Το δίκαιο του κεφαλαίου. Λειτουργίες του νομικού συστήματος στον καπιταλισμό
Τεύχος 141, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2017


ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.

 

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

 

ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 

ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ1



των Δημήτρη Δημούλη και Σοράγιας Λουνάρντι



Το κείμενο επιχειρεί την κριτική ανάλυση και μερική αναδιατύπωση βασικών μαρξιστικών θέσεων περί δικαίου. Θα δώσουμε έμφαση στα όσα έγραψε ο Μαρξ, ιδίως στο Κεφάλαιο. Αυτό αποβλέπει στο να δειχθεί το άτοπο της εξαιρετικά δημοφιλούς θέσης ότι δεν υπάρχει μαρξιστική θεωρία του κράτους, και, κατ’ επέκταση, του δικαίου. Παράλληλα, το κείμενο επιχειρεί να δείξει την προσφορότητα και επικαιρότητα της μαρξιστικής θεωρίας του δικαίου αναλύοντας την εφαρμογή της στη νομολογία των τελευταίων ετών περί οικονομικής κρίσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από μεθοδολογική άποψη επιβάλλεται μια διευκρίνιση. Το κείμενο χρησιμοποιεί τον όρο «δίκαιο του κεφαλαίου»2 ως γενική κτητική. Θέλουμε να δείξουμε σε ποιον ανήκει από ουσιαστική-κοινωνική άποψη το δίκαιο που δημιουργείται και εφαρμόζεται στις καπιταλιστικές κοινωνίες, ποια συμφέροντα εξυπηρετεί ουσιαστικά και ποιος του δίνει τη βασική μορφή. Αυτό θέτει το ερώτημα εάν υπάρχει δίκαιο που να μην ανήκει στο κεφάλαιο. Μπορεί ο όρος «δίκαιο» να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει δεσμευτικούς κανόνες συμπεριφοράς και διαδικασίες εφαρμογής των κανόνων αυτών σε μη καπιταλιστικές κοινωνίες; Υπήρξε δίκαιο άλλων τρόπων παραγωγής και έχει νόημα να σκεφθούμε ποια θα είναι η μορφή ενός δικαίου κομμουνιστικής εργασίας και ιδιοκτησίας;

Το ερώτημα απασχολεί τους ιστορικούς του δικαίου που επιχειρούν, μέσω συγκρίσεων διαφόρων συστημάτων κοινωνικής ρύθμισης, να διαπιστώσουν τα όρια του δικαίου (Sueur, 2001: 45-56). Απασχολεί και τους μαρξιστές που συνήθως θεωρούν ότι το δίκαιο είναι φαινόμενο σύμφυτο της ταξικής κοινωνίας (π.χ. Καλτσώνης, 2014: 72-80). Η μαρξιστική συζήτηση επικεντρώθηκε στην αντιπαράθεση μεταξύ εκείνων των σοβιετικών νομικών που θεωρούσαν το δίκαιο συνώνυμο της ταξικότητας, άρα καταδικασμένο σε εξαφάνιση («μαρασμό») στα τελικά στάδια της κομμουνιστικής κοινωνίας, με εκείνους που θεωρούσαν ότι το δίκαιο θα αλλάξει μορφή στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό, αλλά δεν θα πάψει να είναι δίκαιο.3

Μια ολοκληρωμένη έκθεση της μαρξιστικής θεωρίας του δικαίου πρέπει να τοποθετηθεί σε αυτό το ζήτημα που δεν είναι απλά ιστορικού ή ταξινομικού ενδιαφέροντος. Έχει πολιτική σημασία για όποιον αναζητά μια κομμουνιστική πολιτική και έχει άμεσα θεωρητικό ενδιαφέρον για την ανάλυση του δικαίου των αστικών κοινωνιών που επηρεάζεται από τον ευρύ ή το στενό ορισμό της έννοιας «δίκαιο».

Δεν είναι δυνατόν να εξετάσουμε εδώ αυτό το ζήτημα, που απαιτεί την έρευνα συστημάτων κοινωνικής ρύθμισης σε διαφορετικούς τρόπους παραγωγής και κοινωνικούς σχηματισμούς. Θα περιορίσουμε το ενδιαφέρον μας στην εξέταση του δικαίου των αστικών κοινωνιών.


1. Το δίκαιο του κεφαλαίου εξυπηρετεί δομικά τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης (Θέση 1)


Αυτή η θέση έχει επαναληφθεί τόσο συχνά από μαρξιστές (και μη) ώστε να ηχεί σήμερα κενή περιεχομένου, παρόμοια με τις τελετουργικές επικλήσεις (Κύριε Ελέησον, Χάρε Κρίσνα) που κινητοποιούν τους πιστούς, αλλά δεν έχουν κάποιο νόημα.

Όποιος αναλύει το νομικό σύστημα οφείλει να εξηγήσει ποιος είναι ο σκοπός λειτουργίας του. Οι περισσότεροι νομικοί σιωπούν σχετικά με τους σκοπούς του δικαίου και περιορίζονται στο να αναλύουν πώς λειτουργεί το δίκαιο (νομική δογματική) και ποιος ο βαθμός αποτελεσματικότητάς του (κοινωνιολογική προσέγγιση).

Εκτός από τη σιωπή υπάρχουν και τρόποι υπεκφυγής από την ερώτηση. Ένας οπαδός των ακραίων εκδοχών της συστημικής θεωρίας, όπως ο Νίκλας Λούμαν, θα απαντούσε πως «δίκαιο είναι το δίκαιο» και σκοπός του είναι μόνον η αναπαραγωγή του, με βάση την αρχή της αυτονομίας και της κανονιστικής εσωτερικής ενότητας.4 «Το δίκαιο είναι όρος, εργαλείο και σκοπός του ίδιου του εαυτού του» (D’Auria, 2005: 138). Πρόκειται για μια αυτοποιητική προσέγγιση που έχει κάποιο νομικό ενδιαφέρον αλλά δεν εξηγεί τίποτε ούτε καν επιθυμεί να εξηγήσει.

Η δεύτερη μορφή υπεκφυγής έγκειται στη σχετικοποίηση. Συχνά αναφέρεται ότι το δίκαιο προστατεύει και τους μεν και τους δε: την πλειοψηφία μέσω της δημοκρατικής αρχής, τις μειοψηφίες και μειονότητες μέσω των ατομικών δικαιωμάτων. Προστατεύει το κεφάλαιο αλλά και τους εργαζομένους, τους εξουσιαστές, αλλά και τους εξουσιαζόμενους. Πρόκειται για απάντηση επιφανειακή που απλά περιγράφει ορισμένα αποτελέσματα. Όντως το δίκαιο προστατεύει ποικίλα συμφέροντα σε ποικίλο βαθμό, ανάλογα με τη συγκυρία, την ισχύουσα νομοθεσία ή και το απρόβλεπτο (η προσωπικότητα ενός δικαστή). Σε κάποιες περιπτώσεις το δίκαιο προστατεύει απολυμένους εργάτες, δυσαρεστώντας τον ατομικό καπιταλιστή και σε άλλες προστατεύει εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, δυσαρεστώντας την εθνική και ορθόδοξη πλειοψηφία. Αυτά είναι από περιγραφική άποψη ορθά, αλλά δεν δείχνουν τίποτε για τη γενική λειτουργία του δικαίου. Ισοδυναμούν με τη ρήση ότι μια ποδοσφαιρική ομάδα ενίοτε κερδίζει, άλλοτε χάνει και ορισμένες φορές έρχεται ισόπαλη, χωρίς να εξηγούμε ποιες είναι οι πιθανότητες και κανονικότητες των αποτελεσμάτων ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της ομάδας και ποιος ο σκοπός του πρωταθλήματος εν γένει. Με μια λέξη, η απόφανση περί πλουραλιστικής και πολλαπλά εγγυητικής λειτουργίας του δικαίου είναι τόσο αγνωστικιστική όσο και η ρήση του ανθρώπου που έλεγε στους δρόμους της Αθήνας τον Σεπτέμβριο του 1844: «Καλό πράμμα σύνταμμα (...), μ’ εβγαλ’ απ’ το χάψι» (Σκοπετέα, 1988: 106).

Οι συγκροτημένες απαντήσεις στο ερώτημα των σκοπών λειτουργίας του δικαίου μπορεί να καταταγούν σε τρεις κατηγορίες.

Πρώτον, οι συντηρητικές-απολογητικές θέσεις που εμφανίζουν το δίκαιο ως παράγοντα ασφάλειας, ειρήνης και δικαιοσύνης, συναντώμενες στον πολιτικό λόγο της καθημερινότητας5 και στα νομικά συγγράμματα.6 Ακόμη και όταν επικρίνουν κάποιους κανόνες δικαίου ή τον τρόπο εφαρμογής τους, οι οπαδοί της συντηρητικής θέσης πιστεύουν ότι το δίκαιο πρέπει να επιτελεί αυτές τις ευγενείς λειτουργίες. Ας μην ξεχνάμε ότι ετυμολογικά το δίκαιο συνδέεται με τη δικαιοσύνη στις περισσότερες γλώσσες.

Αυτή η θεώρηση φαίνεται πειστική μόνον εάν συνομιλεί κανείς με κυβερνητικά στελέχη που υπερασπίζονται τους νόμους που επιβάλλουν ή με απολογητές φιλοσόφους πρόθυμους να επιβεβαιώσουν ότι το δίκαιο συνιστά το «αντικειμενικό πνεύμα».7 Αλλά αποδεικνύεται έωλη εάν εξετάσουμε τα κοινωνικά αποτελέσματα της νομοθεσίας και τη δικαστική εφαρμογή τους. Σε αυτή την προοπτική, το δίκαιο αποβλέπει στην αναπαραγωγή του συστήματος εξουσίας και μόνον.

Δεύτερον, διατυπώνεται η αντίληψη ότι το δίκαιο αποτελεί εγγυητικό μηχανισμό που εξασφαλίζει συμφέροντα των κυριαρχούμενων (απέναντι στη «ζούγκλα» του καπιταλισμού) και παγιώνει θέσεις μάχης ενάντια στην κεφαλαιοκρατία και στον αυταρχισμό.

Πρόκειται για θεώρηση που κυριαρχεί στην Αριστερά και μπορεί να επικαλείται κείμενα από τον Ένγκελς, 8 μέχρι τον Πουλαντζά.9 Σε παρόμοια γραμμή βρίσκονται οι θεωρητικοί του δικαίου που υποστηρίζουν τη θέση της σχετικής αυτονομίας του δικαίου από τα κυρίαρχα αστικά συμφέροντα (Μάνεσης, 1980: 55-74). Ανάλογη είναι η θεωρητική προσέγγιση όσων διαβλέπουν μια εγγυητική λειτουργία του νομικού συστήματος που προστατεύει τους κοινωνικά αδύναμους απέναντι στο δυναμικό βίας και αυθαιρεσίας των ισχυρών (Ferrajoli,  2007: 31-32, 195-196).

Οι κατακτήσεις και οι πρόοδοι στην προστασία των λεγόμενων ανθρώπινων δικαιωμάτων παρατηρούνται ιστορικά, αλλά δεν αποκλείουν οπισθοχωρήσεις στην πρώτη «κρίση», και – το κυριότερο – δεν μεταβάλλουν τη δομή της καπιταλιστικής εξουσίας. Ο εγγυητισμός και η «ταξική πάλη μέσα στους θεσμούς» και τα παρόμοια βασίζονται σε ένα αφελές δίλημμα. Θεωρούν ότι είναι πιο συμφέρον για τους εξουσιαζόμενους να υπάρχει το δίκαιο με τις διαδικασίες του και τις εγγυήσεις περιορισμού της εξουσίας από το να έχουμε μια κατάσταση γενικευμένης ανομίας, στην οποία οι εξουσιαστές θα κάνουν ό, τι επιθυμούν, χωρίς έλεγχο και όριο. Το δίλημμα «δίκαιο ή βαρβαρότητα» είναι απλουστευτικό για δύο λόγους.

Πρώτον, διότι αγνοεί ότι οι εξουσιαστές δεν διστάζουν να αγνοήσουν κανόνες και όρια όταν πρόκειται να καταπολεμήσουν έναν εχθρό τους (πόλεμοι, εσωτερικές καταστάσεις ανάγκης). Αγνοεί δηλαδή ότι το δίκαιο δεν είναι οριστική κατάκτηση αλλά παροδική παγίωση.

Δεύτερον, διότι αγνοεί ότι τα «εγγυητικά» αποτελέσματα του δικαίου δεν αποτελούν παραχώρηση της κυρίαρχης τάξης, αλλά την προσφορότερη μορφή νομιμοποίησης της εξουσίας της. Οι κυρίαρχοι δεν μετατρέπουν την κοινωνία σε ζούγκλα όχι διότι είναι όμηροι των νόμων ή διότι ορκίστηκαν να τηρούν το Σύνταγμα, αλλά διότι αυτές οι δεσμεύσεις επιτρέπουν την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος.

Η τρίτη ερμηνεία για τους σκοπούς του δικαίου συνίσταται στην ιδεαλιστική θεώρηση που εμφανίζει το δίκαιο ως αξία προόδου και δικαιοσύνης. Ο εν λόγω ιδεαλισμός έχει μια κριτική επίφαση, υποστηρίζοντας πως αληθινό δίκαιο δεν είναι το ισχύον, αλλά κάποιο άλλο, το «ιδανικό». Τη στιγμή όμως που επικρίνει το ισχύον δίκαιο, επιβεβαιώνει την αντίληψη ότι το δίκαιο είναι κάτι ιδανικό, προορισμένο να υπηρετεί το γενικό συμφέρον (ενδεχομένως και τη σωτηρία της ψυχής ή τον κομμουνισμό). Πρόκειται για την προσέγγιση του «φυσικού δικαίου» που έχει μακρά παράδοση και ετερογενείς εκπροσώπους. Ορισμένοι θεωρούν ότι το ορθό δίκαιο έχει θεία προέλευση. Αυτό υποστηρίζουν οι εναπομείναντες εκπρόσωποι του θωμιστικού φυσικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και ο καθηγητής Πανεπιστημίου και πρώην Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄.10 Άλλοι θεωρούν ότι το αληθινό δίκαιο βρίσκεται στη λαϊκή δικαιοσύνη, στις διεκδικήσεις του «πλήθους» και στη δημοκρατία. Αυτό διαβάζουμε προσφάτως στα έργα του αριστερού εκπροσώπου του φυσικού δικαίου Κώστα Δουζίνα(Douzinas, 2010: 83). Η πολιτική επιλογή και η διεκδίκηση είναι διαφορετική, αλλά το σκεπτικό είναι ταυτόσημο.

