Undoing the Demos. Ο Αλτουσέρ για τη δημοκρατία (μέσω μιας κριτικής στη Wendy Brown)
Τεύχος 136: περίοδος Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2016


UNDOING THE DEMOS.

Ο ΑΛΤΟΥΣΕΡ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

(ΜΕΣΩ ΜΙΑΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗ WENDY BROWN)1



του Δημήτρη Δημούλη



«Η φιλοσοφία νομιμοποιεί τις ανεξέλεγκτες εξουσίες

πολύ εντονότερα απ’ ό, τι η δογματική στήριξη των θρησκειών»


Michel Foucault. Gendai no Kenryoku wo tou2




1. Εισαγωγή


Ο Αλτουσέρ έχει θεωρία ή έστω άποψη για τη δημοκρατία; Το ερώτημα είναι εύλογο. Όχι μόνον εν όψει της κεντρικότητας της έννοιας της δημοκρατίας σε οποιαδήποτε σύγχρονη συζήτηση για την πολιτική ή την πολιτική φιλοσοφία. Αλλά και λόγω του ότι ο Αλτουσέρ ανέλυσε επί μακρόν και εκτενώς έργα κλασικών της πολιτικής φιλοσοφίας, οι οποίοι θέτουν στο κέντρο του ενδιαφέροντός τους την έννοια της δημοκρατίας.3 Οι δύο πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι ο Μακιαβέλι και ο Ρουσώ.4

Το ερώτημα με απασχολούσε από καιρό χωρίς να έχω κάνει σχετική έρευνα. Με αφορμή τη μελέτη του πρόσφατου βιβλίου της Wendy Brown για τη δημοκρατία στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού και διαπιστώνοντας ότι η συγγραφέας αναφέρεται διαρκώς στον Φουκώ, διερωτήθηκα εάν ο Αλτουσέρ έχει να μας πει κάτι για το θέμα.

Αναζήτησα σχετικές αναλύσεις στα έργα του, τόσο στα δημοσιευμένα από τον ίδιο όσο και στα εκδοθέντα μεταθανατίως και δεν βρήκα κάτι αξιοσημείωτο. Ως όρος και έννοια, η δημοκρατία είναι απούσα. Ακολούθως έκανα την ίδια έρευνα σε πάνω από εκατό βιβλία και άρθρα περί Αλτουσέρ. Το αποτέλεσμα ήταν εξίσου αρνητικό. Θα βρούμε δεκάδες άρθρων περί δομής, αντίφασης, επικαθορισμού, ιδεολογικών μηχανισμών, περί επιστημολογικής τομής, μετατόπισης, αιτιότητας, ολότητας και άλλων τυπικά αλτουσεριανών εννοιών. Θα βρούμε επίσης πάμπολλα άρθρα που αναφέρονται σε ζητήματα πολιτικής των κομμουνιστικών κομμάτων, επανάστασης, μαρξιστικής φιλοσοφίας και θεωρίας του κράτους. Αλλά δεν υπάρχει τίποτε στοιχειωδώς συγκροτημένο σχετικά με τη δημοκρατία. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κείμενα του ειδικά αφιερωμένου στις «αλτουσεριανές σπουδές», περιοδικού Décalages.5

Αυτή η διαπίστωση συνιστά μια σοβαρή κριτική στο έργο του Γάλλου φιλόσοφου που φαίνεται να μη συμμετέχει στην κύρια συζήτηση της πολιτικής νεωτερικότητας. Πώς να μιλήσουμε για πολιτική και για κοινωνικό μετασχηματισμό χωρίς να αναφερθούμε στη δημοκρατία; Δεν είναι βέβαια σύμπτωση το ότι δύο από τους σημαντικότερους μαθητές του Αλτουσέρ, οι Ρανσιέρ και Μπαλιμπάρ, αφιερώνουν πάμπολλα κείμενα στη δημοκρατία, την οποία μάλιστα ο Μπαλιμπάρ καθιστά κεντρική θεωρητική αναφορά στο έργο του.6

Πώς εξηγείται το ότι ο Αλτουσέρ, ένας φιλόσοφος που διεκδικούσε για τους κομμουνιστές «μια άλλη πρακτική της πολιτικής», 7 θέλοντας να «δοθεί ο λόγος στις μάζες που φτιάχνουν την ιστορία»8 (τι πιο «δημοκρατικό»;) δεν βρήκε πουθενά χώρο και ευκαιρία να αναφερθεί στη δημοκρατία ως έννοια της θεωρίας του κράτους και της πολιτικής;

Θα προτείνω εδώ μια διαφορετική προσέγγιση μέσα από την κριτική ανάγνωση του έργου της Μπράουν σε διαρκή σύγκριση με κείμενα του Αλτουσέρ. Αυτή η αντίστιξη μεταξύ ενός πληθωρικού και ένθερμου λόγου περί δημοκρατίας και μιας αινιγματικής σιωπής μπορεί να φωτίσει τις αιτίες της δεύτερης και να δείξει τις αδυναμίες της πρώτης. Όπως είπαμε, βασικό θεωρητικό σημείο αναφοράς της Μπράουν είναι το έργο του Φουκώ για το νεοφιλελευθερισμό και την κυβερνητικότητα (gouvernamentalité). Θα ισχυριστούμε ότι εάν η συγγραφέας είχε διαβάσει και πάρει στα σοβαρά τον πλήρως απόντα στη μελέτη της Αλτουσέρ, ίσως να μας είχε προσφέρει ένα διαφορετικό έργο και να είχε αντιμετωπίσει κριτικά την έννοια της δημοκρατίας.9 Και αυτό διότι, όπως θα δούμε, η σύλληψη του Αλτουσέρ για το αστικό κράτος, τους μηχανισμούς και τις λειτουργίες του μας δίνει ενδιαφέρουσες απαντήσεις σχετικά με τη σημασία της δημοκρατίας.10


2. Οι θέσεις της Μπράουν για το νεοφιλελευθερισμό και τη δημοκρατία


Η ανάγνωση του βιβλίου της Μπράουν για την κατάσταση της δημοκρατίας στις τελευταίες δεκαετίες είναι ευχάριστη και διδακτική. Με σαφή και καλά δομημένη επιχειρηματολογία, η πολιτική φιλόσοφος παρουσιάζει ένα εκτενές κατηγορητήριο του νεοφιλελευθερισμού.11 Πρόκειται για μια θαρραλέα και έντονα κριτική παρέμβαση που σίγουρα θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για ριζοσπάστες διανοούμενους. Αυτό κάνει σκόπιμη την κριτική εξέταση που αναδεικνύει τα όρια του ριζοσπαστισμού της: καταγγελτική ρητορεία και αστική εννοιολογία.


2.1. Κυριαρχία του homo-oeconomicus, «οικονομοποίηση» του κράτους


Κατά την Μπράουν, ο νεοφιλελευθερισμός συνιστά πολιτική υπέρ του κεφαλαίου που προτείνει μέτρα με σκοπό την επίταση των κοινωνικών ανισοτήτων.12 Αλλά δεν εξαντλείται σε αυτή την επιδίωξη. Αποβλέπει επίσης στην αλλαγή της πολιτικής, άρα του κράτους. Προσπαθεί να μετατρέψει όλες τις ανάγκες και επιθυμίες σε αντικείμενα καπιταλιστικού επιχειρείν και αποβλέπει στο να λάβουν όλες οι διαστάσεις της κοινωνικής δράσης οικονομική σημασία: financialization of everything, 13 economization of everything.14 Ακόμη και τα άτομα αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και δρουν ως επιχειρήσεις, ως «σύνολο επιχειρηματικού και επενδυτικού κεφαλαίου» (Brown, 2015: 36). Αυτό υποσκάπτει τη δημοκρατία: μετατρέπει σε οικονομικά τα πολιτικά στοιχεία της και εμποδίζει τον δημοκρατικό έλεγχο της κοινωνικής ζωής.15 Από πλευράς λειτουργίας, ο νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει στο κράτος λογικές αγοράς (the state itself should be economized – Brown, 2015: 64), θέλει να το υποτάξει στις απαιτήσεις της αγοράς (Brown, 2015: 108).


2.2. Οικονομοποίηση του δικαίου, άρα της πολιτικής


Η οικονομοποίηση του κράτους συμπαρασύρει το δίκαιο που προωθεί τον οικονομικό ανταγωνισμό και δεν προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα (Brown, 2015: 66). Ο νεοφιλελεύθερος νομικός Λόγος (reason) μεταφράζει τη δημοκρατία και την ιδιότητα του πολίτη με οικονομική ορολογία (κόστος, ανταγωνισμός). Διαλύει τον «δήμο», αντικαθιστώντας τον από τα άτομα-επιχειρήσεις που επιδιώκουν αποκλειστικά την ικανοποίηση των προσωπικών τους συμφερόντων, απορρίπτοντας τη διαβούλευση και μη ενδιαφερόμενα για τα κοινά (Brown, 2015: 151-152). Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομοποίησης της πολιτικής είναι η πρακτική της χρηματοδότησης πολιτικών εκστρατειών από μεγάλες επιχειρήσεις που το δίκαιο αποδέχεται, με βασικό επιχείρημα την «ελευθερία έκφρασης» των επιχειρήσεων (Brown, 2015: 156-173).

Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική σφαίρα μετατρέπεται σε αγορά (Brown, 2015: 155). Με αυτή τη διατύπωση, η συγγραφέας φαίνεται να εννοεί πως όσο πιο πολύ χρήμα διαθέτει κανείς, τόσο περισσότερο μπορεί να επηρεάσει την πολιτική και, ακολούθως, να εξασφαλίσει πολιτικές αποφάσεις που ευνοούν το κεφάλαιο, το οποίο στην ουσία εξαγοράζει την πολιτική σφαίρα με τις ευλογίες του δικαίου.


