Ολοκλήρωση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και κλαδικός μετασχηματισμός
Τεύχος 30, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1990


Ολοκλήρωση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και κλαδικός μετασχηματισμός:
Εμπειρικά συμπεράσματα και προοπτικές εξέλιξης
του Klaus Busch
μετάφραση Χριστίνα Γιαννούλη και Γιάννης Μηλιός

Εισαγωγή

Σκοπός του σχεδίου της ενιαίας εσωτερικής αγοράς για την κυκλοφορία των προσώπων, των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων είναι να βελτιώσει τις συνθήκες που καθορίζουν την ανάπτυξη στις χώρες της Ευρωπαϊκή Κοινότητας και συνεπώς και τη θέση της ΕΟΚ στον παγκόσμιο ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.

Οι υλικοί, τεχνικοί, και φορολογικοί περιορισμοί της αγοράς που θα υπάρχουν μέχρι εκείνη τη στιγμή, πρέπει να αρθούν. Πρόκειται συγκεκριμένα για:

- τη βαθμιαία εξάλειψη των συνοριακών ελέγχων και των συνοριακών διατυπώσεων,

- την εναρμόνιση των φόρων προστιθέμενης αξίας και των φόρων κατανάλωσης,

- τον παραμερισμό του προστατευτισμού στις προμήθειες του δημόσιου τομέα,

- την κατάργηση των τεχνικών εμποδίων του εμπορίου, που έχουν τη μορφή προτύπων, τεχνικών προδιαγραφών και διαδικασιών παροχής αδειών,

- τη βαθμιαία εξάλειψη των κρατικών ρυθμίσεων στον τομέα των υπηρεσιών,

- τον παραμερισμό των περιορισμών και ελέγχων της κίνησης κεφαλαίων που υφίστανται ακόμα σε ορισμένες χώρες1.

Η προώθηση αυτού του προγράμματος αναμένεται να μειώσει τα κόστη παραγωγής στην Κοινότητα και να εντείνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη/μέλη της Κοινότητας. Αναμένεται, ότι το επίπεδο των τιμών θα μειωθεί, η εγχώρια και εξωτερική ζήτηση θα αναζωογονηθεί, η επενδυτική δραστηριότητα θα τονωθεί, το Δημόσιο θα αποκτήσει περισσότερες δυνατότητες χειρισμού και αύξησης των εσόδων του, και συνεπώς, η ανάπτυξη και η απασχόληση στην Κοινότητα θα επηρεασθούν συνολικά σε θετική κατεύθυνση2.

Η πραγματοποίηση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς θα επηρεάσει με διαφορετικό τρόπο τον κάθε οικονομικό κλάδο επειδή οι μη δασμολογικοί φραγμοί του εμπορίου προστατεύουν τους οικονομικούς κλάδους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα σε διαφορετικό βαθμό. Σε ορισμένους οικονομικούς κλάδους, π.χ. υφαντουργία και ένδυση, υπόδηση, οι μη δασμολογικοί φραγμοί του εμπορίου είναι ήδη αυτή τη στιγμή τόσο μικροί, ώστε η κατάσταση του ανταγωνισμού δεν θα μεταβληθεί σχεδόν καθόλου από την ενιαία εσωτερική αγορά. Αντίθετα, σε άλλους οικονομικούς τομείς, π.χ. στη φαρμακοβιομηχανία και στους τηλεπικοινωνιακούς εξοπλισμούς υφίστανται τόσο σημαντικά τεχνικά φράγματα της αγοράς, ώστε η ενιαία εσωτερική αγορά θα προκαλέσει μεγάλη πίεση προσαρμογής σ' αυτούς τους οικονομικούς κλάδους.

Ανεξάρτητα από το χαρακτήρα των μη δασμολογικών φραγμών του εμπορίου, η εντατικοποίηση των εμπορικών σχέσεων που θα προκληθεί από την εσωτερική αγορά μπορεί γενικά να επιφέρει μεταβολές στην κλαδική δομή. Εδώ τίθεται το ερώτημα αν οι τάσεις σε ό,τι αφορά τον καταμερισμό εργασίας, οι οποίες προκύπτουν από το εξωτερικό εμπόριο, έχουν ενδοκλαδικό ή διακλαδικό χαρακτήρα.

Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να παρουσιάσει τα μέχρι τώρα αποτελέσματα της έρευνας σχετικά με το πρόβλημα της μεταβολής της κλαδικής διάρθρωσης στην ενιαία εσωτερική αγορά, να επισημάνει τις ελλείψεις που παρουσιάζει η έρευνα αυτή και να εξετάσει τις δυνατότητες συνδικαλιστικής παρέμβασης. Η εργασία δομείται ως εξής:

Στο πρώτο τμήμα παρουσιάζονται και εξετάζονται κριτικά τα αποτελέσματα της έρευνας σχετικά με τη μεταβολή της κλαδικής διάρθρωσης λόγω της βαθμιαίας εξάλειψης των μη δασμολογικών φραγμών του εμπορίου. Σημαντικές έρευνες στο θέμα αυτό έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα μόνο η Επιτροπή της ΕΟΚ, και συγκεκριμένα, πρώτον, στο πλαίσιο μιας εργασίας της Γενικής Διεύθυνσης II σχετικά με την κοινωνική διάσταση της εσωτερικής αγοράς3 και, δεύτερον στο 16ό τoμο έργο «Research on the 'Cost of Non Europe'» (που αναφέρεται και ως Έκθεση Cecchini)4 το οποίο περιέχει μεταξύ άλλων πολλές και εκτενείς κλαδικές αναλύσεις. Από κει και πέρα υπάρχουν μόνο κάποιες μεμονωμένες μελέτες και δημοσιεύσεις, οι οποίες ως επί το πλείστον πραγματεύονται τις επιδράσεις της ενιαίας εσωτερικής αγοράς σε ένα συγκεκριμένο κλάδο.

Μετά από μια γενική επισκόπηση των πιθανών επιπτώσεων της ενιαίας εσωτερικής αγοράς στους διάφορους οικονομικούς κλάδους με τη μορφή μιας τυπολογίας (μέρος 1.1) θα περιορισθώ, στο πλαίσιο αυτού του άρθρου, στο να παρουσιάσω τα προβλήματα ορισμένων από εκείνους τους κλάδους οι οποίοι στην ενιαία αγορά θα αντιμετωπίσουν ιδιαίτερες πιέσεις προσαρμογής, θα αναφερθώ συγκεκριμένα στους κλάδους «φάρμακα» και «τηλεπικοινωνιακοί εξοπλισμοί» από την μεταποίηση, καθώς και στους κλάδους «τράπεζες» και «οδικές μεταφορές εμπορευμάτων» από τον τομέα των υπηρεσιών (μέρος 1.2).

Μετά την παρουσίαση της μεταβολής της κλαδικής διάρθρωσης λόγω της βαθμιαίας εξάλειψης των μη δασμολογικών φραγμών του εμπορίου, θα διερευνήσουμε στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου το ζήτημα, ποια αποτελέσματα διαρθρωτικής μεταβολής θα προκύψουν από την ενίσχυση του ενδοκοινοτικού εμπορίου, θα βαθύνει η εξειδίκευση του εξωτερικού εμπορίου της Ο. Δ. Γερμανίας στους οικονομικούς κλάδους έντασης ανθρώπινου κεφαλαίου, ή έχουν επίσης μέλλον στην ενιαία αγορά και οι κλάδοι οι οποίοι είναι μάλλον έντασης εργασίας; Με βάση εμπειρικές μελέτες σχετικά με τα αποτελέσματα της μέχρι τώρα διαδικασίας ολοκλήρωσης θα τεθεί στη συνέχεια το ερώτημα εάν η ενίσχυση του εμπορίου θα ευνοήσει πρωταρχικά τις διακλαδικές ή μάλλον τις ενδοκλαδικές διαδικασίες ανταλλαγής. Αυτό το τμήμα της μελέτης στηρίζεται ως επί το πλείστον σε αποτελέσματα ενός δικού μας ερευνητικού προγράμματος'.

Στο τελευταίο τμήμα του άρθρου θα συζητηθούν οι δυνατότητες συνδικαλιστικής παρέμβασης με βάση τη μεταβολή της κλαδικής διάρθρωσης, όπως αυτή καθορίζεται από την ενιαία αγορά. Σημείο αφετηρίας αποτελούν οι νέες πρωτοβουλίες της Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας Μετάλλου (IG Metall)5, σχετικά με τη διαρθρωτική πολιτική και οι οποίες, κυρίως με το αίτημα για «κοινωνίες απασχόλησης», ανοίγουν νέους δρόμους συνδικαλιστικής πολιτικής αναφορικά με την (κλαδική) διάρθρωση της οικονομίας.

1. Η ενιαία εσωτερική αγορά και ο μετασχηματισμός της κλαδικής διάρθρωσης σαν αποτέλεσμα του παραμερισμού των μη δασμολογικών φραγμών του εμπορίου

Στην έρευνα που ήδη μνημονεύσαμε της Γενικής Διεύθυνσης II της Επιτροπής της ΕΟΚ συνάγονται οι επιπτώσεις της ενιαίας εσωτερικής αγοράς πάνω στους επιμέρους οικονομικούς κλάδους με βάση κυρίως δύο κριτήρια: 1. Την ποσοτική σημασία των υπαρχόντων μη δασμολογικών φραγμών του εμπορίου και 2. το μέχρι τώρα ύψος των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Με τη βοήθεια αυτών των κριτηρίων οι οικονομικοί κλάδοι κατατάσσονται σε τύπους και εντοπίζονται ταυτόχρονα οι ιδιαίτερα ευαίσθητες περιοχές του τομέα της μεταποίησης. Στα επόμενα θα παρουσιάσω κατ' αρχή τα αποτελέσματα αυτής της ανάλυσης και στη συνέχεια θα επιχειρήσω να εμβαθύνω στα προβλήματα που παρουσιάζει η προσαρμογή των οικονομικών τομέων στο πρόγραμμα της ενιαίας αγοράς, με βάση δυο «προβληματικούς κλάδους» του τομέα της μεταποίησης (ιατρικά μέσα, εξοπλισμοί τηλεπικοινωνιών), καθώς και δύο μέχρι τώρα ισχυρά ρυθμιζόμενα τμήματα του τομέα των υπηρεσιών (τράπεζες, οδικές μεταφορές).