Θεωρούμε ότι η Θέση 1 αποτελεί πειστικό αντίλογο στις ανωτέρω θεωρήσεις περί σκοπού του νομικού συστήματος. Σε ένα διάσημο απόσπασμα του Μανιφέστου, οι Μαρξ και Ένγκελς γράφουν:


«Η πολιτική βία-εξουσία είναι με κυριολεκτική έννοια η οργανωμένη βία-εξουσία μιας τάξης για την καθυπόταξη μιας άλλης»(Marx, Engels, 1980: 482).


Και σε άλλο σημείο του κειμένου επισημαίνουν:


«Εάν το προλεταριάτο κατά τον αγώνα του ενάντια στην αστική τάξη αναγκασθεί από τις ίδιες περιστάσεις να οργανωθεί ως τάξη εάν, μέσω της επανάστασης, καταστεί κυρίαρχη τάξη και ως τέτοια εξαλείψει με τη βία τις παλιές συνθήκες παραγωγής, τότε θα έχει εξαλείψει, μαζί με αυτές τις συνθήκεςκαι τις συνθήκες ύπαρξης ταξικών ανταγωνισμών και τάξεων εν γένει και συνεπώς θα εξαφανίσει την ίδια την κυριαρχία του ως τάξη» (Marx, Engels, 1980: 487).


Οι Μαρξ και Ένγκελς αντιλαμβάνονται το δίκαιο ως αποτέλεσμα και έκφραση της βούλησης της άρχουσας τάξης. Θεωρούν ότι ανταποκρίνεται στη βούληση της κυρίαρχης τάξης και, κατά λογική αναγκαιότητα, παύει να υπάρχει όταν εξαλειφθούν οι ταξικές διαφορές που ενέχουν την αναγκαιότητα εξουσίασης. Οι νομικές υπηρεσίες είναι δημιουργημένες από το ίδιο υλικό με τους λοιπούς κατασταλτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους.

Αναφερόμενος στις νομικές αντιλήψεις περί έκφρασης της συλλογικής ελεύθερης και δημοκρατικής βούλησης από τους αντιπροσώπους του λαού και, κατ’ επέκταση, από το κράτος ως εκφραστή των γενικών συμφερόντων του λαού, ο Μαρξ γράφει με το γνωστό σαρκασμό του:


«Και ποια είναι η βούληση της πλειοψηφίας; Είναι η βούληση που προκύπτει από τα συμφέροντα, τη στάση ζωής, τις συνθήκες ύπαρξης της πλειοψηφίας. Για να έχουν συνεπώς μια και την αυτή βούληση, τα μέλη της πλειoψηφίας πρέπει να έχουν τα ίδια συμφέροντα, την ίδια στάση ζωής, τις ίδιες συνθήκες ύπαρξης ή να είναι τη συγκεκριμένη στιγμή δεμένοι με τα συμφέροντα, τη στάση ζωής και τις συνθήκες ζωής της πλειοψηφίας. Σε απλή γλώσσα: Η βούληση του λαού, η βούληση της πλειοψηφίας δεν αποτελεί τη βούληση συγκεκριμένων στρωμάτων και τάξεων, αλλά τη βούληση μιας και μόνης τάξης και εκείνων των τάξεων και τμημάτων τάξεων που υποτάσσονται κοινωνικά, δηλαδή βιομηχανικά και εμπορικά, στη μια και μοναδική κυρίαρχη τάξη [...]. Η βούληση ολόκληρου του λαού είναι η βούληση μιας κυρίαρχης τάξης; Πάντως το σίγουρο είναι πως το καθολικό δικαίωμα ψήφου συνιστά μια πυξίδα που μετά από διάφορες ταλαντώσεις, προσανατολίζεται τελικά στην κατεύθυνση της τάξης που πρόκειται να ασκήσει την κυριαρχία» (Marx, 1978: 199-200).


Ούτε η ιστορία ούτε η θεωρία προσφέρουν παράδειγμα κρατικών οργάνων που να έδρασαν με τρόπο που να αποκλίνει σημαντικά από τη βούληση της κυρίαρχης τάξης. Όταν μια κυβέρνηση που εμφανίζεται και νομιμοποιείται πολιτικά ως αριστερή «ανακαλύπτει» ότι δεν μπορεί να μεταβάλει την πορεία του κρατικού μηχανισμού, αποδίδει την αδυναμία της σε παράγοντες πέραν της βούλησής της. Στις πιέσεις ξένων δυνάμεων, στις δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες, σε εσωτερική υπονόμευση από δημόσιους υπαλλήλους που δεν ακολουθούν το πρόγραμμα της κυβέρνησης και άλλα παρόμοια. Εκείνο που αποκρύπτεται είναι το θεμελιακό γεγονός. Η ανταπόκριση του κρατικού μηχανισμού προς τη λεγόμενη «βούληση» της κυρίαρχης τάξης, δηλαδή προς τις επιταγές αναπαραγωγής των γενικών καπιταλιστικών συμφερόντων, θέση που αποδεικνύεται με την ανάλυση οποιασδήποτε συγκεκριμένης συγκυρίας.

Το πιο ακραίο παράδειγμα για τους σκοπούς και φορείς της νομοθέτησης δόθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που δια χειρός του υπουργού δικαιοσύνης Παρασκευόπουλου, οργάνωσε μια κοινοβουλευτική παρωδία ψηφίζοντας εν ριπή οφθαλμού τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τα 1054 άρθρα του. Το όλο έγινε μετά από εντολή των δανειστών, με σκοπό την ταχεία εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που αφορούσαν κατασχέσεις (νόμος 4.335 του 2015). Η κυβέρνηση Σαμαρά δεν είχε κατορθώσει την ψήφιση του νομοσχεδίου το 2014 λόγω των αντιδράσεων. Τον Ιούνιο του 2015, το Eurogroup έθεσε στην ελληνική κυβέρνηση προθεσμία μέχρι τις 22-7-2015 για την επανακατάθεση του νομοσχεδίου και μάλιστα, η εντολή του Eurogroup, συνταγμένη στα αγγλικά, ενσωματώθηκε στο νόμο 4.334 του 2015.11 Το νομοσχέδιο κατατέθηκε στις 21-7-2015 και η Βουλή «συζήτησε» τα χίλια άρθρα του σε συνεδρίαση που άρχισε στις 10.30 της 22ας και τελείωσε στις 4.30 της 23ης.12 Το παράδειγμα είναι ακραίο αλλά όχι μοναδικό. Και δείχνει σε ποιο βαθμό κυριολεξίας το δίκαιο ανήκει στο κεφάλαιο.


2. EconPoliLaw. Λειτουργική ταυτότητα και συγχρονία των κοινωνικών «βαθμίδων» (Θέση 2)


Η ανάλυση των ποικίλων και μεταξύ τους αντικρουόμενων μαρξιστικών θεωρήσεων για τη σχέση πολιτικής, δικαίου και οικονομίας μας οδηγεί σε μια θέση που διατυπώνουμε εδώ με επιφυλάξεις περαιτέρω ερευνών και συζητήσεων. Πρόκειται για τη θέση ότι δεν είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ οικονομίας, πολιτικής και δικαίου με αναλυτικά χρήσιμο ή δομικά σημαντικό τρόπο.


2.1. Η παραδοσιακή θέση της διάκρισης βαθμίδων


Οι περισσότεροι κοινωνικοί επιστήμονες θεωρούν ότι το κοινωνικό Όλο αποτελείται από διαφορετικές κοινωνικές βαθμίδες και επιχειρούν να διακρίνουν τη σχέση τους. Μια πρώτη θέση περί διάκρισης βαθμίδων θεωρεί ότι υπάρχει πλήρης αυτονομία κάθε συστήματος, αποκαλώντας σύστημα εκείνο που συνήθως αποκαλείται βαθμίδα ή υποσύστημα. Αυτή η θέση εκφράζεται με σαφή τρόπο από τον Λούμαν. Όπως προαναφέραμε, το δίκαιο, όπως και κάθε άλλο σύστημα, θεωρείται υπαρκτό μόνον εάν έχει τον δικό του, ειδικό κώδικα λειτουργίας, δρα με αυτονομία από τα λοιπά συστήματα και έχει σκοπό και αποτέλεσμα τη δημιουργία δικαίου. Μπορεί βεβαίως να μαθαίνει από τα λοιπά συστήματα («γνωστική ανοιχτότητα»), αλλά δεν μπορεί να δέχεται κανονιστικές επιδράσεις από αυτά, περίπτωση στην οποία «διαφθείρεται» και οριακά καταστρέφεται.

Σαφώς διαφορετική είναι η θέση της σχετικής αυτονομίας που επικρατεί μεταξύ των μαρξιστών. Η θέση αυτή βασίζεται στις θεωρητικοποιήσεις των σχέσεων μεταξύ δομής και εποικοδομήματος. Βασικές έννοιες είναι (Οικονομάκης, 2008: 123-140):

(α) η διάκριση του κοινωνικού Όλου σε επίπεδα (βαθμίδες, δομές, στοιχεία),

(β) ο καθορισμός του εποικοδομήματος, σε τελική ανάλυση, από την (οικονομική) βάση,

(γ) η δυνατότητα αναδράσεων του εποικοδομήματος στη βάση,

(δ) η σχετική αυτονομία του πολιτικού επιπέδου και των λοιπών στοιχείων της υπερδομής, η οποία συνάγεται από τον καθορισμό σε τελική ανάλυση και μόνον από τη βάση καθώς και από τη δυνατότητα αναδράσεων.

(ε) Χωρίς να αμφισβητεί την πρωταρχία και τη δομική καθοριστικότητα του Οικονομικού, κάθε τρόπος παραγωγής έχει ένα κυρίαρχο στοιχείο, το οποίο συνιστά το βασικό κοινωνικό δεσμό. Στον καπιταλισμό, το στοιχείο αυτό είναι το Οικονομικό, σε διάκριση προς τη φεουδαρχία όπου κυριαρχούσε η θρησκεία και στη δουλοκτησία της ελληνικής αρχαιότητας, όπου κυριαρχούσε η πολιτική.

Ο Μαρξ έθεσε το πλαίσιο για τις αντιλήψεις αυτές στο πλέον διάσημο απόσπασμα από την Εισαγωγή στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας του 1859:


«Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι συνάπτουν συγκεκριμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους σχέσεις, σχέσεις παραγωγής, που αντιστοιχούν σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων σχηματίζει την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση, πάνω στην οποία ορθώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα, και στην οποία αντιστοιχούν συγκεκριμένες μορφές συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής επικαθορίζει την κοινωνική, πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής εν γένει» (Μαρξ, 1989: 31).


Μερικά χρόνια αργότερα, Το Κεφάλαιο αντιγράφει επί λέξει αυτές τις γραμμές και προσθέτει τη θέση περί μεταβαλλόμενου ιστορικά κυρίαρχου στοιχείου:


«ο τρόπος που κέρδιζαν τα μέσα για τη ζωή τους εξηγεί γιατί τον κύριο ρόλο τον έπαιζε στην αρχαιότητα η πολιτική και στο μεσαίωνα ο καθολικισμός» (Μαρξ, 1989: 44).


Αυτή η θεώρηση επικρατεί στους μαρξιστές ως ένα είδος θεσφάτου. Ο Πασουκάνις, για παράδειγμα, τοποθετείται ως εξής.13

α) Η αντίληψη ότι η νομική ρύθμιση αποτελεί προϋπόθεση της οικονομίας είναι ιδεαλιστική. Στην πραγματικότητα, η νομική ρύθμιση της οικονομίας έχει δευτερεύουσα, αν όχι «τριτεύουσα» σημασία.

β) Το Οικονομικό είναι η βάση της παραγωγής και η καθοριστική σε τελευταία ανάλυση βαθμίδα.14 «Η γένεση της νομικής μορφής πρέπει να αναζητηθεί στις ανταλλακτικές σχέσεις» (Πασουκάνις, 1985: 54).

γ) Το «Μη Οικονομικό» ή «Κοινωνικό» επηρεάζει σημαντικά το Οικονομικό. Τα ταξικά συμφέροντα και η ταξική πάλη δεν περικλείονται πλήρως στην Οικονομία. Δρουν στην κοινωνία ως «υποκειμενικός παράγοντας». Η προλεταριακή επανάσταση είναι ένδειξη αυτής ακριβώς της επίδρασης του Μη Οικονομικού στην Οικονομία.

δ) Επικαλούμενος μια – κατά τη γνώμη μας αινιγματική – φράση του Λένιν, ο Πασουκάνις υποστηρίζει ότι η πολιτική πάλη αποτελεί συμπυκνωμένη έκφραση της οικονομίας.15 Αυτό πιθανώς σημαίνει ότι η πολιτική εκφράζει θεμελιακά συμφέροντα και τάσεις αναπαραγωγής που προκύπτουν από τον οικονομικό πυρήνα ενός τρόπου παραγωγής. Αλλά το ότι η πολιτική συμπυκνώνει την οικονομική δομή δεν εξηγεί πώς είναι δυνατόν να προβάλλονται αποκλίνουσες πολιτικές και να μεταβάλλεται ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ τους. Ούτε εξηγεί πώς είναι δυνατή η επαναστατική αλλαγή που εκφράζει μια τελείως διαφορετική οικονομική δομή, όπως ο ίδιος ο Πασουκάνις επισημαίνει.16

Μια πλήρης ανάλυση των προβλημάτων που δημιουργεί η θέση της σχετικής αυτονομίας προϋποθέτει αναλύσεις σε δύο κατευθύνσεις.