2.3. Από τη δημοκρατία στην governance16


Επισημαίνοντας ότι η δημοκρατία είναι αμφισβητούμενος και πολύσημος όρος, η Μπράουν θεωρεί ως βασικό της στοιχείο την πολιτική άσκηση εξουσίας εκ μέρους του λαού (political self-rule by the people) (Brown, 2015: 20). Θεμελιακά στοιχεία της είναι η απάλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων ενόψει του ιδανικού της ισότητας των πολιτών και της γενικευμένης πολιτικής συμμετοχής (Brown, 2015: 178-179, 202-203).

Στην περίοδο του νεοφιλελευθερισμού εγκαταλείπεται η υπόσχεση/επιδίωξη της δημοκρατικής διαβούλευσης. Οι ανισότητες και οι αποκλεισμοί επιτείνονται και οι κοινωνίες υπόκεινται στη λογική της governance. Η συγγραφέας αναλύει διά μακρών την έννοια αυτή (Brown, 2015: 122-150), με κύρια αναφορά τις σχετικές αναλύσεις του Φουκώ. Αντιλαμβάνεται την governance ως τεχνικοποίηση των πολιτικών αποφάσεων που πλέον εξαρτώνται από οικονομικά κριτήρια και λαμβάνονται από ειδικούς χωρίς δημόσια διαβούλευση. Το κράτος δικαίου αντικαθίσταται από οδηγίες, εγκυκλίους και «εργαλειοθήκες» με τις «άριστες πρακτικές». Υιοθετείται δηλαδή στην πολιτική ζωή επιχειρηματική εννοιολογία και μεθολογία απόφασης (Brown, 2015: 71). Το κράτος δρα ως επιχείρηση και όχι ως έκφραση της πολιτικής κυριαρχίας (Brown, 2015: 109). Η governance «αντιλαμβάνεται την πολιτική ως πεδίο μάνατζμεντ ή διοίκησης», δίνοντας έμφαση στην αποκέντρωση, στην επικουρικότητα του κράτους και στην ιδιωτικοποίηση (Brown, 2015: 127). Με μια λέξη, στο νεοφιλελευθερισμό ασκείται πολιτική με «αξίες της αγοράς» (Brown, 2015: 138, 209).


2.4. Καθήκοντα της Αριστεράς


Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου της, η Μπράουν (2015: 222) καθορίζει τα καθήκοντα του ριζοσπαστικού χώρου με τον εξής τρόπο. Στόχος της κριτικής και της δράσης είναι να ξαναπιστέψουν οι πολίτες στην «ανθρώπινη ικανότητα για δημιουργία και διαχείριση μιας τάξης πραγμάτων αξιοπρεπούς και αειφόρου». Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να αντισταθούν στον «βαθύ αντιανθρωπισμό» του νεοφιλελευθερισμού που οδηγεί στην «ανθρώπινη αδυναμία», με σκοπό να υπάρξει ένα «μέλλον δίκαιο, αειφόρο και κατοικήσιμο».


3. Κριτικές σε μια ριζοσπαστική εκδοχή της αστικής απολογητικής


Το πιο ευάλωτο σημείο του βιβλίου της Μπράουν είναι η μόλις αναφερθείσα καταληκτική θέση. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής για να κατανοήσει ότι πίσω από τον «άνθρωπο» και τη «φύση» βρίσκονται δομικώς αντικρουόμενα υλικά συμφέροντα. Προφανώς όλοι αγαπούμε τη φύση και είμαστε επίσης υπέρμαχοι της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (αφού μάλιστα αυτό μας συμφέρει ως ανθρώπους). Από τη στιγμή όμως που εγκαταλείπουμε τις γενικόλογες διακηρύξεις αρχής και ρωτάμε υπό ποιους όρους πρέπει να λειτουργήσει μια ρυπογόνος επιχείρηση, εάν πρέπει να υπάρχουν πυρηνικά όπλα και εργοστάσια και εάν πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, ουδείς περιορίζεται μόνο στο επιχείρημα του ανθρωπισμού και της προστασίας της φύσης. Η επιχειρηματολογία συγκεκριμενοποιείται και καθίσταται σαφές ότι τα επιχειρήματα δεν εξαρτώνται από τη θέση αρχής, αλλά από συμφέροντα, ενίοτε μεταμφιεσμένα με τεχνικές έννοιες.

Καθήκον της Αριστεράς δεν είναι να προβάλλει εκκλήσεις για ανθρωπιά, αλλά να εξετάζει ποιες δυνάμεις και με ποιους τρόπους θα αντισταθούν στα συμφέροντα εξουσίασης και εκμετάλλευσης. Αυτό όμως δεν το πράττει η Μπράουν και δεν μπορεί να το πράξει με τις έννοιες που χρησιμοποιεί.

Είναι ενδεικτικό ότι η συγγραφέας αναφέρεται στην οργάνωση της καπιταλιστικής οικονομίας με συγκεχυμένη εννοιολογία. Ισχυρίζεται ότι στο νεοφιλελευθερισμό τα άτομα λειτουργούν ως “financialized firms” (Brown, 2015: 109) και ως «σύνολο επιχειρηματικού και επενδυτικού κεφαλαίου» (Brown, 2015: 36). Το να θεωρήσουμε έναν μισθωτό εργαζόμενο ως επιχείρηση και κεφάλαιο είναι τελείως αδόκιμο. Στην καθημερινότητα μπορεί κάποιος να πει ότι το ταλέντο στο τραγούδι είναι «κεφάλαιό του». Αλλά τέτοιες μεταφορές δεν έχουν θέση σε θεωρητικές πραγματείες. Το να θεωρηθεί το άτομο επιχείρηση είναι τόσο δόκιμο όσο το να αναλυθεί ένα φυτό ως αποθήκη τροφίμων.

Η συγγραφέας αναφέρει επίσης ότι η σύγχρονη πολιτική αντιπαράθεση λειτουργεί ως «αγορά». Ωστόσο, το να χρηματοδοτούν οι καπιταλιστές τις προεκλογικές εκστρατείες των εκλεκτών τους και να έχουν ακολούθως νόμιμα ή (και) παράνομα οφέλη δεν σημαίνει ότι η πολιτική έγινε αγορά – αν μη τι άλλο διότι δεν πουλά κανένα εμπόρευμα. Όπως προαναφέραμε, η συγγραφέας περιορίζεται στη λαϊκή σοφία ότι το χρήμα (εξ)αγοράζει τα πάντα, άρα οι πολιτικοί έχουν την τιμή τους και ως εκ τούτου είναι «εμπορεύματα».

Από θεωρητική άποψη δεν μαθαίνουμε κάτι για τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς εάν θεωρήσουμε την πολιτική ως αγορά. Αντιθέτως, μπορούμε να μάθουμε πολλά εάν μελετήσουμε τον τρόπο συμπεριφοράς των επαγγελματιών πολιτικών, τις διαδικασίες και τις «επαφές» που τους κάνουν να λαμβάνουν συγκεκριμένες αποφάσεις για λόγους που συνδέονται με την πολιτική τους καριέρα και όχι τόσο με οικονομικές αποτιμήσεις.

Παρομοίως, η Μπράουν αναφέρεται στην επικράτηση του οικονομικού Λόγου στην πολιτική, χρησιμοποιώντας ως συνώνυμους τους όρους marketization, financialization, economization (βλ. προηγουμένως κεφ. 2.1.). Πρόκειται για χρήσεις οικονομικής ορολογίας με συνειρμικό τρόπο και ρητορική υπερβολή χωρίς να λέγεται κάτι αντικειμενικό.

Αλλά και στο επίπεδο της πολιτικής φιλοσοφίας, η Μπράουν χρησιμοποιεί όρους αφηρημένους, όπως subject, people, homo oeconomicus, women, society, democracy, markets. Αυτό της επιτρέπει να αποφεύγει ακανθώδη ζητήματα, μένοντας σε επίπεδο γενικολογίας. Επικεντρώνεται στο δίπολο δημοκρατία vs. νεοφιλελευθερισμός χωρίς να αναλύει πώς λειτουργεί ο πολιτικός μηχανισμός και ποια είναι τα συγκεκριμένα κοινωνικά αποτελέσματα κάθε πολιτικής. Είναι όμως αδύνατο να αντιληφθούμε τι θέλουν οι «αγορές» (ποιες αγορές; πού; πότε;) ή να αναλύσουμε τα προβλήματα καταπίεσης των «γυναικών» εν γένει.

Για να αναφέρουμε το καθ’ ημάς παράδειγμα, η ελληνική πολιτική ζωή των τελευταίων ετών χαρακτηρίζεται από ελευθερία δράσης και λόγου, από έντονη πολιτικοποίηση και από τη συχνότατη διεξαγωγή εκλογών που ουδείς επέκρινε για βία και νοθεία. Δεν έλειψε το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, στο οποίο ο λαός απέρριψε την κυβερνητική πολιτική των Μνημονίων με απόλυτα πολιτικό σκεπτικό. Ακριβώς όπως με απόλυτα πολιτικό σκεπτικό η κυβέρνηση και τα κοινοβουλευτικά της στηρίγματα έριξαν στον κάλαθο των αχρήστων τη λαϊκή θέληση που ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης.

