Σχετικά με τον Μαρξικό «νόμο για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους».Ζητήματα λογικής θεμελίωσης
Τεύχος 139, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2017



ΣΧΕΤΙΚΑ

ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΞΙΚΟ «ΝΟΜΟ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΤΩΤΙΚΗ ΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ».

ΖΗΤΗΜΑΤΑ

ΛΟΓΙΚΗΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗΣ1


του Michael Heinrich

μετάφραση Τάσος Κυπριανίδης



1. Ζητήματα απόδειξης και διάψευσης


Ο «Νόμος για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» που παρουσιάστηκε από τον Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, συγκαταλέγεται έως τις μέρες μας στα πλέον αμφιλεγόμενα τμήματα της Μαρξικής οικονομικής κριτικής. Όμως λιγότερες διαμάχες υφίστανται εν προκειμένω μεταξύ μαρξιστών και επικριτών του Μαρξ, ενώ πολύ συχνότερα διατυπώνονται επιχειρήματα από τους εμπλεκόμενους στη βάση της Μαρξικής θεωρίας. Τούτο προκαλεί μικρή έκπληξη, μιας και οι περισσότεροι μη μαρξιστές θεωρούν ότι η Μαρξική θεωρία της αξίας έχει καταρριφθεί, ώστε να μην χρειάζεται πια να νοιαστούν για αποτελέσματα που διατυπώνονται στη βάση της.

Το γεγονός ότι η ενδομαρξιστική διαμάχη ήταν (και είναι) τόσο βίαιη, οφείλεται στη σημασία που αποδίδεται στο «νόμο της πτωτικής τάσης» κυρίως από εκείνους που τον υπερασπίζονται. Γι’ αυτούς αποτελεί κατά κανόνα το σημαντικότερο θεμέλιο της Μαρξικής θεωρίας των κρίσεων ή ακόμη περισσότερο μιας τάσης για την εν μέσω κρίσεων κατάρρευση του καπιταλισμού. Χωρίς αυτόν το νόμο δεν υπάρχει γι’ αυτούς αναγκαστικό αίτιο για την κρισιγενή φύση του καπιταλισμού. Αν όμως συνομολογηθεί το συγκεκριμένο, τότε, αυτό είναι συχνά το συμπέρασμα, δεν θα υπήρχε πια καμία «αντικειμενική αναγκαιότητα», αλλά το πολύ μια υποκειμενική ηθική υπέρβασης του καπιταλισμού. Για πολλούς που υπερασπίζονται τον Μαρξικό νόμο, δεν ενδιαφέρει λοιπόν μόνο η πειστικότητα μιας συγκεκριμένης ανάλυσης, αλλά νομίζουν ότι με την κριτική σε αυτόν το νόμο τραβιέται και το πολιτικό έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Εντούτοις, μπορεί να αμφισβητηθεί όχι μόνο ο Μαρξικός νόμος για το ποσοστό κέρδους αλλά και η υπαινισσόμενη στενή διασύνδεση του νόμου με τη Μαρξική θεωρία των κρίσεων. Αν η θεωρία των κρίσεων είναι ανεξάρτητη από αυτό το νόμο, τότε θα ήταν πολύ λιγότερο δραματικό, από όσο συνήθως υποθέτουν οι υπερασπιστές του, το να εγκαταλειφθεί ο νόμος.

Τα επιχειρήματα με τα οποία ασκείται κριτική στη Μαρξική αιτιολόγηση του νόμου για το ποσοστό κέρδους, είναι σχετικά απλά. Οι απόπειρες να αποφύγει κανείς αυτά τα επιχειρήματα οδηγούν κατά κανόνα σε μάλλον πολύπλοκες κατασκευές, ενώ συχνά «αποδεικνύεται» ο νόμος για το ποσοστό κέρδους υπό συνθήκες που αποκλίνουν σημαντικά από αυτές στις οποίες στηρίζεται ο Μαρξ, ώστε να μην είναι καν ο Μαρξικός νόμος αυτός ο οποίος αποδείχθηκε. Σε άλλες περιπτώσεις υπεισέρχονται στην επιχειρηματολογία φαινομενικά αυτονόητες παραδοχές, οι οποίες έχουν προβληματικές και ουδόλως αυτονόητες προϋποθέσεις που πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχουν αιτιολογηθεί. Ή πάλι, δεν λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες αυτού του ίδιου του επιχειρήματος, και η επιχειρηματολογία διακόπτεται απλά σε κάποιο βολικό σημείο, χωρίς να ενδιαφέρεται για τις συνέπειες των επιχειρημάτων της που θέτουν εν αμφιβόλω το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Πολλοί υπερασπιστές του Μαρξικού νόμου δείχνουν να μην έχουν σαφή αντίληψη για τη δυσκολία του έργου τους. Από άποψη στρατηγικής της επιχειρηματολογίας, οι επικριτές και οι υπερασπιστές του νόμου βρίσκονται σε ασύμμετρη θέση. Οι επικριτές οφείλουν απλά να αποδείξουν ότι υπάρχουν συσχετίσεις υπό τις οποίες το ποσοστό κέρδους δεν πέφτει, αλλά αντιθέτως ανέρχεται. Όσο οι επικριτές δεν επιθυμούν να αποδείξουν έναν «νόμο της ανοδικής τάσης του ποσοστού κέρδους», δεν έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν πόσο συχνές ή πόσο πιθανές είναι αυτές οι συσχετίσεις. Αυτό είναι μάλλον καθήκον των υπερασπιστών αυτού του νόμου. Δεν αρκεί να δείξουν το εύλογο της δυνατότητας πτώσης του ποσοστού κέρδους. Για να αποδείξουν τον Μαρξικό νόμο πρέπει να δείξουν ότι πραγματικά υπερισχύουν οι παράγοντες που επιδρούν στην πτώση του ποσοστού κέρδους. Γεγονός για το οποίο δεν αρκεί όμως απλά να δείξουν ότι οι αντίρροποι παράγοντες εξασθενούν στην πορεία της εξέλιξης. Πρέπει ακόμη να δειχτεί, ότι οι παράγοντες που επενεργούν για την πτώση είναι όντως ισχυρότεροι, από τους ασθενείς που αντιτίθενται στην πτώση. Σε κάθε περίπτωση οφείλει να πραγματοποιηθεί μια σύγκριση των δυνάμεων που επενεργούν, μια σύγκριση που διαμορφώνεται ως εξαιρετικά δυσχερής.

Με τον Μαρξικό νόμο του ποσοστού κέρδους ασχολείται και η συνεισφορά του Christoph Henning στο Marx-Engels Jahrbuch 2005 
(Επετηρίδα Μαρξ-Ένγκελς 2005).2 Εκεί, όπως και στο βιβλίο του Philosophie nach Marx [Η Φιλοσοφία μετά τον Μαρξ]3 επιχειρεί μια αποφασιστική υπεράσπιση αυτού του νόμου, τον οποίο θεωρεί ως τον «πυρήνα της Μαρξικής θεωρίας των κρίσεων».4

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο Henning δεν είναι καθόλου νέα. Συνέλεξε αρκετά από αυτά που παρουσιάστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς βεβαίως να εξετάσει το εύλογο αυτών των λογικών θεμελιώσεων. Πραγματευόμενοι λοιπόν τα επιχειρήματα που παραθέτει ο Henning μπορούμε να καταστήσουμε σαφές πού υφίστανται τα ελλείμματα στην απόδειξη του νόμου του ποσοστού κέρδους.

Αν οι αντιρρήσεις κατά της Μαρξικής θεμελίωσης του νόμου είναι σχετικά απλές, όπως σημείωσα παραπάνω, τότε προκύπτει πιεστικά το ερώτημα γιατί δεν τις είδε ο ίδιος ο Μαρξ. Σε αυτό από τη μια πλευρά υπάρχει η απάντηση ότι η σημερινή απλή διατύπωση της κριτικής είναι αποτέλεσμα μιας συζήτησης διαρκείας για αυτόν το νόμο. Και εδώ ισχύει ό, τι και σε άλλες επιστήμες: το γεγονός ότι η θεωρία της σχετικότητας μπορεί σήμερα να διατυπωθεί πολύ απλά δεν σημαίνει ούτε κατά διάνοια ότι η ανακάλυψή της ήταν εύκολη υπόθεση. Από την άλλη πλευρά, ο Μαρξ δεν είχε ολοκληρώσει καν την ερευνητική διαδικασία του, το Κεφάλαιο έμεινε ένα ανολοκλήρωτο έργο. Αυτό που εμείς γνωρίζουμε ως τρίτο τόμο του Κεφαλαίου αποτελεί ένα ενδιάμεσο αποτέλεσμα αυτής της ερευνητικής διαδικασίας που εκδόθηκε από τον Ένγκελς. Εκεί δεν λαμβάνεται καν υπόψη ένα επιχείρημα που αναπτύχθηκε στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, που αμφισβητεί στα θεμέλιά της την αιτιολόγηση που παραθέτει ο Μαρξ στα χειρόγραφα του τρίτου τόμου (πρβλ. εδώ την ενότητα 7). Αυτό θα είχε ενδεχομένως αλλάξει σε μια τελική επεξεργασία. Από το υπάρχον κείμενο προκύπτει όμως επίσης με σαφήνεια ότι ο Μαρξ δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος με την παρουσίαση που έκανε για τον νόμο του ποσοστού κέρδους: πολλές φορές μια απόδειξη ακολουθείται από μια νέα απόπειρα, ενώ μόλις είχε τονίσει ότι το ζήτημα είχε πια τελειωτικά αποσαφηνιστεί. Αυτό διακρίνεται ακόμη σαφέστερα στο πρωτότυπο χειρόγραφο του Μαρξ, που δημοσιεύτηκε στη MEGA2 II/4.2, παρά στη μάλλον λειασμένη έκδοση του Ένγκελς. Αλλά και άλλο ένα σημείο έρχεται καθαρά στο προσκήνιο στο πρωτότυπο χειρόγραφο: ο Μαρξ δεν θεωρούσε καθόλου ότι υπήρχε μια τόσο στενή σύνδεση της θεωρίας των κρίσεων με τον «νόμο», όπως υποδηλώνει η έκδοση του Ένγκελς και όπως έχουν υποθέσει πολλοί Μαρξιστές. Η MEGA2 έριξε νέο φως σε παλιά προβλήματα και σε αυτό το σημείο.


2. Το κατηγοριακό καθεστώς του νόμου στη Μαρξική διατύπωση


Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1860 ο Μαρξ κατέγραψε τις σκέψεις του για το «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους», η κλασική πολιτική οικονομία που εκείνη την εποχή ήταν ακόμη «κυρίαρχη επιστήμη»5 θεωρούσε δεδομένο γεγονός ότι το κοινωνικό μέσο ποσοστό κέρδους μακροχρόνια έπεφτε. Αυτό υποδείκνυαν και τα διαθέσιμα δεδομένα.6 Για το λόγο αυτό, τόσο ο Άνταμ Σμιθ όσο και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο επιχείρησαν με αντίστοιχα διαφορετικούς τρόπους να θεμελιώσουν ότι η εμπειρικά παρατηρούμενη πτώση του ποσοστού κέρδους δεν ήταν απλά παροδικό φαινόμενο, αλλά προέκυπτε ως αποτέλεσμα εσωτερικών νομοτελειών της ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Ο Άνταμ Σμιθ είχε επιχειρηματολογήσει ότι με την αύξηση του κεφαλαίου ενισχυόταν ο ανταγωνισμός, γεγονός που θα ανάγκαζε τους καπιταλιστές να δεχθούν χαμηλότερα κέρδη. Σε αυτό το επιχείρημα δεν έβλεπε λοιπόν π.χ. τους αυξανόμενους μισθούς ως αίτιο του πτωτικού ποσοστού κέρδους, αλλά τον ίδιο τον ανταγωνισμό: σε μια χώρα με αφθονία εργατικής δύναμης και αφθονία κεφαλαίου, ο ανταγωνισμός των εργατικών δυνάμεων θα συμπίεζε τον μισθό και ο ανταγωνισμός των κατόχων κεφαλαίου θα συμπίεζε το κέρδος.7

Η επιχειρηματολογία του Σμιθ δεν είναι ιδιαίτερα πιστευτή. Μπορεί μεν ένας μεμονωμένος καπιταλιστής να κατεβάσει την αγοραία τιμή του εμπορεύματός του προκειμένου να βελτιώσει την ανταγωνιστική θέση του, αρκούμενος σε ένα χαμηλότερο κέρδος. Αν όμως συμπεριφερθεί κατ’ αυτό τον τρόπο η πλειονότητα των καπιταλιστών, τότε θα πέσουν οι αγοραίες τιμές όλων των εμπορευμάτων και μαζί τους τα κόστη των επιχειρήσεων, γεγονός που θα αυξήσει και πάλι τα κέρδη. Ότι οι γενικές μειώσεις τιμών αυτομάτως συρρικνώνουν το γενικό ποσοστό κέρδους αποτελεί πλάνη που βασίζεται σε μια ανεπίτρεπτη γενίκευση της κατάστασης ενός ατομικού κεφαλαίου.8

Στην αιτιολόγηση που έδωσε ο Σμιθ για την πτώση του ποσοστού κέρδους άσκησε κριτική ήδη ο Ντέηβιντ Ρικάρντο.9 Ο Ρικάρντο ξεκινούσε από την παραδοχή ότι, αν αγνοήσει κανείς ορισμένες εξαιρέσεις, το γενικό ποσοστό κέρδους μπορούσε τότε μόνο να πέφτει όταν αυξάνονταν οι μισθοί. Επειδή με την αύξηση του πληθυσμού υπάρχει ολοένα μεγαλύτερη ανάγκη τροφίμων, ο Ρικάρτνο υπέθεσε ότι θα έπρεπε να καλλιεργηθούν ολοένα χειρότερα χωράφια, γεγονός που θα αύξανε την τιμή των σιτηρών. Επειδή οι μισθοί θα έπρεπε να καλύπτουν τα κόστη αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, μαζί με τις τιμές των τροφίμων θα αυξάνονταν και οι μισθοί, γεγονός που θα μείωνε τα κέρδη. Από την άνοδο της τιμής των σιτηρών όμως δεν θα επωφελούνταν οι καπιταλιστές: στα χειρότερα εδάφη τα κόστη παραγωγής είναι υψηλά, ενώ στα καλύτερα εδάφη εισρέουν τα κόστη παραγωγής που εξοικονομήθηκαν συγκριτικά με τα χειρότερα εδάφη ως πρόσοδος στους γαιοκτήμονες.10

Ο Μαρξ αντέταξε σε αυτή την επιχειρηματολογία ότι και στη γεωργία μπορεί να επιτευχθούν αυξήσεις παραγωγικότητας, ώστε η τιμή των σιτηρών μπορεί να μην ανέβει αλλά μάλλον να πέσει. Η δυνατότητα αυξήσεων παραγωγικότητας στη γεωργία δεν ήταν όμως τόσο σαφώς ορατή στον Ρικάρντο όσο στον Μαρξ: ο τελευταίος ήταν σύγχρονος του Justus von Liebig, οι χημικές ανακαλύψεις του οποίου επαναστατικοποίησαν τη γεωργική παραγωγή.11

Ο Μαρξ δεν ήταν λοιπόν ο πρώτος που υποστήριξε μια μακροχρόνια πτώση του ποσοστού κέρδους ως αποτέλεσμα μιας εσωτερικής νομοτέλειας του καπιταλισμού. Ισχυρίστηκε όμως πρώτος ότι είχε βρει μια πειστική αιτιολόγηση για αυτόν το νόμο.12 Εκτενέστερα ανέπτυξε ο Μαρξ τους συλλογισμούς του στο κύριο χειρόγραφο για τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, που γράφτηκε το 1864/65 που έχει δημοσιευθεί στη MEGA2 II/4.2.13 Αυτό το χειρόγραφο χρησιμοποίησε και ο Ένγκελς ως βάση για τη δική του επιμέλεια έκδοσης, που περιέχεται στη MEGA2 II/15 ή στον τόμο 25 των Έργων Μαρξ Ένγκελς (MEW). Η έκδοση του Ένγκελς περιέχει όμως μια σειρά όχι αμελητέων τροποποιήσεων και αλλαγών των κειμένων συγκριτικά με το αρχικό - αυθεντικό κείμενο του Μαρξ, ενώ και ένα μεγάλο μέρος του χωρισμού σε κεφάλαια προέρχεται από τον Ένγκελς.14

Στον «Νόμο για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» είναι αφιερωμένο το τρίτο κεφάλαιο του Μαρξικού χειρόγραφου. Επειδή ο Ένγκελς μετέτρεψε τα επτά Μαρξικά κεφάλαια σε επτά τμήματα, είναι το τρίτο τμήμα στην έκδοση του Ένγκελς. Αυτό το τρίτο κεφάλαιο δεν έχει παραπέρα υποκεφάλαια στο Μαρξικό χειρόγραφο, ενώ ο Ένγκελς υποδιαίρεσε το τρίτο τμήμα σε τρία κεφάλαια (τα κεφάλαια 13-15), όπου ιδιαίτερα στο κεφάλαιο 15 έκανε μια σειρά προσαρμογές και διαγραφές ενώ τα δυο πρώτα κεφάλαια ακολουθούν πολύ στενά το Μαρξικό πρωτότυπο. Επίσης, οι επικεφαλίδες που διάλεξε ο Ένγκελς για τα κεφάλαια 13 και 14 αντιστοιχίζονται πολύ καλά στη διχοτομία της Μαρξικής επιχειρηματολογίας. Ακριβώς όπως αναδείχθηκε στις δυο επικεφαλίδες από τον Ένγκελς, ο Μαρξ διακρίνει «το νόμο ως τέτοιο» από τα «αντίρροπα αίτια». Ο Μαρξ επιθυμεί αρχικά να παρουσιάσει το λόγο για τον οποίο υπάρχει καν μια τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους. Στη συνέχεια πραγματεύεται μια σειρά από παράγοντες που αντιτίθενται σε αυτή την πτώση, την αναστέλλουν και μάλιστα μπορούν να τη μετατρέψουν σε προσωρινή άνοδο.

