθεί ότι η αλιεία απασχολούσε το υψηλότερο ποσοστό του εργαζόμενου πληθυσμού.

5 Ο φόρος εισοδήματος επανήλθε το 1929, σε αυστηρά και στενά όρια, από τη μικρή, αλλά πολιτικά σωστά τοποθετημένη, πλούσια τάξη που αναμενόταν να τον επωμιστεί (Neary, 1988: 9).

6 Μεταξύ 1931 και 1933 η αξία του καναδικού δολαρίου σε σχέση με το αμερικανικό είχε μειωθεί περί το 15% ενώ είχε ανατιμηθεί σε σχέση με την αγγλική στερλίνα.

7 Ο Plumptre (1937: 64, 65) υποστηρίζει την εγκατάλειψη του καναδικού δολαρίου και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος με κυμαινόμενη ισοτιμία προς την αγγλική στερλίνα.

8 Αντίστοιχα, ας θυμηθούμε ότι οι νικητές Μακεδόνες μετά τον Λαμιακό πόλεμο (322 π.Χ.) αφαίρεσαν από όσους Αθηναίους δεν ήταν κάτοχοι περιουσίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων δραχμών όλα τα πολιτικά δικαιώματα. Ταυτόχρονα όμως προσφέρθηκε γη σε όσους ήθελαν να εγκατασταθούν στη Θράκη.

9 Χωρίς σχόλια:

α. «Αυτοί που είναι φτωχοί κάνουν λάθος επιλογές σε κρίσιμες στιγμές» Αντιγόνη Λυμπεράκη, 29/6/2015.

β. «Η ψήφος είναι χειρότερη από τη σφαίρα, με τη σφαίρα σκοτώνεις το διπλανό σου, με την ψήφο το μέλλον των παιδιών σου […] Το 70% [των αγροτών] τούς [ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ] ψήφισαν για κυβέρνηση, το 60% ψήφισε “όχι” στο δημοψήφισμα [...] Να καταλαβαίνουμε τι πρέπει να ψηφίζουμε όταν γίνονται εκλογές» Άδωνις Γεωργιάδης, 13/2/2016.

10 Το νέο Σύνταγμα θα ήταν παρόμοιο με εκείνο των άμεσα ελεγχόμενων αποικιών του Στέμματος, κάτι που εξόργισε έναν εργατοπατέρα ο οποίος δήλωσε ότι έτσι η Newfoundland θα εξισωνόταν με τις αποικίες ως «μια άλλη υποτελής φυλή» παρόλο που και ο ίδιος είχε υποστηρίξει από καιρό την αναστολή της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Σχετικά, υποστηρίζει ο Plumptre (1937: 69): «Η Newfoundland θα έχει λιγότερη “αυτοδιάθεση” απ’ ό, τι πολλές βρετανικές αποικίες».

11 Στην πράξη, για κάθε μείζονα πρωτοβουλία πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου και του προϋπολογισμού, έπρεπε να ζητηθεί η έγκριση από το Γραφείο (Webb, 2008).

12 Αντίστοιχα, ο Olalla (2015: 115) μας θυμίζει ότι με την ήττα των Αθηναίων στο τέλος του μακρόχρονου Πελοποννησιακού Πολέμου: «[...] διευρύνθηκε το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών˙ και η επισφάλεια και η ανάγκη της βιοπάλης έφθιναν το ενδιαφέρον για τα κοινά, αφήνοντας την πολιτική πιο έκθετη στα συμφέροντα των πλουσίων, των φιλόδοξων στρατηγών και των πονηρών ρητόρων».

13 Αντίστοιχη η εύλογη ερώτηση: «[...] είναι πράγματι τόσο ανεπαρκής η ανταμοιβή των υψηλών επιτοκίων που απολαμβάνουν όσοι δανειστές επενδύουν σε υψηλού ρίσκου ομόλογα που δικαιολογούνται στο να καταφεύγουν σε πολιτικές ενέργειες όταν υπάρχει η προοπτική αθέτησης των δανειακών υποχρεώσεων;» (Plumptre, 1937: 68).

14 Η μητρόπολη και η κτήση της μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Άρα στάλθηκε στ’ αγγλικά και στην περίπτωση αυτή η μετάφραση ήταν περιττή...

