Editorial
Τεύχος 141, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2017


ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΑ

FEAR AND LOATHING1 ΓΙΑ ΤΗΝ «ΚΥΒΕΡΝΩΣΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ»



«Αυτοί οι άνθρωποι έχουν φτιάξει πολλούς κανόνες που μπορούν να παραβιάζουν οι πλούσιοι αλλά όχι οι φτωχοί. Παίρνουν τους φόρους τους από τους φτωχούς και αδύναμους για να στηρίξουν τους πλούσιους και αυτούς που κυβερνούν» Chief Sitting Bull, 1877.2


1. Μια κρίση κρύβει μια άλλη


Δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς την επινοητικότητα, αλλά και την επιμονή δρομέα μαραθωνίου που διαθέτει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σε μια αποκρουστικά εχθρική συγκυρία. Ενώ οι κυβερνητικές αστοχίες σε όλα τα πεδία διαδέχονται η μια την άλλη συντονιζόμενες σε ένα άχαρο παιχνίδι αρνητικής συνάρθρωσης, η στοχοπροσήλωση στην εξάντληση της τετραετίας εν αναμονή κάποιου δημοσκοπικού (έστω και υποβοηθούμενου όπως πρόσφατα) και στη συνέχεια εκλογικού θαύματος αποτελεί υπερσυγκυριακή επιδίωξη, με μεγάλη δόση διατεταγμένης αισιοδοξίας.

Η κεντρικά ενορχηστρωμένη αίσθηση ότι η «οικονομία» πέρασε το σημείο καμπής και ανακάμπτει, είναι κοινός τόπος στα κυβερνητικά φερέφωνα. Η πεποίθηση ότι το καλοκαίρι του 2018 η έξοδος στις αγορές είναι περισσότερο από εγγυημένη, διατυμπανίζεται σε κάθε ευκαιρία. Η φενάκη της αλλαγής του «παραγωγικού μοντέλου» είναι πανταχού παρούσα μέσα από συνεχείς περιφερειακές φιέστες για την «παραγωγική ανασυγκρότηση», που δεν είναι παρά αυτοσχέδιοι χώροι προβολής της προφητείας για τις «μεγάλες αλλαγές που μόνο η Αριστερά μπορεί να επιφέρει». Και όλα αυτά μέσα σε ένα γενικό κλίμα στο οποίο ακόμη και τα απλά καθημερινά πλέουν σε πελάγη αμέτρητης αστοχίας.

Είναι αδιάφορο ότι για νιοστή φορά τα σχολεία ανοίγουν με ελλείψεις διδακτικού προσωπικού που συγκαλύπτονται με το καθεστώς εργασιακής ομηρίας των αναπληρωτών και ωρομισθίων, δεκτό με την ισχύ φυσικού νόμου από έναν υπουργό που έχει ως βασικό προσόν τη διασύνδεσή του με υπερσυγκυριακά ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.

Είναι τραγελαφικό να ανακοινώνεται για πολλοστή φορά η «επαναστατική» αλλαγή στην υγεία που έχει δοκιμαστεί πριν από δυο ή τρεις δεκαετίες χωρίς επιτυχία, και ως αντίδοτο να πλασάρεται η «μάχη» ενάντια στα «συμφέροντα» και η πάταξη της «διαφθοράς». Η οποία βεβαίως είναι ουσιώδες συστατικό των ισορροπιών που η κυβέρνηση θωπεύει χωρίς την παραμικρή προσπάθεια κινητοποίησης των από κάτω και με μόνο εργαλείο τον τραμπουκισμό του «λεβέντη» υπουργού της που δεν θα στεκόταν ούτε ως διαχειριστής πολυκατοικίας σε επαρχιακή κωμόπολη.

Είναι απόλυτα τραγικό να προβάλλει ως επίτευγμα την ασπίδα κατά της απόλυτης φτώχειας που όντως έχει διασφαλίσει με τα κοινωνικά επιδόματα, αποσιωπώντας τις μνημονιακές υποχρεώσεις που υιοθέτησε και οδηγούν σε αυτή την απόλυτη φτώχεια μεγάλες μερίδες των ευάλωτων κοινωνικών στρωμάτων. Δια χειρός ΣΥΡΙΖΑ.

Πράγματι. Εξαιρετική υπηρεσία προς τους κοινωνικά αδύναμους, όταν τους προστατεύεις από τον κοινωνικό αφανισμό στον οποίο οδηγούν οι πολιτικές που υιοθέτησες «από ευθύνη προς τη χώρα».