Και στα δυο βήματα της επιχειρηματολογίας του, ο Μαρξ κινείται στο επίπεδο ανάπτυξης του «ιδανικού μέσου όρου» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ήδη στον πρόλογο στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ είχε τονίσει ότι δεν είχε ως στόχο να αναλύσει μια μεμονωμένη χώρα ή μια συγκεκριμένη εποχή καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά τους «ίδιους τους νόμους» που βρίσκονται στα θεμέλια αυτής της ανάπτυξης.15 Στο τέλος του χειρόγραφου του τρίτου τόμου ο Μαρξ χαρακτήρισε το αντικείμενο της παρουσίασής του ως «την εσωτερική οργάνωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, σαν να λέμε στον ιδανικό μέσο όρο του».16 Στην παρουσίαση αυτού του «ιδανικού μέσου όρου» δεν πρόκειται να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερα, απλά παροδικά φαινόμενα, αλλά μόνο ό, τι είναι τυπικό για έναν αναπτυγμένο καπιταλισμό.17 Για να θεμελιώσει τον «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους», δεν προϋποθέτει ο Μαρξ κάποιες ιδιαίτερες μορφές αγοράς ή συνθήκες ανταγωνισμού, αλλά απλά την καπιταλιστική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δια της αυξανόμενης χρήσης μηχανικών συστημάτων, η οποία είναι η χαρακτηριστική μορφή ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων εντός ενός αναπτυγμένου καπιταλισμού. Εάν είναι ορθός ένας νόμος που έχει συναχθεί σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης, τότε πρέπει να ισχύει για όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες. Αλλά και τα «αντίρροπα αίτια» που πραγματεύεται ο Μαρξ είναι παράγοντες που έχουν ένα ευρύ φάσμα γενικής υπόστασης, τα οποία βέβαια μπορούν να εμφανίζονται διαφορετικά σε διαφορετικές χώρες και σε διαφορετικές εποχές.

Εξαιτίας του «νόμου ως τέτοιου», έτσι ισχυρίζεται ο Μαρξ, οδηγείται το ποσοστό κέρδους σε πτώση, η οποία λόγω των «αντίρροπων αιτίων» μπορεί να μειωθεί ή ακόμη και να αντιστραφεί για κάποια περίοδο, ενώ σε μακροπρόθεσμη βάση υπερισχύει η πτωτική τάση. Η συνδυασμένη επίδραση του «νόμου ως τέτοιου» με τα «αντίρροπα αίτια» ερμηνεύει σύμφωνα με τα παραπάνω εντελώς διαφορετικές πορείες του ποσοστού κέρδους.

Ο «νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» δεν μπορεί ούτε να αποδειχθεί ούτε να διαψευστεί με εμπειρικές παρατηρήσεις. Κάθε παρατήρηση μπορεί να διατυπώσει συμπέρασμα για ένα χρονικά περιορισμένο διάστημα του παρελθόντος, ενώ ο Μαρξικός νόμος στοχεύει ένα χρονικά απεριόριστο μελλοντικό διάστημα. Το απλό στοιχείο ότι το ποσοστό κέρδους είχε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά στο παρελθόν δεν επιτρέπει τη συναγωγή συμπερασμάτων για τη μελλοντική του εξέλιξη. Ούτε η άνοδος του ποσοστού κέρδους αποτελεί διάψευση του νόμου (ο νόμος δεν απαιτεί μια μονότονη πτώση αλλά απλά μια πτωτική τάση), αλλά ούτε και αποδεικνύεται από την πτώση του ποσοστού κέρδους (διότι ο νόμος δεν κάνει απλά μια διαπίστωση για το παρελθόν, αλλά διατυπώνει μια τάση που θα ισχύει πάντα, όσο υπάρχει αναπτυγμένος καπιταλισμός). Το γεγονός ότι ο Μαρξικός νόμος δεν επιτρέπει να αποδειχθεί ή να διαψευσθεί, δεν σημαίνει όμως ότι αυτός ο νόμος δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ελεγχθεί ή να συζητηθεί. Όμως το ερώτημα είναι: πώς;

Ο Henning στη συνεισφορά του με αναφορά στον Thomas Kuhn18 τόνιζε ορθά την παραδειγματική διαφορά μεταξύ της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας και της Μαρξικής Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, και των «προβλημάτων μετάφρασης» που προκύπτουν από αυτήν. Η «επιστημονικοθεωρητική κατάδειξη του εύλογου» του Μαρξικού νόμου που ανακοινώνεται στον τίτλο της συνεισφοράς του πραγματοποιείται σε δυο βήματα: σε ένα πρώτο βήμα θέλει να δείξει το εύλογο των Μαρξικών θεμελιακών παραδοχών έναντι της κυρίαρχης νεοκλασικής διδασκαλίας, και σε ένα δεύτερο βήμα θέλει να αποδείξει ότι από αυτές τις θεμελιακές παραδοχές μπορεί πράγματι να συναχθεί ο Μαρξικός νόμος.

Παρότι ο Henning επικαλείται τον Kuhn, επιχειρεί στο πρώτο βήμα του μια απλή εμπειρική επίθεση στο νεοκλασικό παράδειγμα. «Πώς μπορεί κανείς να αποφασίσει σε μια τέτοια διαμάχη μεταξύ παραδειγμάτων; Η διένεξη δεν μπορεί να επιλυθεί στο εσωτερικό ενός εκ των δυο παραδειγμάτων […] Μια βατή διέξοδος είναι λοιπόν να αντιπαραβάλει κανείς τις θεμελιακές παραδοχές με την πραγματικότητα που βιώνεται και να εξετάσει κατά πόσο είναι εύλογες. Μια τέτοια εξέταση δείχνει μονοσήμαντα την υπεροχή της Μαρξικής εκδοχής».19 Η κορωνίδα όμως του επιχειρήματος του Kuhn συνίσταται ακριβώς στο ότι καθεμιά από αυτές τις συγκρίσεις με τη «βιούμενη πραγματικότητα» είναι εφικτή πάντα μόνο στο εσωτερικό ενός παραδείγματος: δεν μπορούμε να μιλάμε για μια «πραγματικότητα που βιώνουμε» ανεξάρτητα από παραδείγματα. Ο Kuhn είχε ειδικά τονίσει ότι δεν είναι δυνατή η απόφαση μεταξύ παραδειγμάτων στη βάση εμπειρικών αποτελεσμάτων, διότι τα παραδείγματα χρησιμεύουν ακριβώς για να διαμορφώνουν τα εμπειρικά αποτελέσματα, Ο Kuhn αποσαφήνισε ότι δεν υπάρχει αδιαμεσολάβητη πρόσβαση στη «βιούμενη πραγματικότητα» αλλά μόνο μια που και η ίδια είναι διαμεσολαβημένη μέσω παραδειγμάτων. Για αυτό και οι φαινομενικά εμπειρικές επιβεβαιώσεις των θεμελιακών παραδοχών ενός παραδείγματος πείθουν μόνο εκείνους που έχουν ήδη από πριν αποδεχθεί το παράδειγμα. Αυτό καθίσταται σαφές και στην «κατάδειξη του εύλογου» από τον Henning. Οι ίδιες κρισιγενείς τάσεις με τις οποίες ο Henning επιθυμεί να καταστήσει εύλογη την υπεροχή των Μαρξικών θεμελιακών παραδοχών έναντι της νεοκλασικής θεωρίας, επιστρατεύονται από τους νεοκλασικούς ως απόδειξη ότι οι πραγματικές αγορές είναι υπερβολικά άκαμπτες και οι κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία υπερβολικά εκτεταμένες, με βάση τις οποίες θεωρούν ότι επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η θεμελιακή τους θέση ότι μόνο ευέλικτες, μη ρυθμισμένες αγορές μπορούν να δώσουν βέλτιστα αποτελέσματα. Αν πράγματι αρκούσε μια απλή θεώρηση της «βιούμενης πραγματικότητας», για να αποφανθεί κανείς για το εύλογο των θεμελιακών παραδοχών του παραδείγματος, τότε θα μπορούσε ο Henning να απαλλαγεί από τη συζήτηση για τα «προβλήματα μετάφρασης»: η παράσταση μιας άμεσης σύγκρισης των θεωρητικών θεμελιακών παραδοχών με την «βιούμενη πραγματικότητα» οφείλεται σε έναν απλοϊκό εμπειρισμό που υπολείπεται αισθητά των επιστημονικοθεωρητικών συζητήσεων όχι μόνο του 20ού αιώνα.

Δεν χρειάζεται όμως να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε με αυτό το ζήτημα. Διότι τα προβλήματα με το «νόμο της πτωτικής τάσης» δεν αρχίζουν σε καμιά περίπτωση με τη μετάφραση σε ένα άλλο παράδειγμα. Ο νόμος αυτός επικρίθηκε στο παρελθόν προπάντων στο εσωτερικό του Μαρξικού παραδείγματος. Αυτή η εντός του παραδείγματος κριτική ενδιαφέρεται όμως για το αν μπορεί να επιτευχθεί ή όχι, με πειστικό τρόπο, η συναγωγή του νόμου στην αποδεκτή βάση του παραδείγματος. Σε αυτό το ζήτημα στρέφεται και ο Henning στο δεύτερο βήμα του, και με αυτή τη διαμάχη στο εσωτερικό του παραδείγματος θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.


3. Συνθήκες υπό τις οποίες θεωρείται ότι ισχύει ο «νόμος»


Κατά τη συζήτηση του «νόμου» πρέπει να διακριθούν δυο διαφορετικά ζητήματα. Το ένα είναι η σχέση του «νόμου ως τέτοιου» με τα «αντίρροπα αίτια». Ο Μαρξ συγκαταλέγει στα αντίρροπα αίτια μια σειρά από διαφορετικούς παράγοντες, παραδέχεται επίσης ότι αυτοί οι παράγοντες μπορούν να επιφέρουν παροδικά μια αύξηση του ποσοστού κέρδους, ισχυρίζεται όμως ότι μακροπρόθεσμα θα επικρατήσει η πτωτική τάση. Όμως η αιτιολόγηση γιατί αυτό πρέπει να είναι πάντα έτσι μακροπρόθεσμα παραμένει ασαφής. Αν ο Μαρξ δεν δίνει μια τέτοια αιτιολόγηση, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να εξετάσει κατά πόσο είναι σημαντικό καθένα από αυτά τα αντίρροπα αίτια.

Πρέπει όμως να διακρίνουμε από αυτό το δεύτερο σημείο, μια εξέταση των επιχειρημάτων που παραθέτει ο Μαρξ για την πτώση του ποσοστού κέρδους, ήδη πριν φθάσει στο σημείο που μιλά για τα «αντίρροπα αίτια», δηλαδή για αυτό που ο Ένγκελς παρουσιάζει στο 13ο κεφάλαιο της έκδοσής του με την επικεφαλίδα «ο νόμος ως τέτοιος». Αν εμφανίζονται προβλήματα ήδη σε αυτό το επίπεδο, τότε δεν είναι ανάγκη να εξεταστούν καν τα αντίρροπα αίτια. Στο εξής θα ασχοληθούμε με αυτό το δεύτερο σημείο.

Για τον Μαρξ, η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι «μια προσιδιάζουσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής έκφραση της διαρκούς ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας».20 Την ειδικά καπιταλιστική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είχε παρουσιάσει ο Μαρξ ήδη στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου κατά την πραγματεία της παραγωγής σχετικής υπεραξίας. Σε αυτή την παρουσίαση παραπέμπει ο Μαρξ στον τρίτο τόμο.

Ο Μαρξ είχε επιχειρηματολογήσει στον πρώτο τόμο ότι η αύξηση της παραγωγικής δύναμης οδηγεί σε φθηνότερα εμπορεύματα. Αν αυτά τα εμπορεύματα είναι μέσα κατανάλωσης, τότε μειώνονται επίσης τα κόστη αναπαραγωγής των εργατικών νοικοκυριών, έτσι ώστε πέφτει η αξία της εργασιακής δύναμης. Με αυτό τον τρόπο μειώνεται ο «αναγκαίος χρόνος εργασίας», δηλαδή το τμήμα της εργάσιμης ημέρας που χρειάζονται οι εργάτες και οι εργάτριες για την αναπαραγωγή της αξίας της εργασιακής τους δύναμης, ώστε αν επίσης μείνει ίδια η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, αυξάνεται ο χρόνος υπερεργασίας της μεμονωμένης εργασιακής δύναμης και μαζί της το ποσοστό υπεραξίας. Μια παρόμοια αύξηση της υπεραξίας χαρακτήρισε ο Μαρξ ως παραγωγή της «σχετικής υπεραξίας».

Ο Μαρξ τονίζει στο 10ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου ότι το κίνητρο ενός καπιταλιστή που εισάγει μια αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων δεν συνίσταται καθόλου στη μείωση της αξίας του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη.21 Αυτό το φαινόμενο προκύπτει μόνο σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα και ως αποτέλεσμα της αυξημένης παραγωγικής δύναμης σε διάφορους κλάδους. Η παραγωγική δύναμη αυξάνεται μάλλον για να παράγει φθηνότερα από τον ανταγωνισμό, ώστε να επιτευχθεί κατά την πώληση των προϊόντων επιπλέον της τρέχουσας υπεραξίας μια «πρόσθετη υπεραξία».22 Ακόμη και αν πωληθεί ελαφρά κάτω της αγοραίας αξίας, προκειμένου να επιτευχθούν περισσότερες πωλήσεις, απομένει πρόσθετη υπεραξία για όσο διάστημα η διαφορά από την αγοραία αξία είναι μικρότερη από τη μείωση του κόστους. Το κυνήγι της «πρόσθετης υπεραξίας», ή όπως μπορούμε να το διατυπώσουμε στο επίπεδο της παρουσίασης του τρίτου τόμου, ενός άνω του μέσου όρου κέρδους, είναι για τον Μαρξ το κεντρικό κίνητρο του μεμονωμένου καπιταλιστή για την εισαγωγή μιας αύξησης της παραγωγικής δύναμης.

Το μεμονωμένο κεφάλαιο που έχει εισαγάγει την αύξηση της παραγωγικής δύναμης ασκεί με την πώληση κάτω από την αγοραία αξία πίεση στους ανταγωνιστές του: για να μην πεταχτούν έξω από την αγορά πρέπει και αυτοί να πουλήσουν επίσης φθηνότερα, άρα και να παράγουν φθηνότερα. Η αύξηση της παραγωγικής δύναμης για το λόγο αυτό θα γενικευθεί, γεγονός που οδηγεί στη δημιουργία μιας νέας χαμηλότερης αγοραίας αξίας, που με αυτήν εξαφανίζεται η πρόσθετη υπεραξία: αυτή που προηγουμένως ήταν άνω του μέσου όρου παραγωγικότητα αποτελεί τώρα τον νέο μέσο όρο.

Πρέπει λοιπόν να διακριθούν δυο διαδικασίες: Πρώτον, το κυνήγι της πρόσθετης υπεραξίας που διαρκώς οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικής δύναμης. Αυτή η πρόσθετη υπεραξία εξαφανίζεται όταν έχει γενικευθεί η αύξηση της παραγωγικής δύναμης και έχει πέσει η αξία του παραχθέντος εμπορεύματος. Δεύτερον, μια πτώση της αξίας του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη, όχι μόνο λόγω της πτώσης της αξίας αυτού του ενός εμπορεύματος, αλλά ως αποτέλεσμα της αύξησης της παραγωγικής δύναμης σε περισσότερους κλάδους. Η πτώση της αξίας του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη είναι ένα περισσότερο μακροπρόθεσμο φαινόμενο, που βρίσκει την έκφρασή του στην αύξηση του ποσοστού υπεραξίας.