Πρώτον, είναι αναγκαία η ανασυγκρότηση της μαρξιστικής σκέψης για το ζήτημα που εμφανίζει αποχρώσεις και διαφοροποιήσεις, με σημαντικότερη την παρέμβαση του Αλτουσέρ και μαθητών του που αμφισβητούν, εν μέρει, το σχήμα της σχετικής αυτονομίας (ιδίως Althusser, 1986:104-128).

Δεύτερον, είναι αναγκαία η σύνδεση αυτής της συζήτησης με το πρόβλημα της αιτιότητας στις κοινωνικές επιστήμες, μεγάλο τμήμα της οποίας στρέφεται γύρω από την οικονομία ως κινητήρια δύναμη των κοινωνιών (Przeworski, 2004).

Η θεώρηση της πλήρους αυτονομίας έχει χρησιμότητα όταν αναλύουμε μια ιδεολογική πρακτική. Αυτό συμβαίνει με την ανάλυση της θεμελίωσης μιας δικαστικής απόφασης που χρησιμοποιεί αμιγώς νομικά στοιχεία, αποκρύπτοντας ή πάντως αγνοώντας πολιτικούς και οικονομικούς καθορισμούς.

Παρομοίως, η θεώρηση της σχετικής αυτονομίας και του καθορισμού από την οικονομία επιτρέπει την ουσιαστική-ρεαλιστική προσέγγιση φαινομένων, αναλύοντας την επίδραση των οικονομικών συμφερόντων στη εφαρμογή του δικαίου ή στη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Ωστόσο, η κατανόηση του καπιταλιστικού συστήματος και η προσπάθεια αλλαγής του δεν ωφελούνται από τη διάκριση αυτή.


2.2. Η θέση λειτουργικής ταυτότητας και συγχρονίας


Εάν εξετάσουμε τα προϊόντα της εργασίας και τα κοινωνικά αποτελέσματα δεν φαίνεται δυνατή η διάκριση μεταξύ των τριών βαθμίδων. Δεν υπάρχει προϊόν ή διαδικασία που να έχει χαρακτήρα αμιγώς (ή έστω προεχόντως) νομικό, πολιτικό ή οικονομικό. Οι μαρξιστές συνήθως επικρίνουν τους, κατά Πασουκάνις ιδεαλιστές, που υποστηρίζουν ότι το πολιτικό και νομικό επίπεδο είναι προϋπόθεση της οικονομικής παραγωγής, καθώς και όσους διαβλέπουν την αυτονομία των επιπέδων και τις μεταξύ τους πολλαπλές και απρόβλεπτες αλληλοεπιρροές. Μια τέτοιου είδους κριτική (Οικονομάκης, 2008) φαίνεται πειστική απέναντι στο βολονταρισμό ή και στον αγνωστικισμό. Αλλά έχει ένα τυφλό σημείο. Δεν αποδεικνύει, αλλά λαμβάνει ως δεδομένη τη διάκριση επιπέδων. Από την πλευρά μας θα συμφωνούσαμε ότι το «καθαρά οικονομικό επίπεδο» (Οικονομάκης, 2008: 125) είναι το καθοριστικό σε τελευταία ανάλυση, εάν μπορούσε να ορισθεί το περιεχόμενο του οικονομικού επιπέδου ως κάτι διαφορετικό από την πολιτική, το δίκαιο, την ηθική, τη θρησκεία, την τέχνη κ.λπ. Χωρίς να δοθεί αυτός ο ορισμός έχουμε λήψη του ζητουμένου.

Υπάρχει μια μειοψηφία μαρξιστών που εκφράζει αμφιβολίες για το εάν ο μαρξισμός πρέπει να διακρίνει επίπεδα, βαθμίδες ή τομείς. Ο Hobsbawm (1965: 16-17) έχει αναφερθεί στην


«άρνηση του Μαρξ να ξεχωρίσει ακαδημαϊκές επιστήμες. Είναι δυνατό να το επιχειρήσουν άλλοι αντί αυτού. Για παράδειγμα ο αείμνηστος J. Schumpeter, ένας από τους πιο ευφυείς κριτικούς του Μαρξ, προσπάθησε να διακρίνει μεταξύ του κοινωνιολόγου Μαρξ και του οικονομολόγου Μαρξ και είναι δυνατό να ξεχωρίσει κανείς εύκολα και τον Μαρξ ιστορικό. Αλλά τέτοιοι μηχανικοί διαχωρισμοί είναι απατηλοί και τελείως αντίθετοι στη μέθοδο του Μαρξ. Οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, δηλαδή η κοινωνική οργάνωση με την πιο ευρεία έννοια και οι υλικές δυνάμεις παραγωγής που αντιστοιχούν στο επίπεδό τους δεν μπορεί να διαχωριστούν».


Δυο λόγοι συνηγορούν στη θέση της μη διάκρισης των κοινωνικών βαθμίδων. Η αναφορά σε οικονομία, δίκαιο και πολιτική έχει μια προφάνεια. Εάν όμως προσπαθήσουμε να ορίσουμε καθεμιά από αυτές τις έννοιες, θα διαπιστώσουμε ότι εμπεριέχει τις άλλες δύο στον ορισμό τους (η προαναφερθείσα λήψη του ζητουμένου). Ας σκεφθούμε την απόφανση του Μαρξ (1989: 44) ότι καθοριστικό στοιχείο στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν ήταν η πολιτική, αλλά η γαιοκτησία ως κρυφή ιστορία της πολιτικής. Τι είναι όμως η γαιοκτησία αν όχι μια έννοια (και μια πρακτική) πολιτικής και δικαίου; Χωρίς κανόνες για το τι, γιατί, και σε ποιο βαθμό είναι «δικό μου» και χωρίς μια πολιτική κατάσταση που εγγυάται και νομιμοποιεί μια τάξη ιδιοκτησίας ουδείς μπορεί να δώσει εντολές σε εργάτες ή να κάνει αγοραπωλησίες.

Ακόμη και εάν υποθέσουμε πως είναι δυνατός ο ορισμός των βαθμίδων, η διάκρισή τους φαίνεται εύλογη σε αφηρημένη ανάλυση, αλλά δεν έχει νόημα όταν μεταβαίνουμε στην παρατήρηση της κοινωνικής πρακτικής. Οι υποτιθέμενες βαθμίδες συγχέονται και δημιουργούν κάτι διαφορετικό. Μπορούμε να παραλληλίσουμε την κατάσταση με μια χημική ένωση που μετά την αντίδραση αποτελεί κάτι διαφορετικό από τα στοιχεία της.

Για να εκφράσουμε τη λειτουργική αδιακρισία των τριών στοιχείων χρησιμοποιούμε, με ελεύθερο τρόπο, την έννοια της δομικής αιτιότητας που επεξεργάσθηκε ο Αλτουσέρ και πολλοί μεταγενέστεροι στοχαστές (Morfino, 2015). Μεταξύ δικαίου, οικονομίας και πολιτικής δεν υπάρχει σχέση γραμμικής αιτιότητας με την έννοια ότι η οικονομία καθορίζει το δίκαιο ή αντιστρόφως. Δεν υπάρχει επίσης σχέση εκφραστικής αιτιότητας με την έννοια ότι το Όλο (καπιταλισμός, κοινωνία) καθορίζει το κάθε επιμέρους στοιχείο του.

Η επισήμανση του Αλτουσέρ ότι ποτέ δεν φτάνει η μοναχική στιγμή του καθορισμού σε τελική ανάλυση17 επέτρεψε σε μεταγενέστερους σχολιαστές να αμφισβητήσουν τη δυνατότητα καθορισμού της δομής από μια «βαθμίδα».18 Κατά τη γνώμη μας, πρέπει να ριζοσπαστικοποιηθεί με αμφισβήτηση της ίδιας της έννοιας της βαθμίδας. Η στιγμή της τελικής ανάλυσης δεν φτάνει ποτέ, διότι δεν υπάρχει καθοριστική βαθμίδα, όπως ο Άγιος Βασίλης δεν εμφανίζεται ποτέ αυτοπροσώπως διότι δεν υπάρχει. Εκείνο που υπάρχει, κατά την άποψή μας, είναι η δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με ταυτόχρονη δράση των θεωρούμενων ως βαθμίδων του.

Αυτό επιτρέπει να διατυπώσουμε τη θέση της λειτουργικής ταυτότητας των τριών στοιχείων (σύντηξη και συγχρονία των βαθμίδων). Η θέση αυτή δείχνει το άτοπο της κριτικής ότι στο νεοφιλελευθερισμό κυριαρχεί η οικονομία και άρα χρειαζόμαστε περισσότερη πολιτική («δημοκρατία») για να επέλθει μια ριζική κοινωνική αλλαγή.19 Παρομοίως μη πειστική είναι η θέση ότι Το Κεφάλαιο του Μαρξ είναι έργο προεχόντως πολιτικό και όχι οικονομικό, και άρα στον όρο «πολιτική οικονομία», η έμφαση δίνεται στην πρώτη λέξη. Αυτή η θεώρηση υποστηρίζεται με το επιχείρημα πως Το Κεφάλαιο, «δείχνει ότι οι πολιτικές δυνάμεις είναι η καθοριστική αιτία, ή η αναγκαία προϋπόθεση μιας οικονομικής διαδικασίας, της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου» (Löwy, 2009: 70), ή πάντως «είναι ένα βιβλίο για την ιδεολογία [...] για το κράτος και την ηγεμονία» (Σωτήρης, 2017: 36).

Ανάλογα προβλήματα, οφειλόμενα στη σιωπηρή αποδοχή της διάκρισης βαθμίδων, έχουν αποφάνσεις του τύπου: οι αλλαγές στην οικονομία αλλάζουν το δίκαιο ή, αντιστρόφως: «απαιτούνται βαθιές νομικές μεταρρυθμίσεις για να ορθοποδήσει η οικονομία». Τέτοιες φράσεις επαναλαμβάνονται αδιάκοπα στα ΜΜΕ και στα πολιτικά προγράμματα, αλλά δεν ανταποκρίνονται στη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ας σκεφθούμε την περίπτωση μιας νομοθετικής αλλαγής που επιφέρει μείωση της εργασιακής προστασίας. Από περιγραφική άποψη μπορεί να πούμε ότι συγκεκριμένες εξελίξεις οικονομικών δεικτών και αιτήματα των καπιταλιστών («οικονομία») κινητοποιούν τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα που λαμβάνουν την πολιτική απόφαση να αλλάξουν τη νομοθεσία και στη συνέχεια τα νομοθετικά όργανα υλοποιούν και τα εκτελεστικά και δικαστικά εφαρμόζουν αυτή την αλλαγή. Από δομική άποψη όμως αυτή η δράση διαφορετικών θεσμών και παραγόντων δεν επιχειρεί να αλλάξει την οικονομία. Επιχειρεί να μεταβάλει την παρούσα σύντηξη οικονομίας, πολιτικής και δικαίου που εγγυάται ορισμένα εργατικά δικαιώματα και να την αντικαταστήσει με μια άλλη. Εάν ο εργαζόμενος διαμαρτυρηθεί, η απάντηση θα είναι ότι η νέα ρύθμιση ισχύει οικονομικά, νομικά και πολιτικά, ακριβώς όπως στο παρελθόν ίσχυε μια άλλη.

Αυτό οδηγεί στην πρότασή μας να αναφερθούμε στην EconPoliLaw ως έκφραση της καπιταλιστικής δομής, ως ταυτόχρονη κίνηση των στοιχείων της.

Εάν συνδυάσουμε τη θέση της σύντηξης των βαθμίδων με τη χρηματική θεωρία της αξίας (Μηλιός et al., 2005: 37-119) μπορούμε να πούμε ότι: εμπόρευμα, χρήμα, κανόνας δικαίου και πολιτική απόφαση με τον ταυτόχρονα «αφηρημένο» και πολύ συγκεκριμένο δραστικό χαρακτήρα τους είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένα φαινόμενα σε μια καπιταλιστική κοινωνία (στο ίδιο: 135).

Μπορεί βεβαίως να διεξαχθούν ιστορικές έρευνες περί του πώς διαμορφώθηκε το εμπόρευμα, το χρήμα, το δίκαιο και η σφαίρα της επαγγελματικής πολιτικής σε ορισμένη κοινωνία, ποιες οι μεταβολές που υπέστησαν, ποιος ο ρόλος του κράτους στη διαμόρφωσή τους.20 Το κρίσιμο είναι πως σήμερα πρόκειται για φαινόμενα που, καίτοι έχουν μια διακριτή ταυτότητα στην κοινωνία, δεν μπορεί να καταταγούν μονοσήμαντα στο επίπεδο της οικονομίας, της πολιτικής ή του δικαίου (θέση της έλλειψης λειτουργικής διάκρισης) και δεν μπορεί να κρίνουμε ποιο επίπεδο δημιούργησε και καθορίζει το άλλο (θέση της συγχρονίας).

Η πλέον αναμενόμενη ένσταση στη θέση μας είναι ότι υπάρχουν διαφορετικοί μηχανισμοί που δρουν οικονομικά, πολιτικά ή νομικά με σαφέστατο λειτουργικό διαχωρισμό. Το ειρηνοδικείο είναι προφανώς διαφορετικό από τη σοκολατοποιία και από το πολιτικό κόμμα. Αντιστοίχως, υπάρχουν άτομα εξειδικευμένα σε δεδομένη δραστηριότητα που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πολιτική, οικονομική, νομική. Αυτά είναι ορθά, αλλά ενδιαφέρουν όποιον κάνει κοινωνιολογία των επαγγελμάτων και θεσμών, ερευνώντας τις μεταξύ τους διαφορές, στο πρότυπο της συγκριτικής μελέτης των συνθηκών εργασίας και της ιδεολογίας γιατρών, δικηγόρων και μηχανικών. Αλλά δεν ενδιαφέρει το μελετητή της δομής των καπιταλιστικών κοινωνιών.