Δεν θα είχε νόημα να ζητήσει κανείς περισσότερη δημοκρατία στην Ελλάδα. Ομοίως δεν έχει νόημα να θεωρήσουμε τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος ως ακολουθούσα αγοραία πρότυπα. Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις επιβάλλουν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα εναντίον άλλων. Δεν πρόκειται για τον οικονομικό Λόγο που υποκαθιστά τον πολιτικό, αλλά για πολιτικές αποφάσεις υπέρ ορισμένων ομάδων και εναντίον άλλων. Αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται με τις μεθόδους διαπραγμάτευσης, αντιπαράθεσης και συμμαχιών που χαρακτηρίζουν την πολιτική. Δεν κερδίζουμε κάτι με το να αποδίδουμε αυτήν την πάγια κατάσταση στην επιβολή της οικονομίας επί της πολιτικής. Όλες οι πλευρές έχουν προφανώς οικονομική σκέψη και πρόταση και όλες την εκφράζουν με τους ειδικά πολιτικούς τρόπους. Ο προσδιορισμός της σχέσης μεταξύ οικονομικών συμφερόντων και έκφρασής τους στην πολιτική αρένα είναι αμφιλεγόμενος, όπως δείχνει η ατελεύτητη μαρξιστική συζήτηση για τις σχέσεις «βάσης» και «εποικοδομήματος». Αλλά όποια και εάν είναι η θέση μας περί αυτού δεν μπορεί να αγνοήσουμε την ιδιαίτερη λειτουργία κάθε πεδίου που δεν επιτρέπει να γίνεται λόγος για αντικατάσταση της πολιτικής από την οικονομία (ή αντιστρόφως).

Ένα άλλο προβληματικό στοιχείο έγκειται στον ανιστορικό χαρακτήρα των αναλύσεων της Μπράουν. Το βιβλίο δομείται με βάση την αντιπαραβολή ενός «πριν» (δημοκρατία, επικράτηση του πολιτικού Λόγου) και ενός «μετά» (νεοφιλελευθερισμός, οικονομικός Λόγος). Ερωτάται πότε υπήρξε αυτό το «πριν» και σε ποιες χώρες. Η συγγραφέας αναφέρεται αόριστα στη «φιλελεύθερη δημοκρατία» που ενσάρκωνε τις υποσχέσεις για ελευθερία, ισότητα, καθολική πολιτική συμμετοχή και λαϊκή κυριαρχία (Brown, 2015: 44, 208-209). Και επιμένει στο ότι το δημοκρατικό ιδανικό της ισότητας και της λαϊκής συμμετοχής μπορούσαν, στο παρελθόν, να ελέγχουν και να περιορίζουν την καπιταλιστική οικονομία (Brown, 2015: 208). Αλλά δεν αναφέρει κάτι συγκεκριμένο (π.χ. «υπήρξε ουσιαστική δημοκρατία στη μεσοπολεμική Γαλλία;») που να επιτρέπει τον έλεγχο της απόφανσης. Παραδέχεται μάλιστα ότι οι δυτικές δημοκρατίες ήταν αποικιοκρατικές, ιμπεριαλιστικές, πατριαρχικές και «κορεσμένες από καπιταλιστική ισχύ και αξίες» (Brown, 2015: 205).

Αν όμως το περί δημοκρατίας σχήμα δεν χαρακτήρισε συγκεκριμένη χώρα και περίοδο, αλλά απέρρεε απλώς από τις αναλύσεις διανοουμένων, δεν διακρίνεται μια τομή μεταξύ του «πριν» και του «μετά». Εκτός και εάν θεωρήσουμε ότι η φιλόσοφος δεν εξετάζει την αντικειμενική λειτουργία της πολιτικής και του κράτους, αλλά απλώς και μόνο τα ιδεολογήματα που κυριαρχούν μεταξύ διανοουμένων σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, χθες ήμασταν δημοκράτες, σήμερα νεοφιλελεύθεροι.

Για να διαπιστώσουμε εάν υπήρξε ιστορική τομή με υποκατάσταση πολιτικών εννοιών και τρόπων δράσης από οικονομικές, θα έπρεπε να κάνουμε συγκεκριμένη έρευνα σε μια χώρα, αναλύοντας τον λόγο των πολιτικών, τις μεταξύ τους σχέσεις, τον τρόπο λήψης αποφάσεων, τις κοινωνικές νοοτροπίες και όσα άλλα αναλύει η πολιτική ιστορία και κοινωνιολογία. Διαφορετικά, η απόφανση ότι η πολιτική υποκαθίσταται από την οικονομία δεν πείθει.

Η οικονομική λογική ήταν παγίως παρούσα στον καπιταλισμό και οι αποφάσεις οικονομικής πολιτικής, ιδίως οι αντιλαϊκές, δικαιολογούνταν με κριτήρια τεχνικής-οικονομικής ορθότητας. Εκτός αυτού, όπως η ίδια η Μπράουν επισημαίνει, η πολιτική αρένα ιστορικά αποτέλεσε χώρο δραστηριότητας των ελίτ με αποκλεισμούς δούλων, γυναικών και προλετάριων, χωρίς να λησμονούμε τα γκέτο, τα απαρτχάιντ και τις διώξεις πολιτικών αντιπάλων. Σε αυτό το παρελθόν βίας και αποκλεισμού δεν βρίσκεται καμία Εδέμ της Δημοκρατίας.

Εξίσου ανακριβής είναι ο ισχυρισμός ότι στο παρελθόν το δίκαιο προστάτευε τα δικαιώματα του λαού και όχι τα οικονομικά συμφέροντα. Από την αρχή του καπιταλισμού, το δίκαιο οργάνωσε την οικονομία με βάση την υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο και τη σκληρή καταστολή της «παραβατικότητας» των λαϊκών τάξεων για να προστατεύσει τα περιουσιακά δικαιώματα των κυρίαρχων και να δημιουργήσει πειθήνιους εργαζόμενους. Και εδώ υπάρχει συνέχεια. Το δίκαιο εκφράζει εκείνο που η Μπράουν αποκαλεί «αξίες της αγοράς».

Η νοσταλγία για ένα υποτιθέμενο παρελθόν δημοκρατίας και ισότητας με ταυτόχρονη επίκριση του σημερινού νεοφιλελευθερισμού στερείται ιστορικής βάσης και έχει ως σκοπό τη νομιμοποίηση του καπιταλισμού ως καθεστώτος που εάν αποφύγει τις ακρότητες μπορεί να είναι δημοκρατικό, εξισωτικό και σεβόμενο τα δικαιώματα των μαζών.

4. Αλτουσεριανές αντιστίξεις


Τι θα έλεγε ο Αλτουσέρ εάν χάρη σε κάποια χρονομηχανή διάβαζε το βιβλίο της Μπράουν, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα ύπαρξης ενός δημοκρατικού και λαϊκού καπιταλισμού; Η απάντηση συνιστά εκείνο που προτείνω να αποκαλέσουμε αλτουσεριανή θεωρία της δημοκρατίας. Για την ανάπτυξή της βασίζομαι σε δύο εκτενή κείμενα. Το Sur la reproduction, ένα αδημοσίευτο εν ζωή χειρόγραφο του 1969, αποσπάσματα του οποίου έδωσαν τη βάση για την περίφημη και πολυμεταφρασμένη εργασία του 1970 για τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους.17 Το δεύτερο κείμενο, επίσης αδημοσίευτο εν ζωή, είναι το χειρόγραφο του 1978 με τίτλο Marx dans ses limites, 18 ορισμένα κεφάλαια του οποίου έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.19

Η βασική θέση που, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει από αυτά τα κείμενα είναι απλή. Η δημοκρατία δεν μπορεί να ορισθεί ως έννοια, διότι δεν υπάρχουν κριτήρια μέτρησης ή έστω εκτίμησης της δημοκρατικότητας ενός καθεστώτος. Γι’ αυτό πρέπει να αντικατασταθεί από άλλες έννοιες που εκφράζουν στοιχεία της δομής ενός κράτους, άρα και της πολιτικής που στρέφεται γύρω απ’ αυτό. Οι εν λόγω έννοιες επιτρέπουν μια διάγνωση της υφής και λειτουργίας του κράτους με βάση το κριτήριο της ταξικότητας.

Πρόκειται για μια θεωρία της δημοκρατίας που προτείνω να αποκαλέσουμε αρνητική με την ισχυρή και παραγωγική έννοια του όρου. Δεν εξαντλείται στον ισχυρισμό ότι η δημοκρατία δεν υπάρχει σε ορισμένη χώρα. Ούτε θεωρεί πως τα αστικά κράτη είναι εξ ορισμού αντιδημοκρατικά (ο καπιταλισμός ως εχθρός της δημοκρατίας). Τέτοιου είδους αποφάνσεις είναι αδύναμες και μη παραγωγικές, διότι απλώς αρνούνται ότι κάτι είναι δημοκρατία, θεωρώντας, έμμεσα, ότι υπάρχει κριτήριο για να διαγνωσθεί ένα δημοκρατικό καθεστώς, ότι κάπου υπήρξε ή μπορεί να υπάρξει δημοκρατία.

Πιστεύω πως ότι ο Αλτουσέρ υιοθετεί μια αρνητική θεωρία ισχυρή και παραγωγική επειδή δείχνει τους λόγους για τους οποίους η έννοια δημοκρατία δεν μπορεί να ορισθεί. Δεν υπάρχει σχετικό κριτήριο και η δημοκρατία αποτελεί το ατυχές όνομα άλλων φαινομένων, τα οποία είναι ετερογενή. Θα αναλύσω στη συνέχεια αυτές τις θέσεις, παρουσιάζοντας τα βασικά σημεία της αλτουσερικής θεώρησης.