Ο Μαρξ πραγματεύεται λοιπόν στα κεφάλαια 11 έως 13 του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου τις διάφορες βασικές μεθόδους αύξησης της παραγωγικής δύναμης: συνεργασία, καταμερισμός της εργασίας, χρήση μηχανημάτων. Ιδίως το τελευταίο θεωρεί ότι είναι η χαρακτηριστική για τον καπιταλισμό μέθοδος: στην παραγωγική διαδικασία αντικαθίσταται ζωντανή εργασία με τη διευρυμένη χρήση μηχανημάτων. Βεβαίως γι’ αυτό απαιτούνται υψηλότερες δαπάνες για τα μηχανήματα, ταυτόχρονα όμως εξοικονομούνται μισθολογικά κόστη. Για όσο διάστημα τα μισθολογικά κόστη που εξοικονομούνται ανά προϊόν είναι μεγαλύτερα από τα πρόσθετα κόστη ανά προϊόν λόγω της διευρυμένης χρήσης μηχανημάτων, το κεφάλαιο παράγει φθηνότερα από τους ανταγωνιστές του και πετυχαίνει πρόσθετη υπεραξία. Αυτή εξαφανίζεται όμως στο μέτρο που γενικεύεται η χρήση νέων μηχανημάτων και πέφτει η αξία του προϊόντος. Ως αποτέλεσμα μεταβάλλεται όμως και η σχέση σταθερού κεφαλαίου σ και μεταβλητού κεφαλαίου μ: λόγω της διευρυμένης χρήσης μηχανημάτων αυξάνεται το σ, λόγω της εξοικονόμησης ζωντανής εργασίας μειώνεται το μ, και η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου σ/μ αυξάνεται.

Και εδώ οφείλουν να διακριθούν πάλι δυο διαδικασίες: Πρώτον, το σ/μ αυξάνεται στη διαδικασία αύξησης της παραγωγικής δύναμης, ενώ το μ μειώνεται σε σχέση με το σ, όχι διότι έχει μειωθεί η αξία της εργασιακής δύναμης, αλλά επειδή εξοικονομήθηκε ζωντανή εργασία ανά παραχθείσα μονάδα. Δεύτερον, με την πτώση της αξίας των προϊόντων μειώνεται μακροπρόθεσμα και η αξία της εργασιακής δύναμης. Μακροπρόθεσμα λοιπόν πέφτει άλλη μια φορά το μ, τώρα πια όχι επειδή χρησιμοποιήθηκε λιγότερη ζωντανή εργασία, αλλά επειδή έπεσε η αξία της μεμονωμένης εργασιακής δύναμης. Αυτή ακριβώς η μείωση του μ προκαλεί μια αντίστοιχη αύξηση της υπεραξίας υ και του ποσοστού υπεραξίας υ/μ. Ως αποτέλεσμα διαρκούς καπιταλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων προκύπτει μια συστηματικά αύξουσα αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου σ/μ και ένα συστηματικά αύξον ποσοστό υπεραξίας υ/μ.

Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ θέλει να δείξει ότι το ποσοστό κέρδους p=υ/(σ+μ) πέφτει λαμβάνοντας υπόψη και τις δυο τάσεις.23 Βεβαίως, οι μεμονωμένοι καπιταλιστές που θέτουν σε κίνηση την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θέλουν να πετύχουν μια πρόσθετη υπεραξία και με αυτή ένα υψηλότερο ατομικό ποσοστό κέρδους, αλλά στο τέλος, μετά την ανάδυση μιας νέας χαμηλότερης αγοραίας αξίας για το προϊόν και τη διευρυμένη χρήση σταθερού κεφαλαίου, και παρά το αρχικά αυξημένο ποσοστό κέρδους πέφτει σύμφωνα με τον Μαρξ το γενικό ποσοστό κέρδους κάτω από την παλιά τιμή του. Το καπιταλιστικό κυνήγι για ολοένα υψηλότερα κέρδη οδηγεί κατά συνέπεια ακούσια σε μια πτώση του ποσοστού κέρδους. Το τελευταίο είναι ένα μη επιδιωχθέν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Αν πράγματι μπορεί να αιτιολογηθεί αυτή η διαδικασία μένει τώρα να συζητηθεί. Πριν καταπιαστεί με αυτή τη συζήτηση στη λεπτομέρειά της, ο Henning βεβαιώνει τον αναγνώστη του ότι ο Μαρξ πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχει δίκιο. Πρώτα απ’ όλα θέλει να δείξει ότι η πτώση του ποσοστού κέρδους «φαίνεται ολότελα εύλογη» εξαιτίας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.24 Όπως πολλοί άλλοι συγγραφείς, έτσι και ο Henning κατασκευάζει επί τούτου ένα συγκεκριμένο σενάριο για την πτώση του ποσοστού κέρδους χωρίς να αντιμετωπίσει το ερώτημα αν οι όροι αυτού του σεναρίου ταυτίζονται με εκείνους υπό τους οποίους ο Μαρξ πραγματεύεται την πτώση του ποσοστού κέρδους.

O Henning εξετάζει την περίπτωση που ένας νέος προμηθευτής επιθυμεί να διεισδύσει σε μια συγκεκριμένη αγορά με μια βελτιωμένη παραγωγική τεχνική που απαιτεί μια μεγαλύτερη εισφορά σταθερού κεφαλαίου. Σύμφωνα με τον Henning, αν αυτός ο νέος προμηθευτής διεισδύσει στην αγορά με μια «επιθετική τιμολογιακή πολιτική» τότε είναι διατεθειμένος να αρκεστεί σε ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους συγκριτικά με τους άλλους προμηθευτές, μιας και έως τότε δεν είχε καν κέρδος. Όμως, και οι υπάρχοντες προμηθευτές θα πρέπει τότε να μειώσουν τις τιμές και μαζί τους το ποσοστό κέρδους (ο Henning υπαινίσσεται περιέργως ότι οι υπάρχοντες προμηθευτές «θα συνεχίσουν να δουλεύουν με την παλιά τεχνολογία»25 ), ώστε ως αποτέλεσμα να πέσει το ποσοστό κέρδους σε όλο τον κλάδο.

Το σενάριο του Henning διαφέρει από πολλές όψεις από τους όρους υπό τους οποίους ο Μαρξ επιχειρεί να αιτιολογήσει την πτώση του ποσοστού κέρδους. Αν εμφανιστεί ένας νέος προμηθευτής με νέα τεχνική που είναι ευνοϊκότερη από άποψη κόστους σε σχέση με την υπάρχουσα, τότε μπορεί να πουλήσει κάτω από την αγοραία αξία και να πετύχει μια πρόσθετη υπεραξία και μαζί της ένα ψηλότερο ποσοστό κέρδους συγκριτικά με τους ανταγωνιστές του. Ο Henning ισχυρίζεται όμως τώρα ότι ο νέος προμηθευτής θα αρκεστεί σε χαμηλότερο ποσοστό κέρδους με τις χαμηλότερες τιμές. Αυτό όμως θα συμβεί μόνο αν ο νέος προμηθευτής ρίξει τις τιμές περισσότερο από τα κόστη που εξοικονόμησε. Γιατί θα το κάνει αυτό παραμένει ασαφές, ιδίως επειδή ο Henning έχει ως βάση την παραδοχή ότι οι άλλοι προμηθευτές δεν θα εισάγουν μια οικονομικότερη τεχνική. Αν κάνουμε όμως την παραδοχή ότι υπάρχει όντως ο νέος προμηθευτής του Henning, που είναι ικανοποιημένος με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους, τότε γίνεται περιττή για το συνολικό επιχείρημα η αύξηση της παραγωγικής δύναμης. Διότι δεν προκαλεί την πτώση του ποσοστού κέρδους η νέα τεχνική, αλλά η διαθεσιμότητα του νέου προμηθευτή του Henning να υποσκελίσει τις τιμές των ανταγωνιστών αποδεχόμενος ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Δεν είναι λοιπόν η κατά Μαρξ αύξηση της παραγωγικής δύναμης μέσω διευρυμένης χρήσης σταθερού κεφαλαίου που οδηγεί σε πτώση του ποσοστού κέρδους, αλλά κατά βάση μόνο ο καθαρός ανταγωνισμός τιμών λόγω του πολλαπλασιασμού των προμηθευτών. Προφανώς διέφυγε στον Henning, ότι η πρώτη του «κατάδειξη του εύλογου» του Μαρξικού νόμου συνίσταται στο να υποστηρίξει τον Μαρξ κάνοντας χρήση της κατά Σμιθ αιτιολόγησης της πτώσης του ποσοστού κέρδους, η οποία είχε όμως ήδη επικριθεί από τον Μαρξ και τον Ρικάρντο. Την αιτιολόγηση της πτώσης του ποσοστού κέρδους με το γεγονός ότι στον ανταγωνισμό οι καπιταλιστές συνειδητά αποδέχονται χαμηλότερο ποσοστό κέρδους, χαρακτήρισε ο Μαρξ ως «μια ρηχή αντίληψη όπως αυτή που βρίσκεται στα κεφάλια των φορέων του ανταγωνισμού».26

Ο Μαρξ ήθελε να δείξει ότι η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι το μη επιδιωχθέν αποτέλεσμα του κυνηγιού ολοένα υψηλότερων κερδών. Όμως στον Henning η πτώση του ποσοστού κέρδους προκαλείται από το γεγονός ότι ο νέος προμηθευτής είναι εκ των προτέρων διατεθειμένος να δεχθεί ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους.27 Αντιθέτως, το κίνητρο για την εισαγωγή μιας νέας τεχνικής είναι στον Μαρξ η επίτευξη πρόσθετης υπεραξίας, δηλαδή ενός υψηλότερου ποσοστού κέρδους. Για το λόγο αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο στον Μαρξ αν η ώθηση για την αύξηση της παραγωγικής δύναμης προέρχεται από έναν νέο προμηθευτή που πιέζει να μπει στην αγορά, ή από κάποιον από τους υπάρχοντες παραγωγούς. Ο «νέος προμηθευτής» ως επιχείρημα για την πτώση του ποσοστού κέρδους είναι εφεύρεση του Henning.28

Αλλά το πράγμα δεν καλυτερεύει ακόμη και αν δεχθούμε τον νέο προμηθευτή και την επιθυμία του για χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Το κοινωνικό μέσο ποσοστό κέρδους που αναπτύσσει ο Μαρξ στον τρίτο τόμο, για την πτώση του οποίου τελικά πρόκειται, είναι εκείνο το ποσοστό κέρδους το οποίο κάθε μεμονωμένο κεφάλαιο (σε μια ορισμένη χώρα σε ένα ορισμένο χρόνο) μπορεί να προσδοκά ως μέση αξιοποίηση σε όλους τους κλάδους. Σε διαφορά με αυτό, ο Henning κάνει την παραδοχή ότι ο νέος προμηθευτής δεν μπορεί να προσδοκά αυτό το μέσο ποσοστό κέρδους, και συνεπώς οφείλει να ικανοποιηθεί με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Μια παρόμοια κατάσταση μπορεί χωρίς άλλο να προκύψει, πλην όμως θα πρέπει να αιτιολογηθεί γιατί τα πράγματα έχουν έτσι. Σε έναν μεμονωμένο κλάδο μπορεί να έγκειται στην ύπαρξη φραγμών εισόδου ή σε αντίστοιχο εκτεταμένο κορεσμό αναφορικά με το αντίστοιχο προϊόν. Αν όμως θέλουμε να εξηγήσουμε μια πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους με αυτές τις καταστάσεις, θα πρέπει να αιτιολογήσουμε γιατί τέτοιες συνθήκες υφίστανται διαρκώς στην πλειονότητα των κλάδων. Μάταια ψάχνουμε τέτοιες αιτιολογίες στον Henning. Αλλά ακόμη και αν προσπαθούσε να παραθέσει τέτοιες αιτιολογίες, θα παρέθετε ειδικές και σε καμία περίπτωση γενικές συνθήκες. Ενώ ο Μαρξ ενδιαφέρεται για την απεικόνιση του «ιδανικού μέσου όρου» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο Henning επιχειρηματολογεί με ειδικές περιπτώσεις (που δεν αιτιολογείται η επιλογή τους). Αν όμως θέλουμε να αιτιολογήσουμε τον Μαρξικό νόμο της πτώσης του ποσοστού κέρδους, τότε πρέπει να καταπιαστούμε με τους όρους υπό τους οποίους ο Μαρξ διατυπώνει τον νόμο.


4. Αιτιολόγηση του «νόμου».

Μέρος 1ο: Όρια του ποσοστού υπεραξίας


Για να αιτιολογήσει την πτώση του ποσοστού κέρδους, ο Μαρξ προϋποθέτει στον τρίτο τόμο αρχικά ένα σταθερό ποσοστό υπεραξίας και παρακολουθεί σε ένα αριθμητικό παράδειγμα μια αύξουσα αξιακή σύνθεση.29 Αυτή οδηγεί σε πτωτικό ποσοστό κέρδους. Ο Μαρξ χρησιμοποιεί σε αυτή την ανάλυση, όχι βέβαια ρητά αλλά εν τοις πράγμασι, μια έκφραση του ποσοστού κέρδους, που λαμβάνει από την πρώτη εξίσωση:

(1) p= υ/σ+μ

αν διαιρέσουμε αριθμητή και παρονομαστή με το μ:

(2) p= (υ/μ) / (σ/μ)+1

Αν, όπως αρχικά υποθέτει ο Μαρξ, παραμείνει σταθερός ο αριθμητής (υ/μ) και αυξηθεί ο παρονομαστής [(σ/μ)+1], επειδή αυξάνεται το σ/μ, τότε είναι σαφές ότι πέφτει η τιμή του συνολικού κλάσματος. Όμως δεν παραμένει σταθερός ο αριθμητής. Η παραγωγή σχετικής υπεραξίας σημαίνει βεβαίως ακριβώς ότι αυξάνεται το ποσοστό υπεραξίας. Στο κλάσμα μας αυξάνεται λοιπόν αριθμητής και παρονομαστής. Αυτό ήταν σαφές και στον Μαρξ, διότι αμέσως μετά το εισαγωγικό παράδειγμα τονίζει ότι το ποσοστό κέρδους πέφτει και με αύξον ποσοστό υπεραξίας. Η διαμάχη περί τον Μαρξικό νόμο περιστρέφεται κατά κύριο λόγο γύρω από το αν ο Μαρξ μπορεί πειστικά να αιτιολογήσει αυτόν τον ισχυρισμό, ότι το ποσοστό κέρδους πέφτει και με αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας. Όποιος τύπος και αν εξεταστεί, το ποσοστό κέρδους είναι πάντα ένας λόγος δυο μεγεθών, από μαθηματική άποψη ένα κλάσμα. Αν σε ένα κλάσμα αυξάνονται ταυτόχρονα αριθμητής και παρονομαστής, τότε η τιμή του κλάσματος εξαρτάται από το ποιος αυξάνεται ταχύτερα: αν ο αριθμητής αυξάνει ταχύτερα από τον παρονομαστή, αυξάνει η τιμή του κλάσματος, αν ο αριθμητής αυξάνει με μικρότερο ρυθμό από τον παρονομαστή, πέφτει η τιμή του κλάσματος. Αν θέλει κανείς να δείξει ότι το ποσοστό κέρδους πέφτει, τότε πρέπει να δείξει ότι ο παρονομαστής αυξάνει γρηγορότερα από τον αριθμητή. Αυτή η απαίτηση για την αιτιολόγηση του νόμου του ποσοστού κέρδους, που προκύπτει από τη στοιχειώδη αριθμητική των κλασμάτων, χαρακτηρίζεται από τον Henning ως «μαθηματικό φαίνεσθαι».30 Με αυτή την κάπως ατυχή έκφραση επικρίνει την αντίληψη ότι ο αριθμητής και ο παρονομαστής στην έκφραση για το ποσοστό κέρδους αναπτύσσονται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο: «Η πίστη σε μια δυνατή εξισορρόπηση μεταξύ της αύξησης της σύνθεσης του κεφαλαίου και της αύξησης του ποσοστού εκμετάλλευσης βασίζεται σε μια υπερπήδηση της εσωτερικής, ειδικά καπιταλιστικής συσχέτισης».31

Ο Henning φαίνεται να παραγνωρίζει εδώ το πρόβλημα που έχει να λύσει κανείς όταν επιχειρεί να αιτιολογήσει τον Μαρξικό νόμο για το ποσοστό κέρδους. Γενικά ισχύει ότι όποιος διατυπώνει μια επιστημονική πρόταση πρέπει να την αποδείξει. Η επιτυχημένη κριτική μιας απόδειξης δεν προκύπτει όταν αυτός που τη διατυπώνει αποδεικνύει το αντίθετο της πρότασης που είχε τεθεί, αλλά όταν διαπιστωθούν κενά στην απόδειξη που παρατέθηκε. Αν γίνει αναγωγή στη συζήτηση για το ποσοστό κέρδους αυτό σημαίνει: οι επικριτές του νόμου δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να «πιστεύουν» σε (ή ακόμη και να αποδεικνύουν) μια εξισορρόπηση μεταξύ αυξανόμενης κεφαλαιακής σύνθεσης και αυξανόμενου ποσοστού υπεραξίας, αλλά μάλλον εκείνοι που υπερασπίζονται τον Μαρξικό «νόμο» πρέπει πειστικά να καταδείξουν ότι μακροπρόθεσμα δεν μπορεί να λάβει χώρα μια τέτοια εξισορρόπηση, αν ληφθούν υπόψη όλες οι αλληλοσυσχετίσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο το επιχείρημα που είχε ήδη παρουσιάσει ο Μαρξ είναι ότι η αύξηση της παραγωγικής δύναμης (η οποία επιτυγχάνεται με τη διεύρυνση του σταθερού κεφαλαίου) οδηγεί μεν στην αύξηση της υπεραξίας ανά μεμονωμένη εργασιακή δύναμη, αλλά συνολικά χρησιμοποιείται ολοένα λιγότερη ζωντανή εργασία σε σχέση με το σταθερό κεφάλαιο, ώστε τελικά το ποσοστό κέρδους παρόλα αυτά να μειωθεί. Ο Henning επιχειρεί να αποσαφηνίσει αυτό το επιχείρημα με ένα αριθμητικό παράδειγμα, στο οποίο το σταθερό κεφάλαιο και η υπεραξία αυξάνουν κατά το ίδιο ποσοστό και παρόλα αυτά καταλήγει σε πτώση του ποσοστού κέρδους.32

Όμως η πτώση του ποσοστού κέρδους στο αριθμητικό του παράδειγμα στηρίζεται σε δυο αρκετά χονδροειδή λάθη: αφενός στον κλασματικό λογισμό αφετέρου στην αντίληψη για τη συσχέτιση αξιακής σύνθεσης και ποσοστού υπεραξίας.