3. Υπάρχει μαρξιστική θεωρία του δικαίου (Θέση 3)


Η τυπική απόδειξη της θέσης βασίζεται στο ότι έχουν δημοσιευθεί και εξακολουθούν να δημοσιεύονται πάμπολλα κείμενα μαρξιστικής θεωρίας του δικαίου. Η θεωρία αυτή αναλύεται σε ειδικές δημοσιεύσεις, 21 και έχει ιδιαίτερο κεφάλαιο σε εγχειρίδια φιλοσοφίας και θεωρίας του δικαίου.22 Μια απλή έρευνα στο google εμφανίζει 500.000 αναφορές σε «marxism and law» και 90.000 σε «marxist theory of law».

Η ουσιαστική απόδειξη μπορεί να δοθεί με την ανάλυση των βασικών περιεχομένων αυτής της θεωρίας και της ικανότητάς τους να ερμηνεύσουν το δίκαιο του καπιταλισμού στην εσωτερική δομή του. Θα αναφερθούμε εδώ στο δίκαιο ως σύνολο θεσμών και νομικών πρακτικών με την περιγραφική έννοια της λειτουργίας μηχανισμών που αποβλέπουν στην παραγωγή νομικών αποφάσεων. Αυτό δεν αμφισβητεί την ισχύ του EconPoliLAw, δεδομένου ότι η θέσπιση και εφαρμογή του δικαίου είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας μηχανισμών που έχουν, από δομική άποψη, οικονομικά, πολιτικά και νομικά στοιχεία.


3.1. Το δίκαιο του κεφαλαίου είναι ενιαίο


Παρά την λαβυρινθώδη πολυμορφία και μεταβλητότητα στο χρόνο, το δίκαιο του κεφαλαίου έχει ενότητα. Αυτό επιτρέπει στον Μαρξ να αναφέρεται στο «δίκαιο» ως κάτι ενιαίο και όχι σε δίκαια συγκεκριμένων τόπων και χρόνων. Με τις αναφορές στο δίκαιο εν γένει, η μαρξιστική θεωρία του δικαίου εμφανίζεται ως μακροθεωρία. Σκοπός της είναι να αναλύσει πώς και για ποιους λόγους το νομικό σύστημα του κεφαλαίου εμφανίζει ενότητα παρά τις διαφορές στις ισχύουσες ρυθμίσεις και στις εθνικές παραδόσεις.

Σε αμιγώς περιγραφικό επίπεδο τα δίκαια είναι διαφορετικά. Έχουν ωστόσο ενότητα στο βασικό περιεχόμενο και στη λειτουργία τους. Όπως επισημαίνει ο συγκριτολόγος Konrad Zweigert, η προσέγγιση των ρυθμίσεων και δικαστικών πρακτικών για το ίδιο ζήτημα σε διαφορετικά νομικά συστήματα πρέπει να γίνεται με βάση το «τεκμήριο ομοιότητας» (praesumptio similitudinis), ακόμη και όταν οι διαδικασίες και τα όργανα απόφασης διαφέρουν μεταξύ τους, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα είναι συνήθως παρόμοια.23 Τα διαφορετικά εθνικά δίκαια έχουν ενότητα στο βασικό περιεχόμενο (εγγύηση των κανόνων λειτουργίας του καπιταλισμού με τις πιο ποικίλες μεθόδους). Οι διαφορές βρίσκονται σε επίπεδο εννοιών και θεσμών και όχι στο αποτέλεσμα, την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής εξουσίας με εγγύηση των θεμελιακών στοιχείων της.

Αυτό εξηγεί τις πάμπολλες αντιγραφές νομικών ρυθμίσεων από τη μια χώρα στην άλλη και τις τάσεις σύγκλισης των δικαίων. Το θετικό δίκαιο είναι σε μεγάλο βαθμό καθοριζόμενο από το προ-θετικό δίκαιο που έγκειται στην κυρίαρχη βούληση EconPoliLaw.24


3.2. Δικονομικό θεμέλιο. Το δίκαιο του κεφαλαίου οργανώνει τη συναίνεση


Είναι γνωστές οι αναλύσεις του Κεφαλαίου για την ατελεύτητη βία κατά την πρωταρχική συσσώρευση και για τους μηχανισμούς απαλλοτρίωσης των αγροτών από την ιδιοκτησία τους: «η ιστορία αυτής της απαλλοτρίωσής τους είναι γραμμένη με σημάδια αίματος και φωτιάς στα χρονικά της ανθρωπότητας», αποτελεί «κεφαλαιοποίηση του αίματος των παιδιών».25

Στο ίδιο πλαίσιο ο Μαρξ προτείνει έναν γενικό ορισμό του κράτους (και της οικονομίας) με ευθεία αναφορά στη βία ως θεμέλιο και μέσον:


«Αυτές οι μέθοδοι βασίζονται κατά ένα μέρος στην πιο άγρια βία, π.χ. στο αποικιοκρατικό σύστημα. Ωστόσο πάντοτε χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη και οργανωμένη κοινωνική βία, για να επιταχύνουν, σε θερμοκηπιακές συνθήκες, τη διαδικασία μετασχηματισμού του φεουδαλικού σε καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και για να να συντομεύσουν τις μεταβάσεις. Η βία βοηθάει στον τοκετό της κάθε παλιάς κοινωνίας που εγκυμονεί την καινούρια. Και η ίδια η βία είναι οικονομική δύναμη» (Marx, 1972: 779).


Τέτοιες αναλύσεις είναι ορθές και δεν έχουν χάσει την επικαιρότητά τους δεδομένων των τόσων περιπτώσεων «απαλλοτρίωσης» δικαιωμάτων των λαϊκών τάξεων με τις ευλογίες του νόμου, όπως δείχνει και η περίπτωση των μνημονιακών πολιτικών στην Ευρώπη. Ενέχουν όμως τον κίνδυνο να γίνει αντιληπτό το δίκαιο του κεφαλαίου ως βίαιο, βασιζόμενο στην καταστολή, ως μηχανισμός που παράγει διώξεις, πόνο και τιμωρίες, μηχανισμό που καταστρέφει ταυτότητες και επιβάλλει νέες (ο ελεύθερος αγρότης μετατρέπεται σε προλετάριο ή ζητιάνο).

Αυτή η εντύπωση βρίσκεται στη βάση των καταγγελιών νομικών πρακτικών που καταπιέζουν, βασανίζουν, αποκλείουν, τραυματίζουν και σκοτώνουν. Προφανώς οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους βασίζουν τη δράση τους στην απειλή άσκησης βίας. Αρκεί να διαβάσουμε τις ειδήσεις της μέρας ή να επισκεφθούμε μια φυλακή για να διαπιστώσουμε ότι το δίκαιο in action βρίσκεται πολύ μακριά από τους απολογητικούς λόγους περί ειρήνης και δικαιοσύνης μέσω του δικαίου:


«Αποσιωπώντας τον καταστροφικό χαρακτήρα του δικαίου και αποκρύπτοντας τη βία μέσω ερμηνείας, η θεωρία του δικαίου ενθαρρύνει σιωπηρά τις κρατικές αρχές στο να αγνοούν τις αιματηρές συνέπειες των κρατικών πράξεων και τις ταλαιπωρίες που επιφέρουν. Μετασχηματίζοντας αυτή την απόκρυψη σε συνθήκη νομιμότητας του δικαίου, μεγάλο μέρος της νομικής θεωρίας τελικά ευνοεί αυτή την αδιαφορία, με αποτέλεσμα να συνεχίζει τη δράση της η βία του δικαίου».26


Το στοιχείο της βίας και του φόβου κυρώσεων, δηλαδή ο πολλαπλός πόνος που προκαλεί το δίκαιο, δεν συνοψίζει τη λειτουργία του. Εάν το δίκαιο προκαλούσε απλώς πόνο και φόβο, εάν μόνον κατέστρεφε ζωές, περιουσίες και υπολήψεις (στιγματισμός) δεν θα υπήρχαν λόγοι συναίνεσης των θυμάτων του που στην πρώτη ευκαιρία θα εξεγείρονταν. Το δίκαιο συνιστά θεμελιακά μηχανισμό παραγωγής νόμιμης εξουσίας, κοινωνικής συναίνεσης και ειρήνευσης.

Αυτή η θέση περιγράφει τον τρόπο λειτουργίας του δικαίου και το σκοπό του, την κατά το δυνατόν ευχερέστερη επιβολή των αστικών συμφερόντων («δίκαιο του κεφαλαίου» κατά τη Θέση 1).

Κρίσιμη είναι η έννοια της νομιμοποίησης μέσω διαδικασίας που επεξεργάσθηκε ο Λούμαν με βάση τη θεώρηση του Μαξ Βέμπερ (Luhmann, 1999). Ο σεβασμός των προβλεπόμενων διαδικασιών στην πολιτική, στη διοίκηση και στις δικαστικές διενέξεις επιτρέπει τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων και διευκολύνει την αποδοχή των αποφάσεών τους. Ο εμπλεκόμενος σε μια δικαστική διαμάχη θα δεχθεί με μεγαλύτερη στωικότητα την καταδίκη εάν έχει λάβει δικηγορική στήριξη, έχει συμμετάσχει στις διάφορες φάσεις αποδείξεων και επιχειρηματολογίας και του έχει δοθεί η δυνατότητα προσφυγής σε ανώτερα δικαστήρια. Αν η ίδια ακριβώς καταδίκη του επιβληθεί τελεσίδικα από έναν δικαστή 24 ώρες μετά το αδίκημα θα συναντήσει μεγάλες αντιδράσεις.

Ανάλογη είναι η νομιμοποιητική λειτουργία του δικαίου στο πλαίσιο της «μεγάλης» πολιτικής. Η κυβέρνηση Τσίπρα (2015-...) ασκεί με συγκριτικά μεγάλη ευκολία (έλλειψη αντιδράσεων) την ίδια πολιτική που αντιμετώπισε βίαιες λαϊκές αντιδράσεις στην περίοδο της κυβέρνησης του (με ρωμαϊκή έννοια) δικτάτορα Παπαδήμου (2011-2012) ή στην αδύναμης πλειοψηφίας και πολιτικά ετερόκλητη κυβέρνηση Σαμαρά (2012-2105). Και η κυβέρνηση Τσίπρα χάνει σταδιακά τη νομιμοποίησή της, στο μέτρο που καθιστά σαφές ότι δεν σέβεται την λαϊκή εντολή.

Εδώ υπάρχει μια δυσχερής διαλεκτική που συνήθως αγνοείται στις αντιπαραθέσεις μεταξύ ρεφορμισμού και δογματισμού, σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Το κρίσιμο δεν είναι να τοποθετηθούμε υπέρ ή κατά της διατήρησης ορισμένης εκδοχής του δικαίου ούτε να το αξιολογήσουμε ταξικά, αλλά να κατανοήσουμε την εξόχως θετική (παραγωγική) λειτουργία του.

Το δίκαιο οργανώνει και τυποποιεί τις διαδικασίες νομιμοποίησης των αποφάσεων και κάποιου βαθμού λαϊκής συμμετοχής αποφεύγοντας τόσο τον αυταρχισμό όσο και την πραγματική δημοκρατία. Συνιστά μέσο νομιμοποίησης και συναίνεσης, χωρίς αυτό να καταργεί το δυναμικό βίας που είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση του καπιταλισμού και την αναπαραγωγή του.

Οι νομικοί μηχανισμοί νομιμοποίησης μέσω διαδικασίας διευκολύνουν την αποδοχή των αποφάσεων με βάση ένα φαινόμενο μετάθεσης. Εκείνο που θεωρείται εύλογο ως αποτέλεσμα της διαδικασίας εμφανίζεται και ουσιαστικά εύλογο. Το κατηγόρημα της διαδικασίας μεταφέρεται στο αποτέλεσμα με βάση τις ακόλουθες (ιδεολογικά πειστικές) ταυτίσεις:

Δίκαιη δίκη = δίκαιο αποτέλεσμα.

Δημοκρατικά εκλεγμένοι νομοθέτες = δημοκρατική νομοθεσία.

Nομιμοποιημένη από το λαό κυβέρνηση = κυβέρνηση που αποφασίζει με βάση τα λαϊκά συμφέροντα.

Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ αναφέρεται στη «σιωπηλή βία που ασκούν οι οικονομικές σχέσεις», (Marx, 1972: 765), επιβάλλοντας στους μισθωτούς τη βούληση του κεφαλαιοκράτη. Αν εξαιρέσουμε την προβληματική αναφορά σε «οικονομικές σχέσεις» αντί στο EconPoliLaw, η παρατήρηση του Μαρξ είναι απόλυτα ορθή. Η συναίνεση υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό τη βία με εσωτερίκευση του καταναγκασμού που σταθεροποιεί τη νομότυπη συμπεριφορά των ατόμων και συμβάλλει στην ομαλή αναπαραγωγή του καπιταλισμού.


3.3. Ουσιαστικό θεμέλιο. Ισότητα και ελευθερία


Η ελευθερία και η ισότητα που διακηρύσσονται σε όλα τα νομικά κείμενα δεν είναι απλή ιδεολογική πρακτική (και φυσικά δεν είναι απάτη ή ψέμα). Αμφότερες αποτελούν δομικά στοιχεία του δικαίου στον καπιταλισμό.