Κάπως σαν το σκίτσο του Αρκά που διατείνεται ότι «μεγάλος ηγέτης είναι αυτός που μας σώζει από τα προβλήματα που δεν θα είχαμε αν δεν υπήρχε».


2. Ακροδεξιές συγκλίσεις


Και όλα αυτά είναι βέβαια «Αριστερά» που αντιπαρατίθεται σε μια «Δεξιά που ολισθαίνει ολοένα περισσότερο προς ακροδεξιές θέσεις» (κοινός παρονομαστής δηλώσεων οποιουδήποτε στελέχους ΣΥΡΙΖΑ σε οποιαδήποτε στιγμή). Διότι όπως γλαφυρά το έθεσε ο Α. Τσίπρας χαρακτηρίζοντας παρωχημένο το δίπολο Κεντροδεξιά-Κεντροαριστερά, και τονίζοντας ότι το σκηνικό είναι πια τελείως διαφορετικό: «Από τη μια, έχουμε μια Δεξιά μείγμα ακραίου νεοφιλελευθερισμού και ακραίου δεξιού λαϊκισμού, με τις κεντροδεξιές δυνάμεις της παράταξης να συμπιέζονται, και από την άλλη, η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ». Που μπορεί και να σημαίνει ότι η πολιτική τοπογραφία του ΣΥΡΙΖΑ εκτείνεται από τις συμπιεζόμενες «κεντροδεξιές δυνάμεις» έως την «Αριστερά», σε πλήρη αρμονία με τη σισύφεια προσπάθεια του Λ. Κύρκου να χωρέσει κάτω από την ομπρέλα της «ανανέωσης» σχεδόν όλο το «δημοκρατικό» πολιτικό φάσμα.

Σε αντίθεση με την τότε προσέγγιση που στόχο είχε να γίνει η «Αριστερά» αποδεκτή από το «έθνος», η σημερινή απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ έχει ως βάση την εναγώνια προσπάθεια να υπάρξει έστω και δι’ αντανακλάσεως μια κάπως «αριστερή» ανταύγεια στην πολιτική του: πρέπει να καταδειχθεί το ακροδεξιό πρόσωπο της ΝΔ που κρύβεται πίσω από μια «κεντρώα» πολιτική φιλολογία και αντίστοιχο marketing. Μόνο που η μετάθεση είναι εδώ αναγκαία: δεν μπορεί να καταδειχθεί η «ακροδεξιά ΝΔ» στην τρέχουσα μνημονιακή πολιτική, διότι εδώ τον ρυθμό στους κωπηλάτες της γαλέρας δίνει η κυβέρνηση. Άρα, η «ακροδεξιά» χροιά αναζητείται σε γενικές φιλοσοφικού χαρακτήρα τοποθετήσεις.

Έτσι προκύπτει η πρόσφατη επίθεση στον Κυριάκο Μητσοτάκη για την «κοινωνικά ανάλγητη» τοποθέτησή του: «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση». Πλην όμως μια αντίστοιχη δήλωση έχει γίνει πανηγυρικά από εξέχον στέλεχος της Κυβέρνησης του Ιανουαρίου 2015: «Θεωρώ σφάλμα ολκής την ανάδειξη της ισότητας (του αντίθετου της ταξικής ανισότητας) σε μέγα ζητούμενο, “μότο”, σλόγκαν, πολιτικό πρόταγμα που πρέπει να ενστερνιστούμε. Το μεγαλύτερο λάθος της Αριστεράς, από το 1910 έως το κύκνειο άσμα της τη δεκαετία του 1990, ήταν ακριβώς αυτό: ότι επένδυσε τα πάντα στην Ισότητα, επιλέγοντας αυτό το “μέρος” του τρίπτυχου της Γαλλικής Επανάστασης εις βάρος της Ελευθερίας και της Αδελφότητας» (Γ. Βαρουφάκης, Εναντίον της Ισότητας, Lifo 2.7.2014). «Ακροδεξιός» και ο άνθρωπος που είχε χαρακτηριστεί asset για την κυβέρνηση της Αριστεράς από τον Α. Τσίπρα, ο οποίος τον είχε επιλέξει προσωπικά και σημάδεψε όσο κανείς άλλος τη «διαπραγμάτευση» και την παταγώδη αποτυχία της;