Ο Henning υποθέτει ότι τα σ, μ και υ έχουν όλα την τιμή 10 και υπολογίζει το ποσοστό κέρδους σύμφωνα με τον τύπο (2), όπου απλά δεν περιλαμβάνει τον προσθετικό όρο +1 στον παρονομαστή. Το ότι δεν αγνοούμε απλά (ο Henning το ονομάζει «αφαίρεση», γεγονός που δεν το κάνει καλύτερο) κάτι σε ένα άθροισμα που βρίσκεται στον αριθμητή ή τον παρονομαστή ενός κλάσματος, είναι κάτι που βασικά θα έπρεπε να είναι γνωστό από το μάθημα των μαθηματικών. Τις συνέπειες θα αντιμετωπίσουμε στο τέλος, αλλά προς το παρόν ας ακολουθήσουμε τον εσφαλμένο τύπο για το ποσοστό κέρδους του Henning. Ως πρώτο ποσοστό κέρδους έχει:

p1= (10/10) / (10/10) =1.

Στη συνέχεια θεωρεί ότι το εισφερόμενο σταθερό κεφάλαιο αυξάνεται κατά 20%, και το μεταβλητό μειώνεται κατά 20%. Άρα έχουμε σ=12 und μ=8. Με το έως εκείνη τη στιγμή υπάρχον ποσοστό κέρδους ύψους 100%, ένα μ ύψους 8 θα δώσει υπεραξία ύψους επίσης 8. Ο Henning θεωρεί τώρα ότι η υπεραξία αυξάνει επίσης κατά 20% από 8 σε 9, 6 και με αυτό τον τρόπο καταλήγει σε ένα νέο (δεύτερο) ποσοστό κέρδους, που είναι χαμηλότερο από το πρώτο.

p2= (9, 6/8) / (12/8) =0, 8.

Στο γεγονός ότι στο παράδειγμα του Henning μια αύξηση του σ συνοδεύεται από μείωση του μ, δεν μπορεί να υπάρξει ένσταση: ειδικά η διευρυμένη χρήση του σ καθιστά εφικτό ότι η ίδια ποσότητα αγαθών παράγεται από λιγότερη εργασιακή δύναμη, γεγονός που εκφράζεται από το ότι το μ μειώνεται από 10 σε 8.

Όμως είναι εσφαλμένος ο τρόπος με τον οποίο ο Henning αφήνει την υπεραξία να αυξάνει. Υποθέτει ότι ο μειωμένος αριθμός εργασιακής δύναμης αποδίδει μια κατά 20% υψηλότερη υπεραξία. Αλλά από πού προέρχεται αυτή η υπεραξία; Στον Henning απλά υπάρχει. Στον Μαρξ προκύπτει από το γεγονός ότι ως αποτέλεσμα της αύξησης της παραγωγικής δύναμης (όχι μόνο σε αυτόν αλλά σε πολλούς κλάδους) μειώνεται επίσης η αξία του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη. Δεν έχουμε λοιπόν μόνο το πρώτο φαινόμενο (που ο Henning λαμβάνει υπόψη), ότι το μ μειώνεται σε σχέση με το σ, επειδή χρησιμοποιείται λιγότερη εργασιακή δύναμη για την παραγωγή μιας ορισμένης ποσότητας αγαθών. Έχουμε και το φαινόμενο, ότι το μ μειώνεται εξαιτίας μιας πτώσης της αξίας του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη και εξ αυτού προκύπτει η αύξηση της υπεραξίας. Όταν λοιπόν ο Henning αφήνει να αυξηθεί η υπεραξία κατά 20%, τότε θα έπρεπε να μειώσει και την αξία της εργασιακής δύναμης κατά το αντίστοιχο μέγεθος. Για να αυξηθεί η υπεραξία στο παράδειγμα του Henning μετά την εισαγωγή της αύξησης της παραγωγικής δύναμης από 8 σε 9, 6, πρέπει το μ να πέσει από 8 σε 6, 4. Αν αυτό εισαχθεί στον (εσφαλμένο) τύπο του Henning για το ποσοστό κέρδους, τότε προκύπτει

p2 = (9, 6/6, 4) / (12/6, 4) =0, 8

δηλαδή η ίδια τιμή όπως και στον Henning και μαζί της πάλι ακόμη μια πτώση του ποσοστού κέρδους. Διαφορετικά είναι τα πράγματα αν χρησιμοποιηθεί αντί του εσφαλμένου ο ορθός τύπος για το ποσοστό κέρδους, στον οποίο δεν γίνεται απλά «αφαίρεση» από το +1 στον παρονομαστή. Για το πρώτο ποσοστό κέρδους (όπου τα σ, μ και υ έχουν αντίστοιχα την τιμή 10) προκύπτει τότε

p1= (10/10) / (10/10)+1 = 0, 5

και για το δεύτερο ποσοστό κέρδους με σ=12, μ=6, 4 και υ=9, 6 προκύπτει:

p2= (9, 6/6, 4) / (12/6, 4)+1 = 0, 52.

Αν ακολουθήσουμε τους νόμους του κλασματικού λογισμού καθώς και τη Μαρξική αιτιολόγηση για τη διεύρυνση της υπεραξίας, τότε το ίδιο το αριθμητικό παράδειγμα του Henning οδηγεί, αντί σε πτώση, σε άνοδο του ποσοστού κέρδους.

Ο Henning δεν μένει όμως στο αριθμητικό παράδειγμά του, γνωρίζει ότι τέτοια παραδείγματα δεν αποδεικνύουν πολλά. Για το λόγο αυτό προσπαθεί να απελευθερωθεί εντελώς από το ενοχλητικό ποσοστό κέρδους και ισχυρίζεται ότι υπάρχουν παράγοντες που αντιτίθενται σε μια χωρίς όρια αύξηση του ποσοστού υπεραξίας. Παραθέτει δε δύο τέτοιους παράγοντες.

(α) Το ποσοστό υπεραξίας δεσμεύεται «από τη διάρκεια της εργάσιμης μέρας, που δεν μπορεί να υπερβεί τις 24 ώρες (και εξ αυτού έχει το όριό του στη σχέση απλήρωτων προς πληρωμένες ώρες εργασίας στο 23 προς 1)».33 Ο λόγος που αυτό το όριο πρέπει να είναι ειδικά 23 προς 1, δεν επεξηγείται παραπέρα. Κάπως σαφέστερος γίνεται ο Henning στο βιβλίο του, όπου γράφει:


«Αν θεωρήσουμε ότι ο αναγκαίος ελάχιστος χρόνος εργασίας είναι μόνο μια ώρα (μια ώρα εργασίας είναι η ελάχιστη μονάδα εργασίας, ώστε λεπτά που έχουν αναλωθεί να λογίζονται ως ώρα), τότε το ποσοστό υπεραξίας μπορεί να ανέβει στην ακραία περίπτωση στο 23 (για 24 ώρες εργασίας την ημέρα)».34


Το επιχείρημα ηχεί αρκούντως παράλογο: μια ώρα είναι ο ελάχιστος αναγκαίος χρόνος εργασίας επειδή μια ώρα εργασίας είναι η μικρότερη μονάδα εργασίας; Εάν μπορεί να αναπαραχθεί η αξία της εργασιακής δύναμης σε μισή ώρα, θα πλήρωναν οι καπιταλιστές όπως πριν την αξία που δημιουργείται σε μια ώρα επειδή δεν μπορούν να υπολογίσουν με μικρότερη μονάδα;

Αν πράγματι επιθυμεί κανείς να αιτιολογήσει ένα άνω όριο για το ποσοστό υπεραξίας, τότε θα έπρεπε να αποδείξει ότι πράγματι υπάρχει ένα ελάχιστο για τον αναγκαίο χρόνο εργασίας στον οποίο παράγεται η αξία του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη, κάτω από το οποίο δεν μπορεί να πάει κανείς. Επειδή με κάθε παραπέρα ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης πέφτει η αξία της εργασιακής δύναμης, η παραδοχή ενός τέτοιου κάτω ορίου είναι ταυτόσημη με την παραδοχή ότι η παραγωγική δύναμη δεν μπορεί να αυξηθεί πέρα από κάποιο συγκεκριμένο σημείο. Μια αντίστοιχη απόδειξη δεν επιχειρήθηκε καν έως σήμερα ούτε από τον Henning ούτε από κάποιον άλλο. Αλλά ακόμη και αν ήταν εφικτό να πιστοποιηθεί κάτι τέτοιο, δεν θα βοηθούσε παραπέρα για την πτώση του ποσοστού κέρδους. Θα υπήρχε μεν ένα άνω όριο για το ποσοστό υπεραξίας, αλλά εξαιτίας της έλλειψης δυνατοτήτων παραπέρα αύξησης της παραγωγικής δύναμης, δεν θα αυξανόταν παραπέρα και η αξιακή σύνθεση, διότι δεν θα υπήρχε και καμία νέα βελτιωμένη τεχνική για να εφαρμοστεί. Το ποσοστό υπεραξίας και η αξιακή σύνθεση θα έμεναν σταθερά και μαζί τους σταθερό θα έμενε και το ποσοστό κέρδους.

(β) Την ίδια έλλειψη συνέπειας έχει όπως το πρώτο και το δεύτερο επιχείρημα που αναπτύσσει ο Henning:


«Επιπροσθέτως, ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών αναγκάζει τον καθένα από αυτούς να μειώσει τις τιμές του. Χαμηλότερες τιμές πώλησης με τις ίδιες τιμές παραγωγής συνεπάγονται φυσικά μικρότερο περιθώριο κέρδους και μαζί με αυτό ένα πλαφόν για το ποσοστό υπεραξίας (υ/μ)».35


Ο Henning με τις «τιμές παραγωγής» δεν εννοεί προφανώς τις τιμές παραγωγής κατά τη Μαρξική έννοια (τιμές, που κάνουν δυνατή για όλα τα κεφάλαια το ίδιο μέσο ποσοστό κέρδους), αλλά τα κόστη παραγωγής. Το πρόβλημα με αυτή τη διατύπωση δεν είναι ο επιπόλαιος χειρισμός της ορολογίας, αλλά η αδιαφορία για τη στοιχειώδη λογική. Αν, όπως τονίζει ο Henning, «κάθε μεμονωμένος» καπιταλιστής ρίχνει τις τιμές, από πού στην ευχή αγοράζουν αυτοί οι καπιταλιστές, ώστε τα κόστη παραγωγής τους να παραμένουν αναλλοίωτα; Αν πέφτουν όλες οι τιμές, τότε πέφτουν και οι τιμές για πρώτες ύλες, μηχανές, κλπ. και μαζί τους και τα κόστη παραγωγής. Οι μόνες τιμές που δεν πέφτουν αυτόματα επειδή δεν ορίζονται μόνο από τους καπιταλιστές είναι οι μισθοί. Αν όμως παραμείνουν πραγματικά αμετάβλητοι οι μισθοί ενώ γενικά πέφτουν οι τιμές (πράγμα που δεν γίνεται κατά κανόνα), τότε αυξάνεται ο πραγματικός μισθός. Μπορεί τότε να πέφτουν το ποσοστό υπεραξίας και το ποσοστό κέρδους, αλλά αυτό γίνεται επειδή οι εργάτες λαμβάνουν ένα μεγαλύτερο μερίδιο του αξιακού προϊόντος σε σχέση με πριν. Αυτό το «πλαφόν του ποσοστού υπεραξίας» και η πτώση του ποσοστού κέρδους που προκύπτει από αυτό αιτιολογείται ακριβώς με εκείνη τη θεωρία «wage-squeeze» (σύνθλιψη μισθών) από την οποία είχε οριοθετηθεί με αποφασιστικότητα ο Henning στην αρχή της πραγματείας του.36


5. Αιτιολογήσεις του «νόμου».

Μέρος 2: Η σχέση ζωντανής προς πραγμοποιημένη εργασία


Εντούτοις, ούτε και ο Henning επιθυμεί να στηριχθεί μόνο σε τέτοιες ενστάσεις κατά του αυξητικού ποσοστού υπεραξίας. Στο τέλος της πραγματείας του αναφέρεται σε ένα επιχείρημα που είχε τυποποιηθεί στη συζήτηση για την πτώση του ποσοστού κέρδους από τη δεκαετία του 1970, 37 και το οποίο υπαινικτικά βρίσκεται ήδη και στο Μαρξικό χειρόγραφο: από τη μείωση του λόγου ζωντανής εργασίας (αξιακά εκφρασμένης: μ+υ) προς πραγματοποιημένη εργασία (αξιακά εκφρασμένη: σ) συνάγεται το συμπέρασμα της μείωσης του ποσοστού κέρδους.38 Ο Henning χαρακτηρίζει τη συνολική αξία που προστίθεται από την αναλωθείσα ζωντανή εργασία ως L=μ+υ, και γράφει τον συνηθισμένο τύπο για την πτώση του ποσοστού κέρδους (1) ως


(3) p= (L–μ) \ (σ+μ).


Προκειμένου να μην πρέπει να αντιπαλεύει στη συνέχεια με τις μεταβολές του ποσοστού υπεραξίας, ο Henning θεωρεί αμέσως το μέγιστο του ποσοστού κέρδους, που θα προέκυπτε αν ήταν το μ=0, οπότε γράφει ως νέα έκφραση για το ποσοστό κέρδους:


(4) p = L / σ.


O Henning συμπεραίνει τότε: Αν αυξάνει το μερίδιο της πραγμοποιημένης εργασίας συγκριτικά με τη ζωντανή εργασία, τότε πρέπει να μειώνεται και η έκφραση L/σ και συνεπώς το ποσοστό κέρδους.

Απέδειξε με αυτό ο Henning την πτώση του ποσοστού κέρδους; Σε καμιά περίπτωση! Υπάρχουν δυο σοβαροί λόγοι για το αντίθετο. Πρώτον, ο Henning αιτιολόγησε την πτώση του ποσοστού κέρδους μόνο για την έκφραση του τύπου(4), δηλαδή υπό την προϋπόθεση ότι μ=0 και παρόλα αυτά αυξάνει παραπέρα το σ. Οι παραδοχές του γίνονται με αυτό όχι μόνο απλά μη ρεαλιστικές (επειδή το μ ουδέποτε ισούται με μηδέν), αλλά και ασυνεπείς. Τα μεμονωμένα κεφάλαια αυξάνουν το σ μόνο και μόνο για να εξοικονομήσουν κόστη, δηλαδή για να μειώσουν το μ. Αλλά αν το μ είναι ήδη μηδέν, τότε δεν εξοικονομούνται κόστη με μια αύξηση του σ. Αν το μ ήταν πραγματικά ίσο με το μηδέν, τότε θα έπρεπε μάλλον να περιμένουμε ότι το σ θα μειωνόταν και θα αντικαθίστατο με ζωντανή εργασία που σύμφωνα με την υπόθεση δεν κοστίζει τίποτε. Και αυτό θα ήταν απολύτως εύλογο: γιατί να χρησιμοποιήσουν οι καπιταλιστές πρόσθετες μηχανές που παράγουν κόστη, όταν μπορούν να έχουν τη ζωντανή εργασία δωρεάν;

Δεύτερον: Ακόμη και αν αφήσουμε αυτή την ένσταση κατά μέρος και υποθέσουμε ότι υπάρχουν καπιταλιστές που αντικαθιστούν (δωρεάν) ζωντανή εργασία με (μη δωρεάν) πραγμοποιημένη εργασία, τότε θα είχε δειχθεί μόνο ότι το ποσοστό κέρδους πέφτει από τη στιγμή που το μ ισούται με μηδέν. Μόνο που αυτή η περίπτωση είναι απολύτως αδιάφορη: το μ δεν θα λάβει την τιμή μηδέν και αυτό που θέλουμε να μάθουμε είναι πώς θα εξελιχθεί το ποσοστό κέρδους όταν το μ είναι μεγαλύτερο από το μηδέν.