– Ο Althusser ειρωνεύεται τα περί λαϊκού ή δημοκρατικού κράτους ως σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις που συνιστούν θεωρητικό και πολιτικό σφάλμα.20 Το σφάλμα έγκειται στο ότι υιοθετείται ως κριτήριο το δίπολο «δημοκρατία vs. δικτατορία-αυταρχισμός», το οποίο ωστόσο δεν δηλώνει κάτι σημαντικό για τους σκοπούς και για τα αποτελέσματα λειτουργίας ενός κράτους.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Στη χώρα Α λειτουργεί μια άψογη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, με μεγάλη ευχέρεια πολιτικής συμμετοχής, ελεύθερο διάλογο, πλουραλιστικά μήντια, απουσία κρατικής λογοκρισίας και διαδικαστικά άψογες εκλογές. Πρόκειται για κράτος καπιταλιστικό, με υψηλότατο δείκτη κοινωνικής ανισότητας, απουσία κοινωνικού κράτους και συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Στη χώρα Β έχει εγκαθιδρυθεί μια στυγνή στρατιωτική δικτατορία, με λυσσαλέα δίωξη των διαφωνούντων, δεν διεξάγονται εκλογές και απαγορεύονται οι πολιτικές συζητήσεις. Η χώρα Β είναι επίσης καπιταλιστική, με εντονότατη κοινωνική ανισότητα, απουσία κοινωνικού κράτους και συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Το να περιοριστούμε στο να αποκαλέσουμε το πρώτο καθεστώς δημοκρατικό και το δεύτερο δικτατορικό, όπως θα έκαναν «αυθόρμητα» οι πολιτικοί επιστήμονες και σχολιαστές, είναι μια επιλογή ταξινόμησης με βάση μια αντίθεση, η οποία νομιμοποιεί το πρώτο και επικρίνει το δεύτερο, καίτοι δεν υπάρχουν διαφορές στα κοινωνικά (ταξικά) αποτελέσματα των δύο καθεστώτων. Με άλλη διατύπωση, η έννοια δημοκρατία με τον τυπικό-νομικό ορισμό της δεν επαρκεί για να αποκρυπτογραφήσουμε την υφή και λειτουργία ενός καθεστώτος.

– Απορρίπτοντας το δίπολο δημοκρατία/δικτατορία, ο Αλτουσέρ θεωρεί ότι, για να αντιληφθούμε το κράτος, το δίκαιο και την ιδεολογία, δηλαδή τα τρία πεδία, στα οποία αναπτύσσονται λόγοι περί δημοκρατίας, πρέπει να υιοθετήσουμε ένα θεωρητικά ισχυρό κριτήριο. Αυτό το κριτήριο μας το προσφέρει η οπτική της κοινωνικής αναπαραγωγής (Althusser, 1995: 84). Δεν είναι καθοριστικός ο σεβασμός (ή μη) της αρχής της πλειοψηφίας ούτε ο πλουραλισμός στην πολιτική ζωή. Επίσης δεν είναι καθοριστική η οικονομική δομή, αφού παρόμοιια οικονομική δομή μπορεί να έχει τελείως διαφορετικά πολιτικά αποτελέσματα σε διαφορετικές χώρες. Ο ρόλος του κράτους γίνεται σαφής όταν εξετάσουμε το ρόλο του στη διαδικασία αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων.

– Η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού έχει υψηλό κόστος και κατά βάση δεν παράγει αγαθά. Είναι μια μηχανή που έχει σκοπό να παράγει νόμιμη εξουσία και, ακολούθως, να εφαρμόζει τις αποφάσεις της. Για να το επιτύχει αυτό χρειάζεται πολυάριθμο προσωπικό (Althusser, 1994: 458, 465). Προεκτείνοντας την ανάλυση, θα λέγαμε ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί έναν επαγγελματικοποιημένο κρατικό μηχανισμό, τα μέλη του οποίου δεν είναι ούτε εξουσιαστές ούτε εξουσιαζόμενοι παρόμοιοι με τους εν γένει μισθωτούς εργαζομένους. Πρώτον, περνούν από ειδική εκπαίδευση, δεύτερον, διαποτίζονται από την ιδεολογία του δημόσιου συμφέροντος και της κρατικής αυθεντίας (και δυνατότητας άσκησης βίας ατιμωρητί) και, τρίτον, υποβάλλονται διαρκώς σε ελέγχους «νομιμότητας» της δράσης τους με αποτέλεσμα να συνιστούν μια ειδική κατηγορία ατόμων που συνήθως δηλώνεται με τον αδόκιμο όρο γραφειοκρατία. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι το ότι το κράτος στηρίζεται στη δράση εργαζομένων με τελείως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Αυτή η στελέχωση συνιστά την υλική βάση που επιτρέπει να θεωρηθεί το κράτος ως μηχανή κατασκευασμένη από «ειδικό μέταλλο» (Althusser, 1994: 463).21 Όπως σημειώναμε παλιότερα: «Η “ειδικότητα” του κρατικού μετάλλου εντοπίζεται στο συνδυασμό του ειδικού τρόπου λειτουργίας με την ειδική διαμόρφωση του κρατικού προσωπικού, δηλαδή στη σχέση τους» (Δημούλης, 1997: 76).

– Δεν αποκλείεται το κράτος να παρέχει υπηρεσίες στις λαϊκές τάξεις και να τις προστατεύει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει, κατά τον Αλτουσέρ, ότι μεταβάλλεται ο αστικός και δικτατορικός χαρακτήρας του. Ορισμένες λαϊκές ανάγκες ικανοποιούνται προκειμένου να αποφευχθεί λαϊκή αντίδραση και να εκμαιευθεί συναίνεση. Θα ήταν ανοησία (sottise) να πιστέψει κανείς ότι με τον τρόπο αυτό το κράτος κοινωνικοποιείται ή ότι η κυβέρνηση εφαρμόζει αριστερή πολιτική (Althusser, 1994: 482-483).

– Το δίκαιο υπάρχει σε αναφορά προς τις σχέσεις παραγωγής, τις οποίες ταυτόχρονα ρυθμίζει και αποκρύπτει (Althusser, 1995: 90). Τις ρυθμίζει διότι επιτρέπει τη διατήρησή τους στο χρόνο μέσα από την εφαρμογή των νομικών κανόνων. Ταυτόχρονα όμως τις αποκρύπτει, διότι οι νομικοί κανόνες δεν εκφράζουν τις πραγματικές αρχές λειτουργίας του καπιταλισμού. Δεν αναφέρονται σε εκμετάλλευση, σε ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής από την αριθμητική μειονότητα των καπιταλιστών ούτε σε κοινωνικά επιλεκτική λειτουργία των κρατικών μηχανισμών.

Για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, δεν υπάρχουν νομικοί κανόνες που να επιτάσσουν τη σχεδόν αποκλειστική φυλάκιση ανδρών με ιδιαίτερη προτίμηση για τους φτωχούς, τους αλλοδαπούς και, στην αμερικανική ήπειρο, για τους απογόνους δούλων. Και όμως αυτό συμβαίνει πάγια στις καπιταλιστικές χώρες. Την ίδια στιγμή, το δίκαιο εξαγγέλλει αρχές καθολικής ισότητας και ελευθερίας, ισότιμης συμμετοχής όλων στην πολιτική και στο σύστημα συνταγματικών δικαιωμάτων.

Αυτή η αποσιώπηση επιτρέπει τη διατήρηση των σχέσεων παραγωγής, αμβλύνοντας τις αντιδράσεις, δεδομένου ότι προβάλλεται, διδάσκεται και βιώνεται σε ποικίλες πρακτικές ως κάτι διαφορετικό από εκείνο που όντως είναι. Δεν λέγεται, για παράδειγμα, ότι είναι δικαίωμα των καπιταλιστών να ιδιοποιούνται τη φύση και την αλλότρια εργασία χωρίς να καταβάλλουν το πραγματικό ισοδύναμο. Εμφανίζονται ως έχοντες το οικονομικό-ιδιοκτησιακό δικαίωμα να δρουν με αυτό τον τρόπο, με βάση τις αρχές ελευθερίας και ισότητας, και όχι ως «κλέφτες», «εκβιαστές» ή «απατεώνες» (όπως θεωρείται ο φτωχός που αφαιρεί αλλότρια περιουσιακά στοιχεία).

– Ο κατασταλτικός μηχανισμός22 του κράτους συνδέεται άμεσα με το δίκαιο. Αλλά λειτουργεί κατά κανόνα προληπτικά και επιβάλλει τις ρυθμίσεις με την απειλή κυρώσεων («σεβασμός») (Althusser 1995: 96). Αυτό οδηγεί τον Αλτουσέρ στο να μην ταυτίζει τον κατασταλτικό μηχανισμό με τη φυσική βία. Αντιθέτως, παρουσιάζει τη συναινετική λειτουργία του δικαίου ως γενικό χαρακτηριστικό του αστικού κράτους: «το Δίκαιο “λειτουργεί” προεχόντως με την νομικο-ηθική ιδεολογία, που ενισχύεται από σποραδικές κατασταλτικές επεμβάσεις» (Althusser, 1995: 202). Αποφεύγοντας τη βία, το δίκαιο αποτελεί μέσο για την επίτευξη συναίνεσης και για ευχερή εφαρμογή των επιταγών του με βάση τη «νομική ιδεολογία και ηθική ιδεολογία» (Althusser, 1995: 97). «Η νομικοηθική ιδεολογία παίζει ρόλο χωροφύλακα, αλλά δεν είναι χωροφύλακας» (Althusser, 1995: 99).

Ο φιλόσοφος προτείνει να καταταγεί το Δίκαιο στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (ΙΜΚ) και όχι στον κατασταλτικό, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Για τον Αλτουσέρ, το δίκαιο λειτουργεί κυρίως με συναίνεση και εκπαιδεύει τα υποκείμενα στο σεβασμό των ρυθμίσεών του. Αυτό δικαιολογεί την ένταξή του στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, από τους οποίους όμως διαφοροποιείται εννοιολογικά σε μια σημαντική πλευρά. Το δίκαιο δεν εξασφαλίζει προεχόντως, όπως οι λοιποί ΙΜΚ, την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων. Σκοπός του είναι να εγγυάται άμεσα την ομαλή λειτουργία του καπιταλισμού, δηλαδή της παραγωγής (Althusser, 1995: 202-203).