1.1 Μια τυπολογία των οικονομικών κλάδων με κριτήρια που συνάγονται από τις επιπτώσεις της ενιαίας αγοράς

Ο πίνακας 1 δείχνει σε ποια αποτελέσματα οδηγεί η κατάταξη των οικονομικών κλάδων σύμφωνα με τα δυο κριτήρια που αναφέραμε πιο πάνω. Η τυπολογία αναφέρεται σε οκτώ χώρες μέλη της ΕΟΚ, οι οποίες το 1985 συγκέντρωναν το 91% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της ΕΟΚ. Πρόκειται για μια ανάλυση που ανάγεται στο μέσο όρο της Κοινότητας, και η οποία βασίζεται σε μια ιδιαίτερα αναλυτική ταξινόμηση των κλάδων (τριψήφιοι NACE Codes). Στον πίνακα 1 διακρίνονται πέντε ομάδες βιομηχανικών κλάδων:

1. Βιομηχανικοί κλάδοι με μικρή διαπλοκή συναλλαγών και μικρούς μη δασμολογικούς φραγμούς εμπορίου:

Στους οικονομικούς κλάδους αυτής της ομάδας οι εμπορικές συναλλαγές είναι περιορισμένες, παρότι είναι μικροί οι μη δασμολογικοί φραγμοί εμπορίου. Διαφορετικοί παράγοντες (π.χ. ψηλά κόστη μεταφοράς, μικρές economies of scale, περιορισμένες τοπικές αγορές με μικρές επιχειρήσεις) είναι υπεύθυνοι για αυτή τη μικρή ένταση του εξωτερικού εμπορίου των οικονομικών κλάδων που κατατάσσονται εδώ. Η ενιαία εσωτερική αγορά θα οδηγήσει σε περιορισμένες μόνο αναδιαρθρώσεις σ' αυτούς τους κλάδους.

2. Βιομηχανικοί κλάδοι με ψηλή διαπλοκή συναλλαγών και μικρούς μη δασμολογικούς φραγμούς εμπορίου:

Επίσης στους οικονομικούς κλάδους αυτής, της ομάδας, στους οποίους μεταξύ άλλων κατατάσσονται η υφαντουργία και το ένδυμα, τα παπούτσια και διαφορετικές βιομηχανίες βασικών υλών (καουτσούκ, συνθετικές ύλες), η εσωτερική αγορά θα έχει μικρές επιπτώσεις. Οι κλάδοι αυτοί ρυθμίζονται ελάχιστα (από το κράτος) και υπόκεινται ήδη σήμερα σε ψηλό βαθμό στο διεθνή ανταγωνισμό.

3. Βιομηχανικοί κλάδοι με εκτεταμένο εμπόριο και μέσου επιπέδου μη δασμολογικούς φραγμούς εμπορίου:

Στους οικονομικούς κλάδους αυτής της ομάδας, μεταξύ άλλων στην αυτοκινητοβιομηχανία και σε μεγάλα τμήματα της βιομηχανίας μηχανοκατασκευών, καθώς και της βιομηχανίας ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών, παίζουν ένα σχετικό ρόλο τα εθνικά πρότυπα και οι τεχνικές προδιαγραφές. Η ενοποίηση τους μπορεί να θέσει σε κίνηση διαδικασίες εξορθολογισμού και να συνεπιφέρει μειώσεις των κοστών παραγωγής. Επειδή οι αγορές αυτών των οικονομικών κλάδων ανήκουν ως επί το πλείστον στις μεγεθυνόμενες αγορές, οι οποίες θα επωφεληθούν ιδιαίτερα από τη ζωογόνηση της ζήτησης στην ενιαία αγορά, θα πρέπει οι κοινωνικές επιπτώσεις από πιθανές διαδικασίες αναδιάρθρωσης να κρατηθούν μέσα σε συγκεκριμένα όρια.

4. Βιομηχανικοί κλάδοι με εκτεταμένο εμπόριο και μεγάλους μηδασμολογικούς; φραγμούς εμπορίου:

Οι οικονομικοί κλάδοι που κατατάσσονται εδώ, εξοπλισμός γραφείου και ηλεκτρονικές συσκευές επεξεργασίας δεδομένων, τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις, υπολογιστικές και ηλεκτρονικές - ιατρικές συσκευές, ευνοούνται πάρα πολύ από τις εκάστοτε δημόσιες αρχές, είτε μέσα από τον προστατευτισμό στις προμήθειες του δημόσιου τομέα, είτε και τις επιδοτήσεις των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη. Το κοινοτικό άνοιγμα του συστήματος κρατικών προμηθειών θα θέσει σε κίνηση στους τομείς αυτούς σημαντικές διαδικασίες αναδιάρθρωσης. Τα προβλήματα ενός από αυτούς τους βιομηχανικούς κλάδους, των τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών, θα αναλυθούν διεξοδικότερα παρακάτω, όταν θα αναφερθούμε στα συγκεκριμένα παραδείγματα.

5. Βιομηχανικοί κλάδοι με μικρή διαπλοκή συναλλαγών και ψηλούς μη δασμολογικούς φραγμούς εμπορίου:

Για τους οικονομικούς κλάδους αυτής της ομάδας παίζουν ένα εξαιρετικά μεγάλο ρόλο τα διαφορετικά είδη δημόσιων ρυθμίσεων:

- οι προμήθειες του δημόσιου τομέα (σιδηροδρομικό υλικό, λεβητοποιία),

- κρατικές επιχορηγήσεις (ναυπηγεία)

- κρατικές παρεμβάσεις στο σύστημα τιμών (ιατρικά μέσα) και

- πρότυπα και τεχνικές προδιαγραφές (οι αναφερόμενοι οικονομικοί κλάδοι από

τον τομέα τρόφιμα και ποτά).

Ο παραμερισμός ή η εναρμόνιση αυτών των ρυθμίσεων θα θέσει ως ένα βαθμό σ' αυτούς τους οικονομικούς κλάδους μεγάλα προβλήματα προσαρμογής. Οι κλάδοι αυτοί προσμετρώνται, μαζί με τους αντίστοιχους της ομάδας 4, στις ευαίσθητες περιοχές της μεταποίησης. Ένας από αυτούς τους οικονομικούς κλάδους, η φαρμακευτική βιομηχανία, θα αναλυθεί λεπτομερειακά στα παραδείγματα του κεφαλαίου 1.2.

Για τον τομέα των υπηρεσιών δεν είναι δυνατή μια γενική τυπολογία των οικονομικών κλάδων όπως αυτή που παρουσιάζεται στον πίνακα 1 για τον τομέα της μεταποίησης, λόγω προβλημάτων που παρουσιάζουν τα δεδομένα στοιχεία. Οι αγορές υπηρεσιών υπόκεινται πάντως τη στιγμή αυτή στην ΕΟΚ σε πολύ ισχυρότερες ρυθμίσεις από τη μεταποίηση. Αυτό ισχύει π.χ. για την περιοχή των χρηματιστικών υπηρεσιών (τράπεζες, ασφάλειες, αξιόγραφα) και τη βιομηχανία μεταφορών. Για να διερευνήσουμε επίσης τα προβλήματα προσαρμογής του τομέα των υπηρεσιών, θα αναλύσουμε διεξοδικότερα στα παραδείγματα του τμήματος 1.2 τους τομείς των υπηρεσιών «τράπεζες» καθώς και «οδικές μεταφορές».



1.2 Τα προβλήματα προσαρμογής επιλεγμένων νευραλγικών οικονομικών κλάδων

1.2.1. Η φαρμακοβιομηχανία6

Η "φαρμακοβιομηχανία στην ΕΟΚ υπόκειται σε πολλαπλούς κρατικούς ελέγχους. Η παροχή άδειας κυκλοφορίας νέων προϊόντων εξαρτάται από ελέγχους για τη δραστικότητα, την ασφάλεια και την ποιότητα. Οι προδιαγραφές τους έχουν ήδη ενοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό με οδηγίες της Επιτροπής της ΕΟΚ. Σε όλα τα κράτη της ΕΟΚ εκτός από την ΟΔΓ και την Ολλανδία, οι τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων επηρεάζονται με ποικίλους τρόπους από κρατικές παρεμβάσεις (για την ΟΔΓ πάντως, από το φθινόπωρο του 1989, οι κρατικά καθοριζόμενες σταθερές τιμές ορισμένων φαρμακευτικών ουσιών θα επηρεάζουν έμμεσα τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων). Επιπλέον, οι λεγόμενοι αρνητικοί κατάλογοι αποκλείουν την κάλυψη των δαπανών των ασφαλισμένων για ορισμένα προϊόντα. Οι λεγόμενοι θετικοί κατάλογοι περιλαμβάνουν προϊόντα για τα οποία οι δαπάνες των ασφαλισμένων καλύπτονται περιορισμένα. Οι δασμολογικοί και μη δασμολογικοί φραγμοί του εμπορίου που χαρακτήριζαν τη φαρμακαγορά στις δεκαετίας του '50 και του '60, έχουν πλέον εξαλειφθεί σχεδόν πλήρως στην ΕΟΚ. Οι διαδικασίες παροχής αδειών έχουν βέβαια σημαντικές χρονικές διαφορές στα κράτη της ΕΟΚ. Ωστόσο οι επιχειρήσεις του τομέα της φαρμακοβιομηχανίας θεωρούν ότι δεν παραδιάζεται η αρχή της μη διάκρισης.

Η πρακτική της ρύθμισης των τιμών σε πολλά κράτη της ΕΟΚ ασκεί σημαντική επιρροή στις αποφάσεις που λαμβάνονται σχετικά με τον τόπο εγκατάστασης της φαρμακοβιομηχανίας. Οι αρμόδιες για τις τιμές υπηρεσίες εξασφαλίζουν συχνά ψηλότερες τιμές στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις όταν αυτές πληρούν ορισμένες localcontent προϋποθέσεις. Ιδιαίτερα διαδεδομένες είναι αυτές οι πρακτικές στο Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία. Αυτό το είδος πολιτικής για τη ρύθμιση των τιμών αφ' ενός ευνοεί την εγχώρια βιομηχανία και αφ' ετέρου καθιστά αναποτελεσματικές τις αποφάσεις των πολυεθνικών εταιρειών που λαμβάνονται στον τόπο εγκατάστασης. Λόγω των διαφορετικών συστημάτων ρύθμισης των τιμών υπάρχουν μεγάλες διαφορές στις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων στην ΕΟΚ. Αν υποθέσουμε ότι το βρετανικό επίπεδο τιμών είναι ίσο με 100, τότε άλλα κράτη της ΕΟΚ έχουν τους εξής δείκτες τιμών: ΟΔΓ 164, Δανία 154, Ολλανδία 145, Ιρλανδία 115, Βέλγιο 103, Γαλλία 76, Ελλάδα 73 και Ιταλία 577. Η φαρμακοβιομηχανία της ΟΔΓ βρίσκεται από πλευράς επιπέδου τιμών αλλά και παραγωγικότητας της εργασίας στις πρώτες θέσεις της ΕΟΚ μαζί με το Βέλγιο, τη Δανία και την Μεγάλη Βρετανία. Επειδή όμως το κόστος εργασίας βρίσκεται πάνω από το μέσο όρο, η φαρμακοβιομηχανία της ΟΔΓ έχει μέση θέση στις χώρες της ΕΟΚ όσον αφορά την συνολική αποδοτικότητα: Με βάση αυτό το δείκτη, η βρετανική φαρμακοβιομηχανία κατέχει αναμφισβήτητα την πρώτη θέση8.

Μια σύγκριση ανάμεσα στη φαρμακοβιομηχανία και τη χημική βιομηχανία στο Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Μεγάλη Βρετανία και την ΟΔΓ, μας δείχνει ότι, με εξαίρεση την Ισπανία και τη Γαλλία, το ποσοστό κέρδους της φαρμακοβιομηχανίας βρίσκεται αισθητά πάνω από το ποσοστό κέρδους της χημικής βιομηχανίας.

