«Αναπτυξιακός εκσυγχρονισμός» και Αριστερά
Τεύχος 21, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1987


«Αναπτυξιακός εκσυγχρονισμός» και Αριστερά
του Ανέστη Ταρπάγκου

1. Η μονιμοποίηση των μονεταριστικών κυβερνητικών επιλογών που αποκρυσταλλώθηκε με τις πρωθυπουργικές θέσεις στη Δ.Ε.θ. (σύνδεση μισθών - παραγωγικότητας, επανένταξη των προβληματικών επιχειρήσεων στη σφαίρα της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, νέες μορφές απασχόλησης κλπ.), σε συνδυασμό με την ανοιχτή συναίνεση που διακηρύχθηκε αμέσως μετά απ' τη δεξιά αντιπολίτευση της Ν.Δ., (και μάλιστα σ' ένα πνεύμα που βρίσκεται στην κατεύθυνση της «εθνικής αλληλεγγύης για την ανά όρθωση του τόπου» ανάμεσα στις αστικές συντηρητικές και μεταρρυθμιστικές δυνάμεις), αντί να συνοδευτεί και να αντιμετωπισθεί με μια κυριολεκτική «έκρηξη» κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης των αριστερών δυνάμεων, οδήγησε απεναντίας σε μια μετατόπιση του άξονα παρέμβασης τους προς ακόμη περισσότερο «μεταρρυθμιστικές» κατευθύνσεις. Ο κόσμος της Αριστεράς, το αριστερό λαϊκό κίνημα, μετά το μονεταριστικό καταιγισμό πυρών που δέχτηκε απ' τις δυνάμεις της αστικής διαχείρισης της κρίσης, βομβαρδίστηκε από μια ακατάσχετη «προτασεολογία» για την «ανάπτυξη» και τον «εκσυγχρονισμό» απ' τις δυνάμεις της παραδοσιακής (ΚΚΕ) και της νεομεταρρυθμιστικής (ΕΑΡ) Αριστεράς, με την προβολή των αντίστοιχων επεξεργασιών τους για την «Άμεση αναπτυξιακή πρόταση του ΚΚΕ για ορισμένα επείγοντα προβλήματα των εργαζομένων και της εθνικής οικονομίας» (Απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΕ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 17.9.1987), και τον «Αριστερό εκσυγχρονισμό για ανάπτυξη και δημοκρατία» (Πρόταση της ΕΑΡ για την έξοδο από την κρίση, Η ΑΥΓΗ, 16.9.1987). Οι δυο αυτές μορφές «προτασεολογίας», παρ' όλο που εντάσσονται, από πρώτη άποψη, σε μια διαμετρικά αντίθετη προοπτική (η πρώτη στην προοπτική της «αριστερής συμπαράταξης για την παλινόρθωση της αλλαγής» κι η δεύτερη στην προοπτική του «κυβερνητικού ρεαλισμού»), εντούτοις εμφανίζουν μια καταπληκτική ομοιότητα τόσο στο περιεχόμενο τους, όσο και στη λειτουργικότητα και σκοπιμότητα τους, εκφράζοντας δυο όψεις της ίδιας ανεπάρκειας που κρατάει αγκυλωμένες δυνάμεις του ελληνικού αριστερού κινήματος στη λογική του «μπλοκ της αλλαγής». Και οι δύο, από διαφορετική σκοπιά βέβαια, τοποθετούνται στο έδαφος της «αλλαγής», δηλαδή της δυνατότητας να διασφαλισθεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της εθνικής (αστικής) οικονομίας, σε καθεστώς καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, με την παράλληλη διατήρηση ορισμένων λαϊκών κοινωνικών συμφερόντων: ωστόσο όμως αυτή η λογική του «σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού» ήταν αυτή που χαρακτήρισε την κυβερνητική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ στην περίοδο 1981-84 και που όντας αδιέξοδη (αλλαγή μέσα απ' το κράτος - κυβερνητικός μεταρρυθμισμός κλπ.) οδηγήθηκε αναπότρεπτα, μέσα από την όξυνση της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, στις μονεταριστικές οικονομίες επιλογές, στην αναίρεση των μεταρρυθμιστικών επαγγελιών και στην καταστολή του λαϊκού εργατικού κινήματος (αναλυτικά Η. Ιωακείμογλου - Γ. Μηλιός, «Κρίση και λιτότητα: Η ανάκληση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου», ΘΕΣΕΙΣ, τεύχος 14).