Το δίκαιο ως ιδεολογικός μηχανισμός παράγει και διδάσκει πρακτικές συναίνεσης προς τους κανόνες της καπιταλιστικής οικονομίας. Δεν πρόκειται βεβαίως για ελεύθερη συναίνεση, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει πολιτικά και ούτε είναι δυνατό σε μια ταξική κοινωνία.23 Με διαφορετική διατύπωση, η παρουσία της «επιβαλλόμενης συναίνεσης» αντιστοιχεί στη λειτουργία ιδεολογικών μηχανισμών, συμπεριλαμβανομένου του δικαίου, και δείχνει ότι έννοιες όπως δημοκρατία (και ελευθερία) δεν μπορεί να ορισθούν ως αυτοκαθορισμός. Πρόκειται για θέση παράδοξη στο πλαίσιο του μαρξισμού και εξαιρετικά γόνιμη κατά τη γνώμη μας.24

Εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι πλήθος σχολιαστών εμφανίζουν ως θεωρητική καινοτομία του Φουκώ το ότι εμφανίζει την εξουσία όχι ως κάτι αρνητικό (απαγορεύσεις, απειλές, καταστολή), αλλά ως μια θετική, διαπλαστική δύναμη που εφαρμόζει μια «τεχνολογία της εξουσίας» και διαμορφώνει τις ζωές.25 Ο Αλτουσέρ δεν αναλύει το ζήτημα της επιρροής του κράτους στις ζωές των πολιτών, αλλά συμφωνεί με τον Φουκώ σε θεωρητικό επίπεδο, καταδεικνύοντας τη θετικότητα-διαπλαστικότητα της δράσης του κράτους ως μηχανής που παράγει νόμιμη εξουσία και του δικαίου ως ιδεολογικού μηχανισμού που διαμορφώνει το συναινετικό πλαίσιο, και εκπαιδεύει τα άτομα στις πρακτικές που είναι απαραίτητες για την καπιταλιστική παραγωγή.

– Η κρατική ιδεολογία στον καπιταλισμό βασίζεται σε τέσσερα στοιχεία:

  • εθνικισμός,

  • φιλελευθερισμός (κυρίως ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου),

  • οικονομισμός (γενικό συμφέρον οικονομικής ανάπτυξης),

  • ανθρωπισμός (αντίστιξη στον οικονομισμό) (Althusser, 1995: 168).

    Πρόκειται για αντιφατικά στοιχεία που εκφράζουν τις διαστάσεις του κρατικού λόγου, ο οποίος κινείται «προς όλες τις κατευθύνσεις», επιχειρώντας να αποσπάσει συναίνεση.

    Είναι αξιοσημείωτο ότι ο «ανθρωπισμός» που η Μπράουν θεωρεί ως αριστερή διεκδίκηση και ως desideratum της δημοκρατίας συνιστά, για τον Αλτουσέρ, αναγκαίο συστατικό της αστικής ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης μαζί με τη φαινομενικά αντίθετη έννοια του οικονομισμού, που προβάλλει το γενικό συμφέρον και την «ανάπτυξη». Αρκεί να ακούσουμε τους κυβερνητικούς λόγους σε οποιαδήποτε δυτική χώρα και τους λόγους των ΜΜΕ για να πεισθούμε για τη λειτουργία του ανθρωπισμού στα αστικά κράτη.

    – Κέντρο της εξουσίας είναι το κράτος μέσω του οποίου οι αστοί ασκούν ταξική εξουσία (Althusser, 1995: 118). Το κράτος λειτουργεί χωρισμένο τόσο από την πολιτική όσο και από την οικονομία. Αποκτά χαρακτηριστικά ουδετερότητας σε σχέση με επιμέρους συμφέροντα και διεκδικήσεις και ακολουθεί τεχνικά κριτήρια (εφαρμόζει το «ορθό»). Αυτός ο χωρισμός και η θέση περί ουδετερότητας και αμεροληψίας («δημόσια» διοίκηση, «αδέκαστη» δικαιοσύνη, «ορθή» οικονομική πολιτική, κυβέρνηση «όλων των Ελλήνων») γίνονται με σκοπό να επεμβαίνει το κράτος αποτελεσματικότερα στην ταξική πάλη εκ των έξω, εγγυώμενο τα γενικά συμφέροντα της αστικής τάξης εναντίον του λαού και συγκεκριμένων αστικών μερίδων (Althusser, 1994: 433-436).

    Η θέση περί χωρισμού του κράτους από τις παραγωγικές διαδικασίες και από την πολιτική είναι κοινός τόπος μεταξύ μαρξιστών. Ωστόσο η εννοιοδότησή της από τον Althusser είναι ασυνήθιστη. Πρόκειται για τη θέση ότι ο σκληρός πυρήνας του κράτους, δηλαδή κυρίως ο κατασταλτικός μηχανισμός δεν διαπερνάται από την ταξική πάλη.26 Εάν αυτός ο σκληρός πυρήνας του κράτους επηρεαζόταν και άλλαζε κατεύθυνση ανάλογα με τους εκάστοτε συσχετισμούς δύναμης δεν θα μπορούσε να ασκεί την ταξική λειτουργία για την οποία είναι φτιαγμένος (Althusser, 1994: 437).

    Πρόκειται για τη θέση της απόλυτης ταξικής εμμένειας του κράτους που έρχεται σε αντίθεση με όσα πάμπολλοι αριστεροί θεωρητικοί ισχυρίζονται. Από τους σοσιαλδημοκράτες που θεωρούν ότι όποιος κερδίζει στις εκλογές μπορεί να στρέψει το κράτος στην κατεύθυνση του πολιτικού του προγράμματος, μέχρι τους μαρξιστές που θεωρούν ότι το κράτος μπορεί να «αξιοποιηθεί», δημιουργώντας ρήγματα και προσφέροντας θέσεις μάχης στην προοπτική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (παράδοση που έχει αμέτρητους οπαδούς και ως σημείο αναφοράς τον Πουλαντζά και τους Λακλάου-Μουφ).27

    Ο Αλτουσέρ υιοθετεί, αντιθέτως, τη θέση περί αδιαπέραστου του κράτους από την ταξική πάλη, ανεξάρτητα από συσχετισμούς δυνάμεων και εκλογικά αποτελέσματα. Αυτή η θέση, γράφει, μας επιτρέπει να απορρίψουμε τα


    «απίθανα θαύματα μιας αμιγώς κοινοβουλευτικής-δημοκρατικής δράσης (“ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός”) [...], διότι το αστικό κράτος ποτέ δεν θα επιτρέψει την κατάκτηση και την καταστροφή του [...] από 450 βουλευτές με γυμνά χέρια» (Althusser, 1995: 137).


    Η κυβερνητική αλλαγή δεν έχει καθοριστική σημασία αν συγκριθεί με τη λειτουργική συνέχεια του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους.28 Άρα τα όνειρα περί «δημοκρατίας υπέρ του λαού» (démocratie pour le peuple) είναι έωλα και το αστικό κράτος ξαναγίνεται «αντιδημοκρατικό» στην πρώτη αλλαγή συγκυρίας (Althusser, 1995: 138).

    – Για να παύσει η αποκλειστική σύνδεση του κράτους με τα αστικά ταξικά συμφέροντα είναι αναγκαία η παρέμβαση των λαϊκών μαζών με τρόπο που να επιβάλλει ανεπιστρεπτί τη σοσιαλιστική επανάσταση με διάλυση των κρατικών μηχανισμών και όχι απλά με αλλαγή κυβέρνησης (Althusser, 1995: 138-140). Ενόσω αυτό δεν συμβαίνει θα υπάρχουν απλώς συγκυριακές διακυμάνσεις της κρατικής πολιτικής.

    – Ο χαρακτηρισμός του αστικού κράτους ως «δικτατορίας» δεν δηλώνει τον βίαιο χαρακτήρα της δράσης του ούτε την παραβίαση του Συντάγματος. Δηλώνει το δομικό γεγονός ότι μια τάξη κυριαρχεί στο κράτος και επιβάλλει μέσω αυτού τα συμφέροντά της. Η πολιτική μορφή που παίρνει κάθε κράτος, το κατά πόσον έχει νομιμοποίηση και το εάν λειτουργεί με βάση τις διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν αλλάζει τη θεωρητική διαπίστωση ότι είναι δικτατορία, σε αντίθεση με τις αυταπάτες περί παλλαϊκού κράτους.

    Σε αυτή την εννοιολογική προοπτική, ο όρος δικτατορία δηλώνει, αποδραματοποιημένα, την κυριαρχία μιας τάξης (Althusser, 1994: 446-449). Ο Αλτουσέρ δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ως συνώνυμους τους όρους δικτατορία και δημοκρατία όταν, για παράδειγμα, αναφέρεται στις συγκυρίες μιας περισσότερο ή λιγότερο φιλολαϊκής πολιτικής. Αναφέρεται σε «δημοκρατία υπέρ του λαού» και, αντιστοίχως, «δημοκρατία κατά του λαού» (Althusser, 1995: 138, 139). Η «δημοκρατία» μπορεί να λειτουργεί κατά του λαού επειδή συνιστά ταξική δικτατορία.