Αυτά το δυο επιχειρήματα ισχύουν και για «τυπική απόδειξη» του Henning που ακολουθεί, 39 η οποία βασίζεται σε έναν παραπέρα μετασχηματισμό του τύπου για το ποσοστό υπεραξίας. Ως νέα σύντμηση εισάγει το K=σ+μ και γράφει τον τύπο του ποσοστού υπεραξίας (1) ως


(5) p = [(υ/μ) / (υ/μ)+1] x L/K.


Το ποσοστό κέρδους παρουσιάζεται εδώ ως γινόμενο δυο παραγόντων. Με αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας μεγαλώνει μεν ο πρώτος παράγων, προσεγγίζει όμως ολοένα περισσότερο την τιμή 1. Από αυτό Henning συμπεραίνει:


«Το ποσοστό υπεραξίας μπορεί μεν να επηρεάζει το ποσοστό κέρδους, αλλά όσο μεγαλύτερο γίνεται τόσο μικρότερη είναι η επίδρασή του. Μπορεί να τείνει προς το άπειρο, χωρίς να μπορεί να επηρεάσει την κυρίαρχη τάση, επειδή ο λόγος (υ/μ) / (1+υ/μ) τείνει προς την οριακή τιμή 1 με αύξοντα το λόγο υ/μ. Το ποσοστό κέρδους παραμένει λοιπόν, ειδικά με αυξητική τάση του ποσοστού υπεραξίας, εξαρτημένο από την κυρίαρχη τάση, της αύξησης της σύνθεσης του κεφαλαίου. Επειδή αυξάνεται το K/L (ή σ+μ/υ+μ), πέφτει το L/K και μαζί του το ποσοστό κέρδους. Όπερ έδει δείξαι».40


Ο Henning προφανώς δεν έχει την παραμικρή ιδέα για αυτό, το οποίο έχει πραγματικά αποδείξει εδώ. Διότι στην επιχειρηματολογία του δεν διακρίνει μεταξύ δύο ολότελα διαφορετικών προϋποθέσεων: ενός πεπερασμένα μεγάλου ποσοστού υπεραξίας και ενός άπειρα μεγάλου ποσοστού υπεραξίας. Αν υποθέσουμε ένα άπειρα μεγάλο ποσοστό υπεραξίας, τότε στον τύπο (5) λαμβάνει ο πρώτος παράγων την τιμή 1. Σε αυτή και μόνο την περίπτωση εξαρτάταιη τιμή του γινομένου αποκλειστικά από την τιμή του δεύτερου παράγοντα, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι αν μειώνεται αυτός ο δεύτερος παράγων, τότε μειώνεται και η τιμή του γινομένου. Βεβαίως και πάλι είναι απολύτως ασαφές, γιατί ένας οποιοσδήποτε καπιταλιστής θα χρησιμοποιήσει και άλλα μηχανήματα όταν το ποσοστό υπεραξίας είναι άπειρα μεγάλο (δηλαδή αν το μ=0), αλλά αν παρόλα αυτά το κάνει τότε πέφτει το ποσοστό κέρδους.

Εντελώς διαφορετικά είναι όμως τα πράγματα αν το ποσοστό υπεραξίας είναι πεπερασμένα μεγάλο και αυξάνεται, αλλά παραμένει πεπερασμένο. Στην περίπτωση αυτή ο πρώτος παράγων του τύπου (5) είναι πάντα μικρότερος της μονάδας, αλλά με κάθε αύξηση του ποσοστού υπεραξίας αυξάνεται και αυτός ο πρώτος παράγων. Υπό την προϋπόθεση ότι το ποσοστό υπεραξίας αυξάνεται αλλά παραμένει πεπερασμένο, και ακόμη ότι αυξάνεται η κεφαλαιακή σύνθεση, προκύπτει ότι έχουμε ένα γινόμενο που ο πρώτος παράγων του σταθερά αυξάνεται, ενώ ο δεύτερος σταθερά μειώνεται. Για να δείξει κανείς ότι η τιμή του γινομένου συνολικά (δηλαδή το ποσοστό κέρδους) πέφτει, θα έπρεπε να δείξει ότι η πτώση του δεύτερου παράγοντα υπεραντισταθμίζει την άνοδο του πρώτου παράγοντα. Όσο το ποσοστό υπεραξίας είναι πεπερασμένο, δεν αρκεί λοιπόν να έχει μια οποιαδήποτε αύξηση η κεφαλαιακή σύνθεση, όπως υποθέτει ο Henning. Για να προκύψει μια πτώση του ποσοστού κέρδους πρέπει να αυξηθεί τόσο ισχυρά η κεφαλαιακή σύνθεση, ώστε στον τύπο (5) να πέσει τόσο πολύ ο δεύτερος παράγων, ώστε να υπεραντισταθμίσει την άνοδο του πρώτου παράγοντα. Έτσι λοιπόν φθάσαμε πάλι στην ανάγκη να συγκρίνουμε δυο αντίρροπες τάσεις. Το γεγονός ότι η αύξηση του πρώτου όρου έχει πάντα έναν άνω φραγμό (μένει πάντα μικρότερος της μονάδας), μπορεί ενδεχομένως να είναι βοηθητικό σε μια τέτοια σύγκριση, αλλά αυτό το γεγονός και μόνο δεν κάνει με τίποτα τη σύγκριση περιττή.

Και οι δυο περιπτώσεις που θεωρεί ο Henning στη βάση των τύπων (4) και (5) με μ=0 και υ/μ=∞, δεν δίνουν την παραμικρή μαρτυρία για τον Μαρξικό νόμο. Προφανώς ο Henning πίστεψε ότι θα αντικρούσει τους επικριτές του Μαρξ, αν υποθέσει ότι το μ δεν θα μειώνεται διαρκώς, αλλά ότι το μ ισούται με μηδέν, ή/και ότι το ποσοστό υπεραξίας θα ελάμβανε την τιμή άπειρο. Όμως ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει: ο Henning απέδειξε την πτώση του ποσοστού κέρδους μόνο υπό την ειδική συνθήκη μ=0 ή/και υ/μ= ∞. Αυτή η ειδική περίπτωση δεν δηλώνει όμως με τίποτα για την περίπτωση που μας ενδιαφέρει, ότι δηλαδή το μ είναι μεγαλύτερο από το μηδέν και το υ/μ μικρότερο από άπειρο. Ο Henning απλά έδειξε, ότι όταν το ποσοστό κέρδους έχει ήδη λάβει τη θεωρητικά μέγιστη τιμή του και μετά το σ (για όποιους περίεργους λόγους) αυξηθεί ακόμη παραπέρα, το ποσοστό κέρδους θα πρέπει να πέσει πάλι. Το επιχείρημα του Henning έχει την ίδια παράλογη λογική, όπως για παράδειγμα αν η καπνοβιομηχανία θα επιχειρούσε να αποδείξει το αβλαβές του καπνίσματος με την ακόλουθη επιχειρηματολογία: Ας υποθέσουμε άνετα την χειρότερη περίπτωση, ότι έχει ήδη πεθάνει ο καπνιστής. Αν συνεχίσει και τώρα να καπνίζει δεν πρόκειται να επιδεινωθεί η κατάστασή του, οπότε δεν μπορεί να είναι επιβλαβές το κάπνισμα. Σε κάθε περίπτωση έχει «αποδειχθεί», ότι το νεκρό σώμα δεν μπορεί να βλαφθεί παραπέρα από τον καπνό του τσιγάρου, αλλά αυτό δεν δίνει απολύτως καμία πληροφορία για την επίδραση που έχει στο ζωντανό σώμα. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει με το επιχείρημα του Henning. Ότι το ποσοστό κέρδους πέφτει μετά το σημείο (που ποτέ δεν φθάνουμε) στο οποίο το μ=0, δεν μαρτυρά τίποτε για το τι συμβαίνει όταν το μ διαφέρει από το μηδέν.


6. Ενδιάμεση σύνοψη


Όλα τα επιχειρήματα που παρέθεσε ο Henning για να αιτιολογήσει τον Μαρξικό νόμο αποδεικνύονται ανεπαρκή αν εξεταστούν λεπτομερέστερα».41 Και αυτό όχι λόγω κάποιων ζητημάτων μετάφρασης μεταξύ παραδειγμάτων, αλλά επειδή είτε δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τις προϋποθέσεις που έθεσε ο Μαρξ για την πτώση του ποσοστού κέρδους (αντί να αιτιολογηθεί η πτώση του ποσοστού κέρδους από το κυνήγι πρόσθετης υπεραξίας όπως το θέτει ο Μαρξ, αυτό γίνεται με τον νέο παραγωγό να ικανοποιείται εκ των προτέρων με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους, ή με την παραδοχή ότι η αξία του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη δεν μπορεί να πέσει παραπέρα, πράγμα το οποίο θα ήταν δυνατό μόνο αν δεν μπορεί η παραγωγική δύναμη να ανέβει παραπάνω), διότι το ίδιο το επιχείρημα είναι ασυνεπές (όλοι οι καπιταλιστές ρίχνουν μεν τις τιμές, αλλά τα κόστη παραγωγής τους μένουν αμετάβλητα), είτε αποδεικνύεται η πτώση του ποσοστού κέρδους για μια εξωπραγματική ειδική περίπτωση, από την οποία δεν μπορεί να συναχθεί κάποια μαρτυρία για την κίνηση του ποσοστού κέρδους κάτω από πραγματικές συνθήκες.

Πού βρίσκεται λοιπόν, πέρα από τις επιμέρους λεπτομέρειες, η δυσκολία στην αιτιολόγηση της πτώσης του ποσοστού κέρδους; Ανεξάρτητα από τον τύπο που θα υιοθετήσουμε για το ποσοστό κέρδους, πάντα δείχνεται ότι κατά την πορεία ανάπτυξης της παραγωγικής δύναμης εμπλέκονται δυο μεγέθη από τα οποία το ένα επιδρά στο ποσοστό κέρδους ανοδικά, και το άλλο πτωτικά. Βεβαίως έχουν δίκιο οι υπερασπιστές του Μαρξικού νόμου για το ποσοστό κέρδους όταν τονίζουν ότι τα δυο αυτά μεγέθη δεν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά αυτή η διάγνωση δεν απαλλάσσει κάποιον από την υποχρέωση να δείξει (εάν επιθυμεί να αποδείξει τον Μαρξικό νόμο) ότι η κίνηση εκείνου του μεγέθους που προκαλεί μια πτώση του ποσοστού κέρδους πράγματι υπεραντισταθμίζει την κίνηση του άλλου μεγέθους.

Ο λόγος που αυτό το πρόβλημα είναι τόσο δύσκολο μπορεί απλούστερα να εξηγηθεί στη βάση του τύπου (2), στον οποίο αντιπαραβάλλονται η κίνηση του ποσοστού υπεραξίας και η κεφαλαιακή σύνθεση. Αν αυξηθεί η κεφαλαιακή σύνθεση σ/μ και με αυτό τον τρόπο προκληθεί μια συγκεκριμένη άνοδος της παραγωγικής δύναμης, π.χ. ένας διπλασιασμός, τότε είναι σαφής η επίδραση επί του ποσοστού υπεραξίας: η αξία της εργασιακής δύναμης γίνεται η μισή, και αυτό το μισό του μ αυξάνει την υπεραξία υ, δηλαδή αν το ποσοστό υπεραξίας ήταν πριν π.χ. ίσο με ένα, τότε τώρα είναι ίσο με τρία. Αλλά πόσο όφειλε να αυξηθεί η κεφαλαιακή σύνθεση, για να επιφέρει αυτόν τον διπλασιασμό της παραγωγικής δύναμης; Δεν το γνωρίζουμε και ούτε μπορούμε να το γνωρίζουμε. Διότι δεν υφίσταται κάποια γενική συσχέτιση μεταξύ μιας συγκεκριμένης αύξησης της παραγωγικής δύναμης και της έκτασης της προς τούτο αναγκαίας αύξησης της αξιακής σύνθεσης. Ενίοτε μπορεί να επιτευχθεί μια συγκεκριμένη αύξηση της παραγωγικής δύναμης μόνο με μια μικρή αύξηση της κεφαλαιακής σύνθεσης ενώ άλλες φορές η αναγκαία αύξηση είναι μεγάλη. Επειδή όμως αυτό δεν το γνωρίζουμε και ούτε μπορούμε να το γνωρίζουμε εκ των προτέρων δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε μαρτυρία για το αν η κεφαλαιακή σύνθεση θα αυξηθεί τόσο πολύ ώστε μακροπρόθεσμα να εξισορροπήσει ή όχι την αύξηση του ποσοστού υπεραξίας. Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να διακρίνει κανείς θεμελιακά πώς θα έπρεπε να αιτιολογήσει πειστικά το Μαρξικό νόμο για το ποσοστό κέρδους.


7. Το θεώρημα Okishio


Μένει να εξετάσουμε ακόμη ένα σημείο που θίγει ο Henning, το «θεώρημα Okishio».42 Ο Henning φαίνεται ότι το θεωρεί ως τον κύριο λόγο απόρριψης του Μαρξικού νόμου για το ποσοστό κέρδους.43 Όπως όμως συμπεραίνουμε από τις προηγηθείσες επεξηγήσεις, όλα τα επιχειρήματα που παρέθεσε ο Henning για την πτώση του ποσοστού κέρδους μπόρεσαν να καταρριφθούν χωρίς να χρησιμοποιηθεί αυτό το θεώρημα. Επίσης, οι συλλογισμοί που εκτέθηκαν στην προηγούμενη ενότητα για τα θεμελιακά προβλήματα αιτιολόγησης του Μαρξικού νόμου, δεν στηρίζονται σε αυτό το θεώρημα. Η κριτική στον Μαρξικό νόμο του ποσοστού κέρδους δεν χρειάζεται αυτό το θεώρημα. Επειδή όμως ρίχνει φως σε ένα σημαντικό σημείο θα το εξετάσουμε εδώ στη συνέχεια.

Ήδη όμως η σύνοψη του θεωρήματος Okishio στον Henning είναι ανεπαρκής. Γράφει:


«Αν λοιπόν ένας προμηθευτής καταφέρει με τη βοήθεια μιας νέας τεχνολογίας να πετύχει υψηλότερα κέρδη στα τρέχοντα κόστη του – πράγμα που για λόγους “rational-choice” [ορθολογικής επιλογής] είναι και ο μοναδικός λόγος που μπορεί να σκεφθεί κανείς για την εισαγωγή της – τότε αυξάνεται με αυτό τον τρόπο το μέσο ποσοστό κέρδους. Διότι για την άνοδό του αρκεί τουλάχιστον ένας από τους συμμετέχοντες στην αγορά να βελτιώσει τη θέση του. Αυτός είναι ο πυρήνας του επονομαζόμενου θεωρήματος Okishio [...]».44


Αν αυτός ήταν όντως ο πυρήνας του θεωρήματος Okishio, τότε δεν θα βρισκόταν ούτε ένα επιστημονικό περιοδικό που θα είχε δεχθεί να δημοσιεύσει αυτό το άρθρο. Πριν υπεισέλθω στην πραγματική διατύπωση του θεωρήματος Okishio απαιτούνται ορισμένες διευκρινίσεις, επειδή ο Henning δεν είναι και υπερβολικά επιμελής όταν χρησιμοποιεί το εννοιολογικό οπλοστάσιο του Μαρξ.

Το μέσο ποσοστό κέρδους δεν είναι σε καμία περίπτωση, όπως προτείνει ο Henning, απλά και μόνο ο αριθμητικός μέσος όρος όλων των πραγματικά υπαρκτών ποσοστών κέρδους των μεμονωμένων κεφαλαίων. Είναι μάλλον εκείνο το ποσοστό κέρδους που (σε μια συγκεκριμένη χώρα και σε μια συγκεκριμένη στιγμή) μπορεί να προσδοκάται, όταν επενδυθεί κεφάλαιο υπό μέσες συνθήκες. Αυτό το μέσο ποσοστό κέρδους είναι το αποτέλεσμα εξισορροπητικών κινήσεων του κεφαλαίου, που μεταβαίνει από κλάδους με χαμηλό κλαδικό ποσοστό κέρδους σε κλάδους με υψηλό ποσοστό κέρδους. Αν ένας μεμονωμένος καπιταλιστής ανακαλύψει καλύτερες συνθήκες αξιοποίησης και με αυτό τον τρόπο αυξήσει το ατομικό ποσοστό κέρδους του, απολύτως τίποτε δεν μεταβάλλεται στο μέσο ποσοστό κέρδους. Μόνο όταν γίνουν γενικά προσβάσιμες αυτές οι καλύτερες συνθήκες αξιοποίησης λαμβάνει χώρα μια εξισορροπητική κίνηση, όπου τώρα και άλλα κεφάλαια προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν αυτές τις καλύτερες συνθήκες αξιοποίησης. Πραγματοποιούνται μεταφορές κεφαλαίων και κινήσεις τιμών, ως αποτέλεσμα των οποίων προκύπτει ένα νέο μέσο ποσοστό κέρδους.