2. Προτείνεται έτσι, κατ' αρχήν μια ολόκληρη σειρά μέτρων «εκσυγχρονιστικού» - «αναπτυξιακού» χαρακτήρα που δεν θέτουν ούτε κατά τρόπο σπερματικό αλλαγές τέτοιου τύπου που να βάλουν, έστω και προοπτικά, σε αμφισβήτηση τις δομές και λειτουργίες των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. «Ανάπτυξη νέων και σύγχρονων τεχνολογικά κλάδων παραγωγικών δραστηριοτήτων και προϊόντων» (πληροφορική μικροηλεκτρονική, τηλεπικοινωνίες κλπ.), «διοικητική και οικονομική αυτονόμηση των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα» που θα πρέπει να διαδραματίσει έναν «αναπτυξιακό και αναδιαρθρωτικό ρόλο», «εξυγίανση της αγοράς ώστε να ενθαρρύνονται οι ιδιώτες να αναλάβουν όσο από το έργο της προγραμματισμένης ανάπτυξης μπορούν να αναλάβουν, να προσελκύονται ξένα κεφάλαια και να οδηγούνται στις επιθυμητές κατευθύνσεις», «κλαδικά προγράμματα στήριξης, εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης των παραδοσιακών κλάδων», «νέα πλαίσια επιχειρηματικής δράσης σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραγωγικής ανασυγκρότησης». Η συνολική «κοινωνική παρέμβαση» που απαιτείται σ' αυτή την κατεύθυνση δεν γίνεται παρά γιατί «η συσσώρευση κερδών και οι νόμοι της αγοράς δεν αρκούν από μόνοι τους να εξασφαλίσουν τους αναγκαίους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης». Βέβαια, και οι δύο αυτοί πολιτικοί σχηματισμοί δεν παραλείπουν, κάπου στο περιθώριο του «αναπτυξιακού» τους οίστρου και του «εκσυγχρονιστικού» τους οργασμού, να υπομνήσουν και την αριστερή τους ιδιότητα: «Πιστεύουμε στη δυνατότητα της υπέρβασης και αγωνιζόμαστε για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας» (ΕΑΡ), «Υποστηρίζουμε ένα πρόγραμμα στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού, που να βρίσκεται σε ανταγωνιστική αντίθεση με τα κριτήρια, τους φορείς και όλη τη λογική του εξαρτημένου κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού» (ΚΚΕ). Αλλά προφανώς η διαδικασία αυτή της σοσιαλιστικής επαναστατικής αλλαγής δεν είναι «επικαιρότητα του ιστορικού παρόντος», δεν είναι η μοναδική δυνατή απάντηση των λαϊκών εργαζομένων δυνάμεων απέναντι στις καταστρεπτικές συνέπειες της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου και του εγχειρήματος υπέρβασης της με την ήττα του αριστερού εργατικού κινήματος: αυτή παραπέμπεται στο «ιστορικό υπερπέραν» και η πολιτική επιλογή που απομένει από εκεί και πέρα είναι σαφής και καθαρή: «Επιλέγουμε την καπιταλιστική ανάπτυξη γιατί υπάρχει κάτι χειρότερο απ' αυτήν: η καπιταλιστική υπανάπτυξη» (ΕΑΡ): «Επιλέγουμε το εθνικό διεκδικητικό αναπτυξιακό πλαίσιο (στη θέση της καθυστέρησης) - την παραγωγική αναδιάρθρωση της εθνικής οικονομίας (στη θέση των στρεβλών δομών της)» (ΚΚΕ): (Εν εκτάσει κριτική αυτής της οικονομίστικης παρέκκλισης της Αριστεράς ήδη από την έναρξη της κυβερνητικής διαχείρισης του ΠΑΣΟΚ: Γ. Μηλιός, «Εκσυγχρονισμός ή (και) οικονομική ανάπτυξη», ΘΕΣΕΙΣ, τεύχος 1).