Πρέπει να εννοήσουμε τη διττή σημασία που έχει η ισότητα στον καπιταλισμό. Λειτουργεί ως ένα είδος αίθουσας με παραμορφωτικούς καθρέφτες που αλλοιώνει τις εικόνες. Το δίκαιο υπόσχεται και πραγματοποιεί μεταβολές, που δεν είναι ριζικές, αλλά περιορισμένες και προσωρινές. Προστατεύει τους αλλοδαπούς, αλλά τους μεταχειρίζεται ως εχθρούς όταν αλλάξει η συγκυρία. Προστατεύει τις γυναίκες μέσω θετικών διακρίσεων, αλλά δεν θίγει τα θεμέλια της πατριαρχίας. Οργανώνει τις παροχές ενός κοινωνικού κράτους, για να ρυθμίσει ακολούθως την αποδόμησή του.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την ελευθερία. Το δίκαιο δεν εμποδίζει κάποιον να αγοράσει κοσμήματα μυθώδους αξίας, άρα εγγυάται την ελευθερία του. Αλλά εμποδίζει το φτωχό να αφαιρέσει από το σούπερ μάρκετ σαμπουάν αξίας πέντε ευρώ και δεν θεωρεί ότι αυτή η απαγόρευση συνιστά εμπόδιο στην ελευθερία του.

Με βάση την εννοιολογική διάκριση μεταξύ έννοιας και θεώρησης μπορούμε να πούμε ότι η έννοια (concept) της ελευθερίας και της ισότητας μετατρέπεται σε μια συγκεκριμένη θεώρηση (conception) που καθορίζεται από τη δομή του καπιταλισμού, με αφετηρία και θεμέλιο την εκμετάλλευση και με αποτέλεσμα την κοινωνική ανισότητα.

Σε μαρξιστικό πλαίσιο υπάρχουν τρεις ερμηνείες (και ταυτόχρονα συγκεκριμενοποιήσεις) της σχέσης του δικαίου με την ελευθερία και την ισότητα.


α) Οι Μαρξ και Ένγκελς έγραφαν πως «οι κυρίαρχες ιδέες σε κάθε περίοδο είναι οι ιδέες της άρχουσας τάξης» (Marx, Engels, 1972: 46). Θεωρούμε ότι συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η ιδεολογία καθολικεύει το φαντασιακό των κυριαρχούμενων και όχι των κυρίαρχων:


«Η κυρίαρχη ιδεολογία σε μια δεδομένη κοινωνία είναι πάντα μια συγκεκριμένη καθολίκευση του φαντασιακού των κυριαρχούμενων: οι έννοιες που αναπτύσσει είναι η δικαιοσύνη, η ελευθερία και η ισότητα, η εργασία, η ευτυχία κλπ., των οποίων η δυνητικά καθολική σημασία οφείλεται ακριβώς στο ότι ανήκει στο φαντασιακό ατόμων των οποίων οι συνθήκες ζωής είναι εκείνες των μαζών ή του λαού» (Balibar, 1991: 114-115).


Στις κυρίαρχες ιδεολογικές πρακτικές εκφράζονται και «υλοποιούνται» τα ιδανικά που ο Μπαλιμπάρ συνόψισε στην καθοριστική για τη μαρξιστική θεωρία του δικαίου έννοια της ισοελευθερίας (Balibar, 2010).


β) Εκτός της ιδεολογικής τους σημασίας, η ελευθερία και η ισότητα είναι οι βασικές μορφές κοινωνικής επικοινωνίας στον καπιταλισμό. Είναι οι μορφές που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και την κοινωνική δράση, ξεκινώντας από το ότι οι εμπορευματοκάτοχοι πρέπει να είναι ίσοι μεταξύ τους και ελεύθεροι να ανταλλάξουν εμπορεύματα εάν, όπως και όταν το επιθυμούν (Πασουκάνις, 1985: 115-126).

Όπως έγραφε ο Μαρξ στα Grundrisse:

«Μ’ αυτό λοιπόν τον τρόπο τίθεται η απόλυτη ελευθερία του ατόμου: Αυτόβουλη συναλλαγή. Καμιά βία από καμιά πλευρά. Η βία υπάρχει ως μέσο ή τίθεται στην υπηρεσία του μόνο ως μέσο, για να τεθεί το ίδιο το άτομο ως αυτοσκοπός, ως το κυρίαρχο και υπερβατικό [...]. Η ισότητα και η ελευθερία δεν είναι λοιπόν μόνο σεβαστές στην ανταλλαγή, που στηρίζεται σε ανταλλακτικές αξίες, αλλά η ανταλλαγή ανταλλακτικών αξιών είναι η παραγωγική, πραγματική βάση κάθε ισότητας και ελευθερίας [...]. Αναπτυγμένες σε νομικές, πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις είναι απλά αυτή η βάση σε έναν διαφορετικό εκθέτη» (Μαρξ, 1989: 41).


γ) Το δίκαιο είναι εργαλείο κρατικής παρέμβασης για τον έλεγχο και τον περιορισμό επιθυμιών και επιδιώξεων. Την ίδια στιγμή που απαγορεύει στους μισθωτούς να θίξουν την ιδιοκτησία των καπιταλιστών, απαγορεύει στους καπιταλιστές να επιδιώκουν την αύξηση του κέρδους τους με συμπίεση μισθών και δικαιωμάτων των εργαζομένων πέρα από ένα όριο. Το σε ποιο βαθμό συμβαίνει αυτό, εξαρτάται από τους συσχετισμούς δύναμης. Αλλά από δομική άποψη το δίκαιο έχει πάντοτε λειτουργία εξασφάλισης συμφερόντων των εργαζομένων με σκοπό την καλύτερη αναπαραγωγή της εργατικής τους δύναμης, εξασφαλίζοντας σταθερότητα και μειώνοντας τις αμφισβητήσεις. Πρόκειται για τη λειτουργία του κράτους που ενέπνευσε στον Ένγκελς τον όρο «ιδεατός συλλογικός καπιταλιστής»:


«Το σύγχρονο κράτος, οποιαδήποτε μορφή και αν παίρνει, είναι θεμελιακά μια καπιταλιστική μηχανή, κράτος των καπιταλιστών, ο ιδεατός συλλογικός καπιταλιστής» (Engels, 1986: 222).

3.4. Τρόπος λειτουργίας του δικαίου – ρύθμιση, κύρωση, απόκρυψη


Το δίκαιο ρυθμίζει (ορθότερα: θεσμίζει) τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Αυτή η διαπίστωση δεν έχει κάτι ιδεαλιστικό, όπως πίστευε ο Πασουκάνις. Εκφράζει τη λειτουργία του δικαίου απέναντι στις αβεβαιότητες, διαμάχες και αμφισβητήσεις. Μια δεδομένη διαμόρφωση της κοινωνικής παραγωγής απαιτεί συγκεκριμένες απαντήσεις, ρυθμίσεις και πρακτικές. Το ύψος του βασικού μισθού, το ποσοστό ενός φόρου, το όριο ηλικίας, το ωράριο εργασίας και χιλιάδες άλλα ζητήματα δεν μπορεί να λυθούν με συζήτηση και συμβιβασμό ούτε βέβαια με αναμονή του «οικονομικού καθορισμού σε τελική ανάλυση». Απαιτείται νομική ρύθμιση πριν τεθεί σε λειτουργία οποιαδήποτε μηχανή. Πληρώνουμε 1, 40 στο μετρό των Αθηνών όχι διότι αυτό είναι ορθό, ανταποκρινόμενο στην αξία ή στα κόστη παραγωγής ή αποτέλεσμα συναίνεσης των εμπλεκομένων, αλλά διότι η τιμή αυτή καθορίσθηκε από μια σειρά νομικών κανόνων. Και αυτοί οι κανόνες καθορίζουν το περιεχόμενο και τον τρόπο επιβολής κυρώσεων σε όποιον δεν πληρώνει το εν λόγω τίμημα.

Προεκτείνοντας τον αφορισμό του Μαρξ σύμφωνα με τον οποίο δεν μπορούμε να πιάσουμε ψάρια σε θάλασσα που δεν έχει ψάρια (Marx, 1972: 196), είναι εξίσου αδύνατο να υπάρξει το καπιταλιστικό εμπόρευμα «ψάρι» χωρίς προϊσχύοντες νομικούς κανόνες σχετικά με το επιτρεπτό της αλιείας (άδεια, περίοδος, περιοχή, τρόπος αλιείας), την απόκτηση και μεταβίβαση της κυριότητας του ψαριού, τους όρους υγιεινής στην ψαραγορά κ.λπ.

Το γεγονός ότι το δίκαιο καθιστά δυνατή την καπιταλιστική παραγωγή είναι σημαντικός παράγοντας της νομιμοποίησής του. Στη θέση των διαφωνιών, των συγκρούσεων και της ανασφάλειας, το δίκαιο προσφέρει (σχετική) ασφάλεια και προβλεψιμότητα. Η αναγνώριση αυτής της θετικής, διαπλαστικής λειτουργίας του δικαίου δείχνει πόσο εσφαλμένη είναι η εξίσωση του δικαίου με τη βία.

Την ίδια όμως στιγμή που το δίκαιο ρυθμίζει τις καπιταλιστικές κοινωνίες, συμβάλλει και στην απόκρυψη της πραγματικής δομής τους (Althusser 1995: 90). Αυτό συμβαίνει, κατά πρώτο λόγο, με τον πολιτικό και φιλοσοφικό λόγο που συνδέει το δίκαιο με τη δικαιοσύνη και τα λοιπά ιδανικά, καθώς και με τη χρήση της νομικής γλώσσας που δυσκολεύει την κατανόηση των νομικών αποφάσεων και τους παρέχει αίγλη επιστήμης.

Κατά δεύτερο λόγο, η απόκρυψη επέρχεται μέσω της εφαρμογής του δικαίου. Η ερμηνεία επικαλείται στη δικαστική πράξη τις πιο ποικίλες μεθόδους, συχνά γίνεται και χωρίς μέθοδο, εμποδίζοντας την αντικειμενική και ελεγχόμενη εφαρμογή, ιδίως όταν υπάρχει πολιτική πίεση για υιοθέτηση ορισμένης ερμηνείας σε «ευαίσθητες» περιπτώσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη ασφάλειας και προβλεψιμότητας και την υποκειμενική χειραγώγηση του δικαίου στην πρακτική του εφαρμογή. Η νομική μορφή και το λεξιλόγιο της απόφασης αποκρύπτουν την πολιτική σκοπιμότητα και τη χειραγώγηση που η κριτική ανάλυση μπορεί να καταδείξει.

Κατά τρίτο λόγο, το δίκαιο αποκρύπτει την κοινωνική επιλεκτικότητα τόσο στη νομοθεσία όσο και στην εφαρμογή. Οι τράπεζες έχουν διαφορετική μεταχείριση από τον «καταναλωτή» (εργαζόμενο), όπως θα δούμε στη συνέχεια εξετάζοντας μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Παρομοίως, το ποινικό δίκαιο και οι μηχανισμοί εφαρμογής του αποβλέπουν στον εγκλεισμό φτωχών, αλλοδαπών και ναρκομανών, όπως δείχνει οποιαδήποτε στατιστική φυλακών. Με ανάλογο τρόπο, το δίκαιο εφαρμόζεται στις γυναίκες, στις εθνικοπολιτιστικές μειονότητες, σε κοινωνικά αδύναμες ομάδες και (στις χώρες της Αμερικής) στους ινδιάνους και μαύρους.


4. Η επικαιρότητα των θέσεων του Μαρξ για το δίκαιο στο παράδειγμα της νομολογίας για την ευρωπαϊκή κρίση


Προκειμένου να ελέγξουμε την επικαιρότητα των μαρξιστικών θέσεων για το δίκαιο, το πιο ενδεδειγμένο είναι να αναλύσουμε τη δυνατότητά τους να περιγράφουν σύγχρονα νομικά φαινόμενα. Θα ήταν δυνατόν να επιλέξουμε πολλά παραδείγματα από διάφορες χώρες και κλάδους του δικαίου. Λόγω του πολιτικού ενδιαφέροντος επικεντρωνόμαστε στο ζήτημα της μνημονιακής κρίσης με ανάλυση της δικαστικής πλευράς.27 Θα εξετάσουμε αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων σχετικά με την οικονομική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση που δείχνουν τη σχέση του δικαίου με την αναπαραγωγή της κεφαλαιακής κυριαρχίας, επιβεβαιώνοντας τις θέσεις που διατυπώσαμε.


4.1. Το νομικό πρόβλημα και οι δικαστικές απαντήσεις


Τα τελευταία χρόνια άτομα και συνδικαλιστικές οργανώσεις προσέφυγαν στα δικαστήρια σε πολλές χώρες, στην προσπάθειά τους να ανατρέψουν τις αντιλαϊκές πολιτικές και νομικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της λεγόμενης δημοσιονομικής κρίσης. Βασικό αίτημα ήταν η ακύρωση νομικών πράξεων που τους στέρησαν κεκτημένα μισθολογικά ή προνοιακά δικαιώματα και περιόρισαν παροχές του κοινωνικού κράτους.

Δύο ήταν τα βασικά επιχειρήματα. Πρώτον, η αντισυνταγματικότητα της σχετικής νομοθεσίας, θέση που είχε υποστηριχθεί επίμονα από νομικούς σε διάφορες χώρες.28 Η μνημονιακή νομοθεσία προσέβαλε συνταγματικά δικαιώματα, ιδίως την ισότητα καθώς και περιουσιακά δικαιώματα. Επέβαλε μονομερή πολιτική μείωσης εισοδημάτων με τρόπο που θίγει την αρχή της αναλογικότητας και με καταχρηστική επίκληση της κατάστασης ανάγκης και του δημοσίου συμφέροντος.