Αλλά η «αδυναμία» είναι βαθύτερη. Διότι, για παράδειγμα, δεν επιχειρείται να τεκμηριωθεί η ακροδεξιά πολιτική τοποθέτηση του Κ. Μητσοτάκη σε δηλώσεις του στις οποίες ο ίδιος επαίρεται και συμβολικά τονίζει τους λόγους για τους οποίους, μεταξύ άλλων, δεν έδωσε την ψήφο του στον Π. Παυλόπουλο, συντηρητικό υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας: «χειρίστηκε με ανεπάρκεια μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας μας, το Δεκέμβριο του 2008». Προφανώς ήταν τόσο «ανεπαρκής» που δεν κατέστειλε βιαίως την εξέγερση για την δολοφονία του Α. Γρηγορόπουλου, ενδεχομένως και κατεβάζοντας τον στρατό για να επιβάλει την τάξη, ή αλλιώς υπέκυψε στην «αναρχία του πεζοδρομίου».

Αν όμως εντοπιστεί η ακροδεξιά πολιτική σε τέτοιες εκφάνσεις, τότε και ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να απολογηθεί για την απόσταση που χωρίζει τη σημερινή ένταξή του στο μνημονιακό τόξο από τον υπερασπιστή των κινημάτων και της εξέγερσης που ήταν το τότε πρόσωπο ή προσωπείο του.

Η συζήτηση περί φιλοσοφικών αρχών συμβάλλει τα μέγιστα στην απομάκρυνση από τα επίδικα αντικείμενα της πολιτικής συγκυρίας, η λογοδοσία για τα οποία θα φέρει στις επιφάνεια ραγδαίες πολιτικές μετατοπίσεις που κορυφώθηκαν στην τρέχουσα διετή κυβερνητική θητεία.


3. Εκλεκτικές συγγένειες


Εκτός όμως από την αρνητική οριοθέτηση που γίνεται αμιγώς με όρους πολιτικού markεting σε απόλυτη αποστασιοποίηση από τις αντιφάσεις της συγκυρίας, υπάρχει και η «θετική» προβολή των επιδιώξεων, επιθυμιών και στόχων για το μέλλον.

«Σχεδιάζουμε την επόμενη μέρα σε μια λογική συγκλίσεων και συνεννοήσεων, γι’ αυτό ψηφίσαμε και την απλή αναλογική. Χρειάζονται συναινέσεις για να πάει μπροστά η χώρα και η κοινωνία. Συνθέσεις πάνω στο τραπέζι και όχι συναλλαγές», θα πει Α. Τσίπρας σε μια πρόσφατη αποστροφή του λόγου του, η οποία έρχεται να ενισχύσει τις «επιθέσεις φιλίας» προς το «προοδευτικό» πρόσωπο του κεντρώου και σοσιαλδημοκρατικού χώρου. Για να θυμίσει στην Α. Μέρκελ, σε συνέχεια της ακροδεξιάς μετατόπισης του πολιτικού φάσματος στη Γερμανία, ότι «η αλληλέγγυα και δημοκρατική Ευρώπη είναι πιο αναγκαία από ποτέ» τονίζοντας ότι θα εργαστεί μαζί της «για την εμβάθυνση των ευρωπαϊκών αξιών».

Ευρωπαϊκές αξίες που είδαμε να σκιαγραφούνται «θεωρητικά» με την αρχαιοελληνική «σκηνογραφία» της επίσκεψης Μακρόν στην Αθήνα, και πρακτικά «πολιτικά» με την προοπτική «επενδυτικού σοκ» που αναγγέλθηκε από την επιχειρηματική κοινότητα που τον συνόδευε, βεβαίως με συγκεκριμένα εργασιακά προαπαιτούμενα («μεταρρυθμίσεις») που είναι αναγκαία προκειμένου να ευδοκιμήσουν οι σχετικές προσπάθειες. Διότι όπως συστηματικά εφαρμόζει στη Γαλλία ο «κεντρώος» Μακρόν, όρος για να αποδώσει η επένδυση είναι η «ευέλικτη εργασία» την οποία θεσμοθετεί άμεσα για να μπορέσει να κινητοποιηθεί το κεφάλαιο σε πεδίο κοινωνικής ερήμωσης. Ο σύμμαχος στις ευρωπαϊκές αξίες Μακρόν είναι στόχος σημαντικών κινητοποιήσεων στη Γαλλία λόγω της αποκαθήλωσης των εργασιακών δικαιωμάτων και της κοινωνικής προστασίας, που ως πρώτο μέλημα στη θητεία του θεσμοθετεί.