3. Αυτή η «εκσυγχρονιστική αναπτυξιολογία» του αριστερού νεομεταρρυθμισμού, η ανοιχτή δηλαδή και ομολογημένη παρέκκλιση του «οικονομισμού», δεν μπορεί να μην έχει και τη «φιλολαϊκή» της επένδυση, τον «κοινωνικό βελτιωτισμό», που κι αυτός όμως ακόμη εμφανίζεται σήμερα εξαιρετικά αμβλυμμένος, έτοιμος να προσαρμοσθεί στις αναγκαίες «αναδιαρθρώσεις», «εξορθολογισμούς» κ«ι «ανασυγκροτήσεις». Κρίνεται έτσι, για παράδειγμα, αναγκαίο να διασφαλιστεί η απασχόληση των εργαζομένων και να προστατευθεί το παραγωγικό δυναμικό απ' τη μαζική ανεργία, αλλά εξίσου προκρίνεται ότι «σε συνθήκες καπιταλισμού η αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται σε ανεργία, ωστόσο όμως δεν θα αντιταχθούμε στην αναπόφευκτη και επιθυμητή τεχνική πρόοδο», που όντας σήμερα κάτω απ' τον αντικειμενικά υπαρκτό έλεγχο του κεφαλαίου οδηγεί αναπότρεπτα στην ομολογημένη διόγκωση της καταστροφής των ζωντανών παραγωγικών δυνάμεων (ανεργία)... Επιδιώκεται εξίσου η «καθιέρωση νέου τύπου συλλογικών διαπραγματεύσεων που να καλύπτουν όλο το φάσμα της παραγωγής (όροι εργασίας και παραγωγικότητα), έτσι ώστε να γίνεται δυνατή η μεταφορά εισοδημάτων από την κατανάλωση σε συγκεκριμένους παραγωγικούς στόχους με την συναίνεση των εργαζομένων - κοινωνικών φορέων»... Ακόμη δηλαδή κι αυτή η «φιλολαϊκή» χροιά που επιδιώκεται να δοθεί στον ανοιχτό αριστερό «οικονομισμό» εμφανίζεται οχυρωμένη στα τελευταία χαρακώματα μιας έσχατης παθητικής εργατικής άμυνας (διασφάλιση του ωραρίου, βελτίωση των συνθηκών εργασίας, σταθεροποίηση των «μισθών λιτότητας» με την αποτροπή της περαιτέρω μείωσης τους, σωστή εφαρμογή της τέταρτης βάρδιας κλπ.). Σε κάθε περίπτωση, και σ' αυτήν ακόμη την πλήρη εφαρμογή του αριστερού σχεδίου «αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού», η ενεργητική παρέμβαση των εργαζομένων στη σφαίρα της καπιταλιστικής εξουσίας (εργατικός έλεγχος στην επαναστατική προοπτική της αμφισβήτησης αποδόμησης ανατροπής του διευθυντικού δικαιώματος του κεφαλαίου) αποκλείεται κατά τρόπο κατηγορηματικό. Κι ακόμη περισσότερο, η εργατική τάξη εγκαλείται ιδεολογικά πολιτικά κοινωνικά να μετασχηματισθεί, από ταξική κοινωνική υποκειμενικότητα εξ ορισμού αντίπαλη στην καπιταλιστική κυριαρχία (τουλάχιστον στην οπτική της Αριστεράς), σε ενεργητικό παράγοντα προώθησης των διαδικασιών της «εθνικής ανάπτυξης - εκσυγχρονισμού» που παραμένουν κεφαλαιοκρατικές, δηλαδή σε δραστήριο μοχλό της υπεραξίωσης του κεφαλαίου (έχουμε ήδη προ πολλού αναλύσει αυτή την «σοσιαλδημοκρατική έγκληση» που απευθύνεται στους εργαζόμενους: Α. Ταρπάγκος, «Το αριστερό κίνημα απέναντι στην εργατική συμμετοχή», ΘΕΣΕΙΣ τεύχος 5).