    Αυτή η επιλογή δείχνει την υφή της θεώρησής του για τη δημοκρατία που προηγουμένως αποκαλέσαμε αρνητική με ισχυρή έννοια. Η δημοκρατία είναι το ιδεολογικό όνομα που δίνεται στο καθεστώς που εκφράζει τη δικτατορία μιας τάξης. Αυτό είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό, σε αντίθεση με το συγκυριακό θέμα του εάν οι πολιτικές αποφάσεις σε ορισμένη συγκυρία είναι περισσότερο ή λιγότερο φιλολαϊκές. Άρα η σιωπή του Αλτουσέρ περί δημοκρατίας δεν είναι παράλειψη ούτε έκφραση αμηχανίας. Η σιωπή του εκφράζει την ισχυρή θέση απόρριψης της δημοκρατίας ως έννοιας, αντικαθιστώντας τη από μια θεωρία περί λειτουργίας του (ταξικού) κράτους ως δομικά δικτατορικού. Με μια προκλητική διατύπωση του ίδιου σε αναφορά προς όσους επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την έννοια της ταξικής δικτατορίας, αντικαθιστώντας την από την έννοια του ειρηνικού και σταδιακού μετασχηματισμού του κράτους: «Μπορεί να “εγκαταλείψουμε” τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αλλά την ξανασυναντούμε μόλις αρχίσουμε να μιλάμε για το κράτος και τον σοσιαλισμό».29

    Ταυτόχρονα η αρνητική θέση του Αλτουσέρ είναι παραγωγική διότι δεν απορρίπτει απλώς τη έννοια της δημοκρατίας ούτε τη θεωρεί ευφημισμό (όπου ακούμε δημοκρατία να εννοούμε δικτατορία). Την επανεννοιοδοτεί ως ιδεολογικό στοιχείο της πρακτικής των αστικών κρατών, σε αντίθεση με κράτη άλλων τρόπων παραγωγής. Η δημοκρατία επιτρέπει τη νομιμοποίηση της κρατικής δράσης μέσω διαδικασιών φαινομενικής συμμετοχής των πολιτών (λαϊκή κυριαρχία, απονομή δικαιοσύνης εν ονόματι του λαού). Η δημοκρατία μετασχηματίζεται σε ιδεολογικό όνομα της ταξικής δικτατορίας και αυτό επιτρέπει στον Αλτουσέρ, όπως είδαμε, να χρησιμοποιεί τον όρο «δημοκρατία εναντίον του λαού».

    Είναι γνωστό ότι για τον Αλτουσέρ η ιδεολογία έχει υλική ύπαρξη και αυτό φαίνεται στα αποτελέσματά της.30 Η ιδεολογία περί δημοκρατίας παράγεται και βιώνεται στις ιδεολογικές πρακτικές που διαχέονται από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς και ερμηνεύουν τη δράση του κράτους με όρους δημοκρατίας, κοινού καλού, εθνικού συμφέροντος και όλα τα ανάλογα που συναντώνται στις εφημερίδες, στα σχολικά μαθήματα και στις τηλεοπτικές κατηχήσεις που μας παρέχουν οι δημοσιογράφοι και το πολιτικό προσωπικό.

    Συνοψίζοντας, η θεωρία του Αλτουσέρ περί δημοκρατίας βασίζεται σε ένα δίπτυχο. Από την άποψη της λειτουργίας και των αποτελεσμάτων της, η δημοκρατία είναι ταξική δικτατορία. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί το συλλογικό όνομα των ιδεολογικών πρακτικών που νομιμοποιούν την κρατική δράση, με σκοπό την αναπαραγωγή του καπιταλισμού με ελάχιστη δαπάνη βίας. Το νομικό σύστημα, που κατά τον Αλτουσέρ είναι ιδεολογικός μηχανισμός, διαποτίζεται από λόγους και πρακτικές περί δημοκρατίας ως αρχή της δημόσιας διαβούλευσης και της πλειοψηφίας. Η δημοκρατία είναι «νομική μορφή», ενώ ο δικτατορικός χαρακτήρας της κυριαρχίας είναι ένα ταξικό ζήτημα.31 Τα δύο επίπεδα συνυπάρχουν, αλλά δεν συγχέονται. Πρόκειται για την ταυτόχρονη αποδόμηση και αναδόμηση των εννοιών της δημοκρατίας και της δικτατορίας μέσα από μετατόπιση των κυρίαρχων (ιδεολογικών) ορισμών τους.

    Οι κριτικές του νεοφιλελευθερισμού, του αστικού αυταρχισμού, των καταστάσεων ανάγκης και των παρομοίων που διαβάζουμε τα τελευταία χρόνια βασίζονται σε μια ποσοτική θεώρηση της δημοκρατίας. Ζητούν περισσότερη δημοκρατία και λιγότερο αυταρχισμό, σαν να πρόκειται για ένα είδος τραμπάλας, με συμμετρικές αυξομειώσεις των δύο μεγεθών.

    Ο Αλτουσέρ, αντίθετα, με την ερμηνεία της δημοκρατίας ως θεωρητικά απρόσφορης έννοιας με καίρια ιδεολογική σημασία, προσφέρει μια ποιοτική θεωρία για τις λειτουργίες του αστικού κράτους. Το κράτος μπορεί να ακολουθήσει μια φιλολαϊκή πολιτική και να ευνοεί την πολιτική διαβούλευση και συμμετοχή, αλλά δεν αλλάζει την ταξική λειτουργία του, αφού είναι αδιαπέραστο από την ταξική πάλη, έχει ειδικά εκπαιδευμένο και έντονα ελεγχόμενο προσωπικό, και παράγει μια ιδεολογία υποταγής με βάση τον εθνικισμό, το φιλελευθερισμό, τον οικονομισμό και τον ανθρωπισμό.

    Διαβάζοντας το βιβλίο της Γουέντι Μπράουν ή κάποια άλλη σύγχρονη κριτική στο νεοφιλελευθερισμό που ζητά περισσότερη δημοκρατία με λαϊκή συμμετοχή, οικολογική ευαισθησία και ανθρωπιστικά προτάγματα, 32 ο Αλτουσέρ θα έλεγε ότι αυτά τα πονήματα ανήκουν, για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του, στα «απίθανα θαύματα» ή στις sottises που διατυπώνουν όσοι δεν θέλουν να κατανοήσουν την ταξική εμμένεια-συνέχεια του κράτους.


    5. Υποσχέσεις και όρια της δημοκρατίας


    Η αλτουσεριανή προσέγγιση του κράτους φαίνεται σήμερα απαισιόδοξη και δογματική. Μας ζητά να θεωρήσουμε αδύνατο τον εκδημοκρατισμό, τον αγώνα για μεταρρύθμιση των αυταρχικών λειτουργιών του κράτους και για βελτίωση της θέσης των λαϊκών στρωμάτων; Σε αυτό το ερώτημα μπορεί να δοθούν τέσσερις διαφορετικές απαντήσεις.

    Η πρώτη είναι φιλολογικού χαρακτήρα. Ερωτάται αν η θεωρία που παραθέσαμε έχει διατυπωθεί από τον Αλτουσέρ ή συναντάται ήδη στους κλασικούς του μαρξισμού; Σε εποχές που η αναφορά «αυθεντιών» έχει μικρή σημασία δεν είναι καθοριστικό να αποδείξουμε το εάν τα ίδια έλεγε ο Μαρξ, ο Λένιν ή κάποιος άλλος «πατέρας». Πάντως, εν είδει συνοπτικής γενεαλογίας, επισημαίνουμε ότι η ποιοτική θεώρηση της λειτουργίας και των αποτελεσμάτων του κράτους εντοπίζεται σε παρατηρήσεις του Μαρξ33 και εκφράζεται συστηματικά στο Κράτος και Επανάσταση του Λένιν.34 Η καινοτομία του Αλτουσέρ έγκειται στη σύνδεση των αναλύσεων για την κρατική δικτατορία με τη θεωρία περί ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους που του επιτρέπει να εξηγήσει την ευρεία συναίνεση των μαζών προς τις αποφάσεις του κράτους, τον ιδεολογικό χαρακτήρα του νομικού συστήματος καθώς και τη συμμετοχή του λαού, σε ρόλο κομπάρσου, στις διαδικασίες πολιτικής νομιμοποίησης των κρατικών αποφάσεων.

    Η δεύτερη, πιο συγκεκριμένη, απάντηση είναι πως ο αγώνας για αλλαγή των κρατικών πρακτικών είναι αναγκαίος. Όταν το ακραία εθνικιστικό ελληνικό κράτος επί έναν αιώνα δεν επιτρέπει την οικοδόμηση μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα, είναι ευνόητο ότι πρέπει να αγωνιστούμε για να ομορφύνει πολιτι(στι)κά η πόλη με την οικοδόμησή του, ακριβώς όπως είναι σκόπιμος ο αγώνας υπέρ του κοινωνικού κράτους και των εργασιακών δικαιωμάτων που οι δεξιοί και «αριστεροί»35 υπουργοί διαλύουν στην εποχή των Μνημονίων.

    Η τρίτη απάντηση επισημαίνει, αντιστικτικά, ότι ο επαινετέος αγώνας για εκδημοκρατισμό δεν προσφέρει εγγύηση ότι θα διατηρηθούν τα «κεκτημένα» ή ότι θα επέλθουν αξιόλογες μεταβολές στη λειτουργία του κράτους. Η ελληνική κρίση των Μνημονίων έδωσε περίτρανη απόδειξη για το ότι οι λαϊκές κατακτήσεις είναι κάστρα στην άμμο σε συγκυρίες επίθεσης του κεφαλαίου, αλλά και για το ότι η προσπάθεια αλλαγής της κρατικής πολιτικής με την εκλογή «αριστερής κυβέρνησης» αποδεικνύεται φρούδα ελπίδα όταν δεν υπάρχει συνεχής και ριζοσπαστική λαϊκή κινητοποίηση.36 Με μια λέξη, η ιστορική εμπειρία δεν δικαιολογεί καμιά αισιοδοξία για το δυναμικό του εκδημοκρατισμού.

    Η τελευταία (και πλέον «αλτουσεριανή») απάντηση είναι ότι ακόμη και αν υπάρξουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος, δεν μεταβάλλεται ο πυρήνας της λειτουργίας του και το κρατικό «μέταλλο», δηλαδή η δομική σύνδεση με την αναπαραγωγή του καπιταλισμού που ενσωματώνει στην πορεία του τις κινήσεις αμφισβήτησης που δεν αμφισβητούν τον πυρήνα της κρατικής βίας και το τετράπτυχο της κρατικής ιδεολογίας.