Το δεύτερο επιχείρημα ήταν ότι τα δικαιώματα που κατοχύρωναν τα εθνικά Συντάγματα ως εκφράσεις της λαϊκής κυριαρχίας περιορίσθηκαν με εντολή των δανειστών και διαφόρων αντιδημοκρατικών οργανώσεων καπιταλιστών, όπως το ΔΝΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες. Εκείνοι διατύπωσαν τους νέους νόμους και τα εθνικά Κοινοβούλια απλώς συμφώνησαν μέσω πολιτικού εκβιασμού και με συνοπτικές διαδικασίες, που καθιστούν τη νομοθεσία παρωδία, αναιρώντας ουσιαστικά την κρατική κυριαρχία.

Θα παρουσιάσουμε εδώ ορισμένες αποφάσεις.29


4.2. Πορτογαλία


Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας αποφάσισε το 2011 (Acórdão 396) ότι οι αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών και συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων είναι συνταγματικές με βάση τρία επιχειρήματα. Είναι παροδικές, είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί δημοσιονομική ισορροπία και δεν θίγουν την αρχή της ισότητας, καίτοι αφορούν μόνον δημοσίους υπαλλήλους. Η ειδική θέση των δημοσίων υπαλλήλων που αμείβονται πάνω από το μέσο όρο και υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον δικαιολογεί μεγαλύτερες περικοπές σε σχέση με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους.30

Μετά από σειρά αποφάσεων σε αυτή την κατεύθυνση, το Δικαστήριο άλλαξε εν μέρει στάση το 2012 (Acórdão 35331 ). Εξετάζοντας τη συνταγματικότητα του νόμου περί προϋπολογισμού του 2012, το δικαστήριο θεώρησε ότι δεν δικαιολογούνται νέες μειώσεις που αυτή τη φορά έθιγαν το 13ο μισθό και το επίδομα διακοπών. Θεώρησε ότι παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας διότι οι νέες μειώσεις ξεπερνούν το όριο του ευλόγου και της ισότητας μειώνοντας σημαντικά το εισόδημα. Καίτοι ακύρωσε αυτό το μνημονιακό μέτρο, το Συνταγματικό Δικαστήριο επέμενε στην ανάγκη να ακολουθηθούν οι κανόνες λιτότητας και δεν αμφισβήτησε τις λοιπές περικοπές. Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται το ρόλο του ως ένα είδος ελεγκτή που απαγορεύει τις υπερβολές.32 Δεν συζητά εναλλακτικές λύσεις και τρόπους κατανομής των βαρών της κρίσης, θεωρώντας ότι αυτό είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη.33


4.3. Ελλάδα

Το ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε σειρά αποφάσεων για τα Μνημόνια. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 668 του 2012 που εξέτασε τη συνταγματικότητα περικοπών σε συντάξεις και μισθούς.34 Το Δικαστήριο έκρινε τα μέτρα συνταγματικά με τα εξής επιχειρήματα.

- Η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη πρέπει να γίνει σεβαστή. Ο δικαστικός έλεγχος είναι επικουρικός και εξετάζει μόνον εάν ένα μέτρο είναι προφανώς απρόσφορο για τη δημοσιονομική προσαρμογή.35

- Οι μειώσεις ήταν αναγκαίες για να αποφευχθεί το χειρότερο που θα ήταν η πτώχευση του ελληνικού κράτους.36

Ακολούθησε σειρά αποφάσεων, στις οποίες ανάλογες αιτιάσεις των πολιτών απορρίφθηκαν με παρόμοια επιχειρήματα (1283 του 2012, 37 1116 του 2014, 38 1117 του 201439 ).

Μια αλλαγή κατεύθυνσης, ανάλογη με τη σημειωθείσα στην Πορτογαλία, έκανε το Συμβούλιο της Επικρατείας στις αποφάσεις 2.287-2.290 του 2015 σχετικά με μειώσεις συντάξεων.40 Το δικαστήριο κήρυξε αντισυνταγματικές ορισμένες μειώσεις με τα εξής βασικά επιχειρήματα:

- Τα μέτρα λιτότητας πρέπει να τηρούν τις αρχές της αλληλεγγύης και της αναλογικότητας και να μην είναι μονομερή ή ιδιαίτερα επαχθή.

- Όταν οι περικοπές είναι οριστικές πρέπει να γίνει μελέτη των συνεπειών τους και των εναλλακτικών λύσεων, διότι χωρίς τέτοια μελέτη τα μέτρα είναι αντισυνταγματικά.

Παρά ταύτα, η κήρυξη αντισυνταγματικότητας ορισμένων περικοπών συντάξεων δεν απέκτησε αναδρομικό αποτέλεσμα για να μην επιβαρυνθούν υπερβολικά τα κρατικά ταμεία.

4.4. Ιταλία


Παρόμοια στάση ακολούθησε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας. Στην απόφαση 70 του 201541 εξέτασε αν είναι συνταγματικό το λεγόμενο Διάταγμα Salva Itália του 2011 που, μεταξύ άλλων, μείωνε τα ποσοστά αναπροσαρμογής των συντάξεων (άρθρο 24, παρ. 25 του decreto legge της 6-12-2011), καταργώντας το σύστημα αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής που ίσχυε από το 1965.

Κατά το δικαστήριο, η πρόβλεψη θίγει τα δικαιώματα των συνταξιούχων και ιδίως όσων ελάμβαναν χαμηλότερες συντάξεις και υφίσταντο μείωση δυσανάλογη προς το εισόδημά τους. Αυτό θεωρήθηκε αντισυνταγματικό με βασικό επιχείρημα το ότι η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη δεν μπορεί να θίξει το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η απόφαση έδωσε αφορμή για πλήθος πολιτικών αντιδράσεων, αλλά στην ουσία η επέμβαση είναι περιορισμένη, στις περιπτώσεις που το δικαστήριο θεωρεί ότι η κρατική πολιτική ξεπερνά κάποια ακραία όρια.


4.5. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων


Η κυρία Ιωάννα Κουφάκη προσέφυγε κατά της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και την προσφυγή αυτή ακολούθησε μια παρόμοιου περιεχομένου της ΑΔΕΔΥ, θεωρώντας ότι τα μνημονιακά μέτρα έθιγαν ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνει η σύμβαση, ιδίως τα περιουσιακά δικαιώματα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου: «Έκαστο φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της περιουσίας του. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου».

Το Δικαστήριο χρειάστηκε ελάχιστες σελίδες για να απορρίψει ομόφωνα και κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς.42 Το πρώτο επιχείρημα ήταν η ελευθερία κρίσης και απόφασης των κρατών σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής, με την επισήμανση ότι οι εθνικές αρχές γνωρίζουν καλύτερα από ένα διεθνές δικαστήριο ποια μέτρα είναι κατάλληλα για την αντιμετώπιση κρίσεων. Το Δικαστήριο μπορεί να παρέμβει μόνον εάν τα μέτρα «στερούνται προδήλως εύλογης βάσης» (σκέψη 31).

Το δεύτερο επιχείρημα αφορούσε το ότι δεν επήλθε στέρηση της ιδιοκτησίας των υπαλλήλων που υπέστησαν μειώσεις, αλλά απλός περιορισμός, ο οποίος δεν απαγορεύεται από το Πρωτόκολλο (σκέψη 34).

Και το Δικαστήριο καταλήγει: «η μείωση του μισθού της πρώτης προσφεύγουσας δεν είναι τέτοιου βαθμού που να θέτει την προσφεύγουσα αντιμέτωπη με δυσκολίες διαβίωσης ασύμβατες προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Ενόψει των ανωτέρω και του ειδικότερου πλαισίου της κρίσης, η επίδικη επέμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει ένα υπερβολικό βάρος στην προσφεύγουσα» (σκέψη 46).

Με απλά λόγια, ενόσω η κυρία Κουφάκη δεν πεθαίνει της πείνας, τα ανθρώπινα δικαιώματά της γίνονται απόλυτα σεβαστά και δεν πρέπει να ενοχλεί τους δικαστές του Στρασβούργου με μεμψιμοιρίες.


4.6. Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Για πολλά χρόνια, οι ισπανικές τράπεζες επέβαλαν στους καταναλωτές δανειακές συμβάσεις που προέβλεπαν ως εγγύηση την υποθήκη και τη λεγόμενη clausula suelo. Η ρήτρα αυτή προέβλεπε ότι ο οφειλέτης θα βαρύνεται με ένα προκαθορισμένο ελάχιστο επιτόκιο, ανεξάρτητα από τη διακύμανση των τιμών αγοράς του ακινήτου.

Τα ισπανικά δικαστήρια θεώρησαν ότι η εν λόγω ρήτρα είναι παράνομη, αλλά δεν υποχρέωσαν τις τράπεζες να επιστρέψουν αναδρομικά τα όσα οι καταναλωτές κατέβαλαν αχρεωστήτως, θεωρώντας ότι οι τράπεζες «καλόπιστα» απαιτούσαν αυτή τη ρήτρα και εισέπραταν τα ποσά.

Μετά από παραπομπή της υπόθεσης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης εξέτασε την επιρροή της αρχής της καλής πίστης στη σύμβαση. Με την απόφαση της 21-12-2016 (C 154/15 και συνεκδικαζόμενες υποθέσεις) θεώρησε ότι η μη αναδρομική επιστροφή του ποσού παραβιάζει το άρθρο 6, 1 της Οδηγίας 93/12/CEE σχετικά με τις παράνομες ρήτρες σε συμβόλαια εταιρειών με καταναλωτές. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι τράπεζες έπρεπε να επιστρέψουν το συνολικό ποσό (4, 2 δις ευρώ).43

Με τη συλλογιστική αυτή, ο εργαζόμενος που κλέβει το σαμπουάν διαπράττει έγκλημα, ενώ οι τράπεζες που παράνομα καρπώνονται δισεκατομμύρια απολαμβάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης και αντιμετωπίζονται με «ευαισθησία» από τα δικαστήρια. Η παράβαση του νόμου εκ μέρους των ισχυρών έχει ως μόνο κίνδυνο να αναγκαστεί να επιστρέψει μετά από χρόνια (και ίσως εν μέρει μόνο) το ποσό που καρπώθηκε παράνομα. Χωρίς να αποκλείεται το κράτος να συνδράμει τις αναξιοπαθούσες τράπεζες. Δύο μέτρα και δύο σταθμά με βαθυστόχαστη νομική επιχειρηματολογία.


4.7. Η δικαστική επίρρωση του δικαίου του κεφαλαίου


Βάση των νομικών ιδεολογιών και πρακτικών είναι η δικαστική ανεξαρτησία που εγγυάται την αδέκαστη εφαρμογή του νόμου και των λοιπών ιδανικών του «κράτους δικαίου». Αυτό μας φαίνεται αδιανόητο από εννοιολογική άποψη. Εάν θεωρήσουμε ότι ο δικαστής εφαρμόζει τον νόμο, τότε είναι απόλυτα εξαρτημένος από το δίκαιο του κεφαλαίου. Βρίσκεται δηλαδή στην υπηρεσία της κυρίαρχης τάξης που επέβαλε τους κανόνες, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, όπως ο υπάλληλος που εκτελεί μια παραγγελία ανεξάρτητα από τις προσωπικές προτιμήσεις του. Το να εμφανίζεται αυτό ως δικαστική ανεξαρτησία συνιστά αντιστροφή της σημασίας των λέξεων.

Εάν εννοήσουμε, αντιθέτως, ότι ο δικαστής εφαρμόζει ό, τι ο ίδιος θεωρεί ως δίκαιο ανεξαρτήτως νόμων, τότε εφαρμόζει ένα εναλλακτικό πρόγραμμα κοινωνικής ρύθμισης, στο πρότυπο του Γάλλου «καλού δικαστή» Magnaud που με τις αποφάσεις του προστάτευε τους κατατρεγμένους. Αυτό δεν δηλώνει ωστόσο ανεξαρτησία, αλλά αυθαιρεσία, παραβίαση των καθηκόντων του, κατάχρηση εξουσίας.

Αυτό δείχνει ότι η δικαστική ανεξαρτησία συνιστά φενακιστική έννοια. Οι δικαστές πάντα εξαρτώνται από ένα κανονιστικό πρόγραμμα. Στις συνηθισμένες υποθέσεις (easy cases), εφαρμόζεται η νομική πρόβλεψη, η οποία, όπως είδαμε, έχει αποτελέσματα απόκρυψης και επιλεκτικότητας. Αποκρύπτει τις πραγματικές σχέσεις εξουσίας και εφαρμόζει το δίκαιο με τους φακούς της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Διαφορετική είναι η κατάσταση στις υποθέσεις που θεωρούνται «δύσκολες», λόγω μεγάλης αμφισβήτησης στα πραγματικά περιστατικά ή στη νομική βάση (hard cases). Εδώ τα δικαστήρια χρησιμοποιούν αόριστες έννοιες: αναλογικότητα, ισότητα, κατάσταση ανάγκης, επιείκεια, αλληλεγγύη, δημόσιο συμφέρον, καλή πίστη, «περιστάσεις».

Αυτός ο τρόπος επιχειρηματολογίας επιτρέπει τη νομιμοποίηση των πιο ποικίλων αποφάσεων, ανάλογα με τις προτιμήσεις του δικαστή και την πολιτική πίεση που δέχεται. Και επιτρέπει στους δικαστές να αποδεχθούν αποφάσεις των άλλων εξουσιών με αξιοσέβαστο νομικό περικάλυμμα. Ποικίλες δικονομικές και ουσιαστικές κατασκευές αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Στις υποθέσεις της ευρωπαϊκής κρίσης που παρουσιάσαμε, τα δικαστήρια ακολουθούν την εξής συλλογιστική πορεία.