Το ερώτημα ποιες τάσεις εναρμόνισης προκαλούνται από τη δημιουργία της ενιαίας εσωτερικής αγοράς και τι οικονομικά αποτελέσματα έχουν, είναι δύσκολο να απαντηθεί. Έτσι για παράδειγμα, είναι άγνωστο τι επιπτώσεις θα μπορούσε να έχει στη διάρθρωση της φαρμακοβιομηχανικής παραγωγής στην ΕΟΚ η οδηγία για τη διαφάνεια στους ελέγχους τιμών που εξέδωσε η ΕΟΚ το Δεκέμβριο του 1988. Αν υποθέσουμε ότι οι αναλογίες τιμών στην ΕΟΚ δεν θα μεταβληθούν από την οδηγία αλλά ότι θα καταργηθούν οι local content υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τις αρμόδιες για τις τιμές εθνικές υπηρεσίες, τότε είναι πιθανή μια αναδιάρθρωση της φαρμακοβιομηχανίας στην ΕΟΚ εις βάρος των μικρότερων αγορών της ΕΟΚ και των χωρών με χαμηλές τιμές.

Στην περίπτωση αυτή είναι ενδεχόμενο να εγκαταλειφθούν παραγωγικές εγκαταστάσεις στην Πορτογαλία και την Ελλάδα και εν μέρει στην Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Οι μόνες χώρες που θα επωφελούνταν από αυτό θα ήταν η Μεγάλη Βρετανία και η ΟΔΓ.

Όμως το σενάριο αυτό είναι απίθανο όχι μόνο επειδή θα υπήρχαν απώλειες στις εκροές, τις θέσεις εργασίας και το ισοζύγιο πληρωμών στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, αλλά και επειδή στρατηγικές σταθμίσεις των πολυεθνικών εταιρειών της φαρμακοβιομηχανίας είναι αντίθετες σ' αυτό.

Ένα δεύτερο σενάριο το οποίο συζητείται σε σχέση με την εσωτερική αγορά της ΕΟΚ είναι το σενάριο σύγκλισης των τιμών. Ποιες ανακατατάξεις θα προέκυπταν στη φαρμακοβιομηχανία της ΕΟΚ, αν εξαλείφονταν οι μεγάλες διαφορές τιμών που επισημάναμε προηγουμένως; Αυτοί που αναμφίβολα θα ζημιώνονταν από μια τέτοια διαδικασία σύγκλισης τιμών θα ήταν οι παραγωγοί στις χώρες με ψηλές τιμές (ΟΔΓ, Δανία και Ολλανδία) ενώ οι παραγωγοί στην Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία θα επωφελούνταν από την άνοδο του επιπέδου τιμών, με ελαστικότητα των τιμών ως προς τη ζήτηση αρκετά κάτω από τη μονάδα. Με φθίνουσες τιμές, η ΟΔΓ θα έπαυε να ασκεί έλξη ως τόπος παραγωγής φαρμακευτικών προϊόντων λόγω του ψηλού κόστους παραγωγής.

Αλλά και από πολιτική άποψη είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί αυτό το σενάριο. Η διαδικασία σύγκλισης των τιμών στην ΕΟΚ θα έθιγε τους καταναλωτές στις χώρες με σχετικά ψηλό επίπεδο κατανάλωσης φαρμακευτικών προϊόντων, δηλαδή στις χώρες του Νότου της Κοινότητας. Για το λόγο αυτό είναι μάλλον απίθανο από πολιτική άποψη να πραγματοποιηθεί μια τέτοια διαδικασία στα κράτη του Νότου της ΕΟΚ.

Από αυτούς τους συλλογισμούς προκύπτει ότι η ενιαία αγορά στον κλάδο φαρμακευτικών προϊόντων μάλλον θα αργήσει να πραγματοποιηθεί.

1.2.2. Ο κλάδος των τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών.9

Η αγορά των τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών αποτελείται κατά βάση από τις επιμέρους αγορές των κέντρων σύνδεσης (Switching Equipment in Central Office Equipment (CO)), των εξοπλισμών μεταβίβασης (Transmission Equipment) και των δεκτών (Terminal Equipment, Consumer Premises Equipment (CPE)).

Στην Ευρώπη η αγορά τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών είναι σε μεγάλο βαθμό διαιρεμένη κατά κράτη. Την ευθύνη για το μικρό βαθμό ενοποίησης των αγορών τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών φέρουν προπάντων οι προστατευτικές πρακτικές που ακολουθούνται στις προμήθειες των επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών, οι οποίες είναι κατά κύριο λόγο κρατικές, οι κρατικοί περιορισμοί στην παροχή αδειών, οι ασύμβατες τεχνικές προδιαγραφές και τα λεγόμενα «buyer or input specificities». Αυτά τα «ειδικά για τους αγοραστές inputs» είναι προϊόντα στα οποία πρέπει να ληφθούν υπ' όψη οι ιδιαίτερες τεχνικές ανάγκες των αγοραστών.

Λόγω της κατάτμησης της αγοράς που επικρατεί αυτή τη στιγμή, το μερίδιο των κρατών της ΕΟΚ στην παγκόσμια αγορά είναι μικρό. Ενώ οι ΗΠΑ έχουν κατακτήσει το 37% της αγοράς και το μερίδιο της Ιαπωνίας είναι περίπου 9%, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η ΟΔΓ δεν έχουν παρά γύρω στο 4% η καθεμιά10.

Οι τιμές των τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών στις χώρες της ΕΟΚ είναι πολύ •ψηλότερες από τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς λόγω των ισχυρών κρατικών πρακτικών απομόνωσης. Αν και πρέπει να αντιμετωπίσουμε με μεγάλη επιφύλαξη τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τη μελέτη της INSEAD, αφ' ενός επειδή προέρχονται από τις λεγόμενες συνεντεύξεις ειδικών και αφ' ετέρου επειδή δεν λαμβάνουν υπ' όψη τις διαφορές ποιότητας και τις διαφορετικές επιδοτήσεις για δαπάνες software, καθώς και έρευνα και ανάπτυξη (RD), τα στοιχεία αυτά δείχνουν ωστόσο ότι το επίπεδο τιμών στους τηλεπικοινωνιακούς εξοπλισμούς βρίσκεται στην ΕΟΚ πάνω από το μέσο όρο και ότι υπάρχουν εμφανείς διαφορές τιμών ανάμεσα στα κράτη της ΕΟΚ. Η ΟΔΓ συγκαταλέγεται, μαζί με το Βέλγιο και την Ιταλία, στις χώρες με ψηλές τιμές, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Δανία στις χώρες με χαμηλές τιμές11.

Αποσκοπώντας μεταξύ άλλων στο να βελτιώσει μακροπρόθεσμα τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας, η Επιτροπή της ΕΟΚ διατύπωσε στην «Πράσινο Βίβλο» της μια σειρά από προτάσεις που θα επιτρέψουν τη σταδιακή μετάδοση σε μια ανοιχτή αγορά για υπηρεσίες και συσκευές στον τομέα των'τηλεπικοινωνιών.12 Τα σχέδια της Επιτροπής της ΕΟΚ περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:

- την ενοποίηση των προτύπων για το δίκτυο υποδομής και τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες σε κοινοτικό επίπεδο,

- τη βαθμιαία εξάλειψη του μονοπωλίου δεκτών για να ανοίξει η αγορά τηλεπικοινωνιακών συσκευών στον ανταγωνισμό,

- τη βαθμιαία εξάλειψη του κρατικού προστατευτισμού στις προμήθειες του δημόσιου τομέα για να φιλελευθεροποιηθούν και οι αγορές των κέντρων σύνδεσης και των εξοπλισμών μεταβίβασης.

Η εφαρμογή του προγράμματος της Πράσινης Βίβλου θα οδηγήσει σε σημαντικές διαδικασίες αναδιάρθρωσης της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας. Η παραγωγή για μια μεγαλύτερη αγορά και ο εντονότερος διεθνής ανταγωνισμός θα επέτρεπαν την τυποποίηση των προϊόντων και την εξάντληση των δυνατοτήτων των economies of scale με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των τιμών.

Τα μεγαλύτερα περιθώρια πτώσης των τιμών υπάρχουν στον τομέα των κέντρων σύνδεσης: σύμφωνα με την Insead κυμαίνονται στις χώρες της ΕΟΚ μεταξύ 15% και 50%, ενώ για την ΟΔΓ αναφέρεται ένα ποσοστό 40%.

Μεγάλες μειώσεις τιμών είναι δυνατές και στις αγορές δεκτών και εξοπλισμών μεταβίβασης. Στην πρώτη περίπτωση κυμαίνονται μεταξύ 15% και 30%, στη δεύτερη μεταξύ 10% και 25%. Οι μεγαλύτερες μειώσεις τιμών είναι δυνατές στο Βέλγιο, την Ιταλία και την ΟΔΓ, ενώ στη Μ. Βρετανία και τη Δανία είναι αντιθέτως σχετικά μικρές.13

Η κοινωνική προβληματική σχετικά με τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης στον κλάδο τηλεπικοινωνιών που περιγράφτηκαν, διαφαίνεται από το γεγονός ότι η INSEAD θεωρεί με βάση τη μελέτη της ότι οι επιχειρήσεις που είχαν το 1985 δεσπόζουσα θέση στο χώρο της ΕΟΚ (μη συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) θα μειωθούν κατά 40% στην αγορά κέντρων σύνδεσης και κατά 25% στην αγορά δεκτών. Αυτό θα σήμαινε μείωση των επιχειρήσεων στο χώρο κέντρων σύνδεσης από 8 σε 5 και μείωση των επιχειρήσεων στο χώρο των δεκτών από 9 σε 714. Δεν έχει επιχειρηθεί μια λεπτομερής και ειδική για κάθε χώρα ανάλυση αυτής της σημαντικής διαδικασίας συγκέντρωσης, ενώ επίσης λείπουν συγκριτικά στοιχεία για την παραγωγικότητα και τα κόστη παραγωγής των επιχειρήσεων που έχουν δεσπόζουσα θέση στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.

1.2.3. Κλάδος οδικών μεταφορών εμπορευμάτων15

Στην ΕΟΚ, ο κλάδος οδικών μεταφορών υπόκειται μέχρι σήμερα σε αυστηρές κρατικές ρυθμίσεις. Κρατικοί περιορισμοί εισόδου στην αγορά και διατιμήσεις, διαδικασίες παροχής αδειών για διεθνείς μεταφορές και απαγόρευση του cabotage (της παράκτιας ναυσιπλοΐας) είναι μέχρι τώρα κανόνας στην ΕΟΚ. Αφού το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεώρησε το Μάιο του 1985 ότι η πρακτική αυτή παραβιάζει τις συνθήκες και ζήτησε τη δημιουργία μιας ελεύθερης αγοράς μεταφορών, η Επιτροπή της ΕΟΚ επιχειρεί να φιλελευθεροποιήσει σταδιακά την αγορά. Τον Ιούνιο του 1988 οι υπουργοί συγκοινωνιών της ΕΟΚ ψήφισαν μια πρώτη δέσμη μέτρων φιλελευθεροποίησης που περιλαμβάνει την κατάργηση των υποχρεωτικών διατιμήσεων στις διεθνείς μεταφορές ως την 1.1.1989, την αύξηση των κοινοτικών ορίων που ισχύουν για τις μεταφορές σε όλα τα κράτη της ΕΟΚ (για το 1988 και 1989) και τον παραμερισμό όλων των ποσοτικών περιορισμών για είσοδο στην αγορά των διεθνών μεταφορών από την 1.1.199316.