Είναι επίσης εσφαλμένο, όταν o Henning θεωρεί ότι μόνο υποθέσεις “rational-choice” θα μπορούσαν να αιτιολογήσουν την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, με το γεγονός ότι με αυτές τις τεχνολογίες θα πραγματοποιηθούν υψηλότερα κέρδη. Ακριβώς αυτό το σημείο αναδεικνύει ο Μαρξ στο 10ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, με το οποίο ο Henning προφανώς δεν είναι πολύ εξοικειωμένος. Εκεί τονίζει ο Μαρξ ότι το κίνητρο του μεμονωμένου καπιταλιστή για να εισαγάγει μια αύξηση της παραγωγικής δύναμης είναι η «πρόσθετη υπεραξία» που θα επιτευχθεί με αυτήν.

Αλλά και την κατηγορία ότι ο Okishio προϋποθέτει μια «εναρμονισμένη αφετηριακή προϋπόθεση», επειδή η νέα τεχνολογία μπορεί να προέλθει μόνο από έναν προμηθευτή που βρίσκεται ήδη μέσα στην αγορά, 45 θα έπρεπε ο Henning, αν ήταν συνεπής, να τη στρέψει και κατά του Μαρξ. Πουθενά, ούτε στο πρώτο ούτε στον τρίτο τόμο, δεν καταλήγει ή έστω υπαινίσσεται ότι πιέζει για να μπει στην αγορά ένα νέος προμηθευτής, και επειδή είναι νέος πρέπει να αποδεχθεί χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Όπως έχει ήδη παρουσιαστεί στην ενότητα 3, αυτό το σενάριο που εφηύρε ο Henning ταιριάζει στην αιτιολόγηση του Σμιθ για την πτώση του ποσοστού κέρδους αλλά όχι στον Μαρξ.

Περί τίνος πρόκειται λοιπόν σε αυτό το δυσοίωνο «Θεώρημα Okishio»; Αυτό που ο Okishio πραγματεύεται σε κεντρικό σημείο στο άρθρο του και το οποίο ο Henning ούτε καν αναφέρει, είναι ένα όριο για την ανάπτυξη του σταθερού κεφαλαίου που ο Μαρξ συζητά στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Οι υπερασπιστές του Μαρξικού «νόμου», είναι μεν διαρκώς σε αναζήτηση επιχειρημάτων αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας ενδεχομένως να μπορούσε να είναι περιορισμένη, αλλά για το σταθερό κεφάλαιο υποθέτουν κατά κανόνα ότι μπορεί να αυξάνεται χωρίς όρια. Όμως ο Μαρξ στο 13ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου εφιστούσε την προσοχή ότι αυτό δεν συμβαίνει σε καμιά περίπτωση. Εκεί γράφεται κάτω από τον τίτλο «η αξία που δίνει η μηχανή στο προϊόν»:


«Αν εξεταστεί αποκλειστικά ως μέσο για το φτήναιμα του προϊόντος, η χρήση της μηχανής έχει ένα όριο. Η εργασία που ξοδεύεται για την παραγωγή της πρέπει να είναι λιγότερη από την εργασία που αντικαθιστά η χρησιμοποίησή της. Ωστόσο για το κεφάλαιο το όριο αυτό εκφράζεται πιο στενά. Επειδή δεν πληρώνει την εργασία που χρησιμοποιεί, αλλά την αξία της χρησιμοποιούμενης εργασιακής δύναμης, η χρησιμοποίηση μηχανών καθορίζεται για αυτό από τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην αξία της μηχανής και στην αξία της εργασιακής δύναμης που αντικαθιστά».46


Δηλαδή ένα μεμονωμένο κεφάλαιο τότε μόνο θα χρησιμοποιήσει μια νέα μηχανή, όταν τα πρόσθετα προκαλούμενα κόστη από τη μηχανή (η μεταφορά αξίας του μηχανήματος στο προϊόν) είναι μικρότερα από τα μισθολογικά κόστη που εξοικονομήθηκαν. Αν π.χ. με μια νέα μηχανή μειωνόταν κατά μία ώρα ο χρόνος παραγωγής ανά προϊόν, και αν το ωρομίσθιο είναι 10 Ευρώ, τότε η νέα μηχανή θα χρησιμοποιηθεί μόνο αν η μεταφορά αξίας του μηχανήματος στο μεμονωμένο προϊόν (δηλαδή η αξία της μηχανής διαιρεμένη δια του συνολικού αριθμού των κομματιών που παρήχθησαν με αυτή τη μηχανή), έχει αξία μικρότερη από 10 Ευρώ. Αν η μεταφορά αξίας ήταν ψηλότερη, με τη χρήση της νέας μηχανής θα ανέβαιναν αντί να πέσουν τα κόστη παραγωγής.

Έτσι λοιπόν, για να εξοικονομηθεί ζωντανή εργασία δεν χρησιμοποιείται σε καμιά περίπτωση μια οσοδήποτε ακριβή μηχανή. Η νέα μηχανή μπορεί να είναι ακριβότερη από τη παλιά, αλλά το πολύ τόσο ακριβότερη, ώστε η αυξημένη μεταφορά αξίας στο μεμονωμένο προϊόν να μην είναι μεγαλύτερη από το εξοικονομηθέν ποσό μισθών. Με αυτό τον τρόπο κατονόμασε ο Μαρξ ένα κριτήριο κόστους, που εξαρτά τη χρήση των μηχανών από το ύψος των μισθών, ήτοι από την αξία της εργασιακής δύναμης. Αν στο παραπάνω παράδειγμα η πρόσθετη μεταφορά αξίας της μηχανής στο μεμονωμένο προϊόν ανερχόταν σε 9 ευρώ, θα άξιζε η χρήση της για το κεφάλαιο: Στο πρόσθετο κόστος των 9 ευρώ θα αντιστοιχιζόταν μια εξοικονόμηση 10 ευρώ σε μισθούς. Τα κόστη παραγωγής ανά προϊόν θα είχαν μειωθεί κατά ένα ευρώ. Αν όμως η αξία της εργασιακής δύναμης ήταν μικρότερη, π.χ. η μισή, τότε με μια ώρα λιγότερη στην παραγωγή θα εξοικονομούντο απλά 5 ευρώ σε μισθολογικά κόστη. Στην περίπτωση αυτή θα αυξάνονταν τα κόστη του μεμονωμένου προϊόντος με τη χρήση της νέας μηχανής κατά 4 ευρώ, και η νέα μηχανή δεν θα έμπαινε στην παραγωγή. Ο Μαρξ τονίζει αυτή τη συσχέτιση αμέσως μετά τη διατύπωση που μόλις παραθέσαμε:


«Επειδή ο χωρισμός της εργάσιμης ημέρας σε αναγκαία εργασία και υπερεργασία είναι διαφορετική σε διαφορετικές χώρες, όπως επίσης είναι διαφορετικός στην ίδια χώρα σε διαφορετικές περιόδους [...] μπορεί να ποικίλει πολύ η διαφορά ανάμεσα στην τιμή της μηχανής και στην τιμή της εργασιακής δύναμης που αντικαθιστά, αν και η διαφορά ανάμεσα στην ποσότητα της εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή της μηχανής και στη συνολική ποσότητα της εργασίας που αντικαθιστά παραμένει η ίδια. Όμως μόνο η πρώτη διαφορά καθορίζει για τον κεφαλαιοκράτη τον ίδιο τα έξοδα παραγωγής του εμπορεύματος και επιδρά σ’ αυτόν με τους αναγκαστικούς νόμους του ανταγωνισμού. Γι’ αυτό βλέπουμε να εφευρίσκονται σήμερα στην Αγγλία μηχανές που χρησιμοποιούνται μόνο στη Βόρεια Αμερική [...]».47


Όσο μικρότερη είναι η αξία της εργασιακής δύναμης, τόσο στενότερο είναι το όριο που αναφέρει ο Μαρξ για τη χρήση ακριβών μηχανών. Αν ο μισθός στην Αγγλία είναι χαμηλότερος από τη Βόρεια Αμερική, τότε μπορεί να είναι αποδοτική η χρήση ορισμένων μηχανών στη Βόρεια Αμερική, αλλά όχι στην Αγγλία.

Αυτός ο συλλογισμός έχει επίσης συνέπειες για τη συζήτηση σχετικά με την πτώση του ποσοστού κέρδους. Διότι αν στη διάρκεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης της παραγωγικής δύναμης μειωθεί η αξία της εργασιακής δύναμης, τότε μειώνεται μαζί της και το περιθώριο κατά το οποίο το σταθερό κεφάλαιο μπορεί να αυξηθεί. Το σταθερό κεφάλαιο αυξάνεται μεν, αλλά δεν μπορεί να αυξηθεί απεριόριστα όπως δείχνει το αριθμητικό παράδειγμα που επιλέχθηκε πιο πάνω. Βεβαίως, ο Μαρξ δεν έλαβε υπόψη του στο χειρόγραφο του τρίτου τόμου αυτό το όριο για την αύξηση του σταθερού κεφαλαίου που είχε διατυπώσει στον πρώτο τόμο. Το ίδιο έκαναν και οι υπερασπιστές του Μαρξικού «νόμου». Ο Okishio λαμβάνει υπόψη του αυτό το όριο. Υπαινίσσεται ότι εισάγονται μόνο τέτοιες τεχνικές στις οποίες η πρόσθετη μεταφορά αξίας των μηχανημάτων στο προϊόν είναι μικρότερη από τα εξοικονομηθέντα μισθολογικά κόστη. Αν εισάγει κατ’ αρχάς ένας μεμονωμένος καπιταλιστής μια τέτοια τεχνική αποκομίζει πρόσθετη υπεραξία. Λαμβάνει χώρα ανταγωνισμός τιμών με τον οποίο τελικά όλος ο κλάδος αναγκάζεται να εισάγει τη νέα τεχνική. Ως αποτέλεσμα αλλάζει η αγοραία αξία του προϊόντος αυτού του κλάδου. Επειδή αυτό το προϊόν υπεισέρχεται και στην παραγωγή άλλων αγαθών ή στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, μεταβάλλονται και οι αντίστοιχες αξίες και ως αποτέλεσμα μεταβάλλεται και το μέσο ποσοστό κέρδους. Ο Okishio δεν ισχυρίστηκε σε καμιά περίπτωση, όπως το παρουσιάζει ο Henning, ότι το μέσο ποσοστό κέρδους ανεβαίνει ήδη, επειδή ένας μεμονωμένος προμηθευτής παράγει με υψηλότερο ατομικό ποσοστό κέρδους. Ο Okishio παρακολουθεί μάλλον τη συνολική αλυσίδα επιδράσεων που ξεκινάει από την εισαγωγή της νέας τεχνικής, ενώ λαμβάνει επίσης υπόψη ότι στις καπιταλιστικές αγορές δεν γίνεται ανταλλαγή σε αξίες αλλά σε «τιμές παραγωγής»: τιμές που επιτρέπουν στα μεμονωμένα κεφάλαια να πετύχουν το ίδιο μέσο ποσοστό κέρδους.

Ο «μετασχηματισμός των αξιών σε τιμές παραγωγής» που ο Μαρξ πραγματεύεται στο δεύτερο κεφάλαιο του χειρογράφου του (στην έκδοση του Ένγκελς στο δεύτερο τμήμα), είναι ομοίως αντικείμενο ισχυρής διαμάχης στη συζήτηση για το Κεφάλαιο. Ο ίδιος ο Μαρξ είχε ήδη υποδείξει ότι η αριθμητική μορφή με την οποία είχε πραγματοποιήσει αυτόν τον μετασχηματισμό ήταν κυριολεκτικά εσφαλμένη, 48 χωρίς όμως στη συνέχεια να αναζητήσει μια ορθή παρουσίαση. Στις συζητήσεις που έγιναν στον 20ό αιώνα προτάθηκαν μια σειρά από διορθωμένες διατυπώσεις και αναλύθηκαν ως προς τις συνέπειές τους, χωρίς να καταλήξει αυτή η συζήτηση σε ένα τελειωτικό αποτέλεσμα. Ο Okishio χρησιμοποιεί έναν υπολογισμό τιμών παραγωγής και μέσου ποσοστού κέρδους που στηρίζεται στις υλικές διαπλοκές των μεμονωμένων κλάδων και ανάγεται στο «νεορικαρδιανό» μοντέλο του Piero Sraffa.49 Δείχνει τότε με μαθηματικά ορθό τρόπο ότι υπό την υπάρχουσα προϋπόθεση (τήρηση του κριτηρίου κόστους από τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου) και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις αναδράσεις από την αύξηση της παραγωγικής δύναμης, το νέο ποσοστό κέρδους δεν είναι μικρότερο από το παλιό. Η επιχειρηματολογία του Okishio είναι κατά τούτο προβληματική, ότι διατυπώνεται αποκλειστικά στο εσωτερικό ενός νεορικαρδιανού μοντέλου τιμών παραγωγής. Παραμένει όμως εξαιρετικά αμφιλεγόμενο αν αυτό το μοντέλο μπορεί ή όχι να γίνει αποδεκτό ως διορθωμένη εκδοχή της Μαρξικής θεωρίας των τιμών παραγωγής.

Όμως, η βασική ιδέα του Okishio, δηλαδή ο συνυπολογισμός του κριτηρίου κόστους από τον πρώτο τόμο κατά τη συζήτηση της πτώσης του ποσοστού κέρδους, μπορεί να υλοποιηθεί και στο επίπεδο των αξιών, αν θεωρήσουμε στη θέση ενός μέσου ποσοστού κέρδους που ορίζεται μέσω των τιμών τη μεταβολή του ποσοστού κέρδους που ορίζεται από τις αξίες. Και εδώ δείχνεται ότι το ποσοστό κέρδους δεν πέφτει, αν διατηρηθεί κατά την αύξηση της παραγωγικής δύναμης το κριτήριο κόστους από τον πρώτο τόμο.50


8. Πτώση του ποσοστού κέρδους και θεωρία των κρίσεων


Από πολλούς υπερασπιστές του Μαρξικού «νόμου για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» αποδίδεται στον νόμο αυτό αποφασιστική σημασία για τη Μαρξική θεωρία των κρίσεων. Ο Henning δεν αποτελεί εδώ εξαίρεση, για αυτόν αποτελεί ο Μαρξικός νόμος τον «πυρήνα της θεωρίας των κρίσεων». Παραμένει όμως ολοκληρωτικά στο σκοτάδι πώς υποτίθεται ότι προκαλεί μια κρίση η πτώση του ποσοστού κέρδους. Στον Henning διαβάζουμε σχετικά:


«Αυτή πτώση του ποσοστού μπορεί όμως να προκαλέσει κοινωνικά κάποτε την παράλυση της επενδυτικής δραστηριότητας, διότι με υπερβολικά χαμηλά προσδοκώμενα ποσοστά κέρδους δεν αξίζει πλέον να επενδύσει κανείς».51


Αν αγνοήσουμε ότι ο Henning διατυπώνει ένα ασαφές «μπορεί», που ενδεχομένως «κάποτε» να συμβαίνει – με το οποίο υποτίθεται ότι αποδεικνύεται μόνο η απροσδιόριστη δυνατότητα μιας κρίσης – παραμένει στο σκοτάδι κατά κύριο λόγο ο μηχανισμός των κρίσεων: δεν θα γίνονταν πια επενδύσεις, επειδή τα ποσοστά κέρδους είναι «πολύ χαμηλά»; Ποιο είναι όμως το μέτρο για ένα «πολύ χαμηλό» ποσοστό κέρδους; Είναι πέντε τοις εκατό πολύ λίγο, αλλά δέκα τοις εκατό οριακά ικανοποιητικό; «Πολύ χαμηλό» είναι ένα ποσοστό κέρδους στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό πάντα μόνο σε σύγκριση με το μέσο ποσοστό κέρδους, δηλαδή σε σύγκριση με μια άλλη δυνατότητα επένδυσης. Δυο τοις εκατό είναι πολύ λίγο αν υπάρχει η δυνατότητα να πετύχει κανείς πέντε τοις εκατό, που με τη σειρά του είναι πολύ χαμηλό αν υπάρχει η δυνατότητα να αποκομίσει κανείς δέκα τοις εκατό. Πότε είναι όμως το μέσο ποσοστό κέρδους τόσο «χαμηλό» ώστε να μην γίνονται πλέον καθόλου επενδύσεις; Γιατί να είναι καλύτερο το μηδέν τοις εκατό που πετυχαίνεται με τη μη επένδυση από μια «χαμηλή» αξιοποίηση που υπόσχεται μια επένδυση; Στον Henning δεν βρίσκουμε καμία απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Σε μια καπιταλιστική οικονομία η επενδυτική δραστηριότητα υπόκειται σε ισχυρές διακυμάνσεις. Ακόμη και όταν υπάρχει αρκετό πρόσθετο κεφάλαιο μπορεί να υποχωρήσουν οι επενδύσεις, είτε όταν υπάρχουν κερδοφόρες εναλλακτικές, π.χ. δυνατότητες τοποθέτησης σε χρηματοοικονομικές αγορές (η δημιουργία των οποίων όμως θα έπρεπε να εξηγηθεί), είτε όταν οι επιχειρηματίες προσδοκούν μια μελλοντική βελτίωση της κατάστασης αξιοποίησης, αν δηλαδή εκτιμούν ότι το χαμηλό ποσοστό κέρδους είναι ένα παροδικό φαινόμενο. Η αναφορά σε χαμηλότερα ποσοστά κέρδους και μόνο δεν αρκεί σε καμία περίπτωση για να αιτιολογηθεί πειστικά ότι «κάποτε» θα προκύψουν κρίσεις.