    Οι αγώνες εκδημοκρατισμού υπόσχονται πολλά και είχαν σημαντικές επιτυχίες στους δύο αιώνες που πέρασαν από τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις. Αλλά το καθοριστικό είναι να διαπιστώσουμε, με ιστορικές και εννοιολογικές έρευνες, το τι δεν μπορούν δομικά να επιτύχουν οι αγώνες εκδημοκρατισμού. Ποια είναι τα κοινωνικά εμπόδια για την επικράτηση της δημοκρατίας με την ουσιαστική έννοια της διακυβέρνησης του λαού από το λαό.

    Η απάντηση βρίσκεται στην κατεύθυνση της ποιοτικής θεωρίας για τα αποτελέσματα λειτουργίας του αστικού κράτους, σε αντίθεση προς τον αγνωστικισμό των ποσοτικών θεωριών περί εκδημοκρατισμού. Ο Αλτουσέρ μας βοηθά να κατανοήσουμε την πολιτική και το δυναμικό μετασχηματισμού που εγκλείει με τρόπο πολύ αρτιότερο από εκείνο που προτείνουν οι εκπρόσωποι του αστικού ριζοσπαστισμού.




    Βιβλιογραφία


    Althusser, Louis. (1977). 22ème Congrès. Paris: Maspero.

    Althusser, Louis. (1985). Montesquieu. La politique et l’histoire (1959). Paris: P.U.F.

    Althusser, Louis. (1994). Marx dans ses limites. In Écrits philosophiques et politiques, I. Paris: Stock-Imec.

    Althusser, Louis. (1995-a). Sur la reproduction. Paris: PUF.

    Althusser, Louis. (1995-b). Machiavel et nous. In Écrits philosophiques et politiques, II. Paris: Stock-Imec.

    Althusser, Louis. (2006). Politique et histoire de Machiavel à Marx. Paris: Seuil.

    Balibar, Étienne. (1992). Les frontières de la démocratie. Paris: La Découverte.

    Balibar, Étienne. (1998). Droit de cité. Culture et politique en démocratie. Paris: ed. de l’Aube.

    Balibar, Étienne. (2001). Nous, citoyens de l'Europe? Les frontières, l’État, le peuple. Paris: La Découverte.

    Barrow, Clyde. (1993). Critical Theories of the State. Madison: University of Wisconsin Press.

    Brown, Wendy. (2015). Undoing the Demos: Neoliberalism’s Stealth Revolution. New York: Zone Books.

    Carnoy, Martin. (1984). The State and Political Theory. Princeton: Princeton University Press.

    Diefenbach, Katja et al. (eds.). (2013). Encountering Althusser. London: Bloomsbury.

    Farris, Sara. (2013). Althusser and Tronti. The Primacy of Politics versus the Autonomy of the Political. In Diefenbach, Katja et al. (eds.). Encountering Althusser. London: Bloomsbury: 185-203.

    Foucault, Michel. (2001). Dits et écrits II. 1976-1988. Paris: Gallimard.

    Garo, Isabelle. (2011). Foucault, Deleuze, Althusser et Marx. Paris: Demopolis.

    Goshgarian, G. Michael. (2013). The Very Essence of the Object, the Soul of Marxism and other Singular Things. In Diefenbach, Katja et al. (eds.). Encountering Althusser. London: Bloomsbury: 89-111.

    Jessop, Bob. (1983). The Capitalist State. New York: New York University Press.

    Macherey, Pierre. (2014). Le sujet des normes. Paris: éd. Amsterdam.

    Marx, Karl. (1978). Die Berliner “National-Zeitung” an die Urwähler (1849). Marx-Engels-Werke 6. Berlin: Dietz.

    Marx, Karl. (1982). Die Eröffnung des Arbeiterparlaments - Das englische Kriegsbudget (1854). Marx-Engels-Werke 10. Berlin: Dietz.

    Marx, Karl; Engels, Friedrich. (1980). Manifest der Kommunistischen Partei (1848). Marx-Engels-Werke 4. Berlin: Dietz.

    Montag, Warren. (2013). Althusser and his Contemporaries. Durham: Duke University Press.

    Rancière, Jacques. (2005). La haine de la démocratie. Paris: La Fabrique.

    Rancière, Jacques. (2009). Moments politiques: Interventions 1977-2009. Paris: La Fabrique.

    Unger, Roberto Mangabeira. (2008). O que a Esquerda deve propor. Rio de Janeiro: Civilização Brasileira.


    Αλτουσέρ Λουί. (χ.χ.εκδ.). Τι πρέπει ν’ αλλάξει στο κομμουνιστικό κόμμα (1978). Αθήνα: Αγώνας.

    Αλτουσέρ, Λουί. (1980-α). Το πρόβλημα του κράτους στη μαρξιστική θεωρία (1978). Σε Λουί Αλτουσέρ κ. ά. Συζήτηση για το κράτος. Αθήνα: Αγώνας, 9-21.

    Αλτουσέρ, Λουί. (1980-β). Επιτέλους, ξέσπασε η κρίση του μαρξισμού (1977). Σε Για την κρίση του μαρξισμού. Αθήνα: Αγώνας, 25-46.

    Αλτουσέρ, Λουί. (1999). Το πρόβλημα του «φετιχισμού» στον Μαρξ (μτφ. Δ. Δημούλης), Θέσεις, τ. 66.

    Αλτουσέρ, Λουί. (2010). Γιατί το κράτος είναι μια μηχανή (μτφ. Μ. Σκομβούλης), Θέσεις, τ. 113.

    Γιοβανόπουλος, Χρήστος, Δημήτρης Μητρόπουλος (επιμ.). (2011). Δημοκρατία: Under Construction. Από τους δρόμους στις πλατείες, Αθήνα: Α/συνέχεια.

    Δημούλης, Δημήτρης. (1997). Η «μηχανή παραγωγής νόμιμης εξουσίας»: Ζητήματα θεωρίας του κράτους, Θέσεις, τ. 60.

    Δημούλης Δημήτρης, Σοράγια Λουνάρντι. (2016). Κράτη κατά εργαζομένων. Αθήνα: Ταξιδευτής.

    Δουζίνας, Κώστας. (2011). Αντίσταση και φιλοσοφία στην κρίση. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

    Λάσκος, Χρήστος, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος (επιμ.). (2016). Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ. Αθήνα: ΚΨΜ.

    Λένιν, Βλαντιμίρ Ίλιτς. (2007). Κράτος και επανάσταση. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Μηλιός, Γιάννης. (1990). Από τη «συντριβή του κρατικού μηχανισμού» στην «κρίση και μετεξέλιξη» του κράτους. Θέσεις, τ. 30.

    Μηλιός, Γιάννης. (2016). Σύριζα 2004-2015: Από την «ανατροπή» στο Μνημόνιο-3. Θέσεις τ. 134.

    Σίμος, Χρήστος. (2006). Το ζήτημα της εξουσίας στον Αλτουσέρ και τον Φουκώ. Θέσεις, τ. 94.

    1 Αναπτυγμένη μορφή εισήγησης στο Συνέδριο που οργάνωσαν οι εκδόσεις Εκτός γραμμής με θέμα: (Ξανα)διαβάζοντας τον Αλτουσέρ σήμερα (Νομική Σχολή, Αθήνα 2-3 Απριλίου 2016). Ευχαριστώ θερμά τον Τάσο Κυπριανίδη για τις προτροπές και παρατηρήσεις του.

    2 Foucault, 2001: 539.

    3 Όπως μου επισήμανε ο Τάσος Κυπριανίδης, το δοκίμιο του Αλτουσέρ για τον Μοντεσκιέ έχει αρκετές αναφορές στην έννοια της δημοκρατίας, αναλύοντας το καθεστώς της “République” (Althusser, 1985: 64-70). Βασική θέση του Αλτουσέρ είναι πως ουδέποτε υπήρξε αληθινή δημοκρατία, αφού πάντοτε τα λαϊκά στρώματα «εκπροσωπούνταν» από τις ελίτ (“notables”). Ωστόσο το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο το 1959, δεν χαρακτηρίζεται από την αλτουσεριανή εννοιολογία (π.χ. θεωρεί ότι η οικονομική βάση καθορίζει το εποικοδόμημα, αφήνοντάς του μια «ζώνη υποτεταγμένης δραστικότητας» – Althusser, 1985: 56 – άποψη που στο ώριμο έργο του θα επικρίνει δριμύτατα – Althusser, 1995-a). Εκτός αυτού, η μελέτη παραμένει σχόλιο αλλότριων απόψεων, καίτοι είναι σαφής η προσπάθεια του Αλτουσέρ να συνδέσει τον Μοντεσκιέ με τον Μαρξ και τον μαρξισμό (επ’ αυτού βλ. Goshgarian, 2013: 91-94). Γι’ αυτό δεν θεωρούμε ότι περιέχει μια αλτουσεριανή θεώρηση για τη δημοκρατία.

    4 Βλ. μεταξύ πολλών κειμένων: Althusser 1995-b, 2006. Η σχέση του Αλτουσέρ με τους Μακιαβέλι, Ρουσώ (και Μοντεσκιέ) αναλύεται σε πολλές μελέτες του τόμου Diefenbach et al. (eds.), 2013.

    5 http://scholar.oxy.edu/decalages.

    6 Balibar, 1992, 1998, 2001. Rancière, 2005 και 2009.

    7 Αλτουσέρ, 1980-α: 20.

    8 Althusser, 1977: 37.

    9 Η συγγραφέας δηλώνει πως έγραψε το πόνημα περί δημοκρατίας και κριτικής του νεοφιλελευθερισμού με βάση το έργο του Φουκώ, εγκαταλείποντας το αρχικό της σχέδιο να γράψει ένα βιβλίο για τον Μαρξ (Brown, 2015: 11).

    10 Συγκρίσεις των αντιλήψεων του Φουκώ και του Αλτουσέρ για την εξουσία, την ιδεολογία και το κράτος συναντώνται σε Σίμο, 2006, Montag, 2013: 141-170, Macherey, 2014.