4. Τέλος, στο καίριας σημασίας ζήτημα, πάνω στο έδαφος του οποίου θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η ίδια η τύχη της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, τη σύνδεση μισθών παραγωγικότητας, ουσιαστικά έμμεσα, αλλά με σαφήνεια, αναγνωρίζεται η «εθνική αναπτυξιακή» σημασία αυτής της ρύθμισης. Είτε πρόκειται για την «ενεργητική εξάρτηση της παραγωγικότητας από τις αμοιβές και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσα απ' αυτά τα κίνητρα» (ΕΑΡ), είτε πρόκειται για την αποδοχή «της σύνδεσης των μισθών με την απόδοση των εργαζομένων» υπό όρους, τη στιγμή που κρίνεται ότι είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση «να αυξηθεί η παραγωγικότητα στο επίπεδο των επιχειρήσεων, των κλάδων και συνολικά της οικονομίας» (ΚΚΕ), εκείνο που πραγματικά συμβαίνει και στις δύο περιπτώσεις είναι η έκφραση της κατ) αρχήν συναίνεσης στο ακραιφνώς κεφαλαιοκρατικό εγχείρημα εντατικοποίησης της μισθωτής παραγωγικής εργασίας. Γιατί ακριβώς η εισαγωγή και αποδοχή των κριτηρίων της «εθνικής οικονομικής ανάπτυξης εκσυγχρονισμού» στην προβληματική της σύνδεσης μισθών παραγωγικότητας, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το αριστερό εργατικό κίνημα στην ενεργητική στήριξη της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μέσα σε καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή στην ενίσχυση των διαδικασιών επέκτασης της οικονομικής του εκμετάλλευσης και της κοινωνικής του υποτέλειας.