Οι οδικές μεταφορές εμπορευμάτων αποτελούν αγορά με προοπτικές ανάπτυξης ενόψει της αυξανόμενης διαπλοκής του εμπορίου ανάμεσα στα κράτη της ΕΟΚ στην ενιαία εσωτερική αγορά. Ωστόσο το μερίδιο των γερμανικών επιχειρήσεων μεταφορών στις διεθνείς μεταφορές στην ΕΟΚ μειώνεται εδώ και αρκετό καιρό. Ήδη πάνω από τα δύο τρίτα των διεθνών οδικών μεταφορών εμπορευμάτων ανάμεσα στην ΟΔΓ και άλλα κράτη της ΕΟΚ πραγματοποιούνται από επιχειρήσεις μεταφορών του εξωτερικού. Το μερίδιο της Γερμανίας έφτανε το 1986 το 35% και το 1988 μόλις το 30%17. Η πορεία αυτή οφείλεται μεταξύ άλλων στη μη ευνοϊκή διαμόρφωση του κόστους των γερμανικών μεταφορικών επιχειρήσεων σε σχέση με τους σημαντικότερους κοινοτικούς ανταγωνιστές. Στη Γερμανία υπάρχουν τα ψηλότερα κόστη μισθών. Επίσης το κόστος των μεταφορικών μέσων ανά χιλιόμετρο είναι αρκετά ψηλότερο απ' ό,τι στην Ολλανδία, το Βέλγιο και την Ιταλία, αλλά πάντως χαμηλότερο απ' ό,τι στη Γαλλία και τη Μ. Βρετανία. Το ψηλό κόστος των μεταφορικών μέσων ανά χιλιόμετρο στη Γερμανία οφείλεται μεταξύ άλλων στις έντονες επιβαρύνσεις των γερμανικών μεταφορικών επιχειρήσεων λόγω των τελών κυκλοφορίας και του φόρου καυσίμων. Όσον αφορά μάλιστα την Ολλανδία που ως «μεταφορέας της Ευρώπης» αποτελεί τον ισχυρότερο ανταγωνιστή για τη Γερμανία, η διαφορά των τελών κυκλοφορίας για ένα φορτηγό 40 τόνων είναι μεγαλύτερη από 7.000 DM (μάρκα) και η διαφορά φόρου καυσίμων είναι 0,25 DM ανά λίτρο18.

Μια κοινή πολιτική μεταφορών στην ΕΟΚ πρέπει να άρει τέτοιου είδους νοθεύσεις του ανταγωνισμού, για να μην γενικευθούν οι απομονωμένες εθνικές πορείες, όπως για παράδειγμα τα τέλη εθνικών οδών που σχεδιάζεται να επιβληθούν στη Γερμανία από το 1990 για 4 χρόνια. Πρέπει να εναρμονισθούν τα τέλη κυκλοφορίας, ο φόρος καυσίμων, το επιτρεπόμενο συνολικό βάρος και το μήκος των φορτηγών. Πάντως, οι κανονισμοί για τις ώρες οδήγησης και ανάπαυσης των οδηγών φορτηγών έχουν ήδη ενοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στην ΕΟΚ.

Αυτή τη στιγμή το επίπεδο τιμών των γερμανικών μεταφορικών επιχειρήσεων είναι περίπου 20% ψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΟΚ19. Ορισμένοι ειδικοί αναμένουν ότι με τη φιλελευθεροποίηση της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς θα επέλθει στην ΟΔΓ πτώση των τιμών από 30% μέχρι 40% .20 Πάντως, τέτοιου είδους προβλέψεις για τις τιμές είναι δύσκολο να γίνουν αυτή την εποχή, κυρίως επειδή δεν είναι βέβαιο ποια έκταση θα πάρει η φιλελευθεροποίηση της αγοράς μεταφορών στην ΟΔΓ μετά το 1992.

Ανεξάρτητα από το ζήτημα των διατιμήσεων, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις μεταφορικές επιχειρήσεις της ΕΟΚ θα επηρεαστεί στο μέλλον σε μεγαλύτερο ακόμη βαθμό από τη διαμόρφωση της προσφοράς και ιδιαίτερα από το συνδυασμό των καθαυτό υπηρεσιών μεταφοράς με λογιστικές παρεπόμενες υπηρεσίες που δεν έχουν δεσμεύσεις διατίμησης. Η λειτουργία της μεταφοράς εμπορευμάτων, που είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην παραγωγή και το εμπόριο γνωρίζει αυτή την περίοδο μια κρίσιμη διαδικασία μεταβολής. Οι επιχειρήσεις μεταφορών προσφέρουν όλο και περισσότερο συμπληρωματικές λογιστικές υπηρεσίες που διευκολύνουν εξαιρετικά τον παραγωγό ή και τον έμπορο.

Αυτές οι μεταβολές στην παροχή υπηρεσιών από τις επιχειρήσεις μεταφορών, όπως και ο οξυμένος ανταγωνισμός των κρατών της ΕΟΚ για τις τιμές στη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων, θα προκαλέσουν στον κλάδο των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων τη σημαντικότερη από οποιοδήποτε άλλο κλάδο διαρθρωτική μεταβολή, και αυτό ανεξάρτητα από το ζήτημα πώς θα διαμορφωθεί το σύστημα τιμών στην ΟΔΓ μετά το 1992. Ο κλάδος οδικών μεταφορών εμπορευμάτων έχει μέχρι τώρα μικρομεσαία διάρθρωση. Δίπλα σε 5000 επιχειρήσεις στον κλάδο μεταφορών και αποθήκευσης υπάρχουν στον κλάδο οδικών μεταφορών εμπορευμάτων 45000 απλοί μεταφορείς. Από τις 5000 επιχειρήσεις μεταφορών οι 200 πραγματοποιούν τα 2 3 των εσόδων του κλάδου. Οι 45000 απλοί μεταφορείς είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό μικροεπιχειρηματίες που παρέχουν μεταφορικές υπηρεσίες στη βιομηχανία, το εμπόριο και τις επιχειρήσεις μεταφορών21.

Με βάση τις νέες λογιστικές ρυθμίσεις ένα μεγάλο μέρος αυτών των επιχειρηματιών δεν θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, σε θέση να προσφέρει μεταφορικές υπηρεσίες σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Κατά συνέπεια στην ΟΔΓ θα λάβει χώρα μια ευρεία διαδικασία συγκέντρωσης με τη μορφή μεταβίβασης επιχειρήσεων, συμμετοχής σε επιχειρήσεις και συνεργασίας επιχειρήσεων.

1.2.4. Η παροχή χρηματιστικών υπηρεσιών. Ο τραπεζικός κλάδος22

Η ελευθερία παροχής υπηρεσιών στον τραπεζικό κλάδος της ΕΟΚ υπόκειται σήμερα σε περιορισμούς αφενός λόγω της ρύθμισης της κυκλοφορίας των κεφαλαίων σε 7 από τις 12 χώρες της Κοινότητας και αφετέρου λόγω της διαφορετικής νομοθεσίας κάθε κράτους σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η διαδικασία εναρμόνισης για τον παραμερισμό των περιορισμών της διεθνούς κυκλοφορίας χρηματιστικών υπηρεσιών βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε πλήρη εξέλιξη. Σε μια οδηγία που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 24.6.1988 προβλέπεται ότι τα κράτη της ΕΟΚ θα άρουν κάθε περιορισμό για την κυκλοφορία των κεφαλαίων τους μέχρι τα μέσα του 1990 ή το τέλος του 1992'. Για την ενοποίηση των νομοθεσιών αναφορικά με τα πιστωτικά ιδρύματα η Επιτροπή έχει επεξεργαστεί μέχρι τώρα τρεις οδηγίες οι οποίες έχουν υποβληθεί στο Συμβούλιο για λήψη απόφασης. Πρόκειται για:

1. Μια οδηγία για τους ίδιους πόρους των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στόχος της οδηγίας είναι να υπάρξουν στην ΕΟΚ ανάλογοι ορισμοί για τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Μια οδηγία για τους συντελεστές διαθέσιμων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η οδηγία θα κατοχυρώνει τη διατήρηση συγκεκριμένων αναλογιών ανάμεσα στους ίδιους πόρους των πιστωτικών ιδρυμάτων και το ενεργητικό με δεδομένο τον κίνδυνο που εμφανίζει η θέση τους στο ενεργητικό.

3. Μια δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου για το συντονισμό των νομοθετικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία θα τροποποιήσει την πρώτη οδηγία για το θέμα αυτό που εκδόθηκε το 1977. Στην οδηγία αυτή θεμελιώνεται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης της εποπτείας τραπεζών, δηλαδή το ότι η υπηρεσία που εποπτεύει στη χώρα προέλευσης θα είναι αρμόδια να ελέγχει τη δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος σε ολόκληρη την ΕΟΚ (αρχή του ελέγχου από τη χώρα προέλευσης)23.

Ο Price Waterhouse εξέτασε σε μια μελέτη του24 σε ποιο βαθμό υπάρχουν ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΟΚ διαφορές στις τιμές παροχής χρηματιστικών υπηρεσιών, οι οποίες οφείλονται μεταξύ άλλων στις ρυθμίσεις που περιγράψαμε. Οι τιμές στους κλάδους πιστώσεων, συναλλάγματος και αξιόγραφων έχουν, σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, μεγάλες διαφορές στις 8 χώρες της ΕΟΚ που εξετάστηκαν (Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Μ. Βρετανία). Για παράδειγμα, το επίπεδο τιμών για καταναλωτικά δάνεια είναι στην ΟΔΓ 136% ψηλότερο από το μέσο όρο των τεσσάρων πιο ευνοϊκών αγορών και στο Βέλγιο 41% χαμηλότερο από το μέσο όρο. Στις πιστώσεις εταιρειών, το επίπεδο τιμών στη Μ. Βρεττανία είναι 46% ψηλότερο από το μέσο όρο των αγορών που λαμβάνονται ως μέτρο σύγκρισης και στη Γαλλία 7% χαμηλότερο. Για τις υπόλοιπες τραπεζικές συναλλαγές που εξετάστηκαν (ενυπόθηκα δάνεια, συνάλλαγμα, επιταγές, μετοχές και αξιόγραφα) παρατηρούνται ανάλογες αποκλίσεις25. Σύμφωνα με την ανάλυση, από τα 8 κράτη της ΕΟΚ, η Μ. Βρετανία, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο περιλαμβάνονται, όσον αφορά τις καθαυτό τραπεζικές συναλλαγές αλλά και την παροχή υπηρεσιών που συνδέονται με αξιόγραφα, στις χώρες με χαμηλές τιμές. Χώρα με ψηλές τιμές πρέπει να θεωρηθεί η Ισπανία, οι τιμές της οποίας είναι οι ψηλότερες μεταξύ των 8 κρατών τόσο στις τραπεζικές συναλλαγές όσο και στις συναλλαγές αξιόγραφων. Η Γαλλία καταλαμβάνει μια μέση θέση και στις δύο περιπτώσεις. Το Βέλγιο και η Ιταλία όσον αφορά τις τραπεζικές συναλλαγές εντάσσονται στο πεδίο χαμηλών τιμών, όσον αφορά αντίθετα τη μεσολάβηση στο εμπόριο αξιόγραφων εντάσσονται στο χώρο των ψηλών τιμών. Η ΟΔΓ στο εμπόριο των αξιόγραφων ανήκει στις χώρες με χαμηλές τιμές, στις τραπεζικές συναλλαγές αντίθετα έχει μαζί με την Ισπανία τις ψηλότερες τιμές.