Ποια είναι όμως η κατάσταση με τη Μαρξική θεωρία των κρίσεων; είναι πράγματι τόσο εξαρτημένη από τον Μαρξικό νόμο του ποσοστού κέρδους; Τουλάχιστον στη βάση τής από τον Ένγκελς έκδοσης του τρίτου τόμου, μπορούμε να καταλήξουμε στην άποψη ότι ο Μαρξ συνέλαβε τη θεωρία των κρίσεων ως συνέπεια του «νόμου για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους», αν και δεν την ολοκλήρωσε. Οι σκέψεις του Μαρξ για τη θεωρία των κρίσεων άλλαξαν πολλές φορές, τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και αναφορικά με τη μεθοδολογική σημασία τους, αφότου άρχισε το 1857 να επεξεργάζεται τη δική του κριτική της πολιτικής οικονομίας.52 Αλλά πουθενά στα διάφορα προγραμματικά σχέδιά του και τις σκέψεις του για τη μέσω κατηγοριών δόμηση του έργου του, δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι ήθελε να συμπλέξει τη θεωρία των κρίσεων με το νόμο για το ποσοστό κέρδους.

Στο κύριο χειρόγραφο του Μαρξ για τον τρίτο τόμο, η συσχέτιση σκέψεων περί τη θεωρία των κρίσεων με το νόμο για το ποσοστό κέρδους εμφανίζεται πολύ λιγότερο στενή, από ότι στην επεξεργασία του από τον Ένγκελς. Στην παρουσίαση του «νόμου ως τέτοιου» και των «αντίρροπων αιτίων», δηλαδή στα κεφάλαια 13 και 14 της έκδοσης του Ένγκελς, είναι μεν επίσης σαφές, ότι η Μαρξική παρουσίαση πολύ απέχει από το να είναι έτοιμη, εντούτοις όμως αφήνεται να διαφανεί αρκετά καλά το νήμα της επιχειρηματολογίας. Στη συνέχεια όμως καταλήγει το Μαρξικό κείμενο σε πληθώρα μεμονωμένων παρατηρήσεων, συλλογισμών που ξαφνικά διακόπτονται και απροσδόκητων επανεκκινήσεων. Ένα τέτοιο εξωτερικό περίβλημα δεν είναι σε καμιά περίπτωση μη τυπικό για τα Μαρξικά χειρόγραφα. Ένα κείμενο που θέλει να αποτελέσει την τελειωτική παρουσίαση ενός υλικού που έχει σε μεγάλο μέρος ήδη κατανοηθεί και γίνει αντικείμενο νοητικής επεξεργασίας [ενν. το κείμενο που εξέδωσε ο Ένγκελς, ΣτΜ], εμφανίζεται σαν το πρωτόκολλο μιας ακόμη ημιτελούς ερευνητικής διαδικασίας [ενν. στο χειρόγραφο του Μαρξ που εκδόθηκε πολύ αργότερα, ΣτΜ]. Μιας διαδικασίας στην οποία ο Μαρξ βρίσκεται ακόμη μέσα στην επεξεργασία του υλικού, ενώ η τελική παρουσίαση δεν είναι ούτε καν στο περίγραμμά της σαφής. Τέτοιο χαρακτήρα έχουν και οι επεξεργασίες για τη θεωρία των κρίσεων στο τέλος του τρίτου κεφαλαίου του Μαρξικού χειρόγραφου. Ο Ένγκελς που κατά κύριο λόγο ήθελε να φτιάξει ένα αναγνώσιμο κείμενο παρουσιάζοντας όσο ήταν δυνατόν περισσότερο από το υλικό που είχε πραγματευθεί ο Μαρξ, επεξεργάστηκε σε μεγάλο βαθμό αυτές τις σκέψεις περί τη θεωρία των κρίσεων. Με την κατάτμηση, αναδιάταξη, περικοπή και μερική αναδιατύπωση εκείνων που βρήκε στο χειρόγραφο, έγινε σε μεγάλο βαθμό αγνώριστος ο ειδικός χαρακτήρας του, δηλαδή ότι ήταν πρωτόκολλο μιας ερευνητικής διαδικασίας. Στους αναγνώστες γεννιέται η εντύπωση ότι βλέπουν την υπόθεση μιας θεωρίας των κρίσεων, η οποία δεν είναι μεν ακόμη έτοιμη, αλλά τουλάχιστον έχει βρει την τελειωτική θέση της στη διαμέσου νοητικών κατηγοριών οικοδόμηση της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Αυτή η εντύπωση όμως σε καμιά περίπτωση δεν στηρίζεται από το Μαρξικό χειρόγραφο.

Αν όμως δει κανείς το κείμενο στη λεπτομέρειά του, τότε θα διαπιστώσει (πράγμα που είναι εμφανές ήδη στην επεξεργασία του Ένγκελς), ότι πρόκειται για εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις αναφορικά με τη θεωρία των κρίσεων, από τις οποίες μια μόνο συνδέεται πραγματικά με την πτώση του ποσοστού κέρδους. Αντιθέτως, οι άλλες προσεγγίσεις περιλαμβάνουν σκέψεις για τη θεωρία των κρίσεων που είναι ανεξάρτητες από την ισχύ του Μαρξικού νόμου για το ποσοστό κέρδους. Τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί από αυτές μια θεωρία των κρίσεων έχω εξετάσει σε διάφορα σημεία.53 Στο κέντρο τους βρίσκεται η Μαρξική συλλογιστική ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνουν χώρα αφενός η καπιταλιστική παραγωγή, αφετέρου η καπιταλιστική κυκλοφορία, αποκλίνουν και αντιφάσκουν συστηματικά, και όχι μόνο συμπτωματικά και παροδικά.54 Ενώ η καπιταλιστική παραγωγή εμφανίζει μια τάση εξάπλωσης, επειδή η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης απαιτεί συσσώρευση, η κυκλοφορία υπόκειται σε συστηματικούς περιορισμούς: η κατανάλωση της εργατικής τάξης περιορίζεται (το κεφάλαιο επιδιώκει να περιορίζει τον αριθμό των απασχολούμενων καθώς και τον μισθό τους) και η επενδυτική ζήτηση υπόκειται όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω σε ισχυρές διακυμάνσεις. Το αποτέλεσμα αυτών των αντίρροπων εξελίξεων είναι μια τάση προς υπερπαραγωγή, που οδηγεί σε περιοδικές διαδικασίες κρίσης, τόσο κυκλικές όσο και υπερκυκλικές. Αν όμως αναλύσει κανείς τη λεπτομέρεια, γίνεται σαφές ότι επενδυτική ζήτηση και διαδικασίες συσσώρευσης δεν μπορούν να αναλυθούν χωρίς να ληφθεί υπόψη το πιστωτικό σύστημα. Για το λόγο αυτό, οι διαδικασίες κρίσης δεν μπορούν να οριστούν στο επίπεδο παρουσίασης που έχει επιτευχθεί στο τρίτο κεφάλαιο του Μαρξικού χειρόγραφου, αλλά μόλις σε συνέχεια της διερεύνησης του τοκοφόρου κεφαλαίου και του πιστωτικού συστήματος.55 Γι’ αυτό και μου φαίνεται προφανές ότι η θεωρία των κρίσεων μπορεί να αναπτυχθεί με επάρκεια μόνο μετά το πέμπτο κεφάλαιο (στην έκδοση του Ένγκελς το πέμπτο τμήμα). Αλλά ειδικά σε αυτό το πέμπτο κεφάλαιο o Μαρξ κολλάει σε αποφασιστικά σημεία και διακόπτει την παρουσίαση.56 Σε αυτό το κεφάλαιο βρίσκονται μεν παραπέρα υποδείξεις, αλλά σε καμιά περίπτωση μια τελική επεξεργασία για τη θεωρία των κρίσεων.


8. Σύνοψη


Όπως έχει επισημανθεί ήδη στην Ενότητα 2, ο Μαρξ δεν αναλύει στο Κεφάλαιο τον καπιταλισμό σε μια συγκεκριμένη χώρα ή σε μια συγκεκριμένη περίοδο, αλλά «την εσωτερική οργάνωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, σαν να λέμε στον ιδανικό μέσο όρο του».57 Η συζήτηση για το «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» που διατύπωσε ο Μαρξ έδειξε ότι αυτός ο νόμος δεν μπορεί να αιτιολογηθεί πειστικά σε εκείνο το εξαιρετικά αφηρημένο επίπεδο παρουσίασης. Με αυτό δεν ισχυριζόμαστε ότι το ποσοστό κέρδους δεν μπορεί να πέσει. Αυτό που δεν μπορεί να δειχθεί είναι απλά ο ισχυρισμός περί του αναπόφευκτου της πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Η κριτική στον «νόμο» δεν αποκλείει επίσης ότι σε λιγότερο αφηρημένα επίπεδα παρουσίασης, που λαμβάνουν υπόψη ιδιαίτερες συνθήκες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε μια συγκεκριμένη περίοδο, άρα όχι μόνο τον ιδανικό μέσο όρο, θα μπορούσε να διατυπωθεί ενδεχομένως κάτι γενικό για την κίνηση του ποσοστού κέρδους. Μόνο που αυτές οι διατυπώσεις θα είχαν πολύ μικρότερο βεληνεκές από το νόμο που διατύπωσε ο Μαρξ, διότι η ισχύς τους θα διαρκούσε μόνο τόσο, όσο υφίσταντο αυτές οι ιδιαίτερες συνθήκες. Όπως κατέστησαν σαφές οι συζητήσεις για τον Μαρξικό νόμο του ποσοστού κέρδους, είναι για πολλούς συμμετέχοντες προφανώς εξαιρετικά δύσκολο να απαλλαγούν από την εντύπωση ότι με τον Μαρξ στην πλάτη μπορούν να γνωρίζουν ήδη τουλάχιστον διαγραμματικά τη μελλοντική εξέλιξη του καπιταλισμού: Έχοντας τη βεβαιότητα ότι ο καπιταλισμός κατευθύνεται σε αδιέξοδο από το οποίο δεν υπάρχει διαφυγή. Αυτή η προσποιητή βεβαιότητα επέδρασε πολύ συχνά αρκετά αρνητικά στην ιστορία του εργατικού κινήματος και συνέβαλε στην υποτίμηση της ευελιξίας και ικανότητας εξέλιξης του καπιταλισμού. Για το θεμελιακό ζήτημα όμως, αν η αγορά και ο καπιταλισμός αντιπροσωπεύουν μια για την ανθρωπότητα προσήκουσα μορφή οργάνωσης παραγωγής και κατανάλωσης, δεν είναι αποφασιστικός ο περιορισμός αυτού που μπορούμε να γνωρίζουμε για τη μελλοντική πορεία του ποσοστού κέρδους. Διότι οι καταστροφικές δυνάμεις του καπιταλισμού που ο Μαρξ σε πολλά σημεία έκανε αντικείμενο της ανάλυσής του, δεν αρχίζουν μόλις με μια (νομοτελειακή) πτώση του ποσοστού κέρδους και τα προβλήματα που προκύπτουν από αυτήν, είναι εγγενή και σε μια απόλυτα «ομαλή» λειτουργία του καπιταλισμού.58


1 Τίτλος πρωτότυπης δημοσίευσης: Begründungsprobleme.
Zur Debatte über das Marxsche „Gesetz vom tendenziellen Fall der Profitrate“, in: Marx-Engels Jahrbuch 2006, Berlin Akademie Verlag 2007: 47-80.

2 Christoph Henning: Übersetzungsprobleme. Eine wissenschaftstheoretische Plausibilisierung des Marxschen Gesetzes vom tendenziellen Fall der Profitrate [ΖητήματαΜετάφρασης. Μια από την άποψη της θεωρίας των επιστημών κατάδειξη του εύλογου του Μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους]. Στο: Marx-Engels Jahrbuch 2005, Βερολίνο 2006: 63–85 (εφεξής: Ζητήματα Μετάφρασης).

3 Christoph Henning: Philosophie nach Marx. 100 Jahre Marx-Rezeption und die normative Sozialphilosophie der Gegenwart in der Kritik [Η φιλοσοφία μετά τον Μαρξ. 100 χρόνια πρόσληψης του Μαρξ και η κριτική της κανονιστικής κοινωνικής φιλοσοφίας του παρόντος]. Bielefeld 2005 (εφεξής: Η φιλοσοφία μετά τον Μαρξ).

4 Henning: Ζητήματα Μετάφρασης: 69.

5 Η «μαργκιναλιστική (οριακή) επανάσταση» η οποία προετοίμασε το έδαφος για τη σήμερα κυρίαρχη «νεοκλασική θεωρία» ξεκίνησε μόλις στη δεκαετία του 1870 με τα έργα των William StanleyJevons, CarlMenger και LeonWalras. Κυριάρχησε μέσα σε δυο μόνο δεκαετίες σχεδόν ολοκληρωτικά, γεγονός που επέτρεψε στον AlfredMarshall να διατυπώσει το 1890 μια νέα ορθοδοξία των οικονομικών επιστημών, η οποία μάλιστα άλλαξε ακόμη και το όνομα της επιστήμης: από «Πολιτική Οικονομία» έγινε «Οικονομική».

6 Όπου βέβαια πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καν οικονομική στατιστική, έστω και στοιχειωδώς συγκρίσιμη με τη σημερινή. Ο Μαρξ ήταν ένας από τους πρώτους που ενδιαφέρθηκε για μια στέρεη βάση δεδομένων: στη διάρκεια της κρίσης του 1857/58 όχι μόνο συνέγραψε τα Grundrisse, αλλά στο «Book ofCrisis» συγκέντρωσε και σχολίασε οικονομικά δεδομένα για τις σημαντικότερες καπιταλιστικές χώρες, που απέσπασε από εφημερίδες και επίσημες εκθέσεις (βλ. εδώ Klaus-DieterBlock, RolfHecker: “Das ‘Book of theCrisis of 1857’ von Karl Marx”, στο: Beitr ä ge zur Marx Engels Forschung Neue Folge1991. Studien zum Werk von Marx und Engels [Μελέτες για το έργο των Μαρξ και Ένγκελς] Αμβούργο 1991: 89–102). Αυτά τα υλικά θα δημοσιευθούν για πρώτη φορά στη MEGA2 ως τόμος IV/14.

7 «Σε μια χώρα που διαθέτει το μέγιστο δυνατό απόθεμα σε σύγκριση με όλες τις δραστηριότητες που έχει να διεκπεραιώσει, η ποσότητα του αποθέματος που θα απασχολείται σε κάθε συγκεκριμένο κλάδο θα είναι τόσο μεγάλη όσο απαιτεί η φύση και η έκταση αυτής της δραστηριότητας. Επομένως, ο ανταγωνισμός θα είναι παντού όσο το δυνατόν μεγαλύτερος και κατά συνέπεια, το κανονικό κέρδος όσο το δυνατόν χαμηλότερο», Adam Smith: An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations [Έρευνα γιατη φύσηκαι τααίτια τουπλούτου τωνεθνών]. τομ. 1. Oxford 1979: 111. Ελλ. Αθήνα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα: 145.

8 Ένα από την άποψη της μεθόδου εντελώς όμοιο πρόβλημα έχει και η νεοκλασική θεωρία. Η καθιερωμένη σύστασή της για τη μείωση της ανεργίας είναι η μείωση των μισθών. Τα μοντέλα της έχουν ως αφετηρία πάντα μια μείωση των πραγματικών μισθών, αλλά επειδή στην αγορά εργασίας δεν γίνεται διαπραγμάτευση για τον πραγματικό αλλά για τον ονομαστικό μισθό, συνιστάται μια μείωση των συλλογικών μισθών (ή του μισθολογικού κόστους). Με αυτό τον τρόπο θεωρείται ότι θα αυξηθεί η ζήτηση των επιχειρήσεων για εργατικό δυναμικό. Ήδη ο Κέυνς αντιτέθηκε παρατηρώντας ότι μια μείωση των ονομαστικών μισθών δεν θα οδηγούσε με κανένα τρόπο αυτόματα σε μείωση των πραγματικών μισθών: μια γενική μείωση των ονομαστικών μισθών θα οδηγούσε σε μείωση τόσο της ζήτησης όσο και του κόστους των επιχειρήσεων. Υπό συνθήκες ανταγωνισμού οι επιχειρήσεις θα αντιδράσουν στην πτώση της ζήτησης με μειώσεις τιμών, για τις οποίες έχουν τη δυνατότητα λόγω της μείωσης του κόστους. Το συμπέρασμα του Κέυνς είναι ότι γενικές μειώσεις των μισθών ως εκ τούτου δεν θα οδηγούσαν σε υψηλότερη ζήτηση εργατικού δυναμικού αλλά απλά σε πτώση του επιπέδου τιμών (JohnMaynard Keynes: The General Theory of Employment , Interest and Money [Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος]. London 1973: 10–12. (Άπαντα του John MaynardKeynes. τομ. VII).