Αλλά ακόμη πιο αποκαλυπτική για την πολιτική μετατόπιση είναι η ασχολίαστη αναφορά στην «επίσημη» ιστοσελίδα του ΣΥΡΙΖΑ, left.gr, της συνέντευξης του Πιερ Μοσκοβισί, Επιτρόπου Οικονομικών και Νομισματικών, σε ιταλική εφημερίδα με τίτλο «Είναι σκάνδαλο για τις δημοκρατικές διαδικασίες το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της Ελλάδας». Ποιο είναι αλήθεια το σκάνδαλο; Το περιεχόμενο του προγράμματος; Όχι βέβαια! Το σκάνδαλο αφορά «[…] τις δημοκρατικές διαδικασίες, όχι επειδή οι αποφάσεις ήταν σκανδαλώδεις, αλλά διότι το να λαμβάνεις αποφάσεις με αυτό τον τρόπο για το μέλλον ενός λαού, το να επιβάλλονται λεπτομερείς αποφάσεις στον τομέα των συντάξεων, της αγοράς εργασίας […] μέσα σε έναν Οργανισμό, κεκλεισμένων των θυρών, από τεχνοκράτες, χωρίς τον παραμικρό έλεγχο εκ μέρους ενός κοινοβουλίου».

Άρα και η άποψη του «συμμάχου» ΣΥΡΙΖΑ είναι, προφανώς, ότι τα πράγματα που γίνονται πρέπει να γίνονται με «άλλη» διαδικασία, που θα είχε την επιδιωκόμενη «αποτελεσματικότητα». Έτσι, με «αλληλεγγύη» και «συνοχή», και χωρίς «δημοκρατικό έλλειμμα», το «πραξικόπημα του Ιουλίου 2015» θα ήταν απόλυτα αποδεκτό. Διότι σε τελική ανάλυση υπάρχει μια διαμάχη χωρών, ένας πόλεμος πλούσιων εναντίον φτωχών λαών, και όχι ένα ομόθυμο ανελέητο σφυροκόπημα της εργασίας και των αδύνατων κοινωνικών στρωμάτων σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της Ευρώπης. Και είναι γεγονός ότι η ίδια γενικευμένη στοχοποίηση των «από κάτω» με «δημοκρατικές διαδικασίες» θα είχε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα: καρτερικά θα αποδέχονταν τότε την επιβίωση κάτω από το όριο της φτώχειας. Με φυσικό επακόλουθο ότι οι «χαρούμενες» στρατιές των ανέργων θα ήταν ενθουσιασμένες από τη δημοκρατική ευαισθησία των κρατούντων και δεν θα ψήφιζαν μαζικά ακροδεξιούς στην Αυστρία, φασίστες στη Γαλλία, ρατσιστές στην Ολλανδία, ναζιστές στην Ελλάδα και όψιμους νοσταλγούς του ναζισμού στη Γερμανία, συχνά με διψήφια ποσοστά.

Πραγματικά είναι «αδιανόητο» να αντέξεις τον Κ. Μητσοτάκη όταν έχεις εκλεκτική συγγένεια με τον σοσιαλιστή Μοσκοβισί και τον κεντρώο Μακρόν.


4. Ανακαλύπτοντας το κεφάλαιο


«Το πέρασμα σε μια άλλη εποχή για την οικονομία δεν θα έρθει χωρίς να αξιοποιήσουμε το νου, τη γνώση και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής γης» (Α. Τσίπρας κατά την επίσκεψη στην Apivita). Ο ίδιος σημείωσε μάλιστα ότι «η εταιρεία αποτελεί μια επιχειρηματική προσπάθεια που κατάφερε να μεγαλουργήσει στην ελληνική και διεθνή αγορά με μια διαφορετική φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία η κερδοφορία δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός για τον οποίο θα θυσιάσουμε τα πάντα αλλά κάτι που θα έρθει με μια πολυετή δουλειά στον τομέα της ποιότητας του παραγόμενου προϊόντος. Τίποτα δεν είναι πετυχημένο αν δεν το αγαπάμε».