Ο Price Waterhouse έκανε και υπολογισμούς για τα περιθώρια μείωσης των τιμών λόγω της φιλελευθεροποίησης των χρηματιστικών αγορών. Ξεκινά από το ότι τα περιθώρια μείωσης των τιμών αποτελούν περίπου το 50% των πραγματικών αποκλίσεων των τιμών από τις τέσσερις ευνοϊκότερες αγορές. Με βάση αυτή την · υπόθεση οι «τιμές» στον τραπεζικό τομέα στην ΕΟΚ μπορούν να μειωθούν από 5% (Ολλανδία) μέχρι 20% (Ισπανία), στη δε ΟΔΓ κατά 13%. Στον τομέα των αξιόγραφων οι τιμές μπορούν να μειωθούν από 5% (Λουξεμβούργο) μέχρι 26% (Βέλγιο και Ισπανία), για την ΟΔΓ υπολογίζεται μια πτώση 6%26.

Με βάση αυτά τα αποτελέσματα θα πρέπει να αναμένεται ότι η πραγματοποίηση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς στον τραπεζικό κλάδο θα οδηγήσει σε μια όξυνση του ανταγωνισμού. Οι τράπεζες των χωρών με χαμηλές τιμές (Λουξεμβούργο, Μ. Βρετανία, Ολλανδία) θα κάνουν μεγαλύτερες προσπάθειες να εισχωρήσουν στις αγορές των χωρών με ψηλότερο επίπεδο τιμών. Ενώ τα τελευταία χρόνια η διεθνοποίηση τραπεζικών συναλλαγών αφορούσε προπάντων το Investement - Banking, στο μέλλον θα επηρεαστούν και οι πιστωτικές συναλλαγές και οι καταθέσεις27.

Οι τράπεζες προετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό στην ΕΟΚ με διάφορες στρατηγικές28. Οι σημαντικότερες είναι:

- Η σύμπραξη πιστωτικών ιδρυμάτων σε εθνικό επίπεδο

- Η συνεργασία ανάμεσα σε τράπεζες διαφορετικών χωρών που θα εξασφαλίζεται από την αμοιβαία διαπλοκή κεφαλαίων

- Η συγχώνευση τραπεζών διαφορετικών κρατών της ΕΟΚ

- Η δημιουργία δικτύων υποκαταστημάτων σε άλλα κράτη της ΕΟΚ Στην πραγματικότητα συναντά κανείς συνδυασμούς στοιχείων από διάφορες στρατηγικές· προς το παρόν κυριαρχούν οι δύο πρώτες.

Το ξεκίνημα του τραπεζικού κλάδου της ΟΔΓ σ' αυτή τη διαδικασία αναδιάρθρωσης, που γίνεται υπό την πίεση του αυξανόμενου ανταγωνισμού, είναι ικανοποιητικό έως θετικό. Ανάμεσα στις 10 μεγαλύτερες τράπεζες στην Δ. Ευρώπη (με βάση το ύψος του ισολογισμού) η Deutsche Bank καταλαμβάνει την 3η θέση και η Dresdner Bank την 8η θέση. Ανάμεσα στις 20 μεγαλύτερες τράπεζες η Commerzbank βρίσκεται στην 12η θέση, η Westdeutsche Landesbank στην 13η, η Bayerische Vereinsbank στην 15η και η Bayerische Landesbank στην 20ή θέση29.

Το μερίδιο του σχηματισμού αξίας του τραπεζικού κλάδου στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν είναι στην ΟΔΓ 4,8% (1983). Αντίστοιχο είναι το ποσοστό και στα υπόλοιπα κράτη της ΕΟΚ, με εξαίρεση μόνο το Λουξεμβούργο που βρίσκεται εδώ μόνο του στην πρώτη θέση με περισσότερο από 10%30. Όσον αφορά τη σχέση των οφειλόμενων τραπεζικών δανείων με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, ο τραπεζικός κλάδος της ΟΔΓ καταλαμβάνει μαζί με την Ολλανδία μια μέση θέση στο διάστημα 1978-1984. Συγκεκριμένα βρίσκεται μπροστά από το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία, αλλά πίσω από τη Μ. Βρετανία και ιδίως το Λουξεμβούργο31. Και ο δείκτης επί τοις εκατό των ακαθάριστων κερδών επί των οφειλόμενων τραπεζικών δανείων τοποθετεί την ΟΔΓ σε μια μέση θέση. Η Ιταλία και η Ισπανία καταλαμβάνουν εδώ την πρώτη θέση, ενώ η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία βρίσκονται στο κατώτερο τμήμα της κλίμακας32.

Όλα δείχνουν ότι ο τραπεζικός κλάδος της ΟΔΓ θα αντιμετωπίσει με επιτυχία τον αυξανόμενο ευρωπαϊκό ανταγωνισμό και τη διαδικασία αναδιάρθρωσης που θα προκαλέσει αυτός. Η κοινωνική αντιμετώπιση αυτής της διαρθρωτικής μεταβολής θα διευκολυνθεί από το ότι ο χώρος των χρηματιστικών υπηρεσιών αποτελεί σε ολόκληρη την Ευρώπη μια αναπτυσσόμενη αγορά. Στο διάστημα 1978-1985 η απασχόληση στον τομέα αυτό αυξήθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και μάλιστα με ποσοστά μεταξύ 8,6% (Γαλλία) και 50% (Λουξεμβούργο), ενώ στην ΟΔΓ η αύξηση έφτασε το 15%33.

2. Η ενιαία εσωτερική αγορά και η διαρθρωτική μεταβολή που προκύπτει από το εξωτερικό εμπόριο

Στο κεφάλαιο αυτό θα αναφερθούν πρώτα με συντομία τα θεωρητικά πορίσματα για το ζήτημα των επιπτώσεων του διεθνούς εμπορίου στον καταμερισμό εργασίας (2.1). Στη συνέχεια θα εξεταστεί η εμπειρική διάρθρωση των εμπορικών συναλλαγών της ΟΔΓ με τα κράτη της ΕΟΚ από το 1972 μέχρι το 1986 με σκοπό να κατανοήσουμε την πραγματική εξέλιξη των δομών του καταμερισμού εργασίας οι οποίες προκύπτουν από το εξωτερικό εμπόριο (2.2)

2.1. Οι θέσεις της θεωρίας του διεθνούς εμπορίου στο ζήτημα της διεθνούς διαρθρωτικής μεταβολής

Στο ερώτημα τι επιπτώσεις θα έχει στον καταμερισμό εργασίας η εντατικοποίηση των εμπορικών σχέσεων στην εσωτερική αγορά της ΕΟΚ δεν μπορεί να δοθεί σαφής απάντηση με βάση τα σημερινά πορίσματα της θεωρίας των διεθνών εμπορικών σχέσεων. Στη θεωρία του εξωτερικού εμπορίου υπάρχουν εδώ και καιρό ανταγωνιστικά μοντέλα με μεγάλες διαφορές που επιχειρούν να ερμηνεύσουν τα αίτια και τις δομές των διεθνών ροών εμπορευμάτων.t

Οι διάφορες παραλλαγές του θεωρήματος για τα συγκριτικά κόστη (υπόθεση Ricardo, υπόθεση Heckscher - Ohlin, νέο θεώρημα για τις αναλογίες συντελεστών) ερμηνεύουν το εξωτερικό εμπόριο είτε με βάση διαφορές παραγωγικότητας είτε με βάση διαφορές στις αναλογίες συντελεστών ανάμεσα στα διάφορα κράτη. Το εξωτερικό εμπόριο θα έπρεπε, συνεπώς, να διεξάγεται κυρίως ανάμεσα σε άνισα αναπτυγμένες χώρες και να προκαλεί διακλαδικές τάσεις καταμερισμού εργασίας, με το να ειδικεύονται οι πλουσιότερες χώρες στους συγκριτικά παραγωγικότερους κλάδους (κλάδους έντασης ανθρώπινου κεφαλαίου) και οι πιο φτωχές χώρες στους κλάδους των οποίων η παραγωγικότητα έχει τη συγκριτικά μικρότερη καθυστέρηση, και οι οποίοι είναι κατά κανόνα κλάδοι έντασης εργασίας.

Απέναντι σ' αυτά τα προσανατολισμένα στην προσφορά μοντέλα ο BurenstamLinder34 τονίζει τη σημασία που έχει η διάρθρωση της ζήτησης για την εξέλιξη των διεθνών εμπορικών ροών: Εφόσον τα εμπορεύματα παράγονται κυρίως για να ικανοποιούν συγκεκριμένες ανάγκες που εξαρτώνται από το εισοδηματικό επίπεδο, το εξωτερικό εμπόριο διεξάγεται κυρίως ανάμεσα σε χώρες με παρόμοιο επίπεδο ανάπτυξης. Αντίθετα, ανάμεσα σε χώρες με διαφορετικό εισοδηματικό επίπεδο το εξωτερικό εμπόριο είναι περιορισμένο. Η ερμηνεία του εξωτερικού εμπορίου με βάση συγκρίσιμες δομές ζήτησης χωρών με παρόμοιο εισοδηματικό επίπεδο συνεπάγεται επίσης ότι οι διαδικασίες ανταλλαγής θα έχουν κατά βάση ενδοκλαδικό χαρακτήρα.