9 David Ricardo: On the Principles of Political Economy and Taxation [Αρχές της πολιτικής οικονομίας και της φορολογίας]. Cambridge 1951: 289–300. (The Works and Correspondence of David Ricardo [Ταέργα καιη αλληλογραφίατου ΝτεηβιντΡικάρντο. Επιμελητής έκδοσης: Piero Sraffa. τομ. I).

10 όπ. π: 110–127.

11 Ο Μαρξ ασκεί εκτεταμένη κριτική στη θεωρία της προσόδου του Ρικάρντο σε πολλά σημεία στις Θεωρίες για την Υπεραξία, βλ. κυρίως KarlMarx: Zur Kritik der politischen Ö konomie [Για την κριτική της πολιτικής οικονομίας] (Χειρόγραφο 1861–1863). MEGA2II/3.3: 880–968; MEWBd. 26.2: 235-328. Ομοίως βλ. εκεί και την κριτική της αιτιολόγησης από τον Ρικάρντο για την πτώση του ποσοστού κέρδους. MEGA2 II/3.3: 1063–1093; MEW Bd. 26.2: 440–470.

12 Ο Μαρξ τονίζει ότι «όλη η έως σήμερα Πολιτική Οικονομία» δεν κατάφερε να αιτιολογήσει την πτώση του ποσοστού κέρδους. «Είδε το φαινόμενο και βασανίστηκε με αντιφατικές απόπειρες να το ερμηνεύσει». (KarlMarx: Ö konomische Manuskripte [Οικονομικά Χειρόγραφα] 1863–67 μέρος 2. Το Κεφάλαιο. Τρίτος Τόμος. MEGA2II/4.2 (εφεξής: Το Κεφάλαιο. Τρίτος Τόμος): 288. MEW τομ. 25: 223).

13 Στον τρίτο τόμο υπάρχουν και άλλα, συνήθως συντομότερα χειρόγραφα καθώς και ένα εκτενέστερο για τη μαθηματική σχέση ποσοστού υπεραξίας και ποσοστού κέρδους. Εκείνα τα χειρόγραφα του Μαρξ για τον τρίτο τόμο, που δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του 1870, έχουν ήδη δημοσιευθεί μαζί με τα υλικά σύνταξης του Ένγκελς για τον τρίτο τόμο στη MEGA2II/14. Άλλα χειρόγραφα του Μαρξ από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1860 θα δημοσιευθούν στη MEGA2II/4.3. Βεβαίως, όλα αυτά τα χειρόγραφα δεν πραγματεύονται τον «νόμο για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους», οπότε δεν λαμβάνονται υπόψη εδώ.

14 Για αυτές τις αλλαγές βλ. Carl-Erich Vollgraf, Jürgen Jungnickel: Marx in Marx’ Worten? [Ο Μαρξ με τα ίδια του τα λόγια;]. Για την έκδοση του κύριου χειρόγραφου για τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου από τον Ένγκελς. Στο: MEGA-Studien 1994/2, Berlin 1995: 3-55. Michael Heinrich: Engels’ Edition of the Third Volume of ‘Capital’ and Marx’sOriginal Manuscript [Η έκδοση του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου» και το αυθεντικό χειρόγραφο του Μαρξ]. Στο: Science & SocietyVol. 60, No 4, Χειμώνας 1996/97: 452–466. Η MEGA2II/15 είναι η πρώτη έκδοση της Edition του Ένγκελς που αποδεικνύει σχεδόν πλήρως αυτές τις αλλαγές στο σώμα του κειμένου και άρα σηματοδοτεί μια ουσιαστική πρόοδο έναντι της έκδοσης στα MEW τομ. 25 (βλ. για τη MEGA2II/15 τη δική μου ανασκόπηση στο: Das Argument 258, έτος 46, τεύχος 6: 396-400). – Αν τονίζουμε τις διαφορές μεταξύ του χειρόγραφου του Μαρξ και της έκδοσης Ένγκελς, δεν το κάνουμε για να «αποκαθηλώσουμε» τον Ένγκελς, ο οποίος έκανε το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει την εποχή του και με τις δυνατότητες που είχε, και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα κείμενο που θα μπορούσε να διαβαστεί από τους σύγχρονούς του και να χρησιμοποιηθεί στις πολιτικές διαμάχες του εργατικού κινήματος. Αν όμως επιθυμεί κανείς να πραγματευθεί επιστημονικά την Μαρξική επιχειρηματολογία, τότε οφείλει να λάβει επακριβώς υπόψη αυτές τις διαφορές μεταξύ αυθεντικού χειρόγραφου και της έκδοσης.

15 Karl Marx: Das Kapital. Kritik der politischen Ökonomie. Πρώτος τόμος. Η παραγωγική διαδικασία του Κεφαλαίου. MEGA2II/6 (εφεξής: Το Κεφάλαιο, πρώτος τόμος): 66. MEW τομ. 23:. 12.

16 Karl Marx: MEGA2 II/4.2: 852, MEW τομ. 25: 839. Ελλ. Το Κεφάλαιο, τ. 3: 1020 [ΣτΜ].

17 Αυτή είναι η απαίτηση που ο Μαρξ θέτει στην παρουσίασή του. Αν το κατορθώνει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση μένει να ελεγχθεί, αλλά αυτό δεν είναι εδώ το αντικείμενό μας.

18 Thomas Kuhn: Die Struktur wissenschaftlicher Revolutionen [Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων]. Frankfurt/M. 1976.

19 Henning: Übersetzungsprobleme: 75.

20 Υπογράμμιση στο Μαρξικό χειρόγραφο: Το Κεφάλαιο Τρίτος τόμος. MEGA2 II/4.2: 287.

MEW τομ. 25: 223.

21 Marx: Το Κεφάλαιο. Πρώτος τόμος. MEGA2 II/6: 31; MEW τομ. 23: 335.

22 ό. π. MEGA2 II/6: 316, MEW Bd. 23: 336.

23 Την αύξηση του ποσοστού υπεραξίας λόγω της παραγωγής σχετικής υπεραξίας δεν πραγματεύεται ο Μαρξ ως «αντίρροπο αίτιο», διότι είναι φυσικά άμεση συνέπεια της καπιταλιστικής αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων, και κατά συνέπεια οφείλει να γίνει κατά την παρουσίαση του «νόμου ως τέτοιου». Στα «αντίρροπα αίτια» συγκαταλέγει αυξήσεις του ποσοστού υπεραξίας για άλλους λόγους: επιμήκυνση του εργασιακού χρόνου, εντατικοποίηση της εργασίας.

(βλ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο. Τρίτος τόμος. MEGA2 II/4.2: 302, MEW τομ. 25: 242).

24 Henning: Ζητήματα μετάφρασης: 73.

25 ό. π: 78.

26 Marx: Το Κεφάλαιο, Τρίτος τόμος. MEGA2 II/4.2: 301. MEW τομ. 25: 235.

27 Δυο σελίδες του βιβλίου πιο κάτω ο Henning θυμάται ξανά, ότι «το θεμελιακό κίνητρο της καπιταλιστικής οικονομικής δραστηριότητας» δεν συνίσταται π.χ. σε ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους αλλά στην «αποκόμιση μιας διαρκώς υψηλότερης υπεραξίας» (ό.π.: 75-76).

28 Ο Μαρξ πραγματεύεται εκτενώς την εισαγωγή βελτιώσεων στην παραγωγική δύναμη, τα κίνητρα του μεμονωμένου καπιταλιστή, και τον ρόλο της πρόσθετης υπεραξίας στο 10ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου. Τη συλλογιστική αυτού του κεφαλαίου που είναι διαμετρικά αντίθετη με ορισμένες αντιλήψεις του Henning, δεν λαμβάνει ο ίδιος καθόλου υπόψη. Ο Henning έγραφε ήδη για το 1ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου: «Μπορεί να το παρακάμψει κανείς χωρίς να έρθει σε ρήξη με το βιβλίο» (Henning: Η φιλοσοφία μετά τον Μαρξ: 146, υποσημ. 51). Προφανώς ο Henning πίστευε ότι μπορεί κανείς με το αζημίωτο να παρακάμψει και το 10ο κεφάλαιο.

29 Marx: Το Κεφάλαιο. Τρίτος τόμος. MEGA2 II/4.2: 285-86. MEW τομ. 25: 221-22.

30 Henning: Ζητήματα μετάφρασης: 80.

31 ό.π: 79-80.

32 ό.π: 80-81.

33 ό.π: 81.

34 Henning: Η φιλοσοφία μετά τον Μαρξ: 80. υποσημ. 126.

35 Henning: Ζητήματα μετάφρασης: 81.

36 ό.π: 67.

37 Βλ. π.χ. Heinz Holländer: Das Gesetz des tendenziellen Falls der Profitrate. Marxens Begründungund ihreImplikationen. [Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, η Μαρξική αιτιολόγηση και οι επιπτώσεις της] στο: Mehrwert 6: 105–131 και τη συζήτηση στη συνέχεια.

38 «Προκύπτει απλούστατα ότι επειδή η μάζα της ζωντανής εργασίας που χρησιμοποιήθηκε μειώνεται διαρκώς, σε σχέση με τη μάζα της πραγμοποιημένης εργασίας που τέθηκε από αυτήν σε κίνηση, τα μέσα παραγωγής που αναλώθηκαν παραγωγικά, καθώς και εκείνο το τμήμα αυτής της ζωντανής εργασίας που είναι απλήρωτο και βρίσκει την έκφρασή του στην υπεραξία, ορίζουν έναν διαρκώς μειούμενο λόγο συγκριτικά με το εύρος της αξίας του συνολικού κεφαλαίου. Αυτός ο λόγος της υπεραξίας προς την αξία του χρησιμοποιηθέντος συνολικού κεφαλαίου αποτελεί όμως το ποσοστό κέρδους, που λόγω αυτού πρέπει διαρκώς να πέφτει». (Marx: Το Κεφάλαιο. Τρίτος τόμος. MEGA2II/4.2: 287, MEW τομ. 25: 223).

39 Henning: Προβλήματα μετάφρασης: 82.

40 ό. π: 83.

41 Υπάρχει ακόμη μια σειρά πρόσθετων επιχειρημάτων που επιστρατεύονται για την αιτιολόγηση του Μαρξικού νόμου, τα οποία όμως βασίζονται σε παρόμοιους εσφαλμένους συλλογισμούς, όπως εκείνα που ανέπτυξε ο Henning. Έτσι για παράδειγμα η έκφραση (4) δεν θεωρείται όπως το κάνει ο Henning ίση με το ποσοστό κέρδους, αλλά ορθά ως άνω όριο του ποσοστού κέρδους. Από την πτώση του άνω ορίου αντλήθηκε τότε το συμπέρασμα ότι πέφτει και το ποσοστό κέρδους. Το επιχείρημα όμως θα ήταν τότε μόνο ορθό, αν μπορούσε να δειχθεί ότι αυτό το άνω όριο πράγματι τείνει προς το μηδέν. Αν δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι αυτό το άνω όριο πέφτει προς μια τιμή διάφορη του μηδενός, δεν μπορεί τότε και να δειχτεί ότι το ποσοστό κέρδους πρέπει να πέσει λόγω πτώσης αυτού του άνω ορίου, διότι το ποσοστό κέρδους μπορεί να παραμένει σταθερό κάτω από αυτό το άνω όριο, ή μάλιστα να το προσεγγίζει κινούμενο ανοδικά. Μια εκτεταμένη κριτική των διαφόρων επιχειρημάτων βρίσκεται στο MichaelHeinrich: Die Wissenschaft vom Wert . Die Marxsche Kritik der politischen Ökonomie zwischen wissenschaftlicher Revolution und klassischer Tradition. [Η επιστήμη της αξίας. Η Μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας μεταξύ επιστημονικής επανάστασης και κλασικής παράδοσης] 2η επανεπεξεργασμένη και διευρυμένη έκδοση, Münster 1999 (εφεξής: Wissenschaft vom Wert [Επιστήμη της Αξίας]). σσ. 329–337; Συντομότερα στο Michael Heinrich. Kritik der politischen Ö konomie . Eine Einf ü hrung. [Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Μιαεισαγωγή] Stuttgart 2004 (εφεξης: Κριτική). σσ. 150–153.

42 Nobuo Okishio: Technical Changes and the Rate of Profit. [Τεχνικές αλλαγές και το ποσοστό κέρδους]. Kobe University Economic Review, τομ. 7. 1961: 85–90 (γερμανικά: Technische Veränderungen und Profitrate. Στο: H. G. Nutzinger, E. Wolfstetter (επιμ. έκδ.): Die Marxsche Theorie und ihre Kritik [ηΜαρξική θεωρίακαι ηκριτική της]. τομ. 2. Frankfurt a.M. 1974: 173–191).

43 Henning: Προβλήματα μετάφρασης: 73.

44 ό. π: 73.

45 ό. π.: 74.

46 Marx: Das Kapital. Erster Band, MEGA2II/6: 382, MEW τομ. 23: 414. Ελληνικά Το Κεφάλαιο, πρώτος τόμος: 407-8.

47 ό. π.

48 Marx: Das Kapital. Drittes Buch [Μαρξ: Το Κεφάλαιο, Τρίτος Τόμος], MEGA2II/4.2: 241/242; MEW τομ. 25: 174.

49 Piero Sraffa: Production of Commodities by Means of Commodities [Παραγωγή Εμπορευμάτωνμέσω Εμπορευμάτων] Cambridge 1960 (γερμ.: Warenproduktion mittels Waren, Berlin [DDR] 1968).

50 Μια απλή τυπική απόδειξη για αυτή τη θέση έχω δώσει στο Heinrich: Wissenschaft vom Wert {Επιστήμη της Αξίας]: 337–339.

51 Henning: Ζητήματα μετάφρασης: 69.

52 Την ανάπτυξη της Μαρξικής θεωρίας των κρίσεων επεξεργάζομαι εκτενώς στο Heinrich: Wissenschaft vom Wert [Επιστήμη της Αξίας]: 341–370.

53 Ό.π.: 365–370; Heinrich: Kritik: 169–175. Ο Henning γράφει σχετικά: «Ο Michael Heinrich θέλει μια θεωρία των κρίσεων χωρίς την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και επαφίεται γι’ αυτό στον αρκούντως ασαφή “στενόμυαλο χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής” (Henning: Ζητήματα Μετάφρασης: 67, υποσημείωση 10). Αν ανατρέξει κανείς στην πηγή που αναφέρει (Heinrich: Kritik: 153), τότε θα διαπιστώσει ότι ναι μεν βρίσκεται εκεί το παράθεμα που ο Henning έχει θέσει σε εισαγωγικά, αλλά σε καμιά περίπτωση ως αιτιολόγηση για μια θεωρία των κρίσεων.

54 Βλ.MEGA2II/4.2: 312/13; MEW τομ. 25: 254/55.

55 Αυτό συνυπολογίστηκε από τον Μαρξ και κατά την επανεπεξεργασία του πρώτου τόμου. Για τη γαλλική μετάφραση επεξεργάστηκε πάλι κυρίως την ενότητα για τη συσσώρευση και περιέλαβε μεταξύ άλλων υποδείξεις για τη σχέση συσσώρευσης και πίστης, που στη συνέχεια υιοθετήθηκε από τον Ένγκελς στην τρίτη και τέταρτη γερμανική έκδοση.

56 Στο πέμπτο κεφάλαιο πραγματοποίησε ο Ένγκελς τις περισσότερες και πλέον εκτεταμένες παρεμβάσεις. Ενώ τα κεφάλαια 21 έως 24 της έκδοσης του Ένγκελς στηρίζονται σχετικά πιστά στην παρουσίαση του Μαρξικού χειρόγραφου, η Μαρξική παρουσίαση μετά το κεφάλαιο 25 αναδιαρθρώνεται ολοκληρωτικά. Αν επιθυμεί κανείς να συζητήσει σοβαρά τη Μαρξική θεωρία της πίστης θα πρέπει να αναφερθεί στο αυθεντικό Μαρξικό χειρόγραφο στη MEGA2II/4.2.

57 Marx: Das Kapital. Drittes Buch [Μαρξ: Το Κεφάλαιο. Τρίτος τόμος] MEGA2II/4.2: 852; MEW τομ. 25: 839. Ελλ. όπ.π.: 1020 [ΣτΜ].

58 Ας διαβάσει κανείς για παράδειγμα το 8ο, το 13ο ή το 23ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, όπου ο Μαρξ κατορθώνει να παραστήσει αυτές τις καταστροφικές δυνάμεις που δεν είναι παροδικές αλλά πηγάζουν συστηματικά από την αρχή της κεφαλαιακής αξιοποίησης, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε αναφορά στο νόμο του ποσοστού κέρδους.