5. Ουσιαστικά, η «αναπτυξιακή εκσυγχρονιστική» προτασεολογία δεν αποτελεί παρά την πολιτική έκφραση της αποδοχής της ήττας του αριστερού κινήματος στο κοινωνικό πεδίο την τρέχουσα διετία 1985-87: Δηλώνει την εγκατάλειψη του αντιμονεταριστικού διεκδικητικού εργατικού κινήματος μέσα απ' την πρόκληση της σταδιακής και συστηματικής του φθοράς, την απεμπόληση του ρόλου της Αριστεράς ως πολιτικού οργανωτή του μαζικού κινήματος των εργαζομένων (και του αντικαπιταλιστικού του προσανατολισμού). Όλα αυτά αντικαθίστανται μ' ένα άλμα στο «εκλογικό μέλλον» με την προβολή προτάσεων χωρίς αποδέκτη, τουλάχιστον απ' τη σκοπιά του αριστερού κοινωνικού κινήματος. Ο υποχωρητισμός αυτών των αριστερών δυνάμεων στο επίπεδο του εργατικού λαϊκού κινήματος, η απροθυμία τους να δράσουν πολιτικά για την πυροδότηση της δυναμικής ενός ευρύτατου μετώπου μαχητικού χαρακτήρα, με επίκεντρο την βιομηχανική εργατική τάξη (του ιδιωτικού και κοινωφελούς τομέα της οικονομίας), των ανέργων, των δυνάμεων της νεολαίας, των αγροτών εργαζομένων, έρχεται σήμερα να επισφραγισθεί και με την ολόπλευρη μεταστροφή στο πολιτικό επίπεδο προς την «αναδιάρθρωση της οικονομίας» και τον «εκσυγχρονισμό των θεσμών». Από καθαρά πολιτική άποψη οι «αναπτυξιακές εκσυγχρονιστικές» προτάσεις του ΚΚΕ και της ΕΑΡ βρίσκονται πολύ πιο πίσω κι απ' αυτές ακόμη τις κατευθυντήριες γραμμές του μεταρρυθμιστικού «Συμβολαίου με το Λαό» του ΠΑΣΟΚ στην φάση της κυβερνητικής αλλαγής του Οκτώβρη 1981. Μ' αυτού του είδους τη μεταρρυθμιστική «προτασεολογία» η Αριστερά, από μαχόμενη κοινωνικοπολιτική δύναμη αντιπαλότητας στη μονετατιριστική διαχείριση που επέβαλαν οι ανάγκες ανασυγκρότησης του κεφαλαίου μετατρέπεται σε μια «κοινωνικά απούσα» πολιτική δύναμη διατύπωσης εποικοδομητικών προτάσεων στο επίπεδο της κυβερνητικής εξουσίας, μέσα στον πολιτικό ορίζοντα της «αλλαγής». «Ποιος τέλος πάντων εισήγαγε σ' αυτή τη χώρα τη λογική της ανάπτυξης, της εκβιομηχάνισης, ποιος ήταν ο πολιτικός εκφραστής της αν όχι το ΚΚΕ, η Αριστερά;» (Γ. Δραγασάκης, «Προτάσεις ρεαλιστικές και συγκεκριμένες», ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 20.9.1987) - «Σήμερα η μεγάλη μάχη, η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται για το πού και πώς θα πάει ο εκσυγχρονισμός, των παραγωγικών δυνάμεων, των παραγωγικών σχέσεων, τομέων, κλάδων, μεθόδων διοίκησης, αλλαγής στα κέντρα των αποφάσεων« (Μ. Παπαγιαννάκης «Ο αριστερός δημοκρατικός εκσυγχρονισμός της ΕΑΡ», Η ΑΥΓΗ, 20.9.1987). Το ίδιο το περιεχόμενο αυτών των «αναπτυξιακών εκσυγχρονιστικών» προτάσεων, που είναι σχεδόν πανομοιότυπο (η διαφορά βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στο ύφος της διατύπωσης λόγω διαφορετικών ακροατηρίων: λαϊκό εργατικό του ΚΚΕ, μικροαστικό μικρομεσαιο της ΕΑΡ) δεν αποτελεί κανενός είδους πρωτοτυπία: πρόκειται για αντιγραφή, σε συνοπτική μορφή, του πνεύματος και του γράμματος του σοσιαλδημοκρατικού κυβερνητισμού της πρώτης περιόδου διαχείρισης του ΠΑΣΟΚ που διατυπώθηκε από την πολιτική τεχνοκρατική ομάδα του Γ. Αρσένη «Πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης 1983-1987», ΥΠΕΘΟ, Αθήνα 1983). Στην πραγματικότητα οι δύο αυτοί πολιτικοί φορείς δεν επικαλούνται παρά τη «συνεπή εφαρμογή της αλλαγής», την παραγωγή της «σοσιαλδημοκρατικής πρόκλησης» σαν απάντηση στην ίδια τη «σοσιαλδημοκρατική χρεοκοπία»: η ιστορία επαναλαμβάνεται κυριολεκτικά με την μορφή «φάρσας», μόνο που αυτή η «φάρσα», σηματοδοτεί το τραγικό εγχείρημα αποαριστεροποίησης του μαζικού λαϊκού κινήματος.