Το προσανατολισμένο στη ζήτηση μοντέλο του BurenstamLinder συμπληρώνεται από τη θεωρία της διαφοροποίησης των προϊόντων35. Όταν τα οικονομικά υποκείμενα αποδίδουν σε συγκεκριμένα προϊόντα πραγματικές ή υποθετικές διαφορές στην ποιότητα, προτιμούν κατά πάσα πιθανότητα προϊόντα εξωτερικού ακόμη και στην περίπτωση που οι τιμές τους είναι ψηλότερες από τις τιμές συγκρίσιμων προϊόντων εσωτερικού. Όταν οι προτιμήσεις υπερισχύουν των τιμών και ταυτόχρονα υπάρχουν διαφορές στις προτιμήσεις των μεμονωμένων καταναλωτών, τότε προϊόντα της ίδιας κατηγορίας μπορεί να αγοράζονται ταυτόχρονα από κατοίκους της χώρας στο εξωτερικό και από αλλοδαπούς στο εσωτερικό. Όπως η θεωρία του BurenstamLinder έτσι και η θεωρία της διαφοροποίησης των προϊόντων καταλήγει στην υπεροχή του εξωτερικού εμπορίου ανάμεσα στις πλουσιότερες χώρες και την υπεροχή των ενδοκλαδικών διαδικασιών ανταλλαγής.

Και από τη θεωρία της τεχνολογικής υπόθεσης, την οποία εισηγήθηκε ο Posner36 συνάγεται ότι το εξωτερικό εμπόριο, πρώτον είναι πιο αναπτυγμένο ανάμεσα στις πλουσιότερες χώρες παρά ανάμεσα σε χώρες με άνισο επίπεδο ανάπτυξης και, δεύτερον, χαρακτηρίζεται από ενδοκλαδικές δομές καταμερισμού εργασίας. Σύμφωνα με τον Posner το εξωτερικό εμπόριο διεξάγεται κυρίως λόγω παροδικής μη διαθεσιμότητας προϊόντων. Αν οι παραγωγοί μιας χώρας κατορθώσουν να δημιουργήσουν ένα νέο προϊόν ή μια νέα διαδικασία παραγωγής και να μονοπωλήσουν για κάποιο χρονικό διάστημα αυτό το προβάδισμα στην ανάπτυξη, τότε το εξωτερικό μπορεί να αποκτήσει αυτά τα νέα προϊόντα διαδικασίες παραγωγής, μέχρι να καλυφθεί το τεχνολογικό κενό ανάπτυξης, μόνο με εισαγωγές από την «πρωτοπόρα χώρα». Επειδή αφενός οι πλουσιότερες χώρες έχουν προβάδισμα στις καινοτομίες έναντι των φτωχότερων χωρών, λόγω των σχετικά ψηλότερων ερευνητικών και αναπτυξιακών δαπανών και επειδή αφετέρου η ζήτηση για νέα καταναλωτικά και επενδυτικά αγαθά είναι στις πλουσιότερες χώρες εντονότερη απ' ό,τι στις φτωχότερες, η παροδική «μη διαθεσιμότητα» κάποιων προϊόντων οδηγεί σ' ένα αυξανόμενο ενδοκλαδικό εμπόριο ανάμεσα σε χώρες με ψηλό εισοδηματικό επίπεδο.

Η εμπειρία του διεθνούς εμπορίου μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο37 επιβεβαιώνει εν μέρει το θεώρημα για τις αναλογίες συντελεστών και εν μέρει τις προσανατολισμένες στη ζήτηση θεωρίες (Burenstam Linder, θεωρία της διαφοροποίησης των προϊόντων) και την τεχνολογική υπόθεση. Το εξωτερικό εμπόριο των φτωχότερων χωρών, των οποίων οι εισαγωγές και εξαγωγές παρουσιάζουν πολύ διαφοροποιημένες αναλογίες συντελεστών, ανταποκρίνεται μάλλον στις θέσεις του μοντέλου Heckscher Ohlin, ενώ το εξωτερικό εμπόριο των πλουσιότερων χωρών, το οποίο πάντα είχε εντονότερα ενδοκλαδικά χαρακτηριστικά, μπορεί να ερμηνευτεί επιτυχέστερα με την υπόθεση Burenstam Linder, τη θεωρία της διαφοροποίησης των προϊόντων και την τεχνολογική υπόθεση.

Κατά τη διαδικασία εκβιομηχάνισης το εξωτερικό εμπόριο ξεκινά, όπως φαίνεται, με έναν καταμερισμό κατά Heckscher Ohlin εμφανίζει όμως όλο και περισσότερο ενδοκλαδικές δομές όσο ανεβαίνει το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας.

2.2. Η εξέλιξη των δομών του καταμερισμού εργασίας στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με ιδιαίτερη αναφορά στην ΟΔΓ

Από τις σκέψεις που αναφέρθηκαν στο τμήμα 2.1 μπορούμε να συνάγουμε τρεις υποθέσεις για τις επιπτώσεις που έχει, σ' ό,τι αφορά τον καταμερισμό εργασίας, το εξωτερικό εμπόριο της ΟΔΓ με τα κράτη της ΕΟΚ.

1. Το εξωτερικό εμπόριο της ΟΔΓ με τα κράτη της ΕΟΚ χαρακτηρίζεται έντονα από ενδοκλαδικές δομές καταμερισμού εργασίας λόγω του ψηλού εισοδηματικού επιπέδου των χωρών της Κοινότητας.

2. Το εξωτερικό εμπόριο της ΟΔΓ με τα λιγότερο αναπτυγμένα κράτη του Νότου της ΕΟΚ παρουσιάζει εντονότερες διακλαδικές δομές καταμερισμού εργασίας απ' ό,τι το εξωτερικό εμπόριο της ΟΔΓ με τα περισσότερο αναπτυγμένα κράτη της ΕΟΚ

3. Με την εντατικοποίηση των εμπορικών σχέσεων και τη μείωση του αναπτυξιακού χάσματος στο εσωτερικό της ΕΟΚ θα αυξηθεί η σημασία των ενδοκλαδικών δομών καταμερισμού εργασίας και στις σχέσεις ανταλλαγής με τα κράτη του Νότου της ΕΟΚ

Σε μια νεότερη μελέτη για το ενδοκοινοτικό εμπόριο38 οι Jacquemin και Sapir υπολόγισαν και το μερίδιο του ενδοκλαδικού εμπορίου στο συνολικό εμπόριο» κάθε κράτους της ΕΟΚ. Από τον τύπο Grubel Lloyd προκύπτουν για το μερίδιο του ενδοκλαδικού εμπορίου στα περισσότερο αναπτυγμένα κράτη της ΕΟΚ υψηλές τιμές που αυξάνονται στην περίοδο 1963-1983. Για την ΟΔΓ το μερίδιο αυξάνεται από 56% το 1963 σε 72% το 1973 και σε 75% το 1983. Σύμφωνα με τη θεωρία προκύπτουν για το ενδοκλαδικό μερίδιο των κρατών της ΕΟΚ με ανάπτυξη κάτω από το μέσο όρο χαμηλότερες αλλά και εδώ αυξανόμενες τιμές39.

Οι υποθέσεις 2 και 3 για το εξωτερικό εμπόριο της ΟΔΓ πρέπει να ελεγχθούν με βάση τον υπολογισμό της τιμής RCA. Ο δείκτης RCA μπορεί να υπολογιστεί με τον ακόλουθο τρόπο:

RCA: =ln(xi/mi: Χ/Μ)·100

όπου xi και mi είναι οι εξαγωγές και οι εισαγωγές της ομάδας εμπορευμάτων και Χ και Μ οι εξαγωγές και εισαγωγές των οικονομικών κλάδων στο σύνολο τους. Για τις ομάδες εμπορευμάτων των οποίων τα ποσοστά εξαγωγών εισαγωγών βρίσκονται πάνω από το μέσο όρο λαμβάνουμε θετικές τιμές RCA, ενώ για κατηγορίες εμπορευμάτων με ποσοστά εξαγωγών εισαγωγών κάτω από το μέσο όρο προκύπτουν αρνητικές τιμές RCA

Στον πίνακα 2 βλέπουμε την εξέλιξη των τιμών RCA για τη βιομηχανία μεταποίησης της ΟΔΓ στο εξωτερικό εμπόριο με τα κράτη της ΕΟΚ στο διάστημα 1972-1986

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν σε μεγάλο βαθμό την υπόθεση 2. Το εμπόριο της ΟΔΓ με τα «φτωχότερα» κράτη της ΕΟΚ, την Ισπανία και την Ελλάδα χαρακτηρίζεται από εντονότερα διακλαδικά χαρακτηριστικά απ' ό,τι το εμπόριο της ΟΔΓ με την ΕΟΚ των εννέα συνολικά. Οι τιμές του δείκτη RCA για τους κλάδους έντασης ανθρώπινου κεφαλαίου κατασκευή ηλεκτρικών μηχανών, χημική βιομηχανία, μεταφορικά μέσα, λεπτές μηχανικές κατασκευές οπτικά και κατασκευές μηχανών είναι πιο θετικές ως προς την Ισπανία και την Ελλάδα απ' ό,τι σε σχέση με την ΕΟΚ των 9. Οι τιμές RCA για τους κλάδους που είναι περισσότερο έντασης εργασίας (διατροφή, επεξεργασία καπνού αλλά και κατεργασία ξύλου, επεξεργασία ξύλου, έπιπλα) είναι στο εμπόριο με την Ισπανία και την Ελλάδα περισσότερο αρνητικές απ' ό,τι στο εμπόριο με την ΕΟΚ των 9.

Και η υπόθεση 3 επιβεβαιώνεται ως επί το πλείστον από τα δεδομένα του πίνακα 2. Η μείωση των διακλαδικών δομών καταμερισμού εργασίας εκφράζεται συνεπώς με το ότι μειώνονται διαχρονικά οι τιμές του δείκτη RCA στους πάνω από το μέσο όρο ανταγωνιστικούς κλάδους, ενώ οι τιμές αυξάνονται στους κάτω από το μέσο όρο ανταγωνιστικούς κλάδους. Για το εμπόριο της ΟΔΓ με την ΕΟΚ των 9 προκύπτει, με εξαίρεση την κατασκευή μεταφορικών μέσων, μια αύξηση των ενδοκλαδικών διαδικασιών ανταλλαγής. Και για την Ισπανία διαπιστώνουμε, με εξαίρεση τον κλάδο υφαντουργία ένδυση δέρματα, μια βαθμιαία εξάλειψη διακλαδικών δομών καταμερισμού εργασίας. Στο εμπόριο με την Ελλάδα η ανταγωνιστικότητα των κλάδων έντασης εργασίας της ΟΔΓ βελτιώθηκε. Οι τομείς έντασης ανθρώπινου κεφαλαίου εμφανίζουν όμως μιαν αντιφατική εικόνα: η ανταγωνιστική θέση βελτιώθηκε σε δύο κλάδους και χειροτέρεψε σε δύο άλλους. Αν λάβουμε υπόψη ότι οι εισοδηματικές διαφορές ανάμεσα στην ΟΔΓ αφενός και την Ισπανία και την Ελλάδα αφετέρου δεν μεταβλήθηκαν ουσιωδώς στο διάστημα 1972 - 1986, η μείωση των διακλαδικών δομών του καταμερισμού εργασίας που φαίνεται στον πίνακα 2 είναι εντυπωσιακή.