Και δεν φτάνει η όψιμη ανακάλυψη ότι η «επιχειρηματικότητα» δεν ταυτίζεται με την «κερδοσκοπία», είχαμε και άλλη θεμελιωδέστερη διαπίστωση: «Φτάσαμε σε αυτή τη χώρα να λέμε ότι δεν μπορούμε να παράξουμε τίποτα. Είναι μέγα λάθος και μέγα ψέμα». Ο καπιταλισμός λοιπόν είναι «παραγωγικός», όχι με την παραδοσιακή έννοια παραγωγής κέρδους, αλλά με μια βαθύτερη έννοια που αποκαλύπτει τις υπόγειες διασυνδέσεις «παραγωγής» και «δημιουργίας». «Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια δεν ρίξαμε το βάρος στην έρευνα και την καινοτομία, στην παραγωγή με βάση τα εξαιρετικά προϊόντα που παράγει η ελληνική γη […] Μπορούμε να οικοδομήσουμε μια παραγωγική βάση σε νέα φιλοσοφία και να επουλώσουμε τις πληγές. Επιδίωξή μας είναι να μετατρέψουμε τη φωτεινή εξαίρεση στην επιχειρηματικότητα σε κανόνα. Να μετατρέψουμε τη “μικρή” Ελλάδα σε “μεγάλη”».

Αν επιχειρούσε κανείς να ιεραρχήσει το βαθμό «πλάνης» που περιέχουν οι παραπάνω διαπιστώσεις θα είχε σημαντική δυσκολία. Διότι δεν είναι σαφές αν υπερτερεί η «ανακάλυψη» ότι ο καπιταλισμός «παράγει», ότι «συνδέεται» με την «πραγματική οικονομία», ή εντυπωσιάζει ακόμη περισσότερο η παντελής απουσία βασικών εννοιών, όπως είναι για παράδειγμα το πλεονέκτημα κόστους ή η στρατηγική διαφοροποίησης του προϊόντος. Κυρίως όμως απουσιάζουν έννοιες όπως η καινοτομία που δεν είναι απλοϊκά συνώνυμη της επινοητικότητας, αλλά ορίζεται ως η δυνατότητα δημιουργίας προϊόντος με πρωτότυπα χαρακτηριστικά και ιδιότητες, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί εμπορικά στις αγορές. Γι’ αυτό και τα start-ups δεν λαμβάνουν βραβεία πρωτοτυπίας ή επινοητικότητας, αλλά χρηματοδότηση με βάση επιχειρηματικό σχέδιο προϊόντων, αγορών, ανταγωνισμού, εσόδων και κερδοφορίας.

Είναι λοιπόν τραγικό όταν με οπλοστάσιο τα φληναφήματα της «εξάρτησης» και του «μεταπρατικού» καπιταλισμού εισέρχεται ο επίσημος διαχειριστής στην πολιτική σκηνή για να ανακαλύψει ότι «η ζωή είναι αλλού», και πάντως όχι στα έως τότε ιδεολογήματά του. Και κυρίως να υποκύψει στη «γοητεία» του «υπαρκτού καπιταλισμού» που «παράγει» (κέρδος και όχι ζημία) μέσω προϊόντων ή υπηρεσιών, «προηγμένων» ή «καθυστερημένων», ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης το οποίο διέρχεται.

Τελικά, η διαχείριση αποτελεί ένα μεγάλο «σχολείο» για τους διαχειριστές.


5. Το βάθεμα της δημοκρατίας


Από τη στιγμή που η «κυβερνώσα Αριστερά» ολοκλήρωσε τη μαθητεία της στην καπιταλιστική κοσμογονία, έστω και μέσα στην κρίση, ψάχνει να βρει και τα ιδεολογήματα που θα συμβάλουν στη συγκάλυψη της ριζικής αλλαγής, της «ανατροπής της ανατροπής». Και η λύση είναι απλή και δοκιμασμένη: στην οικονομία έχουμε περιορισμούς και καταναγκασμούς, στην πολιτική όμως έχουμε τη «δημοκρατία». Και μάλιστα η τελευταία έχει εκτατικές ιδιότητες: η ολοκλήρωση και το βάθεμα της δημοκρατίας σταδιακά επιδρά και στις άλλες σφαίρες, «εκδημοκρατίζοντας» την «οικονομία», προωθώντας την «ισότητα» και ενισχύοντας την «αλληλεγγύη».

Η «κυβερνώσα Αριστερά» προκρίνει αυτό το δοκιμασμένο ιδεολόγημα, αντί για την ανάλυση που στηρίζεται στη θεώρηση των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους (ΙΜΚ) ως συμπαγών μηχανισμών ταξικής κυριαρχίας που δεν «εκδημοκρατίζονται» σταδιακά αλλά υπόκεινται στη διαπερατότητα των κοινωνικών αντιφάσεων. Με αδιέξοδους δονκιχωτισμούς στις βασικές περιοχές που επηρεάζουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή της εργασίας: την υγεία, την παιδεία, την κοινωνική πρόνοια. Μετά από δυο χρόνια «κυβερνώσας Αριστεράς» διατυμπανίζονται οι κατακτήσεις και αλλαγές αλλά χωρίς τη «σκοτεινή πλευρά» τους.