Αρχικά, ασκούν ένα ρόλο ηθικολόγου, εξαίροντας βασικές αρχές όπως η ισότητα και η αλληλεγγύη και τονίζοντας ότι τα βάρη της κρίσης πρέπει να μοιράζονται με δίκαιο τρόπο. Ακολούθως, επισημαίνουν ότι ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να είναι περιορισμένος, σεβόμενος τη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη, η οποία απορρέει από τη δημοκρατική του νομιμοποίηση και την αρχή της διάκρισης εξουσιών. Σε ένα τρίτο στάδιο, επισημαίνουν ότι σε περιόδους κρίσης είναι καθοριστικό νομικό επιχείρημα ο κίνδυνος πτώχευσης του κράτους και η ανάγκη για περικοπές και δημοσιονομική ισορροπία που δικαιολογούν «θυσίες» συμφερόντων και δικαιωμάτων. Πρόκειται για το επιχείρημα ανάγκη-εξαίρεση. Είναι γνωστό ότι οι πολιτικοί καταφεύγουν κατά κόρο στο επιχείρημα της κατάστασης ανάγκης για να δικαιολογήσουν τα μνημονιακά μέτρα, ως «αναγκαία» όπως το πικρό φάρμακο.44 Τα δικαστήρια χρησιμοποιούν το ίδιο επιχείρημα για να παραβιάσουν ισχύοντες κανόνες, και τους δίνουν νομική αίγλη αναφερόμενοι στο επιχείρημα της αναλογικότητας που εξετάζει (και συνήθως επιβεβαιώνει) τον εύλογο και πρόσφορο χαρακτήρα των περιορισμών.

Περαιτέρω βασικό επιχείρημα είναι το δημόσιο συμφέρον. Πρόκειται για μια τελείως αφηρημένη ρήτρα που χρησιμοποιείται για να υποβαθμίσει την προσβολή ατομικών δικαιωμάτων. Το δημόσιο συμφέρον θεωρείται ρητά ή σιωπηρά ανώτερο από το ατομικό και προσφέρει τη βάση για δικαιολόγηση των μέτρων.45 Το γιατί τα μνημονιακά μέτρα εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και όχι τα συμφέροντα συγκεκριμένων τάξεων και ατόμων δεν εξηγείται από τα δικαστήρια. Αρκεί η παραπομπή στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη.

Με βάση αυτά τα έωλα επιχειρήματα τα δικαστήρια αποφασίζουν ότι τα μέτρα που θίγουν δικαιώματα είναι συνταγματικά, επιβεβαιώνοντας την απόφαση των άλλων εξουσιών. Μια συγκριτική εξέταση της νομολογίας έδειξε ότι υπάρχει ομοφωνία σε διάφορες χώρες της ΕΕ. Τα δικαστήρια, αγνοώντας ενίοτε την προηγούμενη νομολογία τους, αποδέχονται γενικά τα μνημονιακά μέτρα, δημιουργώντας ένα διακρατικό «μέτωπο» με βάση το δημόσιο συμφέρον και την κατάσταση ανάγκης και χρησιμοποιώντας την αρχή της αναλογικότητας ως απλό πρόσχημα (τα μέτρα δεν είναι «προδήλως» δυσανάλογα, οι πολίτες δεν πεθαίνουν της πείνας) (Contiades, 2013: 14, 32-33).

Ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας οδηγεί στη ακύρωση μνημονιακών νόμων μόνο σε κραυγαλέες περιπτώσεις περιορισμού δικαιωμάτων και πραγματοποιώντας οριακές διορθώσεις. Και σε αυτές όμως τις περιπτώσεις, η κυβέρνηση αγνοεί τη δικαστική εντολή. Αυτό συνέβη στην Ιταλία, όπου μετά από την προαναφερθείσα απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η κυβέρνηση Renzi επέστρεψε μέρος μόνον των οφειλομένων στους συνταξιούχους, αποκλείοντας εκείνους που λάμβαναν μεγαλύτερες συντάξεις και βαφτίζοντας την επιστροφή «bonus».46

Παρά τις μεγαλοστομίες και τις φιλοσοφικές θεωρήσεις περί ιδιαιτερότητας της δικαστικής εξουσίας και της νομικής επιχειρηματολογίας, η ανάλυση της δικαστικής δραστηριότητας δείχνει ότι πρόκειται για puppets που ακολουθούν τις προσταγές του master, του κεφαλαιακού τρόπου παραγωγής (Λουνάρντι, 2012). Αποκλίνουν από τις αποφάσεις των λοιπών κρατικών οργάνων σε σπάνιες περιπτώσεις, με σκοπό να διατηρήσουν ελπίδες των λαϊκών στρωμάτων. Επιτρέπουν «αναπνοές» που διατηρούν τη συναίνεση εν μέσω της συστηματικής και διαρκούς επίθεσης του κράτους κατά των εργαζομένων (Δημούλης και Λουνάρντι, 2016).


Βιβλιογραφία


Althusser Louis (1986), Pour Marx. Paris: La Découverte.

Althusser Louis (1995), Sur la reproduction. Paris: PUF.

Balibar, Étienne (1991), Écrits pour Althusser, Paris: La Découverte.

Balibar, Étienne (2010), La proposition de l'égaliberté. Essais politiques 1989-2009. Paris: PUF.

Bogdandy Armin von (2016), Comparative Constitutional Law as a Social Science? A Hegelian Reaction to Ran Hirschl’s Comparative Matters. MPIL Research paper series, 2016-9.

Brown Wendy (2015), Undoing the Demos. Neoliberalism´s Stealth Revolution. New York: Zone Books.

Clemenceau Georges (1898), Un bon juge. L’Aurore 14-3-1898 (http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k701513q/f1.item.langFR.zoom).

Collins Hugh (1986), Marxism and Law. Oxford: Oxford University Press.

Contiades Xenophon (2013), How Constitutions Reacted to the Financial Crisis. Ιn Contiades Xenophon (ed.), Constitutions in the Global Financial Crisis. A Comparative Analysis. Syrrey: Ashgate, 9-59.

D’Auria, Aníbal (2005), Política y derecho en Niklas Luhmann y Jürgen Habermas. In D’Auria Aníbal, Venier Carlos. Derecho y política. Buenos Aires: La Ley: 133-140.

Douzinas Costas (2010), Adikia. On Communism and Rights. In Douzinas Costas, Zizek Slavoj (eds.). The Idea of Communism. London: Verso.

Engels, Friedrich (1986), Die Entwicklung des Sozialismus von der Utopie zur Wissenschaft (1880). Marx-Engels Werke, Bd. 19. Berlin: Dietz.

Ferrajoli Luigi (2007), Principia iuris, v. I. Roma: Laterza.

Fabbrini Federico (2016), Economic Governance in Europe. Comparative Paradoxes, Constitutional Challenges. Oxford, Oxford University Press.

Fine, Bob (1986), Democracy and the Rule of Law. London: Pluto.

Gephart Werner (1993), Gesellschaftstheorie und Recht. Das Recht im soziologischen Diskurs der Moderne. Frankfurt/M.: Suhrkamp.

Grau Eros Roberto (2000), O direito posto e o direito pressuposto. São Paulo: Malheiros.

Hinarejos Alicia (2015), The Euro Area Crisis in Constitutional Perspective. Oxford: Oxford University Press.

Hobsbawm Eric (1965), Introduction In Marx Karl, Pre-Capitalist Economic Formations. New York: International Publishers.

Ípola Emilio de (2012), Althusser, l’adieu infini. Paris: PUF.

Krauth Stefan (2013), Kritik des Rechts. Stuttgart: Schmetterling.

Lenin Wladimir (1982), Über die Gewerkschaften. Die gegenwärtige Lage und die Fehler Trotzkis (1920). In Lenin Werke 32. Berlin: Dietz: 1-21.

Löwy Michael (2009), Politique. In Duménil Gérard et al., Lire Marx. Paris: PUF: 7-91.

Luhmann Niklas (1997), Das Recht der Gesellschaft. Frankfurt/M.: Suhrkamp.

Marx Karl (1972), Das Kapital. Bd. I (1867). Berlin: Dietz.

Marx Karl (1978), Die Berliner "National-Zeitung" an die Urwähler (1849). Marx-Engels-Werke 6. Berlin: Dietz.

Marx Karl (1982), Die Eröffnung des Arbeiterparlaments – Das englische Kriegsbudget (1854). Marx-Engels-Werke 10. Berlin: Dietz.

Marx Karl, Engels Friedrich (1972), Die deutsche Ideologie (1845-1846). Marx-Engels-Werke 3. Berlin: Dietz.

Marx Karl, Engels Friedrich (1980), Manifest der Kommunistischen Partei (1848). Marx-Engels-Werke 4. Berlin: Dietz.

Maihofer Andrea (1992), Das Recht bei Marx. Zur dialektischen Struktur von Gerechtigkeit, Menschenrechten und Recht. Baden-Baden: Nomos.

Mattei Ugo, Nader Laura (2008), Plunder. When the Rule of Law is Illegal. New York: Blackwell.

Michel Jacques (1983), Marx et la société juridique. Paris: Publisud.

Miéville China (2005), Between Equal Rights. A Marxist Theory of International Law. Chicago: Brill.

Morfino Vittorio (2015), The concept of structural causality in Althusser. Crisis and Critique, 2(2): 87-107.

Morrison Wayne (2006), Filosofia do direito. São Paulo: Martins Fontes.

Pashukanis Evgeni (1980), Lenin and Problems of Law.In Beirne Piers, Sharlet Robert (eds.). Pashukanis: Selected writings on Marxism and Law. London: Academic Press.

Przeworski Adam (2004), The Last Instance. Are Institutions the Primary Cause of Economic Development?. European Journal of Sociology, 45-2: 164-188.

Reiner Robert (2002), Classical Social Theory and Law, In Penner James et al. (eds.), Jurisprudence and Legal Theory. London: Butterworths, 230-278.

Sarat Austin (2001), Situating law between the realities of violence and the claims of justice. In Sarat Austin (ed.). Law, violence and the possibility of justice. Princeton: Princeton University Press.

Texier Jacques (1998), Révolution et démocratie chez Marx et Engels. Paris: PUF.

Tsakyrakis Stavros (2017), Justice Unrobed: Judicial Review of Austerity Measures in Portugal. e-Pública: Revista Eletrónica de Direito Público, 4-1.

Tuori Kaarlo, Tuori, Klaus (2014), The Eurozone Crisis. A Constitutional Analysis. Cambridge: Cambridge University Press.

Varga Csaba (ed.) (1993), Marxian Legal Theory. New York: New York University Press.

Zweigert Konrad (1973), Die “praesumptio similitudinis” als Grundsatzvermutung rechtsvergleichender Methode. In Rotondi Mario (ed.), Inchieste di diritto comparato, v. II. Padova: Cedam, 735-758.


Δημούλης Δημήτρης (2001), Το δίκαιο της πολιτικής. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Δημούλης Δημήτρης, Λουνάρντι Σοράγια (2016), Κράτη κατά εργαζομένων. Αθήνα: Ταξιδευτής.

Καλτσώνης Δημήτρης (2014), Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία. Αθήνα: Τόπος.

Καλτσώνης Δημήτρης (2016), Τι είναι το κράτος; Τι δημοκρατία χρειαζόμαστε; Αθήνα: Τόπος.

Κατρούγκαλος Γιώργος (2012), Η κρίση και η διέξοδος. Αθήνα: Λιβάνης.

Κατρούγκαλος Γιώργος (2014), Μνημόνια, ατομικά δικαιώματα και δημοκρατία: η έκλειψη του Συντάγματος. http://katrougalos.gr.

Luhmann Niklas (1999), Νομιμοποίηση μέσω διαδικασίας. Αθήνα: Κριτική.

Λουνάρντι Σοράγια (2012), Το κράτος και ο master of puppets. Βαβυλωνία, τ. 7.

Μάνεσης Αριστόβουλος (1980), Συνταγματικό δίκαιο Ι. Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.

Μαρκαντωνάτου Μαρία (2012), Το κράτος της δημοσιονομικής κρίσης και οι ρητορικές της έκτακτης ανάγκης, του οικονομικού πολέμου και της υποχώρησης της κυριαρχίας, Θέσεις, τ. 118: 59-82.

Μαρξ Καρλ (1989), Για το κράτος (μτφ. Τ. Κυπριανίδη). Αθήνα: Εξάντας.

Μηλιός Γιάννης (1996), Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάξεων. Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις.

Μηλιός Γιάννης et al. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Αθήνα: Νήσος.

Οικονομάκης Γιώργος (2008), Ζητήματα (κριτικής της) πολιτικής οικονομίας, μέρος Β΄. Θέσεις, τ. 103: 123-162.

Πασουκάνις, Εβγκένι (1985), Μαρξισμός και δίκαιο. Αθήνα: Οδυσσέας.

Πασουκάνις Γιεβγκένι (2017), Οικονομία και νομική ρύθμιση, Θέσεις, τ. 141.

Ρούμπιν Ισαάκ (2015), Μελέτες για τη θεωρία του χρήματος στον Μαρξ (μτφ. Δ. Δημούλης, Τ. Κυπριανίδης). Αθήνα: Εκτός Γραμμής.

Σκοπετέα Έλλη (1988), Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Αθήνα: Πολύτυπο.

Σωτήρης Παναγιώτης (2017), Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο στα 150! Θέσεις, τ. 139: 33-45.

Τσίρος Νικόλαος (2005), Κοινωνιολογικοί αναστοχασμοί για το πολιτικό και το δίκαιο. Η συστημική θεωρία του Niklas Luhmann. Αθήνα: Σάκκουλας.



 

1 Ανεπτυγμένη μορφή εισήγησης στο Συνέδριο «150 χρόνια, Καρλ Μαρξ “Το Κεφάλαιο”», Αθήνα 14-15 Ιανουαρίου 2017 που οργανώθηκε από το περιοδικό Θέσεις και το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, με γενικό οργανωτή τον Γιάννη Μηλιό, τον οποίο ευχαριστούμε ξανά και θερμά για την πρόσκληση.

2 Ο όρος «δίκαιο του κεφαλαίου» δεν συναντάται στη βιβλιογραφία, σε αντίθεση με την πληθώρα αναφορών σε «καπιταλιστικό» και «αστικό» δίκαιο. Εντοπίσαμε μόνον μια εκδήλωση του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ που είχε ως τίτλο “Das Recht des Kapitals” (http://www.rosalux.de/event/44859/das-recht-des-kapitals.html).