    11 Τρία μειονεκτήματα του έργου.

    - Ο αγγλοσαξωνικός επαρχιωτισμός. Οι αναλύσεις και τα παραδείγματα, ακόμη και όταν διατυπώνονται με γενικευτικό τρόπο, αναφέρονται σχεδόν αποκλειστικά στις ΗΠΑ και στην αγγλοσαξωνική θεωρητική παραγωγή. Η δε συγγραφέας δηλώνει ότι διάβασε το έργο του Μπαλιμπάρ μόνον όταν μεταφράστηκε στα αγγλικά το 2014, δηλαδή με 25 χρόνια καθυστέρηση (Brown, 2015: 223).

    - Η εμφανής αγωνία να πεισθεί ο αναγνώστης με επανάληψη θέσεων και επιχειρημάτων.

    - Η χρήση πληθώρας εξεζητημένων, ενίοτε αρχαιοελληνιζόντων, όρων που λειτουργούν εκφοβιστικά για τον αναγνώστη.

    12 Brown, 2015: 28.

    13 Brown, 2015: 28.

    14 Brown, 2015: 40. Βλ. επίσης σ. 17 και 28.

    15 Brown, 2015: 35. Η διαπίστωση επαναλαμβάνεται δεκάδες φορές στο βιβλίο: “the domain of the political itself is rendered in economic terms”, “marketization of the political sphere” (39).

    16 Ο όρος μεταφράζεται συνήθως ως κυβερνητική διοίκηση ή κυβερνητική τεχνική.

    17 Δημοσίευση στα γαλλικά του αρχικού χειρογράφου (και αναδημοσίευση του εξ αυτού προκύψαντος άρθρου του 1970) σε Althusser, 1995-a.

    18 Althusser, 1994.

    19 Αλτουσέρ, 1999 και 2010. Είχα την ευκαιρία να σχολιάσω τις θέσεις αυτού του χειρογράφου για τη θεωρία του κράτους (Δημούλης, 1997). Βλ. και Farris, 2013: 194-200.

    20 Το σφάλμα αυτό είναι θεωρητικό επειδή είναι πολιτικό; Ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο; Είναι δυνατή μια ορθή πολιτική βασιζόμενη σε λάθος θεωρία; Δεν είμαι βέβαιος για την απάντηση που θα έδινε ο Althusser, λόγω των συχνών και συχνά αντιφατικών αναφορών του στη σχέση της πολιτικής με τη φιλοσοφία και την επιστήμη. Πάντως, αφετηρία του Αλτουσέρ είναι η πάγια αλληλεξάρτηση φιλοσοφίας και πολιτικής (Garo, 2011: 287-289).

    21 Ο όρος métal special χρησιμοποιείται δύο φορές στην ίδια σελίδα. Την πρώτη ο Αλτουσέρ θέτει εντός εισαγωγικών το «μέταλλο», τη δεύτερο το «ειδικό».

    22 Χρησιμοποιούμε, για λόγους συνεννόησης, την καθιερωμένη μετάφραση του όρου appareil ως μηχανισμού. Ωστόσο, ο Αλτουσέρ επιμένει ότι τα κρατικά appareils δεν είναι μηχανισμοί με την έννοια της δυνατότητας αυτόνομης λειτουργίας, αλλά κάτι παρόμοιο με «συσκευές» ή «μηχανές». Βλ. Δημούλη, 1997: 68-69.

    23 Ίσως το ίδιο να συμβαίνει και σε μια ενδεχόμενη αταξική κοινωνία, εάν σκεφθούμε ότι για τον Αλτουσέρ η ιδεολογία «δεν έχει ιστορία».

    24 Είναι ενδεικτική η αντίδραση ακατανοησίας ενός αλτουσεριανού μαρξιστή. Κατά τη γνώμη του, δεν υπάρχει συναίνεση όταν ένας (κρατικός) μηχανισμός επιβάλλει ιδεολογικές πρακτικές: “containing it within an apparatus [...] not only rendered the idea of consent meaningless but made visible the way in which the very notion of consent is inextricably bound up with the forms of subjection characteristic of capitalist societies” (Montag, 2013: 145).

    25 Foucault, 2001: 1001-1013. Πάντως, η θέση του ότι «η κοινωνία είναι ένα αρχιπέλαγος διαφορετικών εξουσιών» (1006) θα προκαλούσε τη διαφωνία του Αλτουσέρ, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει μεν πολλαπλότητα κρατικών μηχανισμών και το κράτος «διαχέεται» στους ιδιωτικούς θεσμούς μέσω των ΙΜΚ, αλλά αυτό δεν αίρει την ενότητα της πολιτικής εξουσίας ως κρατικής. Το θέμα είναι σύνθετο και πολλά τα κείμενα που δείχνουν τις ριζικές διαφωνίες του Φουκώ με μαρξιστικές θέσεις και με την αλτουσεριανή προοπτική. Αρκεί εδώ η επισήμανση ότι ο Αλτουσέρ είναι πιο γόνιμος και περίπλοκος απ’ ό, τι πολλοί πιστεύουν.

    26 Ο Αλτουσέρ αναφέρει ότι το αδιαπέραστο αφορά τον σκληρό πυρήνα του κατασταλτικού μηχανισμού (κυβέρνηση, στρατός, αστυνομία, δικαιοσύνη) (Δημούλης, 1997: 69-72). Ωστόσο δεν καθιστά σαφή τη σχέση άλλων δημόσιων αρχών και των ιδεολογικών μηχανισμών με την ταξική πάλη.

    27 Ανάλυση των αντικρουόμενων αντιλήψεων σε Jessop, 1983, Carnoy, 1984, Μηλιό, 1990, Barrow, 1993.

    28 Ο Althusser, σε σύντομη αποστροφή, χαρακτηρίζει την «κυβέρνηση» ιδεολογικό μηχανισμό. Θεωρεί ότι αποτελεί τον «πολιτικό ιδεολογικό μηχανισμό» μαζί με το κοινοβούλιο και τα πολιτικά κόμματα (Althusser, 1995-a: 138). Ωστόσο σε άλλο σημείο γράφει ότι, «ουσιαστικά», η κυβέρνηση ανήκει στον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους (Althusser, 1995-a: 165, υποσημείωση 85).

    29 Althusser, 1977: 33. Το χειρόγραφο Marx dans ses limites γράφτηκε το 1978, στα χρόνια έντονης δραστηριοποίησης του Αλτουσέρ ενάντια στην απόφαση του γαλλικού ΚΚ να «εγκαταλείψει» την έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου στο 22ο Συνέδριο. Γι’ αυτό και οι βασικές θέσεις του Marx dans ses limites (θεμελιακά δικτατορικός χαρακτήρας του κράτους, χρήση των λέξεων δημοκρατία και δικτατορία ως συνωνύμων, αποδραματοποιημένη έννοια δημοκρατίας) συναντώνται, επιγραμματικά στα πολιτικά κείμενα που έγραψε εκείνη την εποχή (Althusser 1977, Αλτουσέρ, χ.χ. εκδ., Αλτουσέρ 1980-α και Αλτουσέρ 1980-β).

    30 Althusser, 1995-a: 218-223.

    31 Althusser 1977: 56.

    32 Παραδείγματα: Unger, 2008, Δουζίνας, 2011.

    33 Μικρή ανθολόγηση (σε δική μας μετάφραση).

    - «Η βούληση του λαού, η βούληση της πλειοψηφίας δεν αποτελεί τη βούληση συγκεκριμένων στρωμάτων και τάξεων, αλλά τη βούληση μιας και μόνης τάξης και των λοιπών τάξεων και τμημάτων τάξεων που υποτάσσονται κοινωνικά, δηλαδή βιομηχανικά και εμπορικά, σε αυτή τη μοναδική κυρίαρχη τάξη [...]. Η βούληση ολόκληρου του λαού είναι η βούληση μιας κυρίαρχης τάξης; Πάντως το σίγουρο είναι πως το καθολικό δικαίωμα ψήφου συνιστά μια πυξίδα που μετά από διάφορες ταλαντώσεις, προσανατολίζεται τελικά στην κατεύθυνση της τάξης που πρόκειται να ασκήσει την κυριαρχία» (Marx, 1978: 200).

    - «Η πολιτική βία-εξουσία είναι με κυριολεκτική έννοια η οργανωμένη βία-εξουσία μιας τάξης για την καθυπόταξη μιας άλλης» (Marx - Engels, 1980: 482).

    - «Τα προνόμια της σημερινής κυρίαρχης τάξης καθώς και η σκλαβιά της εργατικής τάξης βασίζονται παρομοίως στην παρούσα οργάνωση της εργασίας, την οποία φυσικά υπερασπίζεται και διατηρεί με όλα τα μέσα που κατέχει η κυρίαρχη τάξη. Ένα από αυτά τα μέσα είναι η παρούσα κρατική μηχανή (Staatsmaschinerie)» (Marx, 1982, 118).

    34 Λένιν, 2007.

    35 «Κι εγώ κομμουνιστής είμαι, επιθυμώ ένα άλλο σύστημα», δήλωσε στις 4-3-2016, ο εμπνευστής (αντιγραφέας;) του πλέον αντιλαϊκού ασφαλιστικού συστήματος Γιώργος Κατρούγκαλος (http://news.in.gr/greece/article/?aid=1500062733).

    36 Βλ. την αποτίμηση της περιόδου των ελληνικών Μνημονίων (2010 - ...) στην οπτική του εκδημοκρατισμού και της λαϊκής αδυναμίας σε Δημούλη, Λουνάρντι, 2016. Βλ. εν πολλοίς συγκλίνουσες αναλύσεις σε Γιοβανόπουλος, Μητρόπουλος, 2011, Μηλιός κ.ά, 2016, Λάσκος, Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, 2016.

  •