Επίτευγμα η δωρεάν περίθαλψη των ανέργων και των μεταναστών, αλλά στη λογική των «μεταρρυθμίσεων δημοσιονομικής προσαρμογής» αργά η γρήγορα στην πορεία θα πρέπει να λυθεί το ζήτημα των όποιων οικονομικών ανισορροπιών θα επιφέρουν στο σύστημα.

Σθεναρή αντίσταση στην αντιπαράθεση για την «αριστεία» στην παιδεία, που απλά χρησιμεύει ως φύλλο συκής για να συγκαλύψει την απουσία στρατηγικής για εναλλακτική εκπαιδευτική προσέγγιση στηριγμένη στις ανάγκες της εργασίας.

Υπαρκτή η ανακουφιστική λειτουργία των κοινωνικών επιδομάτων αλλά σταγόνα στον ωκεανό σε ένα απέραντο βασίλειο κοινωνικής και εργασιακής ερήμωσης.

Χρειάζεται λοιπόν ο Κ. Μητσοτάκης να μιλήσει για την «ανισότητα» όταν η καθημερινή πολιτική της «Αριστεράς» την αναπαράγει με κίβδηλα προσχήματα και φαρισαϊκές αντιπαραθέσεις;

Είναι αναγκαίος ο «νεοφιλελεύθερος» εχθρός προκειμένου να αποφευχθεί κάθε αναφορά στην απουσία κινηματικής βάσης για την οποιαδήποτε διαχειριστική πρωτοβουλία της κυβέρνησης;

Αντί για κάποια προσπάθεια διεύρυνσης της πολιτικής εμβέλειας των «από κάτω» πρέπει λοιπόν να αρκεστούμε σε αυτές τις «αμυντικές» κοινωνικές πρωτοβουλίες διάσωσης του κοινωνικού προσωπείου της κυβέρνησης;

Συμπερασματικά, η τρέχουσα διαχείριση της «κυβερνώσας Αριστεράς» σημαδεύεται από την αγωνιώδη προσπάθεια να δοθεί μια επίφαση κανονικότητας στη διαχείριση της κοινωνικής ερήμωσης που έχει επέλθει (και) με πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ. Και κυρίως την καλλιέργεια της «ανάθεσης» των «από κάτω» στους «ευαίσθητους» διαχειριστές προκειμένου να εμπεδώσουν το «βάθεμα της δημοκρατίας», μια άλλη έκφανση της αδυναμίας των αδυνάτων να συγκροτήσουν πόλο αντίστασης και πολιτική ρήξης με τις αθλιότητες της σημερινής διαχείρισης.

Διότι η «δημοκρατία των πεινασμένων» ποτέ δεν λειτουργεί με βάση ένα μακρόπνοο σχέδιο πολιτικής αντιπαράθεσης και σύγκρουσης, αλλά μάλλον με απρόβλεπτες βραχυπρόθεσμες εκλάμψεις εξέγερσης, όπως συχνά μας έδειξε η ιστορία.


6. Το κόμμα του κράτους


Και με όλα αυτά καταλήγουμε στην αποστροφή του κυβερνητικού λόγου που προέκυψε από την συνέντευξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη, όπου σε αρμονία με την «καλύτερη» αριστερή παράδοση περιέχονταν μηνύματα με αποδέκτες εντός και εκτός κόμματος και γενικό τίτλο: Ο ΣΥΡΙΖΑ ή αυτό που νομίζατε ότι ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει πια.

Για την ακρίβεια: «Υπήρχε ένα ψευτοδίλημμα το προηγούμενο διάστημα, σε σχέση με τη στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή, αν θα παραμείνουμε στην Ευρωζώνη, αν θα παραμείνουμε στην Ευρώπη ή θα φύγουμε από αυτήν. Βλέπω ότι η ΝΔ δεν το κατάλαβε ποτέ ότι αυτή ήταν η στρατηγική μας επιλογή και συνεχίζει να κάνει αντιπολίτευση σε ένα κόμμα που δεν υπάρχει σήμερα και σε μια άποψη που δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ο αντιευρωπαϊκός ΣΥΡΙΖΑ που θέλει να μας βγάλει από την Ευρώπη. Σε αυτό κάνει αντιπολίτευση. Στο ίδιο επιμένει και ένα κομμάτι της Κεντροαριστεράς».