3 Η συζήτηση στρέφεται γύρω από τον Πασουκάνις που υποστήριξε με επιμονή τη θέση περί μαρασμού του δικαίου στην κομμουνιστική κοινωνία (Πασουκάνις, 1985: 69-72, 134-138, Πασουκάνις, 2017). Βλ. σχετικά Collins, 1982: 100-123, Fine, 1986: 155-169, Δημούλης, 2001: 500-503, Miéville, 2005: 97-113.

4 Luhmann, 1997: 38-110. Βλ. για την προσέγγισή του Gephart, 1993: 97-126, Τσίρος, 2005.

5 Αλέξης Τσίπρας στη Βουλή των Ελλήνων, 8-2-2015: «Είμαστε κάθε λέξη από το Σύνταγμα αυτής της χώρας. Σε αυτό το Συνταγμα ορκιστήκαμε, αυτό το Σύνταγμα θα υπηρετήσουμε […] δικαιώνοντας τα οράματα, τις αξίες, τους αγώνες, τις θυσίες του ελληνικού λαού» (http://www.avgi.gr/article/10811/5296927).

Κάπως ρεαλιστικότερη η αποχαιρετιστήρια ομιλία του Barack Obama, 10-1-2017: «Μια τάξη βασισμένη όχι μόνο στη στρατιωτική δύναμη και στις εθνικές εντάξεις, αλλά δομημένη σε αρχές, στην κυριαρχία του νόμου, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην ελευθερία θρησκείας, λόγου, συνένωσης και στον ανεξάρτητο τύπο [...]. Γι’ αυτό τον λόγο τελειώσαμε με τα βασανιστήρια, δουλέψαμε για να κλείσει το Γκουαντάναμο και μεταρρυθμίσαμε τους νόμους μας σχετικά με τις παρακολουθήσεις, προκειμένου να εγγυηθούμε την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις ατομικές ελευθερίες»

(https://www.nytimes.com/2017/01/10/us/politics/obama-farewell-address-speech.html).

6 Μεταξύ πολλών Σταμάτης και Τάκης, 2015: 6-9, 21-26, 52-65.

7 Δεν πρόκειται για χαριτολογία. Ο διάσημος Γερμανός καθηγητής νομικής von Bogdandy έγραψε πρόσφατα: «the following considerations are based upon a Hegelian understanding of law as an expression of “normative spirit”» (2016: 2), παραπέμποντας σε έργα των τελευταίων ετών που αντιλαμβάνονται το δίκαιο ως ενσάρκωση της ελευθερίας και το κράτος ως επίγεια θεότητα.

8 Αναλυτικά Texier, 1998.

9 Κριτική ανάλυση σε Μηλιό, 1996: 130-138, 144-149.

10 http://w2.vatican.va/content/benedict-xvi/en/speeches/2011/september/documents/hf_ben-xvi_spe_20110922_reichstag-berlin.html.

11 http://www.odigostoupoliti.eu/nomos-43342015-rithmisis-gia-sinapsi-simfonias-me-ton-ems.

12 http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=724180.

13 Pashukanis, 1980: 147. Παρομοίως Πασουκάνις, 2017.

14 Είναι παράδοξη η θέση του Miéville, 2005: 88, 95-96 ότι κατά τον Πασουκάνις η «νομική μορφή» και η «νομική σχέση» ανήκουν στη βάση και όχι στην υπερδομή, στην οποία εντάσσει μόνον το δικαστικό μηχανισμό.

15 Το απόσπασμα του Λένιν έχει ως εξής: «δεν είναι τυχαίο το ότι ο σ. Μπουχάριν και εγώ γράψαμε στην απόφαση του 9ου Συνεδρίου του ΚΚΡ σχετικά με τα συνδικάτα ότι η πολιτική αποτελεί την πλέον συμπυκνωμένη μορφή της οικονομίας». Lenin, 1982: 15.

16 Η αινιγματική φράση της «συμπύκνωσης» μπορεί να σημαίνει και το αντίθετο. Ότι η πολιτική εκφράζει ποικίλες οικονομικές διεκδικήσεις (και όχι μόνο τη δομή του τρόπου παραγωγής), αλλά έχει πάντα ως θεμελιακό στοιχείο μια οικονομική διεκδίκηση. Αυτό αφήνει να εννοηθεί μια φράση του Πασουκάνις («Η πραγματική δυναμική της ανάπτυξης ενός νέου οικονομικού σχηματισμού αντανακλάται πάντα στην παραβίαση των `καθιερωμένων` κανονικών ποσοστών αναπαραγωγής. Αυτή η παραβίαση επέρχεται λόγω της πίεσης που ασκούν οι οργανωμένες ταξικές δυνάμεις και πρωταρχικά το κράτος (η πολιτική είναι `συμπυκνωμένη οικονομία`» – Πασουκάνις, 2017). Σε αυτή τη θεώρηση, το πρόβλημα αντιστρέφεται, δεδομένου ότι η πολιτική αυτονομείται, μετατρεπόμενη σε βολονταρισμό.

17 «Η μοναχική ώρα της “τελικής ανάλυσης (instance)” δεν σημαίνει ποτέ, ούτε την πρώτη ούτε την τελευταία στιγμή (instant)» (Althusser, 1986: 113).

18 Ípola, 2012: 45-62, 66-68. Το κείμενο επικαλείται επανειλημμένα άρθρο του Alain Badiou με τίτλο Le (re)commencement du materialisme dialéctique, Critique, τ. 240, 1967, με αντικείμενο την κριτική του οικονομισμού.

19 Είναι κοινή πίστη των κριτικών του νεοφιλελευθερισμού το ότι πρόκειται για πρακτική που θέτει σε πρώτο πλάνο την οικονομία και αγνοεί την πολιτική. Βλ. Brown, 2015.

20 Ο Ρούμπιν υποστηρίζει, για παράδειγμα, ότι το χρήμα δημιουργήθηκε αυθόρμητα και όχι μέσω της κρατικής δράσης (2015: 88-98, 106-107).

21 Βλ. μεταξύ πολλών Collins, 1982, Michel, 1983, Fine, 1986, Maihofer, 1992, Varga, 1993, Krauth, 2013. Βλ. στα ελληνικά την – δυστυχώς απλουστευτική – παρουσίαση σε Καλτσώνη 2014 και 2016.

22 Βλ. π.χ. Reiner, 2002: 240-252, Morrison, 2006: 291-323.

23 Zweigert, 1973. Η θέση αυτή έχει πάντως συναντήσει κριτική στο πλαίσιο του συγκριτικού δικαίου.

24 Για το ζεύγος θετικό και προ-θετικό δίκαιο (direito posto, direito pressuposto), βλ. Grau, 2000.

25 Marx, 1972: 741-791 (τα αποσπάσματα από τη σ. 743).

26 Sarat, 2001: 3-4. Βλ. τα άφθονα παραδείγματα σε Mattei, Nader, 2008.

27 Σε ανάλογα αποτελέσματα θα οδηγούμασταν εάν αναλύαμε τις συνταγματικές και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που επήλθαν στις ίδιες χώρες, από τη συνταγματοποίηση της «δημοσιονομικής ισορροπίας» μέχρι τις λεπτομερείς διατάξεις για στέρηση δικαιωμάτων εργαζομένων και συνταξιούχων. Οι μελέτες σε Contiades (ed.). 2013 αναλύουν τόσο τη δικαστική όσο και τη νομοθετική πλευρά της ευρωπαϊκής κρίσης. Βλ. επίσης Tuori, Tuori (2014) και τις (απολογητικές) μελέτες των Hinarejos, 2015 και Fabbrini, 2016.

28 Βλ. μεταξύ πολλών Κατρούγκαλο, 2012. Είναι ενδεικτικό της κρατικιστικής δουλοπρέπειας των νομικών το ότι ο εν λόγω αντιμνημονιακός δικηγόρος και πανεπιστημιακός εφαρμόζει από το 2015, ως υπουργός πλέον, τα μνημονιακά μέτρα κατά των εργαζομένων και συνταξιούχων που εστηλίτευε ως παρασύνταγμα.

29 Οι παλαιότερες από τις εδώ εξεταζόμενες αποφάσεις καθώς και νομολογία από την Ισλανδία, Ιρλανδία και Λετονία αναφέρονται σε Contiades (ed.), 2013.

30 http://www.tribunalconstitucional.pt/tc/acordaos/20110396.html. «Δεν υπάρχουν σαφείς λόγοι για διαφορετική κρίση και βρισκόμαστε εντός των “όρίων της θυσίας” που εγγυάται η προσωρινότητα και το ύψος των μειώσεων, πρέπει να αποδεχθούμε ότι είναι ένας θεμιτός και αναγκαίος τρόπος για μείωση των κρατικών δαπανών στην παρούσα συγκυρία και με σκοπό τη δημοσιονομική εξισορρόπηση [...]. Ενόψει αυτού του σκοπού, όποιος αμείβεται με δημόσιους πόρους δεν βρίσκεται σε ίση θέση με τους λοιπούς πολίτες και άρα η πρόσθετη θυσία που επιβάλλεται [...] δεν συνιστά αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση».

31 http://www.tribunalconstitucional.pt/tc/acordaos/20120353.html. Παρόμοιο το σκεπτικό της απόφασης 187 του 2013 σχετικά με τη συνταγματικότητα του προϋπολογισμού του 2013

(http://www.tribunalconstitucional.pt/tc/acordaos/20130187.html) και της 413 του 2014 για τον προϋπολογισμό του 2014

(http://www.tribunalconstitucional.pt/tc/acordaos/20140413.html). Βλ. επίσης τις αντισυνταγματικότητες που διαπίστωσε το Δικαστήριο σε νομοσχέδια με τις αποφάσεις 862 του 2013 (http://www.tribunalconstitucional.pt/tc/acordaos/20130862.html) και 574 του 2014 (http://www.tribunalconstitucional.pt/tc/acordaos/20140574.html). Άλλες αποφάσεις αναφέρονται σε http://www.jornaldenegocios.pt/economia/financas-publicas/detalhe/as_10_decisoes_mais_relevantes_do_tribunal_constitucional_desde_2011.

32 «Ενώ εισερχόμαστε στο τρίτο διαδοχικό οικονομικό έτος με προϋπολογισμό που εκτελεί το πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας, το επιχείρημα της άμεσης δραστικότητας των μέτρων αναστολής των βοηθημάτων δεν έχει πλέον επαρκή αξιολογική συνοχή για να δικαιολογήσει τη χειροτέρευση (σε σχέση με τον κρατικό προϋπολογισμό για το 2012) των επιπέδων αμοιβών στο δημόσιο τομέα». http://www.tribunalconstitucional.pt/tc/acordaos/20130187.html.

33 Ανάλυση και κριτική των αποφάσεων σε Tsakyrakis, 2017.

34 http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/668.htm.

35 «Άρ. 35. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεώς τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Εν όψει τούτων, με τα δεδομένα, που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι οι λόγοι, κατ’ επίκληση των οποίων επιχειρείται η περικοπή των αποδοχών και των επιδομάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των επιδομάτων εορτών και αδείας των συνταξιούχων των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν αρκούν για τη δικαιολόγηση, από της απόψεως αυτής, της αναγκαιότητας λήψεως των επιμάχων μέτρων και ότι με τα μέτρα αυτά επιδιώκεται αποκλειστικώς η εξυπηρέτηση των ταμειακών συμφερόντων του Δημοσίου».

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/668.htm.

36 «Άρ. 38. Η συγκεκριμένη δε αυτή μείωση των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων και των συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί ένα από περισσότερα μέτρα, η συνδυασμένη εφαρμογή των οποίων είναι, κατά την ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, που υπόκειται μόνον σε οριακό δικαστικό έλεγχο, αναγκαία, εν όψει των συντρεχουσών περιστάσεων, για την άμεση αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως της Χώρας και την αποτροπή του υπ’ αυτού διαπιστωθέντος κινδύνου χρεοκοπίας της Χώρας». http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/668.htm.

37 http://www.lawnet.gr/news/olomeleia-ste-suntagmatiko-to-mnimonio-gia-tis-perikopes-apodoxon-kai-suntaxiodotikon-paroxon-27548.htm.

38 http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/STE1116_14.htm.

39 http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/ste%201117_14.htm.

40 http://law-constitution.web.auth.gr/lina/files/ StE.ολομελεια_2287-2015.pdf.

41 http://www.cortecostituzionale.it/actionSchedaPronuncia.do?anno=2015&numero=70.

42 Ιωάννα Κουφάκη κατά Ελλάδος και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, προσφυγές υπ’ αρίθμ. 57665/12 57657/12, απόφαση της 31-8-2012. Ελληνικό κείμενο σε: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{"itemid":["001-166421"]}.

43 http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?docid=186483&mode=req&pageIndex=1&dir=&occ=first&part=1&text=&doclang=EL&cid=1347792.

44 Κριτική ανάλυση σε Μαρκαντωνάτου, 2012.

45 Έγραφε πριν από την υπουργοποίησή του ο Γ. Κατρούγκαλος (2014): «Η συνήθης δικαιολογητική βάση υιοθέτησης των μνημονιακών μέτρων από τους απολογητές τους, δεν συνίσταται τόσο στην άρνηση του επαχθούς χαρακτήρα τους, αλλά στην επίκληση της αναγκαιότητάς τους εν όψει της σωτηρίας της εθνικής οικονομίας, ως ζητήματος υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος».

46 “Pensioni, via libera al decreto. Rimborsi da 278 a 750 euro”. Corriere della sera, 18-5-2015. http://www.corriere.it/economia/15_maggio_18/pensioni-via-libera-decreto-legge-renzi-5449793a-fd57-11e4-b490-15c8b7164398.shtml.