15 Αξίζει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή κάνει λόγο, χωρίς όμως ιδιαίτερη έμφαση, για τη γνώση των δανειστών, ή την υποχρέωσή τους να γνωρίζουν, την άσχημη οικονομική κατάσταση της βρετανικής κτήσης όταν αυτοί προχωρούσαν στη χρηματοδότηση (Plumptre, 1937: 67).

16 Όπως είχε παραδεχθεί ένα από τα πρώτα μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής: «[...] οι έμποροι νομίζουν ότι εμείς έχουμε το πάνω χέρι, νομίζω [όμως] ότι είναι ανάποδα, αυτοί έχουν την πλεονεκτική θέση απέναντί μας» (Neary, 1988: 353).

17 Αξίζει να επισημανθεί η σκληρή κι επίμονη αρνητική θέση των θρησκευτικών δογμάτων στις προσπάθειες της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος (Neary, 1988: 55-59).

18 Μολονότι, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η εργατική τάξη χαρακτηριζόταν από σχετική έλλειψη αποφασιστικότητας. Αυτή η αδυναμία έντονης αντίδρασης φέρνει στο νου την Αθήνα της εποχής του Επίκουρου στο τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα όπου η «[...] σκεπτικιστική κοινωνία [...] ήταν συμβιβασμένη με την ιδέα του νόμου ως καθαρά καταναγκαστικού μηχανισμού των ισχυρών, ικανού να παράσχει κάποια ασφάλεια και τάξη» (Olalla, 2015: 130).

19 Π.χ. η Βρετανία είχε έντονο ενδιαφέρον να χρησιμοποιήσει το νησί ως αεροπορικό κέντρο λόγω της προνομιακής γεωγραφικής θέσης του. Πράγματι, έξι μήνες αφού είχε ανακτήσει την ουσιαστική «κατοχή» του άρχισε την κατασκευή ενός μεγάλου αεροδρομίου (Hale, 2003: 58).

20 Στα ελάχιστα θετικά αναγνωρίζεται η αναδιοργάνωση του συστήματος δημόσιας υγείας (Lodge, 1939: 225).

21 «[...] η Επιτροπή δεν μπόρεσε ριζικά να μεταβάλει την οικονομική κατάσταση της χώρας επειδή η τιμή των ψαριών συνέχιζε να είναι χαμηλή και λόγω του ότι όλοι οι άλλοι πόροι ελέγχονταν από τα συμφέροντα ξένων επιχειρήσεων» (Hale, 2003: 58).

22 Μετά το 1940 ο προϋπολογισμός έκλεινε με πλεονάσματα και η Newfoundland δάνεισε άτοκα τη Βρετανία στο τέλος του οικονομικού έτους 1945/46 (Baker, 1996 και Webb, 2008)!

23 Η Βρετανία απαγόρευσε να περιληφθεί στο δημοψήφισμα η δυνατότητα επιλογής από τους πολίτες της ένωσης του νησιού με τις ΗΠΑ (“Dominionof…”).

24 Μία δεύτερη ειρωνεία. Ο ClementAttlee επανεμφανίζεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά ως ο νέος πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου και ο οποίος τώρα τρομοκρατείται με την ιδέα της χρηματοδότησης της Newfoundland σε περίπτωση που αυτή προτιμούσε τη συνέχιση της Κυβερνητικής Επιτροπής ή τη χορήγηση στοιχείων αυτοδιοίκησης έστω με βρετανικό βέτο στα οικονομικά θέματα (Hale, 2003: 59, 60 και Neary, 1988: 355).

25 Οόρος “‘constitutionalisation’ of economic interests” χρησιμοποιείταιστο Glinavos (2015: 1).

26 «Ο τίτλος του πολίτη για τους Έλληνες [Αθηναίους] υπήρξε ένα απαιτητικό προνόμιο δράσης, ανάμιξης και πολιτικής υπευθυνότητας γι’ αυτόν που το κατείχε˙ αντιθέτως, ο τίτλος του Ρωμαίου πολίτη, για την πλειοψηφία όσων τον κατείχαν, ήταν μόνο και μόνο μια απλή διασφάλιση νομικών εγγυήσεων χωρίς δικαίωμα αληθινής συμμετοχής στην πολιτική» (Olalla, 2015: 142).

27 Οόρος “pretence of democracy” χρησιμοποιείταιστο Glinavos (2015: 7).