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η προκάτοχη κατάσταση του ΣΥΝ ουδέποτε ξέφυγε από το σχήμα ενός συνασπισμού παραγόντων που σε κάποια χρονική στιγμή ως στρατηγική επιβίωσης, αλλά και σε αντίθεση με το πολιτικό DNA του, προχώρησε σε μια διστακτική και ανολοκλήρωτη ώσμωση με τα κοινωνικά κινήματα, η οποία ουδέποτε κατέληξε να γίνει οργανική, έχοντας κυρίαρχο πάντα το ειδικό βάρος των μηχανισμών των παραγόντων.

Οι ισορροπίες αυτές ανατράπηκαν ολοκληρωτικά από την προοπτική κυβερνητικής διαχείρισης μετά το 2012, οπότε και άρχισε ο προσεταιρισμός τεχνικών της διαχείρισης και η αντίστροφη ώσμωση με τους μηχανισμούς. Σε αυτή τη διαδικασία, οι «αριστερές» πτέρυγες του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν παρά ομάδες και κινήσεις με έκδηλη την πρωτοκαθεδρία των μηχανισμών, έστω και με ισχυρότερες αναφορές στα κινήματα ή στο αριστερό εθνικό ακροατήριο.

Η κυβερνητική θητεία του 2015 διασφάλισε τη συνοχή των φορέων των μηχανισμών θωπεύοντας την αίσθηση του «πρωταγωνιστή» μιας «Αριστεράς» που αποτελούσε παραδοσιακό μίγμα αριστερού εθνικισμού, πάλης κατά της καθυστέρησης και θεοποίησης του κράτους ως μηχανισμού τιθάσευσης του «αχαλίνωτου» καπιταλισμού. Από εκεί και πέρα η διαδικασία αυτονομήθηκε και οι πρωταγωνιστές διάλεξαν το ρόλο που τους ταίριαζε, είτε εντασσόμενοι αναγκαστικά στον πολιτικό ΙΜΚ (η Αριστερή κυβέρνηση, οι αριστεροί διαχειριστές, κλπ.), είτε με την αποχώρηση όταν και το τελευταίο καθυστερημένο χρυσόψαρο θα είχε πια καταλάβει ότι το παιχνίδι είχε προ πολλού χαθεί.

Και μένει να πλανάται το ερώτημα: Ήταν το όλο εγχείρημα της «κυβερνώσας Αριστεράς» απλά μια προσπάθεια αναρρίχησης στη διαχειριστική πασαρέλα φερέλπιδων νέων και άφθαρτων στελεχών; Μια προσπάθεια ανανέωσης από τα έξω; Μια απόπειρα αντιστροφής της κυρίαρχης τάσης, στην οποία οι φορείς διεκδικούν τη διαδοχή κληρονομικώ δικαίω, ως σύγχρονοι μικροί Κιμ Γιογκ Ουν της πολιτικής σκηνής; Από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τη φαμίλια του, που αριθμεί σήμερα τρεις γενιές «προσφοράς» στους πολιτικούς ΙΜΚ, έως τους άγνωστους (σε μας) γιο ή κόρη, νύφη ή γαμπρό επαρχιακού βουλευτή που αξιοποιεί τις επενδύσεις του προκατόχου του για να βγει στον πολιτικό στίβο. Κληρονομικότητα στη διαδοχή ως άσκηση στην ιδιοκτησία.

Αυτό ήταν λοιπόν το ζητούμενο; Η μη κληρονομική διαδοχή του πολιτικού προσωπικού στην υπηρεσία των ΙΜΚ;

Αυτό είναι το κόμμα που υπάρχει ή δεν υπάρχει πια;

Και πόσο ενδιαφέρει αυτό πράγματι;


7. Το κόμμα της επανάστασης


Όλα αυτά γίνονται βέβαια μέσα στους μηχανισμούς του κράτους, εκεί που ενορχηστρώνεται η πολιτική του κεφαλαίου και οι τρόποι απόσπασης της συναίνεσης των κυριαρχούμενων. Αλλά παράλληλα υπάρχει πάντα ο άγνωστος Χ της κοινωνικής δυναμικής που κάθε φορά εκδηλώνεται με εντελώς αναπάντεχους τρόπους χωρίς κανόνα, σύστημα, πρόγραμμα και σχέδιο.