6. Το χειρότερο είναι ότι σ' αυτή τους τη διολίσθηση προς τον «κυβερνητισμό» του «αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού», οι δυνάμεις αυτές του αριστερού κινήματος εγκλωβίζουν τις λαϊκές εργατικές δυνάμεις που επηρεάζουν πολιτικοεκλογικά. Έτσι η συνδικαλιστική παρέμβαση των τελευταίων παίρνει ποιοτικά τα ίδια ιδεολογικοκοινωνικά χαρακτηριστικά μ' εκείνη του κυβερνητικού συνδικαλισμού. Γιατί ακριβώς επιχειρούν να μεταφέρουν αυτόν τον «προτασεολογικό» προσανατολισμό μέσα στα ίδια τα εργατικά συνδικάτα, προκειμένου να καλύψουν την απουσία της αγωνιστικής τους παρέμβασης απέναντι στις αλλεπάλληλες δέσμες αντιλαϊκών μέτρων της κυβερνητικής εξουσίας του ΠΑΣΟΚ. Απ' αυτή την άποψη η διοργάνωση της Κοινής Σύσκεψης των Εργατικών Κέντρων Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης στις 11.12. 1987 στο Ε.Κ.θ. ήταν καθ' όλα ενδεικτική: Οι εισηγήσεις των συνδικαλιστικών εκπροσώπων του πρόσκεινται στο ΚΚΕ και την ΕΑΡ αντιτάχθηκαν στη στρατηγική «επιθετικής άμυνας» του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, δηλαδή των συντονισμένων σταθερών κλιμακούμενων πανελλαδικών πανεργατικών απεργιακών κινητοποιήσεων για την ανατροπή των μέτρων σύνδεσης μισθού παραγωγικότητας, εφαρμογής των νέων μορφών απασχόλησης, ιδιωτικοποίησης των προβληματικών επιχειρήσεων κ.α., και προσανατολίστηκαν σε μια δίχως τέρμα «αναπτυξιολογία» για την «εθνική (καπιταλιστική) οικονομία» που έφτανε μέχρι σημείων «εθνικής (ταξικής) αλληλεγγύης» (σχετικές Εισηγήσεις των Ε.Κ.Α., Ε.Κ.Π.,. Ε.Κ.Θ. και των συνδικαλιστικών παρατάξεων ΕΣΑΚ και ΑΕΜμε θέμα «Οικονομική κατάσταση και εργαζόμενοι»}.

7. Είναι φανερό ότι στη σημερινή συγκυρία οι αριστερές αντικαπιταλιστικές, κοινωνικές και πολιτικές, δυνάμεις δεν έχουν να αντιπαλέψουν μόνον τον «κύριο εχθρό», δηλαδή τον «οικονομικό φιλελευθερισμό» του αστικού δικομματισμού, αλλά εξίσου και εκ προοιμίου τον «αριστερό νεομεταρρυθμισμό», την ολόπλευρη κυριαρχία της «οικονομίστικης παρέκκλισης» στις ίδιες τις γραμμές του αριστερού κινήματος, όπως εκφράζονται πολιτικά απ' την προτασεολογία του «αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού» του ΚΚΕ και της ΕΑΡ. Και ακριβώς όσο πιο συντριπτική είναι η υπεροχή της φιλελεύθερης αστικής πρακτικής και των ιδεολογημάτων του αριστερού νεομεταρρυθμισμού, τόσο πιο επιτακτικά είναι τα δικά μας πολιτικά καθήκοντα, τόσο πιο πεισματική, τολμηρή και μαχητική πρέπει να είναι η δική μας παρέμβαση, του αριστερού αντικαπιταλιστικού κινήματος. Είναι κυριολεκτικά αναντικατάστατος, στη σημερινή περίοδο, ο ρόλος της Ανανεωτικής Κομμουνιστικής Αριστεράς (ΚΚΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ - ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ), της Σοσιαλιστικής Κοινωνικής Αριστεράς (ΣΣΕΚ κλπ.) και της (αυτοπροσδιοριζόμενης σαν) Επαναστατικής Αριστεράς (δυνάμεις απ' το κίνημα της Β' Πανελλαδικής, αριστερές κοινωνικές συσπειρώσεις, διαφοροποιημένες δυνάμεις απ' το ΚΚΕ κ.ά.), αυτού του εν δυνάμει αριστερού αντικαπιταλιστικού πόλου, σ' όλα τα επίπεδα της ταξικής και της γενικότερης κοινωνικής πάλης στη σημερινή περίοδο.