Με βάση αυτά τα στοιχεία αναμένεται ότι με την εντατικοποίηση των εμπορικών συναλλαγών στην ενιαία εσωτερική αγορά θα αυξηθούν οι ενδοκλαδικές σχέσεις ανταλλαγής και μάλιστα όχι μόνο στο εξωτερικό εμπόριο ανάμεσα στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΟΚ, αλλά και στις σχέσεις ανάμεσα στις περισσότερο και τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της Κοινότητας. Δεδομένου ότι με την ένταση των διακλαδικών τάσεων καταμερισμού εργασίας το βάρος κοινωνικής προσαρμογής είναι αισθητά μεγαλύτερο απ' ό,τι με την αύξηση των ενδοκλαδικών διαδικασιών ανταλλαγής, αυτό το αποτέλεσμα πρέπει να κριθεί θετικό από συνδικαλιστική άποψη.

3. Μεταβολή των κλαδικών διαρθρώσεων στην εσωτερική αγορά και δυνατότητες συνδικαλιστικής παρέμβασης

Η ανάλυση της μεταβολής των κλαδικών διαρθρώσεων με βάση τον παραμερισμό των μη δασμολογικών φραγμών του εμπορίου και την εντατικοποίηση των εμπορικών συναλλαγών έδειξε ότι ορισμένοι οικονομικοί κλάδοι στην ΟΔΓ θα αντιμετωπίσουν στην ενιαία εσωτερική αγορά ορισμένα σημαντικά προβλήματα προσαρμογής. Αυτό ισχύει κατά πρώτο λόγο για τον κλάδο οδικών μεταφορών εμπορευμάτων και τον κλάδο τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών, για τη φαρμακοβιομηχανία και, σε πολύ μικρότερο πάντως βαθμό, για τον τραπεζικό κλάδο. Προβλήματα προσαρμογής αντιμετωπίζει και ο τομέας των ειδών διατροφής, ο οποίος θα απαιτούσε, λόγω της πολυμορφίας του, ξεχωριστή ανάλυση. Εκτός αυτού, θα λάβουν χώρα διαδικασίες αναδιάρθρωσης σε όλους τους οικονομικούς κλάδους που συντηρούνταν ως τώρα από κρατικές προμήθειες σε βαθμό που ξεπερνούσε το μέσο όρο (π.χ. οι κλάδοι λεβητοποιίας, σιδηροδρομικού εξοπλισμού και ιατρικού υλικού). Όσοι απασχολούνται σ' αυτούς τους κλάδους με σχέση εξαρτημένης εργασίας θα αντιμετωπίσουν το 1992 διαδικασίες εξορθολογισμού, κατάργησης θέσεων εργασίας και σε ορισμένες περιπτώσεις το κλείσιμο επιχειρήσεων.

Η συγκεντρωτική ανάλυση αυτών των προβληματικών τομέων δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε τα θετικά σε συνολικό οικονομικό επίπεδο αποτελέσματα του σχεδίου της ενιαίας αγοράς. Παρ' ότι οι ποσοτικές προβλέψεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση στην ενιαία εσωτερική αγορά είναι δύσκολες και επιδεκτικές αμφισβητήσεων, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ποσοστά αύξησης του κοινωνικού προϊόντος και του όγκου απασχόλησης θα έχουν θετική εξέλιξη και ότι τα προβλήματα του πληθωρισμού και των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού θα αμβλυνθούν. Από την αναπτυξιακή ώθηση της εσωτερικής αγοράς θα επωφεληθούν πάνω από το μέσο όρο οι κλάδοι κατασκευής μηχανών, ηλεκτρικών μηχανών (χωρίς τους τηλεπικοινωνιακούς εξοπλισμούς), χημικής βιομηχανίας, μεταφορικών μέσων. Το θετικό πλαίσιο ανάπτυξης θα διευκολύνει όμως και τις διαδικασίες προσαρμογής στους προβληματικούς κλάδους και ιδίως στον τραπεζικό κλάδο, τον κλάδο τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών αλλά και τον κλάδο οδικών μεταφορών εμπορευμάτων. Γι αυτό το λόγο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα πρέπει πρώτα απ' όλα να απαιτήσουν, τα κράτη της ΕΟΚ, και ιδιαίτερα οι χώρες με μικρά ελλείμματα στον Προϋπολογισμό και μικρά προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών (ΟΔΓ, Γαλλία και Δανία) να ασκήσουν μια ευρεία δημοσιονομική πολιτική προκειμένου να εκμεταλλευτούν πλήρως τις δυνατότητες ανάπτυξης και απασχόλησης του σχεδίου της εσωτερικής αγοράς. Οι διαμάχες περί του αν θα πρέπει να κυριαρχήσει πολιτική προσφοράς ή ζήτησης είναι άγονες. Το σχέδιο της εσωτερικής αγοράς αποσκοπεί βέβαια κατά βάση στη βελτίωση των παραγωγικών συνθηκών της προσφοράς. Ωστόσο τα περιθώρια ανάπτυξης και απασχόλησης που προκύπτουν από το σχέδιο μπορούν να αξιοποιηθούν μόνο αν συνδυαστούν με μια ευρεία οικονομική πολιτική. Το συνολικό οικονομικό πλαίσιο μιας οικονομικής στρατηγικής συνεργασίας για περισσότερη απασχόληση έχει πάντως βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Χάρη στη μεταβολή των τάσεων εξέλιξης της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, που έγινε στην ΕΟΚ στα μέσα της δεκαετίας του 80, και χάρη 'στην εξέλιξη του μεριδίου μισθών από τα τέλη της δεκαετίας του 70, οι παραγωγικές συνθήκες της προσφοράς παρουσιάζουν μια διαρκή βελτίωση, έτσι ώστε μια οικονομική πολιτική που αποβλέπει στην πλήρη απασχόληση έχει τώρα πολύ περισσότερες προοπτικές επιτυχίας απ' ό,τι για παράδειγμα στα τέλη της δεκαετίας του 70 και στις αρχές της δεκαετίας του 80.

Αν και μια συνολική οικονομική πολιτική ανάπτυξης και απασχόλησης είναι η καλύτερη στρατηγική για την αντιμετώπιση της μεταβολής της κλαδικής διάρθρωσης, δεν θα πρέπει να εγκαταλειφθούν πολιτικά προγράμματα στο επίπεδο της περιοχής, του κλάδου και της επιχείρησης. Ακόμα και σε ένα θετικό συνολικό οικονομικό πλαίσιο οι απώλειες θέσεων εργασίας των απασχολούμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας είναι δυνατό να προκαλέσουν σημαντικά κοινωνικά προβλήματα. Είναι πιθανό, μετά την απώλεια της θέσης εργασίας, είτε να έχει ξεπεραστεί η επαγγελματική ειδίκευση ορισμένων εργαζομένων, είτε να μην υπάρχουν στην· περιοχή αρκετές θέσεις εργασίας για ορισμένη ειδικότητα, είτε η μετακίνηση να εμποδίζεται από σημαντικές οικογενειακές και ψυχολογικές αιτίες. Εδώ βρίσκεται η αφετηρία των νέων εκτιμήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων και ιδιαίτερα της Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας Μετάλλου (IG Metall) σχετικά με τη διαρθρωτική πολιτική40. Χάρη σε ένα πλέγμα πρωτοβουλιών σχετικά με την κλαδική πολιτική, τοπικών προγραμμάτων απασχόλησης και οργανισμών απασχόλησης η δομική μεταβολή θα πάρει στο μέλλον μορφές που θα είναι κοινωνικά περισσότερο ανεκτές. Οι προτάσεις αυτές της Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας Μετάλλου μπορούν να χρησιμεύσουν και για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της μεταβολής της κλαδικής διάρθρωσης στην εσωτερική αγορά:

- Για τους προβλημτικούς τομείς του σχεδίου της εσωτερικής αγοράς (τηλεπικοινωνίες, φαρμακοβιομηχανία, οδικές μεταφορές εμπορευμάτων, παροχή χρηματιστικών υπηρεσιών, είδη διατροφής) θα πρέπει να γίνουν αναλύσεις των επιμέρους κλάδων που θα εξετάζουν λεπτομερώς τις οκονομικές και κοινωνικές διαδικασίες αναδιάρθρωσης.

- Ισότιμα συγκροτημένες κλαδικές επιτροπές θα μπορούσαν να επεξεργαστούν σχέδια προσαρμογής για την αντιμετώπιση της δομικής μεταβολής

- Για τα κρατίδια, τις περιφέρειες και τις πόλεις της ΟΔΓ όπου συγκεντρώνονται οι νευραλγικοί κλάδοι, θα πρέπει να απαιτηθούν τοπικά προγράμματα απασχόλησης. Αυτό ισχύει κυρίως για εκείνες τις περιοχές των οποίων η ανταγωνιστική θέση στην ΟΔΓ έχει ήδη αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια πάνω από το μέσο όρο

- Όταν κλίνει μια επιχείρηση θα πρέπει να απαιτηθούν οργανισμοί απασχόλησης. Οι οργανισμοί αυτοί θα έχουν ως στόχο, ασκώντας μιαν ενεργητική πολιτική στην αγορά εργασίας, να βελτιώνουν σε μεταβατικές συνθήκες απασχόλησης την επαγγελματική ειδίκευση των εργαζομένων που έχουν απολυθεί και να προετοιμάζουν τους εργαζομένους για νέες θέσεις εργασίας στην περιοχή. Φορείς αυτών των οργανισμών απασχόλησης θα πρέπει να είναι οι επιχειρήσεις που κλείνουν και κυρίως οι εταιρείες ανάπτυξης της περιοχής και το Δημόσιο. Οι πόροι θα παρέχονται από κοινού από τις περιοχές, τους κλάδους και τις εταιρείες που καταλαμβάνουν μια θέση πάνω από το μέσο όρο στο διεθνή ανταγωνισμό.

Αναφορικά με αυτές τις σκέψεις για την κοινωνική αντιμετώπιση της διαρθρωτικής μεταβολής, πρέπει να επισημανθεί ότι οι επιμέρους προτάσεις έχουν νόημα μόνο αν ενταχθούν σ' ένα συνολικό σχέδιο. Αν η συνολική οικονομική στρατηγική για μεγαλύτερη ανάπτυξη και απασχόληση δεν συνοδεύεται από τοπικές και κλαδικές πρωτοβουλίες, υπάρχει κίνδυνος να εντείνει τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Οι τοπικές και κλαδικές πρωτοβουλίες και οι οργανισμοί απασχόλησης θα αποτύγχαναν όμως χωρίς ένα θετικό συνολικό οικονομικό πλαίσιο. Δεν θα τους έλειπαν μόνο οι πόροι, αλλά και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός θα κατέληγε σε μηδενικό άθροισμα.