Μια πρόσφατη έρευνα3 συνοψίζει βασικά σχετικά συμπεράσματά της ως εξής: «Μετά από επτά χρόνια βαθιάς κρίσης και έντονων κοινωνικών ανταγωνισμών, η ελληνική κοινωνία δείχνει να οδηγείται σε συντηρητική διέξοδο. Η στροφή της ελληνικής κοινωνίας στο συντηρητισμό είναι προφανής, όχι μόνον στο επίπεδο των τάσεων του εκλογικού σώματος, αλλά – περισσότερο σημαντικό – στο πεδίο της ιδεολογίας». Αν όμως διαβάσει κανείς προσεκτικά τα συμπεράσματα στις επί μέρους όψεις, τότε αβίαστα προκύπτει η απόλυτη ιδεολογική σύγχυση και η κοινωνική παραίτηση με σχεδόν τυχαίο τρόπο και χωρίς συναρμογή ιδεολογιών: υποχώρηση της Αριστεράς και ενίσχυση του ιδιωτικού, αλλά και απαξίωση του καπιταλισμού, του εθνικισμού, του κομμουνισμού και του αναρχισμού συλλήβδην.

Προφανώς πρόκειται για την απόλυτη σύγχυση και το απόλυτο σάστισμα, αποδιάρθρωση των ιδεολογιών μέσα στην κρίση. Αλλά από εκεί έως την συστηματική συντηρητική στροφή υπάρχει μεγάλη απόσταση. Μια σαστισμένη κοινωνία δεν είναι μια συντηρητική κοινωνία. Αρκεί να επαναφέρουμε στη μνήμη παλαιότερα και πρόσφατα ιστορικά παραδείγματα βουβής κοινωνικής δυναμικής, απρόβλεπτης ή αντίθετης με τις τάσεις.

Ο Μάης του ’68 οδηγήθηκε σε ανάφλεξη μέσα σε 6 μέρες.

Το Πολυτεχνείο οδηγήθηκε σε έκρηξη ενώ οι βασικές πολιτικές δυνάμεις συναινούσαν στη φιλελευθεροποίηση της χούντας.

Τα Δεκεμβριανά του 2008 άφησαν σαστισμένους τους οπαδούς της καραμανλικής κανονικότητας.

Οι πρωτοβουλιακές πλατείες του πρώτου μνημονίου ήταν ανεξήγητες για τους τεχνικούς της κυβερνητικής στρατηγικής.

Μπορεί η εξέγερση να μην είναι υποκατάστατο της επανάστασης, αλλά σίγουρα διαψεύδει όλους όσοι περιμένουν το σύστημα να σαπίσει, να παραχωρήσει συναινετικά τη θέση του στην ορθολογική διαδοχή του. Γιατί το σύστημα το μόνο που κάνει για να ανανεωθεί είναι να προσλάβει ως διαχειριστικό προσωπικό τους μεταλλαγμένους φορείς των εξεγέρσεων του κάποτε.

Όλα αυτά εναρμονίζονται με τη σοφία ενός στίχου παλιού τραγουδιού του GilScott Heron από τη δεκαετία του 80:4

The revolution will not be televised

There will be no highlights on the eleven o’clock News

The revolution WILL put you in the driver’s seat

The revolution will be live.5


1 Φόβος και απέχθεια: φόρος τιμής στον μοναδικό υποκειμενικά εμπαθή (gonzo) δημοσιογράφο της «αντικουλτούρας» Hunter S. Thompson και τη σειρά βιβλίων του που ξεκίνησε με το Fear and Loathing in Las VegasA Savage Journey to the Heart of the American Dream.

2 Στη σύνοδο των φυλών γηγενών της Βόρειας Αμερικής στο Powder River. Παρατίθεται απότο Fear and Loathing on the Campaign Trail ’72του Hunter S. Thompson.

3 Γιάννης Μαυρής: Άνοδος του συντηρητισμού: Πολιτικές ιδεολογίες στην Ελλάδα μετά το Μνημόνιο, mavris.gr, 19/092017.

4 Gil Scott Heron, The Revolution will not be televised.

5 Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, δεν θα υπάρχουν στιγμιότυπα στις Ειδήσεις των 11, η επανάσταση ΘΑ ΣΕ ΒΑΛΕΙ στη θέση του οδηγού, η επανάσταση θα γίνει ζωντανά.