Απέναντι στον έκδηλο «κυβερνητισμό εκλογικισμό» των αριστερών «αναπτυξιακών εκσυγχρονιστικών» πολιτικών σχηματισμών αναδεικνύουμε τον κυρίαρχο ρόλο του μαζικού λαϊκού κινήματος, αναπτύσσουμε την αντιμονεταριστική δυναμική των κοινωνικών οργανώσεων του εργαζόμενου λαού, με στόχο την ίδια την πολιτική υποκειμενοποίηση του λαϊκού εργατικού κινήματος.

Μπροστά στον απροσχημάτιστο «οικονομισμό» και στην υπαγωγή στις επιταγές της «εθνικής (κεφαλαιοκρατικής) οικονομικής ανάπτυξης», μπροστά στα ιδεολογήματα της «μεταρρυθμιστικής αλλαγής» του ΚΚΕ και της ΕΑΡ, αντιπαραθέτουμε την πολιτική μας στρατηγική για την επικαιρότητα του σοσιαλισμού ως μοναδική εναλλακτική διέξοδο στην κρίση του ελληνικού καπιταλισμού.

Σε αντιπαράθεση με τη διάχυτη ιδεολογία του «κοινωνικού βελτιωτισμού» των όρων εργασίας και ζωής της εργατικής τάξης προβάλλουμε την αγωνιστική δραστηριοποίηση στην κατεύθυνση κατάκτησης θέσεων εργατικού ελέγχου επαναστατικής προοπτικής, στην παραγωγή και στους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς, θέσεων που να καθιστούν δυνατή την επαναστατική παρέμβαση των εργαζομένων στις ίδιες τις δομές της καπιταλιστικής οργάνωσης: για την ανατροπή των όρων της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης.

Στο διαφαινόμενο μεσοπρόθεσμο μετεκλογικό εγχείρημα επανασυγκρότησης του «μπλοκ της αλλαγής» («αφυπνισμένου» ΠΑΣΟΚ και «φιλολαϊκής» Αριστεράς), εγχείρημα που προωθείται κατά τρόπο άμεσο απ' την ΕΑΡ και έμμεσο (αλλά σαφέστατο) απ' το ΚΚΕ, αντιπαραβάλλουμε την πολιτική προοπτική της εξουσίας του συνασπισμού των αντικαπιταλιστικών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων της σοσιαλιστικής αλλαγής, την πολιτική αυτονομία της Αριστεράς.

Στην προτεινόμενη αριστερή νεομεταρρυθμιστική πρόταση «αριστερής προοδευτικής συμπαράταξης» στη βάση του «κυβερνητισμού» και του προγράμματος «παλινόρθωσης της αλλαγής» προάγουμε την αριστερή κοινωνική ενότητα σε αγωνιστική αντικαπιταλιστική κατεύθυνση (ενότητα που έμπρακτα δυναμίτη σαν οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του «αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού» και οδήγησαν το εργατικό διεκδικητικό κίνημα στη φθορά και την ήττα), και σε οργανική σύνδεση μ' αυτήν, την αριστερή πολιτική ενότητα: στη βάση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, δηλαδή της ριζοσπαστικής ανατρεπτικής παρέμβασης στις ίδιες τις δομές των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1987

* Το κείμενο αυτό γράφτηκε με βάση την παρέμβαση του συγγραφέα ως εκπροσώπου της ΣΣΕΚ στο διήμερο που διοργάνωσαν στην Θεσσαλονίκη τα εργατικά κέντρα Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης (11-12/9/87) για τη σημερινή κατάσταση και τα καθήκοντα του εργατικού κινήματος. Ο Φρ. Φατούρος είναι γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Αθήνας.