4. Ελλείψεις στην έρευνα

Στην προβληματική που διερευνήθηκε, η έρευνα παρουσιάζει ελλείψεις σε τρεις, κυρίως, κατευθύνσεις:

1. Μέχρι σήμερα υπάρχουν λίγες λεπτομερείς αναλύσεις για τη μεταβολή της κλαδικής διάρθρωσης στην εσωτερική αγορά. Οι έρευνες στο πλαίσιο της δημοσίευσης της ΕΟΚ «Research on the "Cost of Non Europe"» δεν καλύπτουν το σύνολο των βασικών κλάδων (για παράδειγμα λείπουν αναλύσεις για την κατασκευή μηχανών, τις ηλεκτρικές μηχανές, τη χημική βιομηχανία και για πολλούς οικονομικούς κλάδους έντασης εργασίας) και επιπλέον είναι άνισες από πλευράς ποιότητας, θα έπρεπε επίσης οι κλαδικές αναλύσεις να έχουν συνδικαλιστική προοπτική, δηλ. να λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη τα κοινωνικά προβλήματα της δομικής μεταβολής. Οι μέχρι σήμερα αναλύσεις της ΕΟΚ δεν ανταποκρίνονται ως επί το πλείστον σ' αυτή την ανάγκη.

2. Η έρευνα παρουσιάζει ελλείψεις και στο ζήτημα των επιπτώσεων του εξωτερικού εμπορίου στη δομική μεταβολή, θα ήταν αναγκαίες εκτενείς αναλύσεις του ενδοκοινοτικού εμπορίου διαφόρων χωρών και κλάδων για να απαντηθεί περισσότερο τεκμηριωμένα το ερώτημα των επιπτώσεων του εξωτερικού εμπορίου στον καταμερισμό εργασίας. Ιδιαίτερα χρήσιμες θα ήταν οι μελέτες για τα προβλήματα προσαρμογής των βιομηχανικών κλάδων έντασης εργασίας στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες και των βιομηχανικών κλάδων έντασης ανθρώπινου κεφαλαίου στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

3. Ιδιαίτερες ελλείψεις παρουσιάζει η έρευνα στο ερώτημα τι επιπτώσεις θα έχει η εσωτερική αγορά στις διάφορες περιοχές. Αν είναι ήδη δυσχερές το να αναλυθούν με πληρότητα τα προβλήματα των επιμέρους κλάδων, στην ταυτόχρονη μελέτη κλάδων και περιοχών δημιουργείται επιπλέον ένα ιδιαίτερο μεθοδολογικό πρόβλημα, διότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τη θέση στον ανταγωνισμό μεμονωμένων επιχειρήσεων, προϊόντων και ομάδων προϊόντων. Τέτοια στοιχεία είναι (ωστόσο απολύτως απαραίτητα για να αποτιμηθεί ο ρόλος των περιοχών στην εσωτερική αγορά της ΕΟΚ. Αυτές οι μεθοδολογικές δυσχέρειες ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν έδωσε ικανοποιητικές απαντήσεις η έρευνα, που έγινε με πρωτοβουλία της ηγεσίας του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) σχετικά με τη σημασία που θα έχει για τις περιοχές της ΟΔΓ η εσωτερική αγορά της ΕΟΚ. Είναι βέβαια αναγκαίο και δυνατό να εξεταστούν με γενικό τρόπο οι δείκτες της ανταγωνιστικής θέσης μεμονωμένων περιοχών. Ωστόσο με αυτό τον τρόπο δεν λύνονται τα ζητήματα της κατά περιοχές ανάλυσης που τίθενται με το σχέδιο της εσωτερικής αγοράς.

(Πρώτη δημοσίευση μιας έρευνας σε εξέλιξη. Αύγουστος 1989).

1. Βλ. εδώ Kommission der Europäischen Gemeinschaften: Vollendung des Binnenmarkts - Weissbuch der Kommission an den Euroäischen Rat, Luxemburg 1985, καθώς και Deutscher Industrie - und Handelstag: Wegweiser zum EGBinnenmarkt, Chancen und Risiken für die deutsche Wirtschaft, Informationen für die Unternehmen. Bonn 1989

2. Βλ. εδώ Emerson, Michael: The Economics of 1992 - An Assessment of the Potential Economic Effects of Completing the Internal Market of the European Community. Βρυξέλλες 1988

3. Βλ. εδώ Kommission der Europäischen Gemeinschaften: Die soziale Dimension des Binnenmarkts, Zwischenbericht der interdirektionalen Gruppe, ειδική έκδοση της σειράς «Soziales Europa», Luxemburg 1988

4. Commission of the European Communities: Research on the «Cost of NonEurope». Basic Findings, vol. 116, Luxemburg 1988

5. Η έρευνα είχε τον τίτλο: Zwischen Liberalismus und Protektionismus - Internationaler Strukturwandel und die Politik der Gewerkschaften in der Bundesrepublik. Συνεργάτες μου ήταν οι Günther Grunert και Walter Tobergte

6. IG Metall: Strukturpolitische Alternativen zur gesellschaftlichen Arbeitslosigkeit, Schriftenreihe der IG Metall, Nr. 112, Frankfurt M. 1988

7. Η ανάλυση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα: Commission of the European Communities. Research on the «Cost of NonEurope», basic Findings, vol 15. Luxemburg 1988: Emerson, όπ. π. σελ. 69 «Westdeutsche Landesbank: Europa 92 - Perspektiven für die deutsche Wirtschaft, Düddeldorf 1988. BertelsmannStiftung: Binnenmarkt 92: Perspektiven aus deutscher Sicht - Strategien und Optionen für die Zukunft Europas Arbeitspapiere l, Gütersloh 1988

8. Commission of the European Communities: Research..., vol 15. όπ. π. σελ. 22

9. Commission of the European Communities: Research..., vol 15. όπ. π. σελ. 75

10. Η ανάλυοη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα: Commission of the European Communities: Research on the «Cost of NonEurope», vol. 10. Luxemburg 1988. Deutsches Institut für Wirtschaftsforschung: Der Europäische Binnenmarkt im Fernmeldewesen - Auswirkungen einer verstärkten Integration, in: Wochenbericht 29 28, σελ. 369 ε. Westdeutsche Landesbank: Europa 92 - Perpsektiven für die deutsche Wirtschaft, Düsseldorf 1988. Kommission der Europäischen Gemeinschaften: Grünburch über die Entwicklung des gemeinsamen Marktes für Telekomrriunikationsdienstleistungen und Telekommunikationsgeräte. Ratsdokument Nr 7961 87, Deutscher Bundestag, 11. Wahlperiode, Drucksache 11 930. Bonn 1987. Emerson, όπ. π σελ. 77κ.ε.

11. Deutsches Institut für Wirtschaftsforschung, όπ. π. σελ. 370.

12. Commission of the European Communities: Research..., vol 10. όπ. π. σελ. 23

13. Kommission der Europäischen Gemeinschaften: Grünbuch..., όπ. π. σελ. 14 ε.

14. Commission of the European Communities: Research..., vol 10. όπ. π. σελ. 26

15. Commission of the European Communities: Research..., vol 10. όπ. π. σελ. 10ε

16. Η ανάλυση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα: Commission o f the European Communities: Research on the «Cost of Noneurope». vol. 10, Luxemburg 1988. Commerzbank: Strassengüterverkehr - Konsequenzen des europäischen Binnenmarktes 1992. Frankfurt M. 1989. Dicke, Hugo et al.: EGPolitik auf dem Prüfstand - Wirkungen auf Wachstum und Strukturwandel in der Bundesrepublik. Tübingen 1987. σελ. 114. ε. Westdeutsche Landesbank, όπ. π. σελ. 67, BertelsmannStifftung, όπ. π. σελ. 129ε.

17. Deutscher Industrieund Handelstag, όπ. π. σελ. 15βε.

18. Commerzbank, όπ. π. σελ. 4.

19. Commission of the European Communities: Research..., vol 4. όπ. π. σελ. 212· Commerbank, όπ. π. σελ. 4.

20. Emerson, όπ. π. σελ. 210ε.

21. manager magazin 7 1989, σελ. 198

22. Commerzbank όπ. π. σελ. 5.

23. Η ανάλυση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό οτα: Commission of the European Communities: Research on the «Cost of Non europe». vol. 9, Luxemburg 1988. Emerson, όπ. π. σελ. 8βε Schröder, Gustav Adolf: Europäischer Binnenmarkt - Herausforderung für die Sparkassenorganisation, in: BertelsmannStiftung. όπ. π. σελ. 107ε. Deutscher Industrie und Handelstag, όπ. π. σελ. 147ε, Seipp, Walter: Die Banken in Europa, Vortrag vor der 34. Kreditpolitischen Tagung, Frankfurt M. 1988. Seipp. Walter: Europa 1992 - Herausfor derungen für die Banken, in: Duwendag, Dieler (Hrsg.): EuropaBanking, BadenBaden 1988. σελ. 251ε. Servais. Dominique: Ein europäischer Finanzraum, Dokument der Kommission der Europäischen Gemeinschaften, Luxemburg 1988.

24. Deutscher Industrie - und Handelstag, όπ. π. σελ. 147ε, Servais, όπ. ο., σελ. 25 ε.

25. Deutscher Industie - und Handelstag, όπ. π. σελ. 149ε.

26. Commission of the European Communities: Research..., vol 9. όπ. π. σελ. 102ε.

27. Πάντως πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, αναφορικά με αυτές τις τιμές, δεν πρόκειται συχνά για κόστη που δημιουργούνται στους καταναλωτές των τραπεζικών υπηρεσιών. Έτσι σ' ό,τι αφορά τις «τιμές» για τις πιστωτικές εργασίες, πρόκειται για τις διαφορές κόστους ως προς το εκάστοτε επιτόκιο της χρηματαγοράς.

28.Commission of the European Communities: Research.... vol 9. όπ. π. σελ. 22 ε.

29.Schröder, όπ. π. σελ. 107.

30.Seipp: Europa 1992..., όπ. π. σελ. 254ε.

31.Seipp: Europa 1992..., όπ. π. σελ. 255ε.

32.Commission of the European Communities: Research..., vol 9. όπ. π. σελ. 15

33.Commission of the European Communities: Research..., vol 9. όπ. π. σελ. 22

34.Commission of the European Communities: Research..., vol 9. όπ. π. σελ. 23

35.Commission of the European Communities: Research..., vol 9. όπ. π. σελ. 8

36.BurenstamLinder, Staffan: An Essay on Trade and Transformation, Stochkholm 1961

37.Hesse, H.: Strukturwandlungen im Welthandel 19501960 61, Tübingen 1967

38.Posner, M.V.: Technical Change and International Trade, Oxford Economic Papers, Bd 13, 1961

39. Βλ. μεταξύ άλλων: Horm. E.J.: Technologische Neuerung und internationale Arbeitsteilung. Tübingen 1976. Giersch, Herbert (Hrsg.): On the Economics of IntraIndustryTrade. Tübingen 1979. Foders, F.: Industriegüterexport und Faktorproportionenhypothese - Untersuchung am Beispiel der Exportstrukture Argentiniens, Tübingen 1983

40. Jacquemin. A. Sapir, Α.: IntraEC Trade: A Sectoral Analysis, Centre for European Policy Studies, Βρυξέλλες. 1987.

41. Jacquemin Sapir: o;t. π. σελ. 44κ.ε.

42. IG Metall: Strukturpolitische Alternativen zur gesellschaftlichen Arbeitslosigkeit, Schriftenreihe der IG Metall, Nr. 112, Frankfurt M. 1988, σελ. 31 